
Και οι τοίχοι έχουν χταπόδια.
|
|
Μια στιγμή... |
Είχα δει από καιρό την ταινία Captain Blood – παλιά ταινία αλλά αρκετά καλή, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Μου άρεσε το γεγονός ότι ήταν, επιτέλους, μια σοβαρή ταινία με πειρατές – κάτι που μοιάζει να προσπαθεί να εκλείψει τελευταία.
Είχα, λοιπόν, υπόψη μου να διαβάσω και το ομώνυμο βιβλίο στο οποίο είναι βασισμένη η ταινία, αλλά όλο κάτι άλλο τύχαινε και το άφηνα για μετά. Τώρα ήρθε πια η ώρα του. Και ανακάλυψα, μάλιστα, ότι δεν είναι ένα, αλλά ολόκληρη τριλογία. Είπα να ξεκινήσω από το πρώτο, και βλέπουμε. Έχω διαβάσει περίπου το μισό μέχρι στιγμής, και οι εντυπώσεις μου είναι καλές, αν και κάποια πράγματα μέσα στο βιβλίο είναι, αναμενόμενα, απαρχαιωμένα.
Είναι γραμμένο σε ανοιχτή οπτική γωνία τρίτου προσώπου αλλά με εξωτερικό αφηγητή ο οποίος γίνεται φανερός: δηλαδή, κάνει σχέδια, κριτικάρει ακόμα και τους χαρακτήρες σε κάποιες περιπτώσεις – τις πράξεις τους, τις νοοτροπίες τους. Αυτό γενικά δεν είναι κάτι που μου αρέσει. Παρότι είμαι λάτρης της ανοιχτής οπτικής γωνίας τρίτου προσώπου, μου φαίνεται λιγάκι κιτς να υπάρχει αφηγητής-παντογνώστης που κάνει τέτοια σχόλια μες στην ιστορία. Ωστόσο, αν είναι να γράψεις κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερο τρόπο για να το κάνεις απ’ό,τι ο Sabatini, ο συγγραφέας του Captain Blood. Στην αρχή νόμιζα ότι απλά θα ήταν ένας τελείως απρόσωπος, ξεκάρφωτος αφηγητής-παντογνώστης· μετά, όμως, διαπίστωσα ότι γράφει μες στο βιβλίο πώς έμαθε για τις περιπέτειες του Captain Blood, ποιες είναι οι πηγές του· κι αυτό, τουλάχιστον, δίνει κάποια ουσία στην ύπαρξη αφηγητή.
Ένα άλλο θέμα είναι ο διάλογος. Παρότι δεν είναι γενικά κακός – είναι αρκετά πνευματώδης, ακόμα και για τα δικά μου γούστα – μοιάζει κι αυτός απαρχαιωμένος. Χρησιμοποιούνται εκφράσεις και λεξιλόγιο που σήμερα θα θεωρούσες αστείο να χρησιμοποιήσεις.
Και ο βασικός χαρακτήρας, ο Peter Blood, κάπου-κάπου νομίζεις ότι παραείναι τέλειος για να είναι πραγματικός. Υπάρχει τίποτα δεν μπορεί να κάνει καλά; Είναι τρομερός γιατρός, τρομερός μαχητές, πολύ έξυπνος, ξέρει να κρίνει τον χαρακτήρα των άλλων, είναι ετοιμόλογος και πειστικός, έχει αρχηγική παρουσία...
Παρ’όλ’ αυτά, η ιστορία εξελίσσεται μέχρι στιγμής σε μια εξαιρετική πειρατική περιπέτεια που σήμερα δύσκολα συναντάς παρόμοια. Έχει κάτι το οποίο σε συνεπαίρνει και διαβάζεις ακάθεκτος τη μια σελίδα μετά την άλλη.
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Λατρεύω τα παλιότερα λεξικά. Έχουν λέξεις που φαντάζουν περίεργες ή, πολύ απλά – συγνώμη για τον γαλλικό όρο – γαμηστερές.
Έτυχε, τελευταία, να πέσει στα χέρια μου ένα τέτοιο λεξικό, και κοίτα τι λέξεις έχει:
γλέπω: βλέπω, βλ. λ.
θηριώ: μεταμορφώ εις άγριον θηρίον 2. θηριούμαι: εξαγριούμαι
θηριομαχώ: αγωνίζομαι κατά θηρίον (χρησιμοποιείται και μεταφορικά)
γυριστής: ο γυρίζων κάτι, ο κάμνων γυρίσματα· 2. επί προσώπου: ο περιοδεύων, ο φερέοικος*, ειδ. επιθ. του ήλιου. [Δικό μου σχόλιο: Δηλαδή, ο ήλιος λέγεται και γυριστής!]
[* φερέοικος: αυτός που κουβαλά μαζί του το σπίτι του (όπως το σαλιγκάρι, η χελώνα κτλ.)]
