
Μυστηριακές γραφές επάνω στις πολυκατοικίες επιφέρουν χάος στους δρόμους.
|
|
Μια στιγμή... |

Μυστηριακές γραφές επάνω στις πολυκατοικίες επιφέρουν χάος στους δρόμους.
Παλιότερα, προ 20ετίας και βάλε, έβρισκες ξενόγλωσσα βιβλία φαντασίας στα ελληνικά βιβλιοπωλεία. Όχι πολλά, αλλά υπήρχαν – αν και περιορισμένα, θα έλεγες. Ποτέ δεν ήταν πολλά. Πληθώρα δεν υπήρχε, σε καμία περίπτωση, αλλά όποιος ήθελε έβρισκε.
Μετά, έπεσε η οικονομική κρίση και μειώθηκαν τραγικά τα ξενόγλωσσα βιβλία φαντασίας στα βιβλιοπωλεία. Άρχισες να τα βρίσκεις με το σταγονόμετρο. Αλλά έβρισκες, τουλάχιστον, αρκετά στα παλαιοβιβλιοπωλεία, και σε πολύ καλές τιμές. (Τώρα πλέον, μου κακοφαίνεται οποιοδήποτε βιβλίο να κάνει πάνω από 5 ευρώ.)
Μετά, πλάκωσε η κορονοπανούκλα και το ισοπέδωσε το πράγμα. Στα βιβλιοπωλεία δεν έφερναν τίποτα, και στα παλαιοβιβλιοπωλεία τα αποθέματα από ξενόγλωσσα βιβλία φαντασίας άρχισαν να στερεύουν και να μην ανανεώνονται.
Σήμερα, επί εμβολιοχούντας, δεν ξέρω τι ακριβώς γίνεται στα βιβλιοπωλεία γιατί δεν μπαίνω (είμαι από τους «κακούς» που δεν δέχονται η κυβέρνηση να τους εκβιάζει για να παίρνουν φάρμακα) αλλά σίγουρα η κατάσταση δεν θα έχει βελτιωθεί, και στα παλαιοβιβλιοπωλεία τα ξενόγλωσσα βιβλία φαντασίας μοιάζουν να έχουν πια φτάσει στο τέλος και – επειδή τίποτα και κανένας δεν κυκλοφορεί λόγω «πανδημίας» – δεν έρχονται καινούργια.
Οπότε, το αποτέλεσμα είναι να μη βρίσκεις σχεδόν καθόλου ξενόγλωσσα βιβλία φαντασίας στην ελληνική αγορά και παρα-αγορά.
Υπέροχα...
Ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο, δηλαδή, αλλιώς θα είχαμε κόψει φλέβες.
Και θα μου πει τώρα κάποιος – όπως μου έχουν ξαναπεί – Μα γιατί δεν διαβάζεις τα ελληνικά βιβλία;
Όπως έχω κι εγώ ξαναπεί, όμως: Ας γράψουν κάτι που θέλω όντως να το διαβάσω και θα το διαβάσω. Δεν έχω ενδοιασμούς ούτε ταμπού. Αλλά δεν θα διαβάσω και κάτι υποχρεωτικά επειδή είναι ελληνικό.
Έπειτα, μπορεί να έρθει η πιο τραγική ερώτηση από κάποιους: Μα, αν δεν διαβάζεις τους άλλους, πώς περιμένεις να διαβάσουν τα δικά σου βιβλία;
Τι ανόητη ερώτηση είναι αυτή, βρε παιδιά, που γίνεται στους συγγραφείς τούτες τις χαλεπές ημέρες; Γιατί να πρέπει να διαβάζεις τα βιβλία των άλλων για να διαβάσουν τα δικά σου; Ποιος κανόνας το λέει αυτό; Ο καθένας πρέπει να διαβάζει ό,τι αισθάνεται πως θέλει να διαβάσει. Το θέμα είναι να υπάρχει πραγματικό κοινό από αναγνώστες με διάφορα γούστα.
Μια λογική που έχει επικρατήσει, όμως, είναι πολύ εσφαλμένη. Είναι η λογική που υποδεικνύει ότι πρέπει εσύ να διαβάσεις το βιβλίο του άλλου για να διαβάσει κι αυτός το δικό σου. Και, όπως έχω ξαναγράψει, αυτό είναι τελείως γελοίο. Τι νόημα έχει; Θα κάνουμε ανταλλαγή ανάγνωσης; Τι είναι αυτό; Πληρωμή σε εγωκεντρικό νόμισμα; Βλαβερό είναι για την ψυχική υγεία, τοξικό, όχι κάτι που να θέλεις να το ασπάζεσαι.
Μπορεί να φταίει και το διαδίκτυο για την εξάπλωση αυτής της νοοτροπίας, με sites όπως το Goodreads, όπου φαίνεται να είναι πάνω-κάτω ο κανόνας ότι πρέπει να βαθμολογήσεις, ή να διαβάσεις (αλλά κυρίως να βαθμολογήσεις), για να σε βαθμολογήσουν, ή να πληρώσεις για διαφήμιση, ή να έχεις κάποιο άλλο μέσο.
Αυτό δεν κάνει καλό ούτε στη λογοτεχνία, ούτε στους συγγραφείς, ούτε στους αναγνώστες. Απλά δημιουργεί, και διατηρεί, ένα φαύλο κύκλο εγωπάθειας και κομπλεξισμού.
Αφήστε τα «σε διαβάζω για να με διαβάσεις» και προσπαθήστε να διευρύνετε το κοινό. Είναι η μόνη λύση.
Σε τελική ανάλυση, μπορεί, για παράδειγμα, εσύ, ως συγγραφέας, να σου αρέσει να διαβάζεις τσόντες και ιστορικά βιβλία, αλλά να γράφεις βιβλία με ντετέκτιβ. Αυτό τι σημαίνει, ότι πρέπει υποχρεωτικά να διαβάσεις κι εσύ βιβλία με ντετέκτιβ για να διαβάσουν τα δικά σου; Απλά εσύ απευθύνεσαι σε άλλο κοινό αναγνωστών στο οποίο ο ίδιος δεν ανήκεις. Πού είναι το κακό;
Είναι διεστραμμένο να το βλέπεις αυτό ως κακό.
Άλλωστε, οι συγγραφείς γράφουν καλύτερα όταν αισθάνονται πως έχουν την ελευθερία να εκφραστούν όπως θέλουν αλλά και να διαβάσουν, ή να μη διαβάσουν, ό,τι θέλουν.
