Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies, από τρίτους κυρίως, για απλή ανάλυση επισκεπτών (πχ, Google Analytics) και για social media (πχ, από το Twitter). Τα μόνα cookies που χρησιμοποιούμε εμείς είναι για θέματα λειτουργικότητας (πχ, για να μην εμφανίζεται ξανά αυτή η ειδοποίηση αφότου έχετε πατήσει το κουμπάκι). Κανένα από αυτά τα cookies, απ’ό,τι ξέρουμε, δεν είναι βλαβερό, και εμείς δεν εκμεταλλευόμαστε τις πληροφορίες σας με κανέναν τρόπο. Ωστόσο, αν θέλετε μπορείτε πολύ εύκολα να σβήσετε τα cookies από οποιονδήποτε browser, συνήθως πατώντας Shift+Ctrl+Del. Περισσότερες πληροφορίες για τα cookies μπορείτε να βρείτε στο www.whatarecookies.com.
Δύο συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας, η Βαθμιδωτή και η Επίστρωτη, βρίσκονται από χρόνια σε μια κατάσταση οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η μία συμπληρώνει την άλλη. Η Βαθμιδωτή παράγοντας, αποκλειστικά και μόνο, τεχνικούς εξοπλισμούς. Η Επίστρωτη παράγοντας τρόφιμα. Και καμιά από τις δυο συνοικίες δεν διανοείται να αλλάξει τον ρυθμό της ζωής των πολιτών της.
Μια μυστηριώδης γυναίκα με το όνομα Κορίνα παρουσιάζεται στην Επίστρωτη και μιλά με τους Εχθρούς του Πρωινού, τη μεγαλύτερη και χειρότερη συμμορία της συνοικίας, που είναι ο φόβος κι ο τρόμος των πολιτών αλλά και της αστυνομίας. Η Κορίνα προθυμοποιείται να τους βοηθήσει σ’ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο: να κλέψουν χρήματα κατευθείαν από το κεντρικό θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας των Τεσσάρων.
Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο που έχει η Κορίνα στο μυαλό της.
Πολύ σύντομα, τα πράγματα αρχίζουν ν’αλλάζουν για τις δύο συνοικίες καθώς οι ισορροπίες θρυμματίζονται...
Το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης αρχίζει!
Μετά από τον διωγμό των δυνάμεων της Παντοκράτειρας, οι υλικές ζημιές στη
διάσταση της Σεργήλης είναι πολλές, και η οικονομία της έχει δεχτεί σοβαρό
πλήγμα. Προκειμένου ολόκληρη η διάσταση να ορθοποδήσει, οι πολιτικοί της
αποφασίζουν να οργανώσουν το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, που θα φέρει
χρήματα από πολλές άλλες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος.
Οι ραλίστες που θα αγωνιστούν είναι όλοι ικανοί και έμπειροι στην οδήγηση –
ήρωες των τροχών και του τιμονιού. Ανάμεσά τους είναι και η Ελοντί Αλλόγνωμη, ή,
όπως πολλοί στη Σεργήλη τη γνωρίζουν από την παλιά της ζωή ως τραγουδίστρια, η
Έκπτωτη Ελοντί. Στο παρελθόν, σε μικρή ηλικία, ήταν δόκιμη για ιέρεια της
Αρτάλης όταν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας προσπαθούσαν ακόμα να εξαφανίσουν
τις γυναίκες που λάτρευαν αυτή τη θεά. Αργότερα, είχε μπει στους κόλπους της
Επανάστασης, αποζητώντας εκδίκηση. Τώρα, στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης,
το παρελθόν της Ελοντί θα συναντήσει το παρόν, κι εκείνη θ’ανακαλύψει
καινούργια, και ίσως τρομαχτικά, πράγματα για τον εαυτό της.
Ο Ζορδάμης, ένας παλιός εραστής της Έκπτωτης Ελοντί και δεινός ραλίστας,
συμμετέχει επίσης στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι, και έχει κάνει μια σκοτεινή και
δαιμονική συμφωνία για να βεβαιωθεί ότι θα νικήσει. Επειδή
πρέπει να νικήσει: μυστηριώδεις δυνάμεις του υπόκοσμου της Σεργήλης
βρίσκονται στο κατόπι του, και φαίνονται έτοιμες να τον αφανίσουν αν δεν τους
δώσει ό,τι τους χρωστά...
Στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, οι οδηγοί θα τρέξουν επάνω σε
αιωρούμενες ράμπες, επάνω σε δύσκολα εδάφη, μέσα στους άγριους δασότοπους
Φέρνιλγκαν, μέσα στις καυτές ερήμους της Σεργήλης, μέσα σε παγωμένα βουνά, ακόμα
και μέσα σε μια παράξενη ενδοδιάσταση με πράσινο ουρανό και κόκκινο ήλιο...
Η Σεργήλη έχει απελευθερωθεί από τους Παντοκρατορικούς· οι κάτοικοί της
μπορούν ξανά να λατρεύουν όποιους θεούς θέλουν. Η θρησκεία της Αρτάλης έχει
αναβιώσει. Η Αριστέα, μια από τις ιέρειές της, καταφέρνει να λάβει χρηματοδότηση
από την Πολιτειάρχη της Μέλβερηθ για την οικοδόμηση ενός καινούργιου ναού στα
άκρα της εν λόγω μεγαλούπολης. Αλλά σύντομα ανακαλύπτει ότι το χρηματικό δεν
είναι το μόνο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει. Οι Ανατολικοί Φρουροί, μια νέα
συμμορία που καταδυναστεύει τις ακροανατολικές συνοικίες της Μέλβερηθ, ζητούν
λεφτά για την προστασία του ναού – «προστασία» από την ίδια τη συμμορία, στην
πραγματικότητα. Η Αριστέα, αρνούμενη να πληρώσει, θα βρεθεί σε σύγκρουση μαζί
τους. Ευτυχώς, στο πλευρό της είναι ο Βασνάρος, ο Αγωνιστής των Δρόμων – γνωστός
και ως Τρελός Λύκος της Μέλβερηθ, κατά την περίοδο της κυριαρχίας των
Παντοκρατορικών.
