Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
8 / 10 / 2023

Πολύ παράξενη συμμορία...

Μυστηριακές Οντότητες

 

4 / 10 / 2023

Έβλεπα ένα βίντεο που έχει βάλει εδώ το dwrean.net για το «κακό μάτι» και το «μάτιασμα», και μου ήρθαν κάποια πράγματα στο μυαλό που με έκαναν να γράψω αυτό το κειμενάκι.

Λέω εξαρχής ότι δεν είναι για να προσβάλει κανέναν, απλά για να ρίξει λίγη τροφή για σκέψη.

Όταν βλέπω κάτι τέτοια βίντεο, ή διαβάζω παρόμοια άρθρα, που αμφισβητούν τελείως κάποια πνευματικά ή υπερφυσικά πιστεύω, ή κατακρίνουν όσους πιστεύουν σε αυτά, αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν οι αμφισβητίες και οι κατακριτές να αυτοαποκαλούνται «σκεπτικιστές». Σοβαρά τώρα, είναι δυνατόν να είσαι σκεπτικιστής μόνο με τα πνευματικά και τα υπερφυσικά πράγματα ενώ δέχεσαι με κλειστά μάτια οτιδήποτε το δηλωμένο ως επιστημονικό;

Ο σκεπτικιστής αμφισβητεί τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης και της επιστήμης.

Εγώ συνήθως για όλα ένα λέω: δεν ξέρω. Και για τίποτα δεν είμαι σίγουρος, όσες «επίσημες σφραγίδες» κι αν έχει επάνω.

Η επιστήμη αλλάζει. Κι αυτό είναι δεδομένο. Άλλη επιστήμη είχαν πριν από 100 χρόνια, άλλη θα έχουν μετά από 100 χρονιά. Πολλά απ’αυτά που χτες θεωρούνταν επιστημονικά, σήμερα θεωρούνται σάχλες· και πολλά απ’αυτά που σήμερα θεωρούνται επιστημονικά, αύριο θα θεωρούνται σάχλες.

Η επιστήμη – η οποιαδήποτε επιστήμη (που βγαίνει από το ρήμα επίσταμαι που σημαίνει «γνωρίζω καλά») – είναι απλώς ένα εργαλείο. Χρησιμοποιώντας εξισώσεις και λογική, εξηγεί κάποια πράγματα για να μπορούμε να εξυπηρετούμαστε στην καθημερινότητά μας με μηχανήματα και διάφορες μεθόδους που μας διευκολύνουν.

Και αυτό είναι καλό.

Το κακό είναι ότι κάποιοι νομίζουν ότι η οποιαδήποτε (προσέξτε αυτό το οποιαδήποτε – δεν είναι μόνο μία) επιστήμη μπορεί να εξηγήσει τα πάντα στον κόσμο. Ή πιστεύουν ότι, επειδή μια κάποια επιστήμη δεν το εξηγεί, δεν υπάρχει κιόλας.

Αυτό δεν είναι λογικό. Είναι τελείως παράλογο. Και είναι και δογματικό, επίσης. Φανατικό. Είναι μια παραλογική που, αν την τραβήξεις στα άκρα, φτάνεις στα όρια ιεράς εξέτασης (που θεωρούσε ότι είχε τον τελευταίο λόγο για την τότε «επιστήμη»).

Τώρα, μπορεί να σκέφτεται κάποιος ότι τα λέω αυτά επειδή πιστεύω στο κακό μάτι και στο μάτιασμα.

Εεε... βασικά, όχι. Εγώ δεν πιστεύω σε τίποτα. Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος αν το κακό μάτι υπάρχει ή όχι.

Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι η σημερινή επιστήμη δεν εξηγεί τα πάντα στον κόσμο. Δεν μπορεί να το κάνει. Ο κόσμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος, πολυσύνθετος, και παράξενος για οποιαδήποτε επιστήμη να τον εξηγήσει πλήρως. Η επιστήμη, όπως είπα, είναι απλά ένα εργαλείο. Πράγματα που δεν εξηγούνται βάσει μιας επιστήμη, μπορεί να εξηγούνται βάσει μιας άλλης επιστήμης.

