Επεισόδιο #15               

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΧΑΡΤΙ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΝΤΕΡ

 

«Έχετε αφήσει μακριά το όχημά σας;» ρώτησε ο Σκαρλάτος.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Αργύριος. «Αλλά πρώτα πρέπει να πάω να χαράξω δύο προειδοποιητικά σημάδια.»

«Τι προειδοποιητικά σημάδια;» είπε η Βατράνια.

«Για να μην πάει κανένας τυχαίος στην ενδοδιάσταση και παγιδευτεί εκεί. Χωρίς τη λύρα και χωρίς γνώση της μελωδίας, δεν θα μπορεί να φύγει.»

«Η μάγισσα, δηλαδή, και οι μισθοφόροι της είναι νεκροί; Θα πεθάνουν της πείνας εκεί μέσα;»

«Υπάρχουν κάμποσα τρόφιμα ακόμα στο κελάρι του ναού,» είπε ο Αργύριος. «Και ίσως η μάγισσα να βρει τρόπο ν’ανοίξει την ενδοδιάσταση, αφού την άνοιξε για να μπουν.»

«Αυτό,» τον διέκοψε ο Σκαρλάτος, «σημαίνει πως καλύτερα να φεύγουμε, όχι να πηγαίνουμε να χαράζουμε σημάδια.»

«Δε φεύγω αν δεν χαράξω τα προειδοποιητικά σημάδια,» είπε απόλυτα ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

Και οι άλλοι δεν ήθελαν να τον αφήσουν μόνο του – τους είχε σώσει, ουσιαστικά· αν δεν ήταν αυτός, δεν θα είχαν γλιτώσει – έτσι τον ακολούθησαν, και σύντομα έφτασαν στο μέρος με τις μεγάλες πέτρες. Ανάμεσά τους τώρα διέκριναν κάτι να λαμπυρίζει παράξενα. Πλησίασαν προς τα εκεί και είδαν ότι ο αέρας ζάρωνε αφύσικα και γέμιζε με μικροσκοπικά φωτάκια σαν άστρα.

«Τι σκατά είν’ αυτό;» είπε ο Βασνάρος.

«Το πέρασμα που δημιούργησε η μάγισσα, μάλλον,» αποκρίθηκε ο Αργύριος.

«Μπορούν, επομένως, να επιστρέψουν από εδώ!» είπε ο Σκαρλάτος. «Πάμε να φύγουμε! Τώρα.»

Ο Αργύριος βάδισε γρήγορα ώς την πέτρα όπου ήταν χαραγμένο το δεύτερο σημάδι της Λόρκης και τράβηξε το ξιφίδιό του.

«Είναι ενεργειακό;» τον ρώτησε ο Σκαρλάτος, που τον είχε ακολουθήσει μέχρι εκεί, όπως κι οι υπόλοιποι.

«Όχι.»

«Πάρε το δικό μου, τότε. Βιάσου, γαμώτο!» Του έδωσε το ξιφίδιό του.

Ο Αργύριος το πήρε στο χέρι του, πάτησε το κουμπί κάτω από τη λαβή, και η ατσάλινη λεπίδα γυάλισε από την ενέργεια που άρχισε να τη διατρέχει ενδυναμώνοντάς την.

Καθώς ο Μπαλαντέρ της Λόρκης χάραζε το σημάδι του πάνω από το άλλο σημάδι στη μεγάλη πέτρα, οι υπόλοιποι κοίταζαν προς το στραφταλίζον σημείο στον αέρα που διακρινόταν ανάμεσα από τους βράχους, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να δουν τους μισθοφόρους να βγαίνουν από κει μέσα. Είχαν τα πιστόλια τους υψωμένα, έτοιμοι να πυροβολήσουν.

Αλλά κανείς δεν ήρθε.

Ο Αργύριος είπε: «Πάμε και στο πρώτο σημάδι,» απενεργοποιώντας την ενεργειακή λειτουργία του ξιφιδίου και βαδίζοντας.

Οι άλλοι τον ακολούθησαν ξανά.

