Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
28 / 1 / 2026

Περιοχή εξωγήινων.

Μυστηριακές Οντότητες

 

18 / 1 / 2026

Διαβάζω βιβλία από πολύ μικρός. Διαβάζω συστηματικά. Μου αρέσει. Και, να, αυτό τον χρόνο διάβασα – πόσα; – κάτσε να τα μετρήσω, μια στιγμή – είκοσι βιβλία. Και συνήθως τόσα διαβάζω κάθε χρόνο: καμιά εικοσαριά.

Με εκπλήσσει όταν βλέπω κόσμο στο διαδίκτυο να λέει ότι έχει διαβάσει 100 βιβλία μες στον χρόνο – ή και παραπάνω.

Σοβαρά, ρε παιδιά – πώς το κάνετε αυτό; Δεν μπορώ να καταλάβω. Πώς διαβάζετε 100 λογοτεχνικά βιβλία τον χρόνο (πολλά από τα οποία είναι και μεγάλα);

Διαβάζω καθημερινά (εκτός αν τύχει να είμαι πολύ κουρασμένος, ή να έχω κάποια άλλη δουλειά – ή να συμβαίνει κάτι άλλο, έκτακτο), αλλά πάλι δεν μπορώ να διαβάσω με τέτοιο ρυθμό. Ίσως να είμαι απλά αργός αναγνώστης... Αλλά, εντάξει, πόσο αργός; Πολύ αργός; Μερικές φορές έχω προσπαθήσει να διαβάσω πιο γρήγορα, και δεν μπορώ. Δεν μου φαίνεται ότι διαβάζω πραγματικά έτσι.

Αν δεις μερικά άρθρα στο διαδίκτυο, δίνουν συμβουλές για ταχεία ανάγνωση (fast reading). Ουσιαστικά, σου λένε να μη δίνεις πολλή σημασία στις λέξεις ή στις προτάσεις, αλλά να προχωράς ντουγρού. Επίσης, να μη διαβάζεις τα πάντα, να «πιάνεις» τις πιο βασικές λέξεις και να προχωράς. Ώστε να καταλαβαίνεις περίπου τι γίνεται.

Και κάθομαι και το σκέφτομαι και λέω: Μα αυτό δεν είναι ανάγνωση. Όταν διαβάζω, θέλω να βλέπω τις λέξεις, και θέλω να βλέπω και τη στίξη και το πώς είναι γραμμένες οι προτάσεις. Όλα αυτά έχουν σημασία στην εμπειρία της ανάγνωσης. Ειδικά της λογοτεχνικές ανάγνωσης. Έχει σημασία το πώς είναι γραμμένο κάτι· δεν διαβάζεις απλά για να πιάσεις «το νόημα σε γενικές γραμμές»: διαβάζεις για να έχεις μια εμπειρία.

Πόσες λέξεις μπορείς να διαβάζεις την ώρα αν θέλεις να έχεις αυτή την εμπειρία; Σίγουρα, πολύ λιγότερες απ’ό,τι αν απλά ρίχνεις μια ματιά για να πιάσεις το ρεζουμέ και να πας παρακάτω. Στο τέλος, δεν αισθάνεσαι σαν να έχεις πραγματικά διαβάσει, ή βιώσει, τίποτα. Απλώς έχεις πάρει μια πληροφορία. (Καλό όταν τριγυρίζεις στο διαδίκτυο ρίχνοντας ματιές σε άρθρα· όχι καλό όταν διαβάζεις λογοτεχνία.)

Το πόσο βιβλία διάβασες φαίνεται να είναι κι αυτό σημάδι των καιρών, ίσως, όπως το πόσους followers ή likes έχεις. Η ουσία δεν έχει σημασία· ο αριθμός μόνο έχει σημασία. Όσο πιο μεγάλος ο αριθμός τόσο το καλύτερο (ακόμα κι αν, ουσιαστικά, δεν σημαίνει τίποτα).

Αλλά έλα που στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Όχι αν σ’ενδιαφέρει η ουσία, τουλάχιστον.

Αν πάλι πραγματικά υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να διαβάζουν τόσα πολλά βιβλία και να πιάνουν και την ουσία, και να έχουν την εμπειρία της λογοτεχνικής ανάγνωσης, τους βγάζω το καπέλο. Ή πρέπει να παίρνουν speed, ή το μυαλό τους να τρέχει με χίλια (και τα μάτια τους επίσης). Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, και πάντα με παραξένευε. Ίσως να είναι μάγοι, ή ενδογήινοι.

(Ή ίσως να είναι κατάρα: αν είσαι γρήγορος συγγραφέας να είσαι αργός αναγνώστης. Ορισμένοι μού λένε ότι είμαι πολύ γρήγορος συγγραφέας· αλλά εμένα δεν μου φαίνομαι και τόσο γρήγορος. Θα ήθελα να γράφω τα διπλάσια βιβλία, και όταν γράφω πάντα νομίζω ότι η ιστορία καθυστερεί και θέλω να πάω παρακάτω.)

 

13 / 1 / 2026

Είχα δει το τρέιλερ γι’αυτή την ταινία, και είχα σκεφτεί ότι μπορεί να ήταν καλή. Έτσι, πήγα να την παρακολουθήσω στον κινηματογράφο.

