Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
10 / 9 / 2019

Μόλις ήρθαμε από διακοπές. Καλό χειμώνα σε όλους.

 

22 / 8 / 2019

Το κέρατό μου γαμώ! Τι είν’ αυτοί οι λεχρίτες που δαγκώνουν τον λαιμό (και το πόδι) της όμορφης κενταυρίνας;

Βγάζεις ολόκληρη ιστορία απ’αυτό το πράγμα άμα θέλεις...

Άσε που δεν είναι “κενταυρίνα” ακριβώς. Οι κένταυροι είθισται να έχουν και χέρια και κορμό, όχι μόνο σώμα αλόγου (ή ελαφιού).

Μυστηριακές Οντότητες

 

20 / 8 / 2019

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Τι άποψη έχεις για τους πειρατές; Όχι, δεν μιλάω γι’αυτούς του Διαδικτύου· μιλάω για τους παλιούς, κακούς (;) πειρατές που κούρσευαν καράβια. Κι όταν λέω για άποψη δεν εννοώ αν τους συμπαθείς ή όχι· εννοώ πώς τους φαντάζεσαι.

Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι ο παλιός πειρατής ήταν ένας τύπος με ξύλινο πόδι, γάντζο στο χέρι, καλύπτρα στο ένα μάτι, γελοίο κωνικό καπέλο στο κεφάλι, και παπαγάλο στον ώμο. Ή έναν συνδυασμό από τα άνωθεν τα στοιχεία.

Αυτή η εικόνα του πειρατή έγινε δημοφιλής από το A General History of the Pyrates και ενισχύθηκε τρομερά από τη δημοφιλή κουλτούρα τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά είναι τραγελαφική εικόνα, και καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα, ή με τη λογική. Είναι πιο πολύ για διακωμώδηση των πειρατών παρά για οτιδήποτε άλλο. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες με πειρατές ή είναι κωμωδίες ή στα όρια της κωμωδίας. Δεν βγάζουν πια καλές ταινίες με πειρατές. Πιο σωστά παρουσιάζονται οι πειρατές στα διάφορα έργα επιστημονικής φαντασίας, ως κουρσάροι του διαστήματος, παρά οι υποτιθέμενα “πραγματικοί” κουρσάροι. Και, όχι, ούτε το Pirates of the Caribbean μού άρεσε· σταμάτησα να τα βλέπω ή από το πρώτο ή από το δεύτερο της σειράς ‒ δεν θυμάμαι ακριβώς, και πραγματικά δεν θέλω να θυμηθώ.

Αν ψάχνεις να δεις μια καλή ταινία με πειρατές, δες το Captain Blood. Τρομερή ταινία, για οποιαδήποτε εποχή.

Τέτοιες ιστορίες με κουρσάρους θέλω να βλέπω. Αλλά είναι πια πολύ δύσκολο να τις βρεις.

Και γιατί, θα μου πεις, κόπτομαι τώρα για τους πειρατές; Βασικά, ανέκαθεν μου άρεσαν οι πειρατές, και ανέκαθεν πίστευα ότι σήμερα τούς έχουν *αμήσει. Επιπλέον, τελευταία γράφω κάτι περιπέτειες με πειρατές, και το έχω πάρει λιγάκι προσωπικά το θέμα.

Εκτός αυτού, είναι ακόμα καλοκαίρι (σχετικά). Φαντάσου με τέτοιο καιρό να ήσουν κουρσάρους στο Port Royal, τη Χρυσή Εποχή της Πειρατείας. At the height of its popularity, the city had one drinking house for every 10 residents… (What the fuck?)

Παρεμπιπτόντως, για όσους νομίζουν ότι οι πειρατές είναι μόνο κάτι από το παρελθόν, ας μάθουν ότι υπάρχουν και σήμερα πολλοί σύγχρονοι πειρατές, ειδικά στις ακτές της Σομαλίας. Ορίστε και μια λίστα με καράβια που έχουν κουρσέψει από το 2005. Δεν θα ήθελα να συναντήσω αυτούς τους τύπους…

(Και ποιος είναι αυτός ο χαρούμενος κύριος, ο Jolly Roger;)

(Απλά επειδή αυτό το τραγούδι δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα τέτοιο post. Θα ήταν παράνομο.)

 

18 / 8 / 2019

Το να στρέφεις την ανοιχτή σου παλάμη προς κάποιον – να τον μουντζώνεις, κοινώς – νομίζεις ότι είναι σαν να του λες “Στο διάολο!” ή “Άι γαργαλμήσου, μαλθάκλα”, ή κάτι τέτοιο. Σωστά; Νομίζεις ότι είναι σαν να του κάνεις κωλοδάχτυλο. Έτσι;

Ναι. Αλλά το σημάδι της ανοιχτής παλάμης δεν είχε ανέκαθεν αυτή την έννοια. Και ακόμα και σήμερα σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας το ξέρουν. Και στην Ανατολή – ειδικά στο Ιράν και στις Ινδίες, αν δεν κάνω λάθος – φτιάχνουν “μούντζες” επάνω ή γύρω από τις πόρτες των σπιτιών τους, για καλοτυχία ή για να κρατάνε έξω το Κακό.

