Επεισόδιο #16               

ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

 

Την επόμενη μέρα, από τα ξημερώματα κιόλας, ο Σκαρλάτος κάλεσε ξανά τη Σερφάντια, αλλά εκείνη δεν απαντούσε.

«Κάτι τής έχει συμβεί, Λύκε· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση,» είπε. «Ούτε εγώ μπορώ να την καλέσω, ούτε εκείνη έχει καλέσει ακόμα εμένα. Λογικά, αν ήταν καλά, θα με είχε καλέσει.»

Βρίσκονταν στο σαλόνι του διαμερίσματος του Βασνάρου, έχοντας όλοι ξυπνήσει νωρίς. Η Βατράνια είχε φτιάξει μερικές τηγανίτες και καφέ. Μόνο τους καφέδες είχαν αγγίξει μέχρι στιγμής.

Ο Βασνάρος, καθισμένος σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού, όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Σκαρλάτος είχε δίκιο: όλα έδειχναν πως η Σερφάντια είχε πάθει κάτι κακό. Αλλά δεν το είπε. Προτίμησε να πει: «Θα ψάξουμε γι’αυτήν.»

«Και πώς θα τη βρούμε, γαμώτο, μέσα σ’ολόκληρη τη Μέλβερηθ;» έκανε απότομα ο Σκαρλάτος, που ήταν όρθιος, βηματίζοντας πέρα-δώθε, με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του ακόμα στο χέρι.

«Ξεχνάς ότι ξέρω πολλούς ανθρώπους εδώ; Γι’αυτό δεν ήρθες να μου μιλήσεις; Αν είναι μέσα στην πόλη θα την εντοπίσω, σ’το υπόσχομαι.» Και, μετά, το βλέμμα του πήγε προς τη Βατράνια, που ήταν καθισμένη στον καναπέ, με τα πόδια της διπλωμένα από κάτω της. Είχε μόλις απλώσει το χέρι της για να πάρει μια τηγανίτα από το τραπεζάκι και να τη δαγκώσει.

«Αλλά,» συνέχισε ο Βασνάρος στρέφοντας ξανά τη ματιά του στον Σκαρλάτο, «πρέπει πρώτα να μετακομίσουμε. Αν έχω γίνει στόχος των ανθρώπων του Νορβάλη’μορ ύστερα απ’ό,τι συνέβη, καλύτερα θα ήταν να εξαφανιστώ.»

Ο Σκαρλάτος ένευσε αμίλητα. «Θα ήταν συνετό, όντως.»

«Κι εσύ, μικρή,» είπε ο Βασνάρος στη Βατράνια, «θα έρθεις μαζί μου. Δε μπορείς να μείνεις εδώ.»

«Δηλαδή, έχουμε μπλέξει;» ρώτησε η κόρη του.

«Θα δούμε. Αλλά καλύτερα να είμαστε προσεχτικοί για αρχή.»

«Θα πεις στη μαμά ότι θα φύγουμε; Θα της πεις πού θα πάμε;»

Ο Βασνάρος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι. Και εκείνη θα είναι πιο ασφαλής έτσι και εμείς.»

«Κι αν έρθουν να τη βρουν στον ναό;»

«Δε νομίζω να πειράξουν μια αρχιέρεια της Αρτάλης, ακόμα κι αν καταφέρουν να τη συνδέσουν μ’εμένα. Το πολύ-πολύ να βάλουν κανέναν κατάσκοπό τους έξω απ’τον ναό, για να παρακολουθεί μήπως έρθω.»

«Ναι,» είπε ο Σκαρλάτος. «Να μην πλησιάσεις εκεί: τουλάχιστον, όχι τις επόμενες μέρες. Και με συγχωρείς και πάλι, Λύκε, που–»

«Μην αρχίσουμε τις ίδιες σαχλαμάρες,» τον διέκοψε ο Βασνάρος. Και σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Μικρή, ας ετοιμαζόμαστε.»

