27/10/2026
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά
...Και η παύλα έχει συνέχεια
Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.
Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...
Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;
Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!
Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.
Επικρατεί μια σύγχυση.
Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.
Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.
Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;
Σταθείτε λίγο και σκεφτείτε το· αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα στη στίξη.
Η χρήση της παύλας μπορείς να πεις ότι είναι διπλή. Από τη μια, είναι για να τονίσει αυτό που ακολουθεί. Από την άλλη, είναι για να διακόψει απότομα ένα νόημα. (Και υπάρχει και μια τρίτη χρήση – η παρενθετική! Αλλά δεν το αναφέρω, και θα καταλάβετε γιατί.)
Όταν χρησιμοποιείται για να τονίσει αυτό που ακολουθεί, λογικά πρέπει να μπαίνει στην αρχή.
Κάπως έτσι:
Προσπαθούσαμε να πάμε πρώτοι στην πρωτεύουσα πάση θυσία, κάψαμε τρεις μηχανές καθοδόν –αλλά φτάσαμε, τελικά, πολύ αργά!
Όταν χρησιμοποιείται για να διακόψει απότομα ένα νόημα, λογικά πρέπει να μπαίνει στο τέλος.
Κάπως έτσι:
Τον κυνηγούσαν αλλά δεν μπορούσαν να τον φτάσουν. Έστριψε σε μια γωνία, καβάλα στη μηχανή του. Πέρασε από μια γέφυρα. Ένα φανάρι το αγνόησε. Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του: Ναι ήταν ακόμα πίσω του τα δύο μαύρα αυτοκίνητα. Έστριψε σ’άλλη μια γωνία– Ένα φορτηγό μπροστά του! Πάτησε το φρένο ελαφρά, στρίβοντας τη μηχανή στο πλάι για να το αποφύγει.
Αυτή η περίπτωση είναι απόλυτα σωστή, για εμένα. Έτσι θα το έγραφα.
Η προηγούμενη περίπτωση, όμως, είναι αμφιλεγόμενη. Αν το σκεφτείς κάπως αλλιώς, θα μπορούσες να το γράψεις και έτσι:
Προσπαθούσαμε να πάμε πρώτοι στην πρωτεύουσα πάση θυσία, κάψαμε τρεις μηχανές καθοδόν– αλλά φτάσαμε, τελικά, πολύ αργά!
Διότι πρόκειται για διακοπή νοήματος πάλι, έτσι δεν είναι;
Ίσως... ή ίσως όχι.
Χμμμ... Ποιο είναι, λοιπόν, το αντικειμενικά σωστό;
Και τι γίνεται όταν κάτι κλείνεται ανάμεσα σε παύλες (παρενθετική χρήση); Τι συμβαίνει τότε; Στην αρχή τονίζουμε και μετά διακόπτουμε απότομα; Αλλά, βέβαια, δεν είναι αυτό, γιατί θα μπορούσε και να ισχύει ή το ένα ή το άλλο.
Δείτε το εξής παράδειγμα:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Κολλητές παύλες μπροστά-πίσω – σαν να ήταν η παύλα παρένθεση, που όμως δεν είναι.
Και τώρα αυτό:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους– μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους– αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Οι παύλες είναι κολλημένες στο τέλος των λέξεων, διακόπτοντας το νόημα. Σωστό; Θα μπορούσες να πεις ότι, ναι, είναι σωστό.
Και δείτε και αυτό:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους –αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Οι παύλες κολλάνε στην αρχή της λέξης, τονίζοντας το επόμενο. Σωστό; Θα μπορούσες πάλι να πεις ότι, ναι, είναι σωστό.
Η σύγχυση είναι πολύ μεγάλη σχετικά με το πού θα έπρεπε να κολλάει μια παύλα – μπροστά ή πίσω από τη λέξη; Αν το εννοήσεις ως διακοπή, κολλάει πίσω από τη λέξη. Αν το εννοήσεις ως τονισμό του επόμενου, κολλάει μπροστά.
Για να μην υφίσταται, λοιπόν, αυτός ο ανόητος προβληματισμός και να αποφεύγεται η αχρείαστη σύγχυση, βάζουμε πάντα τις παύλες στη μέση. Ανάμεσα στις λέξεις. (Εκτός αν είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι πρόκειται για απότομη διακοπή ή για τονισμό του επόμενου.)
Αυτός είναι ο λόγος που τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε στο τέλος της λέξης αλλά η παύλα όχι.
