Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
26 / 7 / 2020

Από το 2007 μέχρι το 2012 περίπου είχαμε παγκοσμίως ένα διαφορετικό Διαδίκτυο. Τότε, όλα στο Διαδίκτυο ήταν free, ήταν δωρεάν. Εννοείτο· δεν χρειαζόταν εξήγηση. Διαδίκτυο = δωρεάν. Οι συγγραφείς έδιναν τα βιβλία τους δωρεάν σε μορφή pdf και άλλες μορφές. Πολλοί εκδότες έκαναν το ίδιο. Είχα μαζέψει πολλά ηλεκτρονικά βιβλία από τότε.

Μετά, το Διαδίκτυο έφτασε μια «κρίσιμη μάζα», ένα critical mass· δηλαδή, άρχισε να έχει αρκετό κόσμο για να μπορεί να θεωρηθεί αγορά. Τουτέστιν, τους καρφώθηκε ότι τώρα μπορούσαν να πουλάνε μέσα από το Διαδίκτυο πράγματα χωρίς υλική μορφή – ηλεκτρονικά αρχεία: βιβλία, μουσική, βίντεο, εικόνα, οτιδήποτε. Σε αυτό συνέβαλε και η άνοδος των φορητών συσκευών: τώρα ο καθείς μπορούσε να έχει μία και ν’αγοράζει μόνο μ’ένα κλικ. Ο παράδεισος της ηλεκτρονικής αγοράς! Το Internet of Things, που λέγανε – μια ορολογία που τώρα έχει ψιλοξεχαστεί.

Και κάποιοι όντως έβγαλαν, και βγάζουν, χρήματα από το Internet of Things, είτε πουλώντας ηλεκτρονικά βιβλία, είτε μουσική, είτε ηλεκτρονικά σώβρακα. Και μπράβο τους, αφού μπορούν να μαζεύουν φράγκα έτσι.

Αλλά αυτά κυρίως για τη διεθνή αγορά.

Στην Ελλάδα δεν νομίζω ότι το Internet of Things έπιασε ποτέ. Εδώ ακόμα είμαστε, κατά βάση, στο παλιό Διαδίκτυο του Δωρεάν. Ναι μεν γίνονται περισσότερες αγορές μέσω Διαδικτύου απ’ό,τι παλιά, αλλά πόσες είναι για εγχώρια ηλεκτρονικά αντικείμενα; Δεν πιστεύω ότι είναι πολλές. Ο κόσμος απλά παραγγέλνει ό,τι θα παράγγελνε παλιά από το τηλέφωνο. Το Διαδίκτυο δεν είναι αγορά από μόνο του.

Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Για να είμαι ειλικρινής, προτιμούσα πολύ περισσότερο το Διαδίκτυο της Ελευθερίας από το Διαδίκτυο των Πραγμάτων. Γι’αυτό κιόλας δίνω όλα μου τα βιβλία δωρεάν.

Αλλά, ακόμα κι αν ήθελα να τα πουλάω σε ηλεκτρονική μορφή, δυστυχώς δεν θα είχε κανένα νόημα. Εδώ δεν υπάρχει το critical mass για να κάνεις πωλήσεις. Εντάξει, μπορεί να πουλούσα μερικά αρχεία (και μου φαίνεται αστείο, για να είμαι ειλικρινής, το να πουλάς ηλεκτρονικά αρχεία – κάτι το άυλο, ουσιαστικά) αλλά πόσα λεφτά θα έβγαζα από αυτό; Ένα ασήμαντο ποσό χωρίς νόημα. Το μόνο αποτέλεσμα που θα είχε θα ήταν τα βιβλία μου να διακινούνται λιγότερο.

Πώς το ξέρω αυτό, από τη στιγμή που δεν έχω δοκιμάσει να πουλήσω ηλεκτρονικά βιβλία; Από την κατάσταση της αγοράς γενικά, κατά πρώτον· και, κατά δεύτερον, από τις δωρεές που μου γίνονται. Είναι ελάχιστες. Ο Έλληνας δεν έχει μάθει να δίνει πέντε φράγκα από μόνος του σε κάποιον επειδή απολαμβάνει κάτι που αυτός τού προσφέρει χωρίς αντίτιμο. Δυστυχώς.