«Ξέρεις πού θα πάμε; Έχεις κάτι στο μυαλό σου;»

«Έχω πολλά μέρη στο μυαλό μου.»

*

Πριν από το μεσημέρι βρίσκονταν σ’ένα υπόγειο της Σκιστής, όχι και τόσο μακριά από το Άπλωμα. Ο Βασνάρος το είχε ήδη υπόψη του, και το μόνο που χρειαζόταν για να το κάνει νέο σπίτι του ήταν να μιλήσει σε μια παλιά γνωστή του. Δεν ήταν αποθήκη· ήταν κανονικό διαμέρισμα, αλλά κάτω από τη γη. Ήλιος δεν έμπαινε, και υπήρχε μια διαρκή μυρωδιά κλεισούρας.

«Θα μείνουμε για πάντα εδώ;» ρώτησε η Βατράνια, που δεν της άρεσε καθόλου τούτο το μέρος· της έφερνε κατάθλιψη.

«Φυσικά και όχι. Αλλά για τώρα είναι ό,τι μας χρειάζεται,» είπε ο Βασνάρος, καθώς άφηναν τα πράγματά τους πάνω και γύρω από τον φθαρμένο καναπέ του καθιστικού. Στράφηκε στον Σκαρλάτο. «Θα φάμε κάτι και μετά θα ξεκινήσουμε την αναζήτησή μας για τη Σερφάντια.»

«Σ’ευχαριστώ για όλα, Λύκε.» Είχε ξανακαλέσει τη σύζυγό του άλλες τρεις φορές τουλάχιστον, αλλά ποτέ δεν έπιανε το σήμα της.

«Δεν έχω κάνει τίποτα ακόμα,» είπε ο Βασνάρος.

Πήγαν σ’ένα εστιατόριο στη Σκιστή και παράγγειλαν μεσημεριανό: ψητό κατσίκι με πράσινη σαλάτα και ντομάτες, συνοδευμένα με μια καράφα κόκκινο κρασί. Η Βατράνια πεινούσε σαν λύκαινα: καταβρόχθισε ό,τι υπήρχε στο πιάτο της, και πήρε κι ένα κομμάτι απ’το πιάτο του πατέρα της, ο οποίος δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται και τόσο πολύ για το φαγητό του. Άραγε, αναρωτήθηκε η Βατράνια, όσο μεγαλώνεις τόσο λιγότερο θες να τρως;

Μετά το γεύμα άρχισαν να αναζητούν τη Σερφάντια, πηγαίνοντας στο Κέντρο και ρωτώντας τους ανθρώπους που ο Βασνάρος γνώριζε εκεί: από οδηγούς επιβατηγών οχημάτων μέχρι περιπτεράδες, κλεφτρόνια, παιδιά της πέτρας, και συμμορίτες. Ώς το σούρουπο κατάφεραν να πληροφορηθούν ότι η Σερφάντια ήταν νεκρή: οι μισθοφόροι του Νορβάλη’μορ την είχαν σκοτώσει· κάποιος τούς είχε δει από ένα παράθυρο μιας πολυκατοικίας και το είχε πει σ’έναν άλλο που το είχε πει σ’έναν άλλο που το είχε πει σ’έναν άλλο. Το πτώμα της το είχε πάρει η Χωροφυλακή, αλλά όχι προτού κάτι κλεφτρόνια το ληστέψουν. Γι’αυτό κιόλας ο πομπός της δεν λειτουργούσε· πρέπει τα κλεφτρόνια να τον είχαν απενεργοποιήσει, για ασφάλεια, ώστε αργότερα να τον πουλήσουν με την ησυχία τους – στο Παζάρι της Παραγκούπολης, κατά πάσα πιθανότητα.

