
Χοιρινές σοφίες.
Φήμες μαρτυρούν ότι αυτό το όμορφο χοιρίδιον κατέληξε μπριζόλες ψητές... Γι’αυτό λέμε ότι δεν πρέπει να τρώτε κρέας· αλλά δεν ακούτε...
|
|
Μια στιγμή... |

Χοιρινές σοφίες.
Φήμες μαρτυρούν ότι αυτό το όμορφο χοιρίδιον κατέληξε μπριζόλες ψητές... Γι’αυτό λέμε ότι δεν πρέπει να τρώτε κρέας· αλλά δεν ακούτε...
(Συγνώμη για κάποια τυπογραφικά λάθη που πιθανώς να υπάρχουν· είναι μεγάλο κείμενο και δεν έχω άπειρο χρόνο για διόρθωση.)
Εξαρχής τα κοινωνικά δίκτυα (social media) δεν μου δημιουργούσαν καλή αίσθηση, και συνήθως εμπιστεύομαι το ένστικτό μου γιατί σπάνια κάνει λάθος. Ωστόσο, ας μην είμαστε προκατειλημμένοι, λέω πάντα. Ας κάνουμε, λοιπόν, έναν απολογισμό των social media μέχρι στιγμής.
Κατά πρώτον, δηλώνω πως ποτέ δεν ήμουν από εκείνους που ασχολούνται πολύ με τα social media, αλλά έχω ασχοληθεί αρκετά με κάποια από αυτά και, σε τελική ανάλυση, όσα έχω δει δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσουν και τόσο. Το Facebook από καιρό το εγκατέλειψα γιατί άρχισε να μου ζητά ταυτότητα. Υποθέτω πως κάποιοι φρενοβλαβείς είχαν δει κάτι εικόνες που έβαζα στο Facebook οι οποίες προέρχονταν κατευθείαν από feed του Tumblr και οι οποίες ενόχλησαν τα ευαίσθητα ματάκια τους, οπότε διαμαρτυρήθηκαν μια, δυο, τρεις φορές γι’αυτές, και τελικά το Facebook άρχισε να μου ζητά ταυτότητα. Του έδειξα ένα κωλοδάχτυλο, αντί για ταυτότητα, και έφυγα. Γιατί, πραγματικά, δεν έχει καμία δουλειά να ζητά την ταυτότητά σου παρά μόνο για κάποιο νομικό θέμα.
Επομένως, δεν μπορώ να πω ότι προσωπικά έχω ασχοληθεί πολύ με το Facebook, αλλά ξέρω τι γίνεται από τρίτους και από αυτά που παρατηρώ.
Όμως εδώ δεν θα μιλήσω ούτε με γενικολογίες ούτε με γενικές παρατηρήσεις ούτε με αυτά που έχω ακούσει ή διαβάσει από άλλους. Θα πω απλά για τη δική μου εμπειρία όλα αυτά τα χρόνια με τα κοινωνικά δίκτυα, και κυρίως με το Tumblr και το Twitter, γιατί κυρίως αυτά χρησιμοποιώ και τα θεωρώ κι από τα καλύτερα σε σχέση με άλλα, για να είμαι ειλικρινής.
Το blog μου στο Tumblr είναι παλιό. Το ξεκίνησα από το 2008. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα blog 12 χρονών. Ένα γέρικο blog. Και ποστάρω συστηματικά εκεί. Παλιότερα περισσότερο, τώρα λιγότερο. Αλλά συστηματικά. Ξέρεις πόσους ακόλουθους έχω αυτή τη στιγμή στο Tumblr; 16.800-και-κάτι. Ελάχιστους, δηλαδή. Παρότι είμαι 12 χρόνια εκεί και δημιουργώ κίνηση και ποστάρω συστηματικά. Κατά καιρούς, είχα δει blogs να εμφανίζονται ξαφνικά στο Tumblr και να έχουν αμέσως 20.000 ακόλουθος, ή κάτι τέτοιο τρελό, τον καιρό που εγώ μετά βίας έφτανα τους 1.500. Συγχρόνως, έβλεπες μερικά post να αποκτούν τρελό αριθμό likes και reblogs μέσα σε χρόνο dt. Σχεδόν σουρεαλιστικό έμοιαζε το πράγμα... Τι δεν πάει καλά εδώ; Όταν ένα blog που είναι 12 χρόνια στο Tumblr και βάζει υλικό συστηματικά δεν μπορεί να φτάσει ούτε καν τους 20.000 ακόλουθους – τι δεν πάει καλά εδώ; Κανονικά, ύστερα από 12 χρόνια συστηματικής χρήσης του πράγματος, θα έπρεπε τώρα να είμαι στους 50.000 ακόλουθους – το λιγότερο – σύμφωνα με τα δεδομένα που θέλουν κάποιοι να παρουσιάζουν για τα social media.
