Επεισόδιο #17               

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

 

Ο Βασνάρος άρχισε να μιλά σε κόσμο προτού έρθουν οι μισθοφόροι από την Ύγκρας. Είχε γνωστούς από τη μια άκρη της Μέλβερηθ ώς την άλλη, και ήρθε πρώτα σε επαφή με εκείνους που πίστευε ότι θα τους ενδιέφερε περισσότερο το θέμα της ομοσπονδίας: που θα είχαν πρόβλημα με τον έλεγχο της Άντχορκ πάνω απ’τα κεφάλια τους: που θα ήθελαν να έχουν τη δική τους ομοσπονδία εδώ στη Μέλβερηθ. Ο Βασνάρος έφτασε στο σημείο να συγκρίνει την προετοιμαζόμενη Ομοσπονδία της Άντχορκ ακόμα και με τους Παντοκρατορικούς. Αν και ήξερε ότι αυτό ήταν, ξεκάθαρα, υπερβολή. Ορισμένες φορές χρειάζονται υπερβολές προκειμένου να πετύχεις εκείνο που θέλεις.

Κανείς απ’αυτούς με τους οποίους μιλούσε δεν γνώριζε από πριν για τις ομοσπονδίες που ετοιμάζονταν απ’άκρη σ’άκρη της Σεργήλης. Παρότι επρόκειτο για ένα ζήτημα τεράστιο, ήταν συγχρόνως κρυφό – για την ώρα, τουλάχιστον. Μόνο όσοι ασχολούνταν άμεσα με τα μεγάλα πολιτικά θέματα γνώριζαν γι’αυτό. Οι άνθρωποι των δρόμων δεν είχαν ιδέα. Ούτε και οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά.

Το γεγονός ότι κρατιόταν κρυφό κάτι το τόσο σημαντικό έκανε πολλούς να σκεφτούν ότι αναμφίβολα κάποια ύπουλη δραστηριότητα συνέβαινε, και επομένως δεν έπρεπε να αφήσουν τα πράγματα να ολοκληρωθούν όπως σχεδιάζονταν. Ήταν προφανές, έλεγαν, ότι κάποιοι επιτήδειοι προσπαθούσαν να θέσουν τη Μέλβερηθ υπό την κυριαρχία τους, ώστε να επωφελούνται απ’αυτήν. Ήταν, άλλωστε, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Σεργήλης, και εδώ συναντιόνταν τέσσερις σιδηροδρομικές γραμμές που πήγαιναν προς βορρά, νότο, ανατολή, και δύση. Η Μέλβερηθ ήταν κέντρο. Ένα κέντρο που πολλοί θα ήθελαν να έχουν στο χέρι. Τόσοι ήλιοι περνούσαν από εδώ. Και τόσες πληροφορίες.

Ο Βασνάρος δεν δυσκολεύτηκε να πείσει αρκετό κόσμο ότι οι πολιτικοί της Άντχορκ – ειδικά κάποιος που ονομαζόταν Νορβάλης’μορ Ντέρνιλοφ – είχαν κακό στο μυαλό τους. Τους έκανε όλους καχύποπτους με την εξάπλωση της Ομοσπονδίας της Άντχορκ ώς τη Μέλβερηθ. Μίλησε με οδηγούς επιβατηγών οχημάτων, με αρχηγούς συμμοριών, με αερομεταφορείς γρυποκαβαλάρηδες, με υποψιασμένους χωροφύλακες, με μαγαζάτορες υπόγειων καταστημάτων, με ζητιάνους και κλεφτρόνια, με φρουρούς και μισθοφόρους, με ιερωμένους των δρόμων (της Λόρκης, φυσικά), με μάγους που έκαναν ύποπτες δουλειές στη Μέλβερηθ, ακόμα και μ’έναν οδηγό τρένου.

Οι μισθοφόροι από την Ύγκρας ήρθαν εν τω μεταξύ και τον συνόδευαν σε πολλές από αυτές τις συναντήσεις, αλλά αθέατοι, απλά για να βρίσκονται σε μέρος απ’όπου μπορούσαν να βοηθήσουν σε περίπτωση που οι άνθρωποι του Νορβάλη’μορ τύχαινε να του επιτεθούν. Ο Σκαρλάτος ήταν επίσης κρυμμένος ανάμεσά τους.