Ο Σκαρλάτος οργίστηκε. Έμοιαζε έτοιμος να σκοτώσει ανθρώπους. Ύστερα η θλίψη πήρε τη θέση της οργής μέσα του, και δάκρυα γυάλισαν στις άκριες των ματιών του, καθώς οι τρεις τους κάθονταν σ’ένα μπαρ του Κέντρου κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές.

«Τα καθάρματα!...» είπε πνιχτά. «Και να φανταστείς ότι η Χαρίκλεια’σαρ ήταν κάποτε στο πλευρό μας... αν ήταν όντως αυτή που ήταν μαζί με τους μισθοφόρους.»

«Τι εννοείς ‘στο πλευρό μας’;» ρώτησε ο Βασνάρος.

«Ήταν με την Επανάσταση, Λύκε. Είχε αγωνιστεί εναντίον της Παντοκράτειρας για να ελευθερώσουμε τη Σεργήλη.»

«Δεν την είχα ακούσει ποτέ...»

«Ήταν στις περιοχές της Άντχορκ.»

«Οι καιροί αλλάζουν,» είπε ο Βασνάρος.

«Ναι,» συμφώνησε ο Σκαρλάτος ανάβοντας τσιγάρο, «σίγουρα αλλάζουν.»

Η Βατράνια τούς παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Για εκείνη δεν σήμαινε τίποτα ο θάνατος αυτής της Σερφάντιας – δεν την είχε δει ποτέ της – αλλά την ενθουσίαζε το γεγονός ότι τους άκουγε να μιλάνε για την Επανάσταση. Για την Επανάσταση, μα τους θεούς! Την είχαν ζήσει.

«Θα το μετανιώσουν αυτό, Λύκε,» είπε ο Σκαρλάτος, φυσώντας καπνό. «Θα το μετανιώσουν πικρά.»

«Μην κάνεις τίποτα ανόητο, τώρα,» τον προειδοποίησε ο Βασνάρος.

«Μην ανησυχείς: δεν πρόκειται να γίνουν ανόητα πράγματα.» Τα μάτια του στραφτάλιζαν επικίνδυνα επάνω στο χρυσόδερμο πρόσωπό του, σαν καλογυαλισμένες λεπίδες.

Η Βατράνια μπορούσε να τον φανταστεί να πολεμά πράκτορες της Παντοκράτειρας με ακριβώς αυτό το άγριο βλέμμα! Γιατί να μην είχα γεννηθεί μερικά χρόνια πιο πριν; σκέφτηκε. Τι έκαναν τόσο καιρό η μαμά κι ο μπαμπάς;

Μετά σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν λιγάκι αναίσθητη. Ο άνθρωπος είχε μόλις μάθει ότι σκοτώθηκε η γυναίκα του, κι εκείνη έπαιρνε την πρέζα της με φανταστικούς ηρωισμούς του παρελθόντος. Ένιωσε κάπως άσχημα. Αλλά όχι για πολύ.

Όταν επέστρεψαν στο υπόγειο διαμέρισμά τους στη Σκιστή, προτού καν καθίσουν, ο Βασνάρος είπε στον Σκαρλάτο: «Θα σε βοηθήσω τελικά. Θα σας βοηθήσω εναντίον του Νορβάλη’μορ.»

Ο παλιός επαναστάτης ξεροκατάπιε· καθάρισε τον λαιμό του. «Κοίτα, Λύκε... για ό,τι έγινε, με τη Σερφάντια... δεν ήταν... Μην το δεις ότι είσαι υποχρεωμένος να μας βοηθήσεις επειδή–»

«Σταμάτα να λες ανοησίες, μαντατοφόρε! Μ’έχεις τσαντίσει!» Ο Βασνάρος τον αγριοκοίταζε.

Η όψη του Σκαρλάτου έμεινε ουδέτερη· τα μάτια του φανέρωναν ακόμα, ανάμικτα, θλίψη και οργή.

