Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
13 / 8 / 2022

Είχα ακούσει διάφορα για τον Θόνγκορ τον Βάρβαρο (ρίξτε μια ματιά γι’αυτόν στη Wikipedia· θεωρείται από τα κλασικά του είδους πλέον), και είπα πια να διαβάσω το πρώτο της σειράς: Thongor and the Wizard of Lemuria, που είναι, ουσιαστικά, η αναθεωρημένη έκδοση του παλιού The Wizard of Lemuria – δηλαδή, το ίδιο πράγμα κατά βάση, αλλά ο Lin Carter το είχε ξανακοιτάξει και είχε διορθώσει κάποια πράγματα.

Είναι αξιοσημείωτα καλογραμμένο, καθαρά από άποψη γραφής και μόνο. Διαβάζονται όμορφα οι προτάσεις του. Καλή σύνταξη, ωραία χρήση των λέξεων. Ξέρει να γράφει, σίγουρα.

Αλλά το βιβλίο είναι πνιγμένο στα κλισέ της παλιάς ηρωικής φαντασίας. Πνιγμένο, όμως. Ξεκινώντας από έναν βάρβαρο (τον Θόνγκορ) που είναι ξεκάθαρη αντιγραφή του Κόναν, προχωράς στα επόμενα κλισέ το ένα μετά το άλλο: γέρο-μάγος που οδηγεί τον ήρωα στο πεπρωμένο του, πριγκίπισσα που πρέπει να σωθεί, ανθρωποθυσίες σε σκοτεινούς θεούς, αρένες, μαγικό σπαθί που θα σώσει τον κόσμο, κακοί φιδάνθρωποι, και τα λοιπά. Έχοντας και μια ελαφριά χροιά από sword-and-planet, καθώς υπάρχει ένα ιπτάμενο πλοίο.

Τόσο τραγικά κλισέ... Από την πλοκή μέχρι τις τοποθεσίες, μέχρι τα πάντα.

Παραδόξως, διαβάζεται ευχάριστα... ώς το τέλος, δηλαδή. Έχει μια ροή που σε παρασέρνει, και ακόμα και τα κλισέ του είναι καλόγουστα. Ξέρεις, αυτές οι παλιές καλές εποχές, ναι, ναι... Αλλά, όταν φτάνεις στο τέλος, εκεί είναι απαίσιο το πράγμα. Δεν είναι καν spoiler αν σας πω ότι ο ήρωας απλά σηκώνει το σπαθί του, πετάει κεραυνούς αποδώ κι αποκεί, και διαλύει μέσα σε 1-2 σελίδες όλους τους κακούς φιδανθρώπους, ενώ τραγουδά ένα παλιό τραγούδι! Ένα παλιό τραγούδι, αν είναι δυνατόν! Και έτσι τελειώνει: σώζοντας τον κόσμο και σφυρίζοντας.

Θέλω να πω... εντάξει, θα περίμενες ότι στο τέλος θα υπήρχε, τουλάχιστον, μια κάποια πρόκληση για τον ήρωα, κάτι ενδιαφέρον...

Επειδή είμαι μαζοχιστής, σκέφτομαι να διαβάσω και τα επόμενα της σειράς. Ποτέ δεν ξέρεις.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]