«Παράξενο που δεν έχουν βγει ακόμα,» είπε ο Σκαρλάτος. «Ή μας ψάχνουν, μην έχοντας καταλάβει ότι φύγαμε απ’την ενδοδιάσταση, ή... ή αυτή η δίοδος είναι μονόδρομη, όπως όταν ακολουθείς τα σημάδια.»

«Μπορεί,» είπε ο Αργύριος.

Όταν έφτασαν στην πέτρα όπου ήταν χαραγμένο το πρώτο σημάδι, δεν μπορούσαν πλέον να δουν τον αέρα που στραφτάλιζε· τον έκρυβαν οι βράχοι. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης πάτησε πάλι το κουμπί στο ενεργειακό ξιφίδιο και χάραξε το σημάδι του πάνω από το προηγούμενο σημάδι.

«Τελείωσε η μπαταρία,» είπε στον Σκαρλάτο, επιστρέφοντάς του το όπλο.

«Μικρό το κακό. Μπορούμε τώρα να φύγουμε;»

«Ναι.»

Πήγαν εκεί όπου είχαν αφήσει το όχημα της Χριστίνας. Τα οχήματα των μισθοφόρων – ένα τετράκυκλο κι ένα δίκυκλο – δεν ήταν μακριά, και ο Σκαρλάτος πρότεινε να τα ανατινάξουν, αν υπήρχε καμια επιπλέον ενεργειακή φιάλη.

«Υπάρχει άλλη μία,» αποκρίθηκε ο Αργύριος, και κοίταξε ερωτηματικά τον Θόα.

Εκείνος είπε: «Ύστερα απ’όλ’ αυτά νομίζεις ότι θα σας πω όχι;» και χαμογέλασε. Μα τους θεούς, σκέφτηκε, όσο κι αν θύμωνε η Χριστίνα, θα άξιζε για ό,τι είχε ζήσει. Είχε συναντήσει τον ίδιο τον Τρελό Λύκο της Μέλβερηθ, μπλεγμένος σε μια περίεργη κατάσταση μαζί του! Είχε μπει σ’έναν μυστηριώδη τόπο στους πρόποδες της Ραχοκοκαλιάς και είχε βγει από εκεί με τρόπο που κανείς δεν θα τον πίστευε όταν το διηγιόταν!

Ο Αργύριος έβγαλε την επιπλέον ενεργειακή φιάλη απ’την πίσω μεριά του οχήματος της Χριστίνας και την έδωσε στον Σκαρλάτο.

Εκείνος είπε: «Έχουμε αρκετή ενέργεια για να επιστρέψουμε στη Μέλβερηθ, έτσι;»

«Πρέπει να το ελέγξουμε αυτό,» αποκρίθηκε ο Θόας. Μπήκε στο όχημα και το ενεργοποίησε. Κοίταξε τον δείκτη ενέργειας. «Στο τριάντα-έξι τοις εκατό είναι,» ανέφερε στους άλλους γυρίζοντας για να τους κοιτάξει έξω από την πόρτα.

«Λογικά, πρέπει να επαρκεί για να φτάσουμε στη Μέλβερηθ,» είπε ο Σκαρλάτος. «Οριακά, βέβαια.» Με τη φιάλη στα χέρια, απομακρύνθηκε, λέγοντας στους άλλους να μείνουν στη θέση τους – ή, μάλλον, καλύτερα να μπουν στο όχημα του Θόα και να κάνουν λίγο πίσω.

Πλησίασε το τετράκυκλο των μισθοφόρων κι έβαλε επάνω στην οροφή του την ενεργειακή φιάλη. Ύστερα έσπρωξε το δίκυκλο έτσι ώστε ν’ακουμπά στο τετράκυκλο.

