25 / 2 / 2023
Η κουλτούρα μας συνεχώς ωθεί τους συγγραφείς να αγχώνονται και να καταπιέζονται (εντάξει, όχι μόνο αυτούς, αλλά γι’αυτούς θέλω να πω τώρα): κάτσε και παρακολούθα τι θα πει ο ένας ή ο άλλος για εσένα, κάτσε και μέτρα αστεράκια, μέτρα δολάρια ή ευρώ, μέτρα «δημοτικότητα», μέτρα «hits», βλέπε ποιος σε έχει διαβάσει, βλέπε που «εμφανίζεται» το βιβλίο σου, βλέπε ποιος «σημαντικός» σού δίνει σημασία, δώσε βάση τι λένε αυτοί γύρω σου, δώσε βάση στο «κοινό», κάνε σύγκριση των δικών σου γραπτών με αυτών ενός άλλου, διάβασε για να σε διαβάσουν... μια ατέρμονη λίστα από, κατά βάση, ανουσιότητες.
Γιατί; Επειδή η κοινωνία μας θέλει να μπλέκει τους πάντες σε ανταγωνιστικά παιχνίδια (ένα εκ των οποίων είναι και οι «κοινωνικοί» συγγραφείς). Πρέπει πάντα να επιδιώκεις κάτι παραπάνω, να συγκρίνεσαι με κάτι ή με κάποιον – για να βελτιώνεσαι, υποτίθεται.
Όλα αυτά σε κάνουν καλύτερο συγγραφέα, έτσι δεν είναι;
Αυτό δεν είναι το σωστό;
Όχι. Αυτό είναι το λάθος.
Εκείνο που, ουσιαστικά, επιτυγχάνεται (και όχι μόνο για τους συγγραφείς αλλά πάλι λέω ότι θέλω απλώς να αναφερθώ συγκεκριμένα σε αυτούς) δεν είναι να γίνονται καλύτεροι συγγραφείς: είναι να γίνονται πιο κομπλεξικοί, καταπιεσμένοι, και εν γένει ψυχάκιδες χωρίς να το καταλαβαίνουν, θεωρώντας την καταπίεση και τον ψυχαναγκασμό τους «φυσιολογική κατάσταση». Που, όμως, δεν είναι. Και αμφίβολο είναι καν αν τους κάνει καλύτερους ως συγγραφείς. Πολύ αμφίβολο.
Γιατί; Επειδή όλα αυτά τα καταπιεστικά και τα συγκριτικά έχουν τη βάση τους στον εγωκεντρισμό: βάζουν το εγώ σου να συγκρούεται ξανά και ξανά και ξανά με κάτι, ώσπου στο τέλος υποχρεωτικά ή θα τσακιστεί ή θα παραμορφωθεί και το αποτέλεσμα δεν θα είναι να είσαι καλύτερος αλλά απλώς ευκολότερα ελεγχόμενος και λιγότερο «αντιδραστικός» (πράγμα που για κάποιους, με τις δικές τους σκοπιμότητες, αυτό είναι ωφέλιμο).
Η λογοτεχνία, όμως – και η κάθε μορφή τέχνης, ουσιαστικά – είναι αντίθετη ως προς τον εγωκεντρισμό. Δεν γράφεις καλύτερα όταν γράφεις εγωκεντρικά έχοντας κάποιο σκοπό κατά νου (όπως πώς θα σε κρίνουν, τι θα πουν, πώς θα τους επηρεάσει, ή οτιδήποτε άλλο). Καλύτερα γράφεις όταν έχεις ξεπεράσει τον εγωκεντρισμό σου· όταν έχεις αφήσει το εγώ πίσω σου και έχεις προχωρήσει πέρα από αυτό, σε κάτι ανοιχτό και ατέρμονο. Από εκεί έρχονται οι καλές ιστορίες. Όχι όταν είσαι περιορισμένος σε κάτι, ή από κάτι, αλλά όταν ξεχνάς τον εαυτό σου και ακολουθείς κάτι άλλο και μπορείς να ταυτιστείς με οτιδήποτε και να καταλάβεις το οτιδήποτε.
Αυτό δεν μπορείς να το φτάσεις όταν είσαι περικυκλωμένος από ψυχαναγκασμούς και περιορισμούς. Μπορείς να το φτάσεις όταν εξασκείς τη δική σου κριτική ικανότητα και παρατήρηση επάνω στον κόσμο, παίρνοντας ό,τι νομίζεις χρήσιμο ή ωφέλιμο και παραμερίζοντας τα υπόλοιπα.
