12 / 6 / 2021

Αυτή η καταπληκτική εικόνα είναι του Γιάννη Νίκου. Από τη Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1990, την οποία έτυχε να βρω πρόσφατα στο Βιβλιοπωλείο των Αστέγων (Πειραιώς 132, Αθήνα) σε πολύ καλή κατάσταση: οι σελίδες άκοπες ακόμα.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γιάννης Νίκου με συνεπαίρνει με τα ψυχεδελικά και μαγικορεαλιστικά έργα του.
10 / 6 / 2021
Πριν από μερικά χρόνια, φαινόταν να υπάρχει αρκετή κίνηση με τα δωρεάν ηλεκτρονικά βιβλία στο ελληνικό διαδίκτυο. Τώρα δεν παρατηρώ το ίδιο. Κάποια websites που ασχολούνταν με το θέμα έχουν να βάλουν κάτι καινούργιο από το 2017· ουσιαστικά, δεν λειτουργούν πλέον παρά μόνο ως αρχείο. Κάποια άλλα υπολειτουργούν, προσφέροντας πολύ λίγο καινούργιο περιεχόμενα ή κανένα κλασικό βιβλίο ή τίποτα τέτοιο.
Αν υπάρχει κάποιο άλλο website που όντως να κινείται και τυχαίνει να το αγνοώ, θα ήθελα πολύ κάποιος να με ενημερώσει γι’αυτό (μέσω Twitter, @Havocus, ή μέσω email, kostasvoulazeris @ yahoo . gr).
Με παραξενεύει αυτή η έλλειψη κίνησης στα δωρεάν ηλεκτρονικά βιβλία γιατί, αν μη τι άλλο, η οικονομική κρίση και η πανδημία θα έπρεπε να μας είχαν φέρει ακόμα περισσότερα δωρεάν ηλεκτρονικά βιβλία, όχι λιγότερα.
Καταλαβαίνω ότι πολλοί συγγραφείς θα ήθελαν να πληρώνονται για τη δουλειά τους, οπότε το να γράψουν ένα ολόκληρο βιβλίο και μετά να το διαθέσουν δωρεάν σε ηλεκτρονική μορφή τούς απωθεί ως ιδέα...
Κι εγώ θα ήθελα να έπαιρνα λεφτά από τα βιβλία μου, αλλά πρέπει και να λάβεις υπόψη σου δύο ρεαλιστικές παραμέτρους σ’αυτή τη χώρα που ζούμε (και στη δική μου περίπτωση, τρεις παραμέτρους).
Πρώτον: πρέπει να αναρωτηθείς τελικά γιατί γράφεις λογοτεχνία. Αν πραγματικά είναι κάτι που σε εξιτάρει, που όντως το θέλεις και είναι ένα με τον εαυτό σου, θα το κάνεις ούτως ή άλλως, ανεξαρτήτως πληρωμής. (Όπως έχω ξαναπεί και παλιότερα, θα έγραφα λογοτεχνία ακόμα κι αν ήμουν τελείως απομονωμένος χωρίς καμιά πιθανότητα κανείς να διαβάσει αυτά που γράφω· αλλά ένα τέτοιο κείμενο όπως αυτό εδώ το post δεν θα το έγραφα αν δεν υπήρχε πιθανότητα κάποιος να το διαβάσει.)
Δεύτερον: είναι σχεδόν αδύνατον να βγάλεις σοβαρά λεφτά, στην Ελλάδα, από λογοτεχνικά βιβλία, είτε προσπαθείς να τα πουλήσεις σε χαρτί (οπότε και, μάλλον, θα χάσεις λεφτά) είτε προσπαθείς να τα πουλήσεις σε ηλεκτρονική μορφή. Άρα, γιατί να μην τα δώσεις δωρεάν; Ποια η διαφορά; Το υποτιθέμενο «κύρος»; Το χέζω το κύρος.
(Τρίτον, που αφορά μόνο εμένα και άλλους παρόμοιος με εμένα: αν δεν γράφεις mainstream πράγματα – κοινωνικά θέματα ή πατριωτικά θέματα – στην Ελλάδα η πιθανότητα είναι μηδέν να βγάλεις λεφτά, έστω και λίγα. Είναι δύσκολο καν να τους βάλεις να διαβάσουν αυτά που γράφεις.)
