7 / 5 / 2023
Τις προάλλες διάβαζα κάτι που έγραφε κάποιος σε ένα blog. Έλεγε για έναν γνωστό συγγραφέα (χωρίς να αναφέρει το όνομά του) ο οποίος διαμαρτυρόταν – κακώς – επειδή ένας αναγνώστης έγραψε (στο Amazon, νομίζω) ότι «Ωχ, πάλι ένα βιβλίο που τελειώνει σε To be continued, και δεν είναι ολοκληρωμένο». Και αυτός που είχε το blog έλεγε ότι, ορίστε, οι αναγνώστες σήμερα έχουν πλέον βαρεθεί τα μεγάλα βιβλία, τις μεγάλες σειρές από μεγάλα βιβλία, και θέλουν κάτι μικρό και αυτοτελές.
Αλλά εγώ αναρωτιέμαι σε ποιους αναγνώστες αναφέρεται. Κι εγώ αναγνώστης είμαι και μου αρέσουν τα μεγάλα και πολύπλοκα βιβλία, και οι μεγάλες σειρές. Εκτός των άλλων, έχω παρατηρήσει και από το site μου ότι ο κόσμος κατεβάζει περισσότερο τα μεγάλα βιβλία μου παρά τα διηγήματα και τα μικρότερα βιβλία. (Ναι, κι εμένα μ’έχει παραξενέψει. Στην Ελλάδα είμαστε, άλλωστε. Αλλά είναι γεγονός.)
Το θέμα – για εμένα, τουλάχιστον – δεν είναι αν ένα βιβλίο είναι μεγάλο ή μικρό, ή αν είναι σειρά ή όχι. Μου αρέσουν οι σειρές, μου αρέσουν οι μπλεγμένες πλοκές· μου αρέσει να γίνεται χάος μέσα στην ιστορία.
Όμως (κι αυτό είναι βασικό) δεν μου αρέσουν τα μεγάλα βιβλία που είναι απλώς παραφουσκωμένα χωρίς λόγο, βάζοντας μέσα ή ανούσιες σκέψεις των χαρακτήρων ή επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια, ή γράφοντας για περιστατικά χωρίς κανένα νόημα. Αυτά τα μεγάλα βιβλία δεν είναι πραγματικά μεγάλα: είναι μικρά που τα έχουν φουσκώσει με τρόμπα. Είναι βαρετά βιβλία.
Τα αληθινά μεγάλα βιβλία είναι αυτά που είναι γεμάτα πλοκή και δημιουργικότητα και που συνεχώς γίνεται χαμός με χίλιους-δύο χαρακτήρες, και πραγματικά χαίρεσαι που τα διαβάζεις και δεν θες να τελειώσουν ποτέ: γιατί το ταξίδι είναι που έχει σημασία, όχι ο προορισμός.
Παράδειγμα; Τα πρώτα τρία βιβλία του A Song of Ice and Fire. Παράδειγμα προς αποφυγή; Τα επόμενα βιβλία του A Song of Ice and Fire μέχρι στιγμής, το οποίο είναι ακόμα ατελείωτο παρότι η τηλεοπτική σειρά τελείωσε (και ευτυχώς σταμάτησα να τη βλέπω από νωρίς).
2 / 5 / 2023
Έτυχε να δω στους cyberpunk διαδρόμους του Μετρό Αθηνών ένα διαφημιστικό τοίχου για ένα site που λέγεται bookvoice.gr και πουλάει ηχογραφημένα βιβλία. Του έριξα μια ματιά και διαπίστωσα ότι όντως αυτό κάνει και συμμετέχουν πολλοί εκδότες, από πολύ μεγάλους μέχρι όχι και τόσο μεγάλους (αλλά όχι και μικρούς ακριβώς). Αναρωτιέμαι τι κονδύλια να έπεσαν εδώ και από ποιον: γιατί αμφιβάλλω ότι όλοι αυτοί οι εκδότες είχαν ξαφνικά μια επιθυμία να πληρώσουν κόσμο να ηχογραφήσει βιβλία τους.