Και είναι και ορισμένες επιστήμες που, ουσιαστικά, βρίσκονται στα όρια του μυστικισμού αλλά θεωρούνται «επίσημες» απλά και μόνο επειδή έχουν την έγκριση επίσημων φορέων και έχουν πέσει οι σωστές σφραγίδες επάνω στα λάθος έγγραφα. Όπως, για παράδειγμα, η ψυχιατρική, η ψυχανάλυση, και παρόμοιες επιστήμες. Που – για να προλάβω κάποιους – δεν θεωρώ ότι είναι τελείως αβάσιμες, όμως μπορούν πολύ εύκολα να αμφισβητηθούν κιόλας και συχνά αλλάζουν, επειδή διαμορφώνονται βάσει εμπειρικών παρατηρήσεων και φαινομενικών καταστάσεων που δεν μπορείς να πεις ότι είναι και βέβαιο πως ισχύουν τα συμπεράσματα που υποτίθεται ότι προκύπτουν από αυτές τις παρατηρήσεις και καταστάσεις.

Ο μυστικισμός βασίζεται περίπου στα ίδια πράγματα όπως η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση (και, ναι, δεν είναι τυχαίο που πολλοί ψυχίατροι, όπως ο Carl Jung, ήταν και μυστικιστές). Η πιο βασική τους διαφορά είναι ότι η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση, προκειμένου να λάβουν τις σωστές σφραγίδες επικύρωσης και σοβαρότητας, είναι γραμμένες με μια συγκεκριμένη επιστημονική αργκό που τις κάνει να φαίνονται πιο έγκυρες.

Το «κακό μάτι» είναι ένα ψυχικό φαινόμενο που, φυσικά, κάποιος που περιμένει όλα να τα εξηγήσει με εξισώσεις δεν μπορεί να δεχτεί ότι υπάρχει.

Υπάρχει, όμως;

Το «ξεμάτιασμα», δε, υπάρχει; Έχει κανένα νόημα;

Θα σας πω τη δική μου άποψη για το θέμα, η οποία χωρίζεται σε δύο σκέλη.

Το πρώτο σκέλος είναι απλό: Αφού βλέπουμε κάτι να το πιστεύουν σε διάφορα μέρη του κόσμου από πολύ παλιά, πρέπει να κρατήσουμε μια «πισίνη» ότι ίσως και να ισχύει κάτι που έχει σχέση με αυτό. Μπορεί να μην είναι ακριβώς αυτό, αλλά κάτι υπάρχει. Πράγμα που προκύπτει από εμπειρικά δεδομένα – τα οποία δεν μπορούν παρά να είναι εμπειρικά. Δεν μπορούν να είναι μετρήσιμα. Είναι όπως η ψυχανάλυση και η ψυχιατρική. Βλέπεις και κρίνεις.

Το δεύτερο σκέλος είναι το τι έχω καταλάβει εγώ προσωπικά. Υπάρχουν κάποιες ψυχικές ενέργειες· δεν μπορώ να το αμφισβητήσω. Το αν μεταφέρονται με το βλέμμα ή όχι, γι’αυτό δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Ίσως ναι, ίσως όχι. Ίσως ναι κατά περίσταση. Ποιος ξέρει;

Και θα μου πεις: Πώς γνωρίζεις καν ότι υπάρχουν αυτές οι «ψυχικές ενέργειες»; Τι είσαι, τρελός ή ο Δαλάι Λάμα;

Μα, τα συναισθήματά σου είναι οι ψυχικές ενέργειες. Ή, μάλλον, τα αποτελέσματα των ψυχικών ενεργειών. Κι αυτό μπορείς να το καταλάβεις μόνο με αυτοπαρατήρηση – κάτι που ο σύγχρονος κόσμος (και ίσως ο κάθε κόσμος) δεν σε αφήνει εύκολα να κάνεις, με όλη τη βαβούρα γύρω σου και όλους τους περισπασμούς και όλες τις ανησυχίες. Είσαι δέκτης που δέχεται μηνύματα συνεχώς από έξω και γεμίζουν τη συνείδησή σου, την πλημμυρίζουν, και την αχρηστεύουν. Κλείσε λίγο το εσωτερικό σου WiFi. Αντί να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα από έξω προς τα μέσα (όπως προσπαθεί να σε δελεάσει ο κόσμος), άρχισε να τα αντιλαμβάνεσαι από μέσα προς τα έξω, και θα διαπιστώσεις ότι είναι σαν να ζεις αλλού. Γιατί ασκείς αυτοπαρατήρηση.

Όταν αισθάνεσαι κάτι, αναρωτήσου γιατί το αισθάνεσαι. Θα διαπιστώσεις παραδοξότητες, πράγματα που δεν εξηγούνται, πράγματα τελείως παράξενα, για τα οποία ακόμα και αυτές οι θεωρίες περί υποσυνείδητου πέφτουν σε κενό αέρος.