Πέρα από όλα αυτά, εμένα προσωπικά μού αρέσει ως ιδέα η λογοτεχνία – και η τέχνη, γενικά – να είναι δωρεάν. Γιατί να πρέπει να περνά από τη διαδικασία του εμπορίου; Δεν το κατάλαβα ποτέ αυτό. Ούτε κατάλαβα γιατί υποτίθεται ότι αυτό πρέπει να προσδίδει «κύρος» σε κάτι. Θες να μου πεις, δηλαδή, ότι ένα οποιοδήποτε τυπωμένο βιβλίο είναι πιο καλογραμμένο από ένα από τα βιβλία μου που δίνω δωρεάν; Κοίταξέ τα, πολύ προσεχτικά.
Γι’αυτό κιόλας με λυπεί που βλέπω να έχει πάψει αυτή η κίνηση για τα δωρεάν ηλεκτρονικά βιβλία στην Ελλάδα, παρότι τα περισσότερα που κυκλοφορούσαν δεν ήταν βιβλία που εγώ προσωπικά θα διάβαζα· ήταν πολύ mainstream για εμένα, χωρίς με αυτό να θέλω να υπονοήσω ότι δεν ήταν καλογραμμένα ή ότι ήταν άσχημα. Απλώς το περιεχόμενό τους δεν ήταν για εμένα.
Ωστόσο, όπως έλεγα, υπήρχε κίνηση. Και η κίνηση είναι πάντα κάτι το καλό.
Η στασιμότητα δεν είναι καλό πράγμα. Αλλά, δυστυχώς, παρατηρείται από πολλές μεριές του διαδικτύου τελευταίου. Μόνο τα ειδησιογραφικά websites βλέπεις να κουνιούνται περισσότερο. Αλλά τα ειδησιογραφικά websites είναι ένα άλλο θέμα τελείως. Γεννιούνται από άλλες ανάγκες.
Alternate link: https://fantastikosorizontas.gr/skiodi-paralipomena/_pou_pigan_ta_dorean_vivlia
4 / 6 / 2021
Από παλιά με εξέπλητταν κάποιες συμβουλές που δίνουν ορισμένα βιβλία για το πώς να γράφεις λογοτεχνία, ή παρόμοιες οδηγίες που δίνουν κάποια εργαστήρια δημιουργικής γραφής – αναφερόμενος, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, στη διεθνή λογοτεχνία. Παρουσιάζουν «κανόνες» ως γενικές αλήθειες οι οποίοι, όμως, δεν είναι γενικές αλήθειες αλλά προτιμήσεις. (Πολύ λίγα πράγματα, άλλωστε, στη λογοτεχνία είναι «γενικές αλήθειες», αν το καλοσκεφτείς.)
Μικρός, που κυνηγούσα πολύ περισσότερο πράγματα όπως βιβλία για το πώς να γράφεις, είχε τύχει να διαβάσω συμβουλές που, ακόμα και τότε, μου φαίνονταν αστείες αν όχι αρτηριοσκληρωτικές και αντιδημιουργικές. Είχα διαβάσει, για παράδειγμα, ότι ο «κακός» (villain) της ιστορίας πρέπει να έχει εμφανιστεί ώς το κεφάλαιο 3. Ή, ότι δεν μπορείς να προσθέτεις καινούργιους χαρακτήρες μετά από το 1/3 του βιβλίου. Ή, ότι η πλοκή πρέπει να ακολουθεί μια συγκεκριμένη μορφή σταδιακής ανόδου, κορύφωσης, και πτώσης (τέλους ιστορίας).
Όλα αυτά στοχεύουν στο να γράψει κανείς, υποτίθεται, καλύτερες ιστορίες για τον αναγνώστη. Αλλά τι σημαίνει «καλύτερη ιστορία» για τον αναγνώστη; Το να διαβάζει συνεχώς την ίδια και την ίδια μορφή, χωρίς παρεκκλίσεις; Να αποχαυνώνεται;
Ουσιαστικά, όλα αυτά ποντάρουν στη διαμόρφωση μιας αγοράς που θέλει να θεωρεί τους αναγνώστες λιγάκι κουτούς, ανθρώπους που ζητάνε διαρκή επανάληψη χωρίς να πεθαίνουν από την ανία.
Ορισμένες άλλες «συμβουλές» που μπορεί να ακούσεις έχουν να κάνουν ξεκάθαρα με την αγορά «την οποία έχεις στόχο». Όπως: αν θες να πουλήσεις στην αγορά τρόμου, πρέπει να γράφεις έτσι κι έτσι κι έτσι· αν θες να πουλήσεις στην αγορά ρομάντζου, πρέπει να γράφεις αυτό κι αυτό κι αυτό.