γυρομαντεία: η μαντεία δια γραμμάτων κατανεμημένων εντός κύκλων τεμνόντων αλλήλους. [Δικό μου σχόλιο: Και τι είναι τώρα αυτό; Κάποια τεχνική από φανταστικό μυθιστόρημα;]
γυρόμαντις: ο μαντευόμενος δια λεπτότατου αλεύρου, ο αλευρομάντης 2. ο ασκών γυρομαντεία.
Και διάφορες άλλες εξίσου περίεργες και τρομερές λέξεις.
Στα σύγχρονα λεξικά πολύ δύσκολα βρίσκεις τόσο περίεργες λέξεις. Τα περισσότερα σού δίνουν την αίσθηση ότι είναι απλά διαδικαστικά, ακόμα και παιδικά, περιορίζοντας το λεξιλόγιο αντί να το διευρύνουν.
Αλλά πάντα μου άρεσαν οι ιδιόμορφες και ασυνήθιστες λέξεις. Είναι, ειδικά, άψογες όταν γράφεις φανταστική λογοτεχνία και θέλεις να ονομάσεις διάφορα πράγματα, ή απλά θέλεις να χρησιμοποιήσεις μια λέξη που φαίνεται πιο εξωτική.
Ένα καλό, παλιό λεξικό είναι ένας σκονισμένος, μυστηριακός, παλιός θησαυρός της γλώσσας.
(Κάνε κλικ πάνω στην εικόνα για να το δεις από άλλη οπτική γωνία.)
Παράξενες φάτσες. Δαίμονες των τοίχων.
Τα mainstream media έχουν μεγάλη πλάκα. Τόσο καιρό προσπαθούσαν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο για να φορά μάσκες και γάντια. Τώρα προσπαθούν να τον τρομοκρατήσουν για να μην φορά μάσκες. Λένε ότι οι μάσκες σού στερούν το οξυγόνο και μπορεί να λιποθυμήσεις, ακόμα και να πεθάνεις. Βλέπε σχετική είδηση που διέρρευσε για κάτι παιδιά στην Κίνα τα οποία πέθαναν ενώ έκαναν γυμναστική φορώντας μάσκες. (Αρνούμαι να βάλω link.) Τραγωδία, τραγωδία...
Όπως και νάχει, μην φόρας μάσκα μες στη μέση του δρόμου. Είναι ανούσιο και αστείο, έτσι κι αλλιώς. Και οι κορονοΑπόκριες φαίνεται να τελείωσαν. Τουλάχιστον, στην Ελλάδα.
Ή, μήπως, όχι; Θα έχουμε, άραγε, και δεύτερο γύρο με τον Μεγάλο Μασκοφόρο, τον ΚορονοΑδελφό;
Προσωπικά, δεν το πιστεύω. Από τότε που έγινε η άρση των μέτρων είχα μια καλή αίσθηση για την όλη ιστορία, και έχω μάθει να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου, γιατί σπάνια κάνει λάθος. Όταν μου λέει «εδώ κάτι δεν πάει καλά», τότε, συνήθως, εδώ κάτι δεν πάει καλά. Όταν μου λέει «εδώ κάτι πάει καλά», τότε εδώ, συνήθως, κάτι πάει καλά.
Αλλά δεν θέλω να το παίξω μάντης. Οπότε, καλό είναι να έχουμε το νου μας για πιθανό δεύτερο γύρο.
Ωστόσο, θα αναφέρω μερικά θετικά της υπόθεσης του κορονοϊού μέχρι σήμερα. Και, όχι, δεν είναι τα κλισέ που διαβάζεις συνήθως για το πώς όλοι πιασμένοι χέρι-χέρι βγήκαμε να αντιμετωπίσουμε την απειλή. Ορισμένα, δε, είναι αρκετά υποκειμενικά, από τη δική μου οπτική γωνία.
1. Μάθαμε ότι οι σύγχρονες κοινωνίες, παρά τις φήμες, δεν είναι άτρωτες. Δεν ξέρουμε τα πάντα, δεν τα έχουμε εξηγήσει όλα, και το Χάος μπορεί να κάνει μια απρόσμενη εμφάνιση οποιαδήποτε στιγμή και να μας δαγκώσει. Αυτό σε κάνει να επανέρχεσαι στη νηφαλιότητα κάπου-κάπου.
2. Ο κορονοϊός μάς έδειξε πόσο εύκολα κάποιες ελευθερίες μας μπορεί να καταλυθούν, και αυτό είναι ανησυχητικό. Επίσης, μας έδειξε πόσο εύκολα οποιοσδήποτε εξουσιοφρενής μπορεί να εκμεταλλευτεί τέτοιες καταστάσεις για δικό του όφελος. Για παράδειγμα, στο τελευταίο The Economist (25 Απρλ. – 1 Μαΐου 2020) γράφει στο εξώφυλλο «A pandemic of power grabs», και όχι τυχαία. Διαβάζοντας και μετά το εξώφυλλο, διαπιστώνεις ότι αναφέρει περιπτώσεις δικτατοριών ανά τον κόσμο (κανονικών δικτατοριών, όχι σαν τη δική μας) που χρησιμοποίησαν τον Covid-19 για να επιβάλλουν περισσότερα καταπιεστικά μέτρα στους πολίτες τους και να βγάλουν κόσμο από τη μέση. Όλα αυτά είναι ένα πολύ σημαντικό μάθημα για τη δημοκρατία σ’αυτό τον πλανήτη.
