Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies, από τρίτους κυρίως, για απλή ανάλυση επισκεπτών (πχ, Google Analytics) και για social media (πχ, από το Twitter). Τα μόνα cookies που χρησιμοποιούμε εμείς είναι για θέματα λειτουργικότητας (πχ, για να μην εμφανίζεται ξανά αυτή η ειδοποίηση αφότου έχετε πατήσει το κουμπάκι). Κανένα από αυτά τα cookies, απ’ό,τι ξέρουμε, δεν είναι βλαβερό, και εμείς δεν εκμεταλλευόμαστε τις πληροφορίες σας με κανέναν τρόπο. Ωστόσο, αν θέλετε μπορείτε πολύ εύκολα να σβήσετε τα cookies από οποιονδήποτε browser, συνήθως πατώντας Shift+Ctrl+Del. Περισσότερες πληροφορίες για τα cookies μπορείτε να βρείτε στο www.whatarecookies.com.
Πριν από πέντε χρόνια, ένας μυστηριώδης κατάμαυρος άντρας ξεβράζεται στις ακτές της Κεντρυδάτιας, κοντά σ’έναν ναό της Έχιδνας στο Πλοκάμι των Ναυαγίων. Οι ιερωμένοι τον φροντίζουν, και διαπιστώνουν ότι διακατέχεται από μια παράξενη οργή και διαθέτει απάνθρωπη δύναμη, ενώ ποτέ – ποτέ – δεν μπορεί να κοιμηθεί. Και τα μάτια του δεν βλεφαρίζουν.
Σήμερα, ο Γεώργιος, τον οποίο πολλοί γνωρίζουν στην Υπερυδάτια και ως Οφιομαχητή, αναζητά το αντίδοτο για ένα θανατηφόρο δηλητήριο που έχει προσβάλλει τον αδελφό μιας φίλης του στη Μεγάπολη της Κεντρυδάτιας. Σύντομα, όμως, θα βρεθεί κυνηγημένος από μυστηριώδεις κυνηγούς που προσπαθούν να τον παγιδέψουν· και, ύστερα, θα εμπλακεί σε άγρια μάχη με κουρσάρους που έχουν στο πλευρό τους τη βοήθεια μιας οντότητας που κανείς δεν έχει ξαναδεί σε τούτη τη διάσταση. Μέσα στη συμπλοκή, ο Γεώργιος θα αντικρίσει μια γυναίκα με κατάμαυρο δέρμα η οποία ίσως να γνωρίζει πολλά για το ξεχασμένο, αινιγματικό παρελθόν του...
Ο Οφιομαχητής προσπαθεί να οδηγήσει τους φίλους του πίσω στη Μεγάπολη, όπου ελπίζει πως θα είναι ασφαλείς. Αλλά προτού φτάσουν εκεί πρέπει να περάσουν από θάλασσες και λιμάνια, ενώ οι κυνηγοί τους δεν έχουν πάψει να τους καταδιώκουν, έχοντας στη διάθεσή τους μυστηριώδεις τρόπους για να τους ανιχνεύουν και μπορώντας να ζητήσουν βοήθεια ακόμα κι από έναν παλιό εχθρό του Γεώργιου – έναν υπόγειο δολοφόνο που έχει καλό λόγο να μισεί θανάσιμα τον Οφιομαχητή...
...ενώ, πριν από μερικά χρόνια, στη Σκιάπολη της Ιχθυδάτιας – την πόλη που συγκεντρώνει, ίσως, τους περισσότερους κουρσάρους και όπου ο νόμος ισοδυναμεί με τα καπρίτσια των Τριών που τη διοικούν – ένα πειρατικό μάτι βρίσκεται παγιδευμένο μέσα στον Οίκο της Ανεμώνης... ή, μάλλον, οι διώκτες του βρίσκονται παγιδευμένοι, και το αίμα τους βάφει τα πατώματα και τους τοίχους του χαμαιτυπείου, προτού ο παράξενος μαυρόδερμος άντρας που ποτέ δεν βλεφαρίζει αναζητήσει να βρει ποιος τον πρόδωσε και πάει να τον επισκεφτεί για να στείλει όλα τα δηλητήρια της Έχιδνας μέσα του... και να γίνει από τους πιο τρομερούς κουρσάρους της Ιχθυδάτιας.
Δύο συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας, η Βαθμιδωτή και η Επίστρωτη, βρίσκονται από χρόνια σε μια κατάσταση οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η μία συμπληρώνει την άλλη. Η Βαθμιδωτή παράγοντας, αποκλειστικά και μόνο, τεχνικούς εξοπλισμούς. Η Επίστρωτη παράγοντας τρόφιμα. Και καμιά από τις δυο συνοικίες δεν διανοείται να αλλάξει τον ρυθμό της ζωής των πολιτών της.
Μια μυστηριώδης γυναίκα με το όνομα Κορίνα παρουσιάζεται στην Επίστρωτη και μιλά με τους Εχθρούς του Πρωινού, τη μεγαλύτερη και χειρότερη συμμορία της συνοικίας, που είναι ο φόβος κι ο τρόμος των πολιτών αλλά και της αστυνομίας. Η Κορίνα προθυμοποιείται να τους βοηθήσει σ’ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο: να κλέψουν χρήματα κατευθείαν από το κεντρικό θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας των Τεσσάρων.
Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο που έχει η Κορίνα στο μυαλό της.
