15 / 10 / 2020
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Κατά πάσα πιθανότητα, θα έχεις ακούσει το ρητό Ό,τι πληρώνεις παίρνεις – που σημαίνει, συνήθως, πως αν πληρώσεις κάτι ακριβά θα είναι καλό· αν δεν το πληρώσεις ακριβά δεν θα είναι καλό.
Αυτό ισχύει όντως σε κάποιες περιπτώσεις· αλλά σε πολλές άλλες περιπτώσεις, πάλι, δεν ισχύει. Μπορεί να αγοράσεις κάτι πιο φτηνά και να είναι καλύτερο, ενώ να δώσεις περισσότερα λεφτά για κάτι που αποδεικνύεται χάλια – με αποτέλεσμα να κλαις τα λεφτά σου.
Το Ό,τι πληρώνεις παίρνεις σίγουρα δεν είναι κάτι που ισχύει σε οτιδήποτε καλλιτεχνικό, και συνήθως δεν ισχύει για οτιδήποτε μπορεί να βρεις στο διαδίκτυο.
Αλλά φαίνεται, δυστυχώς, να έχουμε μια καχυποψία για όλα τα πράγματα που είναι δωρεάν, ενώ το ακριβώς αντίθετο θα έπρεπε να ισχύει.
Βλέπεις τον κόσμο να είναι πρόθυμος να πληρώσει για κάτι που είναι κακό αντί να πάει να βρει κάτι που είναι δωρεάν και καλό. Είναι αληθινά αξιοπερίεργο. Είναι σαν αυτοί οι άνθρωποι να θέλουν από μόνοι τους να βασανίζουν τον εαυτό τους.
Μέχρι ενός σημείου μπορείς να πεις ότι φταίει η διαφήμιση/προπαγάνδα. Αυτός που είναι πρόθυμος να πετάξει πολλά λεφτά στη διαφήμιση, κάνει το προϊόν του συνέχεια να παρουσιάζεται μπροστά στον κόσμο μέχρι που να “μπει μες στο κεφάλι τους” και να πάνε να το αγοράσουν, είτε είναι καλό είτε είναι κακό.
Αλλά, από την άλλη, με όσα λέγονται πλέον για τα ολέθρια της διαφήμισης (άμεσης ή έμμεσης), όλοι ξέρουν ότι δεν πρέπει να την εμπιστεύονται. Επομένως, γιατί εξακολουθούν να θέλουν να βασανίζουν τον εαυτό τους;
Είναι σαν κάτι να μην πηγαίνει καθόλου καλά εδώ.
Εκ πείρας έχω διαπιστώσει αρκετές φορές ότι, ειδικά στο διαδίκτυο, πράγματα για τα οποία πληρώνεις μπορεί να είναι πολύ χειρότερα από πράγματα για τα οποία δεν πληρώσεις.
Χωρίς να θέλω να αναφέρω ονόματα (για να μη νομίσει κανείς ότι προσπαθώ να δυσφημίσω τίποτα), έχει τύχει να αγοράσω ηλεκτρονικά βιβλία που ήταν χάλια. Και δεν εννοώ ότι εμένα προσωπικά δεν μου άρεσαν για αισθητικούς λόγους. Εννοώ ότι οι παράγραφοι ήταν άνω-κάτω, και ήταν γεμάτα τυπογραφικά λάθη. Το ένα, παρά τα προβλήματά του, διαβαζόταν. Το άλλο, επειδή είχε και μια κάποια ειδική μορφοποίηση σε ένα κομμάτι του, δεν διαβαζόταν. Και ήταν και τα δύο βιβλία από μεγάλους εκδότες.
(Επίσης, έχω αγοράσει και χάρτινα βιβλία που ήταν χάλια – τραγικά χάλια – από Έλληνες εκδότες, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα…)
Έχω βρει δωρεάν ηλεκτρονικά βιβλία που ήταν απείρως καλύτερα από αυτά. Είναι απλά γεγονός.
Το ίδιο ισχύει και για διάφορα προγράμματα (ή apps, όπως είναι σήμερα της μόδας να τα λένε). Τα περισσότερα που χρησιμοποιώ είναι δωρεάν. Δεν τα έχω βρει σπασμένα. Είναι δωρεάν. Και είναι άψογα. Είναι καλύτερα από άλλα προγράμματα που πωλούνται, και μάλιστα αρκετά ακριβά.
