Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
27 / 10 / 2019

Το The Dark Crystal: Age of Resistance πρέπει να είναι η καλύτερη τηλεοπτική σειρά φαντασίας που έχω δει τα τελευταία τρία χρόνια – και φτιαγμένη με μαριονέτες όπως η παλιά ταινία. Δεν θα περίμενες ποτέ μαριονέτες να μοιάζουν τόσο ζωντανές. Και ακόμα και τα σκηνικά είναι φτιαγμένα όπως σε κουκλοθέατρο, ή, τουλάχιστον, σε μεγάλο μέρος τους. Προσέχεις το χορτάρι στο δάσος και παρατηρείς ότι, ναι, μέχρι κι αυτό είναι ψεύτικο, είναι σκηνικό. Και η αίσθηση είναι υπέροχη. Είναι, αληθινά, μαγευτικά φτιαγμένο. Αν και, βέβαια, υπάρχουν και κάμποσα CGI· σήμερα, αυτό ήταν αναμενόμενο. Ορισμένες σκηνές δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς CGI. Αλλά ο πυρήνας του The Dark Crystal: Age of Resistance είναι η μαριονέτα.

Έριξα και μια ματιά στην παλιά ταινία, The Dark Crystal, από περιέργεια, γιατί πάει πολύς καιρός από τότε που την είχα δει, και παρατήρησα ότι κι εκεί οι μαριονέτες είναι πολύ καλοφτιαγμένες, το ίδιο και τα σκηνικά, το ίδιο ακόμα και τα ειδικά εφέ. Θα μπορούσα να πω ότι δεν έχει σχεδόν τίποτα να ζηλέψει από τη σημερινή σειρά. Σχεδόν.

Η μαγεία του κουκλοθέατρου.

Αλλά το The Dark Crystal: Age of Resistance δεν είναι μόνο θέαμα. Δεν είναι μόνο για να το βλέπεις και να λες τι ωραία που τα έφτιαξαν όλ’ αυτά. Η πλοκή του είναι πυκνή, έχει συνεχώς ενδιαφέρον, και πολύ παράξενες ιδέες. Θα μπορούσα να το είχα διαβάσει και σε βιβλίο, άνετα, με τον ίδιο ενθουσιασμό.

Το τέλος μόνο μού φάνηκε λιγάκι βιαστικό. Περίμενα κάτι καλύτερα. Όχι πως απογοητεύτηκα, αλλά – περίμενα κάτι περισσότερο. Επίσης, δεν είμαι σίγουρος ότι μου άρεσε το ότι φανερά προσπαθούν να βγάλουν και δεύτερη σεζόν. Αναρωτιέμαι πώς από εδώ θα καταλήξουν στα γεγονότα της ταινίας The Dark Crystal· γιατί υποτίθεται ότι η σειρά είναι, ουσιαστικά, πρόλογος της ταινίας. Αν, πάντως, τραβήξει περισσότερο από δύο σεζόν, τότε θα ξέρω ότι μάλλον το έχουν παρακάνει.

 

25 / 10 / 2019

Κλέφτες και μπουκαδόροι... ή τίποτα χειρότερο; Ξωτικά της πόλης; Απρόσωπα στοιχειακά με παράξενα καπέλα και αιχμηρά μαχαίρια;

Πού οδηγείται ο κόσμος, πού οδηγείται...

Μυστηριακές Οντότητες

 

23 / 10 / 2019

Αυτό είναι ένα πολύ καλό σημάδι.

Γιατί; Μα, φυσικά, επειδή είσαι στον δικό σου κόσμο, όχι στον κόσμο που κάποιος άλλος έχει ετοιμάσει για σένα.

Νομίζεις ότι αυτό είναι μικρό; Ξανασκέψου του. Σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή ίσως, βομβαρδίζεσαι με ένα σωρό μηνύματα και καλέσματα από κόσμους που έχουν φτιάξει άλλοι και προσπαθούν να παγιδέψουν το μυαλό σου εκεί. Κινηματογραφικά θεάματα, διαφήμιση, κοινωνικά δίκτυα, περιοδικά, βιβλία, παιχνίδια... Και δεν είναι όλα αυτά κακά, αλλά το καθένα είναι κι ένας κόσμος από μόνο του, ή το τμήμα ενός κόσμου.

Το να μπορείς να είσαι στον δικό σου κόσμο, αντί παγιδευμένος σε κάποιον από αυτούς, είναι σημαντικό. Σημαίνει ότι διατηρείς μια κάποια αυτονομία.

Δεν σημαίνει, όπως πιστεύουν κάποιοι ανόητοι, ότι δεν ξέρεις τι γίνεται γύρω σου. Αν δεν ξέρεις τι γίνεται γύρω σου, είσαι αυτιστικός. Αν ζεις στον κόσμο που έχεις φτιάξει εσύ, είσαι ελεύθερος.

 

22 / 10 / 2019

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Στην καθημερινότητα, όταν αφηγούμαστε ένα περιστατικό, συχνά μπλέκουμε τον Ενεστώτα με τον Αόριστο, παρότι πρόκειται πάντα για παρελθοντική αφήγηση.