Και όλα τα παραπάνω που γράφω εδώ δεν σημαίνουν υποχρεωτικά ότι πρέπει να ακολουθεί κανείς μια σχόλη τύπου αυτόματης γραφής και να μη δίνει σημασία σε τίποτα. Σίγουρα χρειάζεται προσπάθεια και παρατήρηση για να γίνεις καλύτερος συγγραφέας. Δεν καταργώ τη μάθηση ή την εκπαίδευση. Αλλά αυτά κάποιος τα κυνηγά μόνος του, επειδή τον ενδιαφέρουν.
Όλα τα άλλα, τα εγωκεντρικά, που ακατάπαυστα προωθούνται ως «φυσιολογικό» μέσα στην κουλτούρα μας, είναι το πρόβλημα.
Τροφή για σκέψη.
19 / 2 / 2023
Είδα την καινούργια τηλεοπτική σειρά Willow κυρίως επειδή ήμουν περίεργος να δω τι έχουν κάνει, αφού φαίνεται να είναι «της μοδός» τελευταία να αναμασάνε όλο τα περασμένα.
Αυτή η σειρά είναι βασισμένη στην παλιά (κλασική, σύμφωνα με κάποιους) ταινία φαντασίας Willow την οποία έχω να δω πολύ καιρό. Και νομίζω ότι την είχα δει μια, δυο φορές όταν ήμουν μικρός. Σκέφτομαι, όμως, να την ξαναδώ τώρα, γιατί η σειρά είναι, ουσιαστικά, συνέχεια της ταινίας.
Από την ταινία θυμάμαι μόνο κάποια πολύ βασικά πράγματα, όπως τον νάνο Willow, εκείνη τη μάγισσα-βασίλισσα που μοιάζει με σκοτεινή καλόγρια του διαβόλου, και ότι η ταινία δεν παίρνει τον εαυτό της και πολύ σοβαρά, ότι έχει μια γενικά καραγκιόζικη διάθεση παρότι υποτίθεται πως συμβαίνουν σοβαρά, επικά γεγονότα που τραντάζουν συθέμελα τον κόσμο.

(Διπλή εικόνα· κάνε κλικ επάνω της.)
Η σειρά διατηρεί αυτό το ελαφρώς καραγκιόζικο κλίμα το οποίο δεν είναι άσχημο αν σκεφτείς ότι παρακολουθείς ένα παραμύθι που υποτίθεται πως πρέπει να είναι και λιγάκι αστείο παρότι κατά βάθος σοβαρό. Ωστόσο, ορισμένοι διάλογοι και νοοτροπίες σ’αυτή τη σειρά νομίζω πως παραείναι μοντέρνου είδους και ίσως και λίγο «αμερικανιές». Σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν πραγματικά ταιριάζουν σε έναν κόσμο που υποτίθεται πως είναι μεσαιωνικός κατά τα άλλα. Για παράδειγμα, βλέπεις χαρακτήρες να λένε «Hey, guys...» Ε, εντάξει, ρε παιδιά· τι Hey guys, γαμώτο, σε ένα μεσαιωνικό σκηνικό; Έλεγαν guys στα παλιά παραμύθια μεταξύ τους οι κοπέλες και δεν το ήξερα; Δε νομίζω ότι ταιριάζει· σε βγάζει από το σωστό κλίμα.
Επίσης, κάποια άλλα πράγματα δεν μου άρεσαν, όπως το ότι οι χαρακτήρες, σε ορισμένες στιγμές, μιλάνε προσπαθώντας να λύσουν τα ψυχολογικά τους αναμεταξύ τους με έναν διάλογο που θυμίζει ριάλιτι σόου – ακόμα κάτι που δεν ταιριάζει σε τέτοιο σκηνικό και νομίζεις ότι απευθύνεται σ’ένα κοινό που έχει μάθει να βλέπει όλο κακόγουστες σαπουνόπερες όπου οι χαρακτήρες μιλάνε ανοιχτά ο ένας στον άλλο για το πώς αισθάνονται.
