1/4/2026
Φανταστική Λεξιπλασία
Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)
Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.
Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».
Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.
Ο Carter ξεκινά να μας λέει ότι κάποιοι φτιάχνουν πολύ ωραία φανταστικά ονόματα, όπως ο Dunsany ή ο Jack Vance. Αλλά κάποιοι άλλοι τα κάνουν χάλια τα ονόματα. Συγκεκριμένα, γράφει:
Others are less competent, some lacking the skill altogether; these unfortunate writers either have no ear at all for the sound of neocognomina, or they fail to prepare themselves in advance by carefully working out a list of fifty or sixty invented names to have on hand when the need arises—a system I would recommend to all new workers in the art of fantasy. The hastier of such writers—and I might place Gardner F. Fox among them—when faced with the need to insert a coined name into a passage, do either one of two things. Either they snatch a noun carelessly out of history, geography, or legend and transmogrify it by knocking out a syllable or altering a vowel; or they simply coin a name on the spot, generally a gawdawful one, full of X's, Z's, and Q's.
Με αυτό συμφωνώ. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα φανταστικά ονόματα που δεν είναι όντως φανταστικά αλλά «κλεμμένα» από την πραγματικότητα και λιγάκι αλλαγμένα. Δηλαδή, αντί να πεις έναν μάγο Κώστα, τον λες Κόομσταν. (Γαμάτο, ε; Αλλά άθλιο, ουσιαστικά...) Είναι απλώς μια εύκολη λύση.
Το ακόμα χειρότερο είναι, ίσως – ίσως – να παίρνεις τα πραγματικά ονόματα όπως είναι και να τα βάζεις σ’έναν φανταστικό κόσμο.
Είναι, όμως, αληθινά κακό;
Ο Carter λέει ότι αυτό, φυσικά, το έκανε και ο R.E. Howard, ο δημιουργός του Κόναν. Και όντως το έκανε: το ένα βασίλειο το έλεγαν Στυγία, το άλλο Κορινθία. Τη μακρινή «Κίνα» την έλεγαν... Κιτάι. Και διάφορα άλλα παρόμοια. Ακόμα και το όνομα Κόναν δεν είναι φανταστικό· υπάρχει.
Ο Carter δεν το θεωρεί καλό αυτό· δεν το θεωρεί σωστό τρόπο ακριβώς για να βγάζεις φανταστικά ονόματα – και τυχαίνει να συμφωνώ μαζί του. Λέει ότι είναι λιγάκι τεμπέλικος τρόπος λεξιπλασίας. Η εύκολη λύση.
Από την άλλη, ο R.E. Howard υποτίθεται ότι τα δικαιολογεί όλα αυτά επειδή ο φανταστικός κόσμος του είναι προϊστορικός – δηλαδή, είναι ονόματα που έμειναν από τότε. Αλλά σκεφτείτε: Πραγματικά θα μπορούσαν να είχαν μείνει; Έτσι όπως τα έχει βάλει; Αν είναι δυνατόν... Ειδικά αυτό το Κορινθία. Για να μην πούμε το Στυγία. Και θυμηθείτε και το Book of Skelos. Τι γελοίο όνομα είναι αυτό; Σκέλος; Σοβαρά; Υποτίθεται ότι είναι τρομαχτικό – κάτι που θυμίζει την «παράξενη» ελληνική λέξη skeletos από την οποία προέρχεται η λέξη skeleton. Αλλά αυτό θα το σκεφτεί μόνο κάποιος που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει η λέξη σκέλος στα ελληνικά – καμία σχέση, φυσικά, με οτιδήποτε το μακάβριο!
Τέλος πάντων. Σύμφωνα με τον Lin Carter, ακόμα κι ο Lovecraft διαφωνούσε με τα ονόματα του Howard:
The only flaw in this stuff is R. E. H.'s incurable tendency to devise names too closely resembling actual names of ancient history—names which, for us, have a very different set of associations. In many cases he does this designedly—on the theory that familiar names descend from the fabulous realms he describes—but such a design is invalidated by the fact that we clearly know the etymology of many of the historic terms, hence cannot accept the pedigree he suggests.
Αυτό υποτίθεται ότι το έχει γράψει ο Lovecraft σε μια επιστολή του προς τον Donald A. Wollheim.
