Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
5 / 5 / 2024

Έχει τύχει να θυμάσαι κάποια ταινία, ή κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι, από παλιά αλλά να μη μπορείς, με τίποτα, να το βρεις σήμερα; Μου έχει τύχει, και έχω ακούσει ότι και σε άλλους έχει τύχει.

Δε θυμάσαι τον τίτλο, απλώς θυμάσαι διάφορα πράγματα για την ταινία ή για το παιχνίδι – εικόνες, σκηνές, λέξεις. Ρωτάς τον έναν, μήπως το ξέρει· ρωτάς τον άλλο. Τίποτα. Κανείς δεν το ξέρει, κανείς δεν το θυμάται. Ψάχνεις στο διαδίκτυο: τα ίδια. Δεν το βρίσκεις πουθενά.

Είναι σαν να μην υπήρχε ποτέ. Σαν να ήταν απλώς ένα όνειρο. Ή σαν να μη θυμάσαι καλά.

Είναι, όμως, όντως έτσι; Θυμάσαι λάθος; Ή απλά δεν μπορείς να το βρεις; Ή κάτι... άλλο γίνεται;

Αυτό έχει συμβεί σε πολλούς ανθρώπους. Και ίσως και με βιβλία, αλλά περισσότερο με ταινίες και ηλεκτρονικά παιχνίδια το έχω ακούσει. Θυμούνται κάτι από παλιά, από όταν ήταν παιδιά, αλλά δεν το βρίσκουν. Με τίποτα. Όσο κι αν ψάχνουν.

Από αυτό έχει γεννηθεί μια θεωρία ότι ίσως να γλιστράμε σε άλλες πραγματικότητες όσο ζούμε. Η συνείδησή μας, η νόησή μας, αλλάζει πραγματικότητες οι οποίες μοιάζουν τόσο μεταξύ τους ώστε να είναι πρακτικά ίδιες... εκτός από κάποιες λεπτομέρειες. Όπως μια ασήμαντη ταινία, ή ένα ασήμαντο παιχνίδι. Που εδώ δεν υπάρχει, αλλά υπήρχε εκεί.

Κι αν τύχει κάποτε και το ξαναβρούμε; Αν, παρ’ελπίδα, αυτό συμβεί; Τότε, έχουμε γλιστρήσει πίσω στην προηγούμενη πραγματικότητα; Ή σε μια άλλη ξανά;

Φυσικά, δεν ξέρω αν όντως ισχύει αυτό. Είναι, προφανώς, θεωρητικό. Είναι σαν κάτι από διήγημα του Μπόρχες – Ο Κήπος με τα Χιλιάδες Μονοπάτια; Αλλά μάλλον δεν θυμάμαι καλά τον τίτλο...

Ασχέτως, πάντως, αν όντως ισχύει ή όχι, έχει πλάκα – έχει έναν κάποιο ρομαντισμό – να σκέφτεται κανείς έτσι τα χαμένα πράγματα. Ότι υπήρχαν, υπό μία έννοια, σε έναν άλλο κόσμο από τον οποίο πλέον έχουμε αποχωρήσει όταν πήραμε μια (λάθος;) στροφή μέσα στον χώρο και στον χρόνο.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Ζωντανεύοντας την Ιστορία


Όσο γράφεις τόσο πιο πολύ το ζωντανεύεις

Αρκετά συχνά οι συγγραφείς κάνουν το λάθος να απογοητεύονται νωρίς όταν ξεκινούν να γράφουν μια ιστορία, ειδικά μια μεγάλη ιστορία. Τους φαίνεται ότι οι χαρακτήρες δεν έχουν αρκετό «βάθος», ή ότι είναι λιγάκι «αδιάφοροι», ή ότι ο κόσμος γύρω τους είναι κάπως «επίπεδος», και διάφορα παρόμοια. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν είναι τυχαία εντός εισαγωγικών – δεν είμαι από αυτούς που χρησιμοποιούν τυχαία τα εισαγωγικά. Είναι εντός εισαγωγικών γιατί δεν αληθεύουν ακριβώς, ή αληθεύουν μόνο εν μέρει, ή, θα μπορούσες να πεις, είναι υποκειμενικοί.

Κι εγώ ο ίδιος είχα πέσει παλιότερα σε αυτή την παγίδα· κι ακόμα και σήμερα μπορεί να πέσω, αλλά ξέρω τι είναι. Είναι η ιδέα μου.

Σοβαρά; Δηλαδή, όλα τα κάνεις σωστά και ό,τι νομίζεις πως δεν είναι καλό «είναι η ιδέα σου»;

Όχι, καθόλου. Αλλά ο συγκεκριμένος προβληματισμός, ειδικά στην αρχή μεγάλων ιστοριών, συνήθως είναι η ιδέα σου. Όμως, συγχρόνως, είναι και φυσιολογικός. Δεν είναι παράλογο να έχεις αυτές τις αμφιβολίες, ή και να μη σου αρέσουν κάποια πράγματα.

Μετά, όμως, πρέπει να αναρωτηθείς γιατί. Κάθε αρχή και δύσκολη, όπως λένε· αλλά, στη λογοτεχνία, κάθε αρχή και ομιχλώδης. Ακόμα κι αν είσαι από τους συγγραφείς που κάνουν σχεδιάγραμμα της πλοκής προτού ξεκινήσουν να γράφουν (και δεν είμαι από αυτούς), πάλι θα αισθάνεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά με τους χαρακτήρες και με τον κόσμο γύρω τους.

