
Να μασκοφορεί κανείς, ή να μη μασκοφορεί;
|
|
Μια στιγμή... |

Να μασκοφορεί κανείς, ή να μη μασκοφορεί;
Φαίνεται πως σύντομα θα δούμε στους κινηματογράφους την καινούργια ταινία Dune. To Dune, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία, μαζί με το Amber του Zelazny. Ίσως, μάλιστα, να μου αρέσει περισσότερο από το Amber. Μου άρεσε ακόμα και η παλιά ταινία Dune, αυτή που είχε κάνει ο David Lynch. Εντάξει, είχε τα μειονεκτήματά της – αλλά τι δεν έχει μειονεκτήματα; Είναι μια πολύ ψυχεδελική, πολύ παράξενη ταινία. Τι άλλο να ζητήσεις; Είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες.

Τώρα, αυτή την καινούργια ταινία την έχει φτιάξει ο Denis Villeneuve, πράγμα που με ανησυχεί, αλλά ελπίζω να πέσω έξω και να είναι καταπληκτική ταινία.
Μου δόθηκε όμως η ευκαιρία να σκεφτώ όλα εκείνα που δεν μου άρεσαν στο Blade Runner 2049, που επίσης είχε φτιάξει ο κύριος Villeneuve. Είχα κατά νου από παλιά να το σχολιάσω, αλλά όλο κάτι άλλο ήθελα να γράψω και το παραμέριζα, ώσπου ξεχάστηκε. Τώρα το ξαναθυμήθηκα.
Η ταινία ήταν πολύ κακή. Μου κάνει εντύπωση πόσο απροκάλυπτα είχε προωθηθεί, και αυτή και το όνομα του Villeneuve. Ίσως απλά ο Villeneuve να έχει πολλές διασυνδέσεις ικανές να δημιουργούν hype γύρω από τον εαυτό του... Δεν έχω τίποτα εναντίον μου. Αληθινά δεν μπορώ να καταλάβω τι το καλό είχε το Blade Runner 2049. Η ταινία φώναζε από την αρχή ώς το τέλος «Πάρτε με σοβαρά! Είμαι σοβαρή ταινία εγώ! Με βάθος!» Και πώς έδειχνε το «βάθος» της;
Παρουσίαζε πελώριες πόλεις με γιγάντια χτίρια, όλα φτιαγμένα με γραφικά υπολογιστή, αλλά χωρίς καθόλου ανθρώπους. Νεκρές πόλεις όπου συνέχεια έβρεχε...
Οι διάλογοι ήταν τόσο εσκεμμένα αργοί που έμοιαζαν αστείοι. Μιλούσε κάποιος και ο άλλος έκανε τουλάχιστον 10 δευτερόλεπτα να του απάντηση – τουλάχιστον. Έτσι, για να φανεί πόσο βαθύ ήταν το περιεχόμενο. Ασχέτως αν στην πραγματικότητα δεν ήταν.
Προσπαθεί η ταινία να δημιουργήσει συναισθηματική φόρτιση με κάτι σαχλαμάρες όπως το ότι ο πρωταγωνιστής βρίσκει ένα παλιό παιχνίδι που του φέρνει αναμνήσεις.
Η ταινία είναι άσκοπα μεγάλη· θα μπορούσε να διαδραματιζόταν και στον μισό χρόνο, και θα ήταν καλύτερη. Η πλοκή είναι αργοκίνητη χωρίς κανέναν σοβαρό λόγο και, ως εκ τούτου, τελείως βαρετή. Σου δίνει την εντύπωση ότι δεν γίνεται τίποτα το σημαντικό. Μια... κενότητα. Ξέρεις – βάθος, όχι αστεία.