Και, φυσικά, δεν είναι σωστό να κολλάνε μπρος και πίσω όπως οι παρενθέσεις· γιατί δεν είναι παρενθέσεις. Είναι ένα σημείο στίξης όπως το κόμμα ή η άνω τελεία, αλλά ισχυρότερο από αυτά.
Επιπλέον, σκεφτείτε το εξής: Σε αυτό το παράδειγμα–
Προσπαθούσαμε να πάμε πρώτοι στην πρωτεύουσα πάση θυσία, κάψαμε τρεις μηχανές καθοδόν –αλλά φτάσαμε, τελικά, πολύ αργά!
–το «κάψαμε τρεις μηχανές καθοδόν» πού τελειώνει; Σε κενό; Δεν μπορεί μια πρόταση να τελειώνει σε κενό· πρέπει να τελειώνει σε κάποια στίξη. Αν η παύλα κολλά στο επόμενο, η προηγούμενη πρόταση πού τελειώνει; Τι να βάλουμε εκεί, μετά το «καθοδόν»; Να βάλουμε κόμμα; Άνω τελεία; Άνω-κάτω τελεία; Τι; Και τι νόημα θα είχε; Αφού υπάρχει στίξη – και είναι η παύλα. Η οποία θα έπρεπε να είχε μπει στη μέση των λέξεων, όχι κολλητά επάνω στο αλλά.
(Παρεμπιπτόντως, σε παλιότερα κείμενα, μπορεί να έβλεπες το τραγελαφικό τού να βάζουν κόμμα ή άνω τελεία ή άνω-κάτω τελεία μετά το «καθοδόν»! Ναι, έχει γίνει ακόμα κι αυτό... Λες και παίζει καμιά νοηματική διαφορά εκεί.)
*
Η φύση της παύλας είναι τέτοια που είναι ιδιαίτερο σημείο στίξης, αλλά όχι και σχολιαστικό (όπως το θαυμαστικό ή η παρένθεση). Μπορεί να δεις να μπαίνει παύλα ακόμα κι εκεί που θα έβαζε κάποιος τελεία, αλλά προτιμά να βάλει παύλα για να δώσει μια αίσθηση σπαστής, ή ξαφνικής, συνέχειας στο κείμενο.
Και αυτός είναι ο λόγος που εφευρέθηκε η παύλα, νομίζω – για να τονίζεις ή να σπας το κείμενο όπως νομίζεις: κάτι που κανένα άλλο σημείο στίξης δεν μπορεί να κάνει ακριβώς. (Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσες να τη χαρακτηρίσεις και σχολιαστικό σημείο στίξης· ωστόσο, δεν είναι και κάτι όπως το θαυμαστικό: έχει μεγαλύτερη βαρύτητα και σημασία μες στο κείμενο.)
Αν η παύλα μοιάζει με κάποιο άλλο σημείο στίξης αυτό είναι τα αποσιωπητικά, οι τρεις τελείες (...). Η διαφορά τους είναι πως τα αποσιωπητικά δεν χρησιμοποιούνται ποτέ παρενθετικά και δείχνουν μια πιο ομαλή διακοπή, ή κάτι που κάνει, ελλείψει καλύτερου όρου, fade out ας πούμε: κάτι που ξεθωριάζει και σβήνει. Η παύλα δεν είναι fade out, ούτε fade in. Αν είναι κάτι, είναι σπασμωδική αλλαγή.
Και υπάρχει και με τα αποσιωπητικά ένα θέμα αν θα έπρεπε να κολλάνε στις λέξεις. Εγώ προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να κολλάνε στο τέλος της λέξης, ή, σπανιότερα, στην αρχή. Ορισμένοι, όμως, τα βάζουν ανάμεσα κι αυτά.
Παράδειγμα:
Είχαμε κάνει τόσο κόπο για να τον συνεφέρουμε ύστερα από την επίθεση του δράκου ... μα όλα ήταν μάταια.
Αυτό δεν είναι λάθος.
Ούτε αυτό:
Είχαμε κάνει τόσο κόπο για να τον συνεφέρουμε ύστερα από την επίθεση του δράκου. . .μα όλα ήταν μάταια.
Αν βάλεις τα αποσιωπητικά ανάμεσα, καλό είναι να έχουν και κενά αναμεταξύ τους οι τελείες για να φαίνεται ότι καταλαμβάνουν όλο το διάστημα ανάμεσα στις λέξεις.