Ο Βασνάρος είπε: «Ο Νορβάλης’μορ παραλίγο να με σκοτώσει. Και πιθανώς να με κυνηγήσει τώρα, ούτως ή άλλως. Και η Σερφάντια... δεν την ήξερα καλά αλλά τη θεωρούσα φίλη μου. Ήταν γεννημένη στη Μέλβερηθ, άλλωστε. Όπως και νάχει, αυτός ο γαμιόλης δεν μ’αρέσει καθόλου. Δεν θέλω να πάρει τον έλεγχο της πόλης μου. Η Μέλβερηθ θα κάνει τη δική της ομοσπονδία, Σκαρλάτε. Σ’το υπόσχομαι.»

Ο παλιός επαναστάτης ένευσε. «Σ’ευχαριστώ, Λύκε,» είπε με ξερή φωνή.

«Μπορείς να στείλεις μήνυμα στην Αρχόντισσα της Ύγκρας από εδώ;»

«Φυσικά και μπορώ.»

«Πες της να μας δώσει μισθοφόρους. Έχω την αίσθηση ότι θα μας χρειαστούν.»

«Κι εγώ το ίδιο.»

«Από αύριο ξεκινάμε την εκστρατεία μας εναντίον αυτού του γαμιόλη της Άντχορκ,» είπε ο Βασνάρος. «Οι πιέσεις που θα δημιουργηθούν μέσα στη Μέλβερηθ θα είναι τόσο μεγάλες που θα αναγκάσουν τον Πολιτειάρχη εδώ να φτιάξει τη δική μας ομοσπονδία – αν θέλει να συνεχίσει να είναι Πολιτειάρχης.»

«Είσαι σίγουρος, Λύκε;» Ο Σκαρλάτος κάθισε κουρασμένα στον φθαρμένο καναπέ.

«Στην κοινωνία, οι άνθρωποι των δρόμων έχουν συχνά τη χειρότερη μοίρα απ’όλους,» του είπε ο Βασνάρος. «Αλλά επάνω τους στέκονται οι υπόλοιποι. Όταν η βάση τραντάζεται, τραντάζεται και η κορυφή.»

Ο Σκαρλάτος κατάφερε να χαμογελάσει. «Σε κάποιο βιβλίο θα το διάβασες αυτό, καριόλη.»

«Όχι,» είπε ο Βασνάρος. «Απλώς είμαι παρατηρητικός.»

Και η Βατράνια χαμογελούσε. Ο μπαμπάς της, ως συνήθως, ήταν γαμάτος. Πήγε να πάρει ένα μπουκαλάκι Κρύο Ουρανό από το ψυγείο. Αυτό το ψητό κατσίκι το μεσημέρι την είχε φουσκώσει, τελικά.

*

Μια φωτιά ήταν αναμμένη μες στη νυχτερινή ύπαιθρο. Πλάι της καθόταν μια γυναίκα, κουλουριασμένη στην κάπα της, με την κουκούλα στο κεφάλι. Ο άνεμος σφύριζε, και η γυναίκα είχε, πριν από λίγο, βάλει έναν μικρό ξύλινο τοίχο από τη μεριά που φυσούσε, για να μη σβήσουν οι φλόγες. Κοντά της κρατούσε μια παλιά καραμπίνα, γιατί σε τούτα τα μέρη βορειοδυτικά της Μέλβερηθ οι ληστές δεν ήταν άγνωστο φαινόμενο. Επάνω στη λαβή του όπλου ήταν χαραγμένα δυο σημάδια για τύχη και ευστοχία. Δυο σημάδια που ορισμένοι, αν τα αναγνώριζαν, θα τα θεωρούσαν βλάσφημα ίσως. Ήταν σημάδια της Λόρκης.