Και στο τέλος τι γίνεται; Πέφτει ένα γερό ξύλο με ένα κακό ρομπότ, και αυτό είναι. Και μετά, στέκονται δύο τύποι μπροστά σε μια ερημιά και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και τελικά ο ένας από τους δύο τύπους λέει κάτι όπως: «Καταιγίδα έρχεται», και ο άλλος, μετά από τουλάχιστον μισό λεπτό άσκοπης σιωπής (για να μην είμαστε και βιαστικοί), απαντά κάτι όπως: «Ναι.» Μιλάμε τώρα για βάθος, γαμώτο. Σοβαρότητα. Όχι αστεία.
Εγώ τέτοιο βάθος δεν το καταλαβαίνω, και καμία σοβαρότητα δεν βλέπω σε κάτι τέτοιο.
Αλλά αναρωτήθηκα: Είναι δυνατόν και η παλιά ταινία Blade Runner να ήταν τόσο χάλια; Είχα χρόνια να τη δω, από πολύ παλιά· και ήμουν πολύ μικρός τότε. Κάθισα, λοιπόν, και την ξαναείδα. Και η ταινία είναι εκπληκτική, από κάθε άποψη, για κάθε εποχή. Καμία σχέση μ’αυτή την πομπώδη, δήθεν βαθιά ανοησία του Villeneuve. Η παλιά ταινία Blade Runner είναι αληθινά βαθιά ταινία, χωρίς να χρειάζεται να κάνει άσκοπες σκηνοθετικές ποζεριές.
Οι πόλεις της είναι ζωντανές πόλεις, τύπου chinatown, ακριβώς όπως υποτίθεται πως είναι οι πόλεις στα περισσότερα cyberpunk σκηνικά. Και από την αρχή ώς το τέλος – ειδικά στο τέλος – υπάρχει μια θεματολογία δημιουργού-και-δημιουργήματος. Σαν να λέμε ανθρώπου-και-Θεού. Σαν να λέμε, πότε το δημιούργημα ξεπερνά τον δημιουργό του, ή αποφασίζει να του εναντιωθεί. Και ο Rutger Hauer είναι φανταστικός στον ρόλο του «κακού» ανδροειδούς. Είναι σαν τον Λούσιφερ. Τον βλέπεις, ειδικά στο τέλος, και σου σηκώνεται η τρίχα κάγκελα. Δεν είναι ένας απλοϊκός κακός, μόνο για να τον σκοτώσει ο πρωταγωνιστής. Και από εκεί – και από άλλα – φαίνεται το βάθος της ταινίας.

Το Blade Runner βασίζεται σε ένα κλασικό θέμα παράνοιας που υπήρχε σε όλες τις εποχές και πιθανώς πάντα θα υπάρχει: ότι ανάμεσά μας, ανάμεσα στους ανθρώπους, υπάρχουν κάποιου που δεν είναι άνθρωποι ακριβώς αλλά είναι ίδιοι με εμάς και εξωφρενικά δύσκολο να τους ξεχωρίσεις. Η ταινία έτσι ξεκινά. Ξεκινά με τη λογική ότι μπορείς να ανιχνεύσεις ποιος είναι μη-πραγματικός άνθρωπος κάνοντας μερικές ψυχολογικές ερωτήσεις. Είναι σαν να παρωδεί αυτούς που πιστεύουν ότι μπορούν να εντοπίσουν τους υποτιθέμενους «sociopaths» με μερικές συνεντεύξεις. Για κάποιους οι «sociopaths» – όποιους τυχαίνει να χαρακτηρίζουν έτσι – είναι οι «μη-άνθρωποι». Το μυαλό τους δεν φτάνει και πολύ μακριά...
Όπως και νάχει, η ταινία είναι βασισμένη σε αυτό το κλασικό θέμα παράνοιας, και αποκεί και πέρα επεκτείνει, και δημιουργεί μια πλοκή με αληθινό ενδιαφέρον, καλούς διαλόγους, και τρομερή ατμόσφαιρα, που σε κρατά κολλημένο ώς τέλος.
Καμία σχέση, δηλαδή, με το Blade Runner 2049.
