The Dandelion Dynasty: The Grace of Kings· The Wall of Storms· The Veiled Throne· Speaking Bones του Ken Liu

Αυτή η σειρά (τετραλογία) μού έκανε αίσθηση από διάφορες απόψεις, γι’αυτό κιόλας αποφάσισα να γράψω βιβλιοκριτική. Έπιασα το πρώτο βιβλίο της, The Grace of Kings, σχεδόν τυχαία, και αμέσως κόλλησα. Συνήθως, όταν διαβάζω σειρές φαντασίας, το πρώτο βιβλίο δεν μου αρέσει και τόσο, αλλά, καθώς προχωράω στα επόμενα, η σειρά μού αρέσει ολοένα και περισσότερο. Εδώ – δυστυχώς – συνέβη το ακριβώς αντίθετο...
Το πρώτο βιβλίο με εντυπωσίασε. Σκέφτηκα: Επιτέλους, ένας σύγχρονος συγγραφέας φαντασίας που μου αρέσει! Διότι, τελευταία, δεν βρίσκω και πολλούς σύγχρονους συγγραφείς που να μου αρέσουν. Το Grace of Kings δεν ακολουθεί την κλισέ πλέον, και εμπορική, χρήση της οπτικής γωνίας τρίτου προσώπου που προσκολλιέται κάθε φορά σε έναν χαρακτήρα (όπως, πχ, γίνεται στο A Song of Ice and Fire). Εδώ η οπτική γωνία τρίτου προσώπου είναι πολύ πιο ανοιχτή· μπορεί να γράφει για οτιδήποτε: από τις σκέψεις τριών χαρακτήρων συγχρόνως, μέχρι το τι συμβαίνει σε μια ολόκληρη πόλη. Μια πολύ ευχάριστη αλλαγή στη βαρεμάρα του ύφους που έχει καταντήσει η διεθνής φανταστική λογοτεχνία. Δεν ξέρω αν έχουν αρχίσει να αλλάζουν νοοτροπία (τώρα που η αγορά του βιβλίου χάνει λεφτά διεθνώς) ή αν απλώς ο συγγραφέας είχε κανένα πολύ γερό βύσμα και το πέρασε αυτό σε μεγάλο εκδότη. Και δεν έχει σημασία.
Αυτό δεν είναι το μόνο καλό στο Grace of Kings, φυσικά. Οι χαρακτήρες είναι έξυπνοι και δραστήριοι, ο διάλογος αρκετά έξυπνος και ρεαλιστικός. Η πλοκή ποτέ δεν παύει να κινείται: συνεχώς γίνονται γεγονότα και γεγονότα και γεγονότα. Περιπέτειες μέσα σε περιπέτειες, ατελείωτες. Η ιστορία ξεκινά με μια «κακιά» αυτοκρατορία και διάφορους επαναστάτες εναντίον της αποδώ κι αποκεί· μοιάζει κλισέ, αλλά δεν είναι, έτσι όπως εξελίσσεται. Και ακόμα και οι «κακοί» χαρακτήρες είναι ενδιαφέροντες: κάποιοι τρομαχτικοί, κάποιοι με τη δική τους φιλοσοφία. Ενώ οι «καλοί» είναι ή έξυπνοι ή γενναίοι – μια πολύ ωραία ανάμειξη νοοτροπιών.
Στα μέσα περίπου του βιβλίου – και αυτό, σοβαρά σάς μιλάω, δεν είναι spoiler, πιστέψτε με – η αυτοκρατορία καταρρέει. Τη διαλύουν. Κι αποκεί και πέρα αρχίζουν άλλες, ακόμα πιο ενδιαφέρουσες καταστάσεις. Συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα που σκέφτεσαι: Μήπως θα έπρεπε να υπήρχε λίγη ρέγουλα εδώ; Λίγο πιο αργά να πηγαίνουμε; Ίσως το μοναδικό μειονέκτημα αυτού του βιβλίου – αν μπορεί να θεωρηθεί καν μειονέκτημα και όχι ύφος. Ο συγγραφέας δεν μένει για πολύ πουθενά, αλλά όλα τα κάνει ζωντανά.
