28 / 12 / 2019
(Το κείμενο που ακολουθεί, μια ευγενική χορηγία από τα Σκιώδη Παραλειπόμενα, δεν περιλαμβάνει spoilers.)
Αναμενόμενα δεν μπορούσα να κρατηθώ μακριά από τον κινηματογράφο τώρα που έπαιζε το Star Wars: The Rise of Skywalker. Αν και η αλήθεια ήταν ότι δεν περίμενα να δω κάτι πολύ καλό. Η προηγούμενη ταινία, το δεύτερο μέρος της τριλογίας, είχε κάποια πράγματα που μου είχαν φανεί τελείως χάλια, και σκεφτόταν ότι, αν αυτό συνεχιστεί και στην τρίτη ταινία, μάλλον η κατάσταση θα πάει προς το χειρότερο. Έχω γράψει για τη δεύτερη ταινία στο παλιό blog, αλλά τώρα βαριέμαι να ψάξω να βρω το link. Αυτό, όμως, είναι το κείμενο copy/paste.
Εξαρχής δεν περίμενα ότι το The Last Jedi θα ήταν τόσο καλό όσο το The Force Awakens γιατί το έχει κάνει άλλος σκηνοθέτης. Η υποψία μου δεν αποδείχτηκε λανθασμένη. Όντως, δεν είναι το ίδιο καλό. Είχε κάποια καλά στοιχεία αλλά είχε και πάρα πολλά κακά στοιχεία. Έως και φριχτά.
Το καλύτερο σ’αυτή την ταινία είναι η πλοκή της, η οποία έχει αρκετές ανατροπές για να κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο ώς το τέλος παρότι η διάρκεια είναι γύρω στις δυόμισι ώρες. Δεν σε κουράζει καθόλου. Και είναι σπάνιο σύγχρονη ταινία να έχει τέτοια καλή πλοκή.
Τα ειδικά εφέ, φυσικά, είναι άψογα, όπως σε όλες τις σημερινές ταινίες, και ευτυχώς τα περισσότερα δεν φαίνεται να είναι εκεί μόνο για εντυπωσιασμό.
Αλλά το χειρότερο απ’όλα είναι οι διάλογοι. Είναι απαίσιοι. Κάθε φράση είναι κλισέ. Νομίζεις ότι δεν μιλάνε άνθρωποι αλλά καρικατούρες ανθρώπων. Οι κακοί λένε συνεχώς πράγματα τύπου “Είστε καταδικασμένοι!” “Καταστρέψτε αυτό το σκάφος!” “Αφανίστε τους!” “Υποτάξου στη θέλησή μου!”, και οι καλοί λένε άλλες αντίστοιχες στερεοτυπικές σαχλαμάρες και τίποτε άλλο. Με είχαν πονέσει τ’αφτιά μου. Το μυαλό μου. Ποιοι γραφούν αυτούς τους διαλόγους;
Η ηθοποιία δεν ήταν πολύ καλύτερη. Σαφώς κατώτερη απ’ό,τι στο The Force Awakens. Αλλά, βέβαια, με τέτοιους διαλόγους πώς – πώς – να είναι καλύτερη; Όταν σου ζητά το σενάριο να λες αηδίες, ε, πόσο καλά μπορείς να τις πεις; Όμως ακόμα και οι εκφράσεις ορισμένων χαρακτήρων δεν μου άρεσαν. Ο Κάιλο Ρεν, για παράδειγμα: Υποτίθεται πως η όψη του προσπαθεί να δείξει κάποια εσωτερική διαμάχη μέσα στην ψυχή του· αλλά δεν το καταφέρνει. Δεν βγαίνει πειστικό. Μοιάζει με τσαντισμένο έφηβο. Πολύ καλύτερα θα ήταν να είχε μια τελείως ουδέτερη όψη, μια μάσκα πίσω από την οποία κρύβει κάθε συναίσθημα. Θα ήταν πολύ πιο πειστικό.