Η Βατράνια πήγαινε συνήθως μαζί με τον πατέρα της. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο που γνώριζε κι εκείνος, και ο Βασνάρος, αν και φοβόταν γι’αυτήν, δεν της το αρνήθηκε. Τι να έκανε; Να την κρατούσε κλειδωμένη στο υπόγειο διαμέρισμα στη Σκιστή; Επιπλέον, ίσως ήταν καλύτερα να την έχει μαζί του παρά να τριγυρίζει μόνη της σ’άλλα μέρη. Δεν ήταν άγνωστο στη Μέλβερηθ πως ήταν κόρη του.

Μια νύχτα, όμως, κινδύνεψαν κι οι δυο τους.

Είχε περάσει ένας μήνας από τότε που ξεκίνησαν την εκστρατεία τους εναντίον του Νορβάλη’μορ, και ακόμα ο Βασνάρος μιλούσε σε διάφορους ανθρώπους. Οι εντάσεις μέσα στη Μέλβερηθ είχαν αρχίσει να διαφαίνονται: οι κατάσκοποι διάφορων πολιτικών πρέπει οπωσδήποτε να είχαν ακούσει αυτά που λέγονταν στους δρόμους – λόγια εναντίον κάποιας Ομοσπονδίας της Άντχορκ που προετοιμαζόταν και είχε σκοπό να «καταπιεί» (όπως ισχυρίζονταν πολλοί) τη Μέλβερηθ – και δημοσιογράφοι είχαν, επίσης, πληροφορηθεί από διάφορες πηγές τι φήμες κυκλοφορούσαν: γράφτηκαν άρθρα στην Πολιτική Συνείδηση και στην Άτρομο Πολιτεία τα οποία ζητούσαν, εμμέσως, από τον Πολιτειάρχη μια απάντηση. Ήταν όντως αλήθεια ότι προετοιμαζόταν ομοσπονδία από τους πολιτικούς της Άντχορκ; Και όντως σκόπευαν να κάνουν τη Μέλβερηθ ένα απλό μέρος αυτής της ομοσπονδίας – μια πόλη υποχείριο της Άντχορκ;

Ο Πολιτειάρχης πρέπει να ανησυχούσε, και όχι μόνο αυτός.

Καθώς ο Βασνάρος και η Βατράνια έφευγαν από το κατάστημα ενός εμπόρου στο Χαμηλό Παζάρι, στα δυτικά της Μέλβερηθ, δέχτηκαν επίθεση από καλά οπλισμένους μπράβους. Όχι ανθρώπους του δρόμου. Έμοιαζαν καλοντυμένοι, και κρατούσαν πιστόλια. Προσπάθησαν να τους σκοτώσουν, και ο Βασνάρος τραυματίστηκε στη συμπλοκή. Η Βατράνια πανικοβλήθηκε βλέποντάς τον να πέφτει αιμόφυρτος στα πόδια της. Το πιστόλι της πυροβόλησε τους εχθρούς ενώ δάκρυα θόλωναν τα μάτια της και μια άγρια κραυγή έβγαινε απ’τα χείλη της.

Είδε έναν από τους μπράβους να σωριάζεται από τη σχεδόν τυχαία ριπή της.

Είδε έναν άλλο να πετάγεται απρόσμενα μέσα απ’τα σκοτάδια – να βρίσκεται ξαφνικά πολύ κοντά της! Αλλά έπεσε χτυπημένος από πίσω, μ’ένα ξιφίδιο να προεξέχει από την πλάτη του. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν ο Θόας που είχε έρθει να τη βοηθήσει: ήταν ο Σκαρλάτος και οι μισθοφόροι από την Ύγκρας. Τα πιστόλια τους κροτάλισαν μες στη νύχτα, φωτίζοντάς την, γεμίζοντας τον δρόμο με σφαίρες, κάλυκες, και θάνατο. Δύο μπράβοι τράπηκαν σε φυγή· οι υπόλοιποι ήταν νεκροί στο οδόστρωμα. Ο Σκαρλάτος κυνήγησε αυτούς που έφευγαν, πυροβολώντας με το πιστόλι του, τελειώνοντας τον γεμιστήρα.