Πολύ σύντομα, τα πράγματα αρχίζουν ν’αλλάζουν για τις δύο συνοικίες καθώς οι ισορροπίες θρυμματίζονται...
Το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης αρχίζει!
Μετά από τον διωγμό των δυνάμεων της Παντοκράτειρας, οι υλικές ζημιές στη
διάσταση της Σεργήλης είναι πολλές, και η οικονομία της έχει δεχτεί σοβαρό
πλήγμα. Προκειμένου ολόκληρη η διάσταση να ορθοποδήσει, οι πολιτικοί της
αποφασίζουν να οργανώσουν το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, που θα φέρει
χρήματα από πολλές άλλες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος.
Οι ραλίστες που θα αγωνιστούν είναι όλοι ικανοί και έμπειροι στην οδήγηση –
ήρωες των τροχών και του τιμονιού. Ανάμεσά τους είναι και η Ελοντί Αλλόγνωμη, ή,
όπως πολλοί στη Σεργήλη τη γνωρίζουν από την παλιά της ζωή ως τραγουδίστρια, η
Έκπτωτη Ελοντί. Στο παρελθόν, σε μικρή ηλικία, ήταν δόκιμη για ιέρεια της
Αρτάλης όταν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας προσπαθούσαν ακόμα να εξαφανίσουν
τις γυναίκες που λάτρευαν αυτή τη θεά. Αργότερα, είχε μπει στους κόλπους της
Επανάστασης, αποζητώντας εκδίκηση. Τώρα, στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης,
το παρελθόν της Ελοντί θα συναντήσει το παρόν, κι εκείνη θ’ανακαλύψει
καινούργια, και ίσως τρομαχτικά, πράγματα για τον εαυτό της.
Ο Ζορδάμης, ένας παλιός εραστής της Έκπτωτης Ελοντί και δεινός ραλίστας,
συμμετέχει επίσης στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι, και έχει κάνει μια σκοτεινή και
δαιμονική συμφωνία για να βεβαιωθεί ότι θα νικήσει. Επειδή
πρέπει να νικήσει: μυστηριώδεις δυνάμεις του υπόκοσμου της Σεργήλης
βρίσκονται στο κατόπι του, και φαίνονται έτοιμες να τον αφανίσουν αν δεν τους
δώσει ό,τι τους χρωστά...
Στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, οι οδηγοί θα τρέξουν επάνω σε
αιωρούμενες ράμπες, επάνω σε δύσκολα εδάφη, μέσα στους άγριους δασότοπους
Φέρνιλγκαν, μέσα στις καυτές ερήμους της Σεργήλης, μέσα σε παγωμένα βουνά, ακόμα
και μέσα σε μια παράξενη ενδοδιάσταση με πράσινο ουρανό και κόκκινο ήλιο...
Η Σεργήλη έχει απελευθερωθεί από τους Παντοκρατορικούς· οι κάτοικοί της
μπορούν ξανά να λατρεύουν όποιους θεούς θέλουν. Η θρησκεία της Αρτάλης έχει
αναβιώσει. Η Αριστέα, μια από τις ιέρειές της, καταφέρνει να λάβει χρηματοδότηση
από την Πολιτειάρχη της Μέλβερηθ για την οικοδόμηση ενός καινούργιου ναού στα
άκρα της εν λόγω μεγαλούπολης. Αλλά σύντομα ανακαλύπτει ότι το χρηματικό δεν
είναι το μόνο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει. Οι Ανατολικοί Φρουροί, μια νέα
συμμορία που καταδυναστεύει τις ακροανατολικές συνοικίες της Μέλβερηθ, ζητούν
λεφτά για την προστασία του ναού – «προστασία» από την ίδια τη συμμορία, στην
πραγματικότητα. Η Αριστέα, αρνούμενη να πληρώσει, θα βρεθεί σε σύγκρουση μαζί
τους. Ευτυχώς, στο πλευρό της είναι ο Βασνάρος, ο Αγωνιστής των Δρόμων – γνωστός
και ως Τρελός Λύκος της Μέλβερηθ, κατά την περίοδο της κυριαρχίας των
Παντοκρατορικών.
Η Φάνρηβ, μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Μοργκιάνης, ήταν κάποτε, πριν
από χρόνια, ελεύθερη με δικό της πολίτευμα. Σήμερα, είναι ένα προτεκτοράτο του
Βασιλείου της Χάρνωθ. Ο λαός της είναι διαιρεμένος: μια μερίδα υποστηρίζει τη
Βασιλική Αντιπρόσωπο· μια μερίδα είναι με το μέρος του παλιού Φύλακα της Φάνρηβ,
που έρχεται με στρατό από τον βορρά για να την ελευθερώσει· και μια άλλη μερίδα
των πολιτών είναι αυτονομιστές, που δεν θέλουν ούτε τους Χαρνώθιους στην πόλη
τους ούτε την επιστροφή του Φύλακα.
Οι Αιρετοί της Φάνρηβ είναι διαιρεμένοι όπως και ο λαός της, αποτελώντας
αντανάκλασή του.
Ο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ, Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της
Νάζρηβ, έρχεται από την πόλη του με ελικόπτερο προς τη Φάνρηβ, καλεσμένος εκεί
από έναν παλιό του φίλο, τον Κασλάριν ωλ Μάρατεκ, Αιρετό της Συντεχνίας των
Αγροτών. Ο Κασλάριν πιστεύει πως έχει ένα σχέδιο για να σώσει τη Φάνρηβ προτού η
πόλη καταστραφεί από την οργή των αντίπαλων παρατάξεων. Και ζητά τη βοήθεια του
Άλφεντουρ, ο οποίος μπορεί να ασκήσει πιέσεις και στην Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, τη
Βασιλική Αντιπρόσωπο, και στο συμβούλιο των Αιρετών.