Η ταινία αρχίζει με τρόπο που είναι καθαρά του εντυπωσιασμού: μια μεγάλη μάχη στο Διάστημα με πελώρια αστρόπλοια. Αλλά δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα για το τι συμβαίνει. Επομένως, η μάχη καταντά απλά ακόμα ένα βαρετό combat porn στο Διάστημα. Και ο θάνατος εκείνης της ηρωίδας της επανάστασης για να ρίξει μερικές βόμβες δεν βελτιώνει τα πράγματα, γιατί – πάλι – δεν ξέρουμε τίποτα γι’αυτή τη γυναίκα, και ο θάνατός της μοιάζει αδιάφορος όπως ενός κομπάρσου. Ενώ οι αξιωματικοί του Πρώτου Τάγματος, σ’όλη τη μάχη, λένε συνεχώς ηλίθιες κλισέ ατάκες. Τελείως άθλιες και στερεοτυπικές.
Αυτή είναι, ίσως, η χειρότερη φάση της ταινίας: η αρχή. Μετά, ενώ η ιστορία προχωρά, τα πράγματα καλυτερεύουν καθώς η πλοκή πυκνώνει. Και, κυρίως, όπως είπα πριν, η πλοκή είναι που σώζει το The Last Jedi· αλλιώς, ούτε η Δύναμη δεν θα το έσωζε από το να είναι κάτι το τρισάθλιο. Τώρα είναι απλά μέτριο. Βλέπεται, όμως δεν μπορείς να το πεις και “καλή ταινία”.
Στην αρχή, επίσης, έχει αρκετές στιγμές με “χιούμορ” (άθλιο χιούμορ) slapstick – τελείως αταίριαστο στο Star Wars. Ευτυχώς δεν είναι πολλές αυτές οι στιγμές και, όσο η ταινία προχωρά, εξαφανίζονται. Αλλά, και μόνο που υπάρχουν, είναι απαράδεκτο.
Σε κάποια φάση, οι ήρωες πηγαίνουν σ’ένα πλανήτη-καζίνο αναζητώντας έναν τύπο εξειδικευμένο στο να σπάει κώδικες. Επάνω που τον έχουν βρει, τους συλλαμβάνουν και τους πετάνε σ’ένα κελί. Κι εκεί μέσα – όλως τυχαίως – συναντούν ένα κλεφτή που – όλως τυχαίως – ξέρει να σπάει κώδικες, και είναι, υποτίθεται, καλός σ’αυτό. Τους βγάζει αμέσως από το κελί και αρχίζει ένα τρελό κυνηγητό που νομίζεις ότι έχει βγει από κάποια άλλη ταινία, παιδική ίσως. Επίσης, δεν μπορείς να πιστέψεις ότι οι ήρωες βρήκαν τυχαία μέσα σ’ένα μπουντρούμι έναν άνθρωπο παρόμοιο μ’αυτόν που έψαχναν. Σίγουρα δεν μπορεί νάναι σύμπτωση… Σίγουρα κάτι άλλο συμβαίνει εδώ… Σωστά; Λάθος! Είναι όντως τυχαίο, όπως φαίνεται. Και είναι, ίσως, η χειρότερη στιγμή της πλοκής, η πιο κουλή, αν και ο χαρακτήρας που παρουσιάζεται – ο κλέφτης στο κελί – είναι ωραίος χαρακτήρας και ίσως νάχει ενδιαφέρον να τον ξαναδούμε στο μέλλον.
Σε γενικές γραμμές, το The Last Jedi δεν είναι σαν το The Force Awakens. Ούτε κατά διάνοια. Είναι, ωστόσο, μια μέτρια ταινία που βλέπεται άνετα χωρίς να είναι σαν τις περισσότερες ανόητες χολιγουντιανές μπαρούφες. Αρκεί να μη δίνεις και τόση σημασία στο διάλογο…
[Κλείσε πάλι, δεν σε θέλω]
Παραδόξως ίσως, το Star Wars: The Rise of Skywalker ήταν μακράν καλύτερο. Αλλά μετά πρόσεξα ότι το είχε σκηνοθετήσει ο J.J. Abrams, όπως και το πρώτο της τριλογίας, οπότε δεν θα έπρεπε να εκπλήσσομαι. Το Rise of Skywalker ήταν κι αυτό πολύ Star Wars, σαν την πρώτη ταινία, The Force Awakens. Όχι τόσο πολύ όσο το Force Awakens, αλλά και πάλι, πολύ.
