Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
12 / 9 / 2022

Επιστρέφοντας από διακοπές, είπα να δοκιμάσω επιτέλους τα Windows 11. Πήρα ένα laptop που έχω το οποίο δεν πολυχρησιμοποιώ και τσέκαρα αν θα μπορούσε να τα τρέξει. Θα μπορούσε. Το μόνο του θέμα ήταν το CPU (δηλαδή, το ότι η Microsoft θέλει να πουλήσει τα πιο καινούργια CPU). Έκανα, λοιπόν, κάποιες απαραίτητες ρυθμίσεις στα BIOS, κατέβασα ένα ISO των Windows 11, και το πέρασα στον σκληρό δίσκο.

Όταν είχα δει τα Windows 10, πριν από χρόνια, είχα σκεφτεί ότι είναι σίγουρα το καλύτερο λειτουργικό σύστημα που έχει φτιάξει η Microsoft. Και ακόμα έτσι μου φαίνεται.

Τα Windows 11, πολύ απλά, νομίζω ότι είναι πίσω από τα Windows 10 – τουλάχιστον, μέχρι στιγμής. Η εντύπωσή μου από αυτά δεν ήταν και τόσο καλή.

Κατά πρώτον, το σύστημα έκανε πολύ ώρα να εγκατασταθεί στον σκληρό δίσκο, ενώ τα Windows 10, όποτε τα έβαζα ύστερα από καθαρό format, φόρτωναν αμέσως σχεδόν.

Κατά δεύτερον, προέκυψε ένα πρόβλημα με το Windows Defender που μάλλον οφείλεται στην προσπάθειά μου να κάνω activation. Ενώ στην αρχή το Defender λειτουργούσε κανονικά, μετά ξαφνικά δεν είχα δικαίωμα να το αλλάξω σαν να μην ήμουν πλέον Admin του συστήματος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είχα χάσει, φαίνεται, γενικά τα δικαιώματα Admin, πράγμα που μου προκάλεσε πρόβλημα και όταν πήγα να φορτώσω ένα απλό πρόγραμμα που μετρά τη θερμοκρασία του CPU, το CoreTemp. Τα Windows 11 μού έγραφαν ότι δεν έχω «δικαίωμα» να κάνω τέτοιο έλεγχο. Τελικά, έπρεπε να κάνω reset για να διορθωθεί όλο αυτό το πρόβλημα. «Reset» στα Windows 11 σημαίνει ότι κάνουν, από μόνα τους, install ξανά χωρίς να σβήσουν τα αρχεία σου. Σβήνουν, όμως, όλα σου τα προγράμματα (αναμενόμενα), αλλά ευτυχώς δεν είχα πολλά. Το θέμα είναι ότι όση ώρα κάνει το καθαρό install, ε, τόση κάνει και το reset... (Ευτυχώς, δεν καθόμουν να περιμένω αλλά έγραφα εκείνη την ώρα.) Όλο αυτό μού φάνηκε σαν ένα γιγάντιο bug του συστήματος.

Επίσης, ύστερα από shut down του υπολογιστή, τα Windows 11 αργούν περισσότερο να ξεκινήσουν σε σχέση με τα Windows 10. Όχι μεγάλη διαφορά αλλά αισθητή.

Εκτός από τα παραπάνω, ούτε η εμφάνιση των Windows 11 μού αρέσει. Έχουν κάνει τόσο μεγάλη προσπάθεια να τα κάνουν εντυπωσιακά που απλά αποτυχαίνουν. Από πού ν’αρχίσω; Θ’αρχίσω με το χαζό look με τις υποχρεωτικά στρογγυλεμένες γωνίες σε όλα τα παράθυρα. Θες δε θες, πρέπει να είναι στρογγυλεμένες· το σύστημα δεν σου δίνει άλλη επιλογή. Αν ψάξεις στο internet, μπορείς να βρεις έναν τύπο που έχει χακάρει ένα dll και κάνει πάλι τις γωνίες γωνίες· όμως τα ίδια τα Windows 11 δεν σου δίνουν αυτή την επιλογή: και είναι απαράδεκτο. Το αν οι γωνίες των παραθύρων θα είναι στρογγυλεμένες είναι διακοσμητικό στοιχείο, γαμώτο. Είναι κάτι που μπορεί να το φτιάξεις εσύ, άμα θες, με ένα script της AutoHotKey ή κάτι τέτοιο. Δεν πρέπει να είναι βασικό – και, μάλιστα, υποχρεωτικό! – feature του λειτουργικού συστήματος. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν μου αρέσουν και τόσο.

