2 / 2 / 2025
Έχετε παρατηρήσει ότι δεν έχουμε επίσημες λέξεις στα ελληνικά για να αποδώσουμε τους όρους fiction και nonfiction; Ακόμα και στα «επίσημα» περιοδικά για το βιβλιο, fiction και nonfiction γράφουν. Ακόμα και στους καταλόγους που διαφημίζουν βιβλία, ως fiction και nonfiction τα χωρίζουν.
Και αναρωτιέσαι: Μα είναι δυνατόν να μην υπάρχουν αντίστοιχοι ελληνικοί όροι;
Ναι μεν οι λέξεις fiction και nonfiction είναι, κατά κάποιο τρόπο, «διεθνής ορολογία», αλλά, και πάλι, κάτι δεν σε χαλάει που στη γλώσσα σου δεν έχεις τρόπο να τους αποδώσεις σωστά;
Η πλάκα είναι πως κι εγώ που τώρα το γράφω αυτό επίσης δεν έχω τρόπο να αποδώσει τους συγκεκριμένους όρους. Το fiction (το οποίο δεν χρησιμοποιείται μόνο για βιβλία) σημαίνει, ουσιαστικά, κάτι το φανταστικό, το πλασματικό, το φτιαχτό, το μη-πραγματικό. Ακόμα κι ένα συμβατικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον κόσμο μας (και δεν είναι φανταστική λογοτεχνία) είναι fiction γιατί περιλαμβάνει φανταστικά περιστατικά και φανταστικούς χαρακτήρες.
Αλλά, στα ελληνικά, δεν μπορούσε να αποδώσουμε το fiction ως «φαντασία», γιατί τότε θα υπάρξει σύγχυση με τα βιβλία φαντασίας (fantasy). Ένας άλλος τρόπος να πεις fiction είναι να το αποδώσεις ως «λογοτεχνία». Αλλά ούτε και αυτό είναι ακριβώς. Λογοτεχνία είναι η τέχνη του λόγου· είναι και η ποίηση. Δεν είναι απαραίτητα fiction. Αλλά συνήθως είναι fiction, γι’αυτό κι εγώ σε αρκετές περιπτώσεις μεταφράζω το fiction ως λογοτεχνία, μην έχοντας κανέναν καλύτερο τρόπο να το αποδώσω.
Το nonfiction, δε, είναι ακόμα πιο δύσκολο να αποδοθεί στα ελληνικά. Το nonfiction είναι απλά... η πραγματικότητα, τα πραγματικά δεδομένα. Ένα δοκίμιο, πχ, είναι nonfiction, όπως και ένα καθαρά ιστορικό βιβλίο (όχι ιστορικό μυθιστόρημα). Προσωπικά, το αποδίδω, όταν χρειάζεται, ως «μη-λογοτεχνικό», ή «που δεν είναι λογοτεχνία».
Όλα αυτά, όμως, είναι περιφραστικά κατά βάση, ή «στο περίπου». Δεν αποδίδουν ακριβώς τους όρους fiction και nonfiction.
Αλλά είναι πραγματικά ξεφτίλα να μην έχουμε έναν τρόπο να τους αποδώσουμε σωστά στα ελληνικά παρά να χρησιμοποιούμε τα λατινικά. Κάτι πρέπει, κάποτε, να βρεθεί.
25 / 1 / 2025

Τι τρομαχτικά πράματα είν’ τούτα; Θα έρθουν να μας γραπώσουν, μες στη μαύρη νύχτα, με τα πολλά τους χέρια;
Να, μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο τώρα, σου λέω.
Μυστηριακές Οντότητες
16 / 1 / 2025
Διαβάζω τώρα το Lords of the Air του Graham Masterton. Απλά είχε τύχει να το βρω σ’ένα παλαιοβιβλιοπωλείο και το τσίμπησα γιατί μου άρεσε το εξώφυλλο και μου φάνηκε γαμάτο το concept της δυναστείας αεροπόρων μιας κάποιας εποχής.
Δεν έχω διαβάσει πολύ ακόμα, αλλά δεν έχω μετανιώσει που το ξεκίνησα.
Δεν είναι φαντασίας, φυσικά – είναι συμβατική λογοτεχνία – αλλά όσο το διαβάζω ένα πράγμα σκέφτομαι: Γιατί πολλά βιβλία φαντασίας να μην είναι έτσι;
Και εννοώ, από άποψη γραφής. Το ύφος είναι πολύ καλό, οι χαρακτήρες πολύ ζωντανοί, ο διάλογος... Δεν έχω παράπονο. Το διαβάζεις και απλά ρέει. Έχει γαμάτο ύφος.