Δεν έχω κανένα ιδιαίτερο παράπονο από το Rise of Skywalker. Ήταν ένα καλό φινάλε για μια τριλογία Star Wars, αν και η αλήθεια είναι ότι δεν με ενθουσίασε. Μου άρεσε χωρίς να με συναρπάσει. Δεν ξέρω γιατί. Σίγουρα δεν μπορώ να πω ότι ήταν βαρετή ταινία. Αν μη τι άλλο, δεν κατάλαβα για πότε πέρασαν οι δύο-και-κάτι ώρες θεάματος. Μπορώ να πω, μάλιστα, ότι μου φάνηκε μικρή ταινία για όλα όσα παρουσίαζε, ότι δεν χωρούσαν όλα αυτά εκεί μέσα, ότι έπρεπε κάπου να χαλαρώσει η αφήγηση και τα πράγματα να πάνε πιο ήπια. Είχα την εντύπωση ότι συνεχώς τρέχαμε χωρίς να παίρνουμε ανάσα. Μεγάλη πλοκή που χρειαζόταν, νομίζω, λίγο περισσότερο χρόνο.
Εκτός αυτού, βλέπουμε εδώ τους Τζεντάι να κάνουν κάτι εξωφρενικά πράγματα με τη Δύναμη που δεν τα είχαμε ξαναδεί σε κανένα άλλο Star Wars. Μάχονται εξ αποστάσεως. Και εννοώ (για όσους δεν έχουν δει ακόμα την ταινία) ότι ο ένας βρίσκεται στον έναν πλανήτη κι ο άλλος σ’έναν άλλο πλανήτη (!), και μονομαχούν σε μια οραματική κατάσταση σαν να είναι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου· αλλά ορισμένα αντικείμενα, καθώς τινάζονται μέσα στη σύγκρουσή τους, μπορεί να βρεθούν από την τοποθεσία του ενός Τζεντάι στην τοποθεσία του άλλου. Τελείως ψυχεδελικό concept, τελείως γαμάτο. Μόνο ο Abrams θα μπορούσε να το βάλει εκεί, και του βγάζω το καπέλο, παρότι έμοιαζε λιγάκι περίεργο για τα δεδομένα του Star Wars.
Κατά τα άλλα, εξακολουθούν να αγνοούν τρελά τους νόμους της Φυσικής, και βλέπεις, πχ, άτομα να πηδάνε πάνω σε αεροσκάφος και να στέκονται όρθια, ή γονατιστά, εκεί ενώ αυτό πετάει με μεγάλη ταχύτητα. Αδύνατον να συμβεί, ασφαλώς. Αλλά κι αυτό είναι ένα από τα κλασικά του Star Wars, και η ταινία δεν περιλάμβανε μεγάλες ανοησίες όπως όσα είχαμε δει στο Revenge of the Sith – να πηδάνε απ’το ένα διαστημόπλοιο στο άλλο σαν να είναι κουρσάροι που πηδάνε απ’το ένα πλοίο στο άλλο, αγνοώντας βέβαια ότι μέσα στο Διάστημα δεν μπορείς να κάνεις ρεσάλτο.
Το Rise of Skywalker είναι καλή ταινία, και αρκετά προσεγμένη από διάφορες απόψεις.

Κάποια πράγματα που είχαν πλάκα ή μου φάνηκαν αξιοπερίεργα (αλλά κανένα με την κακή έννοια):
• Ο Παλπατίν επιστρέφει και είναι ο κερατάς σαν τον Μαμ-Ρα, και κάθεται σ’έναν θρόνο τόσο μαύρο και με τόσα πολλά κέρατα που φωνάζει I’m the fucking Lord of Evil. Ωστόσο, έχει πλάκα να βλέπεις κάπου-κάπου κι έναν κακό σαν τον Σκέλετορ αλλά παρουσιασμένο με τρόπο σοβαρό. Και ο τύπος φαινόταν να έχει γίνει πια εξωφρενικά πανίσχυρος: με τη Δύναμη μπορούσε να προκαλέσει παρεμβολές σ’ένα ολόκληρο σμήνος.
• Η φάτσα του Kylon Ren για κάποιο λόγο δεν μου αρέσει και τόσο για τον ρόλο του. Συνεχώς μου θύμιζε τσαντισμένο ροκά τραγουδιστή.