Και τώρα που ακούω ότι ο Villeneuve έφτιαξε το καινούργιο Dune, φοβάμαι μην έχει κάνει ό,τι έκανε στο Blade Runner. Από το trailer που είδα, όμως, μου φαίνεται ότι πιθανώς το Dune να είναι πολύ καλύτερο. Το εύχομαι. Αν ναι, τότε ίσως να γίνει από τις αγαπημένες μου ταινίες.
(Για οποιαδήποτε τυχαία λάθη φταίει ο δαίμων του πληκτροιοκλογίου.)

Ο μεγάλος αδελφός παρακολουθεί τον μικρό αδελφό, κι ο ανιψιός τον ξάδελφο.
Ξαπλωμένος σε έρημες παραλίες διανοήθηκα να διαβάσω William Gibson. To Count Zero, το οποίο είχα αρκετό καιρό υπόψη να διαβάσω αλλά όλο, για κάποιο λόγο, το ανέβαλλα. Εκτός των άλλων, το Neuromancer (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Νευρομάντης – αλλά εγώ το είχα διαβάσει στα αγγλικά) δεν μου είχε αρέσει και τόσο. Το έχω διαβάσει δυο φορές – μία φορά όταν ήμουν μικρός (που είχα καταλάβει ελάχιστα πράγματα) και μια φορά πριν από μερικά χρόνια. Το βασικό πρόβλημα αυτού του βιβλίου, για εμένα, είναι η συνεχής χρήση τεχνολογικών όρων που ο αναγνώστης πιθανώς να μη γνωρίζει καθώς και η χρήση μιας ειδικής τεχνοαργκό του ίδιου του συγγραφέα. Πολλές φορές δεν μπορείς να καταλάβεις για τι ακριβώς μιλάει. Είναι όχημα; Είναι οίκημα; Είναι συσκευή; Τι στο διάολο είναι; Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Κατά τα άλλα, έχει ομολογουμένως κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες που, σήμερα πλέον, μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν ρετροφουτουριστικές, υποθέτω. Ωστόσο, γενικά, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα ως μυθιστόρημα παρά τα όλα όσα ακούγονται γι’αυτο.
Το Count Zero το έχω σχεδόν τελειώσει· μερικές σελίδες απομένουν. Και μου άρεσε πολύ περισσότερο. Από την αρχή κιόλας. Μετά, είχε πάλι μια περίεργη τεχνοαργκό και κάτι τεχνικές ορολογίες, αλλά τις συνηθίζεις πολύ πιο εύκολα απ’ό,τι στο Neuromancer και βρίσκεις το ενδιαφέρον στην ιστορία και στους χαρακτήρες.

Το Count Zero υποτίθεται ότι είναι συνέχεια του Neuromancer, αλλά διαβάζεται άνετα και από μόνο του τελείως. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα τώρα από το Neuromancer, όμως δεν είχα πρόβλημα με το Count Zero. Απλά τα δύο αυτά βιβλία διαδραματίζονται στον ίδιο κόσμο – που είναι ο δικός μας α λα cyberpunk στο μέλλον-που-ποτέ-δεν-ήρθε.
Υπάρχουν άνθρωποι που χαρακτηρίζουν τον William Gibson «προφήτη». Πραγματικά δεν ξέρω αν συμφωνώ μ’αυτό, ή αν είναι τρελά υπερεκτιμημένος. Όμως το ύφος του σ’αυτό το βιβλίο μού άρεσε – απλό, άνετο, ποτέ δεν σταματάει να κινείται η ιστορία, έξυπνος διάλογος, χαρακτήρες που μοιάζουν ζωντανοί από την ίδια τους τη δραστηριότητα, όχι επειδή κάποιος γράφει ατελείωτες βαρετές παραγράφους γι’αυτούς.
