Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
9 / 6 / 2020

Κάποιος στο Twitter μού έγραψε μια απάντηση για το προηγούμενο άρθρο σχετικά με το σκαστό καλαμπόκι/ποπ-κορν. Βασικά, μοιράστηκε έναν σύνδεσμο από τη Wikipedia – αυτόν εδώ – όπου αναφέρονται διάφορες ελληνικές ονομασίες για το ποπ-κορν· και μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρον για να το παραθέσω.

Το πρόβλημα, όμως, είναι πως όλες αυτές οι λέξεις είναι ιδιωματικές. Επιπλέον, λέξεις όπως παπαρλοπλαπούτσια μπορεί να έχουν πλάκα, ομολογουμένως, αλλά δεν είναι εύηχες. Κι αν τις θέλεις για χρήση μέσα σε φανταστικό σκηνικό, είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα. Εκεί δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις ιδιωματικές λέξεις που ισχύουν σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας. Ή πρέπει να χρησιμοποιήσεις κάτι που μοιάζει πιο ουδέτερο, ή, αν θέλεις να χρησιμοποιήσεις ιδιωματική λέξη, συνήθως είναι καλύτερα να σκεφτείς κάτι δικό σου. Θα μπορούσες να τα λες, πχ, τσουτσούκια. Θα είχε πλάκα, σίγουρα, και μικρή διαφορά από άλλες λέξεις που είδα σ’αυτό το άρθρο.

Ορισμένες φορές διανοείσαι μια φανταστική λέξη και λες ότι είναι πολύ παράξενη, ή πολύ γελοία. Αλλά, μετά, βλέπεις τι υπάρχει στην «πραγματικότητα» που βιώνουμε... και τότε λες ότι τίποτα δεν μπορεί να την ξεπεράσει!

 

8 / 6 / 2020

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Έχεις παρατηρήσει ότι δεν έχουμε καμία ελληνική ορολογία για το pop-corn; Τουλάχιστον, εγώ, όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα τίποτα σε κανένα λεξικό.

Χρησιμοποιούμε, επομένως, τη λέξη όπως είναι – ποπ-κορν, ή ποπ κορν. Αλλά δεν είναι ελληνική λέξη. Ούτε είναι από εκείνες τις λέξεις που, αν και ξένες, έχουν ενταχθεί πλέον τόσο πολύ μέσα στη γλώσσα μας που μπορούν να θεωρηθούν ως ελληνικές: όπως το καζίνο ή το γκαράζ.

Έγραφα, λοιπόν, μια ιστορία στο Θρυμματισμένο Σύμπαν πριν από κάποιο καιρό (την οποία δεν έχω δημοσιεύσει ακόμα – εντάσσεται στον δεύτερο κύκλο) και οι χαρακτήρες μου είχαν βρεθεί σ’ένα μέρος όπου μπορούσαν, και ήθελαν, να φάνε ποπ-κορν. Αλλά δεν μου φαινόταν σωστό να γράψω ποπ-κορν. Τα πάντα σ’έναν φανταστικό κόσμο υποτίθεται πως είναι μετάφραση, γιατί εκεί, βέβαια, δεν μιλάνε ελληνικά. Οπότε, μου έμοιαζε λάθος να χρησιμοποιήσω έναν έκδηλα αγγλικό όρο όπως το ποπ-κορν. Αλλά πώς να το πω;

Η λύση ήταν προφανής. Σκαστό καλαμπόκι. Τι άλλο; Στο Θρυμματισμένο Σύμπαν, το ποπ-κορν θα μπορούσε άνετα να είναι σκαστό καλαμπόκι.

Απορώ, μάλιστα, γιατί κανένας και στην Ελλάδα δεν το έχει ποτέ ονομάσει σκαστό καλαμπόκι. Μπορείς να φανταστείς τίποτα πιο ταιριαστό;

 

6 / 6 / 2020

Βοθροδαίμων. Αυτό το αξιαγάπητο ον, όπως φαίνεται από τη φωτογραφία, πάει και τρώει βόθρους μέσα στις πόλεις, κάνοντάς τους να εξαφανίζονται, με αξιοσημείωτες υγειονομικές συνέπειες για τους κατοίκους.