• Οι χαρακτήρες είχαν την τάση να πεθαίνουν αλλά – “Επ! Σας την έσκασα, παλιοκουφάλες, είμαι ακόμα ζωντανός!” Σε ορισμένες περιπτώσεις μού φάνηκε λάθος, γιατί έμοιαζε να είναι πραγματικά ψόφιοι· πώς διάολο σηκώθηκαν επάνω; Εντάξει, η Δύναμη είναι μεγάλη, τέκνον μου, εννοείται... αλλά και πάλι.
• Ο Παλπατίν έχει μαζέψει έναν τρομερά μεγάλο και δυνατό στόλο κάπου στα άκρα του Γαλαξία. Έναν στόλο ικανό να καταστρέψει τα πάντα, να πατήσει τους πάντες. Πώς ακριβώς το κατάφερε αυτό χωρίς κανείς πουθενά να μην έχει πάρει πρέφα τίποτα ώς τώρα; Εντάξει, ο Γαλαξίας είναι μεγάλος, τέκνον μου, και πολύ, πολύ μακριά...
• Κάποια κλισέ ποτέ δεν αλλάζουν. Οι καλοί πάντα πρέπει να αντιμετωπίζουν στο τέλος έναν πανίσχυρο αρχικακό μάγο που κάθεται σε θρόνο... Τσκ, τσκ, τσκ...
Όπως είπα, μου άρεσε αυτή η ταινία. Ήταν καλή. Ήταν πολύ Star Wars. Ήταν μια σωστή κατάληξη για την τριλογία. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσαν να είχαν κάνει κάτι καλύτερο, αν και ποτέ τίποτα δεν αποκλείεται.
(Σημειωτέον: Εδώ δεν είχαμε ηλίθιο slapstick humor.)
26 / 12 / 2019
Σχετικά με αυτό που έλεγα χτες, δοκίμασα να βάλω τη γραμματοσειρά για μικρές οθόνες στο ίδιο μέγεθος όπως και για μεγάλες οθόνες (όπως έχω κάνει και στο κεντρικό μου site, άλλωστε), και είδα ότι το αποτέλεσμα είναι όντως πολύ καλύτερο, οπότε το άφησα έτσι. Η μικρή συσκευή φαίνεται να φροντίζει μόνη της για την προσαρμογή. Απλώς, γενικά εγώ δεν κοιτάζω το Internet μέσα από μικρές οθόνες – προτιμώ ένα laptop οποιαδήποτε στιγμή από ένα tablet ή ένα smartphone – και δεν έχω συνηθίσει να σκέφτομαι βάσει τόσο μικρής οθόνης. Απορώ, δε, πώς ο κόσμος πληκτρολογεί επάνω σ’αυτά τα πληκτρολόγια οθόνης, αλλά αυτό σε άλλο post, άλλη φορά...
25 / 12 / 2019
Στις 23 του μηνός μού ήρθε ένα μήνυμα από το Google που έλεγε ότι εντοπίστηκε πως στα Σκιώδη Παραλειπόμενα υπάρχουν δυο προβλήματα για φορητές συσκευές: (α) πολύ μικρά γράμματα, (β) κάποια links είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο (και, άρα, δύσκολο να κλικαριστούν, υποθέτω).
Προσωπικά, δεν έχω smartphone (ναι, το ξέρω, κάποιοι θα σοκαρίστηκαν, αλλά είμαι ακόμα ζωντανός και χωρίς smartphone – δεν αισθάνομαι ότι μου λείπει κάτι) αλλά έχω ένα παλιό, μικρό tablet το οποίο είναι λίγο πιο μεγάλο από smartphone και ίσως, μάλιστα, να είναι στο μέγεθος ίδιο με κάποια smartphones. Κοιτάζοντας τα Σκιώδη Παραλειπόμενα μέσω αυτής της συσκευής, με την οθόνη κάθετα δε, εγώ δεν βλέπω κανένα τέτοιο πρόβλημα – και συνήθως είμαι από τα άτομα που μεγεθύνουν τα γράμματα στα websites. Μόνο ένα προβληματάκι στην αποκάτω λεζάντα πρόσεξα (αυτό που γράφει “Μυστηριακές Οντότητες” πχ) όπου τα γράμματα ήταν όντως λιγάκι δυσανάγνωστα, και τα μεγάλωσα. Links το ένα κοντά στο άλλο δεν εντόπισα.
Το Google λέει πως τσέκαρε αυτή τη σελίδα, βασικά.
