Δε νομίζω ότι χρειάζονται συστάσεις για τις περιπέτειες του Edgar Rice Burroughs.
|
|
Μια στιγμή... |
Όπως είχα αναφέρει πρόσφατα, τελευταία γράφω μια σειρά όπου τα ερπετά παίζουν αρκετά βασικό ρόλο· το ίδιο και οι άνθρωποι-ερπετά, και ελπίζω πως αυτό, έτσι όπως το έχω δομήσει μέσα στην ιστορία, είναι πολύ λιγότερο κλισέ απ'ό,τι ακούγεται. (Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα, διαβάστε το προηγούμενο post.)
Αναπόφευκτα, έπρεπε να χρησιμοποιήσω και τη λέξη ερπετοειδής. Τίποτα το ιδιαίτερο ως λέξη. Κλίνεται όπως η λέξη ανθρωποειδής. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα με το αρσενικό, "ο ανθρωποειδής". Στη γενική είναι "του ανθρωποειδούς". Το λεξικό του Μπαμπινιώτη έτσι λέει, και το ίδιο γράφει και το Wiktionary. Και αυτό είναι, σίγουρα, το σωστό βάσει της Αρχαίας Ελληνικής. Όμως μέσα στη χρήση στη Νέα Ελληνική δεν ακούγεται καλά. Απλώς αυτές οι λέξεις θεωρούνται "εξεζητημένες" (για κάποιους, τουλάχιστον) και δεν έχουν απλοποιηθεί.
Αλλά σκέψου: αν χρησιμοποιούσαμε στην καθημερινότητά μας τη λέξη "ο ανθρωποειδής" επειδή, πχ, θεωρητικά μιλώντας, υπήρχαν ανθρωποειδείς μέσα σε μια κοινωνία, θα έλεγε κάποιος "Σιγά μην ασχολούμαστε τώρα με τη ζωή του λεχρίτη του ανθρωποειδούς", ή θα έλεγε "Σιγά μην ασχολούμαστε τώρα με τη ζωή του λεχρίτη του ανθρωποειδή"; Πιστεύω ακράδαντα ότι θα έλεγε το δεύτερο.
Είναι όπως και με το μαθητής. Κανείς πλέον δεν λέει "του μαθητού"· όλοι λένε "του μαθητή". Παρομοίως, κανείς δεν λέει "του Σωκράτους"· όλοι λένε "του Σωκράτη". Το ίδιο και για τα "ο συγγενής" και "ο ευγενής"· όλοι λένε "του συγγενή" και "του ευγενή", όχι "του συγγενούς" ή "του ευγενούς".
Νομίζω λοιπόν πως, αν μέσα σε έναν κόσμο υπήρχαν ερπετοειδείς, κανείς δεν θα έλεγε "του ερπετοειδούς"· όλοι θα έλεγαν "του ερπετοειδή". Μιλώντας πάντα για το αρσενικό, φυσικά. Το θηλυκό συνηθίζεται να διατηρεί το "-ους" στη γενική, καθώς και το ουδέτερο ("το ανθρωποειδές, του ανθρωποειδούς"). (Μάλιστα, νομίζω πως αυτός είναι ένας καλός τρόπος για να κάνεις διάκριση αρσενικού, θηλυκού, ουδέτερου στη γενική.)
Και το θέμα με ενδιέφερε γιατί μέσα στο κείμενό μου γράφω πολλές φορές για ερπετοειδείς και δεν ήθελα να κάνω τη γενική ενικού "του ερπετοειδούς" που κανένας καθημερινός άνθρωπος δεν θα έλεγε.
Ψάχνοντας λίγο ακόμα στο λεξικό του Μπαμπινιώτη, στο λήμμα -ης, -ης, -ες, έχει ένα σχόλιο που, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει το εξής: <<Στα ουσιαστικοποιηµένα επίθετα αρσενικού γένους αυτής τής κατηγορίας συνηθίζεται ο σχηµατισµός γενικής ενικού σε -η (π.χ. τού συγγενή µου αντί τού συγγενούς µου). Η τάση για σχηµατισµό τέτοιας γενικής εµφανίζεται συχνά και όταν το επίθετο δεν είναι ουσιαστικοποιηµένο (π.χ. ενός στοιχειώδη τρόπου αντί ενός στοιχειώδους τρόπου), πράγµα που πρέπει να αποφεύγεται.>>
Εν ολίγοις, σου λέει πως είναι ΟΚ να απλοποιείς τη γενική αλλά κυρίως αν το χρησιμοποιείς ως ουσιαστικό, όχι ως επίθετο. Και νομίζω ότι αυτό όντως βγάζει νόημα για τη χρήση τέτοιου είδους λέξεων.