Το Twitter το είχα από παλιά, από τότε που ξεκίνησα το Tumblr σχεδόν, αλλά τότε δεν ασχολιόμουν καθόλου μαζί του· απλά του έστελνα το feed του Tumblr· οπότε λογικό ήταν να μην έχει και πολύ κίνηση, σωστά; Έτσι πίστευα. Τα τελευταία 5 χρόνια, όμως, ασχολούμαι πολύ πιο συστηματικά με το Twitter. Βάζω τακτικότατα υλικό, βάζω πολλά links, και πολλά από αυτά μάλιστα είναι διεθνούς ενδιαφέροντος, δηλαδή παραπέμπουν σε αγγλόφωνες σελίδες που μπορούν να διαβαστούν από τον καθένα, όχι μόνο από Έλληνες, οι οποίοι είναι σχετικά περιορισμένος πληθυσμός. Στην αρχή είχα ακολουθήσει την τακτική που έκαναν όλοι στο Twitter τότε για να παίρνουν ακόλουθους: ακολουθούσα εκατοντάδες άλλους και κάποιοι από αυτούς με ακολουθούσαν επίσης, και όσους δεν με ακολουθούσαν έπαυα να τους ακολουθώ. Το επαναλάμβανα αυτό τακτικά, και έτσι έβγαλα κάμποσους ακόλουθους, για να μην έχεις την αίσθηση ότι βάζεις υλικό που στοίχημα είναι αν το βλέπει κανένας. Από ένα σημείο και μετά, το Twitter απαγόρευσε αυτή την τακτική που όλοι χρησιμοποιούσαν και έβαλε περιορισμό στο πόσους μπορείς να κάνεις un/follow ανά ημέρα. Πρέπει οπότε τώρα να μπαίνεις κάθε μέρα στο Twitter, να ακολουθείς καμιά 20αριά άτομα, και την άλλη μέρα να βλέπεις ποιοι μένουν, να σβήνεις κάποιους, να ακολουθείς καινούργιους, κ.ο.κ., ελπίζοντας ότι έτσι, σιγά... σιγά... σιγά... σιγά... θα ανεβάσεις τους ακόλουθους. Αυτό βαριέμαι να το κάνω, και δεν το κάνω. Και ξέρεις τι συμβαίνει από τότε; Απλά σβήνω όσους σταματάνε να με ακολουθούν. Αν και υπάρχουν κάποιοι που με ακολουθούν οικειοθελώς, το γενικό σύνολο των ακόλουθών μου σταδιακά, αν και όχι ραγδαία, μειώνεται, δεν αυξάνεται.
Εν ολίγοις, ασχολούμαι καμιά 5ετία ενεργά με το Twitter, βάζοντας τακτικότατα υλικό, αρκετό από το οποίο είναι διεθνούς ενδιαφέροντος, αλλά παρ’όλ’ αυτά δεν μπορώ να αποκτήσω πολλούς ακόλουθους. Κάτι δεν πάει καλά εδώ;
ΟΚ, κάποιες βασικές διευκρινίσεις τώρα:
Το συμπέρασμα ξέρεις ποιο είναι για τα κοινωνικά δίκτυα; Ότι, αν δεν ανήκεις σε ομάδα ή μαντρί, δεν γλείφεις κανέναν, δεν ακολουθείς τις επιταγές κανένας, δεν πληρώνεις, αλλά είσαι δημιουργικός, ελεύθερος άνθρωπος που παράγει έργο, σε έχουν κατά βάση γραμμένο στ’αρχίδια τους.