Η Βατράνια δεν είδε αν τους σκότωσε· δεν την ενδιέφερε· μόνο για τον πατέρα της την ένοιαζε. «Βοηθήστε τον!» είπε στους μισθοφόρους. «Βοηθήστε τον!»

Οι άνθρωποι της Αρχόντισσας της Ύγκρας – καφετόδερμοι οι περισσότεροι: φανερά προερχόμενοι από μέρη κοντά στις ερήμους, ή, ίσως, κι από τις ίδιες τις ερήμους – σήκωσαν τον Βασνάρο και τον πήγαν σ’ένα μικρό φορτηγό, όπου τον έβαλαν να ξαπλώσει. Η Βατράνια φυσικά τούς ακολούθησε, και είδε μια μάγισσα να κρατά το χέρι της υψωμένο πάνω απ’το τραύμα του (που ήταν στα πλευρά) και να μουρμουρίζει παράξενα λόγια. Ύστερα είπε: «Δεν είναι σοβαρό, αλλά πρέπει να βγάλουμε τη σφαίρα. Τώρα. Και καλύτερα μακριά από δω. Δεν ξέρεις ποιος μπορεί να παρουσιαστεί πάλι.»

«Θάρθω μαζί σας!» δήλωσε η Βατράνια ανάμεσα από τους μισθοφόρους.

Η μάγισσα – που, σ’αντίθεση με τους άλλους, είχε κατάλευκο δέρμα σαν πανί και μαλλιά πράσινα και κοντά – την κοίταξε σαν να ήταν έτοιμη να διαφωνήσει. Αλλά, προτού μιλήσει, η Βατράνια πρόσθεσε: «Είναι πατέρας μου. Θα έρθω μαζί σας. Δεν φεύγω.»

«Εντάξει, έλα.»

Οι πόρτες του μικρού φορτηγού έκλεισαν – ο Σκαρλάτος ήταν ήδη εδώ – και ο οδηγός ενεργοποίησε τη μηχανή κι έφυγαν, με ταχύτητα. Σύντομα η Χωροφυλακή θα μαζευόταν σε τούτους τους δρόμους.

Ο Βασνάρος δεν ήταν αναίσθητος· είχε τις αισθήσεις του αλλά δεν βρισκόταν σε πλήρη εγρήγορση. Μουρμούριζε ακατανόητα πράγματα, και δεν μπορούσε να κινηθεί. Ήταν άνθρωπος πάνω από εξήντα χρονών· δεν ήταν τώρα να τρώει σφαίρες στα πλευρά. Θα τους σκοτώσω όλους αν τον αφήσουν να πεθάνει! σκέφτηκε η Βατράνια.

Η μάγισσα, γονατισμένη πλάι στον Βασνάρο, σκυμμένη από πάνω του, του είπε: «Ηρέμησε τώρα· ξεκουράσου, ξεκουράσου»· και μουρμούρισε πάλι τα λόγια για κάποιο ξόρκι περνώντας συγχρόνως το χέρι της μπροστά από το πρόσωπό του. Τα βλέφαρα του Βασνάρου έκλεισαν και φάνηκε να πέφτει σε βαθύ ύπνο.

Η μάγισσα έσκισε τα ρούχα του μ’ένα κοφτερό στιλέτο ώστε να φανερωθεί το τραύμα στα πλευρά του. Έβγαλε μια σύριγγα από την τσάντα της και του έκανε ένεση πλάι στην πληγή. Ύστερα, χρησιμοποιώντας νυστέρι και λαβίδα τράβηξε τη σφαίρα από μέσα του, ενώ η Βατράνια παρακολουθούσε χωρίς να αποστρέψει καθόλου το βλέμμα. Ήθελε να δει τα πάντα. Το αίμα δεν την τρόμαζε· ήταν κόρη του Τρελού Λύκου της Μέλβερηθ.