Η Φάνρηβ, μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Μοργκιάνης, ήταν κάποτε, πριν
από χρόνια, ελεύθερη με δικό της πολίτευμα. Σήμερα, είναι ένα προτεκτοράτο του
Βασιλείου της Χάρνωθ. Ο λαός της είναι διαιρεμένος: μια μερίδα υποστηρίζει τη
Βασιλική Αντιπρόσωπο· μια μερίδα είναι με το μέρος του παλιού Φύλακα της Φάνρηβ,
που έρχεται με στρατό από τον βορρά για να την ελευθερώσει· και μια άλλη μερίδα
των πολιτών είναι αυτονομιστές, που δεν θέλουν ούτε τους Χαρνώθιους στην πόλη
τους ούτε την επιστροφή του Φύλακα.
Οι Αιρετοί της Φάνρηβ είναι διαιρεμένοι όπως και ο λαός της, αποτελώντας
αντανάκλασή του.
Ο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ, Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της
Νάζρηβ, έρχεται από την πόλη του με ελικόπτερο προς τη Φάνρηβ, καλεσμένος εκεί
από έναν παλιό του φίλο, τον Κασλάριν ωλ Μάρατεκ, Αιρετό της Συντεχνίας των
Αγροτών. Ο Κασλάριν πιστεύει πως έχει ένα σχέδιο για να σώσει τη Φάνρηβ προτού η
πόλη καταστραφεί από την οργή των αντίπαλων παρατάξεων. Και ζητά τη βοήθεια του
Άλφεντουρ, ο οποίος μπορεί να ασκήσει πιέσεις και στην Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, τη
Βασιλική Αντιπρόσωπο, και στο συμβούλιο των Αιρετών.
Όταν όμως ο Άλφεντουρ φτάνει στην πόλη, το κλίμα είναι ήδη έκρυθμο και, με
κάθε μέρα που περνά, χειροτερεύει. Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ προσπαθεί με όλους τους
τρόπους – και με τα ελεγχόμενα μέσα μαζικής πληροφόρησης της Φάνρηβ – να
επηρεάσει τον λαό ώστε να τον τραβήξει με το μέρος του Βασιλείου της Χάρνωθ. Οι
υποστηρικτές του Φύλακα, που έρχεται με στρατό από τα βόρεια, πασχίζουν να
φέρουν τον κόσμο με τη δική τους πλευρά, ενώ αποφεύγουν και χτυπάνε τους
ανθρώπους των Χαρνώθιων. Και οι αυτονομιστές είναι εναντίον όλων, γεμίζοντας
τους δρόμους της πόλης με συνθήματα και απρόσμενες εκρήξεις.
Αλλά στη Φάνρηβ οι πιο επικίνδυνες ενέργειες γίνονται στα παρασκήνια. Σκιερές
μορφές στοιχειώνουν την Πόλη της Αέναης Νύχτας. Προδότες σχεδιάζουν πολιτικές
δολοφονίες. Κατάσκοποι παρακολουθούν κάθε κίνηση. Αδέλφια χάνουν την εμπιστοσύνη
που έχουν μεταξύ τους. Οι πάντες είναι ύποπτοι για τα πάντα.
Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος επιστρέφει στην πατρίδα του, την Απολλώνια, όπου
σύντομα ανακαλύπτει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα είχε αφήσει. Κάποια
μυστηριώδης, σκοτεινή οργάνωση έχει απλώσει τα δίχτυα της μέσα στο Βασίλειο, και
φημολογείται, ψιθυριστά, ότι ακόμα κι ο αδελφός του Ανδρόνικου, ο Πρίγκιπας
Λούσιος, είναι αναμιγμένος σ’αυτήν.
Ο Ανδρόνικος θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, και θα χρειαστεί να
ζητήσει βοήθεια ακόμα κι από τους επαναστάτες άλλων διαστάσεων· διότι μέσα στην
ίδια του την πατρίδα κανένας δεν φαίνεται πλέον να μπορεί να θεωρηθεί
αξιόπιστος…
Εν τω μεταξύ, οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας έρχονται από το Βόρειο Μέτωπο,
φέρνοντας έναν από τους πιο καταστροφικούς πολέμους στο Γνωστό Σύμπαν· ενώ από
τα νότια της διάστασης τερατουργήματα επιτίθενται από την Απολεσθείσα Γη,
μαστίζοντας το Βασίλειο σαν προαιώνια κατάρα.
Στην Απολλώνια, μια από καιρό πολιορκημένη διάσταση, τα πράγματα έχουν
αρχίσει να ξεφεύγουν από τον έλεγχο…
Η Αγγελική, μια φίλη της Παντοκράτειρας, βρίσκεται δολοφονημένη στη σουίτα
ενός ξενοδοχείου, με μυστηριώδεις τομές επάνω στο σώμα της. Ο εραστής της,
Ταγματάρχης Στίβεν Νέλκος, παρότι ήταν μαζί της εκείνη τη βραδιά, μοιάζει να
έχει πλήρη άγνοια του τι συνέβη. Και οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας δεν
καταφέρνουν να ανακαλύψουν τίποτα.
Η Ρία-Μία, η Αρχιέρεια του Κρόνου, προτείνει στην Παντοκράτειρα έναν ιδιωτικό
ερευνητή, τον Φέλιξ Χάρλω, ο οποίος ίσως θα μπορούσε να βρει τον δολοφόνο.
Ωστόσο, ακόμα κι αυτός σύντομα θα συνειδητοποιήσει πως η περίπτωση είναι
εξαιρετικά περίπλοκη και δυσεπίλυτη, και οι δυνάμεις που είναι αναμιγμένες
ξεπερνούν τη δικαιοδοσία του αλλά και τις ικανότητες του μυαλού του...
Ένας ξεχασμένος κόσμος, μια διάσταση απομονωμένη από το υπόλοιπο σύμπαν.
Ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος – ένα
ρήγμα – σπάζει το στάσιμο πλέγμα της πραγματικότητάς του. Κι από εκεί,
έρχεται ένας μεγάλος προφήτης που θα αλλάξει τη ροή της ιστορίας του για
πάντα...
Ο Τάμπριελ, κάποτε σύζυγος της Παντοκράτειρας και μάγος του τάγματος των
Δεσμοφυλάκων, καταλήγει σαν ναυαγός σε μια διάσταση ανέγνωρη για εκείνον. Ένα
μέρος όπου κανένας δεν μιλά καμια γνωστή του γλώσσα. Μέσα στο μυαλό του, όμως,
παράδοξα, υπάρχουν εικόνες από αυτόν τον απομονωμένο κόσμο: και ο Τάμπριελ
συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να βρίσκεται τυχαία εδώ...