Ε, αυτό είναι οι ψυχικές ενέργειες. Είναι τα συναισθήματά σου. Πρόσεξε τι νιώθεις. Όλα όσα νιώθεις είναι, κατά βάση, παραισθήσεις. Ακόμα και αυτά για τα οποία υπάρχει «δικαιολογία», πρέπει να αναρωτηθείς αν η δικαιολογία είναι αρκετά καλή. Ή, μήπως, είναι κάτι που απλά έχεις μάθει να το εκλαμβάνεις κάπως και, ως εκ τούτου, σου προκαλεί κάποιο συναίσθημα;

Πχ, βλέπεις κάτι και σου προκαλεί χαρά. Γιατί; Γιατί έτσι έχεις μάθει. Η σκέψη σου είναι που δημιουργεί μια θετική ψυχική ενέργεια που σου προκαλεί το συναίσθημα της χαράς. Γι’αυτό κιόλας πολλές φορές το τι προκαλεί χαρά στον καθένα είναι υποκειμενικό. Και υπάρχουν και άνθρωποι που χαίρονται με πράγματα που οι άλλοι θα θεωρούσαν «ανώμαλα», όπως σκοτωμούς ή καταστροφές.

Ορισμένες φορές, έρχονται όμως και συναισθήματα που δεν εξηγούνται με καμιά υποτυπώδη δικαιολογία, γιατί έρχονται κατευθείαν από ψυχικές ενέργειες που δεν μπορούμε να τις αιτιολογήσουμε βάσει απλής λογικής – όπως, πχ, ότι είδες κάτι και τρόμαξες.

Το «κακό μάτι», που λένε, είναι συνήθως κάτι που σου προκαλεί μια κακή ψυχική διάθεση, και κάποιες φορές είναι τόσο κακή που μπορεί να προκληθούν ακόμα και ατυχήματα, όπως να σκοντάψεις και να πέσεις, γιατί η προσοχή σου είναι περισπασμένη. Το από πού ακριβώς μπορεί να προέρχεται μια τέτοια αρνητική ενέργεια δεν είναι εύκολο συνήθως να το διακρίνεις παρά μόνο με πολύ εμπειρία, και τα βιαστικά συμπεράσματα συχνά είναι λάθος.

Όλα αυτά, βέβαια, είναι εμπειρικά. Εξισώσεις εννοείται πως δεν τα βγάζουν. Ή απλά τα δέχεσαι, ή όντως τα καταλαβαίνεις – ή τίποτα από τα δύο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν.

Και το «ξεμάτιασμα»; Υπάρχει κι αυτό;

Το ξεμάτιασμα, πάλι κατά την προσωπική μου άποψη, δεν είναι τίποτα πέρα από αποβολή αυτής της αρνητικής ψυχικής ενέργειας με κάποια μέθοδο. Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις με λάδια και νερά, ή με οποιονδήποτε άλλο χριστιανικό τρόπο, ή με τρόπο κάποιας άλλης θρησκείας ή μυστικιστικής παράδοσης. Απλώς αυτές οι μέθοδοι βοηθάνε για να συγκεντρώσουν τη σκέψη, να σε κάνουν να πιστέψεις εσύ ο ίδιος, και αυτός που ξεματιάζει/εξορκίζει/αποδιώχνει (πες το όπως θες), ότι θα το αποβάλεις, και έτσι το αποβάλεις. Αυτό είναι.

Το χασμουρητό που συμβαίνει όταν σε ξεματιάζουν έχει ίσως σχέση με την αποβολή της κακής ψυχικής διάθεσης/ενέργειας, αλλά δεν είναι η ίδια η αποβολή. Είναι απλά ένα φαινόμενο που συνδυάζεται, όπως το ότι θα μουγκρίσεις από πόνο αν σε κλοτσήσουν στο πόδι. Το μουγκρητό δεν είναι η κλοτσιά, δεν είναι καν το χτύπημα· είναι ένα παράπλευρο φαινόμενο. Το ίδιο ισχύει και για το χασμουρητό σε αυτές τις περιπτώσεις.

Το «ξεμάτιασμα» (ή πες το όπως θες) δεν είναι ανάγκη καν να σ’το κάνει άλλος. Μπορείς να το κάνεις και μόνος σου επάνω στον εαυτό σου αν εντοπίσεις αρνητικές ψυχικές ενέργειες. Απλά είναι, κατά κανόνα, πιο δύσκολο. Πρέπει να έχεις πιο ισχυρή θέληση, και ίσως και κάποια εμπειρία από αυτά, για να πιάσει. Είναι σαν να έχεις φάει σφαίρα και να προσπαθείς μόνος σου να χειρουργήσεις τον εαυτό σου για να τη βγάλεις. Γίνεται, φυσικά – πολλοί γιατροί το έχουν κάνει στον πόλεμο (και πολλοί που δεν είναι γιατροί) – αλλά είναι πιο δύσκολο απ’το αν σ’το κάνει ένας άλλος. Γιατί, όταν το κάνεις μόνος σου, συγχρόνως πονάς. Το ίδιο και με το «ξεμάτιασμα». Όταν έχεις προσλάβει αρνητική ψυχική ενέργεια σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται «μάτι», πονάς – δεν είσαι ακριβώς με τα καλά – και άρα είναι πιο δύσκολο να κάνεις οτιδήποτε, πόσο μάλλον να αποτινάξεις την αιτία του ίδιου του προβλήματος.