Ούτε το taskbar μού αρέσει έτσι όπως το έχουν κάνει. Και δεν μπορείς καν να το μικρύνεις εκτός αν κάνεις ένα χακάρισμα στο Registry, όμως και πάλι δεν είναι αρκετά καλό: μικραίνουν τα εικονίδια αλλά η ώρα και η ημερομηνία και η γλώσσα από την άλλη μεριά κόβονται στη μέση! Και δεν υπάρχει επιλογή να δείχνει μόνο την ώρα χωρίς να δείχνει την ημερομηνία (ώστε να είναι λίγο πιο μαζεμένο). Γενικά, οι επιλογές για το πώς θες να φαίνεται το taskbar είναι τραγικά λίγες. Είναι σχεδόν τελείως φιξαρισμένο, σαν να σου λέει «αυτό είναι κι άμα γουστάρεις». Όπως και οι στρογγυλεμένες γωνίες.

Το ίδιο ισχύει και για τα ειδικά εφέ του συστήματος. Ακόμα και το message box πρέπει να βγαίνει με fancy τρόπο σαν να έρχεται από το βάθος. Αν είναι δυνατόν! Εντάξει, ένα message box είναι· τι ειδικά εφέ χρειάζεται πια;

Γενικά, δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες επιλογές για customization, και αυτό είναι τραγικό. Τα Windows 10 μπορούσες να τα κάνεις να φαίνονται όπως θέλεις: χρώματα, εικονίδια, animation ή μη, τα πάντα. Τα Windows 11 είναι «πακετό» – πάρ’ το όπως είναι και φύγε.

Ένα καλό λειτουργικό σύστημα, όμως, δεν είναι έτσι. Σε αφήνει εσύ να το ρυθμίσεις όπως θες· δεν σου επιβάλλει την εμφάνισή του και τη λειτουργία του.

Έχω την εντύπωση πως τα Windows 11 απευθύνονται σε μια γενιά χρηστών smartphone και θέλουν να είναι «φιλικά προς την οικογένεια», με κουμπάκια που όλο χοροπηδάνε, όπως συνηθίζεται τελευταία στα smartphone.

Και, εντάξει, ας υπάρχει αυτό το καραγκιοζιλίκι ως default style, αλλά όχι και να μη μπορείς να το αλλάξεις.

Και γι’αυτό το λειτουργικό σύστημα η Microsoft προσπαθεί να εξαναγκάσει τον κόσμο να πάει να αγοράσει καινούργιους υπολογιστές με καινούργια CPU τα οποία δεν προσφέρουν και κάτι το πολύ καλύτερο από τα λίγο παλιότερα CPU (εκτός, ίσως, αν σε ενδιαφέρουν τα παιχνίδια τελευταίας τεχνολογίας – αλλά αυτό δεν το ξέρω και τόσο καλά, γιατί δεν με ενδιαφέρουν τα παιχνίδια τελευταίας τεχνολογίας).

Προσωπικά, θα συνεχίσω να χρησιμοποιώ τα Windows 10 μέχρι που ο κόμπος να φτάσει σχεδόν στο χτένι και να πρέπει να τα αλλάξω. Κι όταν θα τα αλλάξω θα το κάνω για τα συστήματα που συνδέω στο internet (γιατί πλέον θα είναι θέμα ασφαλείας αφού τα Windows 10 δεν θα παίρνουν updates). Τα συστήματα που έχω για προσωπική χρήση και κάνω τις βασικές μου δουλειές (και ποτέ δεν τα συνδέω με το internet) θα συνεχίσουν να τρέχουν Windows 10.

Και ελπίζω ότι κάποια στιγμή, κάνοντας updates, η Microsoft θα καταλάβει τις ανοησίες που έχει κάνει και θα φτιάξει τα Windows 11 ώστε να έχουν λιγότερα bugs και περισσότερες επιλογές για το πώς θέλεις ΕΣΥ να είναι η εμπειρία σου όταν μεταχειρίζεσαι ένα σύστημα.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]