14 / 4 / 2023
Αυτό τον χρόνο μέχρι στιγμής δεν έχω βρει να διαβάσω τίποτα που να με έχει συνεπάρει και ενθουσιάσει. Πόσο μάλλον να με εμπνεύσει. Το τελευταίο είναι πάντα μια επιθυμητή παρενέργεια που σπάνια πλέον εμφανίζεται. Το πρώτο, όμως, είναι κάτι που το περιμένω, κι όταν δεν έρχεται αρχίζει να με ενοχλεί.
Έτσι, ενώ είχα τελειώσει ένα βιβλίο, δεν ήξερα τώρα ποιο να πιάσω, γιατί φοβόμουν ότι θα έπεφτα πάλι σε κάτι... αδιάφορο. (Αυτά που έχω διαβάσει ώς τώρα δεν είναι κακά, αλλά είναι κατά βάση αδιάφορα. Δεν έχουν κάτι να με κεντρίσει.) Είπα, οπότε, να διαβάσω ένα από τα βιβλία με παραμύθια του Andrew Lang τα οποία είχα κατεβάσει εδώ και καιρό (και μπορείτε κι εσείς να τα κατεβάσετε από το Gutenberg Project· είναι δωρεάν). Έπιασα, λοιπόν, τυχαία, το The Yellow Fairy Book.
Και έπαθα την πλάκα μου.
Ξέχασα ό,τι ήξερα για τα παραμύθια. Απόρησα πώς ήταν δυνατόν να είχα τέτοια εσφαλμένη εντύπωση για τα παραμύθια. Εκείνα που γνώριζα δεν ήταν πραγματικά παραμύθια· αυτά εδώ είναι τα πραγματικά παραμύθια!
Συνήθως, νομίζουμε για τα παραμύθια ότι είναι κάτι για παιδιά μόνο (όπως τα Τρία Γουρουνάκια, ας πούμε), ή ότι είναι κάτι κλασικό και προβλεπόμενο (όπως Η Λίμνη των Κύκνων), ή ότι είναι κάτι το αλληγορικό με ηθικό δίδαγμα (όπως οι Μύθοι του Αισώπου). Ειδικά το τελευταίο είδος δεν μου αρέσει καθόλου, και τα δύο πρώτα είδη με αφήνουν αδιάφορο.
Αλλά αυτά δεν είναι τα πραγματικά παραμύθια. Τα παραμύθια στο The Yellow Fairy Book είναι τα πραγματικά παραμύθια. Και δεν τα έχει γράψει όλα ο Lang ή η γυναίκα του· κυρίως έχουν κάνει την επιλογή. Και αυτά τα παραμύθια είναι... πώς να το πω;... τελείως χαοτικά, γαμώτο. Ναι μεν κρατάνε μια βασική μορφή παραμυθιού όλα – με πριγκίπισσες και πρίγκιπες, και μαγικά φίλτρα, και ξωτικά – και συνήθως έχουν καλό τέλος τύπου «ο πρίγκιπας παντρεύτηκε τη βασιλοπούλα» και «αυτοί πέρασαν καλά κι εμείς χειρότερα». Αλλά αυτά δεν είναι παρά κάποια πολύ βασικά χαρακτηριστικά. Κατά τα άλλα, οι ιστορίες ούτε αλληγορικές είναι, ούτε παιδικές ακριβώς (δεν νομίζω ότι κάνουν για πολύ μικρά παιδιά), ούτε βαρετές και προβλέψιμες. Παρουσιάζουν κάτι εξωφρενικά πράγματα, πετάνε τη λογική από το παράθυρο τελείως σε ορισμένα σημεία, και δεν δίνουν καμία σημασία ούτε καν στην αφηγηματική λογική ή σε βασικά πράγματα της πλοκής. Μπορεί, πχ, να δεις μια κακιά μάγισσα να σκοτώνεται τελικά από μια τυχαία γάτα που εμφανίστηκε μόλις πριν από τρεις παραγράφους!
