
Ζεύς;
|
|
Μια στιγμή... |
Διαβάζεις κάτι πράγματα μέσα σε λογοτεχνικές ιστορίες και σκέφτεσαι: Ο συγγραφέας σίγουρα γούσταρε πολύ γράφοντάς το αυτό· ή: Αυτό σίγουρα είχε ένα κάποιο ιδιαίτερο νόημα για τον συγγραφέα. Και μια τέτοια σκέψη συνήθως ακολουθείται από: Εμένα, όμως, δεν μου λέει σχεδόν τίποτα.
Ή, τουλάχιστον, για αυτόν που το διαβάζει, για τον αναγνώστη, η εμπειρία δεν είναι η ίδια. Δεν είναι το ίδιο έντονη. Δεν μπορεί να είναι.
Δεν το έχω παρατηρήσει αυτό μόνο διαβάζοντας αλλά και γράφοντας. Κυρίως γράφοντας. Πριν από πολλά χρόνια, έτυχε να προσέξω ότι η όλη εμπειρία που λαμβάνεις από τη λογοτεχνία είναι πολύ πιο έντονη όταν γράφεις. Ανέκαθεν, μου άρεσε πιο πολύ να γράφω παρά να διαβάζω. Ήταν (και είναι) πιο πραγματικό για εμένα.
Και νομίζω πως αυτό είναι κάτι που ισχύει γενικά. Αλλά, συνήθως, πρέπει να είσαι και συγγραφέας και αναγνώστης για να το καταλάβεις σωστά.
Τότε πάλι, πριν από χρόνια, έτυχε να σκεφτώ: Μα ο αναγνώστης, όταν διαβάζει, μπορεί να έχει την εμπειρία που είχα εγώ όταν το έγραφα; Όσο και καλά να το έχεις γράψει, όσο και να έχεις προσπαθήσει, δεν είναι δυνατόν ο αναγνώστης να λάβει την ίδια εμπειρία. Τουλάχιστον, όχι το ίδιο έντονη.
Και το έβλεπα αυτό διαβάζοντας άλλων τα βιβλία – και ακόμα το βλέπω. Σίγουρα έχεις μια κάποια εμπειρία από αυτά που διαβάζεις, αλλά σίγουρα δεν είναι όπως όταν γράφεις εσύ, και αμφιβάλλω αν είναι αυτό που καταλάβαινε/αισθανόταν ο συγγραφέας όταν το έγραφε.
Στον αναγνώστη έρχεται δέκα σκάλες πιο ασθενικό.
Είναι απλά γεγονός. Δεν μπορεί να αλλάξει.
Ίσως, βέβαια, να υπάρχουν και συγγραφείς που δεν έχουν καμιά σπουδαία εμπειρία γράφοντας λογοτεχνία, που απλά βάζουν τη μια λέξη πίσω από την άλλη· ίσως να το κάνουν μόνο επειδή πληρώνονται γι’αυτό. Αλλά νομίζω ότι οι περισσότεροι πραγματικοί συγγραφείς την έχουν αυτή την εμπειρία που η ανάγνωση δεν μπορεί να τη φέρει. Αλλιώς, γιατί να γράφεις καν;
(Είχα γράψει παλιότερα κι ένα άρθρο που το αγγίζει αυτό το θέμα.)
(Για όσους δεν ξέρουν, θίνα = αμμόλοφος = dune.)
Έρχεται το δεύτερο μέρος της ταινίας Dune στις 25 Φεβρουαρίου. Δηλαδή, μετράμε τις μέρες πια. Countdown κατάσταση. Και έχω τρομερή περιέργεια να δω αυτή την ταινία.
Η προηγούμενη, το πρώτο μέρος, ήταν καταπληκτική. Αν και αρχικά είχα τους ενδοιασμούς μου για τον ηθοποιό που έπαιζε τον Πολ Ατρείδη (μου φαινόταν να ταιριάζει περισσότερο σε ταινία Χάλι Πλόπερ), πολύ σύντομα αυτό έπαψε να με προβληματίζει. Η ταινία ήταν πολύ πιστή στο βιβλίο και πολύ καλοφτιαγμένη. Τα ορνιθόπτερα, δε, ήταν ακολασία. Και, φυσικά, ο Shai-Hulud.
Αν και το δεύτερο μέρος είναι έτσι, κατά τη γνώμη μου αυτή η ταινία, ως σύνολο, θα είναι κλασική, όχι απλώς καλτ.
Κάτι έχω ακούσει να λένε και για τρίτο μέρος, βασισμένο στο Dune Messiah, και ελπίζω να μην το καταστρέψουν, όπως γίνεται πολλές φορές όταν αρχίζει το άρμεγμα...
Για την ώρα, όμως, ας δούμε το δεύτερο μέρος – κι αυτή τη φορά, που δεν έχουμε πια κορονοχούντα, στους κινηματογράφους.
Shai-Hulud is my master.

Μαγικές πύλες στους δρόμους της πόλης.
20η σελίδα από τις 180
Επίσης . . .
Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter

Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.
Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:
But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.
Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».
Επιλογές Απριλίου (8/4)
~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

Φανταστική Λεξιπλασία
Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter
Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)
Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.
Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».
Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.