Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
20 / 8 / 2019

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Τι άποψη έχεις για τους πειρατές; Όχι, δεν μιλάω γι’αυτούς του Διαδικτύου· μιλάω για τους παλιούς, κακούς (;) πειρατές που κούρσευαν καράβια. Κι όταν λέω για άποψη δεν εννοώ αν τους συμπαθείς ή όχι· εννοώ πώς τους φαντάζεσαι.

Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι ο παλιός πειρατής ήταν ένας τύπος με ξύλινο πόδι, γάντζο στο χέρι, καλύπτρα στο ένα μάτι, γελοίο κωνικό καπέλο στο κεφάλι, και παπαγάλο στον ώμο. Ή έναν συνδυασμό από τα άνωθεν τα στοιχεία.

Αυτή η εικόνα του πειρατή έγινε δημοφιλής από το A General History of the Pyrates και ενισχύθηκε τρομερά από τη δημοφιλή κουλτούρα τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά είναι τραγελαφική εικόνα, και καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα, ή με τη λογική. Είναι πιο πολύ για διακωμώδηση των πειρατών παρά για οτιδήποτε άλλο. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες με πειρατές ή είναι κωμωδίες ή στα όρια της κωμωδίας. Δεν βγάζουν πια καλές ταινίες με πειρατές. Πιο σωστά παρουσιάζονται οι πειρατές στα διάφορα έργα επιστημονικής φαντασίας, ως κουρσάροι του διαστήματος, παρά οι υποτιθέμενα “πραγματικοί” κουρσάροι. Και, όχι, ούτε το Pirates of the Caribbean μού άρεσε· σταμάτησα να τα βλέπω ή από το πρώτο ή από το δεύτερο της σειράς ‒ δεν θυμάμαι ακριβώς, και πραγματικά δεν θέλω να θυμηθώ.

Αν ψάχνεις να δεις μια καλή ταινία με πειρατές, δες το Captain Blood. Τρομερή ταινία, για οποιαδήποτε εποχή.

Τέτοιες ιστορίες με κουρσάρους θέλω να βλέπω. Αλλά είναι πια πολύ δύσκολο να τις βρεις.

Και γιατί, θα μου πεις, κόπτομαι τώρα για τους πειρατές; Βασικά, ανέκαθεν μου άρεσαν οι πειρατές, και ανέκαθεν πίστευα ότι σήμερα τούς έχουν *αμήσει. Επιπλέον, τελευταία γράφω κάτι περιπέτειες με πειρατές, και το έχω πάρει λιγάκι προσωπικά το θέμα.

Εκτός αυτού, είναι ακόμα καλοκαίρι (σχετικά). Φαντάσου με τέτοιο καιρό να ήσουν κουρσάρους στο Port Royal, τη Χρυσή Εποχή της Πειρατείας. At the height of its popularity, the city had one drinking house for every 10 residents… (What the fuck?)

Παρεμπιπτόντως, για όσους νομίζουν ότι οι πειρατές είναι μόνο κάτι από το παρελθόν, ας μάθουν ότι υπάρχουν και σήμερα πολλοί σύγχρονοι πειρατές, ειδικά στις ακτές της Σομαλίας. Ορίστε και μια λίστα με καράβια που έχουν κουρσέψει από το 2005. Δεν θα ήθελα να συναντήσω αυτούς τους τύπους…

(Και ποιος είναι αυτός ο χαρούμενος κύριος, ο Jolly Roger;)

(Απλά επειδή αυτό το τραγούδι δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα τέτοιο post. Θα ήταν παράνομο.)

 

18 / 8 / 2019

Το να στρέφεις την ανοιχτή σου παλάμη προς κάποιον – να τον μουντζώνεις, κοινώς – νομίζεις ότι είναι σαν να του λες “Στο διάολο!” ή “Άι γαργαλμήσου, μαλθάκλα”, ή κάτι τέτοιο. Σωστά; Νομίζεις ότι είναι σαν να του κάνεις κωλοδάχτυλο. Έτσι;

Ναι. Αλλά το σημάδι της ανοιχτής παλάμης δεν είχε ανέκαθεν αυτή την έννοια. Και ακόμα και σήμερα σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας το ξέρουν. Και στην Ανατολή – ειδικά στο Ιράν και στις Ινδίες, αν δεν κάνω λάθος – φτιάχνουν “μούντζες” επάνω ή γύρω από τις πόρτες των σπιτιών τους, για καλοτυχία ή για να κρατάνε έξω το Κακό.