Εντάξει, σκέφτηκα, γιατί δεν έχω ποτέ γράψει κι εγώ τέτοια πράγματα;
Παραμύθια; Ναι, γιατί όχι; Και γιατί δεν έχω δει κανέναν άλλο σύγχρονο συγγραφέα φαντασίας να γράφει παραμύθια που να είναι και λίγο διαφορετικά, ίσως – πιο σκοτεινά, πιο περίεργα, πιο ώριμα – από τα συνηθισμένα παραμύθια, αλλά παραμύθια παρ’όλ’ αυτά; Γιατί αυτό δεν είναι «είδος» της φανταστικής λογοτεχνίας, γαμώτο;
Μα, θα μου πεις, και ο Clark Ashton Smith; Και ο Lovecraft; Αυτοί δεν είναι σύγχρονοι, όμως· κι επιπλέον, δεν είναι παραμύθια αυτά που γράφουν: δεν έχουν τη δομή παραμυθιού. Έχουν τη δομή λογοτεχνικής ιστορίας τρόμου. Είναι τελείως άλλο πράγμα. Ναι, ακόμα και οι ιστορίες στις Ονειροχώρες του Lovecraft. Δεν είναι παραμύθια όπως του Lang.
Η μόνη σύγχρονη συγγραφέας που έχει τύχει να δω να κάνει κάτι παρόμοιο είναι η Catherynne M. Valente στο In the Cities of Coin and Spice (κι αν δεν κάνω λάθος έχει γράψει ακόμα ένα σ’αυτή τη σειρά). Όμως είναι συρταρωτό μυθιστόρημα (η μια ιστορία βγαίνει μέσα από την άλλη) και η αφήγηση, αν θυμάμαι καλά, έχει μια πιο στέρεα αφηγηματική λογική – ενώ τα παραμύθια του Lang δεν έχουν τέτοιο πράγμα.
Έπεσα, λοιπόν, πάνω σ’ένα βιβλίο που με ενέπνευσε – σπάνιο στις μέρες μας – και είπα να δοκιμάσω να γράψω παραμύθια, αλλά λιγάκι διαφορετικά: πιο παράξενα, πιο σκοτεινά, πιο ώριμα. Όμως παραμύθια στη βασική δομή τους.
Έγραψα ήδη ένα, και από τη δεύτερη σελίδα κιόλας σταμάτησα και σκέφτηκα: Μα αυτό παραείναι heavy metal. Τα παραμύθια του Lang είναι πιο «χαμηλών τόνων».
Και τι κάνουμε τώρα;
Ε, στ’αρχίδια μου, σκέφτηκα. Εγώ το γράφω, όχι ο Lang. Και συνέχισα. Και διαπίστωσα και κάποια άλλα πράγματα γράφοντάς το: Είναι δύσκολο να ξεφύγεις από τη λογική της στέρεας πλοκής και των αφηγηματικών εξηγήσεων όταν έχεις συνηθίσει το μυαλό σου να λειτουργεί έτσι τόσα χρόνια. Αλλά τα παραμύθια αποφεύγουν τη στέρεα πλοκή και της αφηγηματικές εξηγήσεις. Δεν χρειάζεται να είναι λογικά όσα συμβαίνουν – ούτε καν λογικά από αφηγηματικής άποψης. Προσπάθησα να το ακολουθήσω κι εγώ αυτό, αλλά δεν το κατάφερα τελείως. Ειδικά προς το τέλος ήθελα να δώσω κάποιες βασικές εξηγήσεις, και το έκανα, ενώ σ’ένα από τα παλιά παραμύθια υποθέτω πως δεν θα δινόταν ίσως καμία εξήγηση.
Όπως και νάχει, ήταν τρομερή εμπειρία. Ένα ιστόρημα που κρατά τη βασική δομή των παραμυθιών αλλά έχει μια ξεκάθαρα heavy metal αίσθηση, και είναι πιο σκοτεινό και πιο ώριμο. Σίγουρα, όχι για παιδιά. Από μια άποψη μού θύμισε το Iron Warrior, που είναι – παραδόξως ίσως – τρομερή ταινία και πολύ σουρεαλιστική (οι άλλες δύο ταινίες Ator είναι απαίσιες).
Ίσως να το δημοσιεύσω στο βασικό μου site όταν το έχω διορθώσει. Ή ίσως να περιμένω να γράψω δυο, τρία ακόμα και να τα δημοσιεύσω όλα μαζί. Γιατί δεν σκοπεύω ν’αφήσω αυτό να είναι το τελευταίο. Μου άρεσε. Ήταν ένα ξέφρενο, σουρεαλιστικό διάλειμμα από το βιβλίο που γράφω τώρα (το οποίο, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, δεν διαδραματίζεται στο Θρυμματισμένο Σύμπαν και μου έχει λιγάκι κλέψει το μυαλό).