Ένα μικρό παράπονό μου είναι ότι δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου μαγεία. Υπάρχουν μόνο κάποιοι θεοί οι οποίοι εμφανίζονται και λένε κάποιες αμπελοφιλοσοφίες αναμεταξύ τους (και πολλές φορές, δυστυχώς, χάνεις τον ειρμό του ποιος μιλά μες στους διαλόγους τους), και δρουν επάνω στους θνητούς μόνο μέσω συμπτώσεων. Αυτός είναι ο κώδικάς τους. Δεν δρουν ποτέ άμεσα. Μόνο έμμεσα. Η παρουσία τους μες στο βιβλίο, ωστόσο, είναι αρκετά αισθητή, αν και όχι πάρα πολύ.
Μαγεία άλλη δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν παράξενες δυνάμεις και παράξενα φαινόμενα σε αυτό τον κόσμο (εκτός από ένα υπερφυσικό βιβλίο, το οποίο είναι πολύ καλοστημένο μες στην πλοκή). Ίσως ακόμα ένα μειονέκτημα, αλλά δεν μπορούσα να το προσέξω ιδιαίτερα, γιατί, πρώτον, είχα την αίσθηση ότι στο μέλλον θα δούμε περισσότερο αυτούς τους μυστηριώδεις θεούς και τι μπορεί να είναι πραγματικά, και, δεύτερον, η πλοκή είναι τόσο καταιγιστική και συναρπαστική που αναπληρώνει ό,τι θα μπορούσε να κάνει η μαγεία.
Το όλο σκηνικό έχει μια ανατολίτικη χροιά – αναμενόμενα, αφού ο συγγραφέας είναι ανατολίτης – αλλά όχι υπερβολική, όχι τέτοια που θα ξένιζε έναν δυτικό αναγνώστη. Το διαβάζεις πολύ άνετα. Οι χαρακτήρες δεν περιγράφονται καν με ανατολίτικα χαρακτηριστικά.
Τα ονόματα ίσως είναι μια αδυναμία· σου δίνουν, γενικά, μια εντύπωση Κιτζ, Τιτζ, Μιτζ, Φσον, Φσιν, Φσεν. Αλλά, εντάξει, και πάλι, αυτό δεν είναι κάτι που κάνει την αφήγηση να υστερεί.
Το The Grace of Kings το είχα αγαπήσει, και ακόμα το θεωρώ πολύ καλό.

Μετά, πήγα, φυσικά, αμέσως στο δεύτερο βιβλίο, το The Wall of Storms. Στην αρχή, νόμιζα ότι ο συγγραφέας είχε χάσει τον δυναμισμό του. Το πρώτο τρίτο του βιβλίου ασχολείται, κυρίως, με το παρελθόν μιας νέας ηρωίδας, το οποίο, αν και δεν είναι τελείως αδιάφορο, δεν θα το έλεγα και συναρπαστικό ακριβώς: είναι γραμμένο μακροσκελώς, σε σημείο που να θες να τελειώνει για να πας παρακάτω. Επίσης, συμβαίνει μια Μεγάλη Εξεταστική (Grand Examination), από την οποία αναδεικνύονται κάποιοι φιλόσοφοι και γραμματιζούμενοι: πράγμα που κι αυτό είναι αρκετά μακροσκελώς γραμμένο, αλλά δεν θεωρούσα ότι είχε και τόσο μεγάλο ενδιαφέρον. Έμοιαζε πιο πολύ με «προβληματισμούς για το εκπαιδευτικό σύστημα» (γενικά) παρά για πλοκή που συναντάς σε περιπετειώδες βιβλίο φαντασίας.
