28 / 1 / 2024
Τελευταία διαβάζω το Jurgen του Cabell, για το οποίο είχα ακούσει διάφορα, και δεν απογοητεύει. Είναι, ουσιαστικά, ένα ιπποτικό παραμύθι. Στην αρχή, δεν μου άρεσε και τόσο αλλά, προχωρώντας, έχει αρχίσει να μου αρέσει περισσότερο.
Παρότι παραμυθένιο κατά βάση, και παρότι ακολουθεί πολλά από τα «κλισέ» των παραμυθιών, δεν είναι παραμύθι όπως εκείνα του Lang που είχα διαβάσει πέρσι. Κατά πρώτον, δεν είναι μικρό· είναι ένα αρκετά μεγάλο βιβλίο (αν και όχι πολύ μεγάλο). Τα παραμύθια του Lang με είχαν εμπνεύσει να γράψω κι εγώ δύο παραμυθοειδή ιστορήματα – τα Κρυσταλλένια Φτερά και Το Είδωλο. Το Jurgen είναι τελείως άλλο πράγμα. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα να γράψω τόσο μεγάλο παραμύθι.
Επιπλέον, νομίζω πως τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο Cabell, αλλά ακόμα και οι κινήσεις της πλοκής του, είναι λιγάκι (ή πολύ) απαρχαιωμένα για την εποχή μας.
Παραδόξως, ίσως, μου θύμισε, όμως, έναν αρκετά σύγχρονο συγγραφέα (αν και αρκετά μεγάλης ηλικίας επίσης): τον Michael Moorcock. Σε κάποια φάση, διαβάζοντας το Jurgen νόμιζα ότι διάβαζα Moorcock. Και λέω: Τι συμβαίνει τώρα εδώ; Έχω παραισθήσεις; Μετά, όμως, θυμήθηκα ότι, σε πολλές περιπτώσεις, ο Moorcock χρησιμοποιεί αυτό το μοτίβο του παραμυθιού και του ιπποτικού. Στο μυαλό μου ήρθαν τα πρώτα βιβλία του Corum αλλά και αρκετά επεισόδιο με τον Elric, καθώς και το War Ηound and the World’s Pain. Ακόμα και η τετραλογία Runestaff, ίσως, αυτή με τον Hawkmoon. Ακόμα και το τελευταίο του βιβλίο, αυτό που έγραψε πρόσφατα, το The Citadel of Forgotten Myths (για το οποίο έχω γράψει και βιβλιοκριτική).
Σχεδόν όλα τα βιβλία του Moorcock έχουν στιγμές παραμυθένιου ιπποτισμού. Σε ορισμένες, δε, από αυτές τις περιπτώσεις σού δίνεται η αίσθηση του παρωχημένου – κάτι που, για τα σημερινά δεδομένα, δεν ταιριάζει. Αναρωτιέμαι αν ο Moorcock γούσταρε το Jurgen. Θα μπορούσες να υποθέσεις ακόμα κι ότι ήταν επηρεασμένος.
15 / 1 / 2024
Μα γιατί, τελικά, σ’αυτά τα διαφημιστικά για βιβλία γράφουν πράγματα που βγάζουν μάτι και τρελαίνουν το μυαλό; Μας δουλεύουν;
Παλιότερα, είχα δει να γράφουν, για ένα μεταφρασμένο βιβλίο φαντασίας μάλιστα, ότι είχε πουλήσει 100.000 αντίτυπα στην Ελλάδα. (Τα συμπεράσματα δικά σας...)
Τώρα, έτυχε να δω να γράφουν για ένα μεταφρασμένο βιβλίο (όχι φαντασίας) ότι έχει πουλήσει, στην Ελλάδα, 200.000 κομμάτια.
Όσο πάει και ανεβαίνει το Κρηματιστήριο...
Εγώ θα σας πω μόνο ότι 100.000 αντίτυπα είναι πολλές πωλήσεις για βιβλίο ακόμα και στην αγορά των ΗΠΑ (όπου υπάρχουν και εξαιρέσεις, φυσικά, που πουλάνε εκατομμύρια).
Αλλά αφήστε το αυτό· σκεφτείτε μόνο το εξής: Αν υποθέσεις ότι ο εκδότης βγάζει καθαρά 2 ευρώ ανά βιβλίο (που συνήθως είναι 5-10 ευρώ ανά βιβλίο· όμως ας πούμε 2), τότε από αυτό το καινούργιο μεταφρασμένο βιβλίο που πρέπει να έχει κυκλοφορήσει 1-2 χρόνια, απ’ό,τι κατάλαβα, ο συγκεκριμένος εκδότης έβγαλε καθαρό κέρδος 400.000 ευρώ.
400.000 ευρώ. Καθαρό κέρδος (με συντηρητική εκτίμηση στο ανά μονάδα κέρδος). Μέσα σε 1-2 χρόνια. Από ένα και μόνο προϊόν. Στην Ελλάδα.
Ναι, το πιστέψαμε...