Η μάγισσα έντυσε το τραύμα του Βασνάρου με επίδεσμο αφού έβαλε επάνω του μια αλοιφή και ένα φύλλο από κάποιο φυτό. Μετά υποτονθόρυσε παράξενα λόγια ξανά, κρατώντας το χέρι της κοντά στην πληγή. Και ένευσε, μοιάζοντας ικανοποιημένη.

«Εντάξει;» ρώτησε η Βατράνια.

«Θα αναρρώσει,» τη διαβεβαίωσε η μάγισσα.

Τις ημέρες που ακολούθησαν, η Βατράνια δεν άφησε τον πατέρα της να πάει να μιλήσει σε κανέναν. Ακόμα κι όταν μπορούσε να σηκωθεί και να βαδίσει με κάποια άνεση, τσακώθηκε μαζί του ώστε να μη βγει καθόλου από το σπίτι.

(Το οποίο τώρα δεν ήταν εκείνο το υπόγειο στη Σκιστή. Είχαν πλέον μετακομίσει. Ζούσαν στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας στο Κέντρο. Ήταν καλό μέρος για απόδραση, την είχε διαβεβαιώσει ο πατέρας της: Αν κάποιοι προσπαθούσαν να τους στριμώξουν εδώ, μπορούσαν άνετα να πηδήσουν σε μια γειτονική οροφή, καθώς και σε διάφορα γειτονικά μπαλκόνια. Τα οικοδομήματα του Κέντρου ήταν κοντά το ένα με το άλλο.)

«Η δουλειά μας πρέπει να συνεχιστεί, μικρή!» είπε ο Βασνάρος, αγριοκοιτάζοντάς την, κουνώντας θυμωμένα προς το μέρος της το βιβλίο που διάβαζε τελευταία για να περνά την ώρα του – ένα μυθιστόρημα με τίτλο Οι Προκλητικές Συνευρέσεις του Κυρίου Ζαμούνδου. «Δε μπορούμε να την αφήσουμε στη μέση, τώρα που την έχουμε ξεκινήσει!»

«Θα πάω εγώ, τότε,» δήλωσε η Βατράνια. «Θα πάω εγώ και θα μιλήσω σ’αυτ–»

«Δε μπορείς να πας εσύ–»

«Γιατί όχι; Ξέρω τι θα τους πεις! Και θα έχουν ήδη ακούσει για την ομοσπονδία, δεν μπορεί να μην έχουν ακούσει. Πες μου ποιοι είναι και θα πάω να τους μιλήσω. Και πες μου κι έναν τρόπο για να με πιστέψουν ότι είμαι κόρη σου.»

Ο Βασνάρος ήταν διστακτικός να συμφωνήσει αλλά, τελικά, συμφώνησε. Της είπε τα ονόματα κάποιων ανθρώπων και πού βρίσκονταν, και πώς θα την αναγνώριζαν σίγουρα ως κόρη του, δίχως καμια αμφιβολία.

(Στον Σκαρλάτο, κρυφά από τη Βατράνια, είπε: «Αν αφήσεις να της κάνουν κακό αυτοί οι καριόληδες του Νορβάλη’μορ, θα σε σκοτώσω, μαντατοφόρε.»)

Έτσι η Βατράνια συνέχισε το έργο του πατέρα της μέσα στη Μέλβερηθ, διαβεβαιώνοντας ανθρώπους των δρόμων ότι όσα είχαν ακούσει ήταν αλήθεια για την Ομοσπονδία της Άντχορκ, ο ίδιος ο Βασνάρος, ο Αγωνιστής των Δρόμων, γνώριζε γι’αυτήν και είχε αντιμετωπίσει τα τσιράκια του πρωτεργάτη της, ενός μάγου ονόματι Νορβάλη’μορ Ντέρνιλοφ.

Ο Θόας, σε αρκετές από αυτές τις συναντήσεις, πήγαινε μαζί με τη Βατράνια. Ήθελε γι’ακόμα μια φορά να βρεθεί μπλεγμένος στις υποθέσεις του Τρελού Λύκου της Μέλβερηθ (ήταν σαν κάτι βγαλμένο από μύθο!), και αμέσως είχε προθυμοποιηθεί να συνοδέψει την κόρη του όταν εκείνη τού είπε τι είχε συμβεί.