Η ίδια λογική ακολουθείτε και σε όλα τα υπόλοιπα social media, απ’ό,τι έχω καταλάβει (πλην εξαιρέσεων κάποιων νέων social media ίσως – ίσως – γιατί δεν έχω μεγάλη προσωπική πείρα από αυτά). Για παράδειγμα, στο Goodreads, σε μια φάση έρχονταν άτομα και μου ζητούσαν να διαβάσω τα βιβλία τους για να διαβάσουν τα δικά μου. Σόρυ, αλλά δεν με ενδιαφέρουν αυτοί οι «αναγνώστες» που σε διαβάζουν υπό την πληρωμή να τους διαβάσεις. Δεν είναι πραγματικοί αναγνώστες ούτως ή άλλως. Είναι διαφημιστικό κόλπο και εγωκεντρική παγίδα η όλη υπόθεση, χωρίς να έχει τίποτα το δημιουργικό ή το ειλικρινές. Δηλαδή, από τα πράγματα που δεν μου αρέσουν.
Αλλά ας αναρωτηθούμε: φταίνε τα κοινωνικά δίκτυα για αυτή την κατάσταση;
Όχι, δεν φταίνε τα ίδια τα δίκτυα ακριβώς. Φταίει η νοοτροπία των ανθρώπων.
Ας πάμε για λίγο έξω από το Διαδίκτυο. Είναι η κατάσταση καλύτερη; Οριακά χειρότερη είναι, από κάποιες απόψεις.
Ποιες απόψεις; Κατά πρώτον, και έξω από το διαδίκτυο, πάλι έχεις κλίκες, πάλι έχεις γλείφτες, πάλι έχεις εντολοδόχους, πάλι έχεις μισθωμένα πράγματα. Τα ίδια χάλια, βασικά. Αλλά στο Διαδίκτυο μπορεί ο καθένας, τουλάχιστον, να βγάλει κάτι δικό του και να το προωθήσει μόνος του. Στον συμβατικό κόσμο αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο εκτός αν είσαι πρόθυμος να ξοδέψεις πολλά λεφτά για την υπόθεση – και συνήθως δεν σε συμφέρει. Πάρε για παράδειγμα τι γίνεται με τους εκδότες, από τους οποίους έχω και κάποια προσωπική πείρα. Αν δεν πας να τους βρεις με συστάσεις από τρίτους, ή αν δεν είσαι σε κάποιους κύκλους, ή αν δεν θέλεις να πληρώσεις εσύ ο ίδιος για την έκδοση, δεν πρόκειται ποτέ να τυπώσουν τίποτα δικό σου, πόσω μάλλον να το προωθήσουν.
Δεν έχει σημασία αν είσαι καλός σ’αυτό που κάνεις, δεν έχει σημασία αν έχεις μεράκι, δημιουργικότητα, καλή διάθεση. Όλα αυτά τα έχουν γραμμένα στ’αρχίδια τους – αν όχι τελείως, τότε σίγουρα κατά το 80%.
Αν πάλι πας να τους βρεις κατόπιν συστάσεων, ή είσαι μέσα σε συγκεκριμένους κύκλους, ή είσαι καλός εντολοδόχος, τότε θα τυπώσουν αυτό που τους δίνεις και πιθανώς να το προωθήσουν και ενθουσιωδώς δίνοντας την εντύπωση ότι έχει μεγαλύτερη κίνηση απ’ό,τι πραγματικά έχει. Δε θα τους ενδιαφέρει καν αν είναι καλό από καλλιτεχνικής άποψης· μπορεί να είναι σκουπίδι. Το ίδιο κάνει. Εντάξει, θα βάλουν έναν διορθωτή να ρίξει μια βασική διόρθωση, και τελείωσε το θέμα.