Μαζί του είναι η Ανταρλίδα, μια από τις Μαύρες Δράκαινες της Παντοκράτειρας
οι οποίες πλέον υπηρετούν την Επανάσταση εναντίον της. Ούτε εκείνη έχει ποτέ
ξανά δει ή ακούσει γι’αυτό τον κόσμο. Αλλά τώρα που οι δυο τους βρίσκονται εδώ,
σ’ένα ξένο, εχθρικό περιβάλλον, πρέπει να μάθουν να επιβιώνουν ώστε να
ξεκλειδώσουν τα μυστικά της διάστασης που θα τους δώσουν πρόσβαση στο Γνωστό
Σύμπαν, από το οποίο ήρθαν.
Παράξενα ανοίγματα παρουσιάζονται στη Χάρνταβελ: τρύπες επάνω στα ίδια τα
τοιχώματα της πραγματικότητάς της. Από μέσα τους διακρίνεται μια άλλη
πραγματικότητα, και πλάσματα έρχονται από εκεί τα οποία δεν έχουν ξαναβαδίσει
ποτέ στη Χάρνταβελ.
Οι Παντοκρατορικοί που ελέγχουν την εν λόγω διάσταση προσπαθούν να ερευνήσουν
το φαινόμενο, η συχνότητα εμφάνισης του οποίου δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται με
ανησυχητικό ρυθμό. Η Αρίνη’σαρ, μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών και σύζυγος
του Παντοκρατορικού Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ, έχει αναλάβει να ανακαλύψει τι
συμβαίνει, συναντώντας πολλά εμπόδια στον δρόμο της.
Αλλά και ο Ανδρόνικος, ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, ενδιαφέρεται για το
μυστηριώδες φαινόμενο γιατί η Χάρνταβελ συνδέεται άμεσα με τη δική του διάσταση,
την Απολλώνια. Οργανώνει μια αποστολή για να το ερευνήσει, και αναζητά τους
σωστούς ανθρώπους. Προσπαθεί να πείσει τον Γεράρδο να επιστρέψει στη Χάρνταβελ,
η οποία ήταν κάποτε πατρίδα του.
Ο Γεράρδος, όμως, είναι διστακτικός, επειδή είχε τους λόγους του που έφυγε
πριν από χρόνια. Ήταν ένας από τους ιερείς της Χάρνταβελ, που δεν μπορούν ποτέ
να την εγκαταλείψουν, καθώς αυτό σημαίνει τον θάνατό τους από μια δαιμονική
ακατονόμαστη δύναμη που κρύβεται μέσα τους. Αλλά ο Γεράρδος έχει επιβιώσει·
φεύγοντας από τη Χάρνταβελ νομίζει πως κατόρθωσε τελικά να διαλύσει το Εσώτερο
Θηρίο. Μπορεί, όμως, να είναι σίγουρος ότι αυτό δεν θα εμφανιστεί και πάλι εντός
του όταν ξαναγυρίσει στη Χάρνταβελ; Και είναι πρόθυμος να το ριψοκινδυνέψει για
να μάθει;
Η επιστροφή στην πατρίδα του μπορεί να τον φέρει σε σύγκρουση όχι μόνο με το
ιερατείο εκεί, αλλά και με μια δύναμη πιο διαβολική και εξαπλωμένη απ’ό,τι
μπορούσε ποτέ να φανταστεί.
Και, φυσικά, είναι και οι Παντοκρατορικοί στη Χάρνταβελ...
Μετά τη διάλυση της Συμπαντικής Παντοκρατορίας,
ληστές και κακούργοι λυμαίνονται τα άγρια εδάφη της Φεηνάρκια:
απομεινάρηδες των στρατών της Παντοκράτειρας αλλά και γηγενείς που
προσπαθούν να επωφεληθούν από την κατάσταση. Όταν ένας έμπορος από τη
Χόλκεραλ, ο Καντάρφιλ, δέχεται επίθεση από τους ληστές της Σαρντίκα-Νοθ,
μια ομάδα μισθοφόρων έρχεται απρόσμενα προς βοήθειά του για να τρέψει
τους ληστές σε φυγή. Σύντομα όμως ο Καντάρφιλ μαθαίνει πως οι σωτήρες
του είναι κι αυτοί πρώην Παντοκρατορικοί, όπως η Σαρντίκα-Νοθ.
Ονομάζονται Ζωντανοί-Νεκροί, και αρχηγός τους είναι ο Ζαώρδιλ ο
Σκοτωμένος – ένας άνθρωπος που κανονικά θα έπρεπε να είναι νεκρός. Δεν
έσωσαν, όμως, τον έμπορο από τη Σαρντίκα-Νοθ για να τον ληστέψουν οι
ίδιοι· αντιθέτως, τον καθοδηγούν ώστε να φτάσει, μέσω επικίνδυνων
ορεινών περασμάτων, στον προορισμό του: την πόλη της Νασόλκαθ. Εκεί, ο
Ζαώρδιλ ελπίζει να βρει περισσότερες δουλειές για τους μισθοφόρους του,
αλλά ανακαλύπτει πως οι φήμες κυκλοφορούν γρήγορα και είναι πολλοί που
ακόμα έχουν έντονο μίσος για όσους κάποτε υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα.
Ωστόσο, υπάρχει και μια γυναίκα – πρώην Παντοκρατορική κι η ίδια – που
επιδιώκει συμμαχία, αν και σκιερή. Και ο Ηγεμόνας της Νασόλκαθ σύντομα
ετοιμάζεται για πόλεμο εναντίον ληστών, και συγκεντρώνει στρατό από
μισθοφόρους κάθε είδους…
Μια επανάσταση ξεκινά, αρχικά περιορισμένη αλλά δυνατή, και σύντομα εξαπλώνεται σαν φωτιά ανεξέλεγκτη. Μια κρυφή δύναμη τη θρέφει από τις σκιές της Πόλης. Εδραιωμένες πλουτοκρατίες καταρρέουν· οι πολιτάρχες της Ρελκάμνια ανησυχούν. Τρόμος και αναστάτωση απλώνονται γύρω από τον Ριγοπόταμο, καθώς προβλέπουν πόλεμο.
