13/10/2026
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα
Η παρεξήγηση της παύλας
Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.
Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.
Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.
Μα, μπορεί να πει κάποιος, εδώ οι παύλες χρησιμοποιούνται για να κλείσουν ανάμεσά τους ένα παρενθετικό τμήμα λόγου!
Ναι, αλλά η παύλα δεν είναι παρένθεση. Είναι άλλο σημείο στίξης.
Το σωστό, για εμένα, θα ήταν το παραπάνω κομμάτι να είχε γραφτεί έτσι:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους – μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους – αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Ορισμένοι μπορεί να πουν ότι αυτός δεν είναι «ο ελληνικός τρόπος» για να το γράψεις.
Κάνουν λάθος. Δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος «ελληνικός τρόπος» για τη στίξη. Η στίξη, σε όλες τις δυτικές γλώσσες, είναι ίδια (με κάποιες ελάχιστες διαφοροποιήσεις). Η παύλα, άλλωστε, είναι ένα σημείο στίξης που, ουσιαστικά, μας ήρθε από τη δύση· δεν υπήρχε στην Ελλάδα παλιά.
Από την άλλη, μπορείς να πεις ότι είναι συνήθειο να κολλάμε τις παύλες σαν να ήταν παρενθέσεις. Αλλά, αν είναι έτσι, τότε είναι ένα κακό συνήθειο. Ούτε σωστό, από λογική άποψη, ούτε ωραίο, από αισθητική άποψη.
Γιατί;
Διότι η παύλα, ξαναλέω, δεν είναι παρένθεση. Η παύλα, όταν χρησιμοποιείται παρενθετικά, είναι όπως όταν το κόμμα χρησιμοποιείται παρενθετικά, απλώς για μεγαλύτερες περιόδους λόγου. Η παρένθεση χρησιμοποιείται για πραγματικά παρενθετικές σκέψεις, ή για τελείως παρενθετικά σχόλια. Χρησιμοποιείται για πράγματα που θα μπορούσαν και να μην ήταν εκεί. Η παύλα, όταν χρησιμοποιείται παρενθετικά, δεν είναι για τόσο παρενθετικά πράγματα, απλώς είναι για να ξεχωρίζει μια μακροσκελή περίοδο λόγου.
Στα ελληνικά πολλοί φαίνεται να το έχουν μπερδέψει αυτό, ή απλώς ακολουθούν το παράδειγμα που παρατηρούν αποδώ κι αποκεί – το οποίο, όμως, δεν είναι και τόσο σωστό. Είναι κακό συνήθειο.
Οπότε, βλέπεις από τη μια να χρησιμοποιούν την παύλα σαν παρένθεση – δηλαδή, κολλητά επάνω στις λέξεις – και από την άλλη να τη χρησιμοποιούν για έμφαση, ή για επεξήγηση, χωρίς να είναι κολλητή. Για παράδειγμα:
Προσπαθούσαμε να πάμε πρώτοι στην πρωτεύουσα πάση θυσία, κάψαμε τρεις μηχανές καθοδόν – αλλά φτάσαμε, τελικά, πολύ αργά!
Εδώ η παύλα είναι για έμφαση. Και μπορεί να τη δεις γραμμένη ακριβώς έτσι – να μην κολλάει πάνω στις λέξεις.
Μπορεί, όμως, από μερικούς συγγραφείς να τη δεις κι έτσι:
Προσπαθούσαμε να πάμε πρώτοι στην πρωτεύουσα πάση θυσία, κάψαμε τρεις μηχανές καθοδόν –αλλά φτάσαμε, τελικά, πολύ αργά!
Ε, αποφασίστε, ρε παιδιά, πού κολλάμε την παύλα πάνω στις λέξεις και πού όχι...
Ουσιαστικά, πουθενά δεν χρειάζεται να κολλάμε την παύλα πάνω στις λέξεις παρά μόνο (α) ως εξειδικευμένη χρήση ή (β) επειδή είναι μεγάλη παύλα (—) αντί για μέτρια (–).
Ως εξειδικευμένη χρήση, εννοώ ότι μπορεί σπανίως να γράψεις κάτι τέτοιο:
Δεν ήταν σωστό που τον είχαμε εγκαταλείψει μόνο του εδώ, σκέφτηκε ο Χρίστος· οι δυνάμεις των Κάτω Θεών τον διέφθειραν. –Και μετά δεν είχε άλλο χρόνο για σκέψεις καθώς τα σκυλιά των Κάτω Θεών τού ορμούσαν.