Δες τι γίνεται τα τελευταία χρόνια εν μέσω οικονομικής κρίσης. Ο κόσμος δεν έχει λεφτά να αγοράσει σώβρακα, κλείνουν τα καταστήματα ρούχων, αλλά οι εκδότες συνεχίζουν να τυπώνουν ακάθεκτοι, και ορισμένοι, δε, ισχυρίζονται ότι πουλάνε τα κέρατά τους. Όλα τα μεγάλα και μικρά βιβλιοπωλεία κλείνουν, αλλά οι εκδότες εκεί, τυπώνουν και λένε ότι πουλάνε. Ποιος τα αγοράζει, ρε παιδιά; Μας δουλεύουν;
Εγώ, εκτός των άλλων, θεωρώ πως οποιοδήποτε βιβλίο κοστίζει σήμερα άνω των 10 ευρώ είναι πανάκριβο. Και το ξέρω πως είναι αστείο που το λέω αυτό γιατί γνωρίζω πώς είναι η κατάσταση στην Ελλάδα με τα βιβλία, έχοντας κι ο ίδιος εκδώσει δικά μου. Δυστυχώς, δεν μπορείς να βάλεις χαμηλότερες τιμές, ειδικά σε πολυσέλιδα βιβλία, γιατί δεν υπάρχει αρκετή ζήτηση. Βάζεις αυτές τις τιμές ελπίζοντας ότι ίσως πιάσεις το κόστος... και πάλι πέφτεις έξω. Ωστόσο, όταν βλέπω τιμές 15 και 20 ευρώ για ένα βιβλίο, καβούρια βγαίνουν ξαφνικά στο πορτοφόλι μου. Προτιμώ τους θησαυρούς των παλαιοβιβλιοπωλείων και του Διαδικτύου.
Τώρα, ανάμεσα σ’όλα που προωθούνται από εκδότες και γίνονται τραγικά γνωστά, υπάρχουν και κάποια καλά πράγματα, ομολογουμένως· δεν αντιλέγω. Αλλά αυτό είναι τυχαίο. Δεν γίνεται εκ συστήματος· προκύπτει κατά σύμπτωση.
Δεν ζεις σε μια αξιοκρατική κοινωνία όπου ο κάθε άνθρωπος μπορεί, με τις προσωπικές του δυνάμεις, ικανότητες, και ευφυΐα, να καταφέρει κάτι. Ζεις σε μια κοινωνία της μάντρας, των «κύκλων», του γλειψίματος, της υποταγής της σκέψης, και της δωροδοκίας.
Και αυτό το σάπιο πράγμα το έχουν μεταφέρει στο Διαδίκτυο μέσω των social media.
Όχι, δεν φταίνε τα ίδια τα κοινωνικά δίκτυα. Φταίνε οι άνθρωποι που τα χρησιμοποιούν.
Το Διαδίκτυο ξεκίνησε ως μια ευκαιρία για κάτι καλύτερο. Και εξακολουθεί να αποτελεί ευκαιρία για κάτι καλύτερο· αυτό δεν μπορεί να καταλυθεί, είναι μέσα στη φύση του Διαδικτύου. Το θέμα είναι ότι υπάρχουν δυνάμεις που δεν θέλουν ν’αφήσουν αυτή τη φύση να ζωντανέψει και να φουντώσει αλλά, αντιθέτως, κάνουν το παν για να την καταπολεμήσουν και να την περιορίσουν... και καταλήγεις να έχεις ένα Διαδίκτυο που είναι εν μέρει ελεύθερο εν μέρει φυλακισμένο σε παλιές, κακές, σάπιες, μολυσματικές νοοτροπίες.
Και η πλάκα είναι πως αυτά τα λέει κάποιος που δεν γράφει λογοτεχνία ούτε για τη δόξα του πράγματος, ούτε για παλαμάκια, ούτε για λεφτά· γράφει λογοτεχνία γιατί είναι το πιο γαμάτο πράγμα που μπορεί να φανταστεί να κάνει επάνω σ’αυτό τον κόσμο. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα κακώς κείμενα που δεν μπορείς να παραβλέψεις, που, ίσως, δεν είναι σωστό να παραβλέψεις. Γιατί, πολύ απλά, είναι λάθος.
Ποια απάντηση μπορείς να δώσεις σε όλα αυτά ως ελεύθερος άνθρωπος; Μόνο μία. Κάνεις τη δική σου, προσωπική αντικουλτούρα. Και ίσως να γράψω περισσότερα γι’αυτό σε επόμενο post αν έχω όρεξη, γιατί το συγκεκριμένο παραέχει γίνει μεγάλο.