Ανεξαρτήτως όλων των παραπάνω, νομίζω πως ο Carter έχει δίκιο, σε γενικές γραμμές, που θεωρεί λιγάκι τεμπέλικο το να βάζεις αληθινά ονόματα μέσα σε φανταστικούς κόσμους, ή να τα αλλάζεις λιγάκι απλά για να πεις ότι είναι φανταστικά.
Ιδιαίτερα κατακρίνει τον Gardner F. Fox:
Fox has no particular trouble with exciting incident or swashbuckling derring-do, but he is weak on the fantasy techniques, and terrible with cognominal in vention. He just grabs the first name that comes along, changes a vowel or a consonant, and pops it down on the page, never caring how obvious the derivation may be, seemingly convinced that the reader will never notice. This is very careless. In a recent example, Kothar of the Magic Sword (Belmont Books, 1969), his wandering hero, armed with an enchanted blade given him by the wizard "Afgorkon" (from Clark Ashton Smith's "Aforgomon," most likely), attempts to steal a magic treasure from the emperor of "Avalonia" (from the island "Avalon" in the King Arthur stories) but is caught by the emperor's "Prokorian" guards (from the Roman "Praetorian Guard"). Swearing by his god "Dwalka" (borrowed from King Kull's god "Valka"), he fights his way free and escapes to the parallel world "Nirvalla" (from the Buddhist term, "Nirvana"), where the "giant Cumberian" (from Howard's "giant Cimmerian") runs the gamut of supernatural perils before getting home again. Sloppy, clumsy hackwork.
Έχει πλάκα, δεν έχει;
Και έχει και δίκιο, εδώ που τα λέμε. Εντάξει, ποιο είναι το πρόβλημά σου; Δεν μπορείς να σκεφτείς μερικά δικά σου φανταστικά ονόματα; Τι συγγραφέας φαντασίας είσαι;
Υπάρχει, όμως, και κάτι που ο Carter δεν φαίνεται να έχει σκεφτεί, αλλά εγώ το έχω σκεφτεί. Ειδικά όταν έγραφα ιστορίες στο Θρυμματισμένο Σύμπαν, όπου σε ορισμένους κόσμους/διαστάσεις του υπάρχουν ονόματα που είναι «αληθινά». Για παράδειγμα, μια διάσταση/κόσμος του ΘΣ λέγεται Απολλώνια, και εκεί μπορεί να συναντήσεις ονόματα όπως Ανδρόνικος, Βασιλική, Κορνηλία, Δομινίκη, Λούσιος. Μια άλλη διάσταση λέγεται Υπερυδάτια και εκεί μπορεί να συναντήσεις ονόματα όπως Δημήτριος, Γεώργιος, Λουκία, Ιωάννα. Μια άλλη διάσταση λέγεται Μοργκιάνη και εκεί μπορεί να συναντήσεις ονόματα όπως Μέμντουρ, Βέλερντιν, Όσβελακ, Χάρνωθ – αλλά αυτά δεν μας απασχολούν τώρα. Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι σε ορισμένους κόσμους του ΘΣ έχω και «αληθινά» ονόματα. Γιατί; Επειδή βαριόμουν να σκεφτώ τα δικά μου ονόματα; Όχι, προφανώς. Έχω σκεφτεί εκατοντάδες φανταστικά ονόματα στη ζωή μου, και, κατά πάσα πιθανότητα, μέχρι να με πάρει ο Χάρος θα σκεφτώ μερικές χιλιάδες τέτοια ακόμα. Όμως ορισμένες φορές βάζω και «αληθινά» ονόματα, γιατί θέλω να δώσω μια συγκεκριμένη αίσθηση στο σκηνικό. Και, όπως έχω ξαναγράψει και παλιότερα, αυτά δεν είναι τα πραγματικά ονόματα· είναι απλώς οι καλύτερες δυνατές μεταφράσεις των πραγματικών ονομάτων. Στους κόσμους του ΘΣ, προφανώς, δεν μιλάνε ελληνικά – ούτε αγγλικά, ούτε ισπανικά, ούτε κινέζικα. Το ΘΣ δεν έχει καμιά σχέση με τον κόσμο μας. Δεν είναι καν σαν το σύμπαν του Amber του Zelazny, όπου ο κόσμος μας είναι ακόμα μία Σκιά του. Το ΘΣ είναι μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα, τελείως παράλληλη ως προς τη δική μας. Δεν εφάπτονται πουθενά, σε καμία περίπτωση· και ακόμα και οι φυσικοί νόμοι του ΘΣ είναι διαφορετικοί από του δικού μας κόσμου (αν και μοιάζουν στις άκρες). Οπότε, πώς μπορείς εκεί να έχεις ονόματα όπως Ανδρόνικος, ή Νικόδημος, ή Δημήτριος, ή Ιωάννα, ή Ιουλία; Πώς; Είπαμε: είναι μετάφραση. Όπως το Κώστας μπορείς να το μεταφράσεις Gus στα αγγλικά – αλλά δεν είναι πραγματικά Κώστας· απλώς είναι η καλύτερη δυνατή μετάφραση. Όπως το Γιάννης μπορείς να το μεταφράσεις John, ή Jack, ή Jon.
