
Τις πιο πράσινες ημέρες, αυτή η οντότητα βγαίνει από τον τοίχο και κυνηγά όσους δεν σέβονται το πράσινο. Θυμίζει γιγάντιο ορθόπτερο.
|
|
Μια στιγμή... |

Τις πιο πράσινες ημέρες, αυτή η οντότητα βγαίνει από τον τοίχο και κυνηγά όσους δεν σέβονται το πράσινο. Θυμίζει γιγάντιο ορθόπτερο.
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Με εκπλήσσει πάντα όταν ακούω κάποιον να λέει πως μπορεί να καταλάβει την προσωπικότητα ή τα προσωπικά πιστεύω ενός συγγραφέα λογοτεχνίας από τις ιστορίες που γράφει. Είναι τελείως αβάσιμο. Εκτός αν το κείμενο είναι αυτοβιογραφικό, ακόμα και οι συγγραφείς που γράφουν συμβατική λογοτεχνία δεν γράφουν συνήθως για τον εαυτό τους. Είναι βαρετό να γράφεις για τον εαυτό σου.
Το μόνο που μπορείς να υποθέσεις, διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό κείμενο, είναι τι είδους αισθητική αρέσει στον συγγραφέα, γιατί λογικά θα γράφει βάσει μιας αισθητικής της αρεσκείας του. Τα υπόλοιπα που υποθέτουν κάποιοι, περί προσωπικότητας, χαρακτήρα, ή πολιτικών πεποιθήσεων, είναι απλά εικασίες, συνήθως λανθασμένες. Αλλά ακόμα κι αν κάποτε πέφτουν μέσα, αντί για έξω, στις υποθέσεις τους, πάλι το όλο εγχείρημα είναι τελείως άχρηστο. Στη λογοτεχνία το μόνο που πρέπει να σ’ενδιαφέρει είναι το ίδιο το κείμενο.
Είχα γράψει παλιότερα ότι δεν μου άρεσε το Blade Runner που έφτιαξε ο Villeneuve, δεν μου άρεσε καθόλου· έτσι, ανησυχούσα ότι και το Dune θα ήταν το ίδιο πράγμα. Ήμουν αρκετά προκατειλημμένος, οφείλω να παραδεχτώ.
Και, έχοντας δει το τρέιλερ, δεν είχα σχηματίσει και πολύ καλή εντύπωση για την ταινία. Κυρίως εξαιτίας του νεαρού πρωταγωνιστή. Δε μου φαινόταν ότι ο Chalamet ταιριάζει στον ρόλο του Πολ Ατρείδη, αλλά περισσότερο ίσως να ταίριαζε να παίξει σε καμιά ταινία Χάλι Πλόπερ. Δεν είμαι από εκείνους που πιστεύουν σε στερεότυπα alpha male και τέτοιες μπαρούφες, αλλά στο Dune οι ευγενείς ζουν σε μια κοινωνία πολεμιστών, εκπαιδεύονται από μικροί στη μάχη σώμα με σώμα· πώς είναι δυνατόν αυτός ο τύπος να είναι τόσο λεπτοκαμωμένος; Διαβάζοντας το Dune του Herbert δεν φανταζόμουν έτσι τον Πολ, σε καμία περίπτωση. Ούτε «φουσκωτό» τον φανταζόμουν, φυσικά, αλλά ούτε κι έτσι. Περισσότερο, κάτι σαν τους αρχαίους Έλληνες πολεμιστές τον φανταζόμουν: λεπτό αλλά μυώδη. Σε τελική ανάλυση, έτσι είναι οι κανονικοί πολεμιστές.
Και μετά, βλέπω στο τρέιλερ αυτό τον τύπο να υποδύεται τον Πολ ενώ είναι το πετσί και το κόκαλο. Ε, εντάξει, λέω, μαλακία θα είναι η ταινία...
Παραδόξως ίσως, δεν ήταν.