Ο καθένας στη φούσκα του. Και συνωστίζεστε όσο γουστάρετε.
Ο Brian Lumley είναι πιο γνωστός για τον Νεκροσκόπο, αλλά δεν έχει τύχει να τον διαβάσω ώς τώρα παρότι τον έχω στα υπόψη. Ίσως να φταίει το ότι έχει να κάνει με βαμπίρια και, γενικά, δεν γουστάρω τα βαμπίρια.
Όμως ο Lumley έχει γράψει κι άλλα βιβλία, ανάμεσα στα οποία και κάποια στις ονειροχώρες του Lovecraft. Έτσι αποφάσισα να διαβάσω αυτά, γιατί οι ονειροχώρες ανέκαθεν μου φαίνονταν ενδιαφέρον σκηνικό που όμως ο ίδιος ο Lovecraft δεν νομίζω ότι είχε εξερευνήσει ή επεκτείνει αρκετά μέσα στα κείμενά του. Ήλπιζα ότι ο Lumley θα έκανε εκείνο που ο Lovecraft δεν είχε κάνει.
Κούνια που με κούναγε...
Ή, μάλλον, όχι, εντάξει, έχει όντως επεκτείνει και εξερευνήσει περισσότερο τις ονειροχώρες. Όμως είναι σχεδόν σαν άλλο πράγμα. Η Αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ, του Lovecraft, είναι γραμμένη όχι απλά με τις ονειροχώρες ως σκηνικό αλλά και με τρόπο καταφανώς ονειρικό. Είναι το ίδιο το ύφος της γραφής τέτοιο.
Αυτό δεν ισχύει στα βιβλία του Brian Lumley, που τα δύο πρώτα είναι το Hero of Dreams και το Ship of Dreams. Το ένα το έχω ήδη τελειώσει, το άλλο το τελειώνω τώρα – 20 σελίδες απομένουν. Δεν έχουν καμιά σχέση μ’εκείνο που ήξερα από τον Lovecraft. Τα βιβλία αυτά είναι καλτ με την κακή έννοια. Ναι, σίγουρα, διαδραματίζονται στις ονειροχώρες του Lovecraft – τα ίδια ονόματα, οι ίδιες τοποθεσίες – όμως είναι όλα γραμμένα σαν ένα σκηνικό για περιπέτειες ηρωικής φαντασίας. Δεν έχουν τίποτα το πραγματικά ονειρικό οι ονειροχώρες του Lumley εκτός απ’το ότι ο χρόνος στα ταξίδια υποτίθεται πως περνά λίγο περίεργα, και το ίδιο ισχύει για τις αποστάσεις γενικά – είναι κάπως ακαθόριστες.
Οι ιδέες είναι καλές – και αυτές του Lovecraft και αυτές του Lumley – δεν είναι άσχημες. Ορισμένες είναι τελείως σουρεαλιστικές. Είναι, ίσως, ο μόνος λόγος για να διαβάσεις αυτά τα βιβλία. Κατά τα άλλα, δεν είναι και τόσο καλά. Είναι αυτό που θα έλεγα «της πλάκας». Η ίδια η γραφή μοιάζει να είναι της πλάκας. Παρότι έχει αναμφίβολα έναν δυναμισμό και έναν αυθόρμητο ενθουσιασμό, δεν είναι καλή γραφή· το βλέπεις αυτό. Και οι δύο βασικοί χαρακτήρες είναι ακόμα χειρότεροι. Είναι ό,τι πιο κλασικό μπορείς να φανταστείς στην ηρωική φαντασία, και ό,τι πιο γελοίο. Οι κλασικοί adventurers. Μάλιστα, μέσα στο ίδιο το κείμενο αναφέρονται, ξανά και ξανά, ως «the adventurers», και πραγματικά θυμίζει συνηθισμένο RPG η όλη κατάσταση, ακόμα και από το όπως μιλάνε οι χαρακτήρες αναμεταξύ τους, όλο αστειάκια και ευφυολογήματα. Δεν είναι κακός ο διάλογος γι’αυτό που είναι – μοιάζει ζωντανός – αλλά αυτό που είναι είναι της πλάκας. Θυμίζει όπως θα μιλούσαν οι παίχτες ενός RPG γύρω απ’το τραπέζι: οι παίχτες, όχι οι χαρακτήρες τους.
