Αυτό θα μπορούσε να ήταν κάτι από τη Ρελκάμνια.
Αλλά δεν είναι.
Ωστόσο, με λίγη φαντασία....
|
|
Μια στιγμή... |
Αυτό θα μπορούσε να ήταν κάτι από τη Ρελκάμνια.
Αλλά δεν είναι.
Ωστόσο, με λίγη φαντασία....
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Είναι ορισμένοι που ισχυρίζονται ότι η ηρωική/επική φαντασία δεν είναι καλή για τα σημερινά δεδομένα γιατί δεν αναφέρεται σε σύγχρονα προβλήματα, προβλήματα του μοντέρνου κόσμου, αλλά αναφέρεται σε αξίες και αρχές που είναι παρωχημένες – όπως ζητήματα τιμής, ή διαδοχής του θρόνου, και τα λοιπά.
Ναι, σίγουρα, όλα αυτά δεν είναι σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Αλλά και τι μ’αυτό; Πρέπει όλες οι λογοτεχνικές ιστορίες να βασίζονται στον σύγχρονο κόσμο; Άλλωστε, κι αυτός ο παλιός κόσμος κάποτε ήταν σύγχρονος. Και ο δικός μας σύγχρονος κόσμος κάποτε θα είναι παρωχημένος.
Θα περιορίζαμε υπερβολικά τους εαυτούς μας αν διαβάζαμε, και γράφαμε, μόνο ιστορίες που σχετίζονται άμεσα με την εποχή μας. Επιπλέον, ο στόχος της ηρωικής/επικής φαντασίας δεν είναι να θίξει κοινωνικοπολιτικά προβλήματα. Ο στόχος της, ο στόχος των σωστών ιστοριών ηρωικής/επικής φαντασίας, είναι να σου δημιουργήσουν μια αίσθηση της περιπέτειας και του μαγικού θαυμασμού. Γι’αυτό κιόλας συνεχίζουν να μας σαγηνεύουν. Δεν μας σαγηνεύουν επειδή μιλάνε για αριστοκρατία ή για θρόνους, αλλά επειδή έχουν ως θεματολογία τρομερές ίντριγκες, άγριους πολέμους, κυνηγητά, μηχανορραφίες, μακρινά ταξίδια, και παράδοξες μαγείες.
Αυτό το είδος δεν πρόκειται ποτέ να πεθάνει γιατί είναι καλό γι’αυτό που είναι. Δεν προσποιείται ότι είναι κάτι άλλο. Ξέρεις τι ζητάς. (Κι αυτό δεν σημαίνει κάτι το στερεοτυπικό, αν είναι γραμμένο καλά.)
Τότε, μπορεί κάποιος να με ρωτήσει, γιατί κι εσύ δεν γράφεις τώρα ηρωική/επική φαντασία;
Ναι, δεν γράφω τώρα τέτοιο πράγμα επειδή ήδη έχω γράψει πολλή επική φαντασία (βλ. δύο ολόκληρες εξαλογίες – Άρμπεναρκ και Παιχνίδι των Ράζλερ) και δεν μπορώ ξανά να γράφω κάτι παρόμοιο. Θέλω κάτι διαφορετικό από άποψη σκηνικού και θεματολογίας.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν εκτιμώ αφάνταστα τις καλές ιστορίες ηρωικής/επικής φαντασίας, ούτε ότι στο μέλλον δεν θα ξαναγράψω κάτι τέτοιο.
Αυτό δεν είναι και τόσο παλιό εξώφυλλο· το βιβλίο εκδόθηκε το 2000. Δεν είναι εκείνο που θα λέγαμε “ρετρό” ακριβώς. Αλλά ούτε και σημερινό εξώφυλλο είναι, ακριβώς· έχουν περάσει γύρω στα 20 χρόνια από τότε. Οπότε, είναι αρκετά παλιό, νομίζω.
Και, επίσης, μου φαίνεται από τα χειρότερα εξώφυλλα για βιβλίο φαντασίας. Μάλλον, κάποιος διάβασε τον τίτλο – Οι Κήποι του Φεγγαριού – και σκέφτηκε ότι καλά θα ήταν να βάλει στο εξώφυλλο ένα τοπίο από τη Σελήνη· ή, τουλάχιστον, ένα τοπίο που μοιάζει να είναι από τη Σελήνη (γιατί δεν νομίζω ότι είναι πραγματικά σεληνιακό τοπίο αυτό).
Αλλά η ιστορία των Κήπων του Φεγγαριού δεν διαδραματίζεται στον κόσμο μας· δεν υπάρχει Σελήνη εκεί. Το βιβλίο δεν είναι καν επιστημονικής φαντασίας· είναι επικής φαντασίας, είναι το πρώτο βιβλίο του Malazan Book of the Fallen – μαγεία, πολεμιστές με σπαθιά, παράξενα τέρατα: τέτοια πράγματα.
Και το εξώφυλλο; Καμία σχέση. Ούτε κατά σουρεαλιστική προσέγγιση.