Και αυτή ήταν η αρχική έννοια της μούντζας, το να στρέφεις την ανοιχτή παλάμη προς κάποιον ή κάτι: να κρατάς μακριά το Κακό. Υποτίθεται ότι αυτή η χειρονομία απομακρύνει μοχθηρά πνεύματα και δαίμονες. Εν ολίγοις, κανονικά, μουντζώνεις κάποιον όταν πιστεύεις ότι είναι δαιμονισμένος, ή υπό την επίδραση κάποιας βλαπτικής νοητικής ενέργειας.

Και υποθέτω πως έτσι κατέληξε να έχει τη σημερινή έννοια. Όταν κάποιος νομίζουμε ότι λέει μαλακίες, τον μουντζώνουμε. Γιατί; Διότι, για να λέει τόσο μεγάλες μαλακίες, δεν μπορεί να είναι στα καλά του· πρέπει να είναι δαιμονισμένος. Στρέφεις την ανοιχτή σου παλάμη προς τη μεριά του για να κρατήσεις μακριά το κακό πνεύμα που τον διακατέχει.

Να το έχεις υπόψη σου προτού ξαναμουντζώσεις, ή προτού σε ξαναμουντζώσουν.

 

17 / 8 / 2019

Στη λογοτεχνία, ο αφηγητής, παρότι απαραίτητος – χωρίς αυτόν δεν υφίσταται κείμενο – είναι σχεδόν πάντα μια παραδοξότητα, κάτι που λογικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 3ο πρόσωπο, ποιος είναι αυτός που ξέρει τις σκέψεις και τις αισθήσεις τόσων άλλων ανθρώπων; Που γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες; Και γιατί τα αποκαλύπτει σταδιακά όπως τα αποκαλύπτει;

Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 2ο πρόσωπο, τότε ασ’ το, μιλάμε για ακόμα πιο περίεργη κατάσταση. Ποιος είναι αυτός που σου λέει τι κάνεις εσύ; Κάποιος δαίμονας μέσα από το μυαλό σου;

Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 1ο πρόσωπο και σε ενεστώτα χρόνο – στο τώρα – τότε πώς είναι δυνατόν κάποιος να τα αφηγείται λες κι έγιναν πριν; Είναι σαν να μοιραζόμαστε τη συνείδηση του χαρακτήρα εκείνη την ώρα – πράγμα εξωφρενικό.

Αν το 1ο πρόσωπο είναι γραμμένο σε παρελθοντικό χρόνο, τότε μόνο μπορεί να ειπωθεί ότι βγάζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιο νόημα η έννοια του αφηγητή, είτε ως συγγραφέα ημερολογιακού τύπου είτε ως ανθρώπου που λέει προφορικά μια ιστορία. Αλλά σ’αυτές τις δυο περιπτώσεις, πολύ σπάνια κάποιος γράφει (ή αφηγείται προφορικά) τους λογοτεχνικούς διαλόγους που έχουμε στα περισσότερα βιβλία της συγκεκριμένης μορφής. Κανονικά, δε, ίσως να μην έπρεπε να γράφει καθόλου διαλόγους, ή ελάχιστους. (Βλέπε και ένα σχετικό άρθρο μου γι’αυτό το θέμα.) Επομένως, ο αφηγητής πάλι είναι συνήθως μια παραδοξότητα.

Γι’αυτό κιόλας σπάνια είναι σκόπιμο να αναρωτιέσαι στη λογοτεχνία ποιος είναι ο αφηγητής – κάτι που έχει, κατά περιόδους, προβληματίσει πολλούς συγγραφείς, αναγνώστες, και κριτικούς. Το λογοτεχνικό κείμενο είναι μια πύλη προς ένα ζωντανό όνειρο.

 

15 / 8 / 2019

Μέσα Αυγούστου και η καταραμένη ζέστη είναι απερίγραπτη. Η ερημιά απλώνεται ολόγυρά μας σαν πυρωμένη κουβέρτα με κακές σκέψεις στο μυαλό της να μας κουκουλώσει και να μας πνίξει. Οι προμήθειές μας έχουν τελειώσει, το νερό μας φτάνει επίσης στο τέλος του. Και η μηχανή του τρίκυκλου έχει χαλάσει· οι ήλιοι την έψησαν κι αυτήν, μάλλον. Ούτε ο μηχανοσκόπος, γλιστρώντας με σουρεαλιστικό τρόπο μέσα της, δεν μπορούσε να τη φέρει στα συγκαλά της· έβγαζε συριστικούς ήχους σαν παραζαλισμένος.

Καιγόμαστε...

Και οι γάτες από το Μακάο μάς ήπιαν όλο το κακάο... και τώρα δεν έχουμε! Δεν έχουμε άλλο κακάοοοοο!...

