Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
26 / 4 / 2020

κορονοβαμπίρ: άτομο που, εξαιτίας του κορονοϊού, αρνείται να βγει από το σπίτι του· πιθανώς να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.)· φήμες λένε ότι σταδιακά το άμεσο ηλιακό φως αρχίζει να βλάπτει τα κορονοβαμπίρ και ότι ίσως να τρέφονται με ακτινοβολία τηλεόρασης.

κορονοαμφισβητίας: άτομο που αμφισβητεί την αναγκαιότητα της κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· άτομο που αμφισβητεί τον ίδιο τον κορονοϊό· μπορεί να είναι κορονολύκος (βλ. λ.), χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο.

κορονοοικονομία: είδη πρώτης ανάγκης – φαγητό και φάρμακα – και μόνο.

μαύρη κορονοαγορά: οινόπνευμα.

 

Προηγούμενα

 

Διευκρίνιση

 

25 / 4 / 2020

κορονομάγος: άτομο που πιστεύει ότι ο Θεός, ή άλλη υπερβατική δύναμη, έριξε τον κορονοϊό επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκε άσχημα (όπως, για παράδειγμα, ο Ρασπουτίν έλεγε ότι ο Θεός έριξε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκε άσχημα).

κορονοτρελός: κάποιος που έχει δει ή αντιληφτεί κάτι τελείως μη συμβατικό σχετικά με τον κορονοϊό το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να παραδεχτεί ως αληθινό.

κορονοφωτισμένος: άτομο που πιστεύει ότι, μετά τον κορονοϊό, θα γίνουμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι και η ανθρωπότητα γενικά θα βελτιωθεί· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός αποτελεί ευκαιρία για να ενωθούμε όλοι και να ενδιαφερθούμε για τον πλησίον μας· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός είναι «οργή Θεού» και έπεσε επάνω μας για τις αμαρτίες μας· (γεν.) άνθρωπος με κάποιο «υπερβατικό» πιστεύω για τον κορονοϊό.

κορονοοικολόγος: άτομο που πιστεύει ότι η κορονοκατάσταση (βλ. λ.) κάνει καλό στον πλανήτη από οικολογικής άποψης (λιγότερη ρύπανση, λιγότερα σκουπίδια – λιγότεροι άνθρωποι, βρε αδελφέ!)· (ακραίο) άτομο που πιστεύει ότι θα κάνει καλό στον πλανήτη αν ο κορονοϊός τελικά εξαφανίσει την ανθρωπότητα και αφήσει ζωντανά μόνο τα όμορφα ζωάκια!

 

Προηγούμενα

 

Διευκρίνιση

 

24 / 4 / 2020

κορονοστάση: η κατάσταση που επικρατεί όταν οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) καταλαβαίνουν ότι τελικά είναι κορονόδουλοι και εξεγείρονται εναντίον της κρονοκατάστασης (βλ. λ.), των κορονοθιασωτών (βλ. λ.), και των κορονοτυράννων (βλ. λ.)· φανταστική κατάσταση που μπορεί ποτέ να μη συμβεί λόγω γενικής ύπνωσης.

κορονολύκος: άτομο που επαναστατεί κατά της κορονοκατάστασης (βλ. λ.), δεν δέχεται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και θέλει να κρεμάσει κορονοτυράννους (βλ. λ.)· ίσως να είναι κορονοτρελός (βλ. λ.), κορονομάγος (βλ. λ.), κορονοαμφισβητίας (βλ. λ.), ή κορονοφωτισμένος (βλ. λ.), αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο.

κορονογλείφτης: άτομο που αμφισβητεί κατά βάθος την κορονοκατάσταση (βλ. λ.), ή και τον κορονοϊό, αλλά δέχεται ό,τι του λένε οι άλλοι για την κορονοκατάσταση επειδή φοβάται ότι θα τον αποκλείσουν κοινωνικά και, άρα, θα έρθει το Τέλος του Κόσμου γι’αυτόν.

κορονοπρόβατο: άτομο που δεν αμφισβητεί ποτέ την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) όσο κι αν βλέπει τα πάντα να καταστρέφονται γύρω του· πιθανώς να πάσχει από κρονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), ή να είναι κορονοβαμπίρ (βλ. λ.).

 

Προηγούμενα

 

Διευκρίνιση

 

22 / 4 / 2020

κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).

κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).

κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.

κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).

 

Προηγούμενα

 

Διευκρίνιση

 

21 / 4 / 2020

κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).

κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).

κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.

κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).

 

Προηγούμενα

 

Διευκρίνιση

 

130η σελίδα από τις 181

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Επιλογές Απριλίου (29/4)


Virgil Finlay (τέχνη φαντασίας) Chéri Hérouard (παρισινή τέχνη) Gervasio Gallardo (μυθική τέχνη) HP Lovecraft (τα Άπαντα) Cthulhu Mythos (Encyclopedia) Πολύπλοκα και πελώρια οικοδομήματα (πριν από τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους) Sybil Marie Anne Lenormand (και η μαντική τράπουλά της) Pulp Covers (the best of the worst) Το διάβασμα (μας κάνει καλό;) Παίξτε δωρεάν πάνω από 15.000 παιχνίδια (της Amiga) Τα βιβλία Mapbacks (των παλιών εκδόσεων Dell) Solarpunk (A Short Guide to the Decolonization of the Sun) Πώς να είσαι συγγραφέας (όπως πραγματικά αισθάνεσαι) ...Και έρχονται κι άλλα (στο LinX)

 

Επιλογές Απριλίου (22/4)


Τέχνη από CD — Anthea Xin («ενεργειακοί» πίνακες) — Rithika Merchant (λαβυρινθώδεις κοσμολογίες) — Savepoint.gr (η εξέλιξη του Retropolis) — Ανθολογίες τρόμου (1930) — Clare Winger Harris (1891-1968) — Ο μαζικός δολοφόνος της Φλώριδας και το ChatGPT — Μια ψεύτικη ασθένεια που ξεγέλασε την τεχνητή νοημοσύνη — Angus McBride (τέχνη) — Vintage RPG — Το Τάγμα του Ηλιακού Ναού και οι μαζικές αυτοκτονίες — Gil Kane (τέχνη) — Voyage to Faremido: Gulliver’s Fifth Voyage (διαβάστε δωρεάν) — & πολλά, πολλά ακόμα στο LinX

 

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]