Αν η κίνηση ήταν αληθινά μεγαλύτερη στην Ελλάδα, αν ήταν αρκετή για να έχεις ηλεκτρονική αγορά βιβλίων, τότε λογικά θα έπαιρνα και ένα κάποιο αξιοσημείωτο πόσο από δωρεές και μόνο.

Μου έχουν, ομολογουμένως, γίνει κάποιες δωρεές που μπορούν να θεωρηθούν μεγάλες για τον δωρητή – πχ, 20 ευρώ, ή 60 ευρώ. Και ευχαριστώ όσους έχουν κάνει τέτοιες δωρεές· καταλαβαίνω ότι το ποσό δεν είναι μικρό για αυτούς. Ωστόσο, για εμένα, συνολικά, είναι ασήμαντο. Θα προτιμούσα, πολύ περισσότερο, να λάμβανα δωρεά 5 ευρώ από 250 άτομα παρά 50 ευρώ από ένα άτομο, μέσα σε έναν χρόνο. Γιατί, στο τέλος του χρόνου, στην πρώτη περίπτωση θα είχα 1.000 ευρώ – όχι κανένα τεράστιο ποσό, αλλά κάτι που μπορεί να φανεί χρήσιμο – ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχω 50 ευρώ... με τα οποία μπορείς να πάρεις τσιγάρα.

Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πραγματικά φριχτή για τους δημιουργούς που έχουν στόχο το κέρδος. Ευτυχώς, δεν είμαι ένας από αυτούς. Αν ήμουν, θα πουλούσα ηλεκτρονικά βιβλία γραμμένα στα αγγλικά, για να πιάνω μεγαλύτερο πιθανό κοινό. Αλλά δεν μ’αρέσει να γράφω στα αγγλικά, όπως έχω ξαναπεί και αλλού. Αληθινά μ’αρέσουν τα ελληνικά, τα έχω κάνει κτήμα μου ύστερα από τόσα χρόνια που γράφω σ’αυτά. Και δεν τα προτιμώ μόνο επειδή είναι η μητρική μου γλώσσα.

Όταν έχεις στόχο το κέρδος γράφοντας λογοτεχνία, μπορείς να κάνεις πολλούς πειραματισμούς, και ίσως τελικά κάτι να πιάσει και να καταφέρεις να βγάλεις μερικά φράγκα. Συνήθως, όμως, μέχρι να φτάσεις εκεί θα έχεις χάσει κάτι πολύ σημαντικότερο: τον αυθορμητισμό και τον ενθουσιασμό για αυτό που γράφεις. Γιατί θα έχεις αναγκαστεί να κάνεις συμβιβασμούς, ώστε να «ταιριάξεις» μέσα στην αγορά – είτε αυτό σημαίνει να γράφεις σε άλλη γλώσσα είτε να γράφεις κάτι άλλο από εκείνο που θα ήθελες να γράφεις.

Στο τέλος, λοιπόν, θα έχεις όντως πάρει μερικά λεφτά. Αλλά ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα τότε; Μ’αυτά τα λεφτά δεν μπορείς να αγοράσεις εκείνο που σου δίνει το να γράφεις λογοτεχνία κάθε μέρα ό,τι αληθινά γουστάρεις να γράψεις. Αυτό μόνο ένα πράγμα σ’το δίνει: η ίδια η διαδικασία. Και είναι από μόνο του κάτι το Πολύ Σημαντικό.

Γι’αυτό κιόλας ανέκαθεν πίστευα, και πιστεύω, ότι η λογοτεχνία θα έπρεπε να είναι δωρεάν. Όπως και πολλά άλλα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν δωρεάν, και είναι αξιοπερίεργο το γιατί δεν είναι. Πρόσφατα ανακάλυψα αυτό το πολύ ενδιαφέρον βίντεο, και ο κύριος που μιλά λέει σχεδόν ό,τι πιστεύω κι εγώ για το θέμα, σαν να έκλεψε τις σκέψεις μου.