Όταν όμως ο Άλφεντουρ φτάνει στην πόλη, το κλίμα είναι ήδη έκρυθμο και, με
κάθε μέρα που περνά, χειροτερεύει. Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ προσπαθεί με όλους τους
τρόπους – και με τα ελεγχόμενα μέσα μαζικής πληροφόρησης της Φάνρηβ – να
επηρεάσει τον λαό ώστε να τον τραβήξει με το μέρος του Βασιλείου της Χάρνωθ. Οι
υποστηρικτές του Φύλακα, που έρχεται με στρατό από τα βόρεια, πασχίζουν να
φέρουν τον κόσμο με τη δική τους πλευρά, ενώ αποφεύγουν και χτυπάνε τους
ανθρώπους των Χαρνώθιων. Και οι αυτονομιστές είναι εναντίον όλων, γεμίζοντας
τους δρόμους της πόλης με συνθήματα και απρόσμενες εκρήξεις.
Αλλά στη Φάνρηβ οι πιο επικίνδυνες ενέργειες γίνονται στα παρασκήνια. Σκιερές
μορφές στοιχειώνουν την Πόλη της Αέναης Νύχτας. Προδότες σχεδιάζουν πολιτικές
δολοφονίες. Κατάσκοποι παρακολουθούν κάθε κίνηση. Αδέλφια χάνουν την εμπιστοσύνη
που έχουν μεταξύ τους. Οι πάντες είναι ύποπτοι για τα πάντα.
Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος επιστρέφει στην πατρίδα του, την Απολλώνια, όπου
σύντομα ανακαλύπτει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα είχε αφήσει. Κάποια
μυστηριώδης, σκοτεινή οργάνωση έχει απλώσει τα δίχτυα της μέσα στο Βασίλειο, και
φημολογείται, ψιθυριστά, ότι ακόμα κι ο αδελφός του Ανδρόνικου, ο Πρίγκιπας
Λούσιος, είναι αναμιγμένος σ’αυτήν.
Ο Ανδρόνικος θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, και θα χρειαστεί να
ζητήσει βοήθεια ακόμα κι από τους επαναστάτες άλλων διαστάσεων· διότι μέσα στην
ίδια του την πατρίδα κανένας δεν φαίνεται πλέον να μπορεί να θεωρηθεί
αξιόπιστος…
Εν τω μεταξύ, οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας έρχονται από το Βόρειο Μέτωπο,
φέρνοντας έναν από τους πιο καταστροφικούς πολέμους στο Γνωστό Σύμπαν· ενώ από
τα νότια της διάστασης τερατουργήματα επιτίθενται από την Απολεσθείσα Γη,
μαστίζοντας το Βασίλειο σαν προαιώνια κατάρα.
Στην Απολλώνια, μια από καιρό πολιορκημένη διάσταση, τα πράγματα έχουν
αρχίσει να ξεφεύγουν από τον έλεγχο…
Η Αγγελική, μια φίλη της Παντοκράτειρας, βρίσκεται δολοφονημένη στη σουίτα
ενός ξενοδοχείου, με μυστηριώδεις τομές επάνω στο σώμα της. Ο εραστής της,
Ταγματάρχης Στίβεν Νέλκος, παρότι ήταν μαζί της εκείνη τη βραδιά, μοιάζει να
έχει πλήρη άγνοια του τι συνέβη. Και οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας δεν
καταφέρνουν να ανακαλύψουν τίποτα.
Η Ρία-Μία, η Αρχιέρεια του Κρόνου, προτείνει στην Παντοκράτειρα έναν ιδιωτικό
ερευνητή, τον Φέλιξ Χάρλω, ο οποίος ίσως θα μπορούσε να βρει τον δολοφόνο.
Ωστόσο, ακόμα κι αυτός σύντομα θα συνειδητοποιήσει πως η περίπτωση είναι
εξαιρετικά περίπλοκη και δυσεπίλυτη, και οι δυνάμεις που είναι αναμιγμένες
ξεπερνούν τη δικαιοδοσία του αλλά και τις ικανότητες του μυαλού του...
Ένας ξεχασμένος κόσμος, μια διάσταση απομονωμένη από το υπόλοιπο σύμπαν.
Ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος – ένα
ρήγμα – σπάζει το στάσιμο πλέγμα της πραγματικότητάς του. Κι από εκεί,
έρχεται ένας μεγάλος προφήτης που θα αλλάξει τη ροή της ιστορίας του για
πάντα...
Ο Τάμπριελ, κάποτε σύζυγος της Παντοκράτειρας και μάγος του τάγματος των
Δεσμοφυλάκων, καταλήγει σαν ναυαγός σε μια διάσταση ανέγνωρη για εκείνον. Ένα
μέρος όπου κανένας δεν μιλά καμια γνωστή του γλώσσα. Μέσα στο μυαλό του, όμως,
παράδοξα, υπάρχουν εικόνες από αυτόν τον απομονωμένο κόσμο: και ο Τάμπριελ
συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να βρίσκεται τυχαία εδώ...