Προσωπικά έχω σπουδάσει οικονομικά – παρότι γράφω φανταστική λογοτεχνία και όλοι νομίζουν ότι έχω σπουδάσει φιλολογικά – αλλά δεν χρειάζεται να ξέρεις από λογιστικά για να καταλάβεις ότι αυτό είναι εξωφρενικό. Στην Ελλάδα, είναι απίστευτο να βγάζεις 400.000 ευρώ καθαρό κέρδος από ένα και μόνο προϊόν (ή γενικά) μέσα σε δύο χρόνια. Τόσα λεφτά, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, βγαίνουν ή με κομπίνα ή επειδή τυχαίνει να τραγουδάς σε σκυλάδικο και να κόβεις εισιτήρια σε χιλιάδες πελάτες.
Και ειδικά ο χώρος του βιβλίου όλοι ξέρουμε ότι είναι... δυσκίνητος στις πωλήσεις. Αν δεν ήταν έτσι, θα έβλεπες βιβλιοπωλεία σε όλους τους δρόμους. Τα βλέπεις; Όχι. Μόνο κάτι χαρτοβιβλιοπωλεία βλέπεις, αραιά, τα οποία πουλάνε και σχολικά και στυλό μαζί με βιβλία. Γιατί; Μάντεψε.
Αλλά το παραμύθι στα διαφημιστικά μηνύματα συνεχίζεται ακάθεκτο. Ο κόσμος πρέπει να εντυπωσιαστεί από μεγάλους αριθμούς. Κάτι όπως τα likes στα social media, βρε αδελφέ, που παράγονται κατά χιλιάδες, και κατά παραγγελία, δημιουργώντας μια εικόνα ψευδή που σκοπεύει να εντυπωσιάσει.
Σε αυτή τη χώρα, πότε επιτέλους θα πάμε στην ουσία; Να γίνεται κάτι το ουσιώδες. Με τους μεγάλους αριθμούς που τυπώνονται πάνω σε χαρτιά, ή βγαίνουν στις οθόνες, μπορεί να κερδίσεις μερικούς πελάτες. Μπορεί. Αλλά τίποτα πραγματικά δεν αλλάζει στην όλη κατάσταση της αγοράς του βιβλίου, απλώς δημιουργείται κι ένα παραμύθι που πιο πολύ βλάπτει παρά καλό κάνει.
13 / 1 / 2024
Είμαι γενικά «οπτικός» τύπος στα βιβλία. Θέλω να μπορώ να το οραματιστώ. Να μπορώ να το «βλέπω» μπροστά μου καθώς το διαβάζω. Μερικές φορές, όμως, το βιβλίο δεν είναι γραμμένο έτσι που ευνοεί αυτού του είδους τον εγκεφαλικό κινηματογράφο, είτε γιατί είναι τελείως αφηγηματικό – δηλαδή, απλά αναφέρει γεγονότα χωρίς να περιγράφει τίποτα παραστατικά – είτε επειδή περιγράφει πράγματα με τέτοιο τρόπο που δεν βγάζεις νόημα.
Και το θυμήθηκα πάλι πόσο με ενοχλεί αυτό επειδή έτυχε τώρα να τελειώσω το Out on Blue Six του Ian McDonald, το οποίο είναι, αναμφίβολα, ψυχεδελικό και παράξενο, αλλά είναι τόσο ψυχεδελικό και παράξενο που από την αρχή κιόλας είχα πρόβλημα να φανταστώ τι ακριβώς περιέγραφε. Δηλαδή, πού είναι οι χαρακτήρες, πώς είναι ο χώρος γύρω τους. Ναι, καταλαβαίνεις ότι είναι κάτι φουτουριστικό. Εγώ έτυχε να καταλαβαίνω και κάποια από τη φουτουριστική αργκό που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Όμως, και πάλι... ακόμα έχω απορίες για το πώς ακριβώς ήταν το σκηνικό σχεδόν από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ίσως, βέβαια, αυτή να ήταν η πρόθεση του συγγραφέα – να γράψει ένα πράγμα σαν όνειρο. Αλλά, ακόμα κι έτσι, πάντα με ενοχλεί να μη μπορώ να το «δω» καθαρά μέσα στο μυαλό μου. Και πιο συχνά αυτό συμβαίνει με την επιστημονική φαντασία, έχω παρατηρήσει, όχι με τη φανταστική λογοτεχνία, γιατί χρησιμοποιούν οι συγγραφείς κάποια αργκό και κάποιες ορολογίες που ίσως να μην τις ξέρεις, αλλά ακόμα κι αν τις ξέρεις δεν είναι βέβαιο ότι μπορείς να οραματιστείς καθαρά τι είναι αυτό που θέλουν να περιγράψουν. Αναφέρουν σαν δεδομένα πράγματα που είναι άγνωστα και συνεχίζουν έτσι, προσθέτοντας άγνωστα πάνω σε άγνωστα, μέχρι που στο τέλος δεν ξέρεις τι σου γίνεται, και λες: Τι είναι τώρα όλα αυτά; Πού βρίσκονται οι χαρακτήρες; Είναι πόλη εδώ, είναι υπόγειος λαβύρινθος, είναι χωράφι; Τι είναι;
Πάντα με τσαντίζει αυτό.