Ένας μεγάλος ηγέτης έχει εμφανιστεί και η Πόλη φαίνεται να ζητά το αντίβαρό του – έναν άνθρωπο από συνοικίες αρκετά μακρινές. Εχθρικές δυνάμεις τον θέλουν νεκρό, αλλά μυστηριώδεις συμπτώσεις έρχονται για να τον συντρέξουν. Μισθοφόροι και μαχητές κατευθύνονται προς το επίκεντρο του επικείμενου πολέμου.
Δύο Θυγατέρες της Πόλης αναζητούν ένα πολύτιμο κόσμημα που έκλεψε μια Αδελφή τους – ένα αινιγματικό κατασκεύασμα μιας αρχαίας Θυγατέρας που μπορεί να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στα λάθος χέρια.
Συμμορίες ξεσηκώνονται παντού, ακούγοντας το όνομα του Αλυσοδεμένου Ποιητή που έσπασε τις αλυσίδες του. Καιροσκόποι και πολεμοκάπηλοι πιστεύουν ότι έχουν κάτι να κερδίσουν. Παλιά καθεστώτα γκρεμίζονται, καινούργια παίρνουν τη θέση τους – καλύτερα ή χειρότερα;
Ένας ξεχασμένος χώρος ανοίγει, ξερνώντας πανωλεθρία και δαίμονες από άλλους χρόνους, τραυματίζοντας την Πόλη και φέρνοντας θλίψη στους κατοίκους της.
Οι Νομάδες των Δρόμων ταξιδεύουν στις οδούς και τις λεωφόρους της Ατέρμονης Πολιτείας, καθοδηγούμενοι από την Κυρά τους. Βαδίζοντας, πάντοτε βαδίζοντας. Προσελκύοντας κι άλλους από τις συνοικίες που περνούν. Ένα υπέροχο, μαγευτικό ταξίδι γι’αυτούς, το οποίο τους αποκαλύπτει ολοένα και περισσότερα μυστήρια της Πόλης· αλλά δεν θα αργήσει να τους βάλει και σε τρομερά προβλήματα. Θα βρεθούν ακόμα και στο έλεος αμφιλεγόμενων δυνάμεων ενώ θα θεωρούν τους εαυτούς τους, για πρώτη φορά, χαμένους μέσα στη Ρελκάμνια.
Μια εποχή μεγάλων αλλαγών, από τον Ριγοπόταμο ώς την Ανακτορική Συνοικία...
Ένας εξερευνητής από την Απολλώνια έχει χαθεί στο Πορφυρό Κενό,
ακολουθώντας τα ξεχασμένα ίχνη για κάποιο πιθανό απομεινάρι από τον Ενιαίο Κόσμο
– κάτι που και η Παντοκράτειρα πολύ πιθανόν να θέλει να πάρει στα χέρια της.
Ο Ανδρόνικος, ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, προσπαθεί να προλάβει ένα τέτοιο
ενδεχόμενο, και να ξαναβρεί τον χαμένο εξερευνητή. Στέλνει την Ιωάννα, τη Μαύρη
Δράκαινα, και τον Σέλιρ’χοκ, έναν μάγο του τάγματος των Διαλογιστών, στην Άκρη,
μια πόλη εκεί όπου το σύμπαν τελειώνει και το Πορφυρό Κενό απλώνεται, γεμάτο
Αιωρούμενες Νήσους, Ανέμους, και ανείπωτα όντα.
Στην Άκρη, η Ιωάννα και ο Σέλιρ’χοκ θα βρουν συμμάχους – έναν καπετάνιο του
Κενού, μια Ανεμοσκόπο, έναν μονόφθαλμο κυνηγημένο άντρα – και θα ταξιδέψουν στα
βάθη του Πορφυρού Κενού, σφυροκοπημένοι από Ανέμους… και με έναν από τους πιο
επικίνδυνους πράκτορες της Παντοκράτειρας στο κατόπι τους.
Ο Κάραγγελ, Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα, επιστρέφει στη μεγάλη
πόλη φέρνοντας νέα για τη γενοκτονία της Λευκής φυλής του από μια μαζική επίθεση
Μελανών. Αποζητά εκδίκηση. Αλλά στην Ελρείσβα οι αποφάσεις δεν παίρνονται μόνο
από εκείνον. Ούτε καν μόνο από τον Βασιληά. Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ πρέπει να
συνεννοηθεί με τον Παντοκρατορικό Επόπτη Ευρύμαχο Νάλφερ, που βρίσκεται εκεί,
κυρίως, για να ελέγχει τα ορυχεία ενέργειας της περιοχής. Οι Παντοκρατορικοί
αποδεικνύονται πρόθυμοι να βοηθήσουν τον Κάραγγελ στον αγώνα του για εκδίκηση
εναντίον των Μελανών, αλλά τα όπλα που φέρνουν είναι τόσο καταστροφικά που
κάνουν ακόμα και τον Πρωτοσπαθάριο να προβληματιστεί σχετικά με τις μεθόδους
τους. Και ποια μπορεί να είναι τα κίνητρά τους για τη βοήθεια που του
προσφέρουν;
Το ένα χωριό Μελανών μετά το άλλο αφανίζεται, μέσα στις καυτές ερήμους της
Αρβήντλια, καθώς η εκστρατεία των Παντοκρατορικών ταξιδεύει σαν λαίλαπα ολέθρου.
Ταυτόχρονα, ο Ανδρόνικος, Πρίγκιπας της Επανάστασης, η Ιωάννα η Μαύρη
Δράκαινα, και άλλοι επαναστάτες σύντροφοί τους έρχονται προς την Αρβήντλια μέσω
μιας διαστασιακής διόδου στη Σάρντλι. Αλλά δεν γνωρίζουν ακόμα τίποτα για την
καταστροφή που ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα και οι Παντοκρατορικοί
σύμμαχοί του έχουν εξαπολύσει εναντίον των Μελανών φυλών. Στόχος των επαναστατών
είναι η αποκωδικοποίηση ενός μυστηριώδους μηνύματος που, αν οι υποψίες τους
είναι σωστές, θα αλλάξει τα πάντα για την Επανάσταση και για την Παντοκρατορία
σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν...