Οι άλλοι είχαν ήδη μπει στο όχημα της Χριστίνας και ο Θόας το είχε οδηγήσει μερικές δεκάδες μέτρα προς τα πίσω. Ο Σκαρλάτος απομακρύνθηκε απ’τα οχήματα των μισθοφόρων τρέχοντας. Στράφηκε, σημάδεψε με το πιστόλι του, κρατώντας το με τα δύο χέρια, και πυροβόλησε. Οι σφαίρες του διέλυσαν τη φιάλη, πυροδοτώντας τα ενεργειακά υγρά της. Η έκρηξη φώτισε τη νύχτα, και ο Σκαρλάτος έπεσε στη γη για να μην τον χτυπήσει κανένα απ’τα κομμάτια που τινάζονταν ολόγυρα.

Σηκώθηκε όρθιος ξανά και έτρεξε ώς το τετράκυκλο του Θόα. Ο Βασνάρος τού άνοιξε μια από τις πίσω πόρτες και εκείνος μπήκε. Τα οχήματα των μισθοφόρων είχαν μετατραπεί σε φλεγόμενα ερείπια.

«Φεύγουμε,» είπε ο Σκαρλάτος. «Τώρα.»

Ο Θόας έβαλε τους τροχούς σε κίνηση, στρίβοντας προς τα νότια.

«Υπάρχει κι ένα μικρό αεροπλάνο προσγειωμένο λίγο παρακάτω,» τους θύμισε η Βατράνια, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού.

«Μας έχουν, όμως, τελειώσει οι ενεργειακές φιάλες,» είπε ο Θόας.

«Δε μπορούμε να το σαμποτάρουμε κάπως αλλιώς; Δεν ήταν κλειδωμένο· οι μισθοφόροι μπήκαν μέσα του για λίγο, προτού πάνε να βρουν τη μάγισσα και τους άλλους μισθοφόρους.»

«Ας του ρίξουμε μια ματιά,» είπε ο Σκαρλάτος.

«Όπως νομίζετε,» μουρμούρισε ο Θόας. Ποιος είμαι εγώ που θα διαφωνήσω; πρόσθεσε νοερά. Ήταν μαζί με τον Τρελό Λύκο της Μέλβερηθ, την κόρη του Τρελού Λύκου, έναν παλιό επαναστάτη, και έναν περίεργο ιερέα-περιηγητή της Λόρκης που ήταν προσωποποίηση ενός τραπουλόχαρτου! Εγώ είμαι ένας τελείως μαλάκας αλητοδιαβάτης που τυχαία βρέθηκε εδώ. Ωστόσο δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει μ’αυτές τις σκέψεις. Του άρεσε τούτη η παράξενη παρέα.

Δεν άργησαν να φτάσουν στο αεροπλάνο που ήταν προσγειωμένο νότια της Χαμηλόνεφης. Μέσα στη μικρή πόλη, πίσω από τις ομίχλες, φαινόταν μια κάποια αναστάτωση να συμβαίνει· πρέπει να είχαν δει τη φωτιά προς τα ανατολικά.

Ο Σκαρλάτος και ο Βασνάρος βγήκαν απ’το όχημα του Θόα λέγοντας στους άλλους να μείνουν μέσα. Μπήκαν στο αεροπλάνο και κοίταξαν στο εσωτερικό του. Ο Βασνάρος αμέσως κατάλαβε ότι ήταν μεταβαλλόμενο σκάφος. Αυτό το κάθισμα με τα καλώδια και τα κυκλώματα ήταν, αναμφίβολα, κέντρο ισχύος, για να κάθεται κάποιος μάγος και να κάνει Μαγγανεία Κινήσεως προκειμένου οι μηχανές να λειτουργούν σωστά.

«Μεταβαλλόμενο.»

Ο Σκαρλάτος ένευσε. «Ναι.» Πλησίασε τις θυρίδες όπου βρίσκονταν τοποθετημένες δύο ενεργειακές φιάλες και τις έβγαλε από τη θέση τους, παίρνοντάς τες μαζί του. «Πάμε έξω.»

Βγήκαν και ακούμπησε τις φιάλες δίπλα στο μικρό αεροσκάφος. Ανέβηκαν στο όχημα του Θόα και άνοιξε ένα από τα πίσω παράθυρα.