Εδώ η παύλα μπαίνει απλώς για να τονίσει. Μπαίνει μετά από τελεία. Και είναι σπάνιο. Πρέπει να είναι σπάνιο. Είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Εξαίρεση.
Μια άλλη εξειδικευμένη περίπτωση είναι σε κάποιους διαλόγους που ξεκινάνε με παύλα. Αλλά αυτή είναι άλλου είδους παύλα, ουσιαστικά.
Και όταν λέω ότι η παύλα μπορεί να κολλά πάνω στα γράμματα όταν είναι μεγάλη παύλα (—), εννοώ ακριβώς αυτό: Όταν χρησιμοποιείς άλλο τυπογραφικό σημείο στίξης. Αυτό «—» αντί για αυτό «–».
Παράδειγμα:
Προσπαθούσαμε να πάμε πρώτοι στην πρωτεύουσα πάση θυσία, κάψαμε τρεις μηχανές καθοδόν—αλλά φτάσαμε, τελικά, πολύ αργά!
Ή:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους—μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους—αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό συμβαίνει απλώς επειδή είναι διαφορετικό τυπογραφικό σημείο στίξης· δεν αλλάζει ουσιαστικά η ίδια η στίξη: η παύλα. Και κολλά μαζί και τις δύο λέξεις· δεν κολλάει στη μία ή στην άλλη. Άρα, πάλι, είναι στη μέση.
Ορισμένοι κάνουν το λάθος να βάζουν μικρή παύλα (-) αντί για μέτρια (–) ή μεγάλη (—). Η μικρή παύλα δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται ως σημείο στίξης. Δεν είναι σημείο στίξης καν. Είναι ή για συλλαβισμό (όταν αλλάζει η σειρά και η λέξη πρέπει να σπάσει) ή όταν συνδέεις δύο λέξεις για να τις κάνεις μία (πχ, γερο-βασιλιάς, ή άλογο-δράκος).
Το ακόλουθο παράδειγμα είναι λάθος:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους -μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους-, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
ΔΕΝ χρησιμοποιούμε τόσο μικρές παύλες για στίξη. Χρησιμοποιούμε μόνο μέτριες (–) ή μεγάλες (—).
(Αν δεν γνωρίζετε πώς να βάζετε αυτές τις παύλες, ψάξτε το· υπάρχουν στα σύμβολο UTF-8.)
*
Η παύλα είναι ένα σημείο στίξης όπως το κόμμα, όχι όπως η παρένθεση. Είναι ισχυρότερη από το κόμμα, και από την άνω τελεία, αλλά λιγότερο ισχυρή από την τελεία. Και είναι αδιάφορη ως προς το θαυμαστικό ή το ερωτηματικό.
Αυτό σημαίνει πως η παύλα, στη χρήση της, αντικαθιστά το κόμμα ή την άνω τελεία. Δεν έχει νόημα να βάλεις παύλα και μετά κόμμα (ή άνω τελεία). Είναι σαν να βάζεις κόμμα μετά από την τελεία! Είναι λογικό; Δεν είναι λογικό. Είναι άσκοπο τελείως. Το ισχυρότερο σημείο στίξης αντικαθιστά το ασθενέστερο, όπως και κάποια σημεία στίξης-μπαλαντέρ – το θαυμαστικό και το ερωτηματικό – αντικαθιστούν τα άλλα σημεία στίξης. Δεν βάζεις τελεία μετά από το θαυμαστικό ή το ερωτηματικό, ούτε κόμμα ή άνω τελεία. Όχι επειδή είναι ισχυρότερα ως σημεία στίξης, αλλά επειδή είναι άλλου είδους σημεία στίξης (είναι σχολιαστικά, δεν είναι συντακτικά).
Οπότε, μπορεί κάποιος να ρωτήσει: Μα, όταν χρησιμοποιούνται οι παύλες ως παρένθεση, δεν μπορεί κάπου εκεί να χρειάζεται κόμμα μετά;
ΟΧΙ. Σε καμία περίπτωση. Ακόμα κι αν το κόμμα θα έμπαινε αν είχαμε παρένθεση, ή αν δεν είχαμε καμία παρενθετική πρόταση, δεν μπαίνει ποτέ αν χρησιμοποιήσεις παύλες.