Τα παραμύθια – τα πραγματικά παραμύθια – έχουν τρομερή δύναμη.
11 / 4 / 2023

Αγριάδες...
Μυστηριακές Οντότητες
8 / 4 / 2023
Έβλεπα αυτό εδώ το βίντεο για την τέχνη και την τεχνητή νοημοσύνη – για το πώς, δηλαδή, μπορεί η ΤΝ να δημιουργήσει τέχνη και αν αυτό αποτελεί κλοπή από ανθρώπους δημιουργούς. Έχει ενδιαφέρον. Αλλά και γενικά τελευταία γίνεται κουβέντα για την ΤΝ, και ορισμένα πράγματα που λέγονται και που πιστεύει ο κόσμος, ή που (εσκεμμένα ίσως) διαδίδονται, νομίζω πως βρίσκονται στα όρια του μύθου – αστικού ή μη.
Παλιότερα, κι εγώ μπορεί να πίστευα πολλά από αυτά. Ίσως να τα θεωρούσα ακραία αλλά όχι και τελείως απίθανα. Όπως, για παράδειγμα, ότι μπορεί να γίνει «επανάσταση των ρομπότ» τύπου Terminator και άλλα τέτοια.
Σήμερα πλέον δεν μπορώ να τα πιστέψω, όχι επειδή έχω γεράσει, αλλά επειδή τα τελευταία χρόνια έχω ασχοληθεί με προγραμματισμό. Παλιότερα, είχα ασχοληθεί μόνο με δύο απλές γλώσσες, HTML και CSS, που είναι, κυρίως, για να φτιάχνεις website, και πολύ λίγο με την PHP που υποβοηθά σε αυτή τη διαδικασία. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχω ασχοληθεί πολύ περισσότερο με γλώσσες προγραμματισμού (και, για τις προσωπικές μου καθημερινές ανάγκες, έχω κολλήσει με την καταπληκτική AutoHotKey)· έχω, μάλιστα, γράψει κάποια προγράμματα τα οποία χρησιμοποιώ καθημερινά και αναρωτιέμαι πώς πριν μπορούσα να ζω χωρίς αυτά. Με εξυπηρετούν πάρα πολύ. (Έχω γράψει δύο προγράμματα ακόμα και για το smart phone μου γιατί δεν είχε κάποιες απλές λειτουργίες που θα ήθελα να έχει.)
Όταν έχεις ασχοληθεί με προγραμματισμό, αρχίζεις να έχεις άλλη αντίληψη για αυτά τα «μαγικά» μηχανήματα που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Αν έχεις ένα θέμα που θέλεις κάπως να λύσεις, δεν αρχίζεις να ψάχνεις στο διαδίκτυο για κάποιο πρόγραμμα που να σου το λύνει· γράφεις το δικό σου πρόγραμμα, αν αυτό δεν είναι και τόσο μεγάλος μπελάς. Αρχίζεις να καταλάβεις τι μπορεί να κάνει το μηχάνημα για εσένα συγκεκριμένα. Βλέπεις πώς λειτουργούν τα πράγματα «από πίσω»· δεν πατάς κουμπάκια απλώς.
Καταλαβαίνεις και τι είναι η τεχνητή νοημοσύνη.
Κι εγώ μπορώ να φτιάξω μια ΤΝ· μη νομίζετε ότι είναι κάτι το σπουδαίο. Απλώς, αποκεί και πέρα, όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνεις στον προγραμματισμό της ΤΝ τόσο πιο πολυσύνθετη γίνεται και τόσο πιο «αληθινή» μοιάζει.
Μπορώ, για παράδειγμα, πολύ εύκολα να φτιάξω ένα πρόγραμμα που όταν του γράφεις «γάτα» ή «γάτος» ή «γάτες», διαλέγει μια τυχαία εικόνα (από ένα φάκελο γεμάτο με εικόνες με γάτες) και σου την παρουσιάζει. Σου μοιάζει σαν να απαντά σε κάτι που του λες, αλλά είναι απλώς προγραμματισμένο να το κάνει. Και είναι ένα πολύ απλό, απλούστατο πρόγραμμα.