Ένα θα πω (για πρόλογο): το τρέιλερ ήταν καλύτερο από την ταινία.

Εντάξει, δεν μετάνιωσα που την είδα – δεν θέλω τα λεφτά μου πίσω· το ποπ-κορν ήταν, ομολογουμένως, καλό και πεινούσα σ’εκείνη τη φάση – αλλά, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν θα πήγαινα να τη δω αν ήξερα ότι ήταν έτσι – απλά θα έπαιρνα το ποπ-κορν.

Αυτοί που έφτιαξαν την ταινία ξέχασαν κάτι βασικό: ότι είναι ταινία, γαμώτο. Δεν είναι ντοκιμαντέρ. Στον Καποδίστρια απλά βλέπουμε ιστορικά γεγονότα, ιστορικές στιγμές. Δεν βλέπουμε κάτι το δραματικό ή το επεισοδιακό. Είναι σαν να διαβάζεις ένα ιστορικό βιβλίο (του σχολείου, δυστυχώς). Δεν γίνονται έτσι οι καλές ταινίες. Πάρτε για παράδειγμα τις τόσες ταινίες που είναι βασισμένες στην Αρχαία Ρώμη – όπως τον Μονομάχο, ή το Centurion. Δεν είναι αραδιασμένα ιστορικά γεγονότα· υπάρχει κάποια γαμημένη πλοκή. Υπάρχει κάτι να παρακολουθήσεις το οποίο είναι δραματικό, επεισοδιακό. Υπάρχει ένα στόρι, κάτι το μυθιστορηματικό.

Ποια μυθιστορηματική πλοκή υπάρχει στον Καποδίστρια; Και μη μου πείτε το λαβ-στόρι με τη Ρωξάνδρα...

Οι διάλογοι είναι οριακά μέτριοι. Μετά βίας ακούγονται (έχω ακούσει και χειρότερους σε σύγχρονες ελληνικές ταινίες), αλλά ακούγονται. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι τους είναι διαδικαστικοί – για τα ιστορικά γεγονότα και μόνο. Σχεδόν όλοι λένε «για την πατρίδα», «για τα ματωμένα τούτα τα χώματα», «με τη βοήθεια της Παναγιάς», και τα λοιπά και τα λοιπά. Δεν υπάρχει κανένας διάλογος που να θυμίζει πραγματικούς ανθρώπους να μιλάνε, έστω και σε δραματικές καταστάσεις.

Ο διάλογος, δε, του Καποδίστρια με τη Ρωξάνδρα είναι αστείος, γιατί είναι εκτός (σημερινής) εποχής. Δεν μπορεί ο σύγχρονος θεατής να τους ακούει να μιλάνε στον πληθυντικό, όταν είναι μόνοι, και σε αυτό το ύφος πλατωνικού έρωτα. Αμφίβολο είναι, μάλιστα, αν και στην πραγματικότητα θα μιλούσαν έτσι (αν και έχω ακούσει ότι, παλιά, οι σύζυγοι μιλούσαν στον πληθυντικό αναμεταξύ τους). Εντάξει, εκείνες οι επιστολές ας ήταν στον πληθυντικό γραμμένες (θέμα εποχής), αλλά και ο προσωπικός διάλογος; Ήταν γελοίο αυτό το πράγμα.

Οι ηθοποιοί, ωστόσο, δεν έπαιζαν άσχημα – για τα δεδομένα της ταινίας. Οι περισσότεροι έπαιζαν μέτρια, και κάποιοι έπαιζαν και αρκετά καλά. Υπήρχαν, όμως, και κάτι τραγικές περιπτώσεις. Ο χειρότερος ήταν ο Κολοκοτρώνης. Έτσι όπως τον είχαν φτιάξει ήταν σαν ο Καραγκιόζης ντυμένος Κολοκοτρώνης. Καλά, δεν ντρέπονταν λιγάκι; Σοβαρά τώρα...

Και μετά, ήθελαν να δείξουν και μια σκηνή μάχης για την αρχή της Επανάστασης του ’21· αλλά, προφανώς, δεν είχαν το budget για να κάνουν κανονική σκηνή μάχης. (Δεν υπάρχει ούτε μία σκηνή μάχης ή δράσης σε όλη την ταινία.) Οπότε, τι έκαναν (τα παλληκάρια); Έβαλαν τον Κολοκοτρώνη (ντυμένο και φτιαγμένο σαν Καραγκιόζη) επάνω σ’ένα άλογο να υψώνει το σπαθί του και να φωνάζει «Σηκωθείτε, αδέλφια μου Έλληνες! Για την πατρίδα μας! Ελευθερία ή θάνατος!» (ή κάτι πολύ παρόμοιο – δεν το θυμάμαι ακριβώς). Και βγαίνουν μέσα από τα χορτάρια και πίσω από τους θάμνους καμιά τριανταριά τύποι με φουστανέλες και φέσια και τρέχουν όλοι μαζί προς... κάποιον εχθρό, υποθέτεις. Ήταν σαν να βλέπεις μασκαράδες στο σχολείο...