Ορισμένες τεχνικές ορολογίες μπορεί να μην ξέρεις ακριβώς τι είναι, όμως από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνεις πιο εύκολα απ’ό,τι στο Neuromancer. Αν και είναι και κάποια πράγματα που σχετίζονται τελείως με την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο – 1986. Για παράδειγμα, αναφέρεται σε γαιοδεσικούς θόλους (geodesic domes) σαν να είναι κάτι το δεδομένο που θα έπρεπε να ξέρεις, όπως λέμε τι είναι η πολυκατοικία. Δυστυχώς, σήμερα ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτή η καταπληκτική ιδέα του Buckminster Fuller, πόσω μάλλον για τις πιο παράξενες και αντισυμβατικές ιδέες του.
Έχω τη γενική εντύπωση πως από το 1990 και ύστερα, τα πάντα άρχισαν να πηγαίνουν σταδιακά κατά διαόλου. Όλα τα καταπληκτικά και εμπνευσμένα πράγματα φαίνεται να έγιναν 1960-1980. Δυστυχώς δεν προχώρησαν από τότε. Κάποιο φρένο μπήκε. Ως συνήθως.
Καρναβαλική μασκοφορία, νησιά της πανούκλας, άγριο σεξ επάνω σε τραπεζάκια εστιατορίου, αστροναύτες που κατέβηκαν σε ελληνικό πλοίο. Διάβασε παρακάτω να τα μάθεις όλα!

Αυτό το σλόγκαν είναι καρφωμένο έξω από ένα εστιατόριο-καφετέρια σε επαρχιακό μέρος, και λέει την αλήθεια για τις υφασμάτινες ρεζιλομάσκες με έναν πολύ απλό και αστείο τρόπο. Πραγματικά, αφού περνά αέρας, πιστεύεις ότι δεν περνά ο κορονοϊός; Πιστεύεις ότι περνά ελεγχόμενα; Έστω και λίγος αέρας να περάσει, πάλι θα πάρεις ό,τι είναι μέσα στον αέρα.
Όπως και νάχει, τα μέτρα που έχουν παρθεί με τις μάσκες έχουν καταφανώς προκαλέσει σύγχυση στον κόσμο, αφού δεν ξέρει πια πού μπορεί να έχει έστω κάποιο νόημα να φορέσει μάσκα και πού όχι. Βλέπεις άτομα μέσα στα τρένα, ενώ έχει συνωστισμό, να έχουν κατεβασμένες τις μάσκες ή τις μύτες απέξω... και μετά βλέπεις έναν άνθρωπο μόνο του επάνω σε πατίνι να φορά μάσκα (δεν το λέω για πλάκα· όντως το έχω δει). Ή, ζητάνε στα καράβια να φορά ο κόσμος μάσκα επί 4+ ώρες, πράγμα που είναι τελείως ανθυγιεινό και παράλογο, ειδικά όταν υπάρχει κενό ανάμεσα στους επιβάτες.
Η απόσταση είναι μακράν πιο αποτελεσματική από τη μάσκα, αλλά πολύ σπάνια τηρείται, στα πλοία ή οπουδήποτε αλλού, όπως στις στάσεις των λεωφορείων. Γιατί; Επειδή δεν είναι εφικτό να τηρηθεί. Είναι καθαρά θέμα χώρου. Ό,τι και να λένε πως πρέπει ο καθένας να απέχει από τον άλλο 1,5 μέτρο ή 2 μέτρα, αυτό πολύ απλά δεν γίνεται μέσα στους στενούς διαδρόμους ενός πλοίου κατά την επιβίβαση/αποβίβαση, ή γύρω από μια στάση όπου έχουν συγκεντρωθεί πάνω από 5 άτομα. Αν αυτοί κρατούσαν απόσταση 2 μέτρων, που λένε για τις στάσεις, τότε θα είχαν βγει στον δρόμο ή θα είχαν μπει και στα τριγυρινά χτίρια.