Μαζί του είναι η Ανταρλίδα, μια από τις Μαύρες Δράκαινες της Παντοκράτειρας
οι οποίες πλέον υπηρετούν την Επανάσταση εναντίον της. Ούτε εκείνη έχει ποτέ
ξανά δει ή ακούσει γι’αυτό τον κόσμο. Αλλά τώρα που οι δυο τους βρίσκονται εδώ,
σ’ένα ξένο, εχθρικό περιβάλλον, πρέπει να μάθουν να επιβιώνουν ώστε να
ξεκλειδώσουν τα μυστικά της διάστασης που θα τους δώσουν πρόσβαση στο Γνωστό
Σύμπαν, από το οποίο ήρθαν.
Παράξενα ανοίγματα παρουσιάζονται στη Χάρνταβελ: τρύπες επάνω στα ίδια τα
τοιχώματα της πραγματικότητάς της. Από μέσα τους διακρίνεται μια άλλη
πραγματικότητα, και πλάσματα έρχονται από εκεί τα οποία δεν έχουν ξαναβαδίσει
ποτέ στη Χάρνταβελ.
Οι Παντοκρατορικοί που ελέγχουν την εν λόγω διάσταση προσπαθούν να ερευνήσουν
το φαινόμενο, η συχνότητα εμφάνισης του οποίου δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται με
ανησυχητικό ρυθμό. Η Αρίνη’σαρ, μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών και σύζυγος
του Παντοκρατορικού Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ, έχει αναλάβει να ανακαλύψει τι
συμβαίνει, συναντώντας πολλά εμπόδια στον δρόμο της.
Αλλά και ο Ανδρόνικος, ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, ενδιαφέρεται για το
μυστηριώδες φαινόμενο γιατί η Χάρνταβελ συνδέεται άμεσα με τη δική του διάσταση,
την Απολλώνια. Οργανώνει μια αποστολή για να το ερευνήσει, και αναζητά τους
σωστούς ανθρώπους. Προσπαθεί να πείσει τον Γεράρδο να επιστρέψει στη Χάρνταβελ,
η οποία ήταν κάποτε πατρίδα του.
Ο Γεράρδος, όμως, είναι διστακτικός, επειδή είχε τους λόγους του που έφυγε
πριν από χρόνια. Ήταν ένας από τους ιερείς της Χάρνταβελ, που δεν μπορούν ποτέ
να την εγκαταλείψουν, καθώς αυτό σημαίνει τον θάνατό τους από μια δαιμονική
ακατονόμαστη δύναμη που κρύβεται μέσα τους. Αλλά ο Γεράρδος έχει επιβιώσει·
φεύγοντας από τη Χάρνταβελ νομίζει πως κατόρθωσε τελικά να διαλύσει το Εσώτερο
Θηρίο. Μπορεί, όμως, να είναι σίγουρος ότι αυτό δεν θα εμφανιστεί και πάλι εντός
του όταν ξαναγυρίσει στη Χάρνταβελ; Και είναι πρόθυμος να το ριψοκινδυνέψει για
να μάθει;
Η επιστροφή στην πατρίδα του μπορεί να τον φέρει σε σύγκρουση όχι μόνο με το
ιερατείο εκεί, αλλά και με μια δύναμη πιο διαβολική και εξαπλωμένη απ’ό,τι
μπορούσε ποτέ να φανταστεί.
Και, φυσικά, είναι και οι Παντοκρατορικοί στη Χάρνταβελ...
Μετά τη διάλυση της Συμπαντικής Παντοκρατορίας,
ληστές και κακούργοι λυμαίνονται τα άγρια εδάφη της Φεηνάρκια:
απομεινάρηδες των στρατών της Παντοκράτειρας αλλά και γηγενείς που
προσπαθούν να επωφεληθούν από την κατάσταση. Όταν ένας έμπορος από τη
Χόλκεραλ, ο Καντάρφιλ, δέχεται επίθεση από τους ληστές της Σαρντίκα-Νοθ,
μια ομάδα μισθοφόρων έρχεται απρόσμενα προς βοήθειά του για να τρέψει
τους ληστές σε φυγή. Σύντομα όμως ο Καντάρφιλ μαθαίνει πως οι σωτήρες
του είναι κι αυτοί πρώην Παντοκρατορικοί, όπως η Σαρντίκα-Νοθ.
Ονομάζονται Ζωντανοί-Νεκροί, και αρχηγός τους είναι ο Ζαώρδιλ ο
Σκοτωμένος – ένας άνθρωπος που κανονικά θα έπρεπε να είναι νεκρός. Δεν
έσωσαν, όμως, τον έμπορο από τη Σαρντίκα-Νοθ για να τον ληστέψουν οι
ίδιοι· αντιθέτως, τον καθοδηγούν ώστε να φτάσει, μέσω επικίνδυνων
ορεινών περασμάτων, στον προορισμό του: την πόλη της Νασόλκαθ. Εκεί, ο
Ζαώρδιλ ελπίζει να βρει περισσότερες δουλειές για τους μισθοφόρους του,
αλλά ανακαλύπτει πως οι φήμες κυκλοφορούν γρήγορα και είναι πολλοί που
ακόμα έχουν έντονο μίσος για όσους κάποτε υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα.
