12 / 11 / 2020
Χτες, με αφορμή ένα άρθρο που είχα δει, έγραψα ένα post για το πώς είναι δυνατόν κάποιος να διαβάζει κυρίως λογοτεχνία σε άλλη γλώσσα αλλά ο ίδιος να γράφει ελληνική λογοτεχνία. Σήμερα σκέφτηκα κάτι παραπλήσιο, κάτι που είναι εξίσου γλωσσολογικό ουσιαστικά, που έχει να κάνει με τη δύναμη και τις αδυναμίες της γλώσσας.
Ποτέ δεν έχει σχέση η γλώσσα στην οποία γράφεις. Η γλώσσα είναι πάντοτε αδύναμη να εκφράσει αυτό που θέλεις. Μπορεί να έχω μια κατάσταση μέσα στο μυαλό μου, πολύ έντονα – μπορεί να είναι μια σκηνή κυνηγητού, ή κάποιες σκέψεις ενός χαρακτήρα, ή κάποια συναισθήματα – και ξέρω ακριβώς πώς είναι αυτή η κατάσταση. Όμως ό,τι λέξεις κι αν πληκτρολογήσω, για κάποιο λόγο, μου φαίνονται λάθος. Δεν μου φαίνεται ότι μπορούν να εκφράσουν σωστά εκείνο που «βλέπω» μέσα στο μυαλό μου. Με τσαντίζει αυτό κάπου-κάπου. Είναι σαν να προσπαθείς να καταγράψεις μια βιωματική εμπειρία – κάτι που είναι, ουσιαστικά, ανέφικτο. Η πραγματικότητα δεν περιγράφεται με λέξεις· βιώνεται μόνο.
Αργότερα, όταν ξανακοιτάζω το κείμενο που έχω γράψει, απορώ με την αρχική μου αντίδραση. Συνήθως σκέφτομαι: Μα γιατί αυτό δε μου φαινόταν καλό; Δεν έχει κανένα πρόβλημα. Μια χαρά είναι οι λέξεις. Σου δίνουν να καταλάβεις τι γίνεται. Και ούτε είναι κακογραμμένες.
Τη στιγμή, όμως, που γράφω μπορεί να έχω μια τελείως διαφορετική εντύπωση για το θέμα. Γιατί προσπαθώ να γεφυρώσω εκείνο το αγεφύρωτο ουσιαστικά κενό ανάμεσα στη νοητική εμπειρία και στον γραπτό λόγο. Και υπάρχει περίπτωση οι λέξεις να μη μου φαίνονται αρκετές, η γέφυρα να μου μοιάζει πως έχει ανοίγματα, τρύπες, πως δεν είναι ολοκληρωμένη, πως θα πατήσεις σε μια από αυτές τις τρύπες και θα πέσεις.
Και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως δεν είναι έτσι, πως η εμπειρία που έχω στο μυαλό μου μεταφέρεται μια χαρά στο γραπτό κείμενο. Άλλοτε τα καταφέρνω, άλλοτε όχι. Συνήθως το θέμα είναι παραισθητικό, όπως και οι περισσότερες ανθρώπινες εμπειρίες.
Όπως και νάχει, οι λέξεις ποτέ δεν είναι αρκετές. Αν κάποιος πρέπει να αναρωτηθεί για κάτι, είναι πώς θα μπορούσαν ποτέ να επαρκούν για να γεφυρώσουν αυτό το κενό από τη σκέψη στο γραπτό κείμενο. Σε οποιαδήποτε γλώσσα.
11 / 11 / 2020
Πρόσφατα διάβασα (στο ηλεκτρονικό περιοδικό Αναγνώστης, αν αναρωτιέστε) ότι κάποιος μιλούσε με έναν Έλληνα λογοτέχνη ο οποίος διαβάζει όλο ξένη λογοτεχνία, επιμένοντας να έρχεται σε επαφή με το πρωτότυπο κείμενο. Και ο αρθρογράφος αναρωτιέται πώς ένας τέτοιος λογοτέχνης μπορεί μετά να γράψει ελληνική λογοτεχνία. Τι κάνει; Σκέφτεται τις λέξεις σε άλλη γλώσσα και, κατόπιν, τις μεταφράζει στα ελληνικά; Πώς συντάσσει τα δικά του κείμενα;
Δεν είμαι εγώ αυτός ο λογοτέχνης στον οποίο αναφέρεται ο αρθρογράφος, αλλά θα μπορούσα να είμαι. Γιατί, κατά κύριο λόγο, διαβάζω ξένη λογοτεχνία, επιμένοντας κι εγώ να έρχομαι σε επαφή με το πρωτότυπο κείμενο αντί με το μεταφρασμένο. Επομένως, και μετά συγχωρήσεως κιόλας, πήρα το θέμα λιγάκι προσωπικά.
Επίσης, μου φάνηκε πως ως θέμα έχει όντως ενδιαφέρον· είναι άξιο σχολιασμού.