Περί Γραφής: Παραλλαγές Τρίτου Προσώπου Πώς να ξεφύγεις από το κλουβί του εκβιομηχανισμένου μυθιστορήματος και να διευρύνεις τη λογοτεχνική σου γραφή
Σε ένα παλιότερο άρθρο, έχω γράψει για τις οπτικές γωνίες στη λογοτεχνία, οι οποίες είναι, ίσως, το πιο χρήσιμο εργαλείο του συγγραφέα. Αναφέρω εκεί όλες τις οπτικές γωνίες (ακόμα κι αυτή του δεύτερου προσώπου), και εδώ δεν κάνω επανάληψη των ίδιων πραγμάτων. Επικεντρώνομαι μόνο στην οπτική γωνία
τρίτου προσώπου και στις παραλλαγές της.
Αυτοί που δεν έχουν μεγάλη εμπειρία με τη λογοτεχνική γραφή νομίζουν συνήθως ότι η οπτική γωνία τρίτου προσώπου είναι η πιο απλή από όλες· αλλά αυτό δεν ισχύει. Είναι, αντιθέτως, η πιο πολυμορφική και πολυσύνθετη. Δυστυχώς, στις μέρες μας, χρησιμοποιείται κυρίως μία και μόνο μορφή της στην εμπορική λογοτεχνία: η κλειστή οπτική γωνία τρίτου προσώπου. Αυτό συμβαίνει περισσότερο στα ξενόγλωσσα, διεθνή βιβλία, αλλά επειδή αυτά έχουν μεγάλη εξάπλωση, και επειδή πολλά μεταφράζονται και στα ελληνικά, και επειδή πολλοί Έλληνες τα διαβάζουν, η συγκεκριμένη «μόδα» επηρεάζει κι εμάς.
Κλειστή οπτική γωνία τρίτου προσώπου σημαίνει να γράφεις σε τρίτο πρόσωπο αλλά να επικεντρώνεσαι, αποκλειστικά και μόνο, σε έναν χαρακτήρα κάθε φορά. Να γράφεις
μόνο τις δικές του σκέψεις, και να περιγράφεις μόνο ό,τι φιλτράρεται μέσα από τις δικές του αισθήσεις. Ό,τι ο χαρακτήρας οπτικής γωνίας δεν βλέπει ή δεν ακούει δεν μπορείς να το περιγράψεις.
Αυτή είναι, όντως, μία μέθοδος για να χρησιμοποιήσεις το τρίτο πρόσωπο, αλλά έχει καταντήσει να θεωρείται η
μοναδική μέθοδος. Αν γράψεις τρίτο πρόσωπο με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, είναι – στη διεθνή αγορά, τουλάχιστον – πολύ δύσκολο να κάνεις τους εκδότες να δεχτούν να δημοσιεύσουν το βιβλίο σου. Αλλά και, γενικά, από πολλούς – εργαστήρια γραφής, κριτικούς, και λοιπούς – θεωρείται «λάθος» να γράφεις τρίτο πρόσωπο διαφορετικά. Πρέπει, σύμφωνα μ’αυτούς, υποχρεωτικά κάθε σκηνή μέσα στην αφήγηση – κάθε ολόκληρο κεφάλαιο, συνήθως – να είναι γραμμένο αποκλειστικά μέσα από το κεφάλι ενός και μόνο λογοτεχνικού χαρακτήρα.
Περιττεύει να πω, νομίζω, ότι αυτό είναι απίστευτα μονοδιάστατο, βαρετό, και αντικαλλιτεχνικό – ακόμα και
αντιλογοτεχνικό πιθανώς – όταν συμβαίνει σε μόνιμη βάση. Καταντά να γίνεται μια εκβιομηχανισμένη μορφή γραφής που απειλεί να κάνει τους συγγραφείς να μοιάζουν ο ένας κλώνος του άλλου από άποψη λογοτεχνικού ύφους.
Οι υπέρμαχοι της μονομέρειας ισχυρίζονται ότι έτσι (τάχα) ο αναγνώστης ταυτίζεται περισσότερο με τους χαρακτήρες· και ότι είναι λογικό να γράφεις μ’αυτό τον τρόπο, γιατί, αλλιώς, ποιος αφηγείται την ιστορία; Κάποιος απρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής; Τόσο κακόγουστο!... Επομένως, όχι, ο χαρακτήρας στον οποίο επικεντρώνεσαι είναι ο αφηγητής σου.
Και οι δύο αυτές αιτιολογίες της μονομέρειας είναι, ασφαλώς, εσφαλμένες. Κατά πρώτον, εγώ, ως αναγνώστης, δεν αισθάνομαι να ταυτίζομαι με χαρακτήρες επειδή κάποιος γράφει σε κλειστή οπτική γωνία γι’αυτούς. Αν μη τι άλλο, απλά βαριέμαι που διαβάζω πάλι κάτι γραμμένο με τον ίδιο τρόπο.
Κατά δεύτερον, είναι τελείως ανόητο να λες ότι ο χαρακτήρας οπτικής γωνίας είναι και ο αφηγητής, διότι μόνο ένας τουλάχιστον οριακά παράφρονας θα μιλούσε για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο. Αν κάποιος διηγιόταν τη δική του ιστορία, φυσικά θα τη διηγιόταν στο
πρώτο πρόσωπο· δεν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό (εκτός αν μιλάμε για πολύ ειδικές περιπτώσεις ανθρώπων). Επομένως, ο αφηγητής μας
δεν είναι ο χαρακτήρας οπτικής γωνίας. Ο αφηγητής μας είναι κάποιος άλλος, κάποιος παντογνώστης προφανώς, ο οποίος γνωρίζει τις σκέψεις του χαρακτήρα μας και αποφασίζει να επικεντρωθεί αποκλειστικά και μόνο σ’αυτόν.
Αλλά, αν θες να επικεντρωθείς μόνο σε έναν χαρακτήρα, γιατί να μη γράψεις σε πρώτο πρόσωπο ούτως ή άλλως; (Μπορείς ακόμα και ν’αλλάζεις χαρακτήρες πρώτου προσώπου ανά κεφάλαιο, γράφοντας στην επικεφαλίδα ποιος χαρακτήρας είναι κάθε φορά, για αποφυγή παρεξήγησης.) Η κλειστή οπτική γωνία τρίτου προσώπου μοιάζει με μπασταρδεμένη οπτική γωνία πρώτου προσώπου. Είναι σαν να ήθελες να γράψεις σε πρώτο πρόσωπο αλλά, για κάποιο λόγο, διστάζεις να το κάνεις. Σε τι σε εξυπηρετεί το τρίτο πρόσωπο αν θες απλά και μόνο να επικεντρώνεσαι σε
έναν χαρακτήρα κάθε φορά; Σε τίποτα, προφανώς.