Παρ’όλ’ αυτά, ξαναλέω πως δεν μπορώ να καταλάβω τι μανία είναι αυτή που, συλλογικά, δείχνει να έχει η ανθρωπότητα με το να θέλει να πληρώνει για κάτι όταν θα μπορούσε να το βρίσκει δωρεάν στο ίδιο, ή και σε ανώτερο, επίπεδο ποιότητας.
Προτιμάμε να προσπαθούμε να αρπάξουμε λεφτά και να δώσουμε λεφτά, παρά να έχουμε κάποια τουλάχιστον αγαθά που να είναι δωρεάν για όλους. Γι’αυτό κιόλας μπορεί κάποιος τόσο εύκολα να μας κοροϊδέψει και να κάνει ό,τι έκανε στο σύγχρονο διαδίκτυο με τη διαφήμιση. Μας κοροϊδεύει επειδή είμαστε ευκολόπιστοι.
Ενώ θα έπρεπε να ισχύει το αντίθετο. Θα έπρεπε να προτιμάμε να έχουμε κάποια αγαθά που είναι δωρεάν και ανοιχτά για όλους, παρά συνέχεια να προσπαθούσε να αρπάξουμε λεφτά και να δώσουμε λεφτά. Αν είχαμε αυτή τη νοοτροπία, τότε θα ήμασταν λιγότερο ευάλωτοι σε αυτούς που θέλουν να διαλύσουν ωφέλιμες καταστάσεις προς όλους ώστε να ελέγχουν τη συμπεριφορά μας.
Γιατί το βασικό πρόβλημα εδώ είναι ο έλεγχος των ιδεών και της κουλτούρας. Θέλουν να σε βάλουν να πληρώνεις για πράγματα που σήμερα θα μπορούσες να έχεις δωρεάν επειδή το οικονομικό σύστημα δρα, κρυφά, ως μηχανή λογοκρισίας από αυτούς που το κοντρολάρουν. Προωθούν τις ιδέες και τις νοοτροπίες που θέλουν να εξαπλώνονται μες στην κοινωνία και καταπνίγουν αυτές που δεν θέλουν να εξαπλώνονται.
Το παιχνίδι τους βασίζεται επάνω σου. Στο φόβο σου, και στο πόσο ευκολόπιστος είσαι. Σταμάτα να παίζεις το παιχνίδι τους. Παίξε το δικό σου παιχνίδι.
Πριν από μερικά χρόνια, αυτό δεν ήταν εύκολο να γίνει. Τα πάντα περνούσαν από την ελεγκτική μηχανή της αγοράς. Δημοκρατία υπήρχε μόνο στα χαρτιά. Όταν μερικοί μεγαλοεκδότες κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ είναι ελεγχόμενοι από κρατικούς μηχανισμούς και μυστικές υπηρεσίες, ουσιαστικά είναι μηχανισμός λογοκρισίας.
Σήμερα, με το διαδίκτυο, υπάρχει μια πιθανότητα να κάνουμε κάτι πιο ελεύθερο. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό όταν οι ίδιοι σαμποτάρουμε τον εαυτό μας, εξακολουθώντας να πιστεύουμε τα ψέματα που μας πουλούσαν εδώ και χρόνια.
Από το 2017, από τώρα, άλλαξε τη σκέψη σου. Άλλαξε τον προγραμματισμό του μυαλό σου. Άρχισε να κάνεις κάτι καλύτερο.
10 / 10 / 2020
Μέχρι στιγμής δεν είχα ακούσει για το Black Sails, και απορώ γιατί. Δεν είχε προωθηθεί αρκετά, ή απλά έτυχε να μην υποπέσει στην αντίληψή μου; Όπως και νάχει, χαίρομαι πολύ που το ανακάλυψα τώρα. Καταρρίπτει, μάλιστα, αυτό που συνήθως λέω, ότι σήμερα δεν φτιάχνουν πια καλές ταινίες με πειρατές, ότι είναι όλες χαζές κωμωδίες κατά βάθος χωρίς την παραμικρή σοβαρότητα.