*

[Σ.τ.Σ.: Αυτή η αφήγηση δεν είναι πραγματική.]

 

13 / 8 / 2019

Χτες έγραφα ένα άρθρο το οποίο δεν θα εμφανιστεί τώρα στο site μου γιατί έχω κάποια άλλα πράγματα να ανεβάσω πριν από αυτό· όμως με αφορμή το συγκεκριμένο άρθρο παρατήρησα κάτι που έχω ξαναπαρατηρήσει πολλές φορές αλλά ποτέ δεν το έχω πλαισιώσει: Σήμερα δεν μπορείς πια να διακρίνεις τάσεις στη διεθνή φανταστική λογοτεχνία.

Παλιότερα, μπορούσες να διακρίνεις κάποιες τάσεις, είτε καλές είτε κακές – και ακόμα και τώρα μπορείς, κοιτάζοντας προς τα πίσω. Έβλεπες, πχ, τις αντιγραφές του Τόλκιν, έβλεπες το “weird” στοιχείο, έβλεπες διάφορα πράγματα. Αρκετά ήταν αρνητικά, και θυμάμαι που παλιότερα πολλοί ενδιαφέρονταν στο Διαδίκτυο ώστε να διαμαρτυρηθούν, κι ακόμα και να προτείνουν εναλλακτικές.

Σήμερα, προσπαθώ να διακρίνω κάποιες σύγχρονες τάσεις στη διεθνή φανταστική λογοτεχνία και αποτυχαίνω οικτρά. Μοιάζει να υπάρχει λίγο από όλα. Υπάρχουν μέχρι και βιβλία που επιχειρούν να μιμηθούν το παλιότερο, ρετρό ύφος. Υπάρχουν μέχρι και κάποιοι κλώνοι του Τόλκιν, είμαι σίγουρος. Υπάρχουν πολλά και διάφορα... αλλά δεν νομίζω ότι διαμορφώνεται καμία τάση. Στα social media γίνεται η προπαγάνδα του κερατά για το ένα βιβλίο ή το άλλο, αλλά τίποτα δεν μπορείς να πάρεις σοβαρά γιατί τα περισσότερα από αυτά τα social λόγια κράζουν ψέμα ή στρατευμένο. Στα websites, δε, βλέπεις πολλή διαφήμιση διάφορων βιβλίων αλλά λίγο, ελάχιστο, έως κανέναν, ουσιαστικό σχολιασμό από ανθρώπους που διάβασαν και ή θέλουν να επαινέσουν ειλικρινά ή να βρίσουν ειλικρινά.

Πριν από μερικά χρόνια δεν ήταν έτσι. Το Διαδίκτυο ήταν δίαυλος για πιθανή αλλαγή. Ή, το λιγότερο, δίαυλος για να ξεχωρίσεις κάποιες τάσεις, για να δεις τι μπορεί να αρέσει σ’εσένα και τι όχι, και τα λοιπά και τα λοιπά. Αρκετές φορές, προσωπικά, είχα διαβάσει κάποιον να βρίζει ένα βιβλίο και είχα σκεφτεί: Χμμ, αυτό μάλλον είναι για μένα! Αυτό θα μου αρέσει! Κυκλοφορούσε κόσμος που έγραφε με πάθος, γιατί έτσι γούσταρε. Τώρα... ίσως κάποιοι περιμένουν να πληρωθούν για να πληκτρολογήσουν, ή να είναι υπάλληλοι του ενός εκδότη ή του άλλου, ή φίλοι του συγγραφέα.

Αυτό είναι κακό.

Δεν είναι κακό που σήμερα μπορούν να κυκλοφορήσουν πολύ περισσότεροι συγγραφείς. Αυτό είναι καλό. Το κακό είναι πως δεν μπορείς να καταλάβεις τι γίνεται. Δεν βλέπεις να υπάρχει κάποιο ρεύμα, μόνο μια γενική αντάρα.