Και μη νομίζετε ότι τα γράφω τώρα αυτά θέλοντας να δυσφημήσω το site· νομίζω ότι καταφέρνουν μια χαρά να αυτοσαμποτάρονται όταν πουλάνε τα ηχητικά βιβλία περί τα 15 ευρώ, και ζητάνε επίσης να κατεβάσεις ένα συγκεκριμένο App προκειμένου να τα χρησιμοποιήσεις. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα websites που σου ζητάνε να εγκαταστήσεις δικό τους πρόγραμμα (App, όπως είναι τώρα της μόδας να λέγεται) προκειμένου να χρησιμοποιήσεις ένα ηλεκτρονικό αρχείο που κανονικά μπορεί να το διαβάσει οποιαδήποτε συσκευή. Αν δεν μπορεί να το διαβάσει, τότε κάποιος το έχει κάνει να μη μπορεί να το διαβάσει.
Επιπλέον, αυτές οι τιμές εμένα τουλάχιστον μού φαίνονται υψηλές για να πάρεις ένα ηχητικό αρχείο.
Αλλά κυρίως όλα αυτά έφεραν στο μυαλό μου το γιατί ποτέ δεν κατάλαβα τι νόημα έχουν τα ηχητικά βιβλία. Ειδικά στη λογοτεχνία.
Μπορώ να σκεφτώ μόνο δύο περιπτώσεις που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα.
Αν κάποιος έχει πρόβλημα υγείας και δεν μπορεί να διαβάσει ο ίδιος, οπότε ο μόνος τρόπος είναι να ακούσει το βιβλίο.
Και αν κάποιος οδηγεί όλη μέρα όχημα (ή κάποια άλλη παρόμοια δουλειά) και δεν έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο, οπότε, εκεί που οδηγεί, ακούει κιόλας βιβλία. (Αν και οι περισσότεροι απλά ακούνε ράδιο για να μην τους παίρνει ο ύπνος.)
Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, προσωπικά μού φαίνεται τρελό να ακούς βιβλία. Τα βιβλία δεν είναι για να τα ακούς· είναι για να τα διαβάζεις. Ειδικά τα λογοτεχνικά. Είναι άλλη εμπειρία.
Κατά πρώτον, σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι γραμμένα για να διαβάζονται φωναχτά· είναι γραμμένα για να τα διαβάζεις με τα μάτια και το μυαλό. Θα έπρεπε να ήταν γραμμένα αλλιώς για να είναι για να τα διαβάζεις φωναχτά: κάτι σαν θεατρικό, ίσως. Άλλη μορφή κειμένου.
Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά θα αναφέρω δύο προφανέστατους.
Πώς κάποιος μεταφέρει με τη φωνή του τη χρήση του θαυμαστικού, ή τη χρήση των αποσιωπητικών; Πώς μεταφέρει τη χρήση παρενθέσεων; Πώς μεταφέρει διάφορα άλλα «ειδικά εφέ» του λογοτεχνικού κειμένου; Όλα αυτά είναι για να τα βλέπεις εσύ ο ίδιος επάνω στο κείμενο και, με το μυαλό σου, να τα ερμηνεύεις ανάλογα και να τα κατανοείς. (Γι’αυτό κιόλας ανέκαθεν πίστευα ότι το λογοτεχνικό κείμενο είναι θέατρο του μυαλού.) Επιπλέον, σημεία στίξης όπως η παρένθεση φαίνεται ξεκάθαρα μες στο κείμενο πού αρχίζουν και πού τελειώνουν· στην ανάγνωση, στο ηχητικό βιβλίο, δεν φαίνεται ξεκάθαρα και πιο πιθανό είναι σύγχυση να προκληθεί ή να μη δοθεί το νόημα που ο συγγραφέας είχε σκοπό να δώσει.
