31 / 10 / 2022
Ο Oscar Wilde είχε πει ότι η τέχνη είναι, κατά βάση, άχρηστη. Εκείνο που εννοούσε είναι ότι η τέχνη δεν έχει καμία πρακτική αξία. Έχει, όμως, ψυχική και πνευματική αξία, κι αυτό, προφανώς, κι ο ίδιος το καταλάβαινε.
Αλλά η κοινωνία γενικά – και ειδικά η νεοελληνική κοινωνία, νομίζω – δεν το καταλαβαίνει. Θεωρούν πως η τέχνη είναι όντως άχρηστη. Δεν βλέπουν ότι είναι τροφή της ψυχής. Γι’αυτό κιόλας, ειδικά στις κοινωνίες που η τέχνη δύσκολα αποτελεί εμπόρευμα (όπως εδώ), οι νέοι αποθαρρύνονται από το να ασχολούνται με την τέχνη εκτός, ίσως, μόνο παράπλευρα. «Από αυτά, παιδί μου, δε μπορείς να ζήσεις· βρες κάτι άλλο να κάνεις.» Πόσω μάλλον, δε, όταν η συγκεκριμένη τέχνη δεν είναι mainstream, όταν δεν «αναγνωρίζεται» από τα ιδρύματα, όταν δεν έχει «κοινωνική χρησιμότητα» (και άλλα τέτοια κλισέ), όταν είναι «περίεργη»: τότε φτάνουν στα όρια να τη θεωρούν «μαύρη μαγεία».
(Και όταν κάποιος λέει ότι «δεν μπορείς να ζήσεις από αυτά», πάντα αναρωτιέμαι: Και πώς μπορείς να ζήσεις, ρε μάστορα, χωρίς αυτά; Είναι πραγματική ζωή, τότε, ή προσομοίωση;)
Η μόνη τέχνη που προωθείται είναι η τέχνη που σε μαστουρώνει μετά τη δουλειά, για να περνά λίγο η ώρα, να παίρνεις λίγο κουράγιο για να συνεχίσεις πάλι τη δουλειά την άλλη μέρα. Κι όσοι κάνουν αυτή την τέχνη, την κάνουν πάλι ως δουλειά συνήθως. Πρέπει πάντα να επικρατεί ο κανόνας «η δουλειά σου δεν πρέπει να σου αρέσει, αλλιώς δεν είναι δουλειά».
Οποιοσδήποτε τολμήσει να κάνει κάτι άλλο, πρέπει να γίνει πολεμική προσπάθεια εναντίον του: ξέρεις, για να μη «διαλυθεί» το τρομερό ήθος αυτού του τύπου κοινωνίας, ρε γαμώτο!
Ε, τι να πεις τώρα για τέτοιες νοοτροπίες;
Όσοι τις ασπάζονται – να τις χαίρονται!
25 / 10 / 2022
(Επανάληψη από παλιότερο post.)
Όταν ξεκίνησα να γράφω τα Κρυφά Όπλα της Πόλης είχα, εκτός των άλλων, και μια τρελή ιδέα για τη βασική πλοκή της σειράς. Είχα σκεφτεί ότι θα το γράψω περίπου σαν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο· δηλαδή, η Ρελκάμνια θα ήταν χωρισμένη σε δύο “μπλοκ”, όπου στο ένα μπλοκ μεγάλος αρχηγός θα ήταν κάποιος σαν τον Στάλιν περίπου, και στο άλλο μπλοκ μεγάλος αρχηγός θα ήταν κάποιος σαν τον Χίτλερ περίπου.
Μάντεψε τώρα τι είχα στο μυαλό μου για τον Κάδμο Ανθοτέχνη. Τελικά, όμως, όπως σύντομα συμπέρανα καθώς το έγραφα, η πιο σοβαρή ομοιότητα του με τον Στάλιν είναι ότι είναι ποιητής. Λίγες άλλες πραγματικές ομοιότητες υπάρχουν.
Και η φιγούρα που προόριζα για “Χίτλερ” άργησε να εμφανιστεί μέσα στη σειρά – εμφανίζεται από το 3ο βιβλίο – επειδή η ιστορία μου έτσι με οδηγούσε· και πάντα αφουγκράζομαι την ιστορία μου, βλέπω πού θέλει να με πάει, δεν γράφω μόνο ό,τι έχω προαποφασίσει, γιατί αυτό πολλές φορές μού φαίνεται ψεύτικο όταν είμαι πραγματικά μέσα στην ιστορία. Επιπλέον, ακόμα κι όταν ο “Χίτλερ” της σειράς εμφανίστηκε, δεν είχα καμία σχέση με τον Χίτλερ βασικά. Κι όταν λέω καμία σχέση, εννοώ ΚΑΜΙΑ σχέση. Πολύ απλά, δεν έδενε κάτι τέτοιο με την υπόλοιπη αφήγηση.