Έτσι θα δημιουργήσεις κάτι το καλύτερο στη λογοτεχνία.
Με τις νοοτροπίες που ακολουθούνται ώς τώρα – στενοί λογοτεχνικοί «κύκλοι» και τα λοιπά – βλέπεις κάτι το καλύτερο; Πού είναι αυτό; Έχουμε πιάσει πάτο.
Τελευταία, δημοσίευσα ένα διήγημα φαντασίας εμπνευσμένο από την πανδημία του κορονοϊού, το Χωρίς Πρόσωπα. Παρατηρώντας τα στατιστικά του (και δεδομένου ότι ποτέ δεν εμπιστεύομαι απόλυτα τα στατιστικά του διαδικτύου καθώς μπορεί να είναι λανθασμένα ή αλλοιωμένα – και δεν εννοώ απαραίτητα κάτι ύποπτο μ’αυτό: συνήθως φταίει απλά η κατάσταση του δικτύου), βλέπω ότι συμβαίνει κάτι που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει «παράδοξο». Αντί το συγκεκριμένο διήγημα να κατεβαίνει περισσότερες φορές απ’ό,τι άλλα κείμενά μου, άλλα βιβλία μου, κατεβαίνει λιγότερες φορές.
Και γιατί αυτό να είναι παράδοξο; Γιατί το Χωρίς Πρόσωπα είναι βασισμένο σε ένα θέμα των ημερών, και δεν το κρύβει· κάτω από τον τίτλο του γράφει ένα διήγημα φαντασίας εμπνευσμένο από την πανδημία του κορονοϊού. Και τι λένε συνήθως; Ότι, αν γράψεις κάτι που σχετίζεται με τα θέματα των ημερών, αυτό θα έχει περισσότερη κίνηση. Έτσι λένε... Αλλά αποδεικνύεται μύθος – όπως σε τούτη την περίπτωση. Βέβαια, το Χωρίς Πρόσωπα δεν μιλάει ακριβώς για τον κορονοϊό· δεν πρόκειται να διαβάσεις τη λέξη κορονοϊός εκεί μέσα. Απλώς είναι εμπνευσμένο από την πανδημία, και τίποτα άλλο από αυτό. Όμως – και πάλι – δεν θα έπρεπε να είχε πιο πολλή κίνηση από άλλα μου κείμενα ετούτες τις μέρες; Και μόνο που γράφει ένα διήγημα φαντασίας εμπνευσμένο από την πανδημία του κορονοϊού δεν είναι αρκετό για να τραβήξει την προσοχή επάνω του;
Προφανώς όχι.
Για να δείτε πόσα που ακούγονται σχετικά με την κυκλοφορία των βιβλίων, ή οποιουδήποτε άλλου πράγματος, είναι μύθοι και δεν ισχύουν παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ποιος ξέρει για ποιους λόγους.
Αν το σκεφτείς λογικά και σύμφωνα με ό,τι ξέρουμε ή μας λένε, το Χωρίς Πρόσωπα θα έπρεπε να έχει κατεβεί πολλαπλάσιες φορές σε σχέση με άλλα μου κείμενα τα οποία δεν είναι εμπνευσμένα από θέματα των ημερών και ούτε και τόσο μικρά. Το Χωρίς Πρόσωπα είναι και μικρό και δηλωμένα εμπνευσμένο από ένα θέμα που τους απασχολεί όλους σήμερα.
Από την άλλη, ίσως μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αποφεύγουν πολλοί να το διαβάσουν για να μη «φρικάρουν» (εσκεμμένα μέσα σε εισαγωγικά, γιατί το γράφω εν μέρει ειρωνικά). Δηλαδή, ότι φοβούνται πως θα διαβάσουν κάτι μέσα στο Χωρίς Πρόσωπα που θα τους τρομάξει σχετικά με την πανδημία. (Αν συμβαίνει αυτό, βέβαια, τους λέω ότι μάλλον δεν θα έπρεπε να φοβούνται· το διήγημα είναι ξεκάθαρα φαντασίας και, μάλλον, δεν μπορεί να τρομάξει κανέναν παρά μόνο, ίσως, τους πιο φοβητσιάρηδες.)
Όμως ό,τι κι αν υποθέσεις δεν μπορεί να είναι σίγουρο. Ένα είναι το σίγουρο: πως δεν είναι καλό να πιστεύεις διάφορα που γενικά ακούγονται για το πώς γίνεται κάτι δημοφιλές και τα λοιπά και τα λοιπά. Γιατί, αν ίσχυαν αυτά, τώρα το Χωρίς Πρόσωπα θα έπρεπε να κατεβαίνει δέκα φορές περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μου κείμενο.
Κι αυτό – το σχετικά με μύθους – δεν είναι η πρώτη φορά που το παρατηρώ.
Ένα άλλο που είχα παρατηρήσει παλιότερα είναι το εξής:
Τι λένε για τους Έλληνες; Ότι προτιμούν να διαβάζουν μικρά κείμενα, όχι μεγάλα. Μικρά βιβλία ή ακόμα και διηγήματα. Ότι τα μεγάλα μυθιστορήματα τα αποφεύγουν.
Παραδόξως (;), όμως, έχω δει ότι τα βιβλία μου (που, κατά κανόνα, είναι μεγάλα) κατεβαίνουν πολύ περισσότερο από τα διηγήματά μου (που, φυσικά, είναι πολύ πιο μικρά). Τι σημαίνει αυτό; Γιατί να μην κατεβάσει ο άλλος ένα διήγημα 20-30 σελίδων αλλά να κατεβάσει ένα μυθιστόρημα 600-700 σελίδων ή, ίσως, ακόμα μεγαλύτερο;
Αν ίσχυε το ότι οι Έλληνες βαριούνται να διαβάζουν τα μεγάλα βιβλία, τότε τα διηγήματά μου θα κατέβαιναν πολύ περισσότερο από τα μυθιστορήματά μου. Αλλά το τελείως ανάποδο ισχύει! Συνήθως, μάλιστα, τα διηγήματα είναι κάτω-κάτω στη λίστα των downloads: δεν είναι καν στο top ten.
Όπως λέγαμε, όλα είναι φήμες...