Ναι, σίγουρα υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη· όμως, αν συνεχώς αυτά τα είδη ακολουθούν παγιωμένες μορφές, τότε δεν βλέπεις και καμιά εξέλιξη...
Έτσι, ακόμα και σήμερα, που υποτίθεται πως έχουν ανοίξει οι ορίζοντες με το διαδίκτυο και ο καθένας μπορεί να κυκλοφορήσει ό,τι θέλει, δύσκολα βρίσκεις πραγματικά δημιουργικές γραφές που ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα πλαίσια.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι ακριβώς αυτό, γιατί δεν έχουμε ουσιαστικά αγορά βιβλίου της προκοπής· αλλά έχουμε παρόμοια προβλήματα για τα οποία είχα γράψει πρόσφατα.
1 / 6 / 2021
Παρότι το Forbidden Knowledge προς το τέλος δεν με άφησε και τόσο ικανοποιημένο, αποφάσισα να πάω στη συνέχειά του, το A Dark and Hungry God Arises. Αμέσως παρατηρείς ότι η αφήγηση αλλάζει κάπως, καθώς εδώ χρησιμοποιούνται πολύ περισσότερες οπτικές γωνίες χαρακτήρων. Είναι γραμμένο περίπου σαν το A Song of Ice and Fire, του GRR Martin, με το όνομα του χαρακτήρα οπτικής γωνίας στην αρχή κάθε κεφαλαίου· αλλά εδώ δεν γίνεται πάντα εναλλαγή ανά κεφάλαιο, έτσι μπορεί να έχεις, πχ, τρία συνεχόμενα κεφάλαια με τον ίδιο χαρακτήρα.
Αυτό είναι λιγάκι ανανεωτικό σε σχέση με το τέλος του Forbidden Knowledge, αλλά και πάλι η ιστορία έχω την αίσθηση ότι κινείται με ρυθμό σαλιγκαριού. Υπάρχει τόση πολύ ενδοσκόπηση στους χαρακτήρες που αυτό λειτουργεί ως εμπόδιο για να προχωρήσουμε παρακάτω. Από την άλλη, είναι, βέβαια, αρχή ακόμα για να βγάλουμε συμπεράσματα...
Το Legions of Antares, ένα από τα βιβλία της σειράς Dray Prescot το οποίο διαβάζω τώρα, καθώς και όλα τα βιβλία αυτής της σειράς, είναι το τελείως αντίθετο πράγμα από το A Dark and Hungry God Arises. Η ιστορία κινείται με φρενήρεις ρυθμούς· κινείται τόσο γρήγορα, σε κάποιες στιγμές, που σε ζαλίζει, δυσκολεύεσαι (οριακά) να την παρακολουθήσεις. Ωστόσο, το Legions of Antares δεν είναι σαν τα παλιότερα βιβλία της σειράς Dray Prescot (όχι τα πρώτα πέντε – αυτά δεν ήταν και τόσο καλά – αλλά τα επόμενα)· εκείνα είχαν περισσότερη δημιουργικότητα και ενθουσιασμό, νομίζω. Εδώ είναι σαν να υπάρχει μια σχετική ακινησία στην ιστορία παρότι η πλοκή κινείται εξωφρενικά γρήγορα!
Η αλήθεια είναι πως αυτή τη χρονιά, μέχρι στιγμής, δεν έχω βρει κανένα βιβλίο που να με συνεπάρει. Μου άρεσαν περισσότερο το Their Master's War, του Mick Farren, και το The Lazarus Effect, του Frank Herbert. Αλλά τίποτα περισσότερο από αυτό. Λίγο πιο πάνω από το μέτριο.
Ορισμένες φορές τυχαίνει να μη μπορείς να βρεις καλό βιβλίο, και μετά ίσως να βρεις τρία καλά βιβλία στη σειρά! Και όταν λέω «καλό βιβλίο» το εννοώ από υποκειμενική άποψη κυρίως. Κάποια βιβλία μπορεί να μην είναι «αντικειμενικά» καλά από λογοτεχνική άποψη αλλά, για διάφορους λόγους, να μου αρέσουν – να παίζουν με μια ενδιαφέρουσα ιδέα, να επιδεικνύουν τρομερή δημιουργικότητα, ή απλά να έχουν πλάκα.