Ο άλλος απατηλός σκοπός που μπορεί κάποιος δημιουργός να έχει στην Ελλάδα είναι η αναγνώριση. Διαφημίζεται ως κάτι το απίστευτα σημαντικό ενώ στην πραγματικότητα είναι μια εγωκεντρική παγίδα. Εκτός αυτού, είναι επίσης κάτι το καθαρά ελεγχόμενο από συγκεκριμένους κύκλους που, αν δεν είσαι μέσα σ’αυτούς και δεν παράγεις εκείνο που αυτοί θεωρούν σωστό, θα κάνουν πάντα ότι δεν σε γνωρίζουν, ακόμα κι αν όλοι οι άλλοι σε ξέρουν. Είναι η λογική της κλίκας. Η λογική του «Αν δεν περάσεις από τη δική μου έγκριση, αν δεν έχεις τη δική μου λογική, αν δεν υπακούς στη δική μου ιδεολογία – δεν υπάρχεις». Μια οριακά φασιστική λογική, κατά βάση.

Έχουμε φτάσει, λοιπόν, στο 2020 στην Ελλάδα, έχουμε φάει κορονοϊούς, οικονομικές κρίσεις, και άλλες μαλακίες στη μάπα – δεν έχουμε μάθει τίποτα από όλα αυτά – και συνεχίζουμε στα ίδια χάλια περίπου όπως πριν από πέντε, δέκα χρόνια. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για την τέχνη. Ο κόσμος βλέπει με καχυποψία οτιδήποτε το πρωτότυπο και το μη άμεσα γνωστό και mainstream. Οι δημιουργοί δεν βγάζουν φράγκο, εκτός από συγκεκριμένα γνωστά πρόσωπα που γράφουν, πχ, mainstream γλειφιτζούρια – κάτι ονόματα όπως Λαλάκης Καρπούζος και Δώρα Μέντα... Οι δημιουργοί, επιπλέον, δεν γνωρίζουν καμία αναγνώριση για το έργο τους, εκτός αν είναι μέσα σε κύκλους, κομματόσκυλα, βυσματωμένοι, ή ευνοούμενοι. Αξιοκρατία μηδέν – εννοείται.

Είναι ώρα για ένα hard reset εδώ πέρα. Από καιρό.

Χρειαζόμαστε αέρα. (Ναι, σαν εκείνο τον μαύρο που του πίεζαν το στήθος τρεις μπάτσοι πεσμένοι στην πλάτη του.)

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Swords and Deviltry· Swords Against Death, του Fritz Leiber


Έχω δύο ανθολογίες που περιλαμβάνουν, συνολικά, όλες τις ιστορίες του Fritz Leiber με τον Fafhrd και τον Gray Mouser. Παλιότερα, είχα διαβάσει μια ιστορία από τη δεύτερη ανθολογία· δεν θυμάμαι ποια ακριβώς, αλλά θυμάμαι ότι μου άρεσε. Τώρα, αποφάσισα να διαβάσω και τις δύο ανθολογίες, ξεκινώντας από την πρώτη, κανονικά.

Έχω ακούσει πολλά για τον Fritz Leiber, ειδικά για τις ιστορίες του με τον Fafhrd και τον Gray Mouser στην Lankhmar, και μάλιστα από διάφορους γνωστούς συγγραφείς (όπως Moorcock, για παράδειγμα). Οι περισσότεροι φαίνεται να τον θαυμάζουν: ίσως να τον θεωρούν και κάτι το ιδιαίτερο. Αυτό είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό μου μια κάποια εντύπωση για τον Leiber η οποία δεν βγήκε πραγματική, δυστυχώς. Δεν απογοητεύτηκα ακριβώς από όσα που έχω διαβάσει ώς τώρα, αλλά δεν ήταν και εκείνο που περίμενα. Περίμενα κάτι που θα με συνεπάρει και θα με ξαφνιάσει όπως το Amber του Zelazny· όμως δεν είναι τέτοιο πράγμα. Όχι για εμένα, τουλάχιστον.

Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει τα πρώτα δύο βιβλία – το Swords and Deviltry και το Swords Against Death – δηλαδή, τη μισή πρώτη ανθολογία. Αυτά τα δύο βιβλία, φυσικά, περιλαμβάνουν διάφορες ιστορίες, διάφορες περιπέτειες του Fafhrd και του Mouser. Μην ξεχνάτε ότι ο Leiber έγραφε για περιοδικά, οπότε υποχρεωτικά οι ιστορίες είναι μικρού μήκους η καθεμία· όμως είναι πολλές. Και εδώ δεν είναι τοποθετημένες με τη σειρά που τις έγραψε ο Leiber, αλλά με την ιστορική τους συνέχεια – έτσι όπως ο Leiber τις κατέταξε ύστερα από χρόνια. Οι ιστορίες, όμως, που είχε γράψει παλιότερα διαφέρουν αρκετά από τις νεότερες – και το καταλαβαίνεις εύκολα ότι γράφτηκαν πριν. Αυτές οι παλιότερες ιστορίες είναι απλές περιπέτειες όπου δυο τυχοδιωκτικοί ήρωες συναντούν κάτι παράξενα ή επικίνδυνο, ή και τα δύο μαζί, και κάπως το προσπερνάνε ή το κατατροπώνουν, και συνεχίζουν τον δρόμο τους, πηγαίνοντας σε άλλες περιπέτειες. Οι νεότερες ιστορίες μοιάζει να έχουν περισσότερο υπόβαθρο και να ασχολούνται πιο πολύ με τον κόσμο γύρω από τους ήρωές μας, καθώς και με το ποιοι πραγματικά είναι αυτοί, και τι θέλουν. Γενικά, είναι πιο γεμάτες, ας πούμε, από πληροφορίες. Οι δύο πρώτες ιστορίες, δε, στο Swords and Deviltry είναι ξεκάθαρα ιστορικό υπόβαθρο του Fafhrd και του Mouser· και είναι και οι δύο αρκετά καλές. Προσωπικά, προτιμώ αυτή του Mouser: είναι τρομερά διαβολική και ατμοσφαιρική. Αυτή του Fafhrd είναι... έτσι κι έτσι· και νομίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να την ονομάσει ακόμα και «μισογύνικη» με όλες αυτές τις «καταπιεστικές γυναίκες-μάγισσες» της φυλής του Fafhrd· αλλά δεν πιστεύω ότι η πρόθεση του συγγραφέα ήταν τέτοια.

Το γεγονός, όμως, ότι μπλέκει ιστορίες που έγραψε παλιότερα με ιστορίες που έγραψε μετά δημιουργεί κάποια κενά, ίσως και κακώς εννοούμενες παραδοξότητες. Αν και καταφέρνει αρκετά καλά να συνδέσει μεταξύ τους όλες αυτές τις ιστορίες που έγραψε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σου δίνεται η εντύπωση ότι μερικά πράγματα δεν δένουν ακριβώς. Και το πιο χτυπητό είναι ότι στην πρώτη ιστορία με τον Gray Mouser – αυτή την ιστορία που μου άρεσε πάρα πολύ – ο Mouser είναι μάγος, και κάνει μάλιστα κάποιες πολύ διαβολικές και ισχυρές μαγείες. Στις επόμενες ιστορίες, ωστόσο, δεν φαίνεται ο Mouser να έχει καμία μαγική γνώση! Πώς είναι δυνατόν αυτό; Εγώ περίμενα ότι κάπου και στις επόμενες περιπέτειες ο Mouser θα έκανε κάτι το μαγικό. Μετά από δύο ολόκληρα βιβλία, όμως, δεν έχει κάνει τίποτα...