Η απόσταση είναι καλή θεωρία για την αντιμετώπιση μιας επιδημίας. Πρακτικά, όμως, είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί.
Οι υφασμάτινες μάσκες είναι της πλάκας και δεν προσφέρουν καμία ουσιαστική προστασία.
Όπως είπε ο Βαρουφάκης πρόσφατα στη Βουλή: Ξέρω τι κάνατε αυτό το καλοκαίρι για την αντιμετώπιση του κορονοϊού: Τίποτα.
Το τραγικό, δε, είναι πως αυτά που έκαναν, όχι μόνο δεν βοήθησαν, αλλά χειροτέρεψαν και την κατάσταση γενικά. (Και μη νομίζετε τώρα ότι κάνω προπαγάνδα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ· πάω στοίχημα ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ παρόμοιες μαλακίες θα είχε κάνει αν ήταν στην εξουσία. Το πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί μας περιμένουν να πάρουν κατευθυντήριες γραμμές από έξω αντί να παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις για τη δική τους χώρα. Ποιος πολιτικός σήμερα, παγκοσμίως, είπε, πριν από μερικούς μήνες, Όχι, στη ΔΙΚΗ ΜΟΥ χώρα δεν κάνω την αυτοκτονική μαλακία του lockdown; Κανένας. Και έκαναν την αυτοκτονική μαλακία του lockdown...)
*
Εκτός των άλλων έτυχε να περάσω και από το «μολυσμένο νησί» της Πάρου αυτές τις μέρες· και όταν είσαι εκεί βλέπεις ότι, καταφανώς, όσα λέγονται εναντίον του νησιού είναι μαλακίες του κερατά. Ακόμα και σε μίνι μάρκετ άμα μπεις σου ζητάνε να φορέσεις μάσκα. Μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο... Οι υπάλληλοι έχουν προφανώς υποφέρει.
Τα μαγαζιά κλείνουν στις 12 τα μεσάνυχτα και κοντεύουν να χρεοκοπήσουν (όσα δεν έχουν ήδη χρεοκοπήσει). Και μιλάμε τώρα για εστιατόρια και ταβέρνες. Τι κάνουν σε εστιατόρια και ταβέρνες μετά τις 12 που δεν το κάνουν πριν; Πριν, κάθονται στα τραπεζάκια και τρώνε. Μετά, κάθονται στα τραπεζάκια και τρώνε. Πού βλέπεις τη διαφορά, γαμώτο; Τι νομίζουν ότι γίνεται μετά τις 12; ότι παίρνουν όλοι ψυχοτρόπες ουσίες και κάνουν τρελό σεξ επάνω στα τραπεζάκια; Όχι, δεν είμαστε σε τόσο ελεύθερη κοινωνία. Αυτό μπορεί να το διαβάσεις σε κάνα βιβλίο μου· δεν πρόκειται να το δεις να συμβαίνει στην Πάρο, ή σε κανένα άλλο τουριστικό μέρος της Ελλάδας. Οπότε, ουσιαστικά, το μόνο που επιτυγχάνεται με το να κλείνουν τα πάντα στις 12 τα μεσάνυχτα είναι να χρεοκοπείται το μέρος. Εύγε, ρε κερατάδες! Καταπολεμήσατε την πανούκλα του χρήματος...
Η όλη ιστορία άρχισε επειδή τον Αύγουστο είχαν μερικά περισσότερα κρούσματα κορονοϊού στην Πάρο. Ξέρεις, όμως, πόσος κόσμος είχε μαζευτεί τότε στο νησί; 60.000 άνθρωποι. Ήταν δυνατόν να μην είχαμε κανένα κρούσμα; Φυσικά και όχι. Και λίγα είχαμε, βασικά. Αν ήταν να πάρουν κάποια μέτρα, έπρεπε να τα είχαν πάρει τότε, πριν γίνει το κακό. Αλλά αυτοί οι ανώμαλοι πήραν τα μέτρα μετά το κακό. Οπότε, είναι σαν απλά να θέλουν να τιμωρήσουν τους «κακούς» κατοίκους που είναι «ανεύθυνοι» και «άφησαν τον κόσμο να αρρωστήσει»... Μαλακίες.