«Στη μητέρα σου έχεις ξαναμιλήσει;» τη ρώτησε, ένα απόγευμα, ενώ κάθονταν στη γωνία μιας καφετέριας, καπνίζοντας εξωδιαστασιακά τσιγάρα εισαγμένη από τη Σάρντλι.

«Ο μπαμπάς, νομίζω, της έχει μιλήσει τηλεπικοινωνιακά.» Η Βατράνια φύσηξε καπνό προς τα δίπλα. «Τσακώθηκαν, βασικά. Τους άκουγα.»

«Το γνωρίζει ότι τώρα ο πατέρας σου έχει τραυματιστεί;»

«Δεν ξέρω.»

Ο Θόας, όμως, ήταν σαν να έλεγε κάτι που ήδη βρισκόταν στο μυαλό της Βατράνιας: ότι ίσως θα έπρεπε κάποια στιγμή στο σύντομο μέλλον να πάει να μιλήσει με τη μητέρα της. Να συμφιλιωθεί, ίσως, μαζί της. Γιατί στους δρόμους της Μέλβερηθ, ειδικά έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα, οτιδήποτε μπορούσε να συμβεί. Η Βατράνια δεν το θεωρούσε πιθανό να σκοτωθεί αύριο – αισθανόταν αρκετά αθάνατη και ηρωική, επί του παρόντος – αλλά αν – αν – κάτι άσχημο συνέβαινε δεν ήθελε να είναι τσακωμένη με τη μητέρα της.

Παράξενο. Πρώτη φορά αισθανόταν έτσι.

Είχε αρχίσει να μεγαλώνει τόσο πολύ; αναρωτήθηκε.

*

«Αισθάνεσαι καλύτερα, μου είπαν.»

Η Χαρίκλεια ήταν καθισμένη στην πολυθρόνα της, τυλιγμένη σ’ένα μακρύ μαύρο σάλι, φορώντας μόνο ένα λεπτό μεσοφόρι από μέσα. Προς στιγμή είχε ξεχάσει ποιος την είχε επισκεφτεί και ξαφνιάστηκε από την ερώτηση. Βλεφαρίζοντας έστρεψε αργά τα μάτια της επάνω του.

Ο Νορβάλης. Ντυμένος, ως συνήθως, απλά αλλά όχι φτηνά. Μαύρο γυαλιστερό σακάκι, λευκό πουκάμισο με μεγάλους γιακάδες· τα μανικετόκουμπα του πουκαμίσου στραφτάλιζαν καθώς έβγαιναν από τις άκρες του σακακιού. Τα αραιά ξανθά μαλλιά του μάγου ήταν καλοχτενισμένα, το μούσι του καλοψαλιδισμένο επάνω στο γαλανόδερμο πρόσωπό του.

Η Χαρίκλεια αναρωτήθηκε με ποια από τις άλλες δύο να κοιμόταν όλο αυτό τον καιρό. Ή, μήπως, και με τις δύο συγχρόνως;

«Δεν ήρθες να με δεις,» του είπε, κατηγορικά.

Ο Νορβάλης έπιασε μια καρέκλα από δίπλα και, φέρνοντάς την κοντά της, κάθισε. «Ήρθα. Δεν το θυμάσαι;»

Έλεγε αλήθεια;

Η Χαρίκλεια κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι,» είπε αδύναμα.

Ο Νορβάλης αναστέναξε. «Το υποψιαζόμουν. Μάλλον δεν καταλάβαινες ότι δεν ήταν όνειρο. Αλλά τώρα νομίζω πως όντως είσαι καλύτερα.»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. Της είχαν πει ότι προσπαθώντας να ερευνήσει τα όρια της ενδοδιάστασης κοντά στη Χαμηλόνεφη είχε τρελαθεί και πήγαινε να δαγκώσει τα χέρια της, να τα φάει. Οι μισθοφόροι είχαν αναγκαστεί να τη δέσουν. Η ίδια δεν θυμόταν τίποτα από αυτά. Θυμόταν μόνο ότι είχε συναντήσει εκεί, στην ενδοδιάσταση, μια πολύ παράξενη κυρία που το δέρμα της στραφτάλιζε σαν ασήμι και τα μαλλιά της ήταν μαύρα, σγουρά, και μακριά ώς τα γυμνά πόδια της. Γελούσε συχνά, σαν να έκρυβε ατέρμονα μυστικά πίσω από τα αινιγματικά μάτια της, και μιλούσε στη Χαρίκλεια για διάφορα μυστήρια... για διάφορα τόσο μαγευτικά μυστήρια. (Αλλά τώρα εκείνη ούτε αυτά τα θυμόταν.) Μετά, κάτι δαιμονικές σκιές είχαν αρπάξει τη Χαρίκλεια και προσπαθούσαν να την τραβήξουν μακριά από την παράξενη κυρία – δεν την άφηναν να συζητήσει μαζί της! Και η παράξενη κυρία ήταν έτοιμη ήδη να της αποκαλύψει πώς να ξεκλειδώσει την ενδοδιάσταση: η Χαρίκλεια ήταν σίγουρη.