Και αυτή ήταν η αρχική έννοια της μούντζας, το να στρέφεις την ανοιχτή παλάμη προς κάποιον ή κάτι: να κρατάς μακριά το Κακό. Υποτίθεται ότι αυτή η χειρονομία απομακρύνει μοχθηρά πνεύματα και δαίμονες. Εν ολίγοις, κανονικά, μουντζώνεις κάποιον όταν πιστεύεις ότι είναι δαιμονισμένος, ή υπό την επίδραση κάποιας βλαπτικής νοητικής ενέργειας.

Και υποθέτω πως έτσι κατέληξε να έχει τη σημερινή έννοια. Όταν κάποιος νομίζουμε ότι λέει μαλακίες, τον μουντζώνουμε. Γιατί; Διότι, για να λέει τόσο μεγάλες μαλακίες, δεν μπορεί να είναι στα καλά του· πρέπει να είναι δαιμονισμένος. Στρέφεις την ανοιχτή σου παλάμη προς τη μεριά του για να κρατήσεις μακριά το κακό πνεύμα που τον διακατέχει.

Να το έχεις υπόψη σου προτού ξαναμουντζώσεις, ή προτού σε ξαναμουντζώσουν.

 

17 / 8 / 2019

Στη λογοτεχνία, ο αφηγητής, παρότι απαραίτητος – χωρίς αυτόν δεν υφίσταται κείμενο – είναι σχεδόν πάντα μια παραδοξότητα, κάτι που λογικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 3ο πρόσωπο, ποιος είναι αυτός που ξέρει τις σκέψεις και τις αισθήσεις τόσων άλλων ανθρώπων; Που γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες; Και γιατί τα αποκαλύπτει σταδιακά όπως τα αποκαλύπτει;

Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 2ο πρόσωπο, τότε ασ’ το, μιλάμε για ακόμα πιο περίεργη κατάσταση. Ποιος είναι αυτός που σου λέει τι κάνεις εσύ; Κάποιος δαίμονας μέσα από το μυαλό σου;

Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 1ο πρόσωπο και σε ενεστώτα χρόνο – στο τώρα – τότε πώς είναι δυνατόν κάποιος να τα αφηγείται λες κι έγιναν πριν; Είναι σαν να μοιραζόμαστε τη συνείδηση του χαρακτήρα εκείνη την ώρα – πράγμα εξωφρενικό.

Αν το 1ο πρόσωπο είναι γραμμένο σε παρελθοντικό χρόνο, τότε μόνο μπορεί να ειπωθεί ότι βγάζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιο νόημα η έννοια του αφηγητή, είτε ως συγγραφέα ημερολογιακού τύπου είτε ως ανθρώπου που λέει προφορικά μια ιστορία. Αλλά σ’αυτές τις δυο περιπτώσεις, πολύ σπάνια κάποιος γράφει (ή αφηγείται προφορικά) τους λογοτεχνικούς διαλόγους που έχουμε στα περισσότερα βιβλία της συγκεκριμένης μορφής. Κανονικά, δε, ίσως να μην έπρεπε να γράφει καθόλου διαλόγους, ή ελάχιστους. (Βλέπε και ένα σχετικό άρθρο μου γι’αυτό το θέμα.) Επομένως, ο αφηγητής πάλι είναι συνήθως μια παραδοξότητα.

Γι’αυτό κιόλας σπάνια είναι σκόπιμο να αναρωτιέσαι στη λογοτεχνία ποιος είναι ο αφηγητής – κάτι που έχει, κατά περιόδους, προβληματίσει πολλούς συγγραφείς, αναγνώστες, και κριτικούς. Το λογοτεχνικό κείμενο είναι μια πύλη προς ένα ζωντανό όνειρο.

 

156η σελίδα από τις 181

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Επιλογές Απριλίου (29/4)


Virgil Finlay (τέχνη φαντασίας) Chéri Hérouard (παρισινή τέχνη) Gervasio Gallardo (μυθική τέχνη) HP Lovecraft (τα Άπαντα) Cthulhu Mythos (Encyclopedia) Πολύπλοκα και πελώρια οικοδομήματα (πριν από τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους) Sybil Marie Anne Lenormand (και η μαντική τράπουλά της) Pulp Covers (the best of the worst) Το διάβασμα (μας κάνει καλό;) Παίξτε δωρεάν πάνω από 15.000 παιχνίδια (της Amiga) Τα βιβλία Mapbacks (των παλιών εκδόσεων Dell) Solarpunk (A Short Guide to the Decolonization of the Sun) Πώς να είσαι συγγραφέας (όπως πραγματικά αισθάνεσαι) ...Και έρχονται κι άλλα (στο LinX)

 

Επιλογές Απριλίου (22/4)


Τέχνη από CD — Anthea Xin («ενεργειακοί» πίνακες) — Rithika Merchant (λαβυρινθώδεις κοσμολογίες) — Savepoint.gr (η εξέλιξη του Retropolis) — Ανθολογίες τρόμου (1930) — Clare Winger Harris (1891-1968) — Ο μαζικός δολοφόνος της Φλώριδας και το ChatGPT — Μια ψεύτικη ασθένεια που ξεγέλασε την τεχνητή νοημοσύνη — Angus McBride (τέχνη) — Vintage RPG — Το Τάγμα του Ηλιακού Ναού και οι μαζικές αυτοκτονίες — Gil Kane (τέχνη) — Voyage to Faremido: Gulliver’s Fifth Voyage (διαβάστε δωρεάν) — & πολλά, πολλά ακόμα στο LinX

 

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]