Παρ’όλ’ αυτά, η σειρά γενικά μου άρεσε. Είναι οκτώ επεισόδια ο πρώτος κύκλος (θα ακολουθήσει και δεύτερος;) και είναι ακριβώς όσα έπρεπε. Αν είχε περισσότερα θα έπεφτε στην ανουσιότητα, είμαι σίγουρος – περισσότεροι διάλογοι α λα σαπουνόπερα. Τώρα ήμασταν στα όρια. Ήταν καλό γι’αυτό που ήταν. Κυρίως, βέβαια, βασίζεται στις τρελές ιδέες και στα φαντασμαγορικά σκηνικά που μόνο σήμερα μπορούν να γίνουν με cgi. Έβλεπες κάτι εικόνες και νόμιζες ότι ήταν φωτογραφίες κατευθείαν από πίνακες ζωγράφων. Έβλεπες τη μάχη των μάγων στο τέλος και νόμιζες ότι ήταν από computer game, όλο αστραπές και φιγούρες να τινάζονται αποδώ κι αποκεί. Εντάξει... Όχι κι άσχημα, αλλά περισσότερο βασιζόταν σ’αυτά τα πράγματα παρά στην καλή πλοκή. Κι αυτό είναι κακό, για εμένα. Όμως το σύνολο, όπως είπα, μου άρεσε. Ήταν μια σειρά σαν βιντεοκλίπ αλλά κάτι πολύ περισσότερο από βιντεοκλίπ. Είχε μια οριακή πλοκή που κρατούσε την όλη ιστορία από το να πέσει στην ηλιθιότητα, ώστε να έχει κάποιο νόημα.
Αν το δεις ως ένα φαντασμαγορικό παραμύθι για μεγάλους με λιγάκι καραγκιόζικι διάθεση, θα σου αρέσει. Αλλιώς, δεν θα σου αρέσει.
Σαν το Dark Crystal, φυσικά, δεν είναι. Σε καμία περίπτωση. Είναι σαφώς κατώτερο αλλά βλέπεται πολύ ευχάριστα.
Και τώρα μου έχει ανοίξει την όρεξη να δω και την παλιά ταινία Willow, που, απ’ό,τι θυμάμαι, ούτε αυτή με είχε ξετρελάνει. Αλλά, βέβαια, δεν τη θυμάμαι και πολύ καλά γενικά!
12 / 2 / 2023
Έμαθα ότι το Amber του Zelazny σχεδιάζεται σύντομα να γίνει τηλεοπτική σειρά. Αυτά είναι αρκετά σημαντικά νέα για εμένα, καθώς το Amber είναι μία από τις πιο αγαπημένες μου ιστορίες φαντασίας. Ίσως, μάλιστα, να είναι η πιο αγαπημένη μου ιστορία γενικά. Πρόσφατα την είχα ξαναδιαβάσει και σκέφτομαι να την ξαναδιαβάσω και στο μέλλον – πιθανώς παραπάνω από μία φορά. Μου φαίνεται ότι κάθε φορά που τη διαβάζω γίνεται καλύτερη. Και μερικές φορές, όταν διαβάζω άλλα βιβλία που με κάνουν να βαριέμαι, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται: Τι κάθεσαι και διαβάζεις αυτές τις μαλακίες; Δεν πιάνουμε να διαβάσουμε το Amber ξανά;
Ναι, τόσο πολύ μού αρέσει το Amber.
Και ένα έχω να πω για τη σειρά που ετοιμάζουν: ή θα είναι καταπληκτική – από εκείνα τα μνημειώδη πράγματα – ή θα είναι μάπα τελείως. Μέση δεν υπάρχει εδώ.
Ελπίζω να το κάνουν κάτι σαν το Dark Crystal που ήταν καταπληκτική σειρά (αν και, δυστυχώς, δεν έχουν προχωρήσει ακόμα σε επόμενη σεζόν).
Τελευταία, βλέπω το Willow, την καινούργια σειρά που είναι συνέχεια της κλασικής ταινίας, και δεν είναι άσχημη. Περισσότερα, όμως, γι’αυτήν σε επόμενο post.
Τώρα περιμένω το Amber, και αναρωτιέμαι ποιος θα παίξει τον Corwyn και τους άλλους χαρακτήρες, και πώς θα παρουσιάζει τις σκιές και όλα τα άλλα φανταστικά στοιχεία. Είπαμε: ή θα είναι μνημειώδες, θεϊκό, ή θα είναι μάπα και θα με τσαντίσουν (όπως και με το Game of Thrones.)