Μιλάμε για δυο ήρωες που βάζουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο για το δε-γαμιέται-πάμε-ρε-συ, και αντιμετωπίζουν παράξενα τέρατα ενώ ευφυολογούν μες στη μάχη και περνάνε από θανατηφόρες παγίδες κάνοντας αστεία.
Η ίδια η πλοκή, αναμενόμενα, δεν είναι και τόσο καλή. Πάλι, θυμίζει περιπέτεια κλασικού RPG όπου οι χαρακτήρες στέλνονται αποδώ κι αποκεί, ή πηγαίνουν από μόνοι τους, χωρίς πραγματικά καλές δικαιολογίες. Δεν μοιάζουν με πραγματικούς ανθρώπους· μοιάζουν με καρικατούρες ανθρώπων.
Το Hero of Dreams δεν ήταν καλό ακριβώς, αλλά είχε πλάκα και μια αρκετά απρόβλεπτη πλοκή – πράγμα που είναι bonus. Το Ship of Dreams είναι ακόμα χειρότερο: η πλοκή είναι τελείως κλισέ. Αξιοσημείωτο, δε, ότι και στα δύο βιβλία υπάρχει μια κακιά τύπισσα που φαίνεται σαν να βγήκε από μισογύνικη φαντασίωση (και, όχι, δεν είναι η ίδια κακιά τύπισσα· είναι δύο διαφορετικές). Και οι δύο θέλουν να πηδηχτούν με τον βασικό ήρωα, τον David Hero (άκου όνομα, εκτός των άλλων!), αλλά όταν είναι στο κρεβάτι μαζί του αποκαλύπτεται ότι είναι πανέμορφες γυναίκες μόνο από τη μέση και πάνω... ή κάτι τέτοιο.
Μιλάμε για τη μια γελοιότητα μετά την άλλη.
Εντάξει, μην είμαι και τελείως άδικος μ’αυτά τα βιβλία. Διαβάζονται. Έχουν, όντως, πλάκα. Αλλά αυτό είναι – της πλάκας. Ενώ περίμενα κάτι περισσότερο. Δεν ξέρω άμα θα πάω στο τρίτο. Ο Dray Prescot είναι σκάλες πιο πάνω, ειδικά ύστερα από τα αρχικά βιβλία της σειράς, κι αισθάνομαι να με καλεί ξανά· η σειρά αυτή είναι γιγάντια...
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Η σειρά κινουμένων σχεδίων Masters of the Universe – επίσης γνωστή ως He-Man – ήταν μια σειρά φτιαγμένη από τη Mattel για να υποβοηθήσει στο να πουληθούν κουκλάκια που απεικόνιζαν πολεμιστές και τέρατα. Ήταν ένα καθαρά καπιταλιστικό κόλπο, μπορείς να πεις, για εμπορικούς λόγους.
Όμως πολλοί εξακολουθούν να θυμούνται αυτή τη σειρά, πράγμα το οποίο άνετα βλέπεις στο Διαδίκτυο από το πλήθος των εικόνων που κυκλοφορούν με τον Χι-Μαν, τους εχθρούς του, και τους φίλους του. Η σειρά δεν έχει ξεχαστεί. Αν μη τι άλλο, έχει πλέον αναβιβαστεί στο επίπεδο του καλτ.
Κι αυτό ίσως να μην είναι τυχαίο.
Ναι, ξέρω, έχει πολλά άσχημα, ορισμένα από τα οποία είναι: ότι κανένας ποτέ δεν σκοτώνεται παρότι γίνονται δεκάδες μάχες· ότι δίνεται συνήθως η εύκολη λύση της γροθιάς ενός υπερανθρώπου· ότι οι πλοκές είναι απλοϊκές, έως και ανόητες μερικές φορές· ότι, στο τέλος κάθε επεισοδίου, έχει εκείνα τα αστεία ηθικά διδάγματα.
Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η σειρά υποτίθεται πως είναι παιδική. Σε παιδικές σειρές δεν έχουμε θανάτους και οι πλοκές δεν μπορεί να είναι και τόσο σπουδαίες. Επίσης, έχουμε ηθικά διδάγματα – δυστυχώς (“παιδιά, γι’αυτό δεν πρέπει ποτέ να εμπιστεύεστε τους αγνώστους!” “παιδιά, πάντα να δίνετε μια δεύτερη ευκαιρία στους άλλους”· “ποτέ να μη λέτε ψέματα, γιατί μπορεί να μπλέξετε άσχημα!” κτλ κτλ).
Το γεγονός ότι μπορούν και μεγαλύτεροι να παρακολουθήσουν τη σειρά και να την απολαύσουν είναι, όμως, αξιοσημείωτο. Πάω στοίχημα, μάλιστα, πως πλέον κυρίως μεγαλύτεροι είναι που βλέπουν αυτή τη σειρά.
Οι πλοκές είναι όντως απλοϊκές, αλλά μέσα σε 20 λεπτά που είναι το κάθε επεισόδιο, τι πλοκές να περιμένεις; Ειδικά από τη στιγμή που πρέπει να είναι αυτοτελείς… Είναι πολύ δύσκολο να έχεις καλύτερες πλοκές μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Εξαίρεση ίσως να αποτελεί η σειρά Thundarr the Barbarian που, για τον λίγο χρόνο (20’ πάλι), οι ιστορίες είναι αξιοσημείωτα καλές.
Κατά τα άλλα, το Masters of the Universe περιλαμβάνει διάφορα παράξενα σκηνικά και ευφάνταστες ιδέες που νομίζω πως μπορεί περισσότερο να εκτιμήσει ένας μεγαλύτερος παρά ένα παιδί. Συνδυάζει πάρα πολλά στοιχεία με τρόπο που σήμερα δεν συμβαίνει παρά μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Συνδυάζει μύθους, μαγεία, παραδοξότητες, παράξενη τεχνολογία, άλλες διαστάσεις, άλλους πλανήτες, ασυνήθιστα σκάφη και τεχνουργήματα, εφιαλτικά όντα – πραγματικά, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Καθόλου άσχημα για μια παιδική (;) σειρά.
Επίσης, έχει κανείς προσέξει τους αρχετυπικούς συμβολισμούς στο Masters of the Universe; Ο Πρίγκιπας Άνταμ είναι ο Απλός Άνθρωπος που, μέσω ενός μαγικού στοιχείου (του ξίφους του και της Δύναμης του Γκρέισκαλ), μεταμορφώνεται στον Υπερβατικό Άνθρωπο, στον Χι-Μαν. Και ο Χι-Μαν δεν είναι απλά ένας τυχαίος ζούπερμαν· μοιάζει πολύ περισσότερο με τον αρχετυπικό ιππότη. Κατά πρώτον, είναι το σπαθί, που θυμίζει φυσικά το Εξκάλιμπερ και παρόμοια μαγικά σπαθιά. Κατά δεύτερον, παρατήρησε το σύμβολο στο στήθος του Χι-Μαν. Είναι ένας σταυρός. Ο κλασικός σταυρός των ιπποτών. Κανονικά, ένα τέτοιο σύμβολο δεν θα έπρεπε να έχει καμια θέση σ’έναν άλλο πλανήτη, μακριά από τη Γη. Όμως ο Χι-Μαν το έχει επάνω του. Είναι καθαρά συμβολικό.

Ο Χι-Μαν δείχνει τον απλό άνθρωπο που, μέσω υπερβατικής βοήθειας (όπως η πίστη, η μαγεία, ή οτιδήποτε άλλο), μεταμορφώνεται στον υπερβατικό άνθρωπο. Ακόμα ένα κλασικό concept, που υπάρχει παντού στον μυστικισμό και στις ιπποτικές παραδώσεις.
Επίσης, ο Σκέλετορ δεν είναι ένας οποιοσδήποτε κακός. Είναι ο Θάνατος, ουσιαστικά. Κοίτα τον πώς είναι. Μια κουκούλα κι ένα κρανίο μέσα. Μόνο το δρεπάνι τού λείπει. Αντί γι’αυτό, έχει το ραβδί του.