Ακριβώς αυτό θεωρώ εγώ ότι συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις που «αληθινά» ονόματα εμφανίζονται σε φανταστικούς κόσμους. Είναι εκεί για να δώσουν μια αίσθηση. Δεν είναι τα πραγματικά ονόματα· είναι οι μεταφράσεις των πραγματικών ονομάτων.
Το ίδιο κάνει και ο G.R.R. Martin στο A Song of Ice and Fire. Όλα τα ονόματα των χαρακτήρων του είναι ή «πραγματικά» ονόματα (όπως Jon), ή αλλοιώσεις πραγματικών ονομάτων (όπως Petyr), ή φανταστικά που όμως θα μπορούσαν και να ήταν πραγματικά ή μοιάζει να ταιριάζουν με όλα τα υπόλοιπα (όπως Tyrion, Varys, Daenerys).
Και αυτό είναι κάτι το βασικό: τα ονόματα να ταιριάζουν μεταξύ τους και με το όλο σκηνικό – και ο συγγραφέας να το κάνει συνειδητά. Αν, για παράδειγμα, έχεις ένα ψευδομεσαιωνικό σκηνικό όλο παράξενα ονόματα και μετά πετάξεις μέσα έναν ιππότη που λέγεται Μιχάλης, αυτό δεν είναι καλό· είναι ηλίθιο. Για να υπάρχει κάποιος Μιχάλης εκεί, θα πρέπει να υπάρχουν κι άλλοι με παρόμοια ονόματα.
Και η ύπαρξη των οποιωνδήποτε ονομάτων – είτε το δεις ως μετάφραση είτε όχι – μπορεί να αποδοθεί ως συγκυρία. Υπό την έννοια ότι σε μια άλλη πραγματικότητα μπορεί να υπάρξει το οτιδήποτε (οι πιθανότητες είναι άπειρες). Aλλά πρέπει να υφίσταται εσωτερική λογική και συνάφεια.
Αν, λοιπόν, ο συγγραφέας το κάνει συνειδητά, όλα καλά. Αν το κάνει απλώς για να ξεμπερδεύει με τα ονόματα και να μη χρειάζεται να σκεφτεί... ε, τότε, είναι λιγάκι τεμπελάκος, ή τσαπατσούλης.
Ο Lin Carter δεν φαίνεται να το έχει σκεφτεί ποτέ έτσι. Τα βλέπει τα ονόματα πολύ κυριολεκτικά. Και, αν και συμφωνώ σε γενικές γραμμές μαζί του, πιστεύω ότι πρέπει πάντα να δίνεται το περιθώριο και για εξαιρέσεις. Η αισθητική δεν είναι μονόδρομος. Και είναι καλό να δοκιμάζεις πολλών ειδών αισθητικές στη ζωή σου ως συγγραφέας – ή ως καλλιτέχνης γενικά – ή ως σουρεαλιστικός άνθρωπος, ακόμα πιο γενικά.
Μετά, ο Carter γράφει κι άλλα που με βρίσκουν περισσότερο αντίθετο. Διαβάστε τι λέει για τον Moorcock:
Now, as for lmrryr, "the Dreaming City of Melnibone," it is a name so beautiful as to be worthy of Dunsany himself.
But R'lin K'ren A'a ...
R'lin K'ren A'a!
If names were meant to be eaten, that one would give you indigestion.