Η γυναίκα δεν ήταν από τους ανθρώπους που έβλεπαν με κακό μάτι την Κυρά της Τύχης. Το ακριβώς αντίθετο, μάλιστα. Και τώρα προσευχόταν η Λόρκη να τη συντρέξει: να τη βοηθήσει να περάσει τη νύχτα: και να τη βοηθήσει να περάσει και την επόμενη μέρα, ώσπου να φτάσει στη Μέλβερηθ. Όταν έφτανε εκεί... θα έβλεπε τι θα έκανε. Ήταν μεγάλη πόλη· σίγουρα θα έβρισκε κι άλλους πιστούς της Λόρκης.

Ένας λύκος ακούστηκε ν’αλυχτά από μακριά, και η γυναίκα ρίγησε. Μετά από λίγο, ένα όχημα φάνηκε να περνά, διασχίζοντας έναν χωματόδρομο, φωτίζοντας την ύπαιθρο με τους προβολείς του. Η γυναίκα δεν κινήθηκε από τη θέση της.

Μια σκοτεινή ανθρώπινη μορφή φάνηκε να έρχεται μέσα από τη νύχτα, βαδίζοντας χωρίς βιάση, τραβώντας ένα άλογο πίσω της από τα γκέμια. Η γυναίκα έπιασε σφιχτά την καραμπίνα, αλλά δεν τη σήκωσε. Όχι ακόμα.

Ο άγνωστος βάδισε προς το μέρος της. Πλησίαζε τη φωτιά της· δεν υπήρχε αμφιβολία.

Η γυναίκα ύψωσε την καραμπίνα της, σημαδεύοντάς τον. «Τι θέλεις;» φώναξε.

Ο άντρας σήκωσε τα χέρια του, φιλικά. «Δεν είμαι ληστής, ούτε κακοποιός. Απλώς ένας οδοιπόρος.» Το άλογό του χρεμέτισε. «Να καθίσω;»

Η γυναίκα τον κοίταξε καχύποπτα. Ύστερα κατέβασε την καραμπίνα της. «Κάθισε,» είπε διστακτικά.

Ο άντρας πήρε θέση αντίκρυ της, πλάι στη φωτιά. Το άλογό του άρχισε να μασουλά το χορτάρι που φύτρωνε ανάμεσα στις πέτρες.

«Το όνομά μου είναι Αργύριος.» Κατέβασε την κουκούλα της κάπας του, φανερώνοντας μακρύ, γαλανόδερμο πρόσωπο με σγουρά γκρίζα μαλλιά.

Η γυναίκα τον κοίταξε συνοφρυωμένη. Ύστερα χαμογέλασε. «Ξέρεις κάτι; Όταν σε είδα να πλησιάζεις, δεν περίμενα ότι θα ήσουν τόσο μεγάλος. Σε υπολόγιζα γύρω στα τριάντα.»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης γέλασε. «Έπεσες έξω τριάντα χρόνια, φοβάμαι. Πώς σε λένε;»

«Πολύανθη.»

Ο Αργύριος χαμογέλασε σαν να είχε ακούσει κάποιο αστείο.

Η Πολύανθη συνοφρυώθηκε ξανά. «Συμβαίνει κάτι;»

«Τίποτα. Απλώς ήξερα κάποτε κάποια που την έλεγαν Πολύανθη–»

«Κοίτα, φίλε, αν ήρθες εδώ για να... για...»

«Ήταν ιέρεια της Λόρκης.»

Η Πολύανθη έμεινε σιωπηλή και κοκαλωμένη σαν να της είχε αποκαλύψει κάτι το τρομερό.

«Όπως κι εσύ, μάλλον,» είπε ο Αργύριος.

«Πώς... πώς το ξέρεις; Ποιος σ’το είπε; Σ’έστειλαν απ’τη Νίρντημ;» Η Πολύανθη έμοιαζε έτοιμη να τιναχτεί πάνω και ν’αρχίσει να τρέχει· έσφιγγε την καραμπίνα μες στα χέρια της.