3. Μάθαμε ότι ο φόβος σου σε σκοτώνει πριν από τον εχθρό σου. Έπεσε πανούκλα (ο εχθρός), αμέσως πανικοβληθήκαμε και κλειδώσαμε τις πόλεις (ο φόβος). Αποτέλεσμα; Η οικονομία πήρε τούμπες. Δε μ’ενδιαφέρει η σωτηρία του καπιταλισμού· με ενδιαφέρει ότι τώρα οι καπιταλιστικές συνθήκες θα γίνουν χειρότερες. Δυστυχώς, δεν θ’αλλάξει το οικονομικό σύστημα επειδή έπεσε μια πανδημία. Για να αποφύγουν να έχουν 1000 κρούσματα παραπάνω και 50 θανάτους παραπάνω, έριξαν όλη την κοινωνία σε μια κωλοκατάσταση που δημιούργησε προβλήματα σε κανένα εκατομμύριο ανθρώπους στην Ελλάδα και ποιος ξέρει σε πόσες αυτοκτονίες μπορεί αυτό να οδηγήσει (αλλά αυτά ίσως να προτιμήσουν να μην τα αναφέρουν τα ΜΜΕ).
4. Μάθαμε να είμαστε υπεύθυνοι και σε εγρήγορση, να προσέχουμε πώς κινούμαστε στο περιβάλλον μας. Μέχρι στιγμής, δεν νομίζω ότι δίναμε καμία σημασία. Παντού νομίζαμε ότι ήμασταν ασφαλείς. Τώρα έπρεπε να φοράμε και καμιά μάσκα κάπου-κάπου, να έχουμε υπόψη να μη συνωστιζόμαστε – να δίνουμε σημασία στο τι είναι γύρω μας αντί να κοιτάζουμε συνεχόμενα την οθόνη του κινητού μας.
5. Μου άρεσε όταν έκανα Escape from Athens. Ήταν μια εμπειρία που δεν θα ξεχάσω. Έπρεπε να είμαι σε μια κατάσταση οξυμένης εγρήγορσης· ούτε μουσική δεν άκουγα καθώς βάδιζα. Ήταν μια άλλη «πραγματικότητα» που δεν θα ήθελα να μην έχω επισκεφτεί, κι αλλιώς δεν θα μπορούσα να την είχα επισκεφτεί. Και νομίζω πως κάτι παρόμοιο ίσως να συνέβη και σε πολλούς άλλους ανθρώπους – να βίωσαν, αυτή την περίοδο, μια άλλη «πραγματικότητα» που αλλιώς δεν θα είχαν τη δυνατότητα να βιώσουν.
6. Η όλη κατάσταση με τον κορονοϊό, πολλές φορές, ακόμα και σήμερα μού δημιουργεί μια σουρεαλιστική αίσθηση. Βγαίνεις έξω δεν φοράς μάσκα, μπαίνεις στα ΜΜΜ φοράς μάσκα, πας κάπου όπου κυκλοφορεί πολύς κόσμος πρέπει να κρατάς απόσταση. Βλέπεις πελώριους δρόμους σχετικά άδειους, περνάς χωρίς να σ’ενδιαφέρουν τα φανάρια. Βλέπεις έναν άνθρωπο μόνο του σ’έναν δρόμο να φορά μάσκα και γάντια σαν να έχει γίνει χημικός πόλεμος. Όλα αυτά μοιάζουν μη-πραγματικά, σχεδόν σαν να έχουν βγει μέσα από όνειρο (ή εφιάλτη). Οποιοσδήποτε σουρεαλιστής σήμερα θα είχε γίνει κορονοκέφαλος, σίγουρα.
7. Μάθαμε (;) ότι πρέπει να σέβεσαι την άποψη των άλλων. Σε πολλές περιπτώσεις, κάποιοι προσπαθούσαν να κάνουν τους άλλους να σωπάσουν σχετικά με τον κορονοϊό και την όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε. Αυτό δεν ήταν καλό. Πρέπει να το ξεπεράσουμε ως ανθρωπότητα.
8. Πολλοί επιστράτευσαν οικειοθελώς τους εαυτούς τους για την καταπολέμηση του ιού, είτε ως νοσοκόμοι είτε για απολυμάνσεις είτε για οτιδήποτε άλλο. Δεν ξέρω αν πληρώθηκαν ή αν θα πληρωθούν, αλλά θα έπρεπε. Αυτοί οι άνθρωποι έβαλαν τη ζωή τους σε κίνδυνο. Δε θα πω το κλισέ, ότι είναι ήρωες, αλλά σίγουρα έδειξαν ότι η γενναιότητα δεν είναι νεκρή ακόμα και στον σύγχρονο κόσμο.
129η σελίδα από τις 183
Επίσης . . .
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά
Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.
Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...
Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;
Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!
Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.
Επικρατεί μια σύγχυση.
Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.
Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.
Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;
Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)
Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα
Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.
Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.
Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.