Μπαρούφες λέω, έτσι;

Για κάποιους, ίσως και να λέω μπαρούφες. Ε, αυτοί, όταν έχουν προσλάβει αρνητική ψυχική ενέργεια, θα αισθάνονται σκατά για μέρες, δεν θα ξέρουν γιατί· ίσως να πάνε στον ψυχολόγο τους, να πληρώσουν λεφτά, κι αυτός θα τους ακούει και θα τους ακούει να μιλάνε, και θα τους λέει και τα δικά του. Και στο τέλος έτσι θα «ξεματιαστούν». Αλλά δεν θα το λένε «ξεμάτιασμα»· θα το λένε «ψυχανάλυση». Όμως, βασικά, πάλι η σκέψη τους και η θέλησή τους θα είναι που θα έχει απομακρύνει την αρνητική ψυχική ενέργεια/αρνητικά συναισθήματα.

 

27 / 9 / 2023

Όχι. Σίγουρα όχι.

Δεν θέλουν να γαμήσουν οικονομικά τον κοσμάκι. Ε, μη γίνεστε παρανοϊκοί τώρα! Αυτά είναι η... φυσιολογική κίνηση της αγοράς. Μη σας μπαίνουν τίποτα παράξενες ιδέες!

*

Γενικά, δεν είμαι απ’αυτούς που θυμούνται πόσο ακριβώς κάνουν τα προϊόντα. Αν, πχ, ένα πράγμα στο σουπερμάρκετ κάνει 90 λεπτά ή 1,10 ευρώ ή 1,20 ευρώ, θα σου πω ότι κάνει κάνα ευρώ. Αν τύχει να το ανεβάσουν 10 λεπτά, μάλλον δεν θα το παρατηρήσω. Δεν τα προσέχω και πολύ, είναι η αλήθεια, το παραδέχομαι: δεν είμαι συνειδητοποιημένος καταναλωτής.

Αλλά είναι κάποια πράγματα που ακόμα και για εμένα, που δεν τα προσέχω πολύ, βγάζουν μάτι.

Περιφέρομαι προς τα λάδια, τις προάλλες στο σουπερμάρκετ, και βλέπω τιμή 12,50 ευρώ το μπουκάλι του λίτρου! (Ή, ίσως, 12,65· δεν θυμάμαι ακριβώς. Τι σας έλεγα;) Μπα, σε καλό σας, λέω, βάλατε λάθος το ταμπελάκι, ε; Κοιτάζω και τα άλλα λάδια τριγύρω, και βλέπω παρόμοιες τιμές. Ε, δεν είναι δυνατόν, μάλλον έκανα λάθος και είμαι στον διάδρομο με τα κρασιά...

Τι; Δεν είμαι εκεί; Είμαι στον διάδρομο με τα λάδια;

Θα μας τρελάνετε, ρε πούστηδες; Την προηγούμενη φορά που είχα κοιτάξει τα λάδια, πριν από καμιά, δυο βδομάδες, ήταν γύρω στα 7 ευρώ το λίτρο: δηλαδή, και πάλι τσιμπημένο πολύ. Τώρα, 12+ ευρώ ένα λίτρο υγρού πρώτης ανάγκης για το φαγητό; Έχουμε ξεφύγει ΤΕΛΕΙΩΣ;

Ο κόσμος θ’αρχίσει να ρίχνει κρασί αντί για λάδι στο φαγητό. Υπάρχουν κρασιά πιο φτηνά από λάδια!

Αυτός ο Οργανισμός των Καταναλωτών (ή πώς τον λένε) τι κάνει; Δεν διαμαρτύρεται καθόλου γι’αυτές τις τιμές; Βάσει οποιασδήποτε λογικής θα έπρεπε να είναι παράνομο να χρεώνεις το λάδι πάνω από 5 ευρώ.

Έτσι όπως πάει το πράγμα, θα έχουμε στο τέλος γενική επανάσταση επειδή ο κόσμος δεν θα έχει να αγοράσει είδη βασικής ανάγκης και επειδή, αντί για λάδι, θα βάζει κρασί στο φαγητό και θα είναι συνέχεια μεθυσμένοι οι πάντες σ’αυτή τη γαμημένη χώρα.