Αν χρησιμοποιήσεις κανονική παρένθεση, μπαίνει, γιατί η παρένθεση είναι κι αυτή ένα ιδιαίτερο σημείο στίξης, δεν είναι καθαρά συντακτικό σημείο στίξης. Μπορεί ν’ανοίξεις μια παρένθεση εδώ, να γράψεις δυο σελίδες κείμενο, και να την κλείσεις μετά. Η παρένθεση βάζει εκεί, μες στη μέση της κανονικής ροής του κειμένου, κάτι τελείως παρενθετικό, που μπορεί, κυριολεκτικά, να είναι οτιδήποτε. Δεν ισχύει αυτό για τις παύλες· οι παύλες απλώς είναι λίγο πιο ισχυρές από το κόμμα, το οποίο επίσης χρησιμοποιείται για παρενθετικές προτάσεις αλλά πολύ πιο μικρές ή απλές.
Ορίστε, για παράδειγμα, τι μπορεί να κάνει η παρένθεση:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους – μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους – αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές (που τις είχαν δει μερικές φορές στο ταξίδι τους, μα δεν είχαν θεωρήσει ότι μπορεί να ήταν τίποτα περισσότερο από αυτό: σκιές· και δεν υποψιάζονταν ότι ίσως να τους παρακολουθούσαν: δεν γνώριζαν αυτού του είδους τις μαγείες, σύμφωνα με τις οποίες η έλλειψη του φωτός δημιουργεί οντότητες που μεταφέρουν αλλού εικόνες) που τους πλησίαζαν γρήγορα.
Ναι, η παρένθεση μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο – να βάλει μέσα στο κείμενο κάτι τελείως εμβόλιμο. Οι παύλες δεν μπορούν να το κάνουν αυτό. Θα χάσεις τον ειρμό του κειμένου αν βάλεις παύλες εκεί.
Μιλάμε, λοιπόν, για δύο εντελώς διαφορετικά σημεία στίξης.
Μην συγχέετε την παύλα με την παρένθεση.
Η παύλα έχει πάρα πολλές χρήσεις. Είναι κανονικό σημείο στίξης. Μπορείς να γράψεις κάτι τέτοιο με παύλες:
Ο Ρίσενκομ ήξερε όλους τους δρόμους της πόλης – ήξερε τις μεγάλες λεωφόρους – ήξερε τα στενορύμια – ήξερε και τις σήραγγες κάτω από τα πλακόστρωτα, και τις αποθήκες και τα υπόγεια όπου κυκλοφορούν μόνο οι κλέφτες – ήξερε και τις οροφές όπου πηδάνε μόνο οι γάτες.
Αυτά δεν είναι παρενθέσεις. Είναι απλώς στίξη. Θα μπορούσες να βάλεις εκεί και άνω τελείες, αλλά η παύλα δημιουργεί μια άλλου είδους ροή και τονισμό στο κείμενο.
Αν χρησιμοποιούσες μεγάλες παύλες (—), θα το έγραφες έτσι:
Ο Ρίσενκομ ήξερε όλους τους δρόμους της πόλης—ήξερε τις μεγάλες λεωφόρους—ήξερε τα στενορύμια—ήξερε και τις σήραγγες κάτω από τα πλακόστρωτο και τις αποθήκες και τα υπόγεια όπου κυκλοφορούν μόνο οι κλέφτες—ήξερε και τις οροφές όπου πηδάνε μόνο οι γάτες.
Αλλά αυτό είναι καθαρά τυπογραφικό θέμα· δεν είναι θέμα στίξης.
Η παύλα δεν κολλάει, συνήθως, ούτε στην αρχή ούτε στο τέλος της λέξης. Μπαίνει ακριβώς ανάμεσα στις λέξεις.
Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπως αυτές που ανέφερα παραπάνω, αλλά είναι σπάνιες.
Υπάρχει κι ακόμα μία που είναι πιο συνηθισμένη: Όταν σπάει ο ειρμός του κειμένου ή όταν διακόπτονται τα λόγια κάποιου, τότε κολλάς την παύλα στο τέλος.