«Δεν είμαι εχθρός σου. Και κανείς δεν μ’έστειλε εδώ πέρα απ’την Κυρά μας της Τύχης. Δεν ήξερα ακριβώς γιατί είχα έρθει, μέχρι στιγμής, αλλά τώρα κατάλαβα. Το όνομά σου μου είπε όλα όσα χρειαζόμουν να ξέρω. Δεν υπάρχουν συμπτώσεις, Πολύανθη.»

Η ιέρεια τον ατένισε τώρα με στενεμένα μάτια. «...Τι είσαι;» είπε. «Είσαι δαίμονας της Λόρκης;»

Ο Αργύριος γέλασε. «Ελπίζω πως όχι!» Και τη ρώτησε: «Γιατί είσαι εδώ, μες στις ερημιές, Πολύανθη; Συνέβη κάτι στη Νίρντημ;»

«Γνωρίζεις τη Νίρντημ;»

«Μια μικρή πόλη προς τα βόρεια.»

«Με πολύ κακούς κατοίκους,» πρόσθεσε η Πολύανθη.

Ο Αργύριος ύψωσε το φρύδι του ερωτηματικά.

«Λίγο έλειψε να με λιντσάρουν.»

«Γιατί;»

«Είχα στήσει έναν βωμό της Λόρκης σε καλυμμένο μέρος. Μέσα στον πίσω κήπο ενός σπιτιού. Δεν ξέρω αν κάποιο κάθαρμα με πρόδωσε, ή αν με παρακολούθησαν· πάντως μαθεύτηκε. Η ιέρεια της Αρτάλης πρόσταξε να με διώξουν αμέσως από την πόλη γιατί η παρουσία μου δυσαρεστούσε τη θεά της. Η καταραμένη! Και κανείς δεν αντέδρασε! Όλοι τους είναι καθάρματα!»

«Σε μικρές πόλεις συμβαίνουν αυτά,» είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Και σε μεγάλες συμβαίνουν άλλα – χειρότερα, πιθανώς.»

Η Πολύανθη αναστέναξε, και δεν είπε τίποτα.

«Θα ήθελες ν’αναλάβεις έναν άλλο ναό;» τη ρώτησε ο Αργύριος.

Η Πολύανθη τον ατένισε καχύποπτα ξανά.

*

Οι μισθοφόροι είχαν καταφέρει μετά βίας να επιβιώσουν τις μέρες που βρίσκονταν κλεισμένοι στην ενδοδιάσταση. Τα τρόφιμα στο κελάρι του μικρού ναού ήταν λίγα, και κανείς δεν φαινόταν να έρχεται εδώ· το μέρος ήταν εγκαταλειμμένο. Μόνο μια γριά πρέπει κάποτε να ζούσε στον ναό, αλλά τώρα ήταν νεκρή. Το πτώμα της οι μισθοφόροι το είχαν κάψει για να μην πάθουν καμια μόλυνση.

Προσπαθούσαν συνεχώς να βρουν κανένα ζώα για να σκοτώσουν, ώστε να το φάνε, αλλά τίποτα μεγαλύτερο από σαύρες, τρωκτικά, και μικρά πουλιά δεν υπήρχε εδώ γύρω. Τα τρόφιμα στο κελάρι του ναού ήταν προτιμότερα. Για την ώρα.

Η μάγισσα μελετούσε τα όρια της ενδοδιάστασης. Η όψη της έκανε τις τρίχες των μισθοφόρων να ορθώνονται όταν εξασκούσε τη μαγεία της· τα μάτια της ήταν κενά, οι κόρες εξαφανισμένες. Πάσχιζε να βρει τρόπο για να φύγουν, αλλά δεν έμοιαζε να τα καταφέρνει. Έτρωγε λίγο, έπινε λίγο, κοιμόταν λίγο. Διαρκώς δούλευε, με το μυαλό της.