Δεύτερον, ο αναγνώστης όταν διαβάζει ένα βιβλίο το διαβάζει με τον δικό του ρυθμό. Μπορεί να ξαναδιαβάσει ένα κομμάτι, μπορεί να το διαβάσει πιο αργά ή πιο γρήγορα, μπορεί να πηδήσει μια παράγραφο. Οτιδήποτε. Βρίσκει τον δικό του ρυθμό. Όταν το ακούς, δεν μπορείς να βρεις τον δικό σου ρυθμό. Είναι σαν να ακούς ραδιόφωνο.
Δε νομίζω πως η λογοτεχνική εμπειρία μπορεί να γίνει ηχητική εκτός αν κάποια βιβλία είναι εσκεμμένα γραμμένα για να εκφωνούνται, και αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να ακολουθούν άλλη μορφή, που αγνοεί τα σημεία στίξης και τέτοια πράγματα αλλά καθοδηγεί τον εκφωνητή πώς να το διαβάσει.
Αντί να πέφτουν κονδύλια για ηχογράφηση βιβλίων, μάλλον θα έπρεπε να γίνεται προσπάθεια διεύρυνσης του αναγνωστικού κοινού και προώθησης της ανάγνωσης γενικά. Αλλά αυτό φαίνεται πως είναι πιο δύσκολο. Οπότε βλέπουμε (ακόμα ένα) γιγάντιο μπάνερ να γράφει Τζουτζούκος Καρπούζος, το τελευταίο εκπληκτικό βιβλίο του, «Στον Δρόμο με τα Καρπούζια», λαογραφικής σημασίας [και στο εξώφυλλο ένα γιγάντιο καρπούζι να σου κλείνει κλέφτικα το μάτι].
Τελεία.
Και παύλα.
27 / 4 / 2023
Βλέπω αυτά που έχει κάνει, και αυτά που ίσως μέλλεται να κάνει, ο Elon Musk στο Twitter και έχω πάθει σοκ. Προσπαθεί να ξεζουμίσει οικονομικά την πλατφόρμα. Πάω στοίχημα πως, αν δεν ήταν πλέον τόσο συνηθισμένο τα social media να είναι δωρεάν, θα έβαζε να πληρώνεις για να εγγραφείς. Ίσως ακόμα και να πληρώνεις κάθε φορά που κάνεις log in!
Ο Elon Musk είναι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο... Τώρα καταλαβαίνω πώς: Εκμετάλλευση, εκμετάλλευση, εκμετάλλευση. Αισχρή εκμετάλλευση.
Προσπαθεί να διαχωρίσει το Twitter σε χρήστες που θα πληρώνουν (και θα είναι προνομιακοί) και χρήστες που δεν θα πληρώνουν (και θα είναι δευτέρας κατηγορίας). Αυτό και μόνο ως λογική είναι απαράδεκτο και απαίσιο. Επίσης απαίσιο είναι το πόσο που χρεώνει.
Ναι, ανέκαθεν γινόταν και διαφήμιση στο Twitter (και ίσως κι αυτό να ήταν κακό), αλλά δεν ήταν το ίδιο πράγμα όπως να διαχωρίζεις τους χρήστες με τέτοιο χυδαίο τρόπο.
Και ούτε τους δημιουργούς αφήνει να φτιάξουν ελεύθερα εφαρμογές (apps) βασισμένες στο Twitter. Πρέπει να πληρώνουν. Γι’αυτό κιόλας αρκετές δωρεάν υπηρεσίες βασισμένες στο Twitter έχω διαβάσει ότι τώρα θα κλείσουν: γιατί, πολύ απλά, δεν μπορούν – ή δεν θέλουν – να πληρώνουν τον Μασκ(αρά) για να χρησιμοποιούν κάτι που θα έπρεπε να είναι δωρεάν.
*
Τα social media, και οτιδήποτε παρόμοιο, πρέπει να είναι δωρεάν στον χρήστη. Γιατί; Διότι ουσιαστικά εκμεταλλεύονται τον χρήση σε κάθε περίπτωση. Ο χρήστης δίνει δωρεάν περιεχόμενο εκεί μέσα. Ανεβάζει τη διαφημιστική και οικονομική αξία της πλατφόρμας απλά και μόνο με την (ενεργή) παρουσία του. Πού αλλού δουλεύεις χωρίς να σε πληρώνουν; Μόνο στα σόσιαλ μύδια και σε παρόμοια πράγματα στο διαδίκτυο.