Παράδειγμα:
«Άκου προσεχτικά τι έχω να σου πω, και–»
«Άσε τα λόγια τα πολλά, κι άκου εσύ εμένα τώρα!»
Εδώ έχουμε διακοπή των λόγων κάποιου μέσα σε διάλογο, οπότε η παύλα κολλά στο τέλος.
Επίσης:
Τον κυνηγούσαν αλλά δεν μπορούσαν να τον φτάσουν. Έστριψε σε μια γωνία, καβάλα στη μηχανή του. Πέρασε από μια γέφυρα. Ένα φανάρι το αγνόησε.
Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του: Ναι ήταν ακόμα πίσω του τα δύο μαύρα αυτοκίνητα.
Έστριψε σ’άλλη μια γωνία–
Ένα φορτηγό μπροστά του!
Πάτησε το φρένο, η μηχανή του γύρισε στο πλάι–
Έπεσε απ’τη σέλα, κουτρουβάλησε στο οδόστρωμα, νιώθοντας τον ώμο του να σκίζεται...
Εδώ οι παύλες στο τέλος δείχνουν απότομες διακοπές στη ροή του κειμένου, γιατί εκεί τελειώνει μια περίοδος λόγου. Κοφτά. Δεν έχει συνέχεια.
*
Αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι η σωστή χρήση της παύλας. Δυστυχώς, παρατηρούμε συχνά να χρησιμοποιούνται οι παύλες αλλιώς (να κολλάνε μπροστά και πίσω από τις λέξεις σαν κοτσάνια, να μπαίνει κόμμα μετά σαν από τυπογραφικό λάθος). Και έπειτα μπορεί ν’ακούσεις ότι «έτσι χρησιμοποιούνται στα ελληνικά»... Αλίμονο. Δεν χρησιμοποιούνται έτσι «στα ελληνικά»· απλώς πρόκειται για ένα λάθος που είναι διαδεδομένο. (Και για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ το έκανα παλιά αυτό το λάθος – βλέπε, πχ, Άρμπεναρκ – όταν ήμουν μικρός και, δυστυχώς, έβλεπα κακά παραδείγματα γύρω μου σε ελληνικά βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες... Η μίμηση είναι πολύ αρνητικό πράγμα, ορισμένες φορές.)
(ΣημείωσηΣημείωση για τα Περί Γραφής
Αν είσαι φυσιολογικός αναγνώστης δε χρειάζεται να
διαβάσεις αυτό το κομμάτι. Αν είσαι από εκείνους που θα σκεφτούν
«Και ποιος νομίζει ότι είναι αυτός που θα μιλήσει για τη συγγραφή;»,
ή «Πολύ σπουδαίος δεν την έχει δει για να μας λέει πώς θα
γράφουμε;», ή κάτι παρόμοια κολακευτικό για το άτομό μου, τότε είσαι
το Πράσινο Ανθρωπάκι, και μπορείς να συνεχίσεις να διαβάζεις.
Αγαπητό Πράσινο Ανθρωπάκι,
Στα Περί Γραφής
μιλάω για ορισμένες από τις συγγραφικές μου εμπειρίες, και δίνω
κάποιες συμβουλές ή κατευθυντήριες γραμμές για νέους (όχι,
απαραιτήτως, ηλικιακά) συγγραφείς. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από
αυτό: εμπειρίες, σκέψεις, συμπεράσματα. Το διαβάζεις, κι αν
πιστεύεις ότι σου λέει κάτι ενδιαφέρον, έχει καλώς· αν πιστεύεις ότι
δε σ'ενδιαφέρει, ή αν διαφωνείς κάθετα, το αγνοείς. Τουλάχιστον,
αυτό κάνω εγώ όταν διαβάζω παρόμοια άρθρα: αν θεωρώ ότι λέει κάτι
ενδιαφέρον, το διαβάζω με ευχαρίστηση· αν θεωρώ ότι δεν με
ενδιαφέρει, το αγνοώ.
Να το έχεις αυτό υπόψη σου όταν διαβάζεις τα
Περί Γραφής. Δεν είναι δεσμευτικά, ούτε κανένας νόμος· είναι,
απλώς, μερικές σκέψεις, γνώμες, και εμπειρίες μου.
για τα Περί Γραφής.)

