Ωστόσο, υπάρχει και μια γυναίκα – πρώην Παντοκρατορική κι η ίδια – που
επιδιώκει συμμαχία, αν και σκιερή. Και ο Ηγεμόνας της Νασόλκαθ σύντομα
ετοιμάζεται για πόλεμο εναντίον ληστών, και συγκεντρώνει στρατό από
μισθοφόρους κάθε είδους…
Μια επανάσταση ξεκινά, αρχικά περιορισμένη αλλά δυνατή, και σύντομα εξαπλώνεται σαν φωτιά ανεξέλεγκτη. Μια κρυφή δύναμη τη θρέφει από τις σκιές της Πόλης. Εδραιωμένες πλουτοκρατίες καταρρέουν· οι πολιτάρχες της Ρελκάμνια ανησυχούν. Τρόμος και αναστάτωση απλώνονται γύρω από τον Ριγοπόταμο, καθώς προβλέπουν πόλεμο.
Ένας μεγάλος ηγέτης έχει εμφανιστεί και η Πόλη φαίνεται να ζητά το αντίβαρό του – έναν άνθρωπο από συνοικίες αρκετά μακρινές. Εχθρικές δυνάμεις τον θέλουν νεκρό, αλλά μυστηριώδεις συμπτώσεις έρχονται για να τον συντρέξουν. Μισθοφόροι και μαχητές κατευθύνονται προς το επίκεντρο του επικείμενου πολέμου.
Δύο Θυγατέρες της Πόλης αναζητούν ένα πολύτιμο κόσμημα που έκλεψε μια Αδελφή τους – ένα αινιγματικό κατασκεύασμα μιας αρχαίας Θυγατέρας που μπορεί να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στα λάθος χέρια.
Συμμορίες ξεσηκώνονται παντού, ακούγοντας το όνομα του Αλυσοδεμένου Ποιητή που έσπασε τις αλυσίδες του. Καιροσκόποι και πολεμοκάπηλοι πιστεύουν ότι έχουν κάτι να κερδίσουν. Παλιά καθεστώτα γκρεμίζονται, καινούργια παίρνουν τη θέση τους – καλύτερα ή χειρότερα;
Ένας ξεχασμένος χώρος ανοίγει, ξερνώντας πανωλεθρία και δαίμονες από άλλους χρόνους, τραυματίζοντας την Πόλη και φέρνοντας θλίψη στους κατοίκους της.
Οι Νομάδες των Δρόμων ταξιδεύουν στις οδούς και τις λεωφόρους της Ατέρμονης Πολιτείας, καθοδηγούμενοι από την Κυρά τους. Βαδίζοντας, πάντοτε βαδίζοντας. Προσελκύοντας κι άλλους από τις συνοικίες που περνούν. Ένα υπέροχο, μαγευτικό ταξίδι γι’αυτούς, το οποίο τους αποκαλύπτει ολοένα και περισσότερα μυστήρια της Πόλης· αλλά δεν θα αργήσει να τους βάλει και σε τρομερά προβλήματα. Θα βρεθούν ακόμα και στο έλεος αμφιλεγόμενων δυνάμεων ενώ θα θεωρούν τους εαυτούς τους, για πρώτη φορά, χαμένους μέσα στη Ρελκάμνια.
Μια εποχή μεγάλων αλλαγών, από τον Ριγοπόταμο ώς την Ανακτορική Συνοικία...
Swords and Deviltry· Swords Against Deathτου Fritz Leiber
Έχω δύο ανθολογίες που περιλαμβάνουν, συνολικά, όλες τις ιστορίες του Fritz Leiber με τον Fafhrd και τον Gray Mouser. Παλιότερα, είχα διαβάσει μια ιστορία από τη δεύτερη ανθολογία· δεν θυμάμαι ποια ακριβώς, αλλά θυμάμαι ότι μου άρεσε. Τώρα, αποφάσισα να διαβάσω και τις δύο ανθολογίες, ξεκινώντας από την πρώτη, κανονικά.
Έχω ακούσει πολλά για τον Fritz Leiber, ειδικά για τις ιστορίες του με τον Fafhrd και τον Gray Mouser στην Lankhmar, και μάλιστα από διάφορους γνωστούς συγγραφείς (όπως Moorcock, για παράδειγμα). Οι περισσότεροι φαίνεται να τον θαυμάζουν: ίσως να τον θεωρούν και κάτι το ιδιαίτερο. Αυτό είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό μου μια κάποια εντύπωση για τον Leiber η οποία δεν βγήκε πραγματική, δυστυχώς. Δεν απογοητεύτηκα ακριβώς από όσα που έχω διαβάσει ώς τώρα, αλλά δεν ήταν και εκείνο που περίμενα. Περίμενα κάτι που θα με συνεπάρει και θα με ξαφνιάσει όπως το Amber του Zelazny· όμως δεν είναι τέτοιο πράγμα. Όχι για εμένα, τουλάχιστον.
Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει τα πρώτα δύο βιβλία – το Swords and Deviltry και το Swords Against Death – δηλαδή, τη μισή πρώτη ανθολογία. Αυτά τα δύο βιβλία, φυσικά, περιλαμβάνουν διάφορες ιστορίες, διάφορες περιπέτειες του Fafhrd και του Mouser. Μην ξεχνάτε ότι ο Leiber έγραφε για περιοδικά, οπότε υποχρεωτικά οι ιστορίες είναι μικρού μήκους η καθεμία· όμως είναι πολλές. Και εδώ δεν είναι τοποθετημένες με τη σειρά που τις έγραψε ο Leiber, αλλά με την ιστορική τους συνέχεια – έτσι όπως ο Leiber τις κατέταξε ύστερα από χρόνια. Οι ιστορίες, όμως, που είχε γράψει παλιότερα διαφέρουν αρκετά από τις νεότερες – και το καταλαβαίνεις εύκολα ότι γράφτηκαν πριν. Αυτές οι παλιότερες ιστορίες είναι απλές περιπέτειες όπου δυο τυχοδιωκτικοί ήρωες συναντούν κάτι παράξενα ή επικίνδυνο, ή και τα δύο μαζί, και κάπως το προσπερνάνε ή το κατατροπώνουν, και συνεχίζουν τον δρόμο τους, πηγαίνοντας σε άλλες περιπέτειες. Οι νεότερες ιστορίες μοιάζει να έχουν περισσότερο υπόβαθρο και να ασχολούνται πιο πολύ με τον κόσμο γύρω από τους ήρωές μας, καθώς και με το ποιοι πραγματικά είναι αυτοί, και τι θέλουν. Γενικά, είναι πιο γεμάτες, ας πούμε, από πληροφορίες. Οι δύο πρώτες ιστορίες, δε, στο Swords and Deviltry είναι ξεκάθαρα ιστορικό υπόβαθρο του Fafhrd και του Mouser· και είναι και οι δύο αρκετά καλές. Προσωπικά, προτιμώ αυτή του Mouser: είναι τρομερά διαβολική και ατμοσφαιρική. Αυτή του Fafhrd είναι... έτσι κι έτσι· και νομίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να την ονομάσει ακόμα και «μισογύνικη» με όλες αυτές τις «καταπιεστικές γυναίκες-μάγισσες» της φυλής του Fafhrd· αλλά δεν πιστεύω ότι η πρόθεση του συγγραφέα ήταν τέτοια.
Το γεγονός, όμως, ότι μπλέκει ιστορίες που έγραψε παλιότερα με ιστορίες που έγραψε μετά δημιουργεί κάποια κενά, ίσως και κακώς εννοούμενες παραδοξότητες. Αν και καταφέρνει αρκετά καλά να συνδέσει μεταξύ τους όλες αυτές τις ιστορίες που έγραψε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σου δίνεται η εντύπωση ότι μερικά πράγματα δεν δένουν ακριβώς. Και το πιο χτυπητό είναι ότι στην πρώτη ιστορία με τον Gray Mouser – αυτή την ιστορία που μου άρεσε πάρα πολύ – ο Mouser είναι μάγος, και κάνει μάλιστα κάποιες πολύ διαβολικές και ισχυρές μαγείες. Στις επόμενες ιστορίες, ωστόσο, δεν φαίνεται ο Mouser να έχει καμία μαγική γνώση! Πώς είναι δυνατόν αυτό; Εγώ περίμενα ότι κάπου και στις επόμενες περιπέτειες ο Mouser θα έκανε κάτι το μαγικό. Μετά από δύο ολόκληρα βιβλία, όμως, δεν έχει κάνει τίποτα...
Ένα πράγμα που μου άρεσε σε όλες αυτές τις ιστορίες των δύο φίλων μας είναι ότι είναι παράξενες και σχετικά ασυνήθιστες για το είδος τους. Έχουν κάτι το ιδιόρρυθμο. Μοιάζουν να έχουν βγει από ένα μυαλό που δεν σκέφτεται συμβατικά, δεν πάει από την πεπατημένη. Και αυτό είναι ωραίο. Βλέπεις διάφορες παραδοξότητες και εκκεντρικότητες. Ωστόσο, δεν συνάντησα κάτι μέχρι στιγμής που να με εκπλήξει τρομερά, κάποια ιδέα που να τη θεωρήσω κορυφαία. Τα πράγματα δεν είναι κοινότοπα, σίγουρα, αλλά δεν είναι και τίποτα το εκπληκτικό.
Το ίδιο ισχύει και για τους ίδιους τους χαρακτήρες. Ο Fafhrd και ο Mouser δεν είναι οι τυπικοί ήρωες ηρωικής φαντασίας, αλλά δεν αισθάνθηκα να με μαγεύουν κιόλας. Δεν είδα κάτι τοπολύ ιδιαίτερο σ’αυτούς. Είναι η κλασική περίπτωση που ο ένας ήρωας είναι έξυπνος και σβέλτος (Mouser) ενώ ο άλλος είναι μεγαλόσωμος και δυνατός (Fafhrd) – αν και όχι μόνο αυτό: ο Fafhrd είναι, επίσης, skald (αοιδός, τραγουδιστής, βάρδος) και αρκετά φιλοσοφημένος τύπος. Ωστόσο, κυρίως ως συνηθισμένος τυχοδιώκτης-βάρβαρος με σπαθί δρα. Είναι, κατά βάση, στερεοτυπικοί χαρακτήρες, απλώς ξεφεύγουν κάπως από τα πολύ κοινά στερεότυπα. Και μιλάνε μεταξύ τους μ’έναν τρόπο που... δεν ξέρω πώς να τον χαρακτηρίσω, αλλά δεν νομίζω ότι τέτοιοι άνθρωποι θα μιλούσαν τόσο εκλεπτυσμένα και ιδιόρρυθμα μεταξύ τους. Είναι σαν να μιλάνε συγγραφείς και ποιητές, όχι δύο κλέφτες και αλήτες (όπως παρουσιάζονται μέσα στις ιστορίες). Και αυτό έχει, κυρίως, να κάνει με την ίδια τη γραφή του Leiber.