Μπορείς να το κάνεις πιο πολύπλοκο, βάζοντας κι άλλων ειδών εικόνες, όπως ρινόκερος, αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, αεροπλάνο, ρομπότ, δάσος... Κι όταν του γράφεις κάποιες λέξεις που παραπέμπουν σε αυτά, το πρόγραμμα – η τεχνητή νοημοσύνη μας – σου πετά μια τυχαία εικόνα που αντιστοιχεί στη λέξη. Όλα αυτά, βέβαια, ο προγραμματιστής πρέπει να τα έχει ορίσει. Αλλά γίνεται. Και εύκολα, μάλιστα.
Το ένα βήμα πιο δύσκολο είναι να συνδυάζει τις εικόνες: πχ, να του γράφεις «ρινόκερος ρομπότ» και να συνδυάζει μία τυχαία εικόνα ρινόκερου με μία τυχαία εικόνα ρομπότ. Αυτό χρειάζεται να τρέξει ένα άλλο πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνων από πίσω, βασισμένο σε κάποιες παραμέτρους που έχει θέσει ο προγραμματιστής. Οι παράμετροι μπορεί να βγαίνουν τυχαία, ή και να βασίζονται λίγο στις λέξεις που έχει γράψει ο χρήστης – πχ, αν έχει γράψει «μεγάλος ρινόκερος ρομπότ» μπορεί να κάνει μεγέθυνση της εικόνας. Το αποτέλεσμα θα φαίνεται τυχαίο, και άρα ζωντανό. Αυτή η ΤΝ για να φτιαχτεί θέλει πολλές ώρες· δεν γίνεται μέσα σε μισή ώρα ή μια, δυο ώρες. Αλλά γίνεται. Μπορεί να σου μοιάζει σαν κάτι το ζωντανό, αλλά είναι απλά κάτι που ακολουθεί συγκεκριμένες εντολές.
Η ΤΝ δεν έχει φαντασία, δεν έχει λογική, δεν έχει καπρίτσια. Είναι απλώς ένα πρόγραμμα. Δεν μπορείς να την τσαντίσεις και να σε βρίσει. Δεν πρόκειται να παρουσιάσει κάτι που δεν είναι μέσα στο πρόγραμμά της.
Κι αυτό που λένε, ότι η ΤΝ «μαθαίνει», σχετικό είναι. Σημαίνει ότι είναι προγραμματισμένη να αντλεί κι άλλες εικόνες (από το διαδίκτυο, προφανώς) σαν να χρησιμοποιείς μια μηχανή αναζήτησης· ή σημαίνει ότι αποθηκεύει τις πιο συχνές εντολές του χρήστη και, βάσει κάποιου αλγορίθμου, αλλοιώνει ανάλογα τα αποτελέσματα.
Όλα αυτά είναι επίσης προγραμματισμένα. Η ΤΝ δεν έχει φαντασία, δεν είναι έξυπνη, δεν έχει συναισθήματα ή πάθη.
Σίγουρα μπορεί να είναι χρήσιμη, και μπορεί να έχει πολύ πλάκα να παίζεις μαζί της. Όμως δεν πρόκειται να κάνει επανάσταση εναντίον σου – εκτός αν την έχεις προγραμματίσει να το κάνει. Συνήθως, είναι φίλος σου, βοηθός σου. Ένα ρομποτάκι που το έχεις στο πλευρό σου. Αλλά, και πάλι, μη φανταστείς ότι ποτέ θα είναι κάτι όπως ο R2D2 από το Star Wars, ή ο C3P0 (αν τον γράφω σωστά). Αυτά τα ρομπότ είναι επιστημονική φαντασία με όλη τη σημασία της έννοιας. Ή, μάλλον, είναι πιο πολύ φαντασία παρά επιστημονική. Είναι σαν να βάζεις τα ζώα να μιλάνε. Τέτοια πράγματα υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Στην πραγματικότητα δεν μπορούν να γίνουν για τον ίδιο λόγο που δεν μπορείς να αποθηκεύσεις την προσωπικότητα ενός ανθρώπου μέσα σε ένα flash disk και να τη μεταφέρεις στο κεφάλι ενός κλώνου. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Η προσωπικότητα του ανθρώπου δεν είναι απλώς μερικά δεδομένα που αποθηκεύονται σ’ένα σκληρό δίσκο. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είναι. Κι αν ποτέ υπάρξει τεχνολογία για να γίνονται τέτοια πράγματα, είμαι σίγουρος ότι θα είναι πολύ διαφορετική από ετούτη εδώ. Θα είναι, ας πούμε, σαν αυτή που... χρησιμοποιεί τώρα ο Θεός (ή ο όποιος «Θεός») για να υπάρχουμε. Άλλωστε, σωματικά τουλάχιστον, δεν είμαστε βιολογικά ρομπότ;
4 / 4 / 2023

Περίεργος μάγος πάει ταξίδι.