Αν δεν είχαν τα χρήματα να φτιάξουν κανονική σκηνή μάχης, θα μπορούσαν τουλάχιστον να είχαν φτιάξει κάτι τέτοιο: ο Κολοκοτρώνης (φτιαγμένος όχι σαν Καραγκιόζης) έρχεται καλπάζοντας πάνω στο άλογό του και, κραυγάζοντας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ! εφορμά σ’έναν Τούρκο πολεμιστή, του σκίζει τον λαιμό με το σπαθί του – τινάζονται αίματα τριγύρω – οι Έλληνες έρχονται από πίσω ουρλιάζοντας σαν παλαβοί, ορμάνε καταπάνω σε άλλους Τούρκους πολεμιστές με κουμπούρια και ξίφη – και η σκηνή κόβεται γιατί δεν έχουν το budget να τη συνεχίσουν. Αλλά τουλάχιστον θα είχαν δείξει κάτι ωραίο, έστω και κομμένο.

Η ταινία, όμως, δεν είναι απολύτως χάλια. Είναι οριακά μέτρια.

Και ένας άνθρωπος είναι που τη σώζει: ο Αντώνης Μυριαγκός, που παίζει τον Καποδίστρια. Είναι πραγματικά καλός ηθοποιός. Η ερμηνεία του είναι τρομερή, παρότι οι διάλογοι μέτριοι και η πλοκή ανύπαρκτη. Αν η ταινία ήταν όντως καλή, είμαι βέβαιος ότι και ο Μυριαγκός θα ήταν δέκα φορές καλύτερος.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, νομίζω πως αυτή η ταινία θα άρεσε κυρίως στους εθνικιστές και στις θεούσες. Και πιστεύω πως είδα αρκετές που ίσως να ήταν θεούσες στον κινηματογράφο. Άκουσαν και ήρθαν, μαζικά, με σταυρούς και εικόνες.

Επίσης, έχω να παρατηρήσω κάτι περίεργο, αν όχι ανησυχητικό.

Πού βρίσκεται η χρηματοδότηση για τέτοιες ταινίες; Μπορεί να μην είχαν λεφτά για να φτιάξουν μάχες, αλλά σίγουρα δόθηκαν πολλά χρήματα στα σκηνικά, στα κοστούμια, και στους κομπάρσους.

Και δεν είναι η μοναδική ταινία με εθνικιστικοθρησκευτικό χαρακτήρα τελευταία. Είδα ένα τρέιλερ για μια ταινία που ετοιμάζεται για τον Γέροντα Παΐσιο... Δεν σχολιάζω καν· τα σχόλια δικά σας. Δεν υπάρχει ντροπή – ούτε και σεβασμός στους αγίους, ουσιαστικά.

Βγαίνουν αρκετά πράγματα στις οθόνες (όχι μόνο τις μεγάλες) αυτό τον καιρό τα οποία είναι σαν να θέλουν να προωθήσουν «θρησκεία και πατρίς». Ποιος τα χρηματοδοτεί; Και γιατί σ’αυτή τη χώρα χρηματοδοτούν μόνο τέτοια πράγματα; Εντάξει, να ξέρουμε το παρελθόν μας – αλλά μόνο αυτό; Γιατί ποτέ δεν έχει χρηματοδοτηθεί καμιά πιο παράξενη ταινία; Καμιά πιο δημιουργική ταινία; Ακόμα και ταινία φαντασίας. Έχετε δει ποτέ; Εγώ ποτέ δεν έχω δει. Αλλά λεφτά να δίνουν για να φτιάχνουν ταινίες «πατρίδος τε και θρησκείας» έχουν... Φευ, γαμώ την πουτάνα σας.

Αν κοιτάξετε στους δρόμους τελευταία θα δείτε διάφορες αφίσες αναρχικών που λένε ότι το Κράτος (και όχι μόνο) προσπαθεί να τονώσει το πατριωτικό πνεύμα – για να βάλουν πάλι τον κόσμο να σκοτωθεί. Βλέποντας κι εγώ πόση χρηματοδότηση πέφτει για τέτοιες ταινίες, αρχίζω να αναρωτιέμαι μήπως οι αναρχικοί έχουν κάποιο δίκιο... και μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο.

Τι δεν πάει καλά σ’αυτή τη χώρα, γαμώτο;

Πάρε μια μασκοπερούκα με φέσι, μαλλιά, και πελώριες μουστάκες, φόρεσέ την, κι άρχισε να ουρλιάζεις Ελευθερία ή θάνατος, αδέλφιααααα!

Και, εντάξει, βρε αδέλφια, δεν θα έπρεπε να τα υποστηρίζουμε αυτά αφού είναι ελληνικό προϊόν τέχνης; Αν δεν παινέσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει, που λέει ο λαός. Αλλά εμένα με έχει πλακώσει ούτως ή άλλως. 30 χρόνια γράφω φανταστική λογοτεχνία, 30 ολοστρόγγυλα μπιζέλια έχω λάβει, από οικονομικής και γενικής άποψης. Ό,τι και να κάνεις στην Ελλάδα, πάλι θα πέσει να σε πλακώσει. Οπότε, προτιμώ απλά να είμαι ουδέτερος. Αν μου άρεσε αυτό που έβλεπα, δεν θα το έκρυβα.