«Οδήγα μακριά, μικρέ!» είπε, αλλάζοντας γεμιστήρα στο πιστόλι του και σημαδεύοντας τις φιάλες.

Ο Θόας πάτησε το πετάλι ξανά· και, καθώς το όχημα απομακρυνόταν από το αεροπλάνο, ο Σκαρλάτος πυροβόλησε τις ενεργειακές φιάλες, σπάζοντάς τες και προκαλώντας έκρηξη.

Φεύγοντας, έβλεπαν τα συντρίμμια του μεταβαλλόμενου σκάφους να φλέγονται μες στις ομίχλες της βαθιάς νύχτας.

*

«Με συγχωρείς που σ’έμπλεξα σε τούτη την παλιοϊστορία, Λύκε,» είπε ο Σκαρλάτος. Εκείνος, ο Βασνάρος, και ο Αργύριος ήταν καθισμένοι στην πίσω μεριά του οχήματος ενώ ο Θόας το οδηγούσε προς τα νότια, προς τη Μέλβερηθ, μέσα από τα άτσαλα μονοπάτια. Ήταν σιωπηλός, όπως και η Βατράνια. Παρότι ήταν οι νεότεροι απ’όλους, έμοιαζαν πιο κουρασμένοι από τους μεγαλύτερους.

«Δεν περίμενα ότι θα αγρίευε τόσο το πράγμα,» συνέχισε ο Σκαρλάτος. «Δεν περίμενα ότι θα μας έριχναν βόμβα μες στον ίδιο τον Σοβαρό, μα τα κέρατα του Κάρτωλακ! Δεν ξέραμε καν ότι οι άνθρωποι του Νορβάλη’μορ μάς παρακολουθούσαν εμένα και τη Σερφάντια, αν και το υποπτευόμασταν, βέβαια.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Βασνάρος· «δεν είπα ότι έφταιγες εσύ, μαντατοφόρε· είπα τέτοιο πράγμα;»

«Εγώ όμως σε έμπλεξα.»

«Χωρίς πρόθεση. Άρα, όλα καλά, παρότι είσαι λεχρίτης όπως πάντα.» Ο Βασνάρος δεν χαμογελούσε αλλά αστειευόταν.

Ο Σκαρλάτος χαμογέλασε. Ύστερα σοβάρεψε. «Αν από δω και πέρα δεν θες ν’ασχοληθείς άλλο με την υπόθεση, το καταλαβαίνω απόλυτα, και δεν τρέχει τίποτα.»

Ο Βασνάρος ήταν σιωπηλός για μερικές στιγμές, συλλογισμένος. Έπειτα ρώτησε τον Αργύριο, από περιέργεια καθαρά: «Εσύ τι λες; Τι να κάνω;»

«Τι ξέρω εγώ, Βασνάρε; Εγώ είμαι απλά ο Μπαλαντέρ.»

«Ήρθες για να με σώσεις.»

«Δε σου εξήγησε η κόρη σου;»

«Μου εξήγησε, αλλά ακόμα δεν το καταλαβαίνω.»

«Δε με εκπλήσσει.»

«Μου είπε ότι ερχόσουν να βοηθήσεις ένα άτομο που θα παίξει σημαντικό ρόλο σε κάποιες μεγάλες αλλαγές στη Σεργήλη.»

«Ναι,» είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, μονολεκτικά, έχοντας την πλάτη του ακουμπισμένη στο κάθισμα του οχήματος και την κουκούλα της κάπας του σηκωμένη στο κεφάλι, μοιάζοντας κουρασμένος, σχεδόν μισοκοιμισμένος.

«Αν αποφασίσω να μην ασχοληθώ με την υπόθεση των ομοσπονδιών, δεν σ’ενδιαφέρει;» τον ρώτησε ο Βασνάρος.

«Δεν ξέρω καν τι είναι η υπόθεση των ομοσπονδιών που αναφέρεις.»