Το Black Sails δεν έχει καμία σχέση με αυτά που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στις οθόνες. Είναι μια γαμάτη σειρά γεμάτη πειρατές. Για χαρακτήρες έχει κάποιες κλασικές πειρατικές φιγούρες που ή είναι ιστορικές ή μυθιστορηματικές, όπως Captain Flint, Mr. Silver, Jack Rackham, Ann Bonnie. Δε νομίζω, βέβαια, ότι κάνουν τα ίδια πράγματα που έκαναν στην πραγματική Ιστορία ή στα μυθιστορήματα, όμως αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Το Black Sails έχει μια πλοκή που δεν σε αφήνει καθόλου να χαλαρώσεις, κρατά το ενδιαφέρον σε κάθε στιγμή, γίνεται από κωμική μέχρι επική μέχρι θανάσιμη, και συνεχώς εμβαθύνει στους χαρακτήρες ως προσωπικότητες.

Τώρα είμαι στη δεύτερη σεζόν και δεν μπορώ να ξεκολλήσω. Έχω εθιστεί. Γιατί, εκτός των άλλων – εκτός του ότι είναι, ομολογουμένως, γαμάτη σειρά – είναι και κάτι ακόμα: επιτέλους, μια σύγχρονη σοβαρή ιστορία με πειρατές στις οθόνες μας.
Θεματολογικά, δεν εξιδανικεύει τους πειρατές, δεν τους κάνει μονοδιάστατους καλούς που αντιμετωπίζουν κακούς Άγγλους ή Ισπανούς. Οι πειρατές είναι καθάρματα: σκοτώνουν, βιάζουν, κλέβουν. Είναι πειρατές. Και είναι τρομαχτικοί. Όμως, συγχρόνως, έχουν τα δικά τους ιδανικά και τη δική τους ηθική, και εναντιώνονται σε απολυταρχία, εκμετάλλευση, και καθεστώς δουλείας.

Σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούσα καν να αποφασίσω ποιον χαρακτήρα συμπαθώ και ποιον αντιπαθώ. Οι πάντες μοιάζουν συμπαθητικοί και αντιπαθητικοί ταυτόχρονα. Σαν πραγματικές προσωπικότητες.
Ο διάλογος επίσης είναι άψογος. Θυμίζει παλιά εποχή αλλά χωρίς να είναι παρωχημένος ή τραγελαφικός. Κάθε πέμπτη λέξη είναι το fuck. Βρίζουν σαν πούστηδες. Είπαμε, είναι πειρατές.
Το βασικό σκηνικό της σειράς είναι το Nassau, ένα παλιό πειρατικό λιμάνι στις Μπαχάμες. Το τι γίνεται μέσα σ’αυτή τη μικρή πόλη πρέπει να το δεις για να το πιστέψεις.
Η σειρά είναι εκπληκτική. Σίγουρα αξίζει να τη δεις αν σου αρέσουν οι πειρατές. Κι αν όχι, ίσως να σου αλλάξει τη γνώμη για τις σύγχρονες πειρατικές ιστορίες.

3 / 10 / 2020
Δεν παρακολουθώ και τόσο τις τελευταίες κορονομπουρμπουλήθρες γιατί έχω κάποια αρκετά σοβαρά προσωπικά προβλήματα τα οποία με απασχολούν πολύ περισσότερο από τον κορονοϊό. Όμως, απ’ό,τι καταλαβαίνω, τα κρούσματα αυξάνονται με ταχύ ρυθμό. Και το χαίρομαι—
Μα, δεν είναι αυτό τελείως απάνθρωπο; Πράγματι, είναι. Όμως, όπως και για τους περισσότερους ανθρώπους, έτσι και για εμένα, τα κρούσματα του κορονοϊού δεν είναι προσωπική υπόθεση. Είναι απλά αριθμοί. Φυσικά καταλαβαίνω ότι, αναλόγως και την περίπτωση πάντα, είναι πολύ οδυνηρό κάποιος να κολλήσει τον κορονοϊό. Καταλαβαίνω, επίσης, ότι ορισμένοι υγειονομικοί κουράζονται και διακινδυνεύουν προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με τα κρούσματα της πανδημίας. Δεν αισθάνομαι καλά που αυτοί οι άνθρωποι υποφέρουν. Το αντίθετο, μάλιστα. Το ίδιο ισχύει και για όσους άλλους ανθρώπους υποφέρουν για διάφορους άλλους λόγους: είτε επειδή είναι άστεγοι, είτε επειδή πάσχουν από κάποια ασθένεια, είτε επειδή αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, είτε επειδή είναι τραυματισμένοι ή μπλεγμένοι σε κάποιο πόλεμο, είτε οτιδήποτε άλλο. Μακάρι να μπορούσα να τους βοηθήσω όλους. Δυστυχώς δεν μπορώ· είναι πέρα από τις δυνάμεις μου, όπως και των περισσότερων από εμάς. Επίσης, δεν μπορείς να κάνεις προσωπική σου υπόθεση όλους αυτούς τους ανθρώπους που υποφέρουν· θα τρελαθείς.