Αλλά, έτσι κι αλλιώς, ζούμε σ’έναν τρελό και παλαβό κόσμο. Γιατί η περίπτωση με τον κορονοϊό να ήταν τίποτα πιο λογικό;
*
Αξιοσημείωτο επεισόδιο τρελής αστειότητας:
Μέσα σε πλοίο, ξημερώματα, βλέπω να μπαίνει ένα ζευγάρι που και οι δύο πρέπει να ήταν άνω των πενήντα. Φορούσαν μάσκες, γάντια, και ημιδιαφανείς στολές πάνω από τα ρούχα τους σαν αυτές που φοράνε όσοι μπαίνουν σε βιολογικά εργαστήρια. Πλησιάζουν ένα τραπεζάκι, βγάζουν ψεκαστήρες και οι δύο, κι αρχίζουν να ψεκάζουν μανιωδώς το τραπεζάκι και τις καρέκλες για να τα αποστειρώσουν. Μετά κάθομαι ακίνητοι σαν αγάλματα.
Τρίβω τα μάτια μου. Είναι πρωί ακόμα. Πρέπει να ονειρεύομαι... Δεν ονειρευόμουν. Εντάξει, τώρα σε λίγο πρέπει να κατεβούν και τίποτα αστροναύτες. Δεν μπορεί να είναι και πολύ πιο παράλογο από αυτό. Δεν κατέβηκαν αστροναύτες...
Μετά από κάνα δίωρο, το ζευγάρι παραγγέλνει καφέδες και τυρόπιτες, και, με προσοχή βέβαια, αρχίζουν να τρώνε. Και λέω τώρα εγώ: Αν νομίζεις ότι το περιβάλλον είναι τόσο γαμημένα μολυσμένο που πρέπει να είσαι ντυμένος σαν αστροναύτης και να ψεκάζεις τα πάντα γύρω σου, είναι λογικό να τρως εκεί; Αν εγώ θεωρούσα ένα περιβάλλον τόσο μολυσμένο, το σίγουρο είναι ότι δεν θα έτρωγα εκεί τίποτα που δεν είχα φέρει εγώ ο ίδιος μαζί μου.
118η σελίδα από τις 182
Επίσης . . .
Επιλογές Αυγούστου (18/8)
Barry Windsor-Smith και Robert E. Howard & Xerox Hell (αλλοιώστε εικόνες) & Η εκστατική αλήθεια της τέχνης & Chaoclypse & Mâr-Nâmeh, το Βιβλίο των Οιωνών από τα Φίδια & Γεωλογικός χάρτης του φεγγαριού σαν σουρεαλιστικό όνειρο & Morgan Sorensen & Ένα αστεροσκοπείο μέσα στην έρημο & RIP John Crowley & The Greenwood Faun της Nina Antonia & Αντισταθείτε στους τεχνοκράτες και στους «ειδικούς» & πολλά ακόμα έρχονται στο LinX – σύντομα

Βιβλιοκριτική: The Dandelion Dynasty: The Grace of Kings· The Wall of Storms· The Veiled Throne· Speaking Bones, του Ken Liu

Αυτή η σειρά (τετραλογία) μού έκανε αίσθηση από διάφορες απόψεις, γι’αυτό κιόλας αποφάσισα να γράψω βιβλιοκριτική. Έπιασα το πρώτο βιβλίο της, The Grace of Kings, σχεδόν τυχαία, και αμέσως κόλλησα. Συνήθως, όταν διαβάζω σειρές φαντασίας, το πρώτο βιβλίο δεν μου αρέσει και τόσο, αλλά, καθώς προχωράω στα επόμενα, η σειρά μού αρέσει ολοένα και περισσότερο. Εδώ – δυστυχώς – συνέβη το ακριβώς αντίθετο...