Η γραφή του είναι, ομολογουμένως, λογοτεχνική, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι μου αρέσει και τόσο. Χρησιμοποιεί εξεζητημένες λέξεις και πολύ μεγάλες και μπλεγμένες προτάσεις. Αρκετές φορές δεν καταλάβαινα τι έλεγε· γύριζα πίσω και το ξαναδιάβαζα, και σκεφτόμουν: Α, αυτό λέει; Ε, και δεν μπορούσε να το πει πιο απλά; Ποιος ο λόγος για τόση πολυπλοκότητα στον λόγο; Σου δίνει την εντύπωση ότι εσκεμμένα ψάχνει να βρει τον πιο δυσνόητο τρόπο για να πει κάτι.
Και αυτό περνά και στους διαλόγους των χαρακτήρων του! Το οποίο είναι παράλογο, γιατί οι άνθρωποι συνήθως δεν έχουν λόγο να μιλάνε έτσι.
Είμαι διχασμένος σχετικά με το αν μου αρέσει η γραφή του Leiber. Αναμφίβολα, έχει κάτι το λογοτεχνικό και το ιδιόρρυθμο. Αλλά, πραγματικά, έχει αυτό κάποια τρομερή αξία αν είναι, συγχρόνως, δυσνόητο; Η μαγκιά (για να το πούμε απλά) είναι να είσαι και λογοτεχνικός και ευνόητος. Το να γράφεις συνεχώς πελώριες, μπλεγμένες προτάσεις γεμάτες εξεζητημένες λέξεις και φρασεολογίες τι ακριβώς εξυπηρετεί; Να δημιουργήσει μια κάποια ατμόσφαιρα; Ίσως. Αλλά τι είδους ατμόσφαιρα είναι αυτή, όταν δεν γίνεσαι κατανοητός;
Από την άλλη, πιστεύω πως ο Leiber ίσως και να ξεχωρίζει ακριβώς γι’αυτό τον τρόπο που γράφει. Ορισμένες ιστορίες εκεί μέσα ίσως – ίσως· δεν είμαι σίγουρος – να έχαναν κάτι αν ήταν γραμμένες με πιο απλό τρόπο.
Ο Leiber δίνει την εντύπωση του λογοτεχνικού συγγραφέα επειδή γράφει έτσι περίπλοκα και εξεζητημένα· και την εντύπωση του ιδιόρρυθμου συγγραφέα επειδή οι ιστορίες του δεν είναι συνηθισμένες γι’αυτό που είναι: είναι ιδιότροπες, παράξενες. Και νομίζω ότι έτσι έχει δημιουργηθεί η φήμη του.
Αν κοιτάξεις λίγο πιο προσεχτικά, όμως, όλες αυτές τις ιστορίες του Fafhrd και του Mouser, αγνοώντας την περίπλοκη γραφή, σκεπτόμενος απλά τι είναι η υπόθεση που διαβάζεις, δεν σε εντυπωσιάζουν και τόσο.
Χωρίς αυτό να πει ότι δεν μου άρεσαν κιόλας· τώρα διαβάζω το Swords in the Mist, το επόμενο βιβλίο.
Αξιοσημείωτο, δε, είναι ότι αυτές οι ιστορίες είναι, από τη μια, σαν μύθος – σαν παραμύθι σχεδόν – αλλά, από την άλλη, ρεαλιστικές και βρόμικες. Μπορεί να σου περιγράφει τη λέρα μερικών κλεφτών στη Lankhmar και μετά να συμβαίνουν κάτι πράγματα τελείως εξωφρενικά, που δεν έχουν καμία ρεαλιστική βάση. Σε μια ιστορία ο Mouser πάει να κλέψει τη Μάσκα του Θανάτου, από τον ίδιο τον Θάνατο. Ναι, ακριβώς σαν να διάβαζες παραμύθι τύπου «Μια φορά κι έναν καιρό»! Πήγε εκεί, έκανε ο τάδε, γύρισε. Αυτά. Και μετά, είμαστε σε μια βρόμικη πόλη γεμάτη λεχρίτες και ανώμαλους...
Αυτά είναι αληθινά παράξενα και ιδιόρρυθμα πράγματα, που δεν τα συναντάς παντού στη φανταστική λογοτεχνία.
Οι ιστορίες, όμως, είναι κατά βάση περιπέτειες για adventurers – μια λέξη που στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί, στο 90% της, ως τυχοδιώκτες. Και λέω «στο 90%» γιατί τυχοδιώκτης είναι αυτός που αναζητά την τύχη του. Στις περισσότερες περιπτώσεις αποδίδει σωστά το adventurer, αλλά όχι σε όλες. Διότι adventurer είναι εκείνος που αναζητά γενικά περιπέτειες, όχι απαραίτητα την τύχη του. Το αναζητώ την τύχη μου σημαίνει ότι θέλω κάποιο όφελος – είτε χρήματα, είτε μια άλλη ζωή. Το αναζητώ περιπέτειες μπορεί να σημαίνει και ότι απλά είμαι παλαβός και γουστάρω περιπέτειες, χωρίς κανένα όφελος. Στην περίπτωση του Fafhrd και του Mouser θα έλεγα πως ταιριάζει η ελληνική λέξη τυχοδιώκτες καλύτερα, ίσως, από τη λέξη adventurers, γιατί πάντα επιδιώκουν κάποιο όφελος ή μια βελτίωση, ή αλλαγή, στη ζωή τους.