Αποκεί και πέρα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Το Wall of Storms αρχίζει να έχει μια πλοκή γοργή και όλο ανατροπές, όπως το Grace of Kings. Επίσης, έχει πολλά κόλπα. Από το Grace of Kings – ειδικά από τη μέση και μετά – καταλαβαίνουμε ότι στον συγγραφέα αρέσουν τα έξυπνα κόλπα, και οι μηχανικές εφευρέσεις. Στο Wall of Storms αυτό κορυφώνεται. Ίσως θα μπορούσες να πεις ότι ξεφεύγει κιόλας. Όλες οι μάχες και οι αναμετρήσεις πρέπει να τελειώνουν με κάποιο παράξενο κόλπο· πάντα, εκείνος που κάνει το πιο απίθανο κόλπο βγαίνει νικητής. Και ορισμένες φορές σκέφτεσαι ότι αυτό είναι υπερβολικό, γιατί, για να πιάσουν τέτοια κόλπα, θα πρέπει και κάποιες συμπτώσεις να έρθουν ακριβώς όπως τις θέλει κανείς. Ωστόσο, δεν αισθάνθηκα να με κουράζει, καθώς η πλοκή εξακολουθούσε να είναι καλή.
Η μανία του συγγραφέα με τα παράξενα μηχανικά κατασκευάσματα εδώ είναι πιο εμφανής. Χρησιμοποιεί, προς το τέλος του βιβλίου, τον στατικό ηλεκτρισμό (που τον λέει silkmotic force) με τρόπους τελείως εξωφρενικούς. Ο ίδιος γράφει, σε σημείωμα στο τέλος του βιβλίου, ότι είχε κάνει κάποια πειράματα. Αμφιβάλλω, όμως, ότι αυτά που περιγράφει μες στην ιστορία του μπορούν πραγματικά να γίνουν. Έχουν πλάκα, ωστόσο, και ενδιαφέρον. Αν και λιγάκι όλη αυτή η εφευρετικότητα και τα τετραπέρατα κόλπα άρχισαν να μου φαίνονται... κάπως.
Οι θεοί πήγαν σε δεύτερη μοίρα σε αυτό το βιβλίο· μικρότερος ο ρόλος τους παντού. Μαγεία δεν υπάρχει πουθενά. Οι θεοί μπορείς απλά να πεις ότι είναι ένα μαγικορεαλιστικό στοιχείο· τίποτα περισσότερο. Κι αυτό άρχισε να με προβληματίζει λίγο. Φανταστική λογοτεχνία χωρίς τίποτα το μυστηριακό; Κάτι δεν λείπει; Τι κάνουμε, μάθημα Φυσικής;
Κι έτσι πήγα στο τρίτο βιβλίο, το The Veiled Throne, και όλα ξεκίνησαν να χαλάνε. Στην αρχή, παρουσιάζει μια κατάσταση την οποία ήδη ξέρουμε, αλλά την περιγράφει από άλλη σκοπιά. Ενδιαφέρον μεν, όμως δεν συγκλονίστηκα κιόλας. Μετά, έχουμε μια ναυτική περιπέτεια η οποία είναι γραμμένη σε ένα ύφος μη συνηθισμένο για τον συγγραφέα. Δηλαδή, πολύ μακροσκελές. Ωστόσο, είναι αρκετά συναρπαστική, αλλά πάλι – φυσικά – οι ήρωές μας νικάνε χρησιμοποιώντας πολύ έξυπνα κόλπα. Χωρίς εξωφρενικά κόλπα, νίκη δεν υφίσταται στη Dandelion Dynasty.