Κάποιος καιρός είχε περάσει – αμφίβολο πόσος ακριβώς – και διάφοροι άνθρωποι παρουσιάζονταν κοντά της και της μιλούσαν. Ανάμεσά τους ήταν, κατά περιόδους, και η παράξενη κυρία· και όποτε αυτή εμφανιζόταν πάντα οι άλλοι έμοιαζαν να ανησυχούν για κάποιο λόγο. Η Χαρίκλεια αναρωτιόταν πού ακριβώς να ήταν. Σίγουρα, όχι ακόμα στην ενδοδιάσταση. Εκείνη ήταν που την είχε ανοίξει και είχαν βγει; Νόμιζε ότι βρισκόταν σε κάποιο δωμάτιο, ξαπλωμένη ίσως, ή καθισμένη· άλλες φορές πάλι νόμιζε ότι περιφερόταν στους δρόμους μεγάλων πόλεων, ή σε ερημικούς επαρχιακούς δρόμους. Η παράξενη κυρία, τότε, ήταν συνήθως μαζί της.

Όταν η Χαρίκλεια’σαρ συνήλθε, της είπαν ότι ήταν αρκετές μέρες υπό την επίβλεψη ψυχιάτρων οι οποίοι προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της αλλά δεν τα κατάφερναν παρά ελάχιστες μόνο φορές. Της έδιναν φάρμακα που διαλύουν τις παραισθήσεις. Όμως οι παραισθήσεις της πρόσφατα είχαν διαλυθεί. Μπορούσε τώρα να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε, και καταλάβαινε πάντα πού βρισκόταν.

«Τι έγινε σ’εκείνο το μέρος, Χαρίκλεια, θυμάσαι;» τη ρώτησε ο Νορβάλης. «Κοντά στη Χαμηλόνεφη. Αν δεν σε ενοχλεί να μου πεις.»

Η Χαρίκλεια χαμογέλασε. «Γιατί να με ενοχλεί;»

Ο Νορβάλης ανασήκωσε τους ώμους, σιωπηλά.

«Τι σου είπαν οι μισθοφόροι;»

«Ότι έχασες την επαφή σου με το περιβάλλον ύστερα από μελέτη της ενδοδιάστασης. Ότι πίεσες πολύ τον εαυτό σου.»

Η Χαρίκλεια ένευσε. «Έψαχνα τρόπο για να βγούμε. Χρησιμοποιούσα Ξόρκια Εντοπισμού Διαστασιακής Αλλοιώσεως για να βρω κάποιο σημείο της ενδοδιάστασης που να μπορώ ν’ανοίξω. Στην αρχή δεν έβρισκα τίποτα. Μετά εντόπιζα διάφορα... παράδοξα πράγματα. Με είχαν παραξενέψει, πολύ. Άρχισα να τα μελετάω, και να προσπαθώ να τα κατανοήσω με Μαγγανεία Αναλύσεως Διαστασιακής Αλλοιώσεως. Και τότε... είδα... Δεν...» Κούνησε το κεφάλι. «Δε θυμάμαι ακριβώς,» είπε ψέματα.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Νορβάλης σφίγγοντας το χέρι της. «Μην πιέζεις τον εαυτό σου. Απλώς ρώτησα.»