Μυστηριακές Οντότητες

 

4 / 6 / 2020

Γενικά, δεν θέλω να μπλέκω τη λογοτεχνία με την πραγματικότητα· προτιμώ να τα κρατάω χωριστά, το καθένα στην περιοχή του. Μου μοιάζει με άγος το να τα μπλέκεις. Θέλω να πω: είναι χυδαίο, δεν είναι; Εις βάρος της λογοτεχνίας κυρίως. Είναι σαν μόλυνση.

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό έρχεται τελείως φυσικά και δεν μπορείς να το αποφύγεις· ή δεν θέλεις επειδή είναι κάτι που αισθάνεσαι ότι ταιριάζει. Και δεν μιλάω μόνο για όταν η πραγματικότητα εισβάλει στη λογοτεχνία (με κάποια ιδέα, συνήθως) αλλά κι όταν η λογοτεχνία εισβάλει στην πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, ένας χαρακτήρας που έγραφα πάντα έστριβε τα τσιγάρα του (είναι ο Ζαώδριλ ο Σκοτωμένος από το Απομεινάρηδες και Ζωντανοί Νεκροί αν αναρωτιέστε), και σκέφτηκα Μήπως έχει δίκιο τελικά; Μέχρι τότε δεν κάπνιζα στριφτό τσιγάρο. Το δοκίμασα, και από τότε το «κανονικό» τσιγάρο μού φαίνεται σαν καμένο χαρτί· το καπνίζω μόνο όταν βαριέμαι να στρίψω.

Ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, μαζί με περίεργη σύμπτωση ίσως, είναι με τον κορονοϊό. Στην ιστορία που γράφω τελευταία είχα ήδη αποφασίσει ότι μέσα στην πλοκή θα υπάρχει ένα νοσοκομείο με διεφθαρμένους γιατρούς, και είχα διάφορες ιδέες για το τι μπορεί να έκαναν αυτοί οι γιατροί. Είχα ήδη αποφασίσει για κάτι, αλλά είχε περάσει από το μυαλό μου και ένας ιός: το είχα όμως αφήσει κατά μέρους αυτό γιατί μου είχε φανεί αρκετά κλισέ.

Και μετά, έπεσε ο κορονοϊός. Το όλο πράγμα που γράφω έδεσε σωστά μες στο μυαλό μου. Αυτό ήταν, γαμώτο! Αυτό ήταν. Ένας ιός, μια πανδημία: μια πανούκλα εξαπλωμένη σε πολλούς, ελεγχόμενη από λίγους. Ένα κάρο ιδέες κατευθείαν.

Και, όχι, δεν είναι παρωδία του κορονοϊού· δεν γράφω παρωδίες, τις αποφεύγω σαν... πανούκλα. Είναι απλώς μια κατάσταση μέσα στην ιστορία που γράφω. Ο καταραμένος κορονοϊός έφτασε μέχρι και στο βιβλίο μου· αλλά δεν νομίζω πως εκεί τα επακόλουθά του είναι αρνητικά. Μου έδωσε ακριβώς εκείνο που ήθελα, τη στιγμή που το ήθελα.

Ξεκάθαρη εισβολή της πραγματικότητας στη λογοτεχνία· αλλά αφομοιωμένη. Σαν τον κατακτητή που έρχεται στα μέρη σου και τελικά καταντάει να γίνεται δικός σου πολεμιστής επειδή τον μεθάς με το κρασί σου και με τις γυναίκες σου.

Αλλά αυτό το βιβλίο μου δεν θα έχετε τη δυνατότητα να το διαβάσετε σύντομα. Όχι πως θ’αργήσω τόσο να το τελειώσω, αλλά τώρα, όπως βλέπετε, δημοσιεύω τα τελευταία βιβλία των Κρυφών Όπλων της Πόλης, και εκεί τελειώνει ο δεύτερος κύκλος του Θρυμματισμένου Σύμπαντος και θα κάνουμε ένα μεγάλο διάλειμμα προτού δημοσιεύσω τίποτ’ άλλο, γιατί έχω ήδη δημοσιεύσει αρκετά βιβλία για μια δεκαετία, νομίζω.