Επομένως, όσον αφορά τον κορονοϊό, μας μένουν οι αριθμοί που δημοσιεύουν ξανά και ξανά τα media και οι κυβερνήσεις. Δεν έχουμε καμιά λίστα με ονόματα κρουσμάτων (για λόγους προσωπικών δεδομένων, εκτός των άλλων), δεν έχουμε κανέναν τρόπο να ελέγξουμε όλες αυτές τις περιπτώσεις και τι πραγματικά συμβαίνει μαζί τους. Απλά ακούμε αριθμούς και αριθμούς και αριθμούς, με τρόπο που μοιάζει να αποσκοπεί στην τρομοκρατία. Κάποιος στο Twitter (δε θυμάμαι ποιος) το είχε παρομοιάσει με λοταρία όλο αυτό· και, γαμώτο, όντως θυμίζει λοταρία.
Έχουμε απλά αριθμούς. Και οι αριθμοί μεγαλώνουν. Και το χαίρομαι. Ξέρεις γιατί; Επειδή αποδεικνύει εκείνο που και εγώ και πολλοί άλλοι λέγαμε τόσο καιρό: Τα μέτρα που παίρνονται για την αντιμετώπιση του κορονοϊού είναι ανόητα. Δεν είναι ικανά να αντιμετωπίσουν την πανδημία. Είναι μια φάρσα.
Ακόμα και σήμερα επιμένουν ότι οι μάσκες προσφέρουν ουσιαστική προστασία ενώ και μόνο οι αριθμοί αποδεικνύουν ότι δεν κάνουν τίποτα οι μάσκες. Αν έκαναν κάτι, τότε θα βλέπαμε μείωση τον αριθμών, όχι αύξηση. Και τις τελευταίες ημέρες παρατηρώ πολύ κόσμο με μάσκες· ο κόσμος έχει φοβηθεί. Τις φοράνε περισσότερο από πριν. Επίσης, κυκλοφορούν λιγότερο· σήμερα, Σάββατο, έκανα μία από τις μεγάλες αστικές περιπλανήσεις μου (10+ χιλιόμετρα) και είδα αξιοσημείωτα λίγο κόσμο σε όλη την Αθήνα. Αλλά τα κρούσματα αυξάνονται...
Τι δεν πάει καλά εδώ; Θυμίζει αυτό που λένε οι Άγγλοι: «δεν έχει νόημα να μαστιγώνεις ένα ψόφιο άλογο». Μπορείς να το κοπανάς όσο θες, δεν πρόκειται να προχωρήσει. Παρομοίως: μπορείς να φοράς όσες ώρες θέλεις μια γελοία υφασμάτινη μάσκα· αυτό δεν πρόκειται να σταματήσει τον κορονοϊό. Ο αέρας περνά μέσα από το ύφασμα, άρα περνά και το μικρόβιο που είναι στον αέρα. Η προστασία που προσφέρει η μάσκα – αν υποθέσεις ότι προσφέρει καν προστασία – κυμαίνεται γύρω στο 1% ίσως. Είναι καλή ιδέα να τη φοράς σε συνωστισμό, κακή ιδέα να τη φοράς σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση – δεν σε αφήνει να αναπνεύσεις κανονικά.