Έτσι, ενώ είχα προαποφασίσει να γράψω κάτι σαν 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέληξα να γράψω κάτι πολύ διαφορετικό, και σύντομα διαπίστωσα ότι ήταν 100 φορές καλύτερα έτσι, γιατί– Μα είχα ξεχάσει τις προσωπικές μου πεποιθήσεις, σε τελική ανάλυση; Σιχαίνομαι τις ιστορίες που είναι παρωδία πραγματικών γεγονότων ή προσώπων, ή βασίζονται τόσο πολύ σ’αυτά που είναι ουσιαστικά τα ίδια με άλλα λόγια. Η πολιτική κατάσταση που εξελίσσεται στα Κρυφά Όπλα της Πόλης έχει ενδιαφέρον από μόνη της. Όμως ακόμα πιο σημαντικοί είναι, φυσικά, οι χαρακτήρες, που, ευτυχώς, δεν κατέληξαν καρικατούρες ιστορικών προσώπων αλλά έκαναν, ως συνήθως, αεροπειρατεία στο μυαλό μου και πήραν τη δική τους ζωή στα χέρια τους.
Σύντομα – πολύ σύντομα – το δεύτερο βιβλίο των Κρυφών Όπλων της Πόλης...

20 / 10 / 2022
Μετρό και πόντικες.
Κλικ επάνω στην κάθε εικόνα για να δεις την επόμενη. (Drag σε άλλο tab του browser για να τη δεις μεγαλύτερη· ή δεξί κλικ και "open image in new tab".)

Μυστηριακές Οντότητες
16 / 10 / 2022
Τα τελευταία χρόνια βλέπω να γράφονται κάποια πράγματα στη φανταστική λογοτεχνία – ειδικά στην ηρωική φαντασία – τα οποία είναι κατά βάση οπισθοδρομικά παρότι γράφονται από ανθρώπους που μοιάζουν αναμφίβολα ενθουσιώδεις και δημιουργικοί. Κι αυτό το οπισθοδρομικά δεν το λέω ως προσβολή· το λέω ως χαρακτηρισμό, γιατί, πραγματικά, ορισμένες από αυτές τις ιστορίες φαίνεται να κοιτάζουν προς τα πίσω. Και εννοώ ότι κοιτάζουν προς το παρελθόν της ηρωικής φαντασίας και του sword-and-sorcery, προς την εποχή του 1960 κι ακόμα πιο πριν.
Και αναρωτιέμαι τι νόημα έχει αυτό. Αυτά τα πράγματα γράφτηκαν τότε. Υπάρχουν ήδη. Και υπάρχουν γραμμένα και ξαναγραμμένα από εκείνη την εποχή: δεκάδες βάρβαροι με μεγάλα σπαθιά που σκοτώνουν κακούς και τέρατα· δεκάδες «βελτιωμένες» παραλλαγές αυτών των βαρβάρων όπως Έλρικ, που είναι το ίδιο βασικό concept αλλά αναποδογυρισμένο κάπως.
Τι νόημα έχει να προσπαθείς να το μιμηθείς αυτό, όχι ως έμπνευση, αλλά ως καθαρή μίμηση;
Και δεν μιλάω μόνο για το κοινό που θα διαβάσει αυτά που γράφεις. Μιλάω και για εσένα τον ίδιο. Εντάξει, έχεις διαβάσει Κόναν, έχεις διαβάσει Έλρικ, έχεις διαβάσει και άλλα παρεμφερή και έχεις γουστάρει μ’αυτά. Ας πούμε ότι είσαι τόσο ενθουσιασμένος που θες κι εσύ να γράψεις το ίδιο. Γράψε το!
Το έγραψες, εντάξει;
Θες να το ξαναγράψεις; Ξαναγράψε το!
