Ο Μάγος των Αθηνών.
|
|
Μια στιγμή... |
Πάντα διορθώνω τα βιβλία μου δύο φορές. Η πρώτη διόρθωση, που είναι και η πιο βασική, γίνεται σταδιακά καθώς το γράφω: τελειώνω καμιά δεκαριά σελίδες, τις διορθώνω, και πάω παρακάτω. Η δεύτερη διόρθωση γίνεται αφότου έχω τελειώσει όλο το βιβλίο και το κοιτάζω ξανά από την αρχή.
Και αρκετές φορές έχει τύχει το εξής φαινόμενο: Βρίσκω, στην πρώτη διόρθωση, κάτι που δεν μου αρέσει και το αλλάζω. Και αργότερα, όταν πάω στη δεύτερη διόρθωση, το αλλάζω ξανά – το κάνω όπως ήταν στην αρχή! Και, συνήθως, δεν το καταλαβαίνω αμέσως· ύστερα το συνειδητοποιώ, και παθαίνω πλάκα. Απορώ πώς πριν μου φαινόταν λάθος.
Δεν πρόκειται, φυσικά, για κανένα αντικειμενικό λάθος, όπως κάτι το τυπογραφικό, ή νοηματικό λάθος, ή συντακτικό λάθος από εκείνα που αν τα αφήσεις έτσι οι προτάσεις δεν βγάζουν νόημα.
Όχι, είναι από εκείνα τα συντακτικά “λάθη” που μπορεί ο ένας να το νομίζει για λάθος αλλά ο άλλος να το νομίζει για σωστό. Μπορεί ακόμα κι εσύ ο ίδιος όταν το κοιτάξεις τώρα να σου φαίνεται λάθος αλλά όταν το κοιτάξεις μετά από κάποιο καιρό να σου φαίνεται σωστό.
Και, τελικά, τι στο διάολο ισχύει; Ποια από τις δύο, ή τρεις, παραλλαγές μιας πρότασης είναι σωστή και ποια είναι λάθος;
Καμία, νομίζω. Είναι όλες λάθος – ή όλες σωστές. Διάλεξε και πάρε. Βγάζουν νόημα; Ναι. Το πώς θα τις δεις εξαρτάται από τη φάση στην οποία βρίσκεται το μυαλό σου εκείνη την ώρα.
Κι αυτό πιστεύω πως λέει κάτι πολύ σημαντικό για τη λογοτεχνία αλλά και για τον γραπτό λόγο εν γένει. Πολλά πράγματα είναι τελείως υποκειμενικά.
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Προτού γράψεις κάτι, οσοδήποτε φανταστικό, πρέπει να μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είναι πραγματικό, ότι θα μπορούσε κάπως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να συμβεί. Πρέπει να το δεις όπως θα έβλεπες κάτι αντικειμενικό, ρεαλιστικό· και μετά, απλά γράφεις εκείνο που βλέπεις.
Αν, στη λογοτεχνία, δεν έχεις τη δυνατότητα να πείσεις τον εαυτό σου για την πραγματικότητα εκείνου που γράφεις, τότε δεν έχει καλές πιθανότητες να μοιάζει πιστευτό, ή να έχει αληθινό ενδιαφέρον.
Πρέπει να μπορείς να αυτοπαραμυθιάζεσαι, ξέροντας ακριβώς τι κάνεις.
Όπως έλεγα στο προηγούμενο post, διαβάζω αυτές τις μέρες το Black Gods and Scarlet Dreams της C.L. Moore. Είναι μια συλλογή ιστοριών από το 1930, οι μισές ηρωικής φαντασίας, οι άλλες μισές επιστημονικής φαντασίας. Αλλά και των δύο ειδών οι ιστορίες της Moore έχουν ένα κοινό γνώρισμα: ένα βαθύ πνευματιστικό, εσωτερικό στοιχείο. Συνεχώς μιλά για παράξενες ψυχικές καταστάσεις των ηρώων της οι οποίες δεν είναι εκείνο που θα περίμενες σήμερα λέγοντας ψυχικές καταστάσεις. Δεν είναι ούτε καν εκείνο το “ακατονόμαστο” και “απερίγραπτο” του Lovecraft ακριβώς. Είναι κάτι που μοιάζει μ’αυτό αλλά, συγχρόνως, τελείως διαφορετικό: είναι πιο συγκεκριμένο, σε όλες τις περιπτώσεις, και δίνει μια αίσθηση μεγαλύτερου βάθους. Επιπλέον, παρότι όλες αυτές οι ψυχικές καταστάσεις είναι εξωφρενικές, και μάλλον ποτέ δεν πρόκειται να τις γνωρίσει άνθρωπος, έχουν μια τρομερή αίσθηση αληθοφάνειας. Είναι κάτι που μπορείς να διανοηθείς όταν το διαβάζεις να περιγράφεται, αν και ξέρεις ότι είναι ψιλοαπίθανο να το βιώσει άνθρωπος – αν όχι τελείως αδύνατον.