Τουτέστιν, έχει πρόβλημα με τα πολύ περίεργα ονόματα όπως R'lin K'ren A'a. Γιατί; Ποιο είναι το θέμα του; Ποιος του είπε ότι όλα τα φανταστικά ονόματα πρέπει να ακούγονται όμορφα και μουσικά όπως το lmrryr; Από την άλλη, δεν λέει τίποτα για το Κθούλου, το οποίο είναι ένα τελείως βλακώδες όνομα, κατά τη γνώμη μου. Αλλά όλα τα ονόματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Γιατί να πρέπει να ακούγονται ωραία; Δεν το κατάλαβα αυτό. Ρίξε μια ματιά στην πραγματικότητα γύρω σου, παγκοσμίως. Σου ακούγονται όλα τα ονόματα ωραία; Ορισμένα δεν ακούγονται, δε, τελείως γελοία;
Ντιν-ντονκ! Έτσι είναι η πραγματικότητα. Υπάρχουν και ονόματα τελείως βλαμμένα, ή τελείως περίεργα.
Πόσω μάλλον σε έναν φανταστικό κόσμο.
Ο Carter φαίνεται να νομίζει ότι κάποια ονόματα είναι «σωστά» και «ταιριαστά», για κάποιο μυστηριώδη λόγο, ενώ άλλα δεν είναι. Και φαίνεται, επίσης, να θεωρεί ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να τα ξεχωρίσουν αυτά τα ονόματα, ενώ άλλοι είναι μαλάκες και δεν μπορούν.
Μια τέτοια άποψη, εκτός του ότι είναι λιγάκι ελιτίστικη, είναι και βλακώδης. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως αντικειμενικά καλή αισθητική στα φανταστικά ονόματα. Αυτό είναι, πραγματικά, φαντασία. Είναι μύθος.
Δείτε, για παράδειγμα, τι γράφει για δύο φανταστικές λέξεις που είχε φτιάξει ο Edgar Rice Borroughs:
[...] we tum to the first page of Burroughs' novel Thuvia, Maid of Mars, and we read:
Upon a massive bench of polished ersite beneath the gorgeous blooms of a giant pimalia a woman sat. Her shapely, sandalled foot tapped impatiently upon the jewel-strewn walk that wound beneath the stately sorapus trees across the scarlet sward of the royal gardens of Thuvan Dihn, Jeddak of Ptarth, as a dark-haired, red-skinned warrior bent low toward her, whispering heated words close to her ear.
Acknowledging the self-evident fact that this is a simply brilliant way of opening a story-scene, setting, mood, and characters all sketched out in one swift stroke of the verbal brush-notice those invented names. "Pimalia" and "ersite." The blooms of the flowering pimalia tree. Massive bench of polished ersite stone. We recognize it when we hear it—the Proper Name—"and no other name will do."
"Pimalia" sounds like the name of a flowering tree; "ersite" sounds like a kind of carven stone. This is precisely what Auden meant by aptness.
Now let's try it this way:
Upon a massive bench of polished pimalia, beneath the gorgeous blooms of a giant ersite, a woman...
Εδώ προσπαθεί να μας πείσει ότι, για κάποιο αινιγματικό λόγο, η φανταστική λέξη pimalia ταιριάζει σε δέντρο αλλά όχι σε πέτρωμα, ενώ για τη φανταστική λέξη ersite ισχύει το αντίστροφο.
Μα αν είναι δυνατόν... Βάσει ποιου κριτηρίου η λέξη ersite ταιριάζει καλύτερα σε πέτρωμα; Δεν υπάρχει κανένα κριτήριο. Είναι τελείως υποκειμενικό.
Και μετά λέει για τη λέξη Stonehedge – ναι, το γνωστό Stonehedge – ότι είναι μια λέξη με «βάρος» που «ταιριάζει», και τα λοιπά... ενώ η λέξη Piccadilly δεν θα ταίριαζε για αυτή την περίπτωση επειδή ακούγεται «αστεία».
Το πιστεύετε;
Η λέξη Stonehedge έχει μια κάποια ετυμολογία (stone + hedge = πέτρινος φράχτης, ας πούμε), γι’αυτό ταιριάζει σε έναν κύκλο από γιγάντιες πέτρες. Δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος. Δεν έχει να κάνει με αισθητική.
