19 / 11 / 2020
Χτες ανέβασα ανανεωμένα αρχεία για το Αίμα των Κατοίκων της (τόμος 1 & 2). Ο λόγος ήταν ένα ορθογραφικό λάθος που, μαζικά, διόρθωσα μέσα στο κείμενο. Η λέξη αερόνυχας (ένα είδος μικρού ελικοπτέρου της Μοργκιάνης) έγινε αερώνυχας.
Πρόσεξα αυτό το λάθος επειδή τώρα γράφω πάλι ένα βιβλίο που διαδραματίζεται στη Μοργκιάνη – τον φανταστικό κόσμο όπου διαδραματίζεται και το Αίμα των Κατοίκων της – και κοίταζα τις παλιές μου σημειώσεις. Γιατί, όμως, να είναι λάθος η λέξη αερόνυχας; Αν παρατηρήσεις παρόμοιες λέξεις θα δεις ότι γράφονται με -ω-, όπως γαμψώνυχος ή παρωνυχίδα. Στις σύνθετες λέξεις, το -ο- που βρίσκεται στην αρχή του δεύτερου συνθετικού γίνεται -ω- συνήθως. Αυτό στα Νέα Ελληνικά ίσως θα έπρεπε να είχε απλοποιηθεί, να είχε γίνει πάντα -ο-, γιατί δεν βλέπω και καμιά ουσιαστική χρησιμότητα στο -ω-· όμως ακόμα εξακολουθεί να υφίσταται.
Πράγμα που αποτελεί δείγμα του πόσο σύνθετη είναι η ελληνική γλώσσα και πόσο εύκολο είναι να γίνει λάθος, ειδικά αν φτιάχνεις δικές σου λέξεις, αλλά όχι μόνο. Στα αγγλικά, για παράδειγμα, αν θες να φτιάξεις μια νέα σύνθετη λέξη, απλά κολλάς δυο άλλες λέξεις μαζί, και τέλος. Πχ, η λέξη αερώνυχας θα ήταν airclaw, υποθέτω. Στα ελληνικά, ακόμα και όταν η περίπτωση είναι σχετικά απλή, πάλι πρέπει οι λέξεις να αλλάξουν λίγο. Πχ, μικρομέγαλος: δεν είναι μιρκόσμεγάλος· κάνεις τουλάχιστον μια μικρή αλλαγή. Και σε άλλες περιπτώσεις τα πράγματα μπορεί να είναι ακόμα πιο πολύπλοκα. Πχ, η λέξη εφημερίδα. Είναι επί + ημερίδα. Βλ. σχετικό άρθρο μου για τις δασείες στις λέξεις και θα καταλάβεις γιατί το επί γίνεται εφ.
Όλα αυτά, βέβαια, κάνουν την ελληνική γλώσσα υπέροχη. Όμως κάνουν, επίσης, τις πιθανότητες να γίνει λάθος μεγαλύτερες. Αν και δεν το έχω ερευνήσει το θέμα, πάω στοίχημα ότι τα τυπογραφικά λάθη στα ελληνικά κείμενα πρέπει να είναι τουλάχιστον 15% περισσότερα από τα τυπογραφικά λάθη στα αγγλικά κείμενα. Σκέψου μόνο τις πτώσεις των λέξεων και τις περιπτώσεις και υποπεριπτώσεις που έχουμε στα ελληνικά. Μέσα σε όλα αυτά, πόσο πιθανό είναι να γίνει κάποιο λάθος εκ παραδρομής; Πολύ πιθανό. Και δεν μπορούν να ελεγχθούν με αυτόματα προγράμματα, γιατί τα περισσότερα δεν είναι ένα οποιοδήποτε λάθος αλλά έχει να κάνει με τη σύνταξη και το νόημα μέσα στο κείμενο, όπως για παράδειγμα αν ένα -η στο τέλος μια λέξης γραφτεί κατά λάθος -οι.
18 / 11 / 2020

Κλειστά μαγαζιά, οργισμένα ρολά. Οι δαίμονες των καταστημάτων δαγκώνουν.