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Υπάρχει μια γενική νοοτροπία σήμερα ότι το μυθιστόρημα πρέπει να είναι γραμμένο με μια συγκεκριμένη δομή, ειδικά αν θέλεις να είναι «εμπορικό». Σύμφωνα με αυτή τη δομή, η δράση/ένταση, μετά από την αρχή, συνεχώς αυξάνεται μέχρι που φτάνει σε μια κορύφωση. Από εκεί μειώνεται, συνήθως απότομα, και φτάνει περίπου εκεί όπου άρχισε. Κάπως έτσι:

Αλλά αυτό είναι ένα στείρο μοντέλο και επαναλαμβανόμενο, που, με απλά λόγια, σημαίνει βαρετό. Αν διαβάσεις 4-5 μυθιστορήματα γραμμένα σ’αυτό το στιλ, ξέρεις μετά ακριβώς τι θα διαβάσεις. Αν όλα τα βιβλία ήταν γραμμένα έτσι, δεν θα είχε νόημα να διαβάσεις ποτέ πάνω από καμια 10αριά βιβλία.
Αυτή η δομή επικράτησε από τότε που κάποιοι θέλησαν να καταστήσουν το λογοτεχνικό βιβλίο «εμπόρευμα». Και πίστεψαν ότι πρέπει να υπάρχει ομοιομορφία ώστε το κοινό να μπορεί να αγοράσει πιο εύκολα το εμπόρευμα. Εκείνο που δεν σκέφτηκαν (ή ίσως και να το σκέφτηκαν) είναι πως εσύ διαμορφώνεις το κοινό. Όταν του δίνεις τέτοιου είδους «εμπόρευμα», νεκρώνεις τη φαντασία του. Δημιουργείς μια επαναλαμβανόμενη μορφή σκέψης, που είναι ίσον φυλακή.
Τα πραγματικά μυθιστορήματα δεν γράφονται έτσι. Συνήθως έχουν πολλές κορυφές μέσα στην πλοκή, και δεν τελειώσουν απαραίτητα περίπου εκεί όπου άρχισαν από άποψη έντασης. Κάπως έτσι, δηλαδή:

Έτσι γράφονται οι πραγματικές ιστορίες.
Η πραγματικότητα δεν είναι ρυθμισμένη να παίρνει συνέχεια μια συγκεκριμένη μορφή, και ούτε η λογοτεχνία θα έπρεπε να είναι. Μπορεί να αφηγείσαι μια ιστορία (και οι ιστορίες συνήθως έχουν αρχή, μέση, τέλος), μπορεί να παίρνεις ένα κομμάτι πραγματικότητας και να το διαμορφώνεις έτσι ώστε να βγάζει κάποιο νόημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει πάντα να είναι γραμμένο με τον ίδιο, ανιαρό τρόπο.
Κάποτε, παλιότερα, είχα παραγγείλει δύο βιβλία από το Amazon σχετικά με τη συγγραφή. Ήρθαν στο ταχυδρομείο και άρχισα να τα διαβάζω με ενδιαφέρον, υποπτευόμενος ότι θα ανακάλυπτα τρομερά μυστικά. (Ήμουν μικρός και αφελής ακόμα.) Ήταν οι χειρότερες σαχλαμάρες που είχα διαβάσει ποτέ στη ζωή μου. Έκλαιγα τα λεφτά μου. Ήταν το είδος εκείνου του «συμβουλευτικού βιβλίου» για τη συγγραφή που οι μόνες συμβουλές που σου δίνει είναι, ουσιαστικά, πώς να προσαρμοστείς στην αγορά, πώς να είσαι καλό ρομποτάκι. Σου έλεγε ακόμα και πού ακριβώς πρέπει να παρουσιάσεις τον «κακό» (villain) μέσα στην ιστορία. Μέχρι το τρίτο κεφάλαιο οπωσδήποτε. Μετά είναι πια αργά.
Για φαντάσου.
Δεν θα ήθελα να διαβάζω βιβλία που σε όλα ο villain υποχρεωτικά παρουσιάζεται μέχρι το τρίτο κεφάλαιο. Θέλω να διαβάζω βιβλία που ο villain ‒ αν υπάρχει καν τέτοιος ‒ παρουσιάζεται όπου οδηγεί τον συγγραφέα η έμπνευσή του ότι πρέπει να παρουσιαστεί.
168η σελίδα από τις 183
Επίσης . . .
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά
Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.
Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...
Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;
Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!
Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.
Επικρατεί μια σύγχυση.
Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.
Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.
Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;
Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)
Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα
Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.
Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.
Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.