Ωστόσο, εγώ προτιμώ αυτό:
Είχαμε κάνει τόσο κόπο για να τον συνεφέρουμε ύστερα από την επίθεση του δράκου... μα όλα ήταν μάταια.
Σε τελική ανάλυση, το fade out εδώ γίνεται μετά το «δράκου»· εκεί τελειώνει αυτή η πρόταση.
Το ακόλουθο είναι, κατά κανόνα, λάθος:
Είχαμε κάνει τόσο κόπο για να τον συνεφέρουμε ύστερα από την επίθεση του δράκου ...μα όλα ήταν μάταια.
Ο λόγος που είναι λάθος; Ακριβώς ο ίδιος λόγος που ισχύει και για τις παύλες. Τι ακολουθεί το «δράκου»; Κενό αέρος; Σε τι στίξη τελειώνει αυτή η πρόταση;
Η μόνη περίπτωση που είναι λογικό να μπαίνουν αποσιωπητικά στην αρχή και κολλητά είναι όταν ξεκινά παράγραφος ή διάλογος· κι αυτό δείχνει, συνήθως, κάποιου είδους fade in ή ξεκομμένα λόγια ή κάτι τέτοιο.
Παράδειγμα:
...Ήταν πια τόσο κουρασμένη, και ήθελε να κοιμηθεί.
Ή:
Ο Λάκης μιλούσε και μιλούσε και μιλούσε.
Οπότε, του είπα τελικά: «...Ωωχ, ρε φίλε, μας ζάλισες.»
Είναι αρχή διαλόγου, άρα είναι εντάξει. Και δείχνει μια κάποια κούραση στη φωνή, μπορείς να πεις, ένα fade in.
Άλλο παράδειγμα:
Διασχίζοντας την αγορά άκουγε τον κόσμο να μιλά αποδώ κι αποκεί, σκόρπια λόγια–
...και του το είχα πει...
...μα δεν ήταν τότε η κατάλληλη ώρα!
...εντάξει, θα σ’το δώσω...
...μην ασχολείστε, ρε!
...μόνο τρεις μού έφερε, και μετά...
...δεν πλήρωνε!
Όπως βλέπετε, από τις παύλες φτάσαμε στα αποσιωπητικά. Σας είχα προειδοποιήσει ότι έχω μια σχέση αγάπης-μίσους με τη στίξη.
Αλλά η παύλα μοιάζει λίγο με τα αποσιωπητικά. Όμως δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.
(ΣημείωσηΣημείωση για τα Περί Γραφής
Αν είσαι φυσιολογικός αναγνώστης δε χρειάζεται να
διαβάσεις αυτό το κομμάτι. Αν είσαι από εκείνους που θα σκεφτούν
«Και ποιος νομίζει ότι είναι αυτός που θα μιλήσει για τη συγγραφή;»,
ή «Πολύ σπουδαίος δεν την έχει δει για να μας λέει πώς θα
γράφουμε;», ή κάτι παρόμοια κολακευτικό για το άτομό μου, τότε είσαι
το Πράσινο Ανθρωπάκι, και μπορείς να συνεχίσεις να διαβάζεις.
Αγαπητό Πράσινο Ανθρωπάκι,
Στα Περί Γραφής
μιλάω για ορισμένες από τις συγγραφικές μου εμπειρίες, και δίνω
κάποιες συμβουλές ή κατευθυντήριες γραμμές για νέους (όχι,
απαραιτήτως, ηλικιακά) συγγραφείς. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από
αυτό: εμπειρίες, σκέψεις, συμπεράσματα. Το διαβάζεις, κι αν
πιστεύεις ότι σου λέει κάτι ενδιαφέρον, έχει καλώς· αν πιστεύεις ότι
δε σ'ενδιαφέρει, ή αν διαφωνείς κάθετα, το αγνοείς. Τουλάχιστον,
αυτό κάνω εγώ όταν διαβάζω παρόμοια άρθρα: αν θεωρώ ότι λέει κάτι
ενδιαφέρον, το διαβάζω με ευχαρίστηση· αν θεωρώ ότι δεν με
ενδιαφέρει, το αγνοώ.
Να το έχεις αυτό υπόψη σου όταν διαβάζεις τα
Περί Γραφής. Δεν είναι δεσμευτικά, ούτε κανένας νόμος· είναι,
απλώς, μερικές σκέψεις, γνώμες, και εμπειρίες μου.
για τα Περί Γραφής.)


















