Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
10 / 9 / 2020

Ξαπλωμένος σε έρημες παραλίες διανοήθηκα να διαβάσω William Gibson. To Count Zero, το οποίο είχα αρκετό καιρό υπόψη να διαβάσω αλλά όλο, για κάποιο λόγο, το ανέβαλλα. Εκτός των άλλων, το Neuromancer (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Νευρομάντης – αλλά εγώ το είχα διαβάσει στα αγγλικά) δεν μου είχε αρέσει και τόσο. Το έχω διαβάσει δυο φορές – μία φορά όταν ήμουν μικρός (που είχα καταλάβει ελάχιστα πράγματα) και μια φορά πριν από μερικά χρόνια. Το βασικό πρόβλημα αυτού του βιβλίου, για εμένα, είναι η συνεχής χρήση τεχνολογικών όρων που ο αναγνώστης πιθανώς να μη γνωρίζει καθώς και η χρήση μιας ειδικής τεχνοαργκό του ίδιου του συγγραφέα. Πολλές φορές δεν μπορείς να καταλάβεις για τι ακριβώς μιλάει. Είναι όχημα; Είναι οίκημα; Είναι συσκευή; Τι στο διάολο είναι; Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Κατά τα άλλα, έχει ομολογουμένως κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες που, σήμερα πλέον, μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν ρετροφουτουριστικές, υποθέτω. Ωστόσο, γενικά, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα ως μυθιστόρημα παρά τα όλα όσα ακούγονται γι’αυτο.

Το Count Zero το έχω σχεδόν τελειώσει· μερικές σελίδες απομένουν. Και μου άρεσε πολύ περισσότερο. Από την αρχή κιόλας. Μετά, είχε πάλι μια περίεργη τεχνοαργκό και κάτι τεχνικές ορολογίες, αλλά τις συνηθίζεις πολύ πιο εύκολα απ’ό,τι στο Neuromancer και βρίσκεις το ενδιαφέρον στην ιστορία και στους χαρακτήρες.

Το Count Zero υποτίθεται ότι είναι συνέχεια του Neuromancer, αλλά διαβάζεται άνετα και από μόνο του τελείως. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα τώρα από το Neuromancer, όμως δεν είχα πρόβλημα με το Count Zero. Απλά τα δύο αυτά βιβλία διαδραματίζονται στον ίδιο κόσμο – που είναι ο δικός μας α λα cyberpunk στο μέλλον-που-ποτέ-δεν-ήρθε.

Υπάρχουν άνθρωποι που χαρακτηρίζουν τον William Gibson «προφήτη». Πραγματικά δεν ξέρω αν συμφωνώ μ’αυτό, ή αν είναι τρελά υπερεκτιμημένος. Όμως το ύφος του σ’αυτό το βιβλίο μού άρεσε – απλό, άνετο, ποτέ δεν σταματάει να κινείται η ιστορία, έξυπνος διάλογος, χαρακτήρες που μοιάζουν ζωντανοί από την ίδια τους τη δραστηριότητα, όχι επειδή κάποιος γράφει ατελείωτες βαρετές παραγράφους γι’αυτούς.

Ορισμένες τεχνικές ορολογίες μπορεί να μην ξέρεις ακριβώς τι είναι, όμως από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνεις πιο εύκολα απ’ό,τι στο Neuromancer. Αν και είναι και κάποια πράγματα που σχετίζονται τελείως με την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο – 1986. Για παράδειγμα, αναφέρεται σε γαιοδεσικούς θόλους (geodesic domes) σαν να είναι κάτι το δεδομένο που θα έπρεπε να ξέρεις, όπως λέμε τι είναι η πολυκατοικία. Δυστυχώς, σήμερα ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτή η καταπληκτική ιδέα του Buckminster Fuller, πόσω μάλλον για τις πιο παράξενες και αντισυμβατικές ιδέες του.

Έχω τη γενική εντύπωση πως από το 1990 και ύστερα, τα πάντα άρχισαν να πηγαίνουν σταδιακά κατά διαόλου. Όλα τα καταπληκτικά και εμπνευσμένα πράγματα φαίνεται να έγιναν 1960-1980. Δυστυχώς δεν προχώρησαν από τότε. Κάποιο φρένο μπήκε. Ως συνήθως.