Μυστηριακές Οντότητες
2 / 4 / 2023
Το προηγούμενο post ήταν, φυσικά, πρωταπριλιάτικο αστείο.
Δυστυχώς (όπως όσοι είναι λιγάκι υποψιασμένοι ξέρουν), δεν συμβαίνουν τέτοια πράγματα στην Ελλάδα. Ούτε με σφαίρες. Όχι πως αλλού συμβαίνουν συνέχεια, αλλά έχουν κάποιες πιθανότητες ίσως. Εδώ η πιθανότητα είναι ακριβώς -0,1%. Δηλαδή, όχι μόνο οι δημιουργοί δεν βοηθιούνται, αλλά ίσως να γίνεται και προσπάθεια να τους χαντακώσουν κιόλας.
Γι’αυτό και βλέπουμε αυτή την κατάσταση γύρω μας. Είμαστε μια χώρα που δεν παράγει τίποτα. Τις προάλλες μιλούσα με έναν άνθρωπο από τον οποίο αγοράζω χαρτί για εκτύπωση (η τιμή του οποίου έχει υπερδιπλασιαστεί) και μου έλεγε ότι εδώ δεν παράγουμε ούτε χαρτοπετσέτες!
Το ίδιο και στις τέχνες, δυστυχώς. Η παραγωγή μας είναι μικρή ή επιπόλαια. Ή αυτή η εικόνα προβάλλεται. Όπως και νάχει, οι δημιουργοί δεν βοηθιούνται από κανέναν. Και το αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι είτε να τα παρατάνε είτε να το κάνουν παράπλευρα.
Μη βλέπετε τι κάνω εγώ. Εγώ είμαι από τις εξαιρέσεις. Εγώ το κάνω ούτως ή άλλως. Δεν περιμένω κάτι. Η ανταμοιβή μου είναι η ίδια η διαδικασία. (Και πιστεύω ότι οποιοσδήποτε πραγματικός συγγραφέας λογοτεχνίας το ίδιο πρέπει να αισθάνεται· αλλιώς τι κάνει; Σ’αυτή τη χώρα, τουλάχιστον.) Γι’αυτό κιόλας από τότε που τελείωσα με τις Θυγατέρες της Πόλεις ώς τώρα έχω γράψει 13 βιβλία (and counting) τα οποία δεν έχω ακόμα δημοσιεύσει. Δεν βιάζομαι. Το κάνω για εμένα πρώτα. Δεν το κάνω για να επιδειχτώ ή να μου πει κανένας μπράβο. Ίσως να δημοσίευα πράγματα σε πιο τακτική βάση αν υπήρχε κάποιο οικονομικό όφελος, αλλά ούτε αυτό δεν υπάρχει.
Ευτυχώς, μπορώ να γράφω full-time· είμαι τυχερός από αυτή την άποψη. Άλλοι άνθρωποι δεν είναι, κυρίως λόγω οικονομικών δυσκολιών. Αυτοί από ποιον υποστηρίζονται; Από κανέναν. Οπότε, ή αναγκάζονται να το παρατήσουν (ως κάτι «όχι και τόσο σπουδαίο») ή το κάνουν παράπλευρα, κι όταν τελικά ολοκληρώσουν ένα βιβλίο το σκέφτονται να το δώσουν δωρεάν στο διαδίκτυο, προσπαθούν να το εκδώσουν, καταλήγουν ή να τους εκμεταλλευτούν ή να μη γίνει τίποτα, ή να γίνει κάτι που θα τους δώσει μια στιγμιαία καλή εντύπωση και μετά το όλο πράγμα θα πέσει στο κενό.