Αποκεί και πέρα, συμβαίνουν κάποια πράγματα που μοιάζουν υποσχόμενα, αλλά τίποτα δεν φαίνεται να προχωράει. Υπάρχει ένας γενικευμένος δισταγμός. Και τα πάντα είναι μακροσκελώς γραμμένα – καμία σχέση με το ύφος του Grace of Kings. Στο Grace of Kings γίνονται περισσότερα με λιγότερα λόγια (ίσως και με πολύ λίγα λόγια, ορισμένες φορές). Εδώ γίνονται λιγότερα με πολύ περισσότερα λόγια. Οι χαρακτήρες πιο πολύ σκέφτονται παρά δρουν. Κι αυτό είναι ένα μοτίβο που συνεχίζεται στο εξής. Οι χαρακτήρες συνεχώς σκέφτονται ή συζητάνε τα ίδια και τα ίδια. Αν κάνουμε αυτό, θα σκοτωθεί πολύς κόσμος, οπότε δεν πρέπει να το κάνουμε! Αν όμως δεν δράσουμε, θα σκοτωθούν πάλι κάποιοι άλλοι, οπότε κι αυτό είναι κακό. Αν προχωρήσουμε αλλιώς, θα υποφέρει κόσμος. Αν όμως δεν γίνει κάτι, πάλι θα εξακολουθήσουν να υποφέρουν... Αχ! μα τι να κάνουμε;
Εκτός του ότι αυτό είναι κακό για την πλοκή ενός περιπετειώδους βιβλίου, αμφιβάλλω κιόλας ότι είναι ρεαλιστικό για ανθρώπους που βρίσκονται σε έκρυθμες ή πιεστικές καταστάσεις. Τέτοιοι άνθρωποι απλά δρουν, δεν κάθονται να έχουν τις χίλιες-δύο αμφιβολίες που τους παραλύουν. Αυτά τα σκέφτονται οι ακαδημαϊκοί που έχουν τον χρόνο και την πολυτέλεια να κάθονται και να τα σκέφτονται. Επιπλέον, τέτοια πράγματα δεν δημιουργούν καλές και συναρπαστικές ιστορίες. Ασχέτως αν είναι σωστά υπό μια γενική κοινωνική άποψη. Γιατί, ναι, από ένα σημείο και μετά, κατάλαβα ότι ο συγγραφέας μάλλον είναι από τους «κοινωνικά ευαισθητοποιημένους». Δεν θέλει οι χαρακτήρες του να είναι «ανεύθυνοι». Εντάξει, όλα καλά· αλλά δεν γράφονται έτσι οι συναρπαστικές ιστορίες. Μπορεί να θέλεις στην πραγματικότητα τα πράγματα να είναι ήσυχα και ομαλά· όμως, αν ισχύει αυτό μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο, δεν έχεις συναρπαστικές ιστορίες.
Και δεν λέω πως δεν γίνεται τίποτα γενικά, αλλά είναι όλα μακροσκελώς γραμμένα, και με έναν τρόπο που εμένα, τουλάχιστον, άρχισαν να μου προκαλούν ανία από ένα σημείο και μετά.
Το σημείο αυτό ήταν η μέση του The Veiled Throne, γιατί από εκεί και ώς το τέλος του βιβλίου ασχολούμαστε με τις κόντρες δύο εστιατορίων, οπότε διαβάζουμε για το πώς φτιάχνονται διάφορα περίεργα φαγητά (αμφίβολο αν πραγματικά τρώγονται!) και, φυσικά, ναι και εδώ, έχουμε πολλά παράξενα κόλπα – και εφευρέσεις. Στον πόλεμο των εστιατορίων, έχουμε μηχανικές εφευρέσεις για να έρθει η νίκη!

Μα τι γίνεται, βρε παιδιά; Όλοι εδώ πέρα είναι ο Τέσλα;
Και ο κακός της υπόθεσης των εστιατορίων είναι ένας βλαμμένος τύπος που περισσότερο με καρικατούρα κακού εμπόρου μοιάζει παρά με αληθινό άνθρωπο. Οι καλοί είναι, εκτός από μια πριγκίπισσα, μια συμμορία από χαρακτήρες που εμφανίζονται για πρώτη φορά· αλλά, φυσικά, είναι όλοι τετραπέρατοι κολπατζήδες και εφευρέτες.
Υποτίθεται ότι η πλοκή των εστιατορίων θα οδηγήσει σε κάτι ενδιαφέρον (το λένε και οι θεοί σε μια φάση που αμπελοφιλοσοφούν αναμεταξύ τους)· και όντως κάτι γίνεται στο τέλος. Αλλά, εντάξει, δεν τρελάθηκα κιόλας...
Αποκεί και πέρα, ήμουν σίγουρος πως το πράγμα έχει στραβώσει· δεν πρόκειται να ξαναδιαβάσω κάτι σαν το Grace of Kings. Έλεγα να την εγκαταλείψω τη σειρά, αλλά με έτρωγε και η περιέργεια να πάω στο τέταρτο (και τελευταίο, ευτυχώς) βιβλίο: το Speaking Bones.