Εκείνο που, ουσιαστικά, συμβαίνει είναι ότι όλα αυτά σού είναι (ακόμα) άγνωστα. Όσο καλά και να τα έχεις σκεφτεί από πριν – άλλο η σκέψη, άλλο η πράξη. Και η συγγραφή είναι πράξη. Δεν είναι μερικές αφηρημένες ιδέες. Όταν γράφεις για κάποιους φανταστικούς ανθρώπους που ζουν σε έναν φανταστικό κόσμο (ακόμα κι αν είναι η Αθήνα, ο κόσμος είναι πάντα φανταστικός), τους κάνεις, υπό μία έννοια, πραγματικούς. Το ίδιο και τον κόσμο τους. Τα παίρνεις από το πεδίο της αφηρημένης ιδέας και τα πηγαίνεις σε ένα πεδίο πιο συγκεκριμένο, πιο πλαισιωμένο, πιο αληθινό. Είναι σαν να τους βλέπεις για πρώτη φορά. Δεν τους ξέρεις. Φυσικά και δεν τους ξέρεις.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Μαΐου (14/5)


Πώς βάζουμε διαλυτικά με τόνο και το σύμβολο του ευρώ στον υπολογιστή | The Debutante, μια μικρή ταινία βασισμένη σε διήγημα της Leonora Carrington | Σπάνια έργα του Max Ernst | Η φανταστική τέχνη του Tino Rodriguez | AI Comic Factory | Ο λαβύρινθος του Tim Burton | Γιατί τα ζώα τρέχουν πιο γρήγορα από τα ρομπότ | Ο καρκίνος είναι ο «νέος Covid» για τη φαρμακοβιομηχανία | Γεύεσαι LSD με κάθε επαφή σου με τα σημερινά μέσα επικοινωνίας | Οι έξι βαθμοί διαχωρισμού των ανθρώπων | Η βιογραφία του Stanley Kubrick | Τα εξωφρενικά λεκτικά πέρα-δώθε των «ειδικών» του COVID-19 | Ουτοπικός Ρεαλισμός (μια ομιλία του Bruce Sterling) | Γιατί εξαφανίζεται η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας; | Εικόνες φτιαγμένες με γραφομηχανή | Τα «βρόμικα» και «πονηρά» πεντάστιχα του Isaac Asimov | Ακόμα μία ταινία Lord Of The Rings το 2026

 

Πώς Πλάθονται οι Κόσμοι οι Φανταστικοί


Μέθοδοι δημιουργίας

Πολλοί αναρωτιούνται πώς οι συγγραφείς φαντασίας φτιάχνουν φανταστικούς κόσμους γεμάτους περιοχές, παράξενα ονόματα, και ένα σωρό ιδιομορφίες σε σχέση με τον δικό μας κόσμο. Κάποιοι, πάλι, που σκέφτονται να γράψουν φανταστική λογοτεχνία διστάζουν γιατί δεν νομίζουν ότι θα κατάφερναν να φτιάξουν τόσο μεγάλους και πολύπλοκους φανταστικούς κόσμους.

Και υπάρχει και το παράδειγμα του Τολκιν, ο οποίος είχε φτιάξει έναν κόσμο με αρκετά πολύπλοκη μυθολογία και ακόμα και δικές του γλώσσες οι οποίες είναι, πραγματικά, σαν κανονικές γλώσσες. Ορισμένοι επίδοξοι συγγραφείς τρομάζουν από αυτό. Σκέφτονται: Μα πώς να το κάνεις;

Υπάρχει, όμως, και το αντίθετο ρεύμα (όπως ο Michael Moorcock), που ισχυρίζεται ότι δεν χρειάζεται ο φανταστικός κόσμος να είναι πολύπλοκος, ούτε καν λεπτομερειακός: μάλιστα, αυτό είναι κακό. Αλλά ακόμα κι αυτοί οι συγγραφείς πλάθουν διάφορα παράξενα φανταστικά σκηνικά, παρά τα όσα λένε. Απλώς δεν τους ενδιαφέρει να τα καταγράψουν σαν ιστορικά δεδομένα ή σαν να γράφουν τον Οδηγό του Φανταστικού Κόσμου. Για παράδειγμα, ο κόσμος του Elric, του γνωστού ήρωα του Moorcock, είναι αρκετά ευφάνταστος, παρότι ο Moorcock δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με λεπτομέρειες και συστηματική καταγραφή. Όταν βλέπει κάποιος τον κόσμο του Elric – ειδικά κάποιους που δεν ασχολείται με τη φανταστική λογοτεχνία και πολύ – μπορεί να σκεφτεί ότι είναι δύσκολο να επινοήσεις έναν τέτοιο κόσμο, ή μπορεί να απορήσει πώς είναι δυνατόν ένας συγγραφέας να σκεφτεί όλα αυτά τα πράγματα.

Ουσιαστικά, όμως, δεν είναι και τόσο δύσκολο να φτιάξεις όσους φανταστικούς κόσμους θέλεις, αρκεί, βέβαια, να έχεις κάποια φαντασία και δημιουργική διάθεση.

Υπάρχουν δύο τρόποι, κι ένας τρίτος, για να φτιάχνεις φανταστικούς κόσμους – φανταστικά σκηνικά, εν γένει. Ο πρώτος τρόπος είναι αυτός που θα μπορούσαμε να πούμε Από Πάνω Προς τα Κάτω. Ο δεύτερος είναι αυτός που θα μπορούσαμε να πούμε Από Κάτω Προς τα Πάνω. Και ο τρίτος είναι κάτι ανάμεσα στους δύο προαναφερθέντες, και μπορεί να γέρνει λίγο περισσότερο προς τον έναν ή προς τον άλλο.

[Συνέχισε να διαβάζεις]