Αλλά αυτό έχει την εξής λογική: ότι ναι μεν δέχεσαι μια κάποια εκμετάλλευση της δουλειάς σου από έναν τρίτο για να αυξήσει την αξία της πλατφόρμας του, αλλά κι εσύ προωθείς τη δική σου δουλειά, ή τις πολιτικές σου ιδέες, ή προσπαθείς να κάνεις φίλους αποκεί μέσα ή να βρεις γκόμενα, ή οτιδήποτε άλλο που αφορά εσένα προσωπικά.
Δηλαδή, δίνεις κάτι και παίρνεις κάτι.
Αυτό όμως που κάνει τώρα ο Μασκ(αράς) γέρνει την πλάστιγγα προς το δίνεις πολύ περισσότερο, γιατί θέλει και να του δίνεις δωρεάν υλικό για την πλατφόρμα του και να τον πληρώνεις κιόλας!
Ε όχι, ρε μεγάλε, δεν είμαστε και τελείως μαλάκες, με το συμπάθιο...
Προσωπικά πιστεύω ότι κανένας δεν πρέπει να τον πληρώσει ούτε μισό αρχίδι, ώστε στο τέλος να αναγκαστεί να γυρίσει την πλατφόρμα στην προηγούμενή της κατάσταση.
Και ο μόνος λόγος που ήδη δεν έχω φύγει από το Twitter είναι επειδή δεν βλέπω ακόμα η κατάσταση να έχει γίνει φριχτή. Αν δω να γίνεται κάτι τέτοιο – όπως οι απλήρωτοι λογαριασμοί να μην προωθούνται καθόλου και μόνο οι πληρωμένοι να έχουν δύναμη – μάλλον θα πάω αλλού.
*
Ευτυχώς, ποτέ δεν είχα ασχοληθεί τόσο πολύ με κανένα social media που να το θεωρώ «δικό μου» ή σπίτι μου. Γιατί το ήξερα πως δεν αξίζει.
Αυτό είναι ένα μάθημα που έμαθα από παλιά στο διαδίκτυο, πριν από τα σόσιαλ μύδια: Ποτέ μην ασχολείσαι πολύ με κάτι που δεν είναι απόλυτα δικό σου.
Είχα ασχοληθεί πολύ με μια πλατφόρμα που κάποιος άλλος είχε τα κλειδιά· κι όταν κάποιος άλλος έχει τα κλειδιά – έχει το όνομα του site, εν ολίγοις – αυτός ελέγχει και τον χώρο. Αν κάτι στραβώσει και εσένα δεν σου αρέσει, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα εκτός απ’το να φύγεις. Δεν μπορείς να κλείσεις το μέρος, δεν μπορείς να το αλλάξεις. Δεν έχεις καμία δυνατότητα. Και όλη η δουλειά σου μέσα σε αυτό πάει χαμένη. Ήταν εκμετάλλευση, από την οποία επωφελείται κάποιο άλλο καθίκι (ή πολλά καθίκια μαζί).
Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που, πχ, μετακόμισα τα Σκιώδη Παραλειπόμενα σε δικό μου σέρβερ αντί να τα έχω στο Tumblr. Δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα, αλλά δεν αισθανόμουν ότι το blog ήταν ακριβώς «δικό μου».
Τώρα είναι, όσο μπορεί να είναι στο διαδίκτυο.
Το ίδιο, και πολύ περισσότερο, ισχύει για τα social media. Είναι μια μαζική εκμετάλλευση. Όσο πιο πολύ τούς δίνεις την αφοσίωσή σου, τόσο πιο πολύ κάποια μέρα στο μέλλον θα σε προδώσουν· γιατί, αναπόφευκτα, κάτι θα αλλάξει που δεν θα σου αρέσει, ή μπορεί και να καταστρέφει τελείως την ιδέα σου για το τι κάνεις εκεί.