5 / 8 / 2023
Εκτός από το Gondwane, αυτές τις μέρες διαβάζω και το The Magus του John Fowles, και δεν έχω κάτι συγκεκριμένο από τώρα να σχολιάσω γι’αυτό, πέρα από το ότι μοιάζει με Καστανέντα κατάσταση το όλο θέμα, και είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που κυλά άνετα.
Όμως όσο και καλά να ξέρει τα Ελληνικά ο αγγλόφωνος συγγραφέας φαίνεται πως πάντα γράφει πράγματα άκυρα για την ελληνική γλώσσα. Και, ναι, το παρατήρησα και εδώ. Σ’ένα σημείο γράφει:
“O kyrios?” I asked.
“Ephage. Eine epano.” Has eaten; is upstairs. Like the villagers, with foreigners she made no attempt to speak more comprehensibly, but uttered her usual fast slur of vowel sounds.
Δηλαδή, η απάντηση «Έφαγε. Είναι επάνω» είναι δυσνόητη; Είναι σα να λες «Has eaten; is upstairs»;
Φυσικά και όχι. Είναι σαν να λες: «He has eaten. He is upstairs.» Αλλά, για κάποιο λόγο, ο συγγραφέας το θεωρούσε κοφτό ή δυσνόητο, ή δεν ξέρω κι εγώ τι.
Πολύ δύσκολο τελικά να ξέρεις τόσο καλά τις άλλες γλώσσες όσο τη μητρική σου, και αποδεικνύεται συνέχεια. Ακόμα κι εγώ που κατά κανόνα διαβάζω βιβλία γραμμένα στα αγγλικά, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να γράψω και στα αγγλικά το ίδιο καλά όσο στα ελληνικά. Και όταν πρέπει να μιλήσω στα αγγλικά σε κάποιον, επειδή δεν ξέρει καλά ελληνικά, πάντα έχω την αίσθηση ότι μιλάω όπως ο ξένος μιλάει τα ελληνικά: δηλαδή Εγώ πηγαίνει τώρα γιατί έκει δουλειά, ή κάτι τέτοιο. Πολύ απλά δεν μπορείς να έχεις την ίδια ευχέρεια.
29 / 7 / 2023
Το 2022 είχα διαβάσει, εκτός των άλλων, και το Thongor and the Wizard of Lemuria, του Lin Carter. Πραγματικά, δεν μου είχε κάνει και τόσο καλή εντύπωση, όπως είχα γράψει και εδώ, στα Σκιώδη Παραλειπόμενα. Είχα, ωστόσο, υπόψη μου να διαβάσω και καμιά συνέχειά του... αλλά δεν βιαζόμουν κιόλας.
Και είχα σχηματίσει μια όχι και τόσο καλή εικόνα για τον Lin Carter, για να είμαι ειλικρινής. Νόμιζα ότι όλα όσα λέγονται γι’αυτόν ίσως και να είναι hype. Ότι ο Carter ίσως να είναι από εκείνους τους παλιούς συγγραφείς που, ναι μεν, συζητιούνται πολύ αλλά, όταν τους διαβάσεις, διαπιστώνεις ότι δεν είναι και τόσο καλοί ως συγγραφείς, ή είναι τελείως κλισέ.
Νομίζω πως είχα διαβάσει και κάτι άλλο παλιότερα του Lin Carter και πάλι δεν μου είχε κάνει καλή εντύπωση. Κάποιο διήγημα, αν δεν κάνω λάθος.
Τώρα είχε πέσει στα χέρια μου η σειρά Gondwane, και είπα «Δε βαριέσαι, ας ρίξουμε μια ματιά»: και έχω πάθει την πλάκα μου. Τώρα μόλις άρχισα να διαβάζω το The Warrior of World's End και μου φαίνεται εξωφρενικά καλό. Αν συνεχίσει έτσι, ίσως αυτά να γίνουν από τα αγαπημένα μου βιβλία.

Πρώτον, παρουσιάζουν έναν πολύ δημιουργικά φτιαγμένο φανταστικό κόσμο που εμένα, τουλάχιστον, αμέσως με μάγεψε. Κι αυτό μέσα στις πρώτες σελίδες μόνο.
Δεύτερον: αν και φαίνεται η ιστορία να ασχολείται πάλι με έναν υπεράνθρωπο ήρωα, δεν μου μοιάζει ο ήρωας να είναι ακριβώς το συνηθισμένο της περίπτωσής του. Επιπλέον, όλα, μέχρι εδώ που έχω διαβάσει τουλάχιστον, παρουσιάζονται μ’έναν τρόπο που επίσης είναι ασυνήθιστος σε αυτού του τύπου την ιστορία. Δεν είσαι πλάι στον ήρωα, αλλά διαβάζεις εξωτερικά γι’αυτόν, πώς τον βλέπουν οι άλλοι, και τι γίνεται γενικά στον κόσμο. Και ο ήρωας είναι ένα αίνιγμα μέσα σ’ένα μαγευτικό σκηνικό.
Πού ήταν κρυμμένη τόσο καιρό αυτή η σειρά;
25 / 7 / 2023
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Το πρώτο είδος που με προσέλκυσε να διαβάσω βιβλία ήταν η φανταστική λογοτεχνία. Οτιδήποτε άλλο πριν από αυτό δεν αισθανόμουν να με τραβά αρκετά ώστε να καθίσω και να προσηλωθώ επάνω σ’ένα βιβλίο για ψυχαγωγικούς λόγους. Κι όταν σε προσελκύει η φανταστική λογοτεχνία το πρώτο πράγμα που συναντούσες την εποχή που ξεκίνησα να διαβάζω (αλλά και σήμερα, πιθανώς) ήταν η ηρωική/επική φαντασία.