Δεν ισχυρίζομαι, βέβαια, πως η κλειστή οπτική γωνία τρίτου προσώπου είναι άχρηστη. Καμιά λογοτεχνική μορφή δεν είναι άχρηστη. Δεν νοείται «άχρηστο» στη λογοτεχνία. Η κλειστή οπτική γωνία τρίτου προσώπου μπορεί να φανεί χρήσιμη σε διάφορες περιπτώσεις όπου, για παράδειγμα, θέλεις να δημιουργήσεις μυστήριο, ή όπου σε ενδιαφέρει μόνο ένας χαρακτήρας μέσα στην αφήγηση, ή όπου όλα τα άλλα πράγματα γύρω από τον χαρακτήρα είναι τόσο ακατανόητα, τόσο
ξένα, που είναι απλά λογικό να επικεντρώνεσαι σ’αυτόν όπως ο πνιγμένος πιάνεται από ένα κομμάτι ξύλο. Επίσης, αυτή η οπτική γωνία μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμη για να μας εισάγει ο συγγραφέας πιο ομαλά σ’έναν πολύ παράξενο φανταστικό κόσμο.
Ναι, η κλειστή οπτική γωνία τρίτου προσώπου έχει τις χρησιμότητές της.
Αλλά δεν είναι ο μόνος τρόπος για να γράφεις τρίτο πρόσωπο. Και το να αποκλείεις όλους τους υπόλοιπους τρόπους είναι λάθος και, πιθανώς, καταστροφικό για την ίδια τη λογοτεχνία. Δεν προσφέρει τίποτα εκτός από μονομέρεια και βαρεμάρα. Και όπου βλέπω βαρεμάρα, τη σκοτώνω.
Επομένως, εδώ θα αναφέρω κάποιους διαφορετικούς τρόπους για να γράφεις σε τρίτο πρόσωπο. Κάποιους τρόπους που δεν είναι μπασταρδεμένο πρώτο πρόσωπο αλλά, πραγματικά, εκμεταλλεύονται τις πάμπολλες δυνατότητες του τρίτου προσώπου. Εξυπακούεται ότι οι τρόποι που αναφέρω παρακάτω δεν είναι οι μοναδικοί για να γράψεις σε τρίτο πρόσωπο. Δεν μπορώ καν να
φανταστώ πόσοι τρόποι υπάρχουν για να γράψεις σε τρίτο πρόσωπο. Ίσως να είναι άπειροι. Η οπτική γωνία τρίτου προσώπου είναι η πιο πολυμορφική, όπως ήδη είπα. Είναι μια υπέροχη οπτική γωνία... όταν κάποιοι δεν προσπαθούν να την κλείσουν μέσα σ’ένα κλουβί.
*
Παραλλαγή πρώτη: Γράψε σε τρίτο πρόσωπο αλλά επικεντρώσου μόνο σε δύο (το πολύ, τρεις) χαρακτήρες. Τα πάντα φιλτράρονται μέσα από τις σκέψεις και τις αισθήσεις αυτών των χαρακτήρων. Μπορείς να γράφεις τους συλλογισμούς και τις παρατηρήσεις όλων μέσα στην ίδια σκηνή, αλλά, φυσικά, πρέπει να προσέχεις να είσαι ξεκάθαρος, να καταλαβαίνουμε ποιος σκέφτεται τι και ποιος αντιλαμβάνεται τι. Αυτό είναι χρήσιμο όταν θέλεις να δείξεις, για παράδειγμα, πόσο διαφορετικά βλέπουν το ίδιο γεγονός δύο άτομα. Αντί να επικεντρωθείς μόνο στο ένα άτομο και αργότερα, μέσα από κάποιο αταίριαστο, βαρετό flashback, να μας πεις πώς είχε δει και ο άλλος χαρακτήρας το γεγονός, επικεντρώνεσαι και στους δύο χαρακτήρες ταυτόχρονα
ενώ το γεγονός συμβαίνει. Πράγμα που έχει περισσότερο ενδιαφέρον και για τον αναγνώστη και για τον συγγραφέα, νομίζω. Εκτός αυτού, η συγκεκριμένη μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και όταν απλά έχεις δυο, τρεις χαρακτήρες που τους θεωρείς εξίσου σημαντικούς και πιστεύεις ότι είναι ανόητο να ρίξεις το βάρος μόνο σε έναν, αφού όλοι συγχρόνως έχουν σημασία για την αφήγηση.
Παραλλαγή δεύτερη: Σε αρκετές περιπτώσεις, έχουμε εμβόλιμες σκηνές μέσα στην ιστορία μας οι οποίες είναι εκεί ως προοιωνισμοί ή για να δημιουργήσουν ένταση ή μυστήριο. Αν γράφεις με την κλασική εκβιομηχανισμένη κλειστή οπτική γωνία τρίτου προσώπου, πρέπει υποχρεωτικά να βρεις κάποιον χαρακτήρα σ’αυτές τις εμβόλιμες σκηνές για να επικεντρωθείς επάνω του, για να παρουσιάσεις τη σκηνή μέσα από τις αισθήσεις του. Αυτό, όμως, πολλές φορές μοιάζει ψεύτικο και άσκοπα κουραστικό. (Τι μας νοιάζει για έναν χαρακτήρα που δεν θα τον ξαναδούμε; Ή που θα σκοτωθεί ξαφνικά από ένα τέρας ή έναν φονιά; Τι μας νοιάζουν οι σκέψεις του για την κοινωνία και για τη γυναίκα του;) Μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο. Υπάρχει η λεγόμενη «ουδέτερη» ή «κινηματογραφική» οπτική γωνία τρίτου προσώπου. Γράφεις τη σκηνή όπως θα την έβλεπε ένας ουδέτερος παρατηρητής. Όπως θα την παρακολουθούσαμε στην οθόνη μας. Δεν αναφέρεις σκέψεις ή συναισθήματα – εκτός, ίσως, μόνο αν κάτι είναι τελείως απαραίτητο (όπως, πχ, «Αισθάνθηκε ένα άγγιγμα στο πλάι του λαιμού και στράφηκε να κοιτάξει»). Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε όντως μια πραγματικά
εμβόλιμη σκηνή που δημιουργεί μυστήριο ή ένταση χωρίς να θυμίζει μπασταρδεμένο πρώτο πρόσωπο. (Την εν λόγω τεχνική προσωπικά τη χρησιμοποιώ στην
Πριγκίπισσα της Οργής
Ο ραλίστας Ζορδάμης Λιγνόρρυγχος, έχοντας αρχίσει να ξεπληρώνει το χρέος
του στη μυστηριώδη οργάνωση του υπόκοσμου γνωστή ως Σιδηρά Δυναστεία,
πρέπει να βρει και να εξολοθρεύσει τη δολοφόνο του γιου ενός μεγιστάνα
της Δυναστείας: τη γυναίκα που, στη Θακέρκοβ, ακούει στο όνομα η
Πριγκίπισσα της Οργής.