Το ακόμα πιο παράξενο είναι πως, καθώς παρακολουθείς την ταινία, ο Chalamet αρχίζει να σου φαίνεται ολοένα και περισσότερο ότι ταιριάζει στον ρόλο του, έστω κι αν έχεις ξεκινήσει να τη βλέπεις (σαν εμένα) προκατειλημμένος εναντίον του. Παίζει πολύ καλά.
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι κάποιος άλλος ίσως να έπρεπε να είχε τον ρόλο του Πολ Ατρείδη, όμως τελικά κι αυτός μού άρεσε.
Η ταινία ήταν εξωφρενικά καλή. Δεν περίμενα να ήταν τόσο καλή. Ήταν μεγάλη ταινία, αλλά δεν καταλάβαινες πώς πέρασε η ώρα. Με είχε απορροφήσει. Και πάλι δεν είναι ολόκληρο το βιβλίο του Dune· είναι το μισό. Θα δούμε και συνέχεια, προφανώς. Μπορώ να πω ότι χαλάστηκα όταν τελείωσε εκεί, στη μέση. Γαμώτο! ήθελα κι άλλο.
Είναι πολύ πιστή στο βιβλίο του Herbert· δεν έχει σαχλαμάρες. Δεν έχει καμία σχέση μ’εκείνη την ανουσιότητα που ήταν το τελευταίο Blade Runner, αν και παρατηρείς κι εδώ κάποια από τα φετίχ του Villeneuve. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει μανία με τα αγαλματίδια, ή είναι η ιδέα μου; Τίποτα από αυτά, όμως, δεν είναι ενοχλητικό ή αρνητικό. Όλα ταιριάζουν. Όλα κάνουν την ταινία καλύτερη.
Οι ερμηνείες είναι καταπληκτικές. Οι διάλογοι είναι ρεαλιστικοί. Η ατμόσφαιρα είναι... ατμοσφαιρική. Τα πάντα φαίνονται σαν να είναι αληθινά παρότι καταφανώς εξώκοσμα. Ακόμα κι ο Βαρόνος Χαρκόνεν, που στην ταινία του David Lynch ήταν άθλιος, εδώ είναι τρομερός. Οι Χαρκόνεν είναι ζώα, είναι κτήνη. Καταπληκτικά τούς απεικονίζει ο Villeneuve.
Τα ορνιθόπτερα είναι απίστευτα ρεαλιστικά φτιαγμένα, και ποτέ δεν τα είχα φανταστεί τόσο όμορφα. Τώρα θέλω να αγοράσω ένα!
Ακόμα κι όταν βλέπεις τον Chalamet να μονομαχεί, έχοντας αυτή τη λεπτοκαμωμένη διάπλαση, για κάποιο λόγο δεν σου φαίνεται περίεργο που βάζει κάτω τους αντιπάλους του.
Η πλοκή της ταινίας δεν είναι βιαστική, ούτε του εντυπωσιασμού, ούτε όλο μάχες και ανόητες φιγούρες. Τα ειδικά εφέ απλώς προσθέτουν στην ατμόσφαιρα και στην πλοκή· δεν προσπαθούν να τις αντικαταστήσουν με ανούσια γραφικά.
Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα το αρνητικό για την ταινία, αυτή τη στιγμή. Το μόνο που με παραξένεψε λίγο είναι ότι ο Dr Kynes του βιβλίου είναι, στην ταινία, γυναίκα. Ωστόσο, δεν μπορώ να πω ότι αλλάζει κάτι ιδιαίτερο με αυτό· έτσι κι αλλιώς, ο ρόλος του, ακόμα και στο βιβλίο, είναι περιορισμένος.
Παρότι ήξερα συνεχώς τι θα γίνει παρακάτω, ούτε λεπτό δεν βαρέθηκα. Και τώρα, απλά περιμένω τη συνέχεια.
Shai-Hulud is my master.
(Για γράψουμε αυτή τη σύντομη κριτική, ζώα δεν έπαθαν κακό, άνθρωποι δεν εμβολιάστηκαν με πειραματικά δηλητήρια, ούτε τα λαμόγια της κορονοκρατίας πληρώθηκαν.)