(Όχι πως τώρα είναι νηφάλιοι ακριβώς, δηλαδή. Μητσοτάκη ψήφισαν πάλι. Τι άλλη απόδειξη χρειάζεσαι;)

 

26 / 9 / 2023

Έχω πια φτάσει στο 4ο βιβλίο του Gondwane (έξι έχει η σειρά) και ομολογώ πως έχω πάθει την πλάκα μου. Καμία σχέση με το Thongor and the Wizard of Lemuria που είχα διαβάσει πριν από ένα χρόνο και ήταν, εκτός από αφόρητα κλισέ, πολύ χάλια στο φινάλε του. Φαίνεται πως είχα βιαστεί να κρίνω τον Lin Carter.

Στο Gondwane έχει ιδέες εξωφρενικές, και είναι γραμμένο με έναν τρόπο που παίζει ανάμεσα στο κωμικό – ή στο όχι και τόσο σοβαρό – και στο περισσότερο σοβαρό. Όλα αυτά δίνουν μια τρομερά παράξενη και σουρεαλιστική αίσθηση. Ο κόσμος που παρουσιάζει είναι αληθινά πρωτότυπος και δημιουργικός. Και συνεχώς εμφανίζει καινούργια πράγματα που σε εκπλήσσουν.

Μοιάζει να είναι πραγματικά τρομερή σειρά. Κατά πάσα πιθανότητα, θα γίνουν από τα αγαπημένα μου βιβλία.

Κι εδώ υπάρχουν κάποια τέλη, ή ενδιάμεσα τέλη (δηλαδή, όχι στο τέλος-τέλος του βιβλίου), που μοιάζουν με από μηχανής θεός, που σου δίνουν μια αίσθηση ότι πολύ εύκολα τελείωσαν τα πράγματα, πολύ εύκολα αντιμετωπίστηκε ο μεγάλος κακός ή μεγάλη απειλή· όμως εδώ, σε αντίθεση με το Thongor and the Wizard of Lemuria, αυτό προσδίδει κάτι στη μαγεία του αφηγήματος, δεν αφαιρεί. Μπορεί, πχ, να εμφανίζεται ένα τεράστιο τέρας και να φαίνεται ότι δεν υπάρχει καμιά σωτηρία από αυτό, και μετά να έρχεται ένας γέρο-μάγος επάνω σε ιπτάμενο όχημα, να του ρίχνει μια σκόνη, και να το μετατρέπει ξαφνικά σε ύψος πέντε εκατοστών! (Τυχαίο παράδειγμα τελείως, δεν υπάρχει μέσα στα βιβλία· απλά για να δείξω τι εννοώ.) Έχει πλάκα. Και, σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα, δεν χαλάει καθόλου την αφήγηση.

Όταν ολοκληρώσω τη σειρά – που, μάλλον, δεν θ’αργήσω – οπωσδήποτε θα γράψω κανονική βιβλιοκριτική πολύ πιο αναλυτικά.

 

19 / 9 / 2023

Έπιασα να διαβάσω το Escardy Gap των Peter Crowther και James Lovegrove. Δεν το είχα ξανακούσει ποτέ. Έτυχε, κάποτε, να το βρω σ’ένα παλαιοβιβλιοπωλείο (όπως και πολλά βιβλία μου) και είπα να το ξεκινήσω – και φαίνεται ωραίο ήδη από τις πρώτες 40 σελίδες. Το έψαξα και σε ηλεκτρονική μορφή αλλά, δυστυχώς, στα συνηθισμένα κυβερνοσοκάκια που περιφέρομαι δεν το βρήκα, οπότε αναγκαστικά το διαβάζω στο χαρτί. (Σόρυ σ’εσάς τους λάτρεις των «κανονικών» βιβλίων αλλά ειλικρινά βρίσκω τα ηλεκτρονικά βιβλία πιο βολικά στο χέρι και στο μάτι· δεν το λέω για πλάκα τόσο καιρό, ούτε απλώς επειδή βγάζω κι εγώ τα δικά μου σε ηλεκτρονική μορφή.)