Το πρώτο βιβλίο με εντυπωσίασε. Σκέφτηκα: Επιτέλους, ένας σύγχρονος συγγραφέας φαντασίας που μου αρέσει! Διότι, τελευταία, δεν βρίσκω και πολλούς σύγχρονους συγγραφείς που να μου αρέσουν. Το Grace of Kings δεν ακολουθεί την κλισέ πλέον, και εμπορική, χρήση της οπτικής γωνίας τρίτου προσώπου που προσκολλιέται κάθε φορά σε έναν χαρακτήρα (όπως, πχ, γίνεται στο A Song of Ice and Fire). Εδώ η οπτική γωνία τρίτου προσώπου είναι πολύ πιο ανοιχτή· μπορεί να γράφει για οτιδήποτε: από τις σκέψεις τριών χαρακτήρων συγχρόνως, μέχρι το τι συμβαίνει σε μια ολόκληρη πόλη. Μια πολύ ευχάριστη αλλαγή στη βαρεμάρα του ύφους που έχει καταντήσει η διεθνής φανταστική λογοτεχνία. Δεν ξέρω αν έχουν αρχίσει να αλλάζουν νοοτροπία (τώρα που η αγορά του βιβλίου χάνει λεφτά διεθνώς) ή αν απλώς ο συγγραφέας είχε κανένα πολύ γερό βύσμα και το πέρασε αυτό σε μεγάλο εκδότη. Και δεν έχει σημασία.
Αυτό δεν είναι το μόνο καλό στο Grace of Kings, φυσικά. Οι χαρακτήρες είναι έξυπνοι και δραστήριοι, ο διάλογος αρκετά έξυπνος και ρεαλιστικός. Η πλοκή ποτέ δεν παύει να κινείται: συνεχώς γίνονται γεγονότα και γεγονότα και γεγονότα. Περιπέτειες μέσα σε περιπέτειες, ατελείωτες. Η ιστορία ξεκινά με μια «κακιά» αυτοκρατορία και διάφορους επαναστάτες εναντίον της αποδώ κι αποκεί· μοιάζει κλισέ, αλλά δεν είναι, έτσι όπως εξελίσσεται. Και ακόμα και οι «κακοί» χαρακτήρες είναι ενδιαφέροντες: κάποιοι τρομαχτικοί, κάποιοι με τη δική τους φιλοσοφία. Ενώ οι «καλοί» είναι ή έξυπνοι ή γενναίοι – μια πολύ ωραία ανάμειξη νοοτροπιών.
Επιλογές Αυγούστου (5/8)
Sibylle Ruppert (βιομηχανικός, σκοτεινός σουρεαλισμός) 10 ταινίες (από την ανατολική Γερμανία) TikTok Farlands (ένας κρυφός κόσμος) Η Google θα κάνει τα smart phones σας ακόμα πιο περιοριστικά (απαγορεύοντας στον οποιονδήποτε να τρέξει δικό του app) Οι Ευρωπαίοι ψηφίζουν (για τις εικόνες στα νέα χαρτονομίσματα) Trompe-L’œil (ένας κρυμμένος κόσμος σκέλεθρων) Solarpunk (μουσική) Η Shell κερδίζει (από τον πόλεμο) Ένας ερημίτης (στις κατακόμβες του Παρισιού) Καρλ Γιουνγκ και συγχρονικότητα (ο μυστικισμός των συμπτώσεων) Ο νεοναζισμός στις ΗΠΑ (βίντεο) Maxfield Parrish (μαγευτική τέχνη) Περίπλοκοι χαρακτήρες (σε Howard, Grell, Wolfe, Dostoevsky) Ars Notoria (και η Άμεση Γνώση) LinX (έρχονται πολλά ακόμα)