Ο Σκαρλάτος γέλασε καθώς άναβε τσιγάρο. «Σ’το είπα, Λύκε: μην περιμένεις να καταλάβεις τον Μπαλαντέρ της Λόρκης. Εγώ νόμιζα ότι ήταν μύθος, ότι δεν υπήρχε. Αλλά ο πραγματικός είναι ακόμα πιο παράξενος, μου φαίνεται.» Ρούφηξε καπνό και, μειδιώντας, τον έβγαλε απ’τα ρουθούνια.

Ο Βασνάρος αναστέναξε – κι ακούστηκε σαν γρύλισμα. «Αυτός ο Νορβάλης’μορ είναι αναμφίβολα επικίνδυνος,» είπε στον Σκαρλάτο.

«Ξαναπές το, Λύκε.»

«Και το παίρνω πάντα προσωπικά όταν μου ρίχνουν βόμβες και με κυνηγάνε για να με σκοτώσουν.»

«Αυτό σημαίνει ότι θα μας βοηθήσεις;»

«Θα το σκεφτώ.»

Ο Αργύριος είπε: «Τώρα πιθανώς να σε θέλουν νεκρό, ούτως ή άλλως.»

Ο Βασνάρος συνοφρυώθηκε. «Ξέρεις κάτι που δεν ξέρουμε... Μπαλαντέρ;» Η ζωή του τον είχε διδάξει να είναι καχύποπτος με τον οποιονδήποτε· ακόμα, ορισμένες φορές, και μ’αυτούς που τον είχαν μόλις βοηθήσει να σωθεί. Οι άνθρωποι σε τούτη τη διάσταση είχαν πολλές σκοπιμότητες.

Ο Αργύριος γέλασε μέσα απ’την κουκούλα του. «Κοινή λογική είναι. Τώρα θα σε φοβούνται.»

Δεν έχεις άδικο, Μπαλαντέρ. Συνήθως έτσι σκέφτονται όσοι είναι μπλεγμένοι σε τέτοια πράγματα. Ο Βασνάρος έμεινε σιωπηλός στο υπόλοιπο του ταξιδιού, και οι σκέψεις του ήταν στραμμένες στην κόρη του. Αν κινδύνευε εκείνος από τον Νορβάλη’μορ, τότε ίσως να κινδύνευε και η Βατράνια εξαιτίας του.

*

Ήταν περασμένες τρεις όταν επέστρεψαν στη Μέλβερηθ. Η πόλη ήταν ήσυχη. Οι δρόμοι της σκοτεινοί. Ο δείκτης ενέργειας στην κονσόλα του οχήματος είχε πέσει στο 12%.

Ο Θόας ρώτησε: «Πού θέλετε να σας πάω;»

«Μισό λεπτό,» είπε ο Σκαρλάτος και, βγάζοντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, πάτησε ένα κουμπί. «Παράξενο...» μουρμούρισε βλέποντας τις ενδείξεις στη μικρή οθόνη.

«Τι;» ρώτησε ο Βασνάρος.

«Η Σερφάντια... Την καλώ αλλά δεν πιάνω το σήμα της. Σαν νάχει τον πομπό της κλειστό. Αλλά γιατί;» Η όψη του Σκαρλάτου φανέρωνε μόνο ανησυχία. Και φόβο.

«Θα τη βρούμε,» του είπε ο Βασνάρος κι έσφιξε τον ώμο του. «Θα τη βρούμε. Κάπου μες στην πόλη θα είναι.»

Ο Σκαρλάτος ένευσε, αν και δεν έμοιαζε βέβαιος. Και ο φόβος δεν είχε φύγει απ’την όψη του.

Δε μπορεί νάναι νεκρή, σκέφτηκε ο Βασνάρος. Οι Μαύρες Δράκαινες ήταν ζωντανός θρύλος. Δεν ήταν εύκολο να τις σκοτώσεις.

Στράφηκε στον Θόα. «Πήγαινέ μας στο Άπλωμα.»

*

Φτάνοντας έξω από την πολυκατοικία του Βασνάρου άνοιξαν τις πόρτες και κατέβηκαν από το όχημα. Ο Θόας έμεινε μέσα, λέγοντας στη Βατράνια πως θα την έβλεπε σύντομα. Κι επίσης μέσα έμεινε ο Αργύριος.