Εγώ λέω πως κάποιο λάθος κάνει το αυτόματο σύστημά του, κάποιο false-positive.
Αλλά, όπως και νάχει, ρωτάω όσους χρησιμοποιούν μικρές συσκευές για να διαβάζουν τα Σκιώδη Παραλειπόμενα: Έχει κανείς σας κάποια δυσκολία; Κάποιο πρόβλημα;
Αν ναι, στείλτε μου ένα email στο kostasvoulazeris AT yahoo DOT gr και πείτε μου τι είναι. Ή στείλτε μου μήνυμα στο Twitter, @Ηavocus.
23 / 12 / 2019
Η οικονομία, όπως είναι φανερό σε όλους, είναι χάλια τα τελευταία χρόνια, και δεν φαίνεται να καλυτερεύει κιόλας. Γνωστά πράγματα πλέον, δεν μας εντυπωσιάζουν. Μερικοί, όμως, κατηγορούν το Διαδίκτυο γι’αυτή την κατάσταση. Ισχυρίζονται ότι το Διαδίκτυο φταίει για την κατάρρευση της οικονομίας, κι αν όχι τελείως, τότε σε μεγάλο βαθμό. “Στο Διαδίκτυο πάνε και τα βρίσκουν όλα δωρεάν, πάνε και τα κλέβουν”· “Τα πουλάνε στο Διαδίκτυο και η ‘κανονική’ οικονομία υποφέρει”· και τα λοιπά και τα λοιπά...
Αλλά, για σκέψου λίγο, μπορεί αυτό να αληθεύει; Ναι, εντάξει, ίσως το Διαδίκτυο να έχει χτυπήσει κάποιες αγορές, δεν αντιλέγω, όπως αυτήν της μουσικής – παλιά έβλεπες πολύ περισσότερα δισκοπωλείο απ’ό,τι σήμερα, πολύ περισσότερα, αλλά τώρα όλοι έχουν περισσότερη μουσική απ’ό,τι είχαν ποτέ, και μάντεψε πού πάνε και τη βρίσκουν.
Μπορεί, όμως, αυτή να θεωρηθεί η βασική αιτία για την κατάρρευση της οικονομίας; Δεν το νομίζω. Διότι εξαρχής η οικονομία, τουλάχιστον εδώ, στην Ελλάδα, δεν ήταν και τόσο καλή. Επομένως, όσοι ήταν μπλεγμένοι με την αγορά των καταστημάτων μετακόμισαν στο Διαδίκτυο, γιατί αλλιώς δεν τους συνέφερε. Το λέω από προσωπική πείρα. Προ δεκαετίας, είχα κυκλοφορήσει μερικά βιβλία με δικά μου έξοδα, δικές μου εκδόσεις. Είχα, επιπλέον, δώσει ένα σωρό λεφτά στη διαφήμιση (τα οποία ακόμα κλαίω) πιστεύοντας ότι έτσι θα γινόταν κάτι. Και εκείνο που μπορώ, με βεβαιότητα, να πω είναι ότι, από τότε, προ δεκαετίας, η αγορά του βιβλίου στην Ελλάδα δεν ήταν καλή για κάποιον καινούργιο που βγαίνει να πουλήσει. Έπρεπε ή να έχεις κάποιον υπουργό μπάρμπα, ή να έχεις ένα κάρο τσιράκια δημοσιογράφους σε τουλάχιστον μία εφημερίδα και πεντέξι περιοδικά, αν ήθελες να πουλήσεις κάτι αξιοσημείωτο. Και λέω “να πουλήσεις κάτι αξιοσημείωτο”· δεν μιλάω καν για να βγάλεις πραγματικά λεφτά, φυσικά. Τουτέστιν, αν δεν ήσουν πολύ καλά δικτυωμένος, αν δεν ήσουν “εμπλεκόμενος”, δεν είχες πιθανότητες να κάνεις τίποτα. Ναι, τόσο δίκαιο ήταν το σύστημα – και ακόμα είναι τόσο δίκαιο, αναμφίβολα: ή, πιθανώς, πιο “δίκαιο” λόγω οικονομικής υποβάθμισης.