Ωστόσο, αυτά σε κάνουν να παρατηρήσεις ότι οι αφηγήσεις εκείνης της εποχής ήταν πιο εσωτερικές. Εστιάζονταν περισσότερο στις παράξενες ψυχικές καταστάσεις απ’ό,τι οι μετέπειτα φανταστικές ιστορίες, πόσω μάλλον οι σημερινές.
Οι σημερινές ιστορίες είναι πολύ πιο οπτικές. Είναι εικόνες, βασικά. Αυτές, όμως, οι παλιές ιστορίες είναι περισσότερο σκέψη και αίσθηση. Είναι σαν από εκείνα τα πράγματα που θα τα αντιλαμβανόσουν εγκεφαλικά, ας πούμε, αλλά τα μάτια σου δεν θα μπορούσαν ποτέ να τα δουν.
Διαβάζω συγχρόνως και το Heroes Die του Stover. Δεν το έχω προχωρήσει και τόσο, αλλά μου αρέσει. Μοιάζει να είναι καλό βιβλίο φαντασίας. Αλλά δεν έχει τέτοιες ψυχικές καταστάσεις μέσα, ούτε κατά διάνοια. Είναι ένα σύγχρονο βιβλίο. Οι ψυχικές καταστάσεις των χαρακτήρων του είναι απλές. Για παράδειγμα, ο βασικός ήρωας θέλει να σώσει τη γυναίκα του παρότι αυτή ίσως και να τον κερατώνει. Θέλει τόσο πολύ να σώσει τη γυναίκα του που – γαμώ το κερατό μου γαμώ! – είναι έτοιμος να δολοφονήσει τους πάντες για να το καταφέρει! Επειδή... επειδή θέλει να τη σώσει, γαμώτο! Το νιώθει!
Εντάξει, είναι καψουρεμένος. Ένα γερό κίνητρο για να γίνει η ιστορία. ΟΚ. Τι άλλο; Αυτή δεν είναι καμιά πολύ παράξενη ψυχική κατάσταση· απλά μια λιγάκι υπερβολική ψυχική κατάσταση. Είναι οι κλασικές ψυχομπουρμπουλήθρες που χρησιμοποιούνται σε πολλά σύγχρονα βιβλία. (Και δεν το λέω αυτό ως αρνητική κριτική για το Heroes Die. Όπως ήδη είπα, μου αρέσει.)
Επειδή ζούμε σε μια κουλτούρα που είναι, κατά βάση, οπτική, έχουμε μάθει τα πάντα να τα βλέπουμε μπροστά μας, όχι να τα διανοούμαστε. Και έτσι γράφουμε. Χωρίς, συνήθως, να εμβαθύνουμε περισσότερο από τις διάφορες σαχλαμάρες της σύγχρονης ψυχολογίας. Σήμερα, ο συγγραφέας κατά πάσα πιθανότητα δεν θα καθίσει να γράψει για αλλόκοτες, ανέφικτες, φανταστικές ψυχικές καταστάσεις (εκτός αν είναι κάτι το “ανομολόγητο” – κενό – τίποτα – τίποτα – όπως από Lovecraft – τόσο παράξενο που, ξέρεις, δεν χρειάζεται να μπεις στον κόπο να ζουλήξεις το μυαλό σου για να προσπαθήσεις να το περιγράψεις). Απλά θα ανοίξει ένα ανεγκέφαλο εγχειρίδιο ψυχολογίας και θα πάρει μια ψυχική κατάσταση από εκεί, όπως θα έπαιρνε έτοιμη μια τεχνική βλάβη για μια μηχανή από ένα τεχνικό εγχειρίδιο.
Αυτό δεν είναι εξέλιξη. Όχι προς την ψυχική κατεύθυνση, σίγουρα.
Πάντα όταν έρχομαι στην Αθήνα από διακοπές σε νησί, αμέσως παρατηρώ τη διαφορά στο περιβάλλον. Και δεν μιλάω για τα κλασικά: πολλή ρύπανση στην Αθήνα, δεν υπάρχει χώρος να αναπνεύσεις, όλο μεγάλα χτίρια που κρύβουν τον ουρανό, και τα λοιπά. Μιλάω για μια πιο μαλακή αίσθηση που έχει η όλη ατμόσφαιρα στην Αττική. Δεν είναι όπως στα νησιά. Εκεί, ο τόπος έχει κάτι το πιο άγριο. Το νιώθεις στον ίδιο τον αέρα. Είτε άπνοια έχει, είτε φυσάει μανιασμένα, πάντα υπάρχει κάτι το πιο άγριο.
Στην Αθήνα, χάνεις την αγριάδα ξαφνικά, κι αναρωτιέσαι πού πήγε. Όλα εδώ μοιάζουν πιο μαλάκα. Σαν να βουλιάζεις σε καναπέ.
Πρέπει να προσέχεις να μη σε πάρει ο ύπνος.