Η Χαρίκλεια τράβηξε πίσω το χέρι της, ενοχλημένη. «Δεν θυμάμαι,» είπε απότομα. «Αν θυμόμουν θα σου έλεγα.»

«Δεν το αμφιβάλλω, αγάπη μου.»

Ύστερα ήπιαν μαζί ένα ποτήρι Γλυκό Κρόνο, συζητώντας για την κατάσταση στην Άντχορκ και για όσα ακούγονταν να συμβαίνουν στη Μέλβερηθ. Η Αρχόντισσα της Ύγκρας είχε καταφέρει να ξεκινήσει εκεί κάποιον αναβρασμό στα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας ο οποίος ανησυχούσε τον Νορβάλη. Θα προκαλούσε προβλήματα στα σχέδιά του, νόμιζε, αν γινόταν τόσο σημαντικός ώστε να μπορεί να επηρεάσει την απόφαση του Πολιτειάρχη. «Ο άνθρωπος είναι εξουσιοφρενής,» είπε στη Χαρίκλεια. «Αν πιστέψει ότι απειλείται η θέση του, ότι θα χάσει τις επόμενες εκλογές, δεν πρόκειται να έχουμε τη συναίνεσή του.»

«Και τότε;»

«Θα δούμε.»

Όταν ο Νορβάλης’μορ έφυγε, η Χαρίκλεια’σαρ στράφηκε στον καναπέ όπου καθόταν η παράξενη κυρία με το γυαλιστερό δέρμα και τα μακριά, σγουρά μαύρα μαλλιά που έπεφταν ώς τα γυμνά πόδια της.

Η παράξενη κυρία γέλασε, και είπε: Αυτός ο φίλος σου, ο Νορβάλης, έχει πλάκα! Φαντάσου τι μπορεί να κάνει στη Σεργήλη. Μπορεί να κάνει... τόσα πολλά!

Είναι, παρεμπιπτόντως, καλός στο κρεβάτι; ρώτησε. Χα-χα-χα-χα-χα... Η παράξενη κυρία ύψωσε το ποτήρι που κρατούσε (τι ποτό ήταν αυτό που περιείχε;) και ήπιε μια μικρή γουλιά, υπομειδιώντας, ενώ τα μάτια της στραφτάλιζαν.

«Ακόμα δεν μου έχεις πει ποια είσαι,» παρατήρησε η Χαρίκλεια, ανάβοντας τσιγάρο.

Δεν έχεις καθόλου φαντασία; αποκρίθηκε η παράξενη κυρία. Χα-χα-χα-χα-χα-χα... Ήταν εύθυμη, ομολογουμένως.

Η Χαρίκλεια σηκώθηκε από την καρέκλα της, βηματίζοντας ξυπόλυτη μέσα στο δωμάτιο, καπνίζοντας, φυσώντας τον καπνό μια απ’τα ρουθούνια μια απ’την άκρη του στόματος. Για μερικά λεπτά πήρε τα μάτια της από την παράξενη κυρία· ύστερα τα έστρεψε πάλι προς τον καναπέ.

Η παράξενη κυρία εξακολουθούσε να είναι εκεί, αλλά τώρα κάπνιζε κι εκείνη, και δεν είχε ποτήρι στο χέρι της.

«Δε μπορεί να είσαι η Λόρκη...» ψιθύρισε η Χαρίκλεια’σαρ.

Η παράξενη κυρία γελούσε ξανά.

«Δεν είσαι εδώ,» είπε η Χαρίκλεια. «Ο Νορβάλης δεν σε έβλεπε. Ούτε μια στιγμή δεν σε είδε! Είσαι μες στο μυαλό μου!»

Η παράξενη κυρία, υπομειδιώντας, αποκρίθηκε: Εγώ, εσύ, ο φίλος σου, το δωμάτιο – όλα στο μυαλό σου είναι. Μετά, εξαφανίστηκε μέσα στο κροσσωτό μοβ μαξιλάρι στη γωνία του καναπέ.


 

Προηγούμενο Επεισόδιο Λίστα Επεισοδίων Επόμενο Επεισόδιο

Αν σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις, μπορείς να κάνεις μια δωρεά στον συγγραφέα μέσω PayPal.

 

Share