Οπότε, σκέφτομαι ότι, αν είμαι ακόμα ζωντανός και δημοσιεύσω τελικά το βιβλίο που γράφω τώρα, ίσως να μη θυμούνται πια τον κορονοϊό και να μπορούν να κάνουν τη σύγκριση αυτοί που θα το διαβάσουν. Βασικά, ελπίζω να μη θυμούνται πλέον τον κορονοϊό· ελπίζω να τον έχουν ξεχάσει τελείως, να έχει πάει, αυτός και οι θιασώτες του, εκεί απ’όπου ήρθαν. Επομένως, το βιβλίο μου απλά θα συμπεριλαμβάνει μια κατάσταση με ελεγχόμενη πανδημία που πολλοί μπορεί να θεωρήσουν και τελείως φανταστική...

 

31 / 5 / 2020

Κάπου είχα διαβάσει έναν ορισμό της φανταστικής λογοτεχνίας ο οποίος μου είχε φανεί ενδιαφέρων. Δεν θυμάμαι την πηγή, αλλιώς θα έβαζα link, αλλά ο ορισμός είναι ο εξής:

Στις ιστορίες φανταστικής λογοτεχνίας, ή έχεις υπερβατικούς χαρακτήρες (extraordinary characters) σε συνηθισμένες καταστάσεις (ordinary situations), ή έχεις συνηθισμένους χαρακτήρες σε υπερβατικές καταστάσεις, ή έχεις υπερβατικούς χαρακτήρες σε υπερβατικές καταστάσεις.

Και νομίζω πως αυτός ο ορισμός σε σχέση με άλλους είναι πολύ πιο καλός, διότι ισχύει σχεδόν παντού. Περιλαμβάνει τρεις περιπτώσεις:

Α) Υπερβατικοί χαρακτήρες σε συνηθισμένες καταστάσεις. Δηλαδή, για παράδειγμα, ο μάγος Μέρλιν (υπερβατικός χαρακτήρες με παράξενες δυνάμεις) καθώς προσπαθεί να σταματήσει έναν πόλεμο (συνηθισμένη κατάσταση)· ή ο Σπάιντερμαν ενώ κυνηγά κάτι κακοποιούς.

Β) Συνηθισμένοι χαρακτήρες σε υπερβατικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, η Αλίκη (ένα απλό, συνηθισμένο παιδί χωρίς ειδικές δυνάμεις) που καταλήγει ξαφνικά στη Χώρα των Θαυμάτων· ή τα χόμπιτ που ξεκινάνε να διασχίσουν τη Μέση-Γη.

Γ) Υπερβατικοί χαρακτήρες σε υπερβατικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, αστρικοί μάγοι που αντιμετωπίζουν εισβολή από δαίμονες του Διαστήματος· ή ο Χι-Μαν που αντιμετωπίζει ακόμα μια φορά τα τέρατα του Σκέλετορ.

Εν ολίγοις, αυτός ο ορισμός περιλαμβάνει τα πάντα εκτός από καταστάσεις όπου συνηθισμένοι χαρακτήρες βρίσκονται σε συνηθισμένες καταστάσεις, γιατί τότε μιλάς για συμβατική λογοτεχνία. Δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο.

Αν και υπάρχει, ίσως, μια εξαίρεση – που, βέβαια, σπάνια βλέπουμε. Όπως μερικά χόμπιτ (συνηθισμένοι χαρακτήρες) να ασχολούνται με τη γεωργία στο Χόμπιτον (συνηθισμένη κατάσταση), και αυτό να είναι όλη η ιστορία, χωρίς περιπέτειες με Γκόλουμ, δράκους, ή Σκοτεινούς Άρχοντες. Μοιάζει με συμβατική λογοτεχνία αλλά ουσιαστικά δεν είναι, γιατί έχεις φανταστικό σκηνικό.

 

127η σελίδα από τις 183

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]