Ο Σκέλετορ – ο Θάνατος – είναι ο αιώνιος αντίπαλος του ιππότη. Θυμάσαι την 7η Σφραγίδα; Ο ιππότης πολεμά τον θάνατο, ξανά και ξανά. Ο Θάνατος δεν μπορεί να ηττηθεί· σαν τον Σκέλετορ παρουσιάζεται συνεχώς ως το αντίπαλο δέος.
Ο Ιππότης πάντα αντιμετωπίζει τον Θάνατο, και πρέπει να τον υπερνικά.
Ο Σκέλετορ κρατά ένα ραβδί που στην κορυφή του έχει το κρανίο ενός κριαριού – κλασικό σατανικό σύμβολο του Κακού.

Και πολλοί από τους υπόλοιπους χαρακτήρες της σειράς μοιάζουν επίσης με αρχετυπικές φιγούρες. Αλλά όχι τόσο όσο ο Χι-Μαν και ο Σκέλετορ.
Τελευταία (το 2000) είχαν βγάλει ακόμα μια σειρά με τον Χι-Μαν, πιο σύγχρονη από την παλιά. Αλλά δεν ήταν καλή. Δεν έχει την ίδια χάρη με την παλιά, γιατί επιχειρεί να πάρει τον εαυτό της πιο σοβαρά, ενώ η παλιά σειρά δεν παίρνει τον εαυτό της σοβαρά. Το ξέρεις ότι είναι ένα παραμύθι· δεν περιμένεις τίποτα πιο “ψαγμένο”. Τέτοιου είδος θεματολογίες απλά χαλάνε όταν προσπαθείς να τις κάνεις πιο ψαγμένες, διότι είναι, στη βάση τους, παραμύθια. Δεν μπορούν να σταθούν αλλιώς. Ωστόσο, από αυτό το παραμύθι λαμβάνεις κάτι πολύ ευφάνταστο και ψυχαγωγικό. Παρότι απλοϊκό, δεν είναι χαζό. Κι αυτό δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί.
Πάρε για παράδειγμα άλλες σειρές κινουμένων σχεδίων, πιο παλιές και πιο σύγχρονες, και θα καταλάβεις τι εννοώ.
126η σελίδα από τις 181
Επίσης . . .
Επιλογές Απριλίου (29/4)
Virgil Finlay (τέχνη φαντασίας) Chéri Hérouard (παρισινή τέχνη) Gervasio Gallardo (μυθική τέχνη) HP Lovecraft (τα Άπαντα) Cthulhu Mythos (Encyclopedia) Πολύπλοκα και πελώρια οικοδομήματα (πριν από τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους) Sybil Marie Anne Lenormand (και η μαντική τράπουλά της) Pulp Covers (the best of the worst) Το διάβασμα (μας κάνει καλό;) Παίξτε δωρεάν πάνω από 15.000 παιχνίδια (της Amiga) Τα βιβλία Mapbacks (των παλιών εκδόσεων Dell) Solarpunk (A Short Guide to the Decolonization of the Sun) Πώς να είσαι συγγραφέας (όπως πραγματικά αισθάνεσαι) ...Και έρχονται κι άλλα (στο LinX)

Επιλογές Απριλίου (22/4)
Τέχνη από CD — Anthea Xin («ενεργειακοί» πίνακες) — Rithika Merchant (λαβυρινθώδεις κοσμολογίες) — Savepoint.gr (η εξέλιξη του Retropolis) — Ανθολογίες τρόμου (1930) — Clare Winger Harris (1891-1968) — Ο μαζικός δολοφόνος της Φλώριδας και το ChatGPT — Μια ψεύτικη ασθένεια που ξεγέλασε την τεχνητή νοημοσύνη — Angus McBride (τέχνη) — Vintage RPG — Το Τάγμα του Ηλιακού Ναού και οι μαζικές αυτοκτονίες — Gil Kane (τέχνη) — Voyage to Faremido: Gulliver’s Fifth Voyage (διαβάστε δωρεάν) — & πολλά, πολλά ακόμα στο LinX

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter

Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.
Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:
But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.
Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».