Το Escardy Gap πρέπει να είναι αυτό που αποκαλούν meta-fiction γιατί, στον πρόλογο, ξεκινά με τον συγγραφέα που μετά αρχίζει να το γράφει. Και, ξέρεις, αυτός ο συγγραφέας είναι ο... κλασικός συγγραφέας; Είναι ο συγγραφέας που συχνά παρουσιάζεται ως «συνήθης», ως «αρχετυπική μορφή». Ο τύπος που μένει μόνος του στη Νέα Υόρκη, μαζί με μια γάτα και τη γραφομηχανή του· και τώρα δεν έχει ιδέες, δεν του έρχεται τίποτα να γράψει, κι αισθάνεται σκατά, και η γραφομηχανή, σαν δαίμονας με πλήκτρα, όλο τον κολάζει... ώσπου τελικά έρχεται μια ιδέα στο μυαλό του ωσάν αστραπή κι αρχίζει να γράφει σαν μανιακός.

Αυτός ο συγγραφέας είναι μιας άλλης εποχής άνθρωπος;

Και δεν εννοώ μόνο λόγω της γραφομηχανής (αφού όλοι σήμερα γράφουν σε υπολογιστή). Εννοώ και από άλλες απόψεις. Αυτή υποτίθεται πως είναι η εποχή πριν από πενήντα χρόνια στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, όπου ο συγγραφέας έγραφε ένα διήγημα τη βδομάδα, το πουλούσε στα περιοδικά, και πλήρωνε το νοίκι (που ήταν κι αυτό εβδομαδιαίο, και ίσως ακόμα έτσι να είναι στις ΗΠΑ – δεν είμαι σίγουρος). Συγχρόνως, ο συγγραφέας αυτός περίμενε να του έρθει μια καλή ιδέα, ώστε να γράψει ένα βιβλίο και να βγάλει περισσότερα λεφτά από αυτό. Και έτσι ζούσε. Το μόνο του πρόβλημα ήταν να του έρθει η ιδέα, που δυσκολευόταν να του έρθει, δυσκολευόταν να καθίσει να γράψει στη γραφομηχανή. Αλλά, όταν έγραφε, θαύματα γίνονταν και τα λεφτά πέφτανε από το ταβάνι.

Υπήρχε ποτέ αυτός ο συγγραφέας; Υποτίθεται πως υπήρχε. Κάποτε. Στις ΗΠΑ.

Και είναι μια αρχετυπική φιγούρα συγγραφέα που εμφανίζεται συχνά, και πολύς κόσμος νομίζει ότι (αν είναι δυνατόν) έτσι είναι οι συγγραφείς γενικά.

Εμένα αυτός ο συγγραφέας μού είναι άγνωστος (και πιστεύω πως και σε πολλούς άλλους σύγχρονους συγγραφείς είναι επίσης άγνωστος). Δεν έχω πρόβλημα ποτέ να μου έρθει μια ιδέα για να γράψω· πάντα ιδέες έρχονται: κι ακόμα κι άμα δεν έρθουν, έχω σημειωμένες κάπου Χ εις τη ν επί ω ιδέες, οπότε μπορώ να αρχίσω να γράφω μία από αυτές. Το laptop μου ποτέ δεν με κοιτάζει παραπονιάρικα. Αν μη τι άλλο, με κοιτάζει σαν την ερωμένη που ξυπνάς το βράδυ και την πασπατεύεις ξανά και σου λέει: Ε όχι ξανά, ρε φίλε! Ποτέ δεν αναρωτιέμαι: Μα πώς γράφουν οι άλλοι τόσες όμορφες λέξεις επάνω στη σελίδα; ενώ εγώ δεν μπορώ να τις γράψω. Δεν τρώω «συγγραφικές μελαγχολίες», writer's block, και άλλα τέτοια ποιητικά. Πάντα έγραφα, και τολμώ να πω ότι πάντα θα γράφω· είναι ένα με το είναι μου.

Εκείνο μόνο που αναρωτιέμαι είναι πώς κυκλοφόρησε – έστω και παγκοσμίως – ότι το μόνο που πρέπει να κάνεις, ως συγγραφέας, για να βγάλεις λεφτά είναι να γράφεις. Το αιώνιο παραμύθι – που είναι γουστόζικο ως παραμύθι αλλά δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή τουλάχιστον πραγματικότητα – ότι, αν ο συγγραφέας ξεπεράσει το μπλοκάρισμα μέσα του κι αρχίσει να γράφει, θα αρχίσουν να πέφτουν και λεφτά από το ταβάνι. Αυτό, ακόμα και στη διεθνή αγορά (γιατί άσε την ελληνική· είναι για κλάματα), πολύ απλά δεν συμβαίνει.

Έχει πλάκα, όμως, ως παραμύθι. Οπότε, ακόμα συνεχίζουμε να το λέμε.

Όπως έχει πλάκα και αυτή η αρχετυπική φιγούρα του μπλοκαρισμένου, μελαγχολικού συγγραφέα που παλεύει με τη γραφομηχανή του–

(Αλλά τώρα σταματάω να γράφω γιατί το laptop μου απειλεί ότι θα μου ρίξει κουτουλιά.)

