Είμαι τώρα σε περίοδο γενικών διορθώσεων – δηλαδή, διορθώνω βιβλίο από την αρχή. Αυτές οι διορθώσεις, οι δεύτερες, είναι πάντα οι λιγότερο σημαντικές – γιατί τα βασικά λάθη έχουν ήδη διορθωθεί σταδιακά καθώς γράφω – αλλά και οι πιο δύσκολες, γιατί είναι πραγματικά κουραστική η εστίαση της προσοχής επάνω σε λογοτεχνικές προτάσεις επί πολλές ώρες. Και υποχρεωτικά είναι πολλές οι ώρες γιατί τα βιβλία μου είναι συνήθως μεγάλα και θέλω να τα διορθώσω μέσα στο μήνα (παλιότερα, πιο γρήγορα· αλλά πλέον, στα γεράματα, έχω κι άλλες υποχρεώσεις, δυστυχώς, που πρέπει να αναλαμβάνω μέσα στην ημέρα).
Και πάντα – πάντα – πέφτω στους ίδιους λαβυρίνθους, σαν ποτέ να μη μπορώ να μάθω, ύστερα από τόσα χρόνια γραψίματος και διορθώσεων.
Υπάρχουν οι κακοί λαβύρινθοι – αυτός της ανίας· ή της παράξενης αίσθησης ότι «όλα είναι σκατά γραμμένα» επειδή κοιτάς τις προτάσεις από πολύ κοντά (ακόμα κι αν βλέπεις ότι είναι εντάξει μόλις πάρεις λίγη απόσταση)· ή της αίσθησης ότι διασχίζεις ένα βούρκο από λέξεις, ότι δεν προχωρά το πράγμα (και πρέπει απλώς να αλλάξεις νοοτροπία για να βρεις τον δρόμο σου).
Υπάρχουν, όμως, και οι καλοί λαβύρινθοι που είναι πραγματικά υπέροχοι. Πολλές φορές, όταν γράφεις (και επειδή πάντα γράφω χωρίς πολύ συγκεκριμένο διάγραμμα), βάζεις διάφορες σκηνές και καταστάσεις μέσα στην ιστορία, αλλά συγχρόνως αναρωτιέσαι αν κάνεις καλά που τις βάζεις εκεί, ή αν μήπως όλα είναι τελικά ξεκάρφωτα. Καθώς συνεχίζεις την ιστορία, όμως, βλέπεις ότι όλα έρχονται και δένουν με έναν τελείως μυστηριώδη, μαγικό ίσως, τρόπο. Σαν να το ήξερες από την αρχή. (Λειτουργία υποσυνείδητου; Τυχαίνει να πιστεύω ότι το «υποσυνείδητο» παραέχει γίνει κλισέ.) Όταν μετά διορθώνεις, τα βλέπεις όλα από την αρχή, και πολύ συχνά παθαίνεις την πλάκα σου. Διαβάζεις μια σκηνή που τότε αναρωτιόσουν αν δένει, αν θα έπρεπε να ήταν εκεί, και τώρα σου φαίνεται σχεδόν προφητική. Είναι τρομερή αίσθηση.
Επίσης μια άλλη τρομερή αίσθηση: Όταν πιάνεις την ιστορία από την αρχή ενώ ξέρεις το τέλος, τρως στη μάπα την υπέροχη σκέψη: Κοίτα από πού ξεκινήσαμε και πού καταλήξαμε! Και, έτσι όπως είναι τα περισσότερα βιβλία μου, πραγματικά ο δρόμος είναι πολύ μακρύς και γεμάτος παράξενες στροφές, και όντως μου φαίνεται – ακόμα και σ’εμένα, που το έχω γράψει, που το ξέρω καλά – τρομερή η διαφορά της αρχής σε σχέση με το τέλος.
Μια τρίτη καταπληκτική αίσθηση: Ορισμένες φορές γράφοντας μια σκηνή, ή μια κατάσταση, έχω την εντύπωση ότι ίσως να μην είναι και τόσο καλή. Μετά, πιάνω να κάνω γενικές διορθώσεις, και την ερωτεύομαι. Κι αναρωτιέμαι: Μα ήσουν παλαβός; Τι πρόβλημα είχες με αυτή τη φάση; Είναι γαμάτη. Και σημειωτέον: είμαι, γενικά, πολύ περίεργος και επικριτικός με τον εαυτό μου όταν διορθώνω. Προσπαθώ όλα να τα βλέπω σαν λάθη – αλλιώς δεν πρόκειται να βρεις κανένα λάθος – κι όμως συμβαίνουν αυτές οι ανέλπιστες καταστάσεις. Και παθαίνεις, ξανά, την πλάκα σου.
Γι’αυτά, για όλα τα παραπάνω, γράφουμε.
Ή, μάλλον, όχι μόνο για αυτά. Αυτά είναι απλώς ένα μικρό μέρος της όλης διαδικασίας. Ο περισσότερος κόσμος δεν το καταλαβαίνει· νομίζει ότι απλώς οι συγγραφείς (φαντασίας ή μη) είμαστε τρελοί. Αλλά, αν είμαστε τρελοί, είναι υπέροχη η τρέλα μας· και μακάρι να την είχαν κι αυτοί: καλό θα τους έκανε.