Το θέμα δεν είναι να βγάλεις κάτι τυπωμένο σε χαρτί. Αυτό δεν είναι δύσκολο. Μια μαλακία είναι. Μπορείς να το κάνεις είτε μόνος σου είτε να πληρώσεις κάποιον εκδότη και να το κάνει. Γιατί υπάρχουν και πολλοί που θεωρούν ότι η έκδοση είναι κάτι το σπουδαίο. Δεν είναι κάτι το σπουδαίο, να είστε σίγουροι γι’αυτό. Η προώθηση είναι πιο δύσκολη γιατί υπάρχουν πολλά συμφέροντα και λίγος χώρος στα ράφια (δηλαδή, στα μάτια των πιθανών αναγνωστών).
Ο συγγραφέας που δεν έχει τα οικονομικά μέσα να γράφει full-time δεν βοηθιέται από την κοινωνία μας.
Ο συγγραφέας που ζητά «καταξίωση» (αντί για χρήματα) καταλήγει συνήθως θύμα απάτης ή εκμετάλλευσης. (Και είναι ανόητος αν ζητά καταξίωση, έτσι κι αλλιώς, γιατί αυτός είναι ο χειρότερος λόγος για να γράφεις λογοτεχνία. Ακόμα κι αν σε οδηγήσει εκεί – σπάνιο – αυτό δεν είναι παρά μερικές στιγμές στο τέλος ενός δρόμου. Το νόημα έχει η ίδια η διαδικασία, το πώς αυτό αλλάζει τη ζωή σου και την κάνει καλύτερη. Αν δεν το καταλαβαίνεις, καλύτερα να μη γράφεις. Απλά κάνεις φασαρία και χαλάς το σκηνικό.)
Αλλά ακόμα και κάποιος σαν εμένα, που δεν γράφει για να πάρει λεφτά ή για να του πουν μπράβο, δεν σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε να βλέπει κάτι να συμβαίνει πέρα από την ίδια τη διαδικασία, ασχέτως αν ο ίδιος το επιδιώκει ενεργά ή όχι.
Οι «κοινωνικοί συγγραφείς» είναι σύγχρονη μόδα. Είναι ο συγγραφέας που κάνει σόου, κάνει τον καραγκιόζη εν ανάγκη, προκειμένου να πάρει 10 ή 500 likes, ή να του δώσουν ένα βραβείο, ή να τον καλέσουν κάπου, και τα λοιπά. (Αυτός ο άνθρωπος μάλλον δεν θα έπρεπε να ήταν συγγραφέας αλλά μάλλον κάτι άλλο.) Παλιότερα ήταν αρκετά συνηθισμένο (κι αν συμβαίνει σήμερα δεν το έχω ακούσει) να δίνονται, πχ, βραβεία ερήμην του συγγραφέα, ή παρότι ο συγγραφέας δεν δέχεται να εμφανιστεί ο ίδιος, ή χωρίς να ξέρουν τον συγγραφέα καν ως άτομο. Κι αυτό έχει περισσότερη αξία από ό,τι φαίνεται να συμβαίνει σήμερα: δηλαδή, τα βραβεία να δίνονται μέσα από διαπλεκόμενους και άρα να χάνουν το κύρος και τη σοβαρότητά τους. Το βραβείο που δίνεται αντικειμενικά έχει μια αντανάκλαση στην κοινωνία. Είναι αυτό που έχουν κάποιοι επιλέξει για να σου επιστήσουν την προσοχή. Έτσι διαμορφώνεται μια κουλτούρα.
Και από οικονομικής άποψης... δες ας πούμε το εξής: Εγώ γράφω 30 χρόνια λογοτεχνία, έχω δημοσιεύσει ένα κάρο βιβλία. Τα γράφω με επαγγελματικό τρόπο (όχι επίτηδες αλλά επειδή αυτό είναι πια το φυσικό μου ύστερα από τόσα που έχω γράψει – δεν μπορώ να γράψω αλλιώς: θα μου φαινόταν εσκεμμένα ανόητο). Τα δημοσιεύω δωρεάν στο διαδίκτυο (γιατί δεν θα με συνέφερε οτιδήποτε άλλο) αλλά αφήνω και την επιλογή σε κάποιον να κάνει δωρεά. Οι δωρεές που παίρνω είναι ελάχιστες – αστεία πράγματα, ουσιαστικά (και δεν μιλάω για τον καθένα που έχει δώσει κάτι, μιλάω για το σύνολο γενικά).