 

29η σελίδα από τις 182

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Swords and Deviltry· Swords Against Death, του Fritz Leiber


Έχω δύο ανθολογίες που περιλαμβάνουν, συνολικά, όλες τις ιστορίες του Fritz Leiber με τον Fafhrd και τον Gray Mouser. Παλιότερα, είχα διαβάσει μια ιστορία από τη δεύτερη ανθολογία· δεν θυμάμαι ποια ακριβώς, αλλά θυμάμαι ότι μου άρεσε. Τώρα, αποφάσισα να διαβάσω και τις δύο ανθολογίες, ξεκινώντας από την πρώτη, κανονικά.

Έχω ακούσει πολλά για τον Fritz Leiber, ειδικά για τις ιστορίες του με τον Fafhrd και τον Gray Mouser στην Lankhmar, και μάλιστα από διάφορους γνωστούς συγγραφείς (όπως Moorcock, για παράδειγμα). Οι περισσότεροι φαίνεται να τον θαυμάζουν: ίσως να τον θεωρούν και κάτι το ιδιαίτερο. Αυτό είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό μου μια κάποια εντύπωση για τον Leiber η οποία δεν βγήκε πραγματική, δυστυχώς. Δεν απογοητεύτηκα ακριβώς από όσα που έχω διαβάσει ώς τώρα, αλλά δεν ήταν και εκείνο που περίμενα. Περίμενα κάτι που θα με συνεπάρει και θα με ξαφνιάσει όπως το Amber του Zelazny· όμως δεν είναι τέτοιο πράγμα. Όχι για εμένα, τουλάχιστον.

Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει τα πρώτα δύο βιβλία – το Swords and Deviltry και το Swords Against Death – δηλαδή, τη μισή πρώτη ανθολογία. Αυτά τα δύο βιβλία, φυσικά, περιλαμβάνουν διάφορες ιστορίες, διάφορες περιπέτειες του Fafhrd και του Mouser. Μην ξεχνάτε ότι ο Leiber έγραφε για περιοδικά, οπότε υποχρεωτικά οι ιστορίες είναι μικρού μήκους η καθεμία· όμως είναι πολλές. Και εδώ δεν είναι τοποθετημένες με τη σειρά που τις έγραψε ο Leiber, αλλά με την ιστορική τους συνέχεια – έτσι όπως ο Leiber τις κατέταξε ύστερα από χρόνια. Οι ιστορίες, όμως, που είχε γράψει παλιότερα διαφέρουν αρκετά από τις νεότερες – και το καταλαβαίνεις εύκολα ότι γράφτηκαν πριν. Αυτές οι παλιότερες ιστορίες είναι απλές περιπέτειες όπου δυο τυχοδιωκτικοί ήρωες συναντούν κάτι παράξενα ή επικίνδυνο, ή και τα δύο μαζί, και κάπως το προσπερνάνε ή το κατατροπώνουν, και συνεχίζουν τον δρόμο τους, πηγαίνοντας σε άλλες περιπέτειες. Οι νεότερες ιστορίες μοιάζει να έχουν περισσότερο υπόβαθρο και να ασχολούνται πιο πολύ με τον κόσμο γύρω από τους ήρωές μας, καθώς και με το ποιοι πραγματικά είναι αυτοί, και τι θέλουν. Γενικά, είναι πιο γεμάτες, ας πούμε, από πληροφορίες. Οι δύο πρώτες ιστορίες, δε, στο Swords and Deviltry είναι ξεκάθαρα ιστορικό υπόβαθρο του Fafhrd και του Mouser· και είναι και οι δύο αρκετά καλές. Προσωπικά, προτιμώ αυτή του Mouser: είναι τρομερά διαβολική και ατμοσφαιρική. Αυτή του Fafhrd είναι... έτσι κι έτσι· και νομίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να την ονομάσει ακόμα και «μισογύνικη» με όλες αυτές τις «καταπιεστικές γυναίκες-μάγισσες» της φυλής του Fafhrd· αλλά δεν πιστεύω ότι η πρόθεση του συγγραφέα ήταν τέτοια.