Το οποίο είναι μια απ’τα ίδια. Με περισσότερα λόγια γίνονται λιγότερα πράγματα. Μυριάδες αμφιβολιοσκέψεις, λίγη δράση. Φυσικά, όλο πανέξυπνα κόλπα, και τρομερές εφευρέσεις που απορείς πώς είναι δυνατόν να εμφανίζονται τόσο γρήγορα, και μας περιγράφεται πώς ακριβώς γίνονται, επιστημονικά. Δεν ξέρω αν όντως έχουν κάποια βάση αυτά· μοιάζει να έχουν. Αλλά δεν έχουν ενδιαφέρον από αφηγηματική άποψη. Και είχα πια βαρεθεί να διαβάζω για περισσότερα επιστημονικά μηχανήματα απ’ό,τι θα συναντούσες σε βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Άρχισα να αναρωτιέται αν αυτό είναι φανταστική λογοτεχνία πραγματικά – και έγραψα κι ετούτο το άρθρο με τις σκέψεις μου επάνω στο θέμα.
Πού είναι η μαγεία; Πού είναι το μυστηριακό στοιχείο, το παράδοξο, το αληθινά παράξενο; Αυτά είναι η φανταστική λογοτεχνία. Το μειονέκτημα δεν το πρόσεχα τόσο πολύ στο The Grace of Kings γιατί η πλοκή ήταν καλή και με παρέσερνε· εδώ, όμως, το μειονέκτημα ήταν περισσότερο αισθητό. Και ακόμα και οι θεοί σχεδόν εξαφανισμένοι – και ώς το τέλος απλώς ένα μαγικορεαλιστικό στοιχείο και τίποτα περισσότερο. Θα μπορούσες να πεις ότι είναι μια αλληγορία. Δεν παίζουν κανέναν ουσιαστικό ρόλο, ούτε καν παράπλευρα, από το Veiled Throne και μετά. Είναι σαν ο συγγραφέας να είχε μετανιώσει που τους είχε συμπεριλάβει στην αρχή.
Επιπλέον, στο Veiled Throne και στο Speaking Bones οι «κακοί» είναι προβληματικοί, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν υπάρχει κανένας αντίπαλος με τη δική του φιλοσοφία, ή που είναι αληθινά διεστραμμένος και τρομαχτικός: κάποιος που μπορείς να τον πάρεις σοβαρά. Όλοι τους, ή είναι ανόητοι με αυταπάτες, ή έχουν μια εξωφρενικά στραβή αντίληψη της πραγματικότητας, ή είναι παραπλανημένοι, ή γλοιώδεις καιροσκόποι, ή ανήθικοι ποδογλείφτες. Κανένας δεν είναι αξιοσέβαστος αντίπαλος (σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα δύο πρώτα βιβλία). Και ακόμα και αυτοί είναι όλο σκέψεις, σαν να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις ίδιες τους μαλακίες στον εαυτό τους – ή σαν ο συγγραφέας να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι όντως τόσο παραπλανημένοι άνθρωποι μπορεί να υπάρξουν.
Οι «καλοί», από την άλλη, είναι όλο συλλογισμούς και αμφιβολίες, όπως είπαμε ήδη. Και τα πάντα τείνουν προς αδράνεια. Όταν συμβαίνει κάτι, οπωσδήποτε γίνεται με κάποιο απίστευτα έξυπνο κόλπο (εννοείται)· ει δυνατόν, μαζί με κάποια εξωφρενική εφεύρεση που κανείς άλλος δεν είχε σκεφτεί ώς τότε, και υποτίθεται ότι είναι βασισμένη στην κανονική επιστήμη, όχι σε κάποια «μαγική» δύναμη του φανταστικού σκηνικού. (Δεν έχει υπερφυσικά πράγματα και τέτοιες «μαλακίες» εδώ· είμαστε πλήρως ορθολογιστές και λογικοί άνθρωποι.) Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν φαίνεται να γνωρίζει ότι αν ένα πλάσμα δεν έχει κόρες στα μάτια σημαίνει ότι είναι τυφλό. Το πιο βασικό φανταστικό ζώο στον κόσμο του, το garinafin, δεν έχει κόρες, αλλά υποτίθεται πως έχει, μάλιστα, πολύ καλή όραση. Και νομίζω ότι, σε κάποιο σημείο, κάνει το ίδιο σφάλμα και για τους καρχαρίες – γράφει ότι δεν έχουν κόρες! Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν πλάσματα χωρίς κόρες τα οποία βλέπουν (ψάξτε το· θα δείτε ότι έτσι είναι). Υπάρχουν μόνο κάποια ελάχιστα ψάρια ή μαλάκια (αν δεν κάνω λάθος) με μάτια χωρίς κόρες, αλλά είναι τυφλά. (Δεν είναι το μάτι που, ουσιαστικά, βλέπει· η κόρη είναι που βλέπει.) Πλάσματα χωρίς κόρες τα οποία δεν είναι τυφλά υπάρχουν μόνο σε φανταστικούς κόσμους· ξέρεις, επειδή μοιάζουν πιο δαιμονικά...