Δεν θα έπρεπε να παίρνω περισσότερες δωρεές; Σίγουρα θα έπρεπε. Ο οποιοσδήποτε άνθρωπος που κάνει μια δουλειά και παράγει κάτι, πρέπει και να έχει κάποιο έστω οικονομικό όφελος (αφού ζούμε σε κοινωνία βασισμένη στο χρήμα). Αλλά για τους συγγραφείς δεν συμβαίνει, για κάποιο λόγο. Γι’αυτόν που φτιάχνει παπούτσια, ακόμα κι αν του αρέσει να τα φτιάχνει, συμβαίνει. Γι’αυτόν που παράγει κουλτούρα (ασχέτως αν το είδος της κουλτούρας που παράγει «ξινίζει» σε κάποιους ή όχι) δεν συμβαίνει εκτός αν είναι από τους υπερτυχερούς του λαχείου.
Και ναι μεν η κουλτούρα μπορεί να μην είναι τόσο σημαντική (πρώτης ανάγκης) όπως το να παράγεις κολοκύθια, αλλά έχει κι αυτή τη σημασία της. Είμαστε άνθρωποι γιατί καταναλώνουμε και κουλτούρα, όχι μόνο τροφή. Η κουλτούρα είναι η τροφή της ψυχής. Οι πάντες καταναλώνουν κάποια κουλτούρα (ασχέτως πώς την κρίνει ο καθένας) όταν βλέπουν μια τηλεοπτική σειρά ή όταν ακούνε μουσική ή κάτι παρόμοιο. Έτσι είναι ο άνθρωπος.
Αλλά για τους συγγραφείς δεν πρέπει να υπάρχουν λεφτά... έτσι;
Πολύ λογικό.
Το γεγονός ότι εγώ γράφω, και θα γράφω, ούτως ή άλλως (προσωπικό θέμα καθαρά) δεν πάει να πει ότι δεν θα έπρεπε να μου έρχονται και κάποια χρήματα από αυτό αφού παράγω κάτι που έχει μια αντικειμενική αξία.
Μάλλον δεν θα άλλαζαν αυτά τα λεφτά τίποτα στη ζωή μου. Δεν το θεωρώ πιθανό ότι θα ήταν τόσα πολλά. (Γράφω στα ελληνικά, άλλωστε· πόση εμβέλεια έχει αυτό;) Αλλά θα έπρεπε να έρχεται κάποιο ποσό που δεν είναι της πλάκας.
Όμως δεν έρχεται (παρότι γίνονται συστηματικά ένα σωρό downloads των βιβλίων μου).
Αυτό δείχνει κάτι για την κοινωνία στην οποία ζούμε. Κάτι το πολύ άσχημο.
Δείχνει ότι ζούμε σε μια κοινωνία που είναι για κλοτσιές.
Κι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει στους περισσότερους λογοτέχνες – πολλοί εκ των οποίων δεν γράφουν καν «περιθωριακά» είδη όπως φανταστική λογοτεχνία – αλλά δεν μιλάνε γιατί φοβούνται μην τους κακοχαρακτηρίσουν ή μη χαλάσουν την «εικόνα» τους. Πρέπει να καταλάβουν ότι δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Γιατί επικρατεί μια κατάσταση που είμαστε ήδη χαμένοι. Είναι οι καταστάσεις που δημιουργούν desperate men, που λένε. Έχουμε γίνει Ρομπέν των Δασών. Είμαστε η Επανάσταση.
Γιατί δεν υπάρχει και τίποτ’ άλλο που μπορείς να είσαι εδώ πέρα αν θέλεις να υπάρχεις.
(Επίσης, βλ. αυτό το πρόσφατο άρθρο που λέω περισσότερα για την κατάσταση της αγοράς των βιβλίων που έχω ζήσει από πρώτο χέρι, όχι θεωρίες και φήμες.)
37η σελίδα από τις 180
Προηγούμενη σελίδα
Επόμενη σελίδα