Χτες τρελάθηκε. Άρχισε να χτυπιέται και να ουρλιάζει και να προσπαθεί να δαγκώσει τα δάχτυλά των χεριών της. Οι μισθοφόροι αναγκάστηκαν να τη δέσουν για να μη βλάψει τον εαυτό της. Τους απειλούσε και τους έβριζε, και έλεγε και διάφορες ασυναρτησίες που δεν έβγαζαν κανένα νόημα· μερικές φορές, μάλιστα, μιλούσε σε γλώσσες άγνωστες, και οι μισθοφόροι φοβόνταν ότι ίσως να έκανε κάποιο ξόρκι εναντίον τους. Τελικά, τη φίμωσαν. Δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μαζί της.

Και συζητούσαν τώρα τι να κάνουν, πώς να τη συνεφέρουν. Εκτός των άλλων – εκτός του ότι ήταν η αντιπρόσωπος του εργοδότη τους – ήταν η μόνη που μπορούσε ίσως να τους βγάλει από εδώ.

«Στο τέλος θα τρελαθούμε κι εμείς σαν αυτήν. Θ’αρχίσουμε να τρώμε τα χέρια μας,» είπε ένας μισθοφόρος.

«Μη λες μαλακίες, που να σε δαγκώσ’ η Λόρκη!»

«Αν δεν αρχίσουμε να τρώμε τα χέρια μας, θ’αρχίσουμε να τρώμε ο ένας τον άλλο,» είπε η μισθοφόρος που είχε έρθει με το δίκυκλο. «Αφού δεν υπάρχει έξοδος από εδώ, ακόμα και τα μικρά ζώα που βλέπουμε να τριγυρίζουν θάναι περιορισμένα.»

«Κάποιοι έρχονται!»

Οι μισθοφόροι βγήκαν από τον ναό, βλέποντας δύο ταξιδιώτες να ζυγώνουν μέσα από το δάσος. Ο ένας τραβούσε ένα άλογο πίσω του, επάνω στο οποίο ήταν φορτωμένο κάτι αρκετά μεγάλο, τυλιγμένο με δέρματα. Κι οι δύο ταξιδιώτες φορούσαν κάπες και κουκούλες.

«Ποιοι είστε;» ρώτησε ένας μισθοφόρος τραβώντας το πιστόλι του. «Πώς ήρθατε εδώ; Πώς μπορούμε να βγούμε από εδώ;»

«Το πώς ήρθαμε δεν σας ενδιαφέρει,» αποκρίθηκε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Αλλά θέλετε να φύγετε, έτσι δεν είναι;»

Πολλοί μισθοφόροι μίλησαν συγχρόνως: «Ξέρεις πώς να βγούμε;» «Ναι – πες μας πώς να βγούμε!» «Υπάρχει έξοδος;» «Είσαι μάγος;»

«Δεν είναι μια μάγισσα μαζί σας;» ρώτησε ο Αργύριος, ήρεμα.

«Πώς το ξέρεις;» «Ναι, είναι...» «Τρελάθηκε η μάγισσα, φίλε.»

Ο Αργύριος κοίταξε τον τελευταίο μισθοφόρο ερωτηματικά.

«Μελετούσε τα όρια της ενδοδιάστασης, και τρελάθηκε. Την έχουμε δέσει για να μη φάει τα χέρια της.»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης κατέβασε τη λύρα από τη ράχη του Ανεμοπόδη. Έβγαλε τα δέρματα από πάνω της. «Καθώς θα παίζω ένα τραγούδι,» είπε στους μισθοφόρους, «θ’αρχίσετε να πηγαίνετε προς τα άκρα της ενδοδιάστασης και θα βγείτε.»

Οι μισθοφόροι δεν φάνηκε να τον πιστεύουν: δεν κινήθηκαν από τις θέσεις τους· τον ατένιζαν άγρια ή παραξενεμένα.

«Δε με καταλαβαίνετε;»

«ΜΑΣ ΔΟΥΛΕΥΕΙΣ;» γκάριξε ένας, υψώνοντας το πιστόλι του και σημαδεύοντας τον. «Πες μας πώς να βγούμε – τώρα! Πες μας!»