Μυστηριακές Οντότητες
17 / 11 / 2020
Τριγυρίζω σε σουπερμάρκετ και βλέπω κόκκινες απαγορευτικές ταινίες σε ράφια με βιβλία, πιάτα και ποτήρια, τηγάνια και κατσαρόλες, ρούχα και πετσέτες, παιχνίδια, μπιχλιμπίδια, και τέτοια πράγματα που δεν είναι ακριβώς πρώτης ανάγκης (όπως, ας πούμε, το φαγητό)· και μπροστά τους είναι κρεμασμένο ένα ταμπελάκι που λέει ότι, σύμφωνα με απόφαση του Υπουργείου Μαλακίας, τα τάδε και τάδε προϊόντα απαγορεύεται να πωλούνται λόγω Covid-19... Και αναρωτιέμαι τώρα: Μπορεί να κολλήσεις το μικρόβιο από... τα ποτήρια, ξέρω γω, αλλά όχι από τα μακαρόνια και τις πορτοκαλάδες;
Καλά, είναι σοβαροί οι άνθρωποι;
Αυτό είναι, ίσως, το πιο περίεργο πράγμα που συνάντησα στο τελευταίο Escape From Athens που έκανα, βαδίζοντας πάνω από 10 χιλιόμετρα μες στην Αθήνα εν μέσω καραντίνας (εντάξει, είχα και χαρτί μαζί μου, το παραδέχομαι· δεν πήγα τελείως ξεβράκωτος). Για το πρώτο Escape From Athens μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Και οφείλω να πω ότι σε αυτό το πρώτο Escape From Athens την είχα «καταβρεί» που λένε. Τώρα... όχι και τόσο.
Στην πρώτη καραντίνα, τα πάντα ήταν πραγματικά έρημα. Ήταν σαν να βαδίζεις μέσα σε εγκαταλειμμένο σκηνικό από ταινία. Μια τελείως σουρεαλιστική αίσθηση. Τώρα, ο κόσμος βάδιζε, ο κόσμος οδηγούσε αυτοκίνητα και μηχανάκια. Παρότι τα κρούσματα είναι τρομερά περισσότερα από τότε, σήμερα ο κόσμος φοβάται καταφανώς λιγότερο. Ή ίσως να μην παίρνει πια τίποτα απ’όλα αυτά και πολύ σοβαρά...
Δεν μπορούσα πια να διασχίσω μεγάλες λεωφόρους χωρίς να ρίχνω ούτε μια ματιά· έπρεπε να προσέχω, λίγο έστω, μη με πατήσει τίποτα... αν και δεν ήταν και ανάγκη να περιμένω στο φανάρι.
Γιατί, ρε ρουφιάνοι δημοσιογράφοι, δεν κάνατε καλά τη δουλειά σας αυτή τη φορά; Γιατί δεν τρομοκρατήσατε αρκετά τον κόσμο; Θέλω να πω... γαμώτο, δε μ’αφήνουν να κάνω τη σουρεαλιστική βόλτα μου με την ησυχία μου! Ξεμυτίζουν από τα σπίτια τους. Οι αλήτες. Απαράδεκτο...
Δεν αισθάνθηκα σαν να ήμουν μέσα σε ταινία του Carpenter. Δεν αισθάνθηκα σαν να ήταν Escape From Athens όλο αυτό.
Αστυνομία πάλι δεν συνάντησα ούτε για δείγμα, ίσως επειδή, όπως και την προηγούμενη φορά, απέφευγα τις κεντρικές αρτηρίες. Όμως ούτε και στο Κέντρο δεν είδα αστυνομικούς– Ψέματα, μπάνισα δυο μοτοσικλέτες με ένστολους να περνάνε από μπροστά μου καθώς περνούσε κοντά από το Σύνταγμα. Αυτό...