Άντε τώρα, κάμετε το σταυρό σας κι η Παναγιά θα μας λυτρώσει... Έχει ο Θεός!

 

14 / 12 / 2025

Πρόσφατα, είδα το εξής κείμενο γραμμένο κάπου (δεν έχει σημασία πού ακριβώς, φυσικά – και το κείμενο είναι ελαφρώς αλλαγμένο για ευνόητους λόγους):

This ebook is licensed only for your personal use. It may not be re-sold or given to others. If you would like to share this book with another person, please purchase another copy for each person you share it with. If you are reading this book and did not purchase it, or it was not purchased for your use only, then please return to ThisWebSite.vom and purchase your own copy.

Δηλαδή, τι μας λέει τώρα ο ποιητής; Ότι έχεις κατεβάσει ένα ηλεκτρονικό βιβλίο αλλά δεν μπορείς να το στείλεις στη συσκευή ενός φίλου σου για να το διαβάσει κι αυτός· ούτε καν στη συσκευή του παιδιού σου ή της γυναίκας σου. Αν θες να τους το δώσεις, πρέπει ή εκείνοι να πάνε επίσης να το αγοράσουν από το ThisWebSite.vom, ή πρέπει εσύ να πας ν’αγοράσεις άλλο ένα παρότι ήδη το έχεις!

Αυτό είναι τρελό...

Και συγνώμη, αλλά ποια λογική βάση έχει μια τέτοια νοοτροπία/απαίτηση; Προσπαθεί να εξομοιώσει το ηλεκτρονικό βιβλίο με το χάρτινο;

Σκεφτείτε λίγο τι κάναμε παλιά με τα χάρτινα βιβλία. Αν αγοράζαμε ένα εμείς, δεν το δίναμε και σε γνωστούς, συγγενείς, και φίλους να το διαβάσουν κι αυτοί;

Το δίναμε. Και ήταν το ίδιο αντίτυπο. Ο συγγραφέας ή ο εκδότης δεν έπαιρναν επιπλέον λεφτά για κάθε έναν πέρα από εμάς που το διάβαζε (ούτε και θα έπρεπε να έχουν τέτοια απαίτηση, φυσικά).

Μερικές φορές, δε, βγάζαμε και φωτοτυπίες των βιβλίων για να τα δώσουμε σε έναν γνωστό μας. Ξέρω αρκετούς ανθρώπους που το έκαναν. Ίσως ακόμα να το κάνουν.

Τίποτα από αυτά δεν θεωρείτο «παράνομο», ούτε ότι δεν ήταν σωστό.

Τι άλλαξε τώρα; Ήταν όλα καλά να δίνεις σε άλλους χάρτινα βιβλία, αλλά δεν είναι όλα καλά να δίνεις σε άλλους ηλεκτρονικά βιβλία;

Το μόνο που άλλαξε είναι ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι απλώς ένα ηλεκτρονικό αρχείο. Δεν το δίνεις ουσιαστικά· απλώς κάνεις copy/paste, κι έχεις ακόμα ένα ηλεκτρονικό βιβλίο! Ή άλλα δέκα, ή άλλα είκοσι: ή άλλα εκατόν-είκοσι.

Και είναι πανεύκολο· ο καθένας μπορεί να το κάνει. Δεν χρειάζεται να ξέρεις ούτε Javascript, ούτε C++, ούτε τίποτα. Απλώς copy/paste.

Εκείνο που έχει αλλάξει είναι η τεχνολογία, προφανώς.

Παλιά, μπορεί να έδινες ένα βιβλίο αλλά ήταν ακόμα ένα βιβλίο, δεν το διπλασίαζες. Εκτός αν το έβγαζες φωτοτυπίες· όμως αυτό είχε κάποιο κόστος, οπότε δεν γινόταν και τόσο εύκολα, ή τόσο συχνά. Επιπλέον, η φωτοτυπία έριχνε την ποιότητα.

Σήμερα απλώς το αντιγράφεις μέσα σε ένα ηλεκτρονικό σύστημα κι έχεις ακόμα ένα βιβλίο.

Είναι αυτός λόγος να απαιτεί κάποιος να μην το κάνεις;

Δηλαδή, τι θα γίνει τώρα; Θα απαγορεύσουμε το copy/paste;

Θα γυρίσουμε την τεχνολογία πίσω; Ή εν μέρει πίσω; Θα τη γυρίσουμε πίσω μόνο ώς εκεί που (νομίζουμε ότι) μας συμφέρει; Αλλά κατά τα άλλα θέλουμε να έχουμε και την ευκολία της ηλεκτρονικής τεχνολογίας;

Δεν γίνεται αυτό. Δεν μπορείς να τα έχεις και έτσι και αλλιώς.

Είναι σαν ο άλλος να σου λέει ότι, αφού τώρα τρέχεις πολύ γρήγορα, γύρνα και πυροβόλησε τον εαυτό σου στον αστράγαλο για να πηγαίνεις πιο αργά.

Αφού μπορείς να κάνεις σήμερα όσα αντίγραφα θες πανεύκολα, ΜΗΝ το κάνεις. Γίνε χαζός και μην πατάς ctrl + c.