Κάτι με είχε κάνει να κολλήσω πολύ άσχημα μ’αυτό το είδος. Ίσως να ήταν η αίσθηση της περιπέτειας· ίσως να ήταν οι μακρινοί, αρχαϊκοί κόσμοι· ίσως τα παράξενα, μαγικά όντα· ίσως η όλη μαγική αίσθηση που σου δημιουργεί. Ίσως να μην ήταν τίποτα από αυτά, ή όλα αυτά μαζί.
Η επιστημονική φαντασία που έβρισκα ποτέ δεν αισθάνθηκα να με έλκει το ίδιο. Συνήθως ήταν στημένη σε μια μελλοντική γη, ή έλεγε τι θα γίνει όταν βγούμε στο διάστημα. Αλλά εμένα εκείνο που ανέκαθεν με σαγήνευε ήταν οι ευφάνταστες εναλλακτικές πραγματικότητες, όχι απαραιτήτως το μέλλον. Δεν ήμουν μελλοντολόγος ή μελλοντόπληκτος. (Ούτε και τώρα θεωρώ τον εαυτό μου “μελλοντολόγο”, αν και δεν είμαι εναντίον της μελλοντολογίας. Μάλλον το αντίθετο.)
Αλλά, όταν έχεις μαγευτεί από την επική/ηρωική φαντασία, κάνεις το λάθος ν’αρχίζεις να πιστεύεις ότι κάθε φανταστική λογοτεχνία πρέπει να είναι αυτού του τύπου. Αρχίζεις να γουστάρεις τόσο πολύ τα αρχαϊκά βασίλεια, τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες, τους πολεμιστές με τα σπαθιά και τα τόξα, τους καβαλάρηδες με τις λόγχες και τις ασπίδες, και τους μυστηριώδεις μάγους, που δεν μπορείς να φανταστείς η φανταστική λογοτεχνία να είναι τίποτε άλλο.
Προβληματικό αυτό. Γιατί η φανταστική λογοτεχνία είναι, εξ ορισμού, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Και πρέπει να μπορείς να φανταστείς οτιδήποτε, όχι μόνο σπαθοφόρους μαχητές σε αρχαϊκά σκηνικά.
Διαβάζοντας, αλλά, κυρίως, γράφοντας, έφτασα σταδιακά σ’αυτή τη συνειδητοποίηση.
Όταν άρχισα να γράφω τις ιστορίες από το Θρυμματισμένο Σύμπαν, είχα ήδη αποφασίσει ότι θα γράψω κάτι που είναι ό,τι μπορείς να φανταστείς, όχι ό,τι έχει συνηθιστεί να λέγεται fantasy. Αλλά, ακόμα και καθώς ξεκινούσα να γράφω τις πρώτες ιστορίες στο Θρυμματισμένο Σύμπαν, κάτι μού έμοιαζε αταίριαστο. Σαν να μην έπρεπε, για κάποιο λόγο, να είναι έτσι. Ή σαν να μην ήμουν βέβαιος για διάφορα πράγματα – όπως πώς περιγράφεις ένα όχημα, ή μια πόλη που δεν είναι αρχαϊκού τύπου, πώς τα εντάσσεις μέσα στην ιστορία έτσι ώστε να σου φαίνονται φυσικά.
Ήταν επειδή είχα συνηθίσει να γράφω συνέχεια σε αρχαϊκά σκηνικά. Οι ιστορίες εκείνες του Θρυμματισμένου Σύμπαντος δεν είχαν κανένα αντικειμενικό πρόβλημα στο πώς παρουσιάζονται τα στοιχεία τους. Το πρόβλημα ήταν δικό μου. Στη δική μου αντίληψη. Στο πώς είχα μάθει να φαντάζομαι. Στο Θρυμματισμένο Σύμπαν δεν είχα κάτι καθορισμένο που το παίρνεις “όπως είναι” και γράφεις πάνω σ’αυτό. Δεν ήταν ένα σκηνικό που το βγάζεις έτοιμο από το κουτί. Ήταν, και είναι, ένα σκηνικό που πρέπει να το φανταστείς από το μηδέν, γιατί ακολουθεί τις δικές του αρχές και τους δικούς του νόμους.
Και νομίζω πως αυτό είναι κάτι που γενικά οφείλει να επιδιώκει η φανταστική λογοτεχνία. Το να πλάθεις όσο το δυνατόν πιο ευφάνταστα αλλά συγχρόνως καλοδομημένα πράγματα. Και είναι κάτι που μου φαίνεται ότι έχει δυστυχώς παραγκωνιστεί, ακόμα και στο εξωτερικό (γιατί στην Ελλάδα η κατάσταση είναι φανερά τραγική – όταν γράφεις ευφάνταστες ιστορίες σε θεωρούν γαμημένο εγκληματία). Έχει συνηθιστεί να μιλάμε για τυποποιημένα πράγματα, ενώ θα έπρεπε να αναζητούμε τα πράγματα που δεν είναι τυποποιημένα.
Εξάλλου, σκέψου από πού ξεκίνησε η φανταστική λογοτεχνία… Σίγουρα όχι από τους εμπόρους που πουλάνε συνήθως το ίδιο πράγμα, συνεχώς στην ίδια συσκευασία…