Πχ, μπορεί να πεις: Και του λέω “Μην πας, ρε, αποκεί”, αλλά εκείνος πηγαίνει, και μετά τρέξαμε και τον πιάσαμε λίγο προτού πέσει.

Εδώ μπλέκονται δύο χρόνοι.

Στη λογοτεχνία δεν το κάνεις αυτό. Γράφεις, συνήθως, ή σε Αόριστο ή σε Ενεστώτα. Και αν κάποια στιγμή αλλάζεις μεταξύ τους το κάνεις για συγκεκριμένο αφηγηματικό λόγο ‒ πχ, για να δείξεις αλλαγή στον χρόνο, ή για να δημιουργήσεις διαφορετική αίσθηση. Δεν το κάνεις τυχαία. Το να το κάνεις τυχαία, συνήθως σημαίνει ότι δεν ξέρεις να γράφεις και πολύ καλά.

Και συμφωνώ με όλα αυτά. Ούτε εμένα μ’αρέσει ν’αλλάζει τυχαία ο χρόνος μέσα στην αφήγηση. Πχ, αν δω κάποιος να γράφει έτσι–

Ταξίδευαν τρεις μέρες στις ερημιές και έβλεπαν μόνο κάκτους και βράχους, αλλά την τέταρτη μέρα, ενώ ο ήλιος είναι ψηλά στον ουρανό, ο Τζοκ βλέπει μια πελώρια σκιά στον ορίζοντα και νομίζει πως είναι κάτι το ζωντανό. “Τι είναι αυτό;” ρώτησε τη Μάριαν.

–δεν θα μου αρέσει. Εκτός αν έχει κάτι εξαιρετικό να πει, ή αν το κάνει για συγκεκριμένο λόγο.

Είναι όμως να αναρωτηθείς γιατί έχουμε αυτή τη συνήθεια της… σταθερότητας του χρόνου μέσα στην αφήγηση. Όπως είπα παραπάνω, στην καθημερινότητα συνεχώς αλλάζουμε χρόνο όταν αφηγούμαστε παρελθοντικά περιστατικά ‒ μια στον Αόριστο, μια στον Ενεστώτα, σαν να μην υπάρχει διαφορά καμία. Και κανένας δεν έχει πρόβλημα να καταλάβει τι λες.

Τροφή για σκέψη, ίσως.

 

20 / 10 / 2019

Διάβαζα πρόσφατα ένα ελληνικό άρθρο που έγραφε ότι οι ανεμογεννήτριες κάνουν κακό, και στο περιβάλλον αλλά και στην οικονομία. Χωρίς να έχω τίποτα ιδιαίτερες γνώσεις για το θέμα (το παραδέχομαι), μου φάνηκαν περίεργα όλ’ αυτά. Ανέκαθεν πίστευα ότι οι εναλλακτικές μορφές ενέργειες είναι, αν μη τι άλλο, καλύτερες από αυτές που χρησιμοποιούμε μέχρι στιγμής. Σε τελική ανάλυση, πόσο χειρότερες μπορεί να είναι οι ανεμογεννήτριες από τα εργοστάσια που μολύνουν με καπνούς τον αέρα και με λύματα τη θάλασσα και τη γη; Το ίδιο και για τους συλλέκτες ηλιακής ενέργειας.

Η Ελλάδα έχει τόσο αέρα και τόσο φως· γιατί να μην τα εκμεταλλευτούμε; Δε μου φαίνεται λογικό ότι θα μολύνουν περισσότερο το περιβάλλον, ή ότι θα είναι χειρότερα για την οικονομία. Μάλλον το αντίστροφο.

Αλλά, και πάλι, λέω ότι δεν έχω τίποτα ιδιαίτερες γνώσεις για το θέμα· μιλάω σκεπτόμενος με απλή λογική και μόνο.

Και το πρόβλημα είναι, συνειδητοποίησα μόλις διάβασα το συγκεκριμένο άρθρο, ότι δεν υπάρχει κανένας εύκολος τρόπος να τσεκάρεις ποια είναι η αλήθεια εδώ. Και αυτό νομίζω ότι ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους που δεν έχουν λεπτομερειακές γνώσεις για τέτοια συστήματα. Να πιστέψεις κάτι που λέγεται, ή να μην το πιστέψεις; Υπάρχει άλλη σκοπιμότητα πίσω από τα λόγια, ή όχι;

Ο μόνος τρόπος για να είσαι σίγουρος θα ήταν να ξέρεις πώς ακριβώς δουλεύουν αυτά τα μηχανήματα – και δεν φτάνει να έχεις διαβάσει ένα άρθρο στη Wikipedia, ή μια αναφορά σε κάποια εγκυκλοπαίδεια, ή ακόμα και ένα τεχνικό εγχειρίδιο. Πρέπει να έχεις τεστάρει τα μηχανήματα ο ίδιος. Αλλά αυτό, φυσικά, δεν είναι εύκολο.

 

153η σελίδα από τις 183

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]