Μα είμαστε σοβαροί;

Τέτοιες νοοτροπίες και απαιτήσεις, μόνο το γέλιο μπορούν να προκαλέσουν. Δεν ευσταθούν με τα δεδομένα της εποχής.

Και το λέω αυτό ενώ κι εγώ θα ήθελα να βγάζω λεφτά από τα βιβλία μου. Αλλά το ξέρω πως δεν είναι αυτός ο τρόπος για να βγάλεις λεφτά. Δεν πρόκειται κανείς να δώσει σημασία σε μια τέτοια απαίτηση εκτός αν είναι ο παππούς σου. Και ο παππούς σου μάλλον δεν θα ξέρει πώς να πατήσει ctrl + c ούτως ή άλλως.

Αν είναι ποτέ ν’αρχίσουν οι συγγραφείς να βγάζουν σοβαρά λεφτά, δεν θα το καταφέρουν με τέτοιες απαγορεύσεις. Θα το καταφέρουν επειδή θα έχει αλλάξει η νοοτροπία του αναγνωστικού κοινού.

Γι’αυτό, όπως έχουν μαλλιάσει τα δάχτυλά μου να γράφω, κάνουμε δωρεές για να δείξουμε ότι εκτιμάμε αυτό που κάνει ο άλλος και θέλουμε να συνεχίσει να το κάνει και να αμείβεται για αυτό, όπως και πρέπει.

Δεν μπορείς να προσπαθείς να βασιστείς σε παλιά οικονομικά μοντέλα πλέον. Δεν πιάνουν. Είναι εκτός εποχής και εκτός λογικής. Χρειάζεται κάτι καινούργιο, κάτι καλύτερο.

Όλοι αυτοί οι συγγραφείς που σήμερα βγάζουν ηλεκτρονικά βιβλία και προσπαθούν να τα πουλήσουν όπως θα πουλούσαν χάρτινα – με τους ίδιους ή παρόμοιους περιορισμούς – δεν σκέφτονται το εξής: Αν τα πράγματα ήταν όπως παλιά, κανένας από αυτούς δεν θα δημοσίευε βιβλία κατά πάσα πιθανότητα, γιατί η αγορά θα ήταν πολύ πιο περιορισμένη.

Αν όμως θέλουμε ελευθερία, πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και αλλιώς.

 

7 / 12 / 2025

Για κάποιο λόγο βλέπω ότι πάλι η κουβέντα για τα εμβόλια έχει φουντώσει αποδώ κι αποκεί – με παράλογο φανατισμό, ίσως. Υποθέτω πως είναι από κάτι που ξεκίνησε στο εξωτερικό· δεν ξέρω ακριβώς τι, γιατί δεν το παρακολουθώ πλέον τόσο στενά το θέμα από τότε που έπεσε η υποχρεωτικότητα (που ήταν και το βασικό της υπόθεσης).

Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, με εκπλήσσει που ακόμα υπάρχουν άνθρωποι (πέρα από τους ξεδιάντροπα κερδοσκόπους, φυσικά) οι οποίοι υποστηρίζουν με μένος αυτά τα εμβόλια για τον Covid. Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι δεν ήταν ασφαλή, και ότι ανεύθυνα και βιαστικά, όχι μόνο βγήκαν σε ευρεία κυκλοφορία, αλλά προσπάθησαν και να τα επιβάλουν επάνω στον κόσμο.

Το θέμα με τα εμβόλια έχει καταντήσει μπερδεμένο χωρίς λόγο (ίσως και εσκεμμένα από κάποιος) ενώ είναι κάτι πολύ απλό. Και πρέπει να καταλάβει ο κόσμος δύο πράγματα.

Πρώτον: τα εμβόλια αυτά δεν είναι ασφαλή. Η πιθανότητα, βέβαια, να πάθεις κάτι κακό είναι πολύ μικρή. Είναι λιγότερη από 0,1%, αν δεν κάνω λάθος – δεν θα καθίσω τώρα να ψάξω πάλι τα δεδομένα. Στον κάθε άνθρωπο μεμονωμένα είναι σπάνιο ότι θα του συμβεί κάτι τραγικό. Αλλά στους πολλούς ανθρώπους μαζικά αυτό το ποσοστό μεταφράζεται σε δεκάδες χιλιάδες τραγικές καταστάσεις – πράγμα αποδεδειγμένο πλέον. Αν κάνουν αυτά τα εμβόλια εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουμε χιλιάδες ανθρώπους τελείως παράλυτους από τον λαιμό και κάτω. Αυτό το μικρό ποσοστό όταν μεταφράζεται σε χιλιάδες κατεστραμμένες ζωές είναι τραγωδία.

Δεύτερον, και πιο σημαντικό: Δεν μπορεί αυτά τα εμβόλια να επιβάλλονται μαζικά στον πληθυσμό – όπως και η οποιαδήποτε δραστική ουσία. Δεν μπορείς να επιβάλλεις στον άλλο τι θα βάλει μες στο σώμα του. Αυτό είναι φασιστικό. Τέτοια πράγματα κάνουν μόνο οι χειρότεροι από τους χειρότερους φασίστες. Δεν υπάρχει σωστός φιλελεύθερος άνθρωπος που θα σου πει ότι είναι εντάξει να βάζεις κάτω τον άλλο δια της βίας και να τον ταΐζεις την οποιαδήποτε δραστική ουσία θέλει δε θέλει. Ασχέτως αν αυτή η ουσία είναι ακόμα και ευεργετική. Πόσο μάλλον όταν έχει και πιθανότητες να τον βλάψει ανεπανόρθωτα.