Σε αντίθεση, πολλά βιβλία φαντασίας είναι αργοκίνητο και «βαριά», ή – δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω – σπασμωδικά γραμμένα. Δεν έχουν ωραίο ύφος.
Κάποια έχουν, αλλά είναι λίγα. Ορισμένα που μου έρχονται αμέσως στο μυαλό: Dune του Herbert, Amber του Zelazny, Song of Ice and Fire του Martin (τα πρώτα τρία βιβλία, τουλάχιστον· τα άλλα... όχι και τόσο).
Και αναρωτιέμαι: γιατί, ρε φίλε; Η φανταστική λογοτεχνία έτσι ακριβώς θα έπρεπε να γράφεται.
11 / 1 / 2025

Άλλος ένας στρεβλός δαίμονας παγιδευμένος στους τοίχους της πόλης.
Μυστηριακές Οντότητες
29 / 12 / 2024
Ένα από τα πιο τρομερά πράγματα που έχω διαπιστώσει γράφοντας φανταστική λογοτεχνία τόσο χρόνια είναι ότι σε βάζει να σκέφτεσαι για πράγματα που δεν υπάρχουν σαν να υπάρχουν.
Όπως λένε στο Ζεν: Τα πράγματα που δεν υπάρχουν, κι αυτά υπάρχουν.
Και δεν εννοώ απλά ότι γράφεις για έναν τόπο που είναι φανταστικός, ή για ανθρώπους που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, ή ακόμα και για όντα που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Εννοώ ότι αρκετές φορές γράφεις για φυσικά/παραφυσικά, ή λογικά, ή φιλοσοφικά συστήματα, πράγματα, ή δυνάμεις που στον κόσμο μας δεν υφίστανται. Γράφεις γι’αυτά ακολουθώντας μια συγκεκριμένη εσωτερική συνέπεια, κάποιους κανόνες, που μπορεί μεν εσύ να τους έχεις σκαρφιστεί αλλά, καθώς τους ακολουθείς μέσα στην αφήγηση, αρχίζουν να μοιάζουν ολοένα και πιο αληθινοί και να βγάζουν ολοένα και περισσότερο νόημα.
Ίσως μπορείς να πεις ότι τότε έχεις παραμυθιάσει τον εαυτό σου. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι το υπέροχο από μόνο του;
Και μετά, γράφεις κάτι για ένα από αυτά τα (παρα)φυσικά/λογικά/φιλοσοφικά συστήματα/πράγματα/δυνάμεις που σε παραξενεύει. Σου μοιάζει λάθος. Και σταματάς, και λες Όχι, αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι σαν να έχεις γράψει ότι κάποιος πηδά από μια πολυκατοικία αλλά δεν πέφτει κάτω και τσακίζεται: κάτι άλλο συμβαίνει. Όμως, κανονικά, δεν θα μπορούσε να συμβεί βάσει της λογικής που έχεις ακολουθήσει ώς τότε. Και αυτό είναι πάλι κάτι το υπέροχο, γιατί δείχνει ότι το πράγμα έχει ζωντανέψει από μόνο του, έχει πάρει δική του υπόσταση. Δεν γράφεις απλώς γι’αυτό. Καταγράφεις τι συμβαίνει, σαν να ήταν κάτι το αληθινό όπως ο Νόμος της Βαρύτητας. Κι όταν βλέπεις ότι έχεις – κατά λάθος; – γράψει μια παρεκτροπή, μια ιδιομορφία, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβαίνει, τι κάνεις;
Ή το σβήνεις και γράφεις κάτι άλλο που όντως βγάζει νόημα. Ή προσπαθείς να το εξηγήσεις με κάποιον δημιουργικό τρόπο που πάλι όντως βγάζει νόημα. Είναι σαν να έχεις βρεθεί ξαφνικά μάρτυρας ενός συμβάντος που θα περιέγραφε ο Charles Fort στο Book of the Damned. Κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αλλά συμβαίνει.
Είναι, όμως, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει βάσει ενός πράγματος/συστήματος που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αλλά το έχεις κάνει ζωντανό μέσα από την αφήγησή σου – μια νοητική οντότητα.
Και παθαίνεις την πλάκα σου.
Γαμώτο.
*
Και, παρεμπιπτόντως, Καλή Χρονιά, αν δεν ξανακαταφέρω να γράψω στα Σκιώδη Παραλειπόμενα ώς την Πρωτοχρονιά (που, μάλλον, θα τα καταφέρω).