Τι κάνει, λοιπόν, η μάσκα τελικά; Σίγουρα δεν σταματάει τον κορονοϊό, αλλά όσο περισσότερους ανθρώπους βλέπεις με μάσκες γύρω σου τόσο περισσότερο θυμάσαι ότι υπάρχει ο κορονοϊός. Η μάσκα είναι μια πολύ καλή διαφημιστική εκστρατεία για τον κορονοϊό. Είναι σαν εκείνα τα μπλουζάκια που παλιά διαφήμιζαν μουσικά συγκροτήματα (και σήμερα δεν κυκλοφορούν τόσο πολύ πια). Ο ΚΟΡΟΝΟΪΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΕΔΩ, θα μπορούσαν να γράφουν επάνω οι μάσκες. Έτσι για να το θυμόμαστε.
Το μόνο ουσιαστικό μέτρο προστασίας είναι η απόσταση, αλλά, ας μην κοροϊδευόμαστε, δεν εφαρμόζεται σωστά πουθενά. Κι ακόμα χειρότερα, είναι πρακτικά αδύνατον να εφαρμοστεί στους περισσότερους αστικούς χώρους έτσι όπως είναι διαμορφωμένοι.
Οπότε, επιστρέφουμε στο βασικό μας συμπέρασμα: Τα μέτρα που έχουν παρθεί για την αντιμετώπιση του κορονοϊού είναι άχρηστα.
Ακόμα χειρότερα: είναι επιβλαβή για την κοινωνία και για τον καθένα από εμάς σε προσωπικό επίπεδο.
Δεν ξέρω αν κανένας σας διαβάζει τις αφίσες των αναρχικών στους δρόμους, αλλά έχουν δίκιο. Τα μέτρα για τον κορονοϊό είναι απειλή για τη δημοκρατία και για την ελευθερία.
Εγώ πρόσφατα είχα άνθρωπο στο νοσοκομείο, σε βαριά κατάσταση – δεν είχε καλή επαφή με το περιβάλλον, δεν ήξερε τι του γινόταν – και έπρεπε να διαπληκτίζομαι με το προσωπικό για να μπω στη ΜΕΘ και να τον δω. Λόγω κορονοϊού δεν μπορούσαν να με αφήσουν να μπω. Επίσης, δεν μπορούσα να μείνω ούτε στο δωμάτιο εκτός αν πλήρωνα 120 γαμημένα ευρώ για να κάνω το κορονοτέστ τους. Εν τω μεταξύ, ακόμα κι αν είχα τον ιό, πάλι δεν μπορούσα να αφήσω τον ασθενή μόνο του στην κατάστασή του, ό,τι κι αν έλεγαν.
Ομολογώ πως το προσωπικό έδειξε κατανόηση στο πρόβλημα, όμως τελικά τους ήταν αδύνατον να με αφήσουν μες στο δωμάτιο – παρότι ήταν άδειο εκτός από εμένα και τον ασθενή μου – εκτός αν έκανα το κωλοτέστ πληρώνοντας 120 ευρώ χωρίς κεράτου κέρατο.
Δεν πήγα να κάνω το τεστ.
Και μετά έστειλαν έναν φρουρό να με βρει.
Του λέω: «Ρε φίλε, σήμερα, ή αύριο πρωί-πρωί, μάλλον θα πάρω τον ασθενή και θα φύγω. Δεν θα προλάβουν να βγουν τα αποτελέσματα του τεστ έτσι κι αλλιώς ώς τότε.»
Μου λέει: «Δεν έχει σημασία· ο Νόμος λέει πως πρέπει να κάνετε το τεστ.»
Του λέω: «Κάντε τα στραβά μάτια· δεν θ’αργήσω να φύγω. Δεν είναι και τόσο σπουδαίο. Σ’ένα δωμάτιο μόνος μου είμαι.»
Άρχισε να διαμαρτύρεται.
Του λέω: «Καταλαβαίνω ότι αν γίνει ένας έλεγχος εδώ μέσα θα βρεθείτε σε δύσκολη θέση, αλλά–»
«Όχι, κύριε, δεν θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση. Θα κλείσουν την κλινική.»
«Τι;»
«Θα κλείσουν την κλινική· αυτό λέει ο Νόμος που έχουν υπογράψει. Εσείς θα πληρώσετε 300 ευρώ, και ο ασθενής επίσης–»
«Ο ασθενής; Στην κατάστασή του;» Δεν είχε καλή επαφή με το περιβάλλον, έβλεπε παραισθήσεις.
