Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
28 / 1 / 2020

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Όσο πιο πολύ κοιτάζεις κάτι από κοντά τόσο πιο πολύπλοκο σού φαίνεται. Και από όσο πιο κοντά το κοιτάζεις τόσο ακόμα πιο πολύπλοκο σού φαίνεται. Συνεχίζοντας να το κοιτάζεις έτσι, είναι αναπόφευκτο ότι θα φτάσεις να πιστεύεις πως είναι απίστευτα, σουρεαλιστικά λαβυρινθώδες και άλυτο.

Παίρνοντας όμως λίγη απόσταση αρχίζεις να το βλέπεις διαφορετικά. Αφήνοντας τη σκέψη να καθαρίσει ενώ διατηρείς την απόσταση, η λύση γίνεται προφανής. Αναπτύσσοντας μια νοοτροπία τού καλώς εννοούμενου δεν-γαμιέται προσπερνάς το εμπόδιο σαν να μην– όχι “σαν να μην”: όντως έχει εξαφανιστεί!

Γράψε μια πρόταση. Δες την από κοντά για κάποια ώρα, από πολύ κοντά, και πολύ προσεχτικά. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να γράψεις αυτή την πρόταση· σίγουρα δεν έχεις επιλέξει τον καλύτερο. Τώρα σου έρχονται κι άλλοι στο μυαλό. Να αλλάξεις την πρόταση; Να την αναποδογυρίσεις; Να προσθέσεις ένα επίρρημα; Να αφαιρέσεις ένα επίρρημα; Να τροποποιήσεις λίγο τη στίξη; Τι είναι πιο σωστό, επιτέλους; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος; (Σοφία του Άι Γάτου: Όλα είναι το ίδιο σωστά, μαλάκα.) Η αλήθεια είναι πως δεν μπορεί να είσαι ποτέ σίγουρος για τίποτα. Απλά έχεις πέσει στην παγίδα της υπερβολικά ζουμαρισμένης παρατήρησης, όταν το μυαλό εγκλωβίζεται στο συγκεκριμένο. Αν δεν είχες πέσει σ’αυτό το λάκκο, θα έγραφες την πρόταση, θα την κοίταζες για κανένα καταφανές λάθος, και μετά θα προχωρούσες – και θα ήσουν ευχαριστημένος μ’αυτό. Και έτσι ακριβώς πρέπει να είσαι. Κάνοντας ένα βήμα πίσω και κοιτάζοντας από μια κάποια απόσταση.

Όχι, δεν είναι συμβουλή για συγγραφείς αυτή. Απλώς το παραπάνω είναι ένα παράδειγμα. Η ίδια παγίδα ισχύει για τα πάντα, και ο ίδιος τρόπος αντιμετώπισης.

Αν και αποφεύγω τα αρχαιόπληκτα παραδείγματα, δες τι έκανε ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Γόρδιο Δεσμό. Θα μπορούσε να τον κοιτάζει από κοντά, μπλεγμένος στον λαβύρινθο τού πώς να τον λύσει. Και ποτέ έτσι δεν θα τον έλυνε. Αντιθέτως, έκανε ένα βήμα πίσω. Κοίταξε το τρομερό πρόβλημα κουλαρισμένος από κάποια απόσταση. Και τι είδε; Ένα γαμημένο σχοινί. Τράβηξε το λεπίδι του, το έκοψε, και πέρασε χαιρετώντας συγχρόνως με την επίδειξη του μεσαίου δαχτύλου.

Πάντα είναι πιο απλό απ’ό,τι νομίζεις.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]