Στο Speaking Bones έκανα κάτι που, κατά κανόνα, δεν κάνω ποτέ με λογοτεχνικό βιβλίο: ταχεία ανάγνωση (speed reading, που λένε). Διάβαζα πηδώντας προτάσεις και παραγράφους. Ήθελα απλώς να το τελειώσω. Και, δυστυχώς, δεν νομίζω ότι έχασα τίποτα (παρότι τέτοια ανάγνωση γενικά δεν με ευχαριστεί)· απλώς πέρασα πιο γρήγορα τα ανιαρά κομμάτια. Παρότι στο Grace of Kings δεν μπορούσες να προσπεράσεις ούτε μία παράγραφο χωρίς να χάσεις κάτι, εδώ όσες παραγράφους και να προσπερνούσες δεν έχανες τίποτα.
Και δεν ξέρω γιατί το ύφος του συγγραφέα άλλαξε τόσο. Του είπε κάποιος ότι έπρεπε να εμβαθύνει; Αν ναι, κακώς τον άκουσε. Ορισμένες φορές, τα πολλά λόγια είναι, όντως, φτώχεια. Δεν χρειάζεσαι πολλά λόγια για να κάνεις κάτι αληθοφανές.
Από την άλλη, ίσως να ήταν και η φυσική τάση του συγγραφέα για «κοινωνική ευαισθητοποίηση». Ασχολείται πάρα πολύ με κοινωνικά θέματα του κόσμου του στα δύο τελευταία βιβλία, και αυτό εις βάρος μιας πιο άνετης ή περιπετειώδους αφήγησης. Δεν φτάνει σε τραγελαφικά σημεία, όπως έχω δει κάποιους να φτάνουν όταν προσπαθούν να βάλουν σοσιαλιστική θεματολογία στη φανταστική λογοτεχνία – και μου θυμίζουν εκείνη την αστεία σκηνή από τους Monty Python όπου ο αγρότης βρίζει τον βασιλιά – αλλά και πάλι... Είναι κουραστικό το όλο θέμα, και οδηγείται στην αδράνεια.

Εκτός των άλλων, σ’αυτά τα δύο τελευταία βιβλία υπάρχει κι ένα κλίμα που θα το έλεγα... ελληνικό. Ναι, ελληνικό. Συνεχώς, οι χαρακτήρες λένε για τους προηγούμενους (αυτούς στο Grace of Kings και στο Wall of Storms) που ήταν έξυπνοι και γενναίοι και τρομεροί, αλλά οι ίδιοι δεν μπορούν να τους φτάσουν. Ένας θαυμασμός και μια συνεχόμενη επανάληψη του παρελθόντος χωρίς να γίνεται τίποτα στο παρόν. (Σας θυμίζει κάτι από σύγχρονη Ελλάδα; Ναι, κι εμένα...) Εντάξει, αυτοί ήταν τρομεροί, εμείς είμαστε υποδεέστεροι· τι να κάνουμε τώρα; Τι να κάνουμε;
Υπάρχει, δυστυχώς, ένα τέτοιο κλίμα, και είναι πάρα πολύ έντονο. Νομίζεις ότι το πρώτο βιβλίο ήταν το Βασικό, το δεύτερο ήταν η Συνέχεια, κι αυτά τα δύο επόμενα είναι... τι; Δευτερεύον έργο; Fan fiction; Τα επακόλουθα; Οι κοινωνικοί προβληματισμοί επάνω στα δύο προηγούμενα;
Ίσως να ήμουν και λίγο προκατειλημμένος στο Speaking Bones. Μετά από εκείνο τον πόλεμο των εστιατορίων στο Veiled Throne, πραγματικά δεν μπορούσα να διαβάσω άλλο. Ίσως και να αδικώ τον συγγραφέα γενικά. Ο ίδιος φαίνεται να γράφει κάτι που του αρέσει, από την αρχή ώς το τέλος. Και καλά κάνει. Ίσως σε κάποιους άλλους να αρέσει να διαβάζουν τέτοιου είδους φανταστική λογοτεχνία.