«Δεν έρχεσαι εσύ;» τον ρώτησε ο Βασνάρος. «Μπορώ να σε φιλοξενήσω για μια νύχτα.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, «αλλά η δουλειά μου εδώ τελείωσε. Ίσως να ξανασυναντηθούμε, Βασνάρε· ή ίσως όχι.»

«Όπως νομίζεις. Σου χρωστάω, πάντως· να το θυμάσαι. Και δεν ξεχνάω εύκολα.»

«Θα το θυμάμαι.»

Ο Βασνάρος έκλεισε την πίσω πόρτα του οχήματος, και ο Θόας έβαλε τους τροχούς του σε κίνηση, φεύγοντας.

Ο Σκαρλάτος κάλεσε ξανά τη Σερφάντια με τον πομπό του, καθώς εκείνος, η Βατράνια, και ο πατέρας της έμπαιναν στην πολυκατοικία κι ανέβαιναν με τον ανελκυστήρα προς το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου.

«Πάλι δεν πιάνω σήμα,» παρατήρησε ο Σκαρλάτος, προβληματισμένα.

«Θα σε καλέσει εκείνη μόλις μπορέσει,» του είπε ο Βασνάρος ξεκλειδώνοντας την εξώπορτα του σπιτιού του κι ανάβοντας το φως στο καθιστικό. «Ίσως να της τελείωσε η μπαταρία, ή να της έπεσε κάπου ο πομπός, ή να της έσπασε.»

*

«Θες να σε πετάξω κάπου;» ρώτησε ο Θόας τον Αργύριο. Και καλύτερα να είναι κάπου κοντά, πρόσθεσε νοερά. Αυτός ο τύπος τον φρίκαρε. Επιπλέον, δεν είχε πολλή ακόμα ενέργεια μέσα στο όχημα, κι έπρεπε να το επιστρέψει στη Χριστίνα.

«Μέχρι το σπίτι σου.»

«Μέχρι το σπίτι μου;» απόρησε ο Θόας.

«Απ’ό,τι κατάλαβα, η αδελφή σου θα είναι θυμωμένη που πήρες το όχημά της. Μπορώ να σε βοηθήσω να ξεμπλέξεις, νομίζω.»

«Με τρομάζεις έτσι όπως το λες αυτό, φίλε.»

Ο Αργύριος γέλασε. «Μην ανησυχείς.»

Ο Θόας αναστέναξε. «Καλά,» είπε. «Ας δούμε...»

Οδήγησε ώς τους Συλλέκτες και πλησίασε τη μονοκατοικία όπου έμενε μαζί με την αδελφή του. Μ’ένα σήμα από την κονσόλα του οχήματος έκανε τη συρόμενη πόρτα της αυλής ν’ανοίξει και οδήγησε, αργά, προς το γκαράζ, που ήταν ανοιχτό. Έβαλε το τετράκυκλο μέσα και έκλεισε τη μηχανή του. Η ένδειξη ενέργειας ήταν στο 7% τώρα. Ο Θόας έσβησε την κονσόλα και όλα τα φώτα μαζί.

«Εντάξει,» είπε, «δεν είναι ανάγκη να–»

Από τον καθρέφτη του οχήματος είδε μια σκιερή φιγούρα να έρχεται στην είσοδο του γκαράζ, και στο χέρι της ήταν ένα πιστόλι. Η Χριστίνα.

Ο Θόας άνοιξε την πόρτα του και βγήκε. «Εγώ είμαι, Χριστίνα. Μην τρομάζεις. Και συγνώμη που πήρα το όχημα, αλλά–»

«Εγώ έφταιγα για όλα, δυστυχώς,» παρενέβη ο Αργύριος βγαίνοντας από μια πίσω πόρτα του τετράκυκλου. «Χίλια συγνώμη, κυρία.» Κατέβασε την κουκούλα της κάπας του.