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Σεπτεμβρίου (22/9)


Η «σατανική» Σταχτοπούτα του Netflix — Έξι Μέρες στον Luna One — Solarpunk πραγματικότητα — Η «κοσμική αμνησία» των μαύρων τρυπών — Το κρυφό περιοδικό επιστημονικής φαντασίας — Ιστορίες με λυκανθρώπους (1828-1931) — Οι παράξενες ιστορίες του Bertram Atkey — Ιστορίες με τρολ — Professor H's Wayback Machine — Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων της επιστημονικής φαντασίας — Εικονογραφήσεις του Harry Clarke για τα παραμύθια του Hans Christian Andersen — Paul Vincent Woodroffe (1875–1954) — Ντοκιμαντέρ για την επιστημονική φαντασία και άλλα σχετικά — 10 B-movies επιστημονικής φαντασίας — Symphonie Fantastique — Ένα παλιό βιβλίο «μεταμορφώσεων» — Η τέχνη του Eugene Tssui — Zendik Farm Arts Commune — King Gizzard & The Lizard Wizard — και πολύ περισσότερα έρχονται στο LinX

 

Το Σκοτάδι Γελά — Το Κλεμμένο Βασίλειο, Τόμος 2


Έχοντας πάρει την πόλη της Όσβελακ από τα χέρια των ανθρώπων της Σφετερίστριας, ο Πρίγκιπας Κάλνεντουρ ωλ Κάρνελεκ, η Κόμισσα Χάνκαθιρ αλ Νασόλντουν, και οι σύντροφοί τους βλέπουν ξεκάθαρα ότι ο πόλεμός τους για την ανάκτηση του Βασιλείου τώρα αρχίζει – ένας πόλεμος άμεσα συνδεδεμένος με την ίδια τους την επιβίωση. Στρέφουν το βλέμμα τους προς τη Βορσίραθ, στις Κάτω Ακτές, και επιδιώκουν να επιστρατεύσουν συμμάχους προκειμένου να αντιμετωπίσουν την απειλή που αντιπροσωπεύει.

Ο Κάλνεντουρ ταξιδεύει με τον Έλκερθιν τον Θανατογέννητο για να συναντήσει ένα χαμένο παιδί του και για να τον βοηθήσει να συγκεντρώσει μαχητές από τους παρανόμους του Βασιλείου... ένας από τους οποίους αποδεικνύεται παλιός γνωστός του Πρίγκιπα και του δίνει κάποιες απαντήσεις για το αινιγματικό παρελθόν του.

Η Λοτρίνθα ωλ Νάλδεκερ, μαζί με τον Ραμάλθιν αλ Ένερκαβ και τη Σιράλια’χοκ ωλ Κίριβεμ, οδηγείται στη γενέτειρά της από τον Αρχικαλεστή του Πεπρωμένου και τους ακόλουθούς του, όπου κίνδυνος καραδοκεί για εκείνη πίσω από κάθε σκιά. Ο πραγματικός κίνδυνος, όμως, που πρέπει να φοβάται δεν είναι αυτός που νομίζει...

Και η Χάνκαθιρ αλ Νασόλντουν, η Κόμισσα των Σκιών, ερευνά το παρελθόν της Κομητείας της προκειμένου να ανακαλύψει τα μυστικά των Σκοτεινών Ακόλουθων: και καταλήγει σε μέρη που δεν φανταζόταν ότι μπορεί να υπήρχαν.

Ενώ ο Πρίγκιπας Κάλνεντουρ και οι σύμμαχοί του παλεύουν για την απελευθέρωση του Βασιλείου από τα δεσμά της Ζώθμαλιρ αλ Μακμάρνουν, πίσω από τον αγώνα τους μια δύναμη που έχει τραφεί από το μίσος και την απόγνωση απλώνεται σαν μόλυνση που αποσκοπεί να τους καταστρέψει όλους...

Κατεβάστε το