Αλλά οι αρεσκείες μας δεν συμπίπτουν.
Ομολογουμένως το γράψιμο – απλά ώς γράψιμο – δεν είναι άσχημο. Αρκετά καλό είναι. Το τι γράφει είναι το πρόβλημα.
Ούτε η πλοκή των δύο τελευταίων βιβλίων, αν καθίσω και τη σκεφτώ νηφάλια, ως πλοκή σκέτη, είναι άσχημη. Αν τη δω ως μια ιστορία – τι έγινε από την αρχή ώς το τέλος – θα μπορούσα να πω ότι δεν ήταν κακή. Ίσως όχι τόσο συναρπαστική όσο στο Grace of Kings, αλλά θα μπορούσε και να μου αρέσει.
Το πρόβλημα, για εμένα, είναι ο τρόπος που είναι γραμμένη. Αν ήταν γραμμένη όπως στο Grace of Kings, τα μειονεκτήματά της θα φαίνονταν λιγότερο, και τα προτερήματά της περισσότερο.
Αλλά, για να μη λέμε μόνο τα αρνητικά, θα αναφέρω και κάτι που όντως μου άρεσε: ο τρόπος που παρουσιάζει ο συγγραφέας τους γυναικείους χαρακτήρες. Οι γυναίκες είναι κανονικοί άνθρωποι: ούτε γλάστρες, ούτε κάτι το «αξιοπερίεργο» επειδή δρουν όπως οι άντρες, ούτε «ιδιαίτερες περιπτώσεις». Είναι απλώς χαρακτήρες με τα δικά τους μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα. Ευτυχώς, τουλάχιστον, η φανταστική λογοτεχνία έχει προχωρήσει πέρα από ορισμένα κολλήματα τύπου Robert Jordan. (Διαβάστε κι ένα άρθρο που είχα γράψει παλιότερα γι’αυτό το θέμα.)
Όσο για worldbuilding, στα δύο τελευταία βιβλίο του Dandelion Dynasty υπάρχει άπλετο. Υπάρχει τόσο πολύ που σε κουράζει κι αυτό. Γράφει για χίλιες-δύο κοινωνικοπολιτικές αλλαγές και νοοτροπίες, και από πού παίρνουν το φαγητό τους μέχρι πού βόσκουν τα γελάδια τους. Γράφει για τη σύγκρουση δύο λαών, και για το πώς ο ένας είναι τόσο διαφορετικός από τον άλλο... και ποιο είναι το σωστό; ποιο το λάθος; ποιο;
Δεν μπορείς να πεις, πάντως, ότι δεν είναι ψαγμένο. Είναι. Αλλά, για εμένα, είναι τόσο πολύ ψαγμένο που σκοτώνει την αφήγηση η οποία θα έπρεπε να ήταν συναρπαστική και ενδιαφέρουσα.
Όπως είπα παραπάνω, ίσως απλώς να είναι θέμα δικής μου νοοτροπίας και αρεσκείας. Αλλά έχω διαφορετική αισθητική για τη φανταστική λογοτεχνία. Οπότε, επάνω που έλεγα ότι επιτέλους βρήκα έναν σύγχρονο συγγραφέα που πραγματικά μου αρέσει... καταρρίφθηκε το αεροπλάνο.
