*
Κατά τα άλλα, διάβαζα κυρίως C.L. Moore αυτές τις μέρες, και έχει κάτι τρομερά ευφάνταστα σκηνικά σε ορισμένες από τις ιστορίες της. Και σε όλες τις ιστορίες υπάρχει κάτι το βαθιά πνευματιστικό, νομίζω, ώς εδώ που έχω φτάσει. Ορισμένα μοτίβα ίσως να επαναλαμβάνονται, αλλά μου φαίνεται ότι είναι ιδιοσυγκρασιακό, όχι κάποιο κλισέ της εποχής.

160η σελίδα από τις 182
Επίσης . . .
Επιλογές Ιουνίου (15/6)
HWdetails, πρόγραμμα που δείχνει τα χαρακτηριστικά του PC — Συνέντευξη με τον John Coulthart (τέχνη) — The Necromancers του Robert Hugh Benson (δωρεάν βιβλίο) — William Brodie, Robert Louis Stevenson, Dr. Jekyll and Mr. Hyde — Συμβουλές από τον Μεσαίωνα — Helmut Wenske (τέχνη ) — Τι σχήμα έχει πραγματικά η Γη; — Karl Edward Wagner (μέρος δεύτερο: πέρα από τον Kane) — Από ψυχεδελική εμπειρία σε μαθηματικό πρόβλημα — John Blanche (τέχνη, Warhammer) — Ένα ντοκιμαντέρ για την «επιδημία» των κατά συρροήν δολοφόνων στις ΗΠΑ (1950-1999) — Πολλά ακόμα ρέουν στο LinX...

Επιλογές Ιουνίου (10/6)
Michelle Avery Konczyk (τέχνη) & Έργα τέχνης με μάσκες & Book of the Three Dragons & Τα ζωόφυτα του Μεσαίωνα & Μυστηριακά δάση (φωτογραφίες) & Φανταστική λογοτεχνία το 1928-29 (όχι μία από τα ίδια) & Kane, του Karl Edward Wagner (acid gothic!) & Marilyn Monroe (σε φανταστικές και εξωτικές περιπέτειες!) & Οι «δουλέμποροι της τρίτης χιλιετίας» στον Ιταλικό Νότο («έκαψαν ζωντανούς εργάτες γιατί δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν τα μεταφορικά τους») & το PDP-1 (ιστορικό κομπιούτερ από το 1959) & Πώς να Σκοτώνεις: Ένας Οδηγός για Αστικούς Δολοφόνους (1973-1984) & Σπίτια και χωριά που εμφανίζονται και εξαφανίζονται & Ένας σχολιασμός του είδους New Weird & Η κατάρρευση του φουτουρισμού & Ακόμα περισσότερο έρχονται στο LinX!

Τι Είναι, Τελικά, Φανταστική Λογοτεχνία;
Νοείται φανταστική λογοτεχνία χωρίς το υπερβατικό στοιχείο;
Τι είναι εκείνο που κάνει τη φανταστική λογοτεχνία φανταστική; Έχετε ποτέ αναρωτηθεί; Είναι απλώς το να είναι μια αφήγηση ευφάνταστη; Είναι το να περιλαμβάνει υπερφυσικά στοιχεία; Είναι το να διαδραματίζεται σε άλλους κόσμους (και μόνο αυτό, ίσως); Είναι το να έχει ορκ και ξωτικά; Είναι το να έχει μάγους και δράκους; Είναι το να έχει ανθρώπους με εξωφρενικές δυνάμεις (κάποιου είδους);
Πρέπει να έχει κάτι από τα παραπάνω, ή και τίποτα;
Τελευταία, λοιπόν, διαβάζω την Dandelion Dynasty, την τετραλογία του Ken Liu (τίτλοι: The Grace of Kings· The Wall of Storms· The Veiled Throne· Speaking Bones). Είμαι τώρα στο τελευταίο βιβλίο, και με έχει ήδη κάνει να σκεφτώ κάποια πράγματα που μάλλον περισσότερο σε γενικό άρθρο ταιριάζουν παρά σε βιβλιοκριτική. Θα κάνω και βιβλιοκριτική όταν τελειώσω την τετραλογία· αλλά αυτό το άρθρο δεν θα χωρά εκεί σε καμία περίπτωση. Στέκεται από μόνο του.
Περιληπτικά, για την Dandelion Dynasty, θα πω ότι τα δύο πρώτα βιβλία μού άρεσαν πολύ (όπως έχω ήδη γράψει στα αναγνώσματά μου του 2025), αλλά από το τρίτο άρχισε να με απογοητεύει σφοδρά. Και συνεχίζει έτσι στο τέταρτο. Με το ζόρι το διαβάζω, απλά και μόνο γιατί έχω μια περιέργεια να δω πώς θα τελειώσει αλλά και για να μην πω ότι το άφησα στη μέση. Κρίμα που έχασε τον δυναμισμό του...
Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα τούτου του άρθρου.