«Εεε, εντάξει, αυτοί που υπέγραψαν τους νόμους δεν έλαβαν υπόψη τους κάποια πράγματα...» Και μετά από λίγη κουβέντα ακόμα: «Το πρόβλημά σας είναι με το Υπουργείο, όχι με εμάς.»
Και ήταν, βασικά, αλήθεια. Το προσωπικό δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Κάθε ώρα που έμενα εκεί μέσα χωρίς να κάνω το τεστ υπήρχε κίνδυνος να γίνει ένας έλεγχος και να κλείσουν την κλινική τους. Επειδή κάποιοι ανόητοι υπέγραψαν τέτοιους ανόητους νόμους, δήθεν για να μας προστατέψουν... Εμένα δεν με προστάτεψαν· απλά έκαναν τη ζωή μου πιο δύσκολη.
Μη θέλοντας να προκαλέσω άλλο πρόβλημα στους εργαζόμενους του νοσοκομείου, έκανα το γαμημένο τεστ. Και μου είπαν το εξής: «Αν το τεστ βγει θετικό – πράγμα απίθανο – θα πρέπει να γίνει έλεγχος σε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους ήρθες σε επαφή εδώ μέσα» – δηλαδή, γιατρούς, νοσοκόμους, διάφορους υπαλλήλους, και τα λοιπά και τα λοιπά. Είχα έρθει σε επαφή με πολλούς ανθρώπους. Αυτό, όμως, λέει ο Νόμος... Πόσο πιο παρανοϊκός πια μπορείς να γίνεις;
Δεν ξέρω τελικά τι έδειξε το τεστ· έφυγα από την κλινική, μαζί με τον ασθενή, προτού βγει το αποτέλεσμα. Αλλά υποθέτω ότι αν ήμουν θετικός θα με είχαν καλέσει για να κάνουν έλεγχο με ποιους είχα έρθει σε επαφή... Εν ολίγοις, πλήρωσα 120 ευρώ τσάμπα και βερεσέ... επειδή το λέει ο Νόμος μιας ηλίθιας κυβέρνησης.
Και τώρα ακούω ότι και ο Ντόναλντ Τραμπ κόλλησε τον ιο!
Ω λαλά... Αυτό θα έχει πλάκα. Σοβαρά τώρα, αλλά μοιάζει ειρωνικό. Σχεδόν δεν μπορείς να το πιστέψεις.
Κοίτα· απ’όλους τους ανθρώπους που ξέρω κανείς δεν έχει κολλήσει τον κορονοϊό. Μια γνωστή μου, μόνο, μου έχει πει ότι ξέρει κάποιους που τον κόλλησαν τα παιδιά τους αλλά, παραδόξως, όχι οι ίδιοι! Και αναρωτιέμαι, γι’ακόμα μία φορά: πώς είναι δυνατόν όλες αυτές οι διασημότητες – ένα τόσο μικρό ποσοστό του πληθυσμού – να κολλάνε τον ιό; Αναλογικά, είναι πολλές διασημότητες που τον έχουν κολλήσει. Ύποπτα πολλές, ίσως.
Και έχω μια παρανοϊκή ιδέα που δεν μπορεί να είναι πιο παρανοϊκή από την παρανοϊκή πραγματικότητα που βιώνουμε:
Δεν θα μπορούσε κάποιος να τους δηλητηριάζει με το μικρόβιο Covid-19;
Μα, τον ίδιο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ; Πώς να τον πλησιάσεις για να τον δηλητηριάσεις; Αλλά δεν χρειάζεται να δηλητηριάσεις αυτόν· χρειάζεται απλά να δηλητηριάσεις τον κοντινό φίλο του κοντινού φίλου του, και το ξέρεις ότι τότε θα κολλήσει και ο Πρόεδρος.
Όπως είπα στην αρχή, τελευταία δεν ασχολούμαι και τόσο με το θέμα, αλλά πάω στοίχημα ότι αυτό – η μόλυνση του Τραμπ από τον ιό – θα έχει τραντάξει πολλούς, για διάφορους λόγους.
(Για οποιαδήποτε τυπογλαρφικα λάθοι ευθύνεται ο δαίμων του πληκτρολογίου.)