Αυτό δεν χωράει συζήτηση. Όποιος πιστεύει ότι πρέπει να υποχρεώνει τους άλλους να παίρνουν ουσίες πρέπει να τον πυροβολήσουν στο κεφάλι. Κυριολεκτικά. Δεν μπορούν να λειτουργήσουν ειρηνικά κοινωνίες με τέτοιους ανθρώπους μέσα τους.

Και σε περίπτωση που αναρωτιέστε τι πιστεύω γενικά για τα φάρμακα και τις οποιεσδήποτε δραστικές ουσίες: όχι, δεν είμαι από εκείνους που θέλουν να τις αποκλείσουν. Αντιθέτως: είμαι από εκείνους θα ήθελαν όλες να είναι τελείως ελεύθερες – εμβόλια, αντιβιοτικά, τα πάντα. Συμπεριλαμβανομένων των ψυχοτρόπων (κοινώς γνωστών με τον όρο «ναρκωτικά»). Νομίζω ότι το καλύτερο θα ήταν να πηγαίνεις στο φαρμακείο και – δεδομένου ότι είσαι ενήλικας και ξέρεις τι σου γίνεται – να παίρνεις ό,τι θέλεις, ελεύθερα. Μη σας πω και δωρεάν (αλλά αυτό θα ήταν για πολύ πιο προηγμένες κοινωνίες, δυστυχώς).

Το τι θα βάλει ο καθένας μέσα στο σώμα του είναι δική του υπόθεση – αλλά πρέπει πάντα να είναι καλά ενημερωμένος.

Το αν θα ήθελε να συμβουλευτεί και κάποιον «ειδικό» πρώτα είναι επίσης δική του υπόθεση.

Δεν μπορεί ο κάθε «ειδικός» να προσπαθεί να επιβάλει στους άλλους τι θα κάνουν με το σώμα τους. Αυτό είναι τελείως απαράδεχτο.

Το να προσπαθείς δια της βίας να επιβάλεις την οποιαδήποτε δραστική ουσία σε μαζική κλίμακα είναι παρόμοιο τού να ρίχνεις LSD στο κεντρικό σύστημα ύδρευσης. (Και το LSD μπορεί και να τους έκανε καλό. Γι’αυτά τα εμβόλια mRNA, δεν ξέρω...) Κοντολογίς, είναι εγκληματική ενέργεια.

Και έτυχε τις προάλλες (πραγματικά, δεν ξέρω πώς έτυχε, γιατί δεν τα ψάχνω πλέον αυτά) να πέσω πάνω σ’ένα βίντεο στο YouTube από μια εκπομπή σε ένα ελληνικό κανάλι όπου το θέμα ήταν αυτή η τραγωδία που έχει συμβεί σε μια Ελληνίδα η οποία έχει παραλύσει τελείως από τα εμβόλια για τον Covid. Είχαν καλέσει τη δικηγόρο της (γιατί η ίδια δεν μπορεί ούτε να μιλήσει) και είχαν καλέσει και κάποιους γιατρούς, συμπεριλαμβανομένου του γνωστού ιατρογκεσταπίτη που έβγαινε κατά την περίοδο της κορονοχούντας και απειλούσε τον κόσμο για να εμβολιαστεί.

Το μόνο θετικό σημάδι από αυτή την εκπομπή ήταν ότι φάνηκε πως οι δημοσιογράφοι έχουν πια αρχίσει να καταλαβαίνουν την πραγματικότητα της κατάστασης και να μην τρώνε κουτόχορτο από τους «ειδικούς»: βλέπουν τα δεδομένα, δεν είναι χαζοί. Αλλά αυτοί οι «ειδικοί» είναι αμετανόητοι, και όχι μόνο αμετανόητοι μα και απίστευτα προκλητικοί, με ένα ύφος «μόνο εγώ ξέρω και κανείς άλλος να μη μιλάει».

Και, εντάξει, δεν λέμε, έχει σπουδάσει μια επιστήμη· αλλά αυτό δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο στις μέρες μας. Εκατομμύρια άλλοι είναι σαν αυτόν. Μια ρομποτική διαδικασία είναι πλέον το να παίρνεις πτυχία· δεν είμαστε στον Διαφωτισμό. Ούτε είσαι ο Τέσλα, ή κανένας προφήτης.

Αλλά ο εγωισμός του – αν όχι και τίποτ’ άλλο ακόμα πιο απατεωνίστικο – δεν τον αφήνει να παραδεχτεί το λάθος (αν υποθέσουμε ότι ήταν καν λάθος εξαρχής). Από αυτό το λάθος, όμως, κόσμος έχει πάθει ανεπανόρθωτες βλάβες...