Απορώ που δεν είχα ακόμα βάλει αυτό το εξώφυλλο. Είναι κλασικό. Όπως κλασικός είναι και αυτός ο πίνακας του John Howe που απεικονίζει τον Γκάνταλφ τον Γκρίζο.
Το Σιλμαρίλλιον είναι, νομίζω, από τις καλύτερες εκδόσεις του Αίολου, και είχε κυκλοφορήσει, μάλιστα, μια εποχή που, αν δεν κάνω λάθος, υπήρχε μια κάποια άνθιση και στον χώρο των εκδόσεων και στα βιβλία φαντασίας. Ή ίσως εμένα να μου φαινόταν έτσι επειδή ήμουν αρκετά μικρός τότε και τέτοια πράγματα μού έμοιαζαν μαγικά· αλλά δεν πιστεύω ότι ήταν μόνο αυτό.
Ο Αίολος είχε, συγχρόνως, κυκλοφορήσει το Σιλμαρίλλιον και με άλλο εξώφυλλο, το οποίο δεν έχω, αλλά ο πίνακας ήταν αυτός και απεικόνιζε τον Ούλμο, τον Κύριο των Υδάτων στη Μέση-Γη. Του John Howe πάλι.
Επίσης, το βιβλίο περιλάμβανε έναν μεγάλο χάρτη της παλιάς εποχής της Μέσης-Γης διπλωμένο ανάμεσα στις σελίδες του· τον ακόλουθο:

(Δεν τον έχω σκανάρει ολόκληρο, γιατί δεν χωρούσε στο σκάνερ.)
Εκτός από χάρτη, ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου ήταν και κάτι χαρτάκια με γενεαλογικά δέντρα· ορίστε δύο από αυτά:

Όπως είπα, ήταν από τις καλύτερες εκδόσεις που έχει κάνει ο Αίολος, αν όχι η καλύτερη. Και είναι και ένα από τα μεταφρασμένα βιβλία φαντασίας που όντως έχω διαβάσει. Το Σιλμαρίλλιον δεν το έχω ακόμα διαβάσει στο πρωτότυπο· επιφυλάσσομαι για το μέλλον (αν και, μάλλον, όχι το άμεσο). Η ελληνική μετάφραση, απ’ό,τι θυμάμαι, δεν ήταν καθόλου κακή, αν και ήμουν μικρός όταν το διάβασα. Εκείνο που δεν θυμάμαι είναι τι ακριβώς έγραφε το βιβλίο. Το Σιλμαρίλλιον περιλαμβάνει τόσες πολλές ιστορίες που δεν νομίζω ότι είναι εύκολο να τις συγκρατήσεις μετά την ανάγνωση. Απλώς σου μένει ότι διάβασες κάτι το μυθικό. Αντιθέτως, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, που τον είχα διαβάσει ακόμα πιο μικρός (και έκτοτε δεν τον έχω ξαναδιαβάσει), τον θυμάμαι πολύ πιο καθαρά.


Οι σαύρες είναι παντού (όπως, νομίζω, έχουμε ξαναπεί).
62η σελίδα από τις 181
Επίσης . . .
Επιλογές Απριλίου (22/4)
Τέχνη από CD — Anthea Xin («ενεργειακοί» πίνακες) — Rithika Merchant (λαβυρινθώδεις κοσμολογίες) — Savepoint.gr (η εξέλιξη του Retropolis) — Ανθολογίες τρόμου (1930) — Clare Winger Harris (1891-1968) — Ο μαζικός δολοφόνος της Φλώριδας και το ChatGPT — Μια ψεύτικη ασθένεια που ξεγέλασε την τεχνητή νοημοσύνη — Angus McBride (τέχνη) — Vintage RPG — Το Τάγμα του Ηλιακού Ναού και οι μαζικές αυτοκτονίες — Gil Kane (τέχνη) — Voyage to Faremido: Gulliver’s Fifth Voyage (διαβάστε δωρεάν) — & πολλά, πολλά ακόμα στο LinX

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter

Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.
Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:
But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.
Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».
Επιλογές Απριλίου (8/4)
~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~