Η Χριστίνα τον κοίταξε συνοφρυωμένη. «Ποιος είσαι εσύ;» ρώτησε, μάλλον απότομα. Αλλά το πιστόλι της ήταν κατεβασμένο. Γενικά, δεν τα πήγαινε καλά με τα όπλα (σ’αντίθεση με τον Θόα), όμως αυτό το μικρό πυροβόλο το είχαν κρυμμένο κάτω από τις μαξιλάρες του καναπέ στο σαλόνι, για κάθε ενδεχόμενο. Οι Συλλέκτες δεν ήταν η πιο άγρια συνοικία της Μέλβερηθ, αλλά ούτε και η πιο ακίνδυνη.

«Ονομάζομαι Αργύριος–»

«Και τι κάνεις με τον αδελφό μου; Του πουλάς τίποτα;»

Ο Αργύριος γέλασε. «Όχι, δεν πουλάω τίποτα. Απλώς μου χρωστούσε μια χάρη επειδή τον είχα βοηθήσει τις προάλλες να ξεμπλέξει από μια παλιοϊστορία σ’ένα μπαρ. Με ρώτησε ‘Τι θέλεις;’ και του είπα ότι ήθελα να χρησιμοποιήσω ένα όχημα, αν είχε, για να πάω να δω κάτι συγγενείς μου που μένουν βόρεια της Μέλβερηθ, σε κάτι τόπους που είναι λιγάκι άγριοι. Αν προκλήθηκαν οι οποιεσδήποτε ζημιές, ζητώ χίλια συγνώμη ξανά. Ελπίζω αυτά να είναι αρκετά.» Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των πενήντα ήλιων–

Των πενήντα ήλιων, μα τα πόδια της Λόρκης! Τι ήταν αυτός ο τύπος, τέλος πάντων; αναρωτήθηκε ο Θόας. Κολυμπούσε στους ήλιους; Μόνο κάτι βαθύπλουτοι παλαβοί τα πετούσαν έτσι τα πενηντάρικα!

Η Χριστίνα κοίταξε το χαρτονόμισμα με κάποια καχυποψία.

Ο Αργύριος χαμογέλασε φιλικά. «Δεν είναι από ύποπτες δραστηριότητες, σας διαβεβαιώνω.»

Η όψη της Χριστίνας μαλάκωσε. Ασφάλισε το πιστόλι της και το πέρασε μέσα στο παντελόνι της. «Δε μπορώ να δεχτώ τόσα λεφτά.»

«Όχι, σας παρακαλώ, δεν είναι πολλά.» Ο Αργύριος συνέχισε να τείνει το πενηντάρικο προς το μέρος της.

Η Χριστίνα έσμιξε τα χείλη, διστακτική. Τελικά χαμογέλασε, αν και κάπως βεβιασμένα, και πήρε το χαρτονόμισμα. «Ευχαριστώ, αλλά δεν χρειαζόταν.»

«Μην το λέτε. Σας τρομάξαμε. Φεύγω τώρα, και σας εύχομαι καλό βράδυ.» Στράφηκε στον Θόα, σφίγγοντας τον ώμο του προς στιγμή. «Αντίο, μικρέ, και να προσέχεις.» Του έκλεισε το μάτι.

Ο Θόας δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει. «Αντίο... Μπαλαντέρ,» είπε δίνοντάς του το χέρι του.

Αντάλλαξαν μια χειραψία και, μετά, ο Αργύριος έφυγε από τη μονοκατοικία.

«Γιατί τον είπες ‘Μπαλαντέρ’;» ρώτησε η Χριστίνα.

«Είναι χαρτοπαίχτης,» αποκρίθηκε ο Θόας, γελώντας.

Το βλέμμα της αγρίεψε. «Αυτή ήταν η μεγαλύτερη σαχλαμάρα που έχεις κάνει.»

Ο Θόας ετοιμάστηκε ν’ακούσει πολλά ώς το πρωί.


 

Προηγούμενο Επεισόδιο Λίστα Επεισοδίων Επόμενο Επεισόδιο

Αν σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις, μπορείς να κάνεις μια δωρεά στον συγγραφέα μέσω PayPal.

 

Share