 

158η σελίδα από τις 182

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Επιλογές Αυγούστου (18/8)


Barry Windsor-Smith και Robert E. Howard & Xerox Hell (αλλοιώστε εικόνες) & Η εκστατική αλήθεια της τέχνης & Chaoclypse & Mâr-Nâmeh, το Βιβλίο των Οιωνών από τα Φίδια & Γεωλογικός χάρτης του φεγγαριού σαν σουρεαλιστικό όνειρο & Morgan Sorensen & Ένα αστεροσκοπείο μέσα στην έρημο & RIP John Crowley & The Greenwood Faun της Nina Antonia & Αντισταθείτε στους τεχνοκράτες και στους «ειδικούς» & πολλά ακόμα έρχονται στο LinX – σύντομα

 

Βιβλιοκριτική: The Dandelion Dynasty: The Grace of Kings· The Wall of Storms· The Veiled Throne· Speaking Bones, του Ken Liu


Αυτή η σειρά (τετραλογία) μού έκανε αίσθηση από διάφορες απόψεις, γι’αυτό κιόλας αποφάσισα να γράψω βιβλιοκριτική. Έπιασα το πρώτο βιβλίο της, The Grace of Kings, σχεδόν τυχαία, και αμέσως κόλλησα. Συνήθως, όταν διαβάζω σειρές φαντασίας, το πρώτο βιβλίο δεν μου αρέσει και τόσο, αλλά, καθώς προχωράω στα επόμενα, η σειρά μού αρέσει ολοένα και περισσότερο. Εδώ – δυστυχώς – συνέβη το ακριβώς αντίθετο...

Το πρώτο βιβλίο με εντυπωσίασε. Σκέφτηκα: Επιτέλους, ένας σύγχρονος συγγραφέας φαντασίας που μου αρέσει! Διότι, τελευταία, δεν βρίσκω και πολλούς σύγχρονους συγγραφείς που να μου αρέσουν. Το Grace of Kings δεν ακολουθεί την κλισέ πλέον, και εμπορική, χρήση της οπτικής γωνίας τρίτου προσώπου που προσκολλιέται κάθε φορά σε έναν χαρακτήρα (όπως, πχ, γίνεται στο A Song of Ice and Fire). Εδώ η οπτική γωνία τρίτου προσώπου είναι πολύ πιο ανοιχτή· μπορεί να γράφει για οτιδήποτε: από τις σκέψεις τριών χαρακτήρων συγχρόνως, μέχρι το τι συμβαίνει σε μια ολόκληρη πόλη. Μια πολύ ευχάριστη αλλαγή στη βαρεμάρα του ύφους που έχει καταντήσει η διεθνής φανταστική λογοτεχνία. Δεν ξέρω αν έχουν αρχίσει να αλλάζουν νοοτροπία (τώρα που η αγορά του βιβλίου χάνει λεφτά διεθνώς) ή αν απλώς ο συγγραφέας είχε κανένα πολύ γερό βύσμα και το πέρασε αυτό σε μεγάλο εκδότη. Και δεν έχει σημασία.

Αυτό δεν είναι το μόνο καλό στο Grace of Kings, φυσικά. Οι χαρακτήρες είναι έξυπνοι και δραστήριοι, ο διάλογος αρκετά έξυπνος και ρεαλιστικός. Η πλοκή ποτέ δεν παύει να κινείται: συνεχώς γίνονται γεγονότα και γεγονότα και γεγονότα. Περιπέτειες μέσα σε περιπέτειες, ατελείωτες. Η ιστορία ξεκινά με μια «κακιά» αυτοκρατορία και διάφορους επαναστάτες εναντίον της αποδώ κι αποκεί· μοιάζει κλισέ, αλλά δεν είναι, έτσι όπως εξελίσσεται. Και ακόμα και οι «κακοί» χαρακτήρες είναι ενδιαφέροντες: κάποιοι τρομαχτικοί, κάποιοι με τη δική τους φιλοσοφία. Ενώ οι «καλοί» είναι ή έξυπνοι ή γενναίοι – μια πολύ ωραία ανάμειξη νοοτροπιών.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Αυγούστου (5/8)


Sibylle Ruppert (βιομηχανικός, σκοτεινός σουρεαλισμός) 10 ταινίες (από την ανατολική Γερμανία) TikTok Farlands (ένας κρυφός κόσμος) Η Google θα κάνει τα smart phones σας ακόμα πιο περιοριστικά (απαγορεύοντας στον οποιονδήποτε να τρέξει δικό του app) Οι Ευρωπαίοι ψηφίζουν (για τις εικόνες στα νέα χαρτονομίσματα) Trompe-L’œil (ένας κρυμμένος κόσμος σκέλεθρων) Solarpunk (μουσική) Η Shell κερδίζει (από τον πόλεμο) Ένας ερημίτης (στις κατακόμβες του Παρισιού) Καρλ Γιουνγκ και συγχρονικότητα (ο μυστικισμός των συμπτώσεων) Ο νεοναζισμός στις ΗΠΑ (βίντεο) Maxfield Parrish (μαγευτική τέχνη) Περίπλοκοι χαρακτήρες (σε Howard, Grell, Wolfe, Dostoevsky) Ars Notoria (και η Άμεση Γνώση) LinX (έρχονται πολλά ακόμα)