Ωστόσο, αυτού του τύπου ο τυχοδιώκτης έχει γίνει γνωστός κυρίως μέσα από τη φανταστική λογοτεχνία – και ακόμα περισσότερο μέσα από το παιχνίδι Dungeons & Dragons. (Και δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο που υπάρχει D&D Lankhmar, παρότι ουσιαστικά ο κόσμος του Nehwon δεν ταιριάζει καθόλου στα κλασικά δεδομένα του D&D.) Είναι ο τυχοδιώκτης που συνεχώς αναζητά, ή μπλέκεται σε, περίεργες περιπέτειες, και ποτέ δεν σταματά. Σπανίως, δε, είναι μισθοφόρος! Ο ίδιος ο Leiber γράφει (στην ιστορία The Circle Curse) για τους δύο φίλους μας: They never worked as cooks, clerks, carpenters, tree-fellers, or common servants and they never, never, never enlisted as mercenary soldiers — their service to Lithquil having been of a more personal nature.
Δηλαδή, ήταν... πραγματικοί τυχοδιώκτες. Ποτέ μισθοφόροι.
Αλλά αυτό δεν είναι και τόσο ρεαλιστικό για τα δεδομένα μιας εποχής όπως αυτή που βιώνουν – παρότι ο Leiber φημίζεται ότι γράφει για τους χαρακτήρες του σαν να είναι «αληθινοί άνθρωποι».
Σε τέτοιου τύπου φαντασόκοσμους υποτίθεται ότι είναι, κατά κάποιο τρόπο, υποδεέστερο να είναι κανείς μισθοφόρος, ή να κάνει μια συνηθισμένη δουλειά· αλλά, για κάποιο παράξενο λόγο, ο κλέφτης είναι ευγενές επάγγελμα! Όχι, όμως, και ο ληστής. Δεν είναι καλό να δέρνεις κόσμο και να του παίρνεις τα λεφτά. Αλλά το να κλέβεις «με τρόπο» είναι ευγενές, είναι έξυπνο, και σε κάνει ήρωα! Όπως και το να ψάχνεις για θησαυρούς και τα λοιπά.
Είναι κάπως αστείο· όμως ισχύει σε πολλές περιπτώσεις φανταστικών κόσμων. Ο ίδιος ο Leiber νομίζω πως, κάπου-κάπου, το χλευάζει, αυτοσαρκάζεται. Ακόμα και πολλά ονόματα σ’αυτές τις ιστορίες μοιάζουν εσκεμμένα αστεία. Σε τελική ανάλυση, τι όνομα είναι το Fafhrd, γαμώτο; Ή, πώς είναι δυνατόν η Lankhmar να λέγεται City of the Black Toga (Πόλη του Μαύρου Τήβεννου – ή της Μαύρης Χλαμύδας); Είμαστε σοβαροί; Νομίζω ότι εσκεμμένα υπάρχει κάποιο μαύρο χιούμορ σε όλ’ αυτά.
Όπως και νάχει, λέγαμε για τους τυχοδιώκτες... Οι τυχοδιώκτες, στην πραγματικότητα, σε τέτοιες εποχές, ήταν κάποιοι που έψαχναν την τύχη τους, ή ν’αλλάξουν τη ζωή τους, ή να γλιτώσουν τη ζωή τους. Έπιαναν όποια ακραία «δουλειά» τύχαινε: μπορεί να έκλεβαν για να ζήσουν (ή για να πλουτίσουν), ή να σκότωναν, ή να έκαναν τους φρουρούς, ή να γίνονταν ληστές, ή ακόμα και να έψαχναν για κανένα θησαυρό που τον είχε θάψει κάποιος πειρατής σε κάποια ξεχασμένη ακρογιαλιά. Οι περισσότεροι κατέληγαν νεκροί, ή τρομερά κακούργοι και άξεστοι. Δεν μιλούσαν ούτε εξεζητημένα μεταξύ τους, ούτε είχαν την πολυτέλεια να επιλέγουν να μην είναι μισθοφόροι. Και αυτό το λέω επειδή μου έκαναν εντύπωση όσα διάβασα σε σχέση με ό,τι είχα ακούσει για τον Leiber: ότι γράφει για τον Fafhrd και τον Mouser σαν να είναι πραγματικοί άνθρωποι. Εμένα δεν μου φάνηκε ακριβώς έτσι. Απλώς δεν είναι οι τυπικοί «καλοί» ήρωες: πάνε για το κέρδος, κλέβουν. Αλλά... είναι ήρωες, τελικά, και όλοι στη Lankhmar μιλάνε με σεβασμό γι’αυτούς σαν να είναι θρύλοι. Γιατί το να είσαι κλέφτης είναι αξιοσέβαστο επάγγελμα... αν είσαι, ξέρεις, εντάξει κλέφτης και «μορφή».
Οπότε, γενικά, δεν νομίζω ότι θυμίζουν πραγματικούς ανθρώπους σε πραγματικές καταστάσεις και πραγματικά περιβάλλοντα (ενώ, για παράδειγμα, ο Conan είναι πολύ πιο ρεαλιστικός τυχοδιώκτης – αν διαβάσεις τις αυθεντικές ιστορίες του R.E. Howard). Ωστόσο, έχουν σίγουρα κάτι το ιδιαίτερο και το ιδιόμορφο, όπως είπα και παραπάνω, και όπως ισχύει και για την ίδια τη γραφή του Leiber. Έτσι, όλα αυτά μένουν ως κάτι το «κλασικό» στη φανταστική λογοτεχνία: απλά και μόνο για την ιδιορρυθμία και την παραξενιά τους.