(Αυτό το post είναι επανάληψη από το παλιό blog, αλλά ακόμα γράφω αυτή τη σειρά, οπότε δεν είναι και τόσο παλιό.)
Στον Δυτικό Κόσμο τα φίδια θεωρούνται γενικά σύμβολο του κακού. Το μόνο που μπορεί να υποθέσει κανείς είναι ότι αυτό ξεκίνησε από τη Χριστιανική μυθολογία – ότι ο Σατανάς πήρε μορφή φιδιού για να εξαπατήσει τους πρωτόπλαστους και τα λοιπά. Επομένως, τα φίδια έκτοτε πρέπει υποχρεωτικά να είναι όλα “του διαβόλου, παιδί μου”· και βλέπουμε στα παραμύθια και πολλούς ιππότες να σφάζουν καημένους δράκους (= γιγάντια φίδια = κάτι το ΠΟΛΥ κακό).
Αλλά αυτό είναι, φυσικά, μια σαχλαμάρα. Τα ερπετά δεν έχουν τίποτα το κακό· είναι κάποια ζώα απλώς. “Του Θεού”, θα μπορούσες να πεις, άνετα. Ναι, μπορεί να σε τσιμπήσει φίδι και να πεθάνεις από το δηλητήριο. Αλλά και τι μ’αυτό; Τι άλλο τρόπο έχει να αμυνθεί; Και ένα λιοντάρι μπορεί να σε φάει ζωντανό. Και ένας ελέφαντας μπορεί να σε πατήσει κατά λάθος (ή μη) και να σε ισοπεδώσει, αλλά δεν άκουσα ποτέ κανέναν να αποκαλεί τον ελέφαντα σύμβολο του κακού. Κι ένας σκύλος μπορεί να σε δαγκώσει και να κολλήσεις λύσσα· όμως ούτε ο σκύλος είναι “κακός”. Τι τους έφταιξε το φίδι, βρε αδελφέ;
Αν ο Σατανάς είχε μεταμορφωθεί σε γάτα για να εξαπατήσει τους πρωτόπλαστους, θα κυνηγούσαν να ξεπαστρέψουν όλες τις γάτες; Αν είχε μεταμορφωθεί σε σκύλο; Ή κοτσύφι;
Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα ταμπού, έχουμε και επακόλουθα από τη φανταστική λογοτεχνία. Στον R.E. Howard, οι φιδάνθρωποι (που παρουσιάζονται και σε ιστορίες του Κόναν και του Καλ, και ίσως και αλλού) είναι πολύ διαβολικά όντα. Το ίδιο ισχύει και για πιο σύγχρονες ιστορίες με φιδανθρώπους, ακόμα και από το διάστημα (βλ. τη σειρά V, πχ.)
Φίδια και φιδάνθρωποι, όπου κι αν εμφανίζονται, ίσον κάτι κακό. Ούτε συζήτηση. Λες και είναι τελείως φυσικό αυτό.
Στην Ανατολή, εν τω μεταξύ, που δεν είναι τόσο παραπληγικοί όσο είμαστε εδώ στη Δύση, τα ερπετά θεωρούνται γενικά σύμβολο της σοφίας και της υπομονής. Ο δράκος είναι το ύστατο σύμβολο της σοφίας. Η χελώνα (που είναι ερπετό, αν δεν το ξέρεις) είναι ιερή. Σαύρες και φίδια δεν έχουν τίποτα το κακό.
Μόνο οι τρελοδυτικοί τα βλέπουν ως κάτι το κακό. Κι αυτό από την άνοδο του Χριστιανισμού και μετά. Στις παλιότερες θρησκείες, τα φίδια ήταν, αν όχι αδιάφορα, ιερά όντα. Πχ, πολλές ιέρειες έβαζαν δυο φίδια να τυλίγονται γύρω από τους πήχεις τους κατά τη διάρκεια ιεροτελεστιών.
Προσωπικά, μου αρέσουν όλα τα ερπετά. Είναι σκληρά και λεία. Δεν έχουν τρίχες και δεν βρωμάνε. Δεν κάνουν φασαρία. Έχουν μεγάλη υπομονή. Ζουν πολλά χρόνια. Είναι πλάσματα του Ζεν, δίχως αμφιβολία.