Σύμμαχος και οδηγός του Ζορδάμη σ’αυτή τη σκοτεινή αναζήτηση είναι μια άλλη
γυναίκα την οποία είχε γνωρίσει όταν πρωτομπήκε στη Σιδηρά Δυναστεία αλλά τώρα
τη συναντά με διαφορετικό όνομα, και σύντομα συνειδητοποιεί ότι δεν είναι το
μοναδικό που χρησιμοποιεί.
Στη Θακέρκοβ, αυτές τις ημέρες, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
, για όποιον θέλει να διαβάσει ένα ζωντανό παράδειγμα. Αυτές οι σκηνές, στο συγκεκριμένο βιβλίο, αν δεν ήταν γραμμένες σε ουδέτερη οπτική γωνία θα χαλούσαν όλο το μυστήριο.)
Παραλλαγή τρίτη: Ορισμένες φορές δεν είναι και τόσο σημαντικό πώς βλέπει κάποιος τον εαυτό του ή πώς σκέφτεται. Είναι πιο σημαντικό πώς τον βλέπουν οι άλλοι, ή τι νομίζουν γι’αυτόν. Με την οπτική γωνία τρίτου προσώπου μπορείς εύκολα να το δείξεις, όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά. Έχεις έναν βασικό χαρακτήρα, τον ακολουθείς συνεχώς, αλλά ποτέ δεν γράφεις τις σκέψεις του. Γράφεις μόνο πώς τον βλέπουν οι άλλοι και τι σκέφτονται γι’αυτόν. Γράφεις για όλους μαζί, όχι για έναν-έναν χωριστά. Για παράδειγμα, μπαίνει ο βασικός χαρακτήρας σ’ένα χωριό και μας γράφεις τι βλέπουν οι χωρικοί επάνω του, τι νομίζουν γι’αυτόν, τι ψιθυρίζουν αναμεταξύ τους για το άτομό του. Μετά, ο χαρακτήρας φεύγει απ’το χωριό μαζί με μερικούς άλλους ταξιδιώτες, και μας γράφεις πώς τον βλέπουν οι ταξιδιώτες και τι νομίζουν γι’αυτόν. Δημιουργείς έτσι ένα μυστήριο γύρω από τον βασικό χαρακτήρα, μια μυθική αύρα ίσως. (Αυτή είναι μια τεχνική που συχνά χρησιμοποιούσε ο R. E. Howard στις ιστορίες του Κόναν, και έκανε όντως τον Κόναν αρκετά «μυθικό». Ταιριάζει πολύ περισσότερο απ’το αν διαβάζαμε την ιστορία μέσα από το κεφάλι του Κόναν και μόνο.)
Παραλλαγή τέταρτη: Θέλεις να μας περιγράψεις γεγονότα που επηρεάζουν μαζικά πολλούς ανθρώπους – όπως μια πολιορκία, μια εισβολή από ξένη χώρα, μια γιορτή, μια εκλογική περίοδος, ή λαφυραγωγίες κουρσάρων στις όχθες ενός ποταμού. Δεν έχεις κατά νου κανέναν συγκεκριμένο χαρακτήρα· έχεις κατά νου τα
γεγονότα. Αυτά είναι τα πιο σημαντικά για την ιστορία σου, στην προκειμένη περίπτωση. Τα γεγονότα είναι ο βασικός χαρακτήρας, θα μπορούσες να πεις. Αν ακολουθείς τη βαρετή μονομέρεια της κλειστής οπτικής γωνίας τρίτου προσώπου, είσαι υποχρεωμένος να βρεις, με το ζόρι, κάποιον χαρακτήρα που ή θα ακούει γι’αυτά τα γεγονότα ή κάπως αλλιώς θα τα μαθαίνει. Εν ολίγοις, ο χαρακτήρας είναι εκεί μόνο χρηστικά: απλά ένας εγκέφαλος από τον οποίο αντλείς πληροφορίες. Αυτό δεν είναι και πολύ καλό. Φαίνεται άσχημο, στημένο, και δεν είναι καθόλου συναρπαστικό. Με μια πιο ανοιχτή οπτική γωνία τρίτου προσώπου, όμως, μπορείς να μας δείξεις τα γεγονότα
καθώς συμβαίνουν, χωρίς να επικεντρώνεσαι σε κανέναν χαρακτήρα· ή μπορείς, φευγαλέα, να επικεντρώνεσαι σε διάφορους χαρακτήρες, σχετικούς με τα γεγονότα, προτού προχωρήσεις. Με αυτή την τεχνική, μπορείς να γράψεις για την ανησυχία των ανθρώπων που μένουν στις όχθες του ποταμού όταν γίνονται οι επιδρομές των κουρσάρων, και μετά μπορείς να αναφέρεις έναν γενναίο καπετάνιο που τους αντιμετωπίζει και τον σκοτώνουν· και συνεχίζεις γράφοντας για περισσότερες επιδρομές και τα αποτελέσματά τους στο εμπόριο και στους κατοίκους της περιοχής... Μια τέτοια τεχνική είναι ιδανική για να περιγράφεις μεγάλα γεγονότα στα οποία δεν θέλεις να επικεντρωθείς και πολύ αλλά θέλεις να εξακολουθούν να έχουν ενδιαφέρον ως αφήγηση, να μην είναι ανιαρά ούτε να μοιάζουν με παραπομπές.