 

 

Επίσης . . .

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Μαρτίου (24/3)


Juliet Schreckinger [μαγικορεαλιστική τέχνη] & Fran de Anda [αλχημικοί πίνακες] & 20 «μαγικά» γλυπτά & Thoth [δωρεάν AI βοηθός] & Τεχνητή νοημοσύνη και ψυχή & The Wood Beyond the World [William Morris] & Antonio Rubino [τέχνη] & The Man Who Fell to Earth [ταινία] & Τεχνητό Βόρειο Σέλας [Karl Lemström] & Matej Kollár [φανταστικοσουρεαλιστική τέχνη] & The Battle Rages On [δωρεάν ανθολογία ηρωικής φαντασίας] & Robert McGinnis [τέχνη] & Fontaine’s Golden Wheel Fortune-teller, and Dream Book [δωρεάν] & Turn Off, Tune Out, Drop Dead [γιατί το ίντερνετ έχει γαμηθεί πλέον] & machumaYu [μαγική τέχνη] & Και ακόμα περισσότερα [καταφτάνουν στο LinX]

 

Περί Γραφής: Η Ψυχεδελική Εμπειρία στη Φανταστική Λογοτεχνία


Όταν οι χαρακτήρες βλέπουν «παραισθήσεις»

Στη φανταστική λογοτεχνία, οι χαρακτήρες συχνά έχουν ψυχεδελικές εμπειρίες οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με κάτι το απλό, όπως ένα όνειρο, ή μπορεί να προέρχονται από κάτι που τρώει ο χαρακτήρας (όπως ένα είδος μανιταριού ή ένα φυτό) ή κάτι που εισπνέει (κάποιο παραισθησιογόνο αέριο). Οι ψυχεδελικές εμπειρίες, επίσης, μπορεί να προέρχονται και από πιο φανταστικά πράγματα, όπως από διάφορες μαγείες ή ξόρκια, ή από παράξενα όντα, δαίμονες, ή θεούς. Στη φανταστική λογοτεχνία δεν υπάρχουν όρια για το από πού μπορεί να προκληθεί μια ψυχεδελική εμπειρία. Είναι η φύση του είδους τέτοια.

Επιπλέον, στη φανταστική λογοτεχνία η ψυχεδελική εμπειρία μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από «απλές παραισθήσεις». Μπορεί να προσφέρει κάποια καθοδήγηση στους χαρακτήρες, ή μπορεί να τους δίνει ακόμα και πρόσβαση σε κρυφή γνώση ή μαγικές δυνάμεις. Μπορεί να είναι μια τελετή εισόδου σε κάποιο μυστήριο, ή μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος για να επικοινωνήσεις με μια δύστροπη θεότητα.

Συχνά, όμως, οι ψυχεδελικές εμπειρίες γράφονται ακριβώς όπως οποιαδήποτε άλλη εμπειρία μπορεί να είχαν οι χαρακτήρες μας. Βάζουμε τη μια λέξη μετά την άλλη, χωρισμένες με στίξη εδώ κι εκεί, και προσπαθούμε να περιγράψουμε την ψυχεδελική εμπειρία που βιώνει ο χαρακτήρας. Και ναι μεν αυτό δεν είναι λάθος, φυσικά, αλλά από την άλλη συνήθως δεν σου δίνει την αίσθηση της ψυχεδελικής εμπειρίας. Είναι απλώς ακόμα μια περιγραφή. Το να γράψεις ότι ο τάδε ζαλιζόταν και έβλεπε τα πάντα να γυρίζουν ενώ παράξενες λάμψεις εμφανίζονταν στα μάτια όλων των ζώων δεν είναι το ίδιο με το να δημιουργήσεις μια ψυχεδελική κατάσταση μέσα από το κείμενο.

Αν η ψυχεδελική εμπειρία γράφεται όπως κάθε άλλη εμπειρία που έχουν οι χαρακτήρες της αφήγησής μας, τότε τι το ψυχεδελικό έχει;

[Συνέχισε να διαβάζεις]