24 / 4 / 2020
κορονοστάση: η κατάσταση που επικρατεί όταν οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) καταλαβαίνουν ότι τελικά είναι κορονόδουλοι και εξεγείρονται εναντίον της κρονοκατάστασης (βλ. λ.), των κορονοθιασωτών (βλ. λ.), και των κορονοτυράννων (βλ. λ.)· φανταστική κατάσταση που μπορεί ποτέ να μη συμβεί λόγω γενικής ύπνωσης.
κορονολύκος: άτομο που επαναστατεί κατά της κορονοκατάστασης (βλ. λ.), δεν δέχεται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και θέλει να κρεμάσει κορονοτυράννους (βλ. λ.)· ίσως να είναι κορονοτρελός (βλ. λ.), κορονομάγος (βλ. λ.), κορονοαμφισβητίας (βλ. λ.), ή κορονοφωτισμένος (βλ. λ.), αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο.
κορονογλείφτης: άτομο που αμφισβητεί κατά βάθος την κορονοκατάσταση (βλ. λ.), ή και τον κορονοϊό, αλλά δέχεται ό,τι του λένε οι άλλοι για την κορονοκατάσταση επειδή φοβάται ότι θα τον αποκλείσουν κοινωνικά και, άρα, θα έρθει το Τέλος του Κόσμου γι’αυτόν.
κορονοπρόβατο: άτομο που δεν αμφισβητεί ποτέ την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) όσο κι αν βλέπει τα πάντα να καταστρέφονται γύρω του· πιθανώς να πάσχει από κρονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), ή να είναι κορονοβαμπίρ (βλ. λ.).
Προηγούμενα
κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).
κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.
κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
[X]
Διευκρίνιση
Το Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
[X]
22 / 4 / 2020
κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.
κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
Προηγούμενα
κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).
κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
[Χ]
Διευκρίνιση
Το Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
[Χ]
21 / 4 / 2020
κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).
κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.
κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
Προηγούμενα
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
[Κλείσ’ τα να μην τα βλέπω]
Διευκρίνιση
Το Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
[Κλείσε]
20 / 4 / 2020
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
Προηγούμενα
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
[Κλείσε· δεν μπορώ να βλέπω αυτές τις βλάσφημες λέξεις]
Διευκρίνιση
Το
Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το
Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
[Κλείσε πάλι]
19 / 4 / 2020
Όταν έχουμε άνοδο στα κρούσματα από κορονοϊό, πρέπει να κλείσουμε τα καταστήματα και να παραλύσουμε όλη την κοινωνία για να καταπολεμήσουμε τον ιό!
Όταν δούμε κάθοδο στα κρούσματα από κορονοϊό, πρέπει να κρατήσουμε τα καταστήματα κλειστά και την κοινωνία «στον πάγο» μην τυχόν και δούμε πάλι άνοδο των κρουσμάτων!
Όταν δεν βλέπουμε καθόλου κρούσματα από κορονοϊό, πρέπει να συνεχίσουμε να κρατάμε τα καταστήματα κλειστά και την κοινωνία «στον πάγο» μην τυχόν και δούμε πάλι άνοδο των κρουσμάτων!
Γενικά, καλά είναι συνεχώς τα πάντα να είναι κλειστά και η κοινωνία «στον πάγο»! Έτσι είμαστε πιο ασφαλείς! Πιο ασφαλείς, πιο ασφαλείς, πιο ασφαλείς...
Αυτό είναι! Είναι επιστήμονες οι άνθρωποι. Ξέρουν τι κάνουν. Έχουν βγάλει τη Χαντάκια Ακαδημία, σου λέω, γνωστή και ως Ακαδημία του Χαντακιού.
Τρομερή η λογική τους, έτσι;
Και, εκτός των άλλων, ποιος μπορεί να τσεκάρει ότι τα κρούσματα είναι όσα τού λένε; Απάντηση: Σχεδόν κανένας δεν μπορεί.
Όπως και νάχει, δεν προβλέπεται αυτές οι κορονομαλακίες να τελειώνουν σύντομα, οπότε – γιατί όχι; – ξεκινάω Λεξικό Κορονοϊού, έτσι για να περνά η ώρα και να γελάμε λίγο με τις γελοιότητες που βλέπουμε γύρω μας... αντί να κλαίμε και να οργιζόμαστε καθώς κατρακυλάμε μες στο χαντάκι των «επιστημόνων» της πλάκας (που περισσότερο με πράκτορες της καταστροφής μοιάζουν).
*
Μια βασική διευκρίνιση, για όσους ήρθαν τυχαία εδώ και δεν με γνωρίζουν: Το Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά ή χημικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
*
Έχω ήδη κάμποσες λέξεις έτοιμες, αλλά δεν θα της δημοσιεύσω όλες αμέσως. Θα δημοσιεύω μερικές κάθε φορά, και το λεξικό σταδιακά θα εμπλουτίζεται. Συγχρόνως, μου έρχονται και καινούργιες λέξεις. Οπότε... θα δούμε μέχρι πότε θα τραβήξει αυτό. Ελπίζω οι σαχλαμάρες της κυβέρνησης να τελειώσουν προτού τελειώσω το λεξικό. Φοβάμαι πως όχι.
Αρχίζουμε.
(Σημείωση: Σε όλες τις περιπτώσεις το κορονο- θα μπορούσε να ήταν, εναλλακτικά, και κορωνο-. Για τους φανατικούς της αρχαΐζουσας.)
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).