Πώς θα του φαινόταν αυτού του επιστήμονα αν τον βάζαμε με το ζόρι να παίξει Ρωσική Ρουλέτα; Ε, ακριβώς αυτό έκανε στον κόσμο! Και έχει ο πούστης το θράσος να το υπερασπίζεται ακόμα – συγνώμη για τα γαλλικά, αλλά μεγάλωσα στο Παρίσι.

Και ναι μεν όλα τα φάρμακα μπορούν να παρουσιάσουν παρενέργειες (ορισμένες από τις οποίες πολύ άσχημες), αλλά όλα τα φάρμακα δεν προσπαθούν να σε υποχρεώσουν να τα πάρεις. Και εκεί ήταν η βασική διαφορά με τα εμβόλια για τον Covid. Δεν ήταν απλώς μια νέα δραστική ουσία που ο καθένας μπορούσε με δική του ευθύνη (και δικό του ρίσκο) να τη λάβει. Ήταν μια νέα δραστική ουσία που κάποιος άλλος προσπαθούσε να του την επιβάλει με το ζόρι, και, σε πολλές περιπτώσεις, με πραγματικές ποινές.

Αυτό που είχε συμβεί ήταν απίστευτο. Και τελείως εγκληματικό. Τέτοια φαινόμενα δεν έχουν καμία θέση σε κοινωνίες που δεν ασπάζονται την ιδεολογία του Γ’ Ράιχ.

 

4η σελίδα από τις 182

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Swords and Deviltry· Swords Against Death, του Fritz Leiber


Έχω δύο ανθολογίες που περιλαμβάνουν, συνολικά, όλες τις ιστορίες του Fritz Leiber με τον Fafhrd και τον Gray Mouser. Παλιότερα, είχα διαβάσει μια ιστορία από τη δεύτερη ανθολογία· δεν θυμάμαι ποια ακριβώς, αλλά θυμάμαι ότι μου άρεσε. Τώρα, αποφάσισα να διαβάσω και τις δύο ανθολογίες, ξεκινώντας από την πρώτη, κανονικά.

Έχω ακούσει πολλά για τον Fritz Leiber, ειδικά για τις ιστορίες του με τον Fafhrd και τον Gray Mouser στην Lankhmar, και μάλιστα από διάφορους γνωστούς συγγραφείς (όπως Moorcock, για παράδειγμα). Οι περισσότεροι φαίνεται να τον θαυμάζουν: ίσως να τον θεωρούν και κάτι το ιδιαίτερο. Αυτό είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό μου μια κάποια εντύπωση για τον Leiber η οποία δεν βγήκε πραγματική, δυστυχώς. Δεν απογοητεύτηκα ακριβώς από όσα που έχω διαβάσει ώς τώρα, αλλά δεν ήταν και εκείνο που περίμενα. Περίμενα κάτι που θα με συνεπάρει και θα με ξαφνιάσει όπως το Amber του Zelazny· όμως δεν είναι τέτοιο πράγμα. Όχι για εμένα, τουλάχιστον.

Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει τα πρώτα δύο βιβλία – το Swords and Deviltry και το Swords Against Death – δηλαδή, τη μισή πρώτη ανθολογία. Αυτά τα δύο βιβλία, φυσικά, περιλαμβάνουν διάφορες ιστορίες, διάφορες περιπέτειες του Fafhrd και του Mouser. Μην ξεχνάτε ότι ο Leiber έγραφε για περιοδικά, οπότε υποχρεωτικά οι ιστορίες είναι μικρού μήκους η καθεμία· όμως είναι πολλές. Και εδώ δεν είναι τοποθετημένες με τη σειρά που τις έγραψε ο Leiber, αλλά με την ιστορική τους συνέχεια – έτσι όπως ο Leiber τις κατέταξε ύστερα από χρόνια. Οι ιστορίες, όμως, που είχε γράψει παλιότερα διαφέρουν αρκετά από τις νεότερες – και το καταλαβαίνεις εύκολα ότι γράφτηκαν πριν. Αυτές οι παλιότερες ιστορίες είναι απλές περιπέτειες όπου δυο τυχοδιωκτικοί ήρωες συναντούν κάτι παράξενα ή επικίνδυνο, ή και τα δύο μαζί, και κάπως το προσπερνάνε ή το κατατροπώνουν, και συνεχίζουν τον δρόμο τους, πηγαίνοντας σε άλλες περιπέτειες. Οι νεότερες ιστορίες μοιάζει να έχουν περισσότερο υπόβαθρο και να ασχολούνται πιο πολύ με τον κόσμο γύρω από τους ήρωές μας, καθώς και με το ποιοι πραγματικά είναι αυτοί, και τι θέλουν. Γενικά, είναι πιο γεμάτες, ας πούμε, από πληροφορίες. Οι δύο πρώτες ιστορίες, δε, στο Swords and Deviltry είναι ξεκάθαρα ιστορικό υπόβαθρο του Fafhrd και του Mouser· και είναι και οι δύο αρκετά καλές. Προσωπικά, προτιμώ αυτή του Mouser: είναι τρομερά διαβολική και ατμοσφαιρική. Αυτή του Fafhrd είναι... έτσι κι έτσι· και νομίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να την ονομάσει ακόμα και «μισογύνικη» με όλες αυτές τις «καταπιεστικές γυναίκες-μάγισσες» της φυλής του Fafhrd· αλλά δεν πιστεύω ότι η πρόθεση του συγγραφέα ήταν τέτοια.