Δύο ερωτήματα τίθενται εδώ, νομίζω: (α) Γιατί διαβάζω κυρίως ξένη λογοτεχνία; (β) Πώς γράφω ελληνική λογοτεχνία αφού διαβάζω κυρίως ξένη λογοτεχνία;
Διαβάζω κυρίως ξένη λογοτεχνία όχι επειδή σνομπάρω την ελληνική ή τη θεωρώ υποδεέστερη από οποιαδήποτε άποψη αλλά, απλά, επειδή στην ξένη λογοτεχνία – αγγλόφωνη, βασικά – βρίσκω τα περισσότερα πράγματα που θα ήθελα να διαβάσω. Για να το πω πιο ξεκάθαρα: Αν οι Έλληνες έγραφαν κάτι που να με ενδιαφέρει, θα το διάβαζα. Ο λόγος που δεν το διαβάζω είναι επειδή δεν με ενδιαφέρει θεματολογικά. Δεν υπάρχει άλλος λόγος.
Πώς γράφω, λοιπόν, στα ελληνικά χωρίς να διαβάζω στα ελληνικά; Δεν είναι περίεργο; Όχι και τόσο. Διότι, πρώτον, είμαι στην Ελλάδα και τα ελληνικά τα βλέπω παντού γύρω μου· οπότε, θέλοντας και μη, έρχομαι σε επαφή μαζί τους. Δεύτερον, μπορεί γενικά να μη διαβάζω ελληνική λογοτεχνία αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν την κοιτάζω καθόλου κιόλας. Βλέπω τι γράφουν, δεν είμαι τυφλός.
Επιπλέον, γράφω χρόνια. Γράφω λογοτεχνία από μικρό παιδάκι. Ακόμα και να μην είχα καμία επαφή με τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, πάλι θα είχα άμεση επαφή με τη γραπτή ελληνική γλώσσα αφού τη χρησιμοποιώ συνέχεια, κάθε μέρα και, συνήθως, παραπάνω από μία φορά την ημέρα. Εκτός αυτού, ποτέ δεν παύω να ψάχνω τις λέξεις – από ετυμολογία μέχρι οτιδήποτε άλλο – γιατί αυτό είναι, άλλωστε, κάτι που μου αρέσει. Και ποτέ δεν έχω πάψει, ούτε θα πάψω, να πειραματίζομαι – κάτι που δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο πολλοί Έλληνες λογοτέχνες κάνουν.
Επομένως, αν κάποιος αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν να γράφεις ελληνική λογοτεχνία αλλά κυρίως να διαβάζεις ξένη, τον διαβεβαιώνω πως, ναι, είναι δυνατόν. Και με το παραπάνω.
10 / 11 / 2020

Πίσω και σας έφαγα, κουφάλες!
Και είμαι η οντότητα υπ’αριθμόν 66. Είμαι το Θηρίο!
Μυστηριακές Οντότητες
8 / 11 / 2020
Σήμερα είδα κάτι σκίουρους να πηδάνε πάνω στις ταράτσες της Αθήνας κάνοντάς μου κωλοουρά. Η φύση ξύπνησε, τώρα με το lockdown· αχ, τι όμορφα που είναι! Ελευθερώστε τα ζώα, σκοτώστε τους ανθρώπους! Αγαλλίαση.
Κάποιος πρέπει, μάλιστα, να το πει αυτό σε όσους γαμήθηκαν οικονομικά από το πρώτο lockdown, ώστε να χαρούν λιγάκι οι άνθρωποι...
Ένα πελώριο ΜΠΡΑΒΟ στους διοικούντες μας και ιδιαίτερα στον ηγέτη, Πρωθυπουργό των Ελεύθερων Σκίουρων του κόμματος της Νέας Επιδημίας.
7 / 11 / 2020
Πρώτη μέρα που οι άνθρωποι που μας αγαπάνε μάς κρατάνε κλεισμένους μέσα για το δικό μας καλό. Αχ, τι ασφαλής που αισθάνομαι τώρα...
Άντε και καλή ανάσταση. Ώς το Πάσχα θα έχουμε ξεμπλέξει. Αν είμαστε τυχεροί. Αν έχει μείνει τίποτα όρθιο ώς τότε...
*
Και ξέρεις τώρα τι θυμήθηκα; Το Λεξικό Κορονοϊού, φυσικά. Είναι πάλι επίκαιρο. Αναρωτιέμαι αν ποτέ θα πάψει να είναι. Διάβασέ το προτού γίνει παράνομο.
*
Χτες, τελευταία μέρα ελεύθερη μετακίνησης (εντάξει, με μάσκες πάντα – μην το παρακάνουμε), έκανα μια αστική περιπλάνηση στους «μολυσμένους» δρόμους της Αθήνας (φυσικά με μάσκα με οκτώ φίλτρα επάνω). Βάδισα αρκετά, αν και έχω βαδίσει και περισσότερο στη ζωή μου. Και από αυτά που άκουσα συμπτωματικά από περιπτεράδες μέχρι τυχαίους «τρελούς» μέσα σε λεωφορεία, ένα έχω να πω: Μαλάκα Μητσοτάκη, αν ήμουν στη θέση σου, θα σκεφτόμουν ότι τώρα είναι μια καλή στιγμή να φύγω από την Ελλάδα, γιατί σύντομα τους βλέπω να έρχονται με ρόπαλα, μπαλτάδες, και αναμμένους δαυλούς. Μαζικά.