«Ε!» του φώναξε ένας άλλος μισθοφόρος. «Τι κάνεις εκεί; Ήρεμα! Κατέβασε το όπλο! Δεν είν’ εχθρός μας. Κατέβασέ το, λέμε.»

Ο πρώτος μισθοφόρος κατέβασε το πιστόλι του, εξακολουθώντας να κοιτάζει άγρια τον Αργύριο. Βρισκόταν στα πρόθυρα υστερίας.

Ο Μπαλαντέρ είπε ξανά: «Καθώς θα παίζω ένα τραγούδι με τη λύρα μου, θα μπορείτε να φύγετε. Απλώς βαδίζοντας. Τίποτ’ άλλο δεν χρειάζεται. Και τη μάγισσα να την πάρετε μαζί σας· μην την αφήσετε εδώ.»

Οι μισθοφόροι αλληλοκοιτάχτηκαν· τελικά, ένας είπε στον Αργύριο: «Εντάξει»· κι ένας άλλος: «Φρόντισε, όμως, να μας έχεις πει αλήθεια,» απειλητικά.

Μπήκαν στο εσωτερικό του ναού κι όταν βγήκαν τραβούσαν τη μάγισσα μαζί τους. Τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη της, και ήταν φιμωμένη. Μούγκριζε και πάλευε. Ήταν εκτός εαυτού, σαν θηρίο. Στα μάτια της έβλεπες μόνο παραφροσύνη.

«Τη νεκρή που ήταν εδώ τι την κάνατε;» ρώτησε ο Αργύριος.

«Εννοείς τη γριά που ήταν μέσα;»

«Ναι.»

«Την κάψαμε, τι να την κάνουμε;»

«Εντάξει. Πηγαίνετε.»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης άρχισε να παίζει τη λύρα, και οι μισθοφόροι, τραβώντας τη μάγισσα μαζί τους, έφυγαν από το ξέφωτο και συνέχισαν να βαδίζουν μες στο δάσος.

Όταν τα δάχτυλα του Αργύριου άφησαν τις χορδές του μουσικού οργάνου, η Πολύανθη κατέβασε την κουκούλα της κάπας της. «Με τρομάζει τούτο το μέρος,» είπε.

«Αν δεν θέλεις να μείνεις, δεν είσαι υποχρεωμένη. Αλλά αυτός είναι ένας ναός όπου περνάνε αρκετοί πιστοί της Κυράς μας, και δεν θα ήταν καλό να εγκαταλειφθεί.»

«Ναι...» είπε η Πολύανθη συλλογισμένα, κοιτάζοντας τα λαξεύματα στις πέτρινες στήλες εκατέρωθεν της εισόδου, κοιτάζοντας το δάσος ολόγυρα. «Απλώς... είναι τόσο έρημα εδώ. Αγριεύομαι. Η προηγούμενη ιέρεια έμενε τελείως μόνη;»

«Από μια ηλικία και μετά, ναι.»

«Δεν ξέρεις κανέναν άλλο πιστό που μπορεί να θέλει νάρθει να μείνει μαζί μου;»

«Κάποιον θα βρούμε, αναμφίβολα.»

«Οι κάτοικοι της Χαμηλόνεφης είναι φιλικοί;»

«Αρκεί να μην τους πεις ευθέως ότι είσαι ιέρεια της Λόρκης, και να μην εξασκήσεις τη λατρεία της Κυράς μας μες στην πόλη τους.»

Η Πολύανθη ήταν σιωπηλή για μερικές στιγμές. Ύστερα είπε: «Θα το δοκιμάσω να μείνω εδώ... και βλέπουμε.»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης ένευσε, ευχαριστημένος.


 

Προηγούμενο Επεισόδιο Λίστα Επεισοδίων Επόμενο Επεισόδιο

Αν σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις, μπορείς να κάνεις μια δωρεά στον συγγραφέα μέσω PayPal.

 

Share