Και στη συνέχεια, ο Carter κάνει το λάθος να περιαυτολογήσει κιόλας για τον ήρωά του τον Thongor (και να γιατί δεν πρέπει να περιαυτολογείς και πολύ όταν είσαι απόλυτος):
In my own stories, I try to match the savor to the sound and the sense: "Thongor," has grim weight to it, solidity, and the ring of clashing steel. The character is obviously a fighting-man; you can sense that from the sound of the name alone.
Σοβαρά τώρα... Όταν ακούς Θόνγκορ, σου έρχονται στο μυαλό αυτά τα πράγματα; Εμένα, κατά πρώτον, δεν μου αρέσει καν σαν όνομα. Μου μοιάζει με κάτι σαν Γρουφτ ο Γρουντ. Ακόμα ένα σαχλό «βαρβαρικό» όνομα.
Αλλά η ουσία είναι η εξής: τα ονόματα από μόνα τους δεν λένε τίποτα. Απολύτως τίποτα. Εντάξει, ορισμένα ίσως να ακούγονται πιο όμορφα, ή πιο μουσικά. Αλλά ούτε αυτό πάει να πει κάτι. Εκείνο που έχει σημασία είναι τι φέρνει στο μυαλό μας το όνομα. Και, για να φέρει ένα όνομα κάτι στο μυαλό σου, πρέπει να το έχεις συνδέσει νοητικά με κάτι συγκεκριμένο. Το Stonehedge, ή ο Παρθενώνας, σου φέρνουν στο μυαλό αυτό που σου φέρνουν γιατί ξέρεις τι είναι. Μέσα σε μια φανταστική αφήγηση, προκειμένου ένα όνομα να φέρνει «κάτι» στο μυαλό, θα πρέπει να δημιουργηθεί «κάτι» μέσα από την ίδια την αφήγηση. Δεν έχει σημασία αν έναν ήρωα τον λένε Ρουγκλ· σημασία έχει τι κάνει αυτός ο Ρουγκλ μέσα στην αφήγηση, και πώς τον θυμόμαστε από όσα έχουμε διαβάσει γι’αυτόν. Οπότε, αποκεί και πέρα, ακόμα και ένα «γελοίο» όνομα όπως Ρουγκλ, μπορεί να μας μοιάζει απίστευτα ηρωικό και ρομαντικό.
Τα ίδια τα ονόματα δεν σημαίνουν τίποτα. Είναι απλώς σειρές από φθόγγους.
Εκτός αν υπάρχει ετυμολογία από πίσω. Αλλά, και πάλι, κανείς συνήθως δεν δίνει σημασία σε αυτήν. Για παράδειγμα, το Κωνσταντίνος σημαίνει σταθερός, ανθεκτικός, που δεν αλλοιώνεται (εξ ου και το αγγλικό constant). Αλλά σκέφτεσαι εσύ αυτό όταν μιλάς στον Κώστα; Φυσικά και όχι. Είναι απλώς ένα όνομα. Τον Κώστα τον αναγνωρίζεις από διάφορα χαρακτηριστικά του και ιδιότητές του και τι κάνει και πώς δρα. Έτσι το όνομά του αποκτά νόημα.
Το όνομα Βέγγος πώς σας φαίνεται; Αστείο, ε; Επειδή μας φέρνει στο μυαλό τον γνωστό Βέγγο, φυσικά. Επειδή έχουμε κάνει αυτή τη σύνδεση μες στη σκέψη μας. Αλλιώς το όνομα Βέγγος (αγνώστου ετυμολογίας) από μόνο του δεν θα σήμαινε απολύτως τίποτα. Θα μπορούσες να πεις ότι ήταν και ο Βέγγος ο Βάρβαρος. Ταιριάζει. Ο Βου ο Βου. (Και μη γελάτε· σωβρακολογώ αγρίως).
Και τώρα θα μου πεις: Μα είναι δυνατόν κανένα φανταστικό όνομα να μην έχει αξία; Δεν ακούγονται ορισμένα ονόματα ωραία, ή φαντασμαγορικά, ή μαγευτικά;
Ναι, όντως. Αλλά δεν πρέπει να το τραβάμε στα άκρα αυτό. Δεν μπορείς να πεις ότι κάποιο φανταστικό όνομα, ή κάποια φανταστική λέξη, είναι λάθος. Τι θα πει «λάθος», δηλαδή; Αν ήταν έτσι, τότε τα μισά ονόματα στον πραγματικό κόσμο θα ήταν λάθος! Ούτε μπορείς να υποθέτεις ότι η δική σου αισθητική πάνω στα ονόματα είναι αντικειμενική.