Εκτός των άλλων, υπήρχε και η μηδενική υποστήριξη που υπάρχει συνήθως από τους δήθεν “επίσημους” φορείς στην Ελλάδα για αυτά τα πράγματα. Δεν λέω για ανθρώπους που πληρώνονται για να βάλουν ένα διαφημιστικό κουτάκι σ’ένα περιοδικό· μιλάω για τους υποτιθέμενους που ενδιαφέρονται “για το είδος”, “για τη λογοτεχνία”, και άλλες φανφάρες. Όχι υποστήριξη δεν μπορείς να δεις από εκεί, αλλά πιθανώς να δεις και τίποτα τρικλοποδιές, γιατί ή δεν γουστάρουν τη φάτσα σου για κάποιο δικό τους λόγο, ή νομίζουν ότι δεν ζήτησες την “άδειά” τους προτού κουνηθείς, ή επειδή φοβούνται ότι θα τους κλέψεις την (ανύπαρκτη βέβαια σε τούτη τη χώρα) δόξα ή τα (ακόμα πιο ανύπαρκτα σ’ετούτη τη χώρα) οικονομικά έσοδα.
Η κατάσταση είναι λιγάκι – ψέματα: πολύ – τραγική, από τότε ώς τώρα, δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’αυτό. Η υποστήριξη που μπορεί να λάβεις είναι συνήθως από ανέλπιστες μεριές που δεν υπολόγιζες καν, όχι πάντως από υποτιθέμενα “ενδιαφερόμενους”. Και η αγορά – απ’το κακό στο χειρότερο. Αποτέλεσμα ίσως αυτής της “φιλικής” διάθεσης που έχουμε όλοι αναμεταξύ μας.
Επομένως, αναμενόμενα, λες Γιατί να μη δημοσιεύσω πράγματα στο Διαδίκτυο; Ειδικά, εμένα προσωπικά μού ταιριάζει απόλυτα. Ανέκαθεν ήθελα να γράφω λογοτεχνία καθημερινά· είναι το πιο γαμάτο πράγμα που έχω συναντήσει σ’αυτό τον κόσμο. Αν περίμενα να προσαρμοστώ στην ανύπαρκτη αγορά, δεν θα έγραφα ποτέ. (Και ίσως γι’αυτό και αρκετοί “φυσιολογικοί” άνθρωποι να τα έχουν παρατήσει. Ευτυχώς, δεν ήμουν ποτέ “φυσιολογικός”.) Το Διαδίκτυο σού δίνει τη δυνατότητα, τουλάχιστον, να δημοσιεύεις εκείνο που ούτως ή άλλως θα έκανες επειδή είναι το πάθος σου, κι άμα είσαι τυχερός μπορεί να λάβεις και καμιά δωρεά. Δεν είναι κακό. Δεν είναι καθόλου κακό. Ειδικά σε σύγκριση με την εναλλακτική λύση.
Και νομίζω ότι πολύς κόσμος το κάνει γι’αυτό το λόγο, είτε πουλάει μέσα από το Διαδίκτυο (μια λογική που εγώ δεν ενθαρρύνω εκτός αν ξέρεις ότι όντως θα βγάλεις αξιοσημείωτα λεφτά) είτε τα δίνει δωρεάν μέσα από το Διαδίκτυο (μια λογική που ενθαρρύνω ενθουσιωδώς). Τι απορούν, λοιπόν, κάποιοι; Αφού μας διώξατε από τον “πραγματικό” κόσμο με τις κακές νοοτροπίες και την κακή συμπεριφορά σας, γιατί παραξενεύεστε που ήρθαμε στον ηλεκτρονικό;
Θα ήταν πιο εύκολο να δημοσιεύω βιβλία αν δεν ήταν το Διαδίκτυο; Πραγματικά, ΔΕΝ το νομίζω.
Και πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει γενικά σήμερα, οπότε ο κόσμος μετακομίζει στο Διαδίκτυο. Το οποίο έχει, βέβαια, και πολλές αρνητικές πλευρές, αλλά τώρα δεν θα ασχοληθώ μ’αυτές. Ίσως σε κάποιο άλλο post στο μέλλον, όταν έχω όρεξη.
Αλλά μην κατηγορείτε το Διαδίκτυο για το χάλι στον “πραγματικό” κόσμο. Ψάξτε πρώτα να βρείτε τα προβλήματα του “πραγματικού” κόσμου. Μην εθελοτυφλείτε μπροστά σε θλιβερές καταστάσεις και άθλιες νοοτροπίες.