Το γεγονός, όμως, ότι μπλέκει ιστορίες που έγραψε παλιότερα με ιστορίες που έγραψε μετά δημιουργεί κάποια κενά, ίσως και κακώς εννοούμενες παραδοξότητες. Αν και καταφέρνει αρκετά καλά να συνδέσει μεταξύ τους όλες αυτές τις ιστορίες που έγραψε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σου δίνεται η εντύπωση ότι μερικά πράγματα δεν δένουν ακριβώς. Και το πιο χτυπητό είναι ότι στην πρώτη ιστορία με τον Gray Mouser – αυτή την ιστορία που μου άρεσε πάρα πολύ – ο Mouser είναι μάγος, και κάνει μάλιστα κάποιες πολύ διαβολικές και ισχυρές μαγείες. Στις επόμενες ιστορίες, ωστόσο, δεν φαίνεται ο Mouser να έχει καμία μαγική γνώση! Πώς είναι δυνατόν αυτό; Εγώ περίμενα ότι κάπου και στις επόμενες περιπέτειες ο Mouser θα έκανε κάτι το μαγικό. Μετά από δύο ολόκληρα βιβλία, όμως, δεν έχει κάνει τίποτα...

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Σεπτεμβρίου (22/9)


Η «σατανική» Σταχτοπούτα του Netflix — Έξι Μέρες στον Luna One — Solarpunk πραγματικότητα — Η «κοσμική αμνησία» των μαύρων τρυπών — Το κρυφό περιοδικό επιστημονικής φαντασίας — Ιστορίες με λυκανθρώπους (1828-1931) — Οι παράξενες ιστορίες του Bertram Atkey — Ιστορίες με τρολ — Professor H's Wayback Machine — Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων της επιστημονικής φαντασίας — Εικονογραφήσεις του Harry Clarke για τα παραμύθια του Hans Christian Andersen — Paul Vincent Woodroffe (1875–1954) — Ντοκιμαντέρ για την επιστημονική φαντασία και άλλα σχετικά — 10 B-movies επιστημονικής φαντασίας — Symphonie Fantastique — Ένα παλιό βιβλίο «μεταμορφώσεων» — Η τέχνη του Eugene Tssui — Zendik Farm Arts Commune — King Gizzard & The Lizard Wizard — και πολύ περισσότερα έρχονται στο LinX

 

Το Σκοτάδι Γελά — Το Κλεμμένο Βασίλειο, Τόμος 2


Έχοντας πάρει την πόλη της Όσβελακ από τα χέρια των ανθρώπων της Σφετερίστριας, ο Πρίγκιπας Κάλνεντουρ ωλ Κάρνελεκ, η Κόμισσα Χάνκαθιρ αλ Νασόλντουν, και οι σύντροφοί τους βλέπουν ξεκάθαρα ότι ο πόλεμός τους για την ανάκτηση του Βασιλείου τώρα αρχίζει – ένας πόλεμος άμεσα συνδεδεμένος με την ίδια τους την επιβίωση. Στρέφουν το βλέμμα τους προς τη Βορσίραθ, στις Κάτω Ακτές, και επιδιώκουν να επιστρατεύσουν συμμάχους προκειμένου να αντιμετωπίσουν την απειλή που αντιπροσωπεύει.

Ο Κάλνεντουρ ταξιδεύει με τον Έλκερθιν τον Θανατογέννητο για να συναντήσει ένα χαμένο παιδί του και για να τον βοηθήσει να συγκεντρώσει μαχητές από τους παρανόμους του Βασιλείου... ένας από τους οποίους αποδεικνύεται παλιός γνωστός του Πρίγκιπα και του δίνει κάποιες απαντήσεις για το αινιγματικό παρελθόν του.

Η Λοτρίνθα ωλ Νάλδεκερ, μαζί με τον Ραμάλθιν αλ Ένερκαβ και τη Σιράλια’χοκ ωλ Κίριβεμ, οδηγείται στη γενέτειρά της από τον Αρχικαλεστή του Πεπρωμένου και τους ακόλουθούς του, όπου κίνδυνος καραδοκεί για εκείνη πίσω από κάθε σκιά. Ο πραγματικός κίνδυνος, όμως, που πρέπει να φοβάται δεν είναι αυτός που νομίζει...

Και η Χάνκαθιρ αλ Νασόλντουν, η Κόμισσα των Σκιών, ερευνά το παρελθόν της Κομητείας της προκειμένου να ανακαλύψει τα μυστικά των Σκοτεινών Ακόλουθων: και καταλήγει σε μέρη που δεν φανταζόταν ότι μπορεί να υπήρχαν.

Ενώ ο Πρίγκιπας Κάλνεντουρ και οι σύμμαχοί του παλεύουν για την απελευθέρωση του Βασιλείου από τα δεσμά της Ζώθμαλιρ αλ Μακμάρνουν, πίσω από τον αγώνα τους μια δύναμη που έχει τραφεί από το μίσος και την απόγνωση απλώνεται σαν μόλυνση που αποσκοπεί να τους καταστρέψει όλους...

Κατεβάστε το