Το γεγονός, όμως, ότι μπλέκει ιστορίες που έγραψε παλιότερα με ιστορίες που έγραψε μετά δημιουργεί κάποια κενά, ίσως και κακώς εννοούμενες παραδοξότητες. Αν και καταφέρνει αρκετά καλά να συνδέσει μεταξύ τους όλες αυτές τις ιστορίες που έγραψε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σου δίνεται η εντύπωση ότι μερικά πράγματα δεν δένουν ακριβώς. Και το πιο χτυπητό είναι ότι στην πρώτη ιστορία με τον Gray Mouser – αυτή την ιστορία που μου άρεσε πάρα πολύ – ο Mouser είναι μάγος, και κάνει μάλιστα κάποιες πολύ διαβολικές και ισχυρές μαγείες. Στις επόμενες ιστορίες, ωστόσο, δεν φαίνεται ο Mouser να έχει καμία μαγική γνώση! Πώς είναι δυνατόν αυτό; Εγώ περίμενα ότι κάπου και στις επόμενες περιπέτειες ο Mouser θα έκανε κάτι το μαγικό. Μετά από δύο ολόκληρα βιβλία, όμως, δεν έχει κάνει τίποτα...

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Σεπτεμβρίου (22/9)


Η «σατανική» Σταχτοπούτα του Netflix — Έξι Μέρες στον Luna One — Solarpunk πραγματικότητα — Η «κοσμική αμνησία» των μαύρων τρυπών — Το κρυφό περιοδικό επιστημονικής φαντασίας — Ιστορίες με λυκανθρώπους (1828-1931) — Οι παράξενες ιστορίες του Bertram Atkey — Ιστορίες με τρολ — Professor H's Wayback Machine — Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων της επιστημονικής φαντασίας — Εικονογραφήσεις του Harry Clarke για τα παραμύθια του Hans Christian Andersen — Paul Vincent Woodroffe (1875–1954) — Ντοκιμαντέρ για την επιστημονική φαντασία και άλλα σχετικά — 10 B-movies επιστημονικής φαντασίας — Symphonie Fantastique — Ένα παλιό βιβλίο «μεταμορφώσεων» — Η τέχνη του Eugene Tssui — Zendik Farm Arts Commune — King Gizzard & The Lizard Wizard — και πολύ περισσότερα έρχονται στο LinX

 

Το Σκοτάδι Γελά — Το Κλεμμένο Βασίλειο, Τόμος 2


Έχοντας πάρει την πόλη της Όσβελακ από τα χέρια των ανθρώπων της Σφετερίστριας, ο Πρίγκιπας Κάλνεντουρ ωλ Κάρνελεκ, η Κόμισσα Χάνκαθιρ αλ Νασόλντουν, και οι σύντροφοί τους βλέπουν ξεκάθαρα ότι ο πόλεμός τους για την ανάκτηση του Βασιλείου τώρα αρχίζει – ένας πόλεμος άμεσα συνδεδεμένος με την ίδια τους την επιβίωση. Στρέφουν το βλέμμα τους προς τη Βορσίραθ, στις Κάτω Ακτές, και επιδιώκουν να επιστρατεύσουν συμμάχους προκειμένου να αντιμετωπίσουν την απειλή που αντιπροσωπεύει.

Ο Κάλνεντουρ ταξιδεύει με τον Έλκερθιν τον Θανατογέννητο για να συναντήσει ένα χαμένο παιδί του και για να τον βοηθήσει να συγκεντρώσει μαχητές από τους παρανόμους του Βασιλείου... ένας από τους οποίους αποδεικνύεται παλιός γνωστός του Πρίγκιπα και του δίνει κάποιες απαντήσεις για το αινιγματικό παρελθόν του.

Η Λοτρίνθα ωλ Νάλδεκερ, μαζί με τον Ραμάλθιν αλ Ένερκαβ και τη Σιράλια’χοκ ωλ Κίριβεμ, οδηγείται στη γενέτειρά της από τον Αρχικαλεστή του Πεπρωμένου και τους ακόλουθούς του, όπου κίνδυνος καραδοκεί για εκείνη πίσω από κάθε σκιά. Ο πραγματικός κίνδυνος, όμως, που πρέπει να φοβάται δεν είναι αυτός που νομίζει...

Και η Χάνκαθιρ αλ Νασόλντουν, η Κόμισσα των Σκιών, ερευνά το παρελθόν της Κομητείας της προκειμένου να ανακαλύψει τα μυστικά των Σκοτεινών Ακόλουθων: και καταλήγει σε μέρη που δεν φανταζόταν ότι μπορεί να υπήρχαν.

Ενώ ο Πρίγκιπας Κάλνεντουρ και οι σύμμαχοί του παλεύουν για την απελευθέρωση του Βασιλείου από τα δεσμά της Ζώθμαλιρ αλ Μακμάρνουν, πίσω από τον αγώνα τους μια δύναμη που έχει τραφεί από το μίσος και την απόγνωση απλώνεται σαν μόλυνση που αποσκοπεί να τους καταστρέψει όλους...

Κατεβάστε το