Τελευταία, λοιπόν, σκέφτηκα: Τι ανοησίες είναι αυτές; Γιατί οι φιδάνθρωποι να είναι “φυλή του κακού”; Τι λογική έχει κάτι τέτοιο; Καμία λογική, βασικά. Γι’αυτό και στα βιβλία μου δεν έχω “φυλές του κακού”. Σε τελική ανάλυση, αν υπάρχει μία φυλή του κακού αυτή είναι ο άνθρωπος. Σοβαρά. Σκέψου τι κάνει ο άνθρωπος. Σκοτώνονται αναμεταξύ τους· ο ένας κακολογεί και συκοφαντεί τον άλλο· ο ένας ζηλεύει τον άλλο· ο ένας εκβιάζει και εκφοβίζει τον άλλο· ο ένας κλέβει από τον άλλο· όλοι εκμεταλλεύονται τη Φύση ασύστολα· όλοι σκοτώνουν τα ζώα τα οποία οι ίδιοι μεγαλώνουν ή μη, και χωρίς τύψεις… Χρειάζεται να προσθέσω κι άλλα για τη φυλή του κακού;
Ας το παραβλέψουμε. Δεν υπάρχουν φυλές του κακού ή του καλού. Απλώς πλάσματα που προσπαθούν να επιβιώσουν.
Δεν αμφιβάλλω ότι οι ιστορίες του κύριου Howard είναι γαμάτες και πολύ ατμοσφαιρικές. Κι εμένα μ’αρέσουν. Αλλά ας κάνουμε μια αλλαγή. Οι φιδάνθρωποι δεν χρειάζεται να είναι διαβολικοί.
Τώρα, λοιπόν, γράφω μια σειρά όπου οι φιδάνθρωποι δεν είναι φυλή του κακού. Ούτε και φυλή του καλού είναι, φυσικά· αλλά έτσι κι αλλιώς φυλή του καλού δεν υπάρχει. Οι φιδάνθρωποι είναι απλά κάποια όντα μες στον κόσμο, θεωρούμενα ιερά από ορισμένους. Και, εκτός απ’αυτούς, η σειρά έχει και αρκετή θεματολογία από ερπετά, τα οποία επίσης δεν παρουσιάζονται ως κάτι το διαβολικό.
Βρίσκω αυτή την προοπτική αρκετά αναζωογονητική επάνω σε μια κουρασμένη θεματολογία.
Alternate link: https://fantastikosorizontas.gr/skiodi-paralipomena/_erpeto_toso_pareksigimeno
Αυτό το εξώφυλλο είναι παλιό, και φαίνεται.
(Όλα τα Παλιά Ελληνικά Εξώφυλλα (από 1 έως 29) πρωτοεμφανίστηκαν στο παλιό blog: http://skiodi-paralipomena.tumblr.com)
Όπως είχα υποσχεθεί – το δεύτερο εξώφυλλο του Άμπερ. Απ’ό,τι ξέρω, δεν μεταφράστηκαν τα επόμενα βιβλία στα ελληνικά.
Και, για να είμαι ειλικρινής, ο τίτλος αυτού του βιβλίου δεν μου αρέσει και τόσο. Όχι πως είναι λάθος. “Τα Όπλα του Άβαλον” μπορεί να αποτελέσει μετάφραση του “The Guns of Avalon”. Αλλά δεν είναι, νομίζω, σωστό για την αίσθηση που ήθελε να δώσει ο συγγραφέας. Θέλω να πω… Guns? In Avalon?… Είναι παραδοξότητα. Το Άβαλον είναι ένα μεσαιωνικό φανταστικό νησί στην ιστορία του Βασιληά Αρθούρου. Τι θέση έχουν τα guns σε τέτοιο μέρος;
Η λέξη “όπλο” είναι ουσιαστικά η αγγλική λέξη “weapon”. Σημαίνει οποιοδήποτε όπλο – σπαθί, τόξο, τουφέκι, λόγχη, μπαζούκας, πυρηνικός πύραυλος… Το “The Guns of Avalon” θα ήταν καλύτερα να είχε μεταφραστεί ως “Τα Πυροβόλα του Άβαλον”, που θα δημιουργούσε την ίδια αίσθηση παραδοξότητας – εντάξει, αν ξέρεις τι είναι το Άβαλον, εννοείται…
179η σελίδα από τις 183
Επίσης . . .
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά
Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.
Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...
Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;
Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!
Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.
Επικρατεί μια σύγχυση.
Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.
Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.
Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;
Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)
Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα
Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.
Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.
Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.