Παρεμπιπτόντως, ρίξτε μια ματιά και στο άρθρο μου Ακατανόητες Οντότητες για να δείτε τι γνώμη έχω για τα ονόματα υποτιθέμενα «απερίγραπτων» οντοτήτων που είναι «αδύνατον να εννοηθούν» αλλά απλώς ονομάζονται Χθούμπουμγκρουμ ή κάτι τέτοιο.
Δεν υπάρχουν «ταιριαστά» φανταστικά ονόματα. Είναι μύθος. Το θέμα είναι τα ονόματα να δένουν στην αισθητική και τη λογική του σκηνικού μέσα στο οποίο παρουσιάζονται. (Άμα μου λες ότι μια οντότητα είναι «ακατάληπτη» αλλά μετά έχει όνομα που μπορείς να το αρθρώσεις με τα ποταπά ανθρώπινα χείλη σου, ε, τότε η λογική κάπου μπορεί και να μπάζει.)
Και δείτε ποια ονόματα θεωρεί καλά ο Lin Carter:
Leigh Brackett, when she avoids the Celtic glossaries, can coin beautifully. In The Secret of Sinharat, such names as Berild, Narrabhar, and Delgaun are fluid and lovely. Clark Ashton Smith is a master at this, coining names at once odd and beautiful: Malygris the Magician, Satampra Zeiros, Phaniol, Tirouv Ompallios, Maal Dweb, Ralibar Vooz in "The Seven Geases," Tsathoggua, Mmatmuor, and Sodosma.
And Dunsany, of course, the master of them all. Remember the heroes of the City of Victories?—"Welleran, Soorenard, Mommolek, Rollory, Akanax and young Iraine." Or Thangobrind the Jeweller, or Loren diac in "The Fortress Unvanquishable," or Lirazel and Alveric and Ziroonderel, the witch who dwelt among the thunders in The King of Elfland's Daughter. Or the warriors in that fine tale "Carcassone," who dwelt in days "when Camorak reigned at Arn, and the world was fairer . . . Gadriol the Leal, and Norn, and Athoric of the Sleety Sword, Heriel the Wild, Yarold, and Thanga of Esk."
Αυτά τα φανταστικά ονόματα είναι όντως ωραία και ατμοσφαιρικά. Αλλά είναι και θέμα αισθητικής του Carter. Δηλαδή, το Tsathoggua δεν του φαίνεται γλωσσοδέτης; Ή το Sodosma δεν του θυμίζει τα Σόδομα; Ή το όνομα Iraine δεν θυμίζει Ειρήνη;
Προφανώς, λοιπόν, δεν υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο καλαισθησίας στα φανταστικά ονόματα. Είναι υποκειμενικό θέμα – αν και ακόμα κι αυτό είναι σχετικό, γιατί όντως κάποια μουσικότητα και ατμοσφαιρική αισθητική δεν μπορείς να πεις ότι δεν υφίσταται. Όπως επίσης δεν μπορείς να πεις και ότι δεν υφίστανται κάποιες γελοιότητες. Αν πεις έναν χαρακτήρα Πούντζες, και είσαι Έλληνας συγγραφέας, ε τότε είσαι για τις μπούντζες.
Επίσης, ο Carter αναφέρει περιπτώσεις συγγραφέων που βάζουν ονόματα τα οποία μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, όλα μέσα σε λίγες σελίδες:
As an example, Dave Van Arnam's novel The Players of Hell (New York, Belmont, 1968) demonstrates what can happen when this tendency gets out of hand: in the first twenty pages of his book, Van Arnam throws no fewer than eleven names beginning with "T" at his reader Taher, Thranor, Tron, Tza, Tir'u, Touraj, Tormitan, Tarmisorn, Tassoran, Tchambar, and Tholk. There is simply no excuse for this; Van Amam's novel is a short one of about thirty or thirty-five thousand words, and eleven names beginning with the same letter would be too many for even a novel twice that length.
Εδώ τα λέει σωστά, έτσι; Παραείναι όμοια αυτά τα ονόματα.
Σε ένα άλλο σημείο, όμως, αναφέρει κάτι που εγώ το θεωρώ άκυρο τελείως:
I also, and just for the hell of it, made up the Lemurian version of "kaor" the Martian greeting: in my system it became "belarba"—be-lar-ba: literally, "I greet you," from which it can be deduced that "be" means "I" and "ba" means "you."