Παραλλαγή πέμπτη: Σκέψου πραγματικά τι μπορεί να κάνει η οπτική γωνία τρίτου προσώπου. Σκέψου πραγματικά
πόσα μπορείς να γράψεις με την οπτική γωνία τρίτου προσώπου... Σκέψου... Εγώ το συνειδητοποίησα διαβάζοντας τη
Helliconia του Brian Aldiss, αν και κατά βάθος, φυσικά, το ήξερα. Μπορείς να γράψεις για τους ανέμους που φυσάνε πάνω από τα βουνά, και μετά για τους χωρικούς που σπέρνουν στα χωράφια τους, και μετά για μια γάτα που κυνηγά ένα ύπουλο ποντίκι, και μετά για τα σκουλήκια της γης... και μετά για το ίδιο το χώμα, για τους μικροοργανισμούς που κατοικούν εκεί. Καταλαβαίνεις
πόσα μπορείς να γράψεις με την οπτική γωνία τρίτου προσώπου; Δεν υπάρχει τέλος. Εσύ αποφασίζεις πού αρχίζεις και πού τελειώνεις: τι είναι σχετικό με την ιστορία σου. Αναφέρεις τα σχετικά πράγματα, γλιστρώντας από το ένα στο άλλο με τον πιο φυσικό τρόπο. Και, ναι, το ξέρω ότι εδώ δεν αναφέρω κάποια «παραλλαγή» ακριβώς· είναι πολύ γενικό αυτό που περιγράφω. Όμως αυτό είναι που θέλω να τονίσω: τη δυνατότητα που έχεις, με την οπτική γωνία τρίτου προσώπου, να γράψεις για τόσα πολλά πράγματα – από κοσμοϊστορικά γεγονότα μέσα σε μια φράση μέχρι για το πώς την περνάνε τα σκουλήκια κάτω από ένα μανιτάρι. Βρες τρόπο να το χρησιμοποιήσεις και να κάνεις κάτι υπέροχο μ’αυτό. Ο Brian Aldiss στη
Helliconia το έχει ήδη κάνει.
Μια τελευταία σημείωση: Κακώς έχει συνηθιστεί η ανοιχτή οπτική γωνία τρίτου προσώπου να λέγεται «οπτική γωνία παντογνώστη». Ο αφηγητής στο τρίτο πρόσωπο, ακόμα κι αν γράφει σε κλειστή οπτική γωνία επικεντρωμένη σε έναν χαρακτήρα,
εξακολουθεί να είναι παντογνώστης – απλά αποφασίζει να εστιαστεί κάπου. Δεν υφίσταται οπτική γωνία τρίτου προσώπου χωρίς παντογνώστη αφηγητή. Αλλά ο αφηγητής μας συνήθως είναι αόρατος· δεν δίνουμε σημασία σ’αυτόν όπως, μέσα σε μια ταινία, δεν θα δίναμε σημασία στο ποιος κρατά την κάμερα. Δεν μας ενδιαφέρει. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να
βιώσουμε την ιστορία. Να έχουμε αυτή την εμπειρία.
Οπτική γωνία παντογνώστη μπορεί μόνο να θεωρηθεί εκείνη η οπτική γωνία τρίτου προσώπου όπου ο αφηγητής γίνεται φανερός με έκδηλο τρόπο. Κάνει σχόλια, μιλά για τις δικές του σκέψεις, εμβόλιμα μέσα στην ιστορία. Είναι σπάνιο, αλλά σε μερικά βιβλία – παλιότερα κυρίως – συμβαίνει. Στις καλογραμμένες ιστορίες, γνωρίζουμε ποιος είναι αυτός ο αφηγητής που σχολιάζει· το μαθαίνουμε, είτε στην αρχή είτε στο τέλος, είτε κάπου στη μέση. Στις ιστορίες που δεν είναι και τόσο καλογραμμένες δεν το μαθαίνουμε ποτέ, και οι σχολιασμοί μοιάζουν, ίσως, με απροσεξίες. Αν σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τέτοια οπτική γωνία, τότε καλύτερα να ξέρεις
ακριβώς τι θέλεις να κάνεις.
Κατά τα άλλα, μην κλείνεσαι στο κλουβί κανενός.
(ΣημείωσηΣημείωση για τα Περί Γραφής
Αν είσαι φυσιολογικός αναγνώστης δε χρειάζεται να
διαβάσεις αυτό το κομμάτι. Αν είσαι από εκείνους που θα σκεφτούν
«Και ποιος νομίζει ότι είναι αυτός που θα μιλήσει για τη συγγραφή;»,
ή «Πολύ σπουδαίος δεν την έχει δει για να μας λέει πώς θα
γράφουμε;», ή κάτι παρόμοια κολακευτικό για το άτομό μου, τότε είσαι
το Πράσινο Ανθρωπάκι, και μπορείς να συνεχίσεις να διαβάζεις.
Αγαπητό Πράσινο Ανθρωπάκι,
Στα Περί Γραφής
μιλάω για ορισμένες από τις συγγραφικές μου εμπειρίες, και δίνω
κάποιες συμβουλές ή κατευθυντήριες γραμμές για νέους (όχι,
απαραιτήτως, ηλικιακά) συγγραφείς. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από
αυτό: εμπειρίες, σκέψεις, συμπεράσματα. Το διαβάζεις, κι αν
πιστεύεις ότι σου λέει κάτι ενδιαφέρον, έχει καλώς· αν πιστεύεις ότι
δε σ'ενδιαφέρει, ή αν διαφωνείς κάθετα, το αγνοείς. Τουλάχιστον,
αυτό κάνω εγώ όταν διαβάζω παρόμοια άρθρα: αν θεωρώ ότι λέει κάτι
ενδιαφέρον, το διαβάζω με ευχαρίστηση· αν θεωρώ ότι δεν με
ενδιαφέρει, το αγνοώ.
Να το έχεις αυτό υπόψη σου όταν διαβάζεις τα
Περί Γραφής. Δεν είναι δεσμευτικά, ούτε κανένας νόμος· είναι,
απλώς, μερικές σκέψεις, γνώμες, και εμπειρίες μου.
για τα Περί Γραφής.)