Σπάνια διαβάζω μανιωδώς το ένα βιβλίο μιας σειράς μετά το άλλο. Η ιστορία πρέπει να με έχει πραγματικά συνεπάρει.
Μου είχε λείψει αυτή η αίσθηση.
Όπως έχω ξαναγράψει, διαβάζω την τριλογία Voidal του Adrian Cole αυτές τις μέρες, και πηγαίνω από το ένα βιβλίο της στο άλλο χωρίς σταματημό. Τώρα είμαι στο τρίτο, The Sword Of Shadows, και εξακολουθώ να αισθάνομαι άφωνος. Να βαρεθώ; Εξωφρενική η σκέψη και μόνο!
Η δημιουργικότητα του συγγραφέα ποτέ δεν στερεύει, γαμώτο! Σου πετάει το ένα παράξενο, ψυχεδελικό, σουρεαλιστικό σκηνικό μετά το άλλο. Συνεχώς εμπλουτίζει τον κόσμο του με διάφορους μυστήριους χαρακτήρες και, καθώς η ιστορία προχωρά, οι τύχες τους διασταυρώνονται ολοένα και περισσότερο. Πάντα με πρωταγωνιστή τον Voidal, αλλά έτσι που δεν μοιάζει διαρκώς αυτός να είναι ο βασικός χαρακτήρας.
Τι εννοώ;
Είναι μια θεωρία που είχα διαβάσει παλιά για τη λογοτεχνία (για οποιαδήποτε αφήγηση), ότι άλλος μπορεί να είναι ο πρωταγωνιστής, άλλος ο ήρωας ή ο βασικός χαρακτήρας. Ο πρωταγωνιστής είναι εκείνος γύρω από τον οποίο τα πάντα περιστρέφονται, είτε ο συγγραφέας επικεντρώνεται επάνω σ’αυτόν είτε όχι, είτε είναι ο ήρωας της ιστορίας είτε όχι. Και για παράδειγμα έφερναν το Star Wars, θεωρώντας τον Νταρθ Βέιντερ ως πρωταγωνιστή αλλά τον Λουκ Σκαϊγουόκερ ως ήρωα.
Ο Voidal σίγουρα δεν μοιάζει με τον Νατρθ Βέιντερ. Είναι πολύ πιο γαμάτος.
Αυτά τα βιβλία είναι τόσο καλά όσο κάποια από τα βιβλία με τον Kane του Karl Edward Wagner, χωρίς όμως να μοιάζουν και τόσο.
Η ιστορία ακολουθεί μια καθαρά «μαγική» λογική που το ένα γεγονός γεννιέται μέσα από το άλλο και αποτελεί σουρεαλιστική συνέπεια του άλλου.
Αναρωτιέμαι πώς θα τελειώσει. Αλλά ένα είναι το σίγουρο: Όπως κι αν τελειώσει, θα μου λείψει μετά που δεν θα έχω άλλο να διαβάσω.
(Ευτυχώς, ο Adrian Cole έχει γράψει κι άλλα βιβλία. Λες να είναι το ίδιο καλά;)
77η σελίδα από τις 181
Επίσης . . .
Επιλογές Απριλίου (22/4)
Τέχνη από CD — Anthea Xin («ενεργειακοί» πίνακες) — Rithika Merchant (λαβυρινθώδεις κοσμολογίες) — Savepoint.gr (η εξέλιξη του Retropolis) — Ανθολογίες τρόμου (1930) — Clare Winger Harris (1891-1968) — Ο μαζικός δολοφόνος της Φλώριδας και το ChatGPT — Μια ψεύτικη ασθένεια που ξεγέλασε την τεχνητή νοημοσύνη — Angus McBride (τέχνη) — Vintage RPG — Το Τάγμα του Ηλιακού Ναού και οι μαζικές αυτοκτονίες — Gil Kane (τέχνη) — Voyage to Faremido: Gulliver’s Fifth Voyage (διαβάστε δωρεάν) — & πολλά, πολλά ακόμα στο LinX

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter

Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.
Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:
But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.
Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».
Επιλογές Απριλίου (8/4)
~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~