Κάνει το λάθος που κάνουν πολλοί αγγλόφωνοι: νομίζει ότι οι φανταστικές γλώσσες πρέπει να μπορούν να αποδοθούν άμεσα στα αγγλικά. Αυτό είναι αστείο. Μια φανταστική γλώσσα, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα έχει καμία σχέση με την αγγλική σύνταξη. Σε τελική ανάλυση, ακόμα και αρκετές πραγματικές γλώσσες (να, του δυτικού κόσμου) διαφέρουν αισθητά στη σύνταξή τους από τα αγγλικά.
Δηλαδή, σύμφωνα με τη λογική του Carter, το ελληνικό «Σε χαιρετώ» πώς ταιριάζει στο belarba; Και πώς αποδίδεται το «Σε χαιρετώ» στα αγγλικά; «You greet»; Έλα τώρα...
Το «Σε χαιρετώ», βέβαια, μπορεί και να ειπωθεί ως «Εγώ χαιρετώ εσένα» («I greet you»)· αλλά όλοι εμείς που μιλάμε ελληνικά ξέρουμε ότι κανένας Έλληνας δεν θα το έλεγε αυτό εκτός αν έπαιζε τον μετανάστη σε κακή ελληνική τηλεοπτική σειρά.
Οπότε, το belarba – ένας φανταστικός χαιρετισμός από έναν φανταστικό κόσμο – ταιριάζει στην αγγλική γλώσσα ακριβώς... αλλά όχι στην ελληνική (ή σε κάποια άλλη); Για φαντάσου φαντασία...
Ένα άλλο θέμα που δεν αναφέρει καθόλου ο Lin Carter είναι η γενική έλλειψη ίδιων ονομάτων μέσα σε ιστορίες φαντασίας. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει μόνο ένας Κώστας, ούτε μία Χριστίνα· υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με αυτά τα ονόματα. Γιατί στη φαντασοχώρα υπάρχει μόνο ένας Καλ; Κι αυτό ισχύει όχι αποκλειστικά σε μικρές ιστορίες αλλά και σε μεγάλες, καθώς και σε σειρές ολόκληρες. Κάθε χαρακτήρας έχει και Μοναδικό Όνομα. Τι έγινε, ρε παιδιά; Πώς είναι δυνατόν;
Θα μου πεις, βέβαια, ότι αυτό γίνεται για πρακτικούς λόγους. Αλλιώς, αν μέσα σε μια ιστορία πολλοί έχουν το ίδιο όνομα, στο τέλος δεν θα ξέρουμε για ποιον μιλά ο συγγραφέας... έτσι;
Όχι απαραίτητα – αν ο κάθε χαρακτήρας έχει τις δικές του ιδιότητες και τη δική του θέση μέσα στην αφήγηση. Κι αν ο συγγραφέας ξέρει να γράφει καλά ώστε να μην προκαλείται σύγχυση.
Ελάχιστοι συγγραφείς, ωστόσο, το επιχειρούν. Για να είμαι ειλικρινής, αυτή τη στιγμή μπορώ να σκεφτώ μόνο δύο: εμένα, και τον Alan Burt Akers στη σειρά με τον Dray Prescot. Ειλικρινά, δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν άλλο. Ούτε ο G.R.R. Martin δεν νομίζω πως το κάνει στο A Song of Ice and Fire. Παρότι εκεί προελαύνει κόσμος και λαός, όλοι έχουν Μοναδικά Ονόματα. Και μιλάμε για τα μικρά τους, όχι για τα ονόματα της οικογένειάς τους. Το πιστεύεις; Κι όμως.
Αυτά για την ώρα σχετικά με το πολύ ενδιαφέρον θέμα των φανταστικών ονομάτων. Επιστρέφω τώρα στο Καταφύγιο του Σράομπ’θελ της Γαργαλιστικής Βεντάλιας ώστε να διαλογιστώ περαιτέρω βάσει των Σαρνιανών Οραμάτων μέσα από τον Γαλανόγκριζο Καθρέφτη των Μενεξεδών Ανθών του Πλακ.
(Όχι παίζουμε ζάρια θριμπ, κακαούλες.)

