Ε, αποκεί και πέρα, πόσες φορές θα γράψεις το ίδιο μοτίβο που κοιτάζει προς τα πίσω; Όπως είπα και παραπάνω, δεν είναι για το κοινό, για τους αναγνώστες. Είναι για εσένα. Τι έχεις πια να εξερευνήσεις με το μυαλό σου επάνω σ’αυτό το θέμα;
Το λέω εκ πείρας. Έγραψα τον Άρμπεναρκ, που δεν είναι ακριβώς ηρωική φαντασία τύπου Κόναν ή Έλρικ, αλλά είναι ένας αρχαϊκός κόσμος με μαγεία και τα λοιπά. Μια αρκετά μεγάλη επική σειρά. Μετά από αυτό – ίσως επειδή ήθελα να δείξω στον εαυτό μου ότι μπορεί να το ξανακάνει – έγραψα το Παιχνίδι των Ράζλερ, το οποίο πάλι διαδραματίζεται σε έναν αρχαϊκό κόσμο αν και είναι, νομίζω, πιο «παράξενο», ας πούμε, από τον Άρμπεναρκ. Κατά βάση, όμως, είναι παρόμοιο πράγμα: ένας αρχαϊκός κόσμος με βασίλεια και τα λοιπά, και μια γιγάντια πλοκή που επηρεάζει τα πάντα. Μπορεί άμα διαβάσεις τις δύο ιστορίες να μη μοιάζουν και τόσο μεταξύ τους, αλλά – ξαναλέω – στη βάση τους είναι παρόμοιες.
Μετά από αυτά, τι διάολο να γράψω; Να γράψω πάλι κάτι παρόμοιο; Δεν έχει νόημα αυτό το πράγμα. Ήθελα να εξερευνήσω καινούργιες ιδέες, καινούργια σκηνικά, διάφορα άλλα πράγματα. Ασχέτως αν εξακολουθούν (και θα εξακολουθήσουν) να είναι περιπετειώδης φαντασίας αυτά που γράφω.
Μια φορά κι έναν καιρό, στα pulps, έγραφαν ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες με βαρβάρους, όπως και αργότερα, στα πελώρια βιβλία, έγραφαν τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες που θύμιζαν Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Αυτό γινόταν για οικονομικούς λόγους. Ο άλλος ήθελε να πουλήσει ακόμα μια ιστορία στα pulps ώστε να πάρει μερικά δολάρια για να πληρώσει το νοίκι του: οπότε έγραφε μία μ’ένα βάρβαρο που σκοτώνει τέρατα. (Ναι, πραγματικά τότε έχω διαβάσει ότι γινόταν αυτό: μπορούσες να πουλήσεις ένα διήγημα και να πληρώσεις το νοίκι στις ΗΠΑ! Εξωφρενικό για τα σημερινά δεδομένα, έτσι;)
Όταν όμως δεν γράφεις για τέτοιου είδους οικονομικό όφελος, γιατί να αναμασάς τα ίδια; Πήγαινε να εξερευνήσεις τελείως καινούργιες, τελείως παράξενες ιδέες. Τι σε σταματάει;
Το πρόβλημα – για να κάνω μια βιαστική υπόθεση – νομίζω ότι ξεκινά από τη γενική κατάπτωση που υπάρχει στη σημερινή κουλτούρα. Δεν έχετε προσέξει ότι δεν προβάλλεται και τίποτα το πολύ καινούργιο, το πολύ ενδιαφέρον, ή το πολύ συναρπαστικό; Τα πάντα τείνουν προς το χασμουρητό (σε αντίθεση με άλλες εποχές, όπως το 1960-70). Αυτό οδηγεί τον κόσμο προς το ρετρό γιατί εκεί βλέπει ότι υπήρχε εκείνος ο ενθουσιασμός που σήμερα λείπει. (Κι έχω σκεφτεί να γράψω κι ένα άρθρο γι’αυτό ίσως κάποια στιγμή.)
Και οι δημιουργοί, όμως, κοιτάζουν προς το ρετρό, προς τα πίσω, και πάνε να το μιμηθούν. Ε, αυτό δεν είναι καλό. Ο σκοπός είναι να εμπνευστείς από το παλιό για να φτιάξεις κάτι δικό σου και καινούργιο. Και όχι μόνο για να βελτιώσεις τη σημερινή κουλτούρα· αυτό θα έρθει από μόνο του. Το κύριο είναι να εξιτάρεις εσύ τον εαυτό σου. Αν αυτό γίνεται από πολλούς ανθρώπους, τα υπόλοιπα ακολουθούν.
Δυστυχώς, σήμερα δεν γίνεται από πολλούς ανθρώπους...