Κατά τα άλλα, κλειστά καταστήματα και κλειστά καταστήματα και κλειστά καταστήματα και κλειστά καταστήματα... Καλά, μιλάμε θα κάνει ο κόσμος τρομερά κορονοΧριστούγεννα εφέτος. Ο Άι Βασίλης ντυμένος κορονοϊός.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς είναι τα κρούσματα αυτές τις ημέρες – δεν έχω κοιτάξει, δεν έχω ακούσει (την τηλεόρασή μου την έχω σπάσει από χρόνια) – αλλά ελπίζω να έχουν τουλάχιστον μειωθεί λιγάκι. Αλλιώς, τσάμπα η καταστροφή του lockdown.
12 / 11 / 2020
Χτες, με αφορμή ένα άρθρο που είχα δει, έγραψα ένα post για το πώς είναι δυνατόν κάποιος να διαβάζει κυρίως λογοτεχνία σε άλλη γλώσσα αλλά ο ίδιος να γράφει ελληνική λογοτεχνία. Σήμερα σκέφτηκα κάτι παραπλήσιο, κάτι που είναι εξίσου γλωσσολογικό ουσιαστικά, που έχει να κάνει με τη δύναμη και τις αδυναμίες της γλώσσας.
Ποτέ δεν έχει σχέση η γλώσσα στην οποία γράφεις. Η γλώσσα είναι πάντοτε αδύναμη να εκφράσει αυτό που θέλεις. Μπορεί να έχω μια κατάσταση μέσα στο μυαλό μου, πολύ έντονα – μπορεί να είναι μια σκηνή κυνηγητού, ή κάποιες σκέψεις ενός χαρακτήρα, ή κάποια συναισθήματα – και ξέρω ακριβώς πώς είναι αυτή η κατάσταση. Όμως ό,τι λέξεις κι αν πληκτρολογήσω, για κάποιο λόγο, μου φαίνονται λάθος. Δεν μου φαίνεται ότι μπορούν να εκφράσουν σωστά εκείνο που «βλέπω» μέσα στο μυαλό μου. Με τσαντίζει αυτό κάπου-κάπου. Είναι σαν να προσπαθείς να καταγράψεις μια βιωματική εμπειρία – κάτι που είναι, ουσιαστικά, ανέφικτο. Η πραγματικότητα δεν περιγράφεται με λέξεις· βιώνεται μόνο.
Αργότερα, όταν ξανακοιτάζω το κείμενο που έχω γράψει, απορώ με την αρχική μου αντίδραση. Συνήθως σκέφτομαι: Μα γιατί αυτό δε μου φαινόταν καλό; Δεν έχει κανένα πρόβλημα. Μια χαρά είναι οι λέξεις. Σου δίνουν να καταλάβεις τι γίνεται. Και ούτε είναι κακογραμμένες.
Τη στιγμή, όμως, που γράφω μπορεί να έχω μια τελείως διαφορετική εντύπωση για το θέμα. Γιατί προσπαθώ να γεφυρώσω εκείνο το αγεφύρωτο ουσιαστικά κενό ανάμεσα στη νοητική εμπειρία και στον γραπτό λόγο. Και υπάρχει περίπτωση οι λέξεις να μη μου φαίνονται αρκετές, η γέφυρα να μου μοιάζει πως έχει ανοίγματα, τρύπες, πως δεν είναι ολοκληρωμένη, πως θα πατήσεις σε μια από αυτές τις τρύπες και θα πέσεις.
Και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως δεν είναι έτσι, πως η εμπειρία που έχω στο μυαλό μου μεταφέρεται μια χαρά στο γραπτό κείμενο. Άλλοτε τα καταφέρνω, άλλοτε όχι. Συνήθως το θέμα είναι παραισθητικό, όπως και οι περισσότερες ανθρώπινες εμπειρίες.
Όπως και νάχει, οι λέξεις ποτέ δεν είναι αρκετές. Αν κάποιος πρέπει να αναρωτηθεί για κάτι, είναι πώς θα μπορούσαν ποτέ να επαρκούν για να γεφυρώσουν αυτό το κενό από τη σκέψη στο γραπτό κείμενο. Σε οποιαδήποτε γλώσσα.
11 / 11 / 2020
Πρόσφατα διάβασα (στο ηλεκτρονικό περιοδικό Αναγνώστης, αν αναρωτιέστε) ότι κάποιος μιλούσε με έναν Έλληνα λογοτέχνη ο οποίος διαβάζει όλο ξένη λογοτεχνία, επιμένοντας να έρχεται σε επαφή με το πρωτότυπο κείμενο. Και ο αρθρογράφος αναρωτιέται πώς ένας τέτοιος λογοτέχνης μπορεί μετά να γράψει ελληνική λογοτεχνία. Τι κάνει; Σκέφτεται τις λέξεις σε άλλη γλώσσα και, κατόπιν, τις μεταφράζει στα ελληνικά; Πώς συντάσσει τα δικά του κείμενα;
Δεν είμαι εγώ αυτός ο λογοτέχνης στον οποίο αναφέρεται ο αρθρογράφος, αλλά θα μπορούσα να είμαι. Γιατί, κατά κύριο λόγο, διαβάζω ξένη λογοτεχνία, επιμένοντας κι εγώ να έρχομαι σε επαφή με το πρωτότυπο κείμενο αντί με το μεταφρασμένο. Επομένως, και μετά συγχωρήσεως κιόλας, πήρα το θέμα λιγάκι προσωπικά.
Επίσης, μου φάνηκε πως ως θέμα έχει όντως ενδιαφέρον· είναι άξιο σχολιασμού.
Δύο ερωτήματα τίθενται εδώ, νομίζω: (α) Γιατί διαβάζω κυρίως ξένη λογοτεχνία; (β) Πώς γράφω ελληνική λογοτεχνία αφού διαβάζω κυρίως ξένη λογοτεχνία;
Διαβάζω κυρίως ξένη λογοτεχνία όχι επειδή σνομπάρω την ελληνική ή τη θεωρώ υποδεέστερη από οποιαδήποτε άποψη αλλά, απλά, επειδή στην ξένη λογοτεχνία – αγγλόφωνη, βασικά – βρίσκω τα περισσότερα πράγματα που θα ήθελα να διαβάσω. Για να το πω πιο ξεκάθαρα: Αν οι Έλληνες έγραφαν κάτι που να με ενδιαφέρει, θα το διάβαζα. Ο λόγος που δεν το διαβάζω είναι επειδή δεν με ενδιαφέρει θεματολογικά. Δεν υπάρχει άλλος λόγος.
Πώς γράφω, λοιπόν, στα ελληνικά χωρίς να διαβάζω στα ελληνικά; Δεν είναι περίεργο; Όχι και τόσο. Διότι, πρώτον, είμαι στην Ελλάδα και τα ελληνικά τα βλέπω παντού γύρω μου· οπότε, θέλοντας και μη, έρχομαι σε επαφή μαζί τους. Δεύτερον, μπορεί γενικά να μη διαβάζω ελληνική λογοτεχνία αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν την κοιτάζω καθόλου κιόλας. Βλέπω τι γράφουν, δεν είμαι τυφλός.
Επιπλέον, γράφω χρόνια. Γράφω λογοτεχνία από μικρό παιδάκι. Ακόμα και να μην είχα καμία επαφή με τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, πάλι θα είχα άμεση επαφή με τη γραπτή ελληνική γλώσσα αφού τη χρησιμοποιώ συνέχεια, κάθε μέρα και, συνήθως, παραπάνω από μία φορά την ημέρα. Εκτός αυτού, ποτέ δεν παύω να ψάχνω τις λέξεις – από ετυμολογία μέχρι οτιδήποτε άλλο – γιατί αυτό είναι, άλλωστε, κάτι που μου αρέσει. Και ποτέ δεν έχω πάψει, ούτε θα πάψω, να πειραματίζομαι – κάτι που δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο πολλοί Έλληνες λογοτέχνες κάνουν.
Επομένως, αν κάποιος αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν να γράφεις ελληνική λογοτεχνία αλλά κυρίως να διαβάζεις ξένη, τον διαβεβαιώνω πως, ναι, είναι δυνατόν. Και με το παραπάνω.
112η σελίδα από τις 182
Προηγούμενη σελίδα
Επόμενη σελίδα