Επεισόδιο #9               

ΑΠΟ ΞΗΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΕΡΑ

 

Το Σταυροδρόμι ήταν μια μεγάλη διασταύρωση στο Κέντρο της Μέλβερηθ. Εκεί ήταν συγκεντρωμένα πολλά καταστήματα, και εκεί βρισκόταν και ο ένας από τους δύο τηλεοπτικούς σταθμούς της πόλης ο οποίος άκουγε στο όνομα Διέξοδος. Το μεγάλο ξενοδοχείο «Η Καρδιά της Πόλης» ήταν επίσης στο Σταυροδρόμι, και τώρα το όχημα που μετέφερε τη Χαρίκλεια’σαρ το πλησίαζε. Το άλλο όχημα με τους μισθοφόρους είχε ήδη φύγει. Είχαν συμφωνήσει, τηλεπικοινωνιακά, όλοι οι μισθοφόροι να κατευθυνθούν προς τα μονοπάτια στα βορειοανατολικά.

Ο οδηγός του οχήματος της Χαρίκλειας το κατέβασε στο υπόγειο γκαράζ του ξενοδοχείου, αφού η μάγισσα έδειξε την κάρτα της στον φύλακα. Προχώρησε με μειωμένη ταχύτητα ανάμεσα στα υπόλοιπα σταθμευμένα οχήματα και, τελικά, σταμάτησε πλάι στο δεύτερο τετράκυκλο της Χαρίκλειας – το μεταβαλλόμενο.

Η μάγισσα και οι μισθοφόροι βγήκαν από το ένα τροχοφόρο και μπήκαν στο άλλο, που ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο, με πιο ψηλούς τροχούς, και καλύτερα θωρακισμένο. Η Χαρίκλεια’σαρ κάθισε στην πίσω μεριά, στο κέντρο ισχύος του οχήματος, ακουμπώντας τις παλάμες των χεριών της και τον αυχένα της στους ειδικούς αισθητήρες του καθίσματος. Στα πόδια της ήταν ένας λάκκος γεμάτος κυκλώματα και καλώδια ο οποίος άρχισε να εκπέμπει πράσινο φως μόλις ο ένας από τους μισθοφόρους ενεργοποίησε τα βασικά συστήματα του οχήματος.

Η Χαρίκλεια’σαρ έκλεισε τα μάτια και μουρμούρισε τα λόγια για τη Μαγγανεία Κινήσεως, αφήνοντας το νευρικό της σύστημα να έρθει σε επαφή με την ενεργειακή ροή του μεταβαλλόμενου οχήματος, την οποία άρχισε μετά να κατευθύνει με το μυαλό της. «Ξεκινάμε,» είπε στους μισθοφόρους ανοίγοντας πάλι τα βλέφαρά της ενώ συγχρόνως, αυτοσυγκεντρωμένη, έλεγχε νοητικά την ενέργεια του μηχανισμού. Χωρίς τη βοήθεια μάγου που γνώριζε τη Μαγγανεία Κινήσεως, ήταν αυτοκτονικό να βάλεις σε λειτουργία τις μηχανές μεταβαλλόμενου οχήματος· ήταν πολύ περίπλοκες: μπορεί ακόμα και να γινόταν έκρηξη.

Ο οδηγός πάτησε το πετάλι και οι τέσσερις τροχοί άρχισαν να περιστρέφονται. Οδήγησε το όχημα έξω απ’το γκαράζ, στους νυχτερινούς δρόμους της Μέλβερηθ.

Η Χαρίκλεια’σαρ πάτησε ένα κουμπί πλάι στον δεξί βραχίονα του καθίσματός της και ένας φακός ήρθε μπροστά στο αριστερό της μάτι. Από εκεί μπορούσε να δει ό,τι έβλεπε ο κρυφός τηλεοπτικός πομπός στην εμπρόσθια μεριά του οχήματος, χωρίς η μάγισσα να χρειάζεται να τεντώνεται πάνω στο κάθισμά της για να κοιτάζει από το μπροστινό τζάμι. Ήταν σημαντικό να μένει ακίνητη και συγκεντρωμένη για να διατηρεί τη Μαγγανεία Κινήσεως.

«Βόρεια,» είπε. «Γρήγορα. Έξω από την πόλη.»

Και ο οδηγός οδήγησε προς τα εκεί, τρέχοντας όσο πιο γρήγορα τολμούσε μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της Μέλβερηθ. Άφησαν πίσω τους το Σταυροδρόμι, πέρασαν από μια γέφυρα που δρασκέλιζε τις βορειοδυτικές σιδηροδρομικές γραμμές, διέσχισαν κι άλλους δρόμους, και βγήκαν τελικά από την πόλη, βρέθηκαν σε σημείο όπου η Χαρίκλεια μπορούσε, μέσω του τηλεοπτικού φακού της, να δει τον Αερολιμένα της Μέλβερηθ μες στη νύχτα. Τα φώτα του τον πρόδιδαν αμέσως.

«Σταμάτα στο πλάι του δρόμου, ν’αλλάξουμε,» πρόσταξε τον οδηγό, κι εκείνος έβγαλε το όχημα από τον δρόμο, σταθμεύοντας ομαλά. Γύρω τους τώρα δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα οικοδομήματα· βρίσκονταν στα περίχωρα της Μέλβερηθ.

Η Χαρίκλεια’σαρ άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, διατάζοντας το όχημα με το μυαλό της να πάρει τη δεύτερή του μορφή. Αν κάποιος το κοίταζε από έξω, θα έβλεπε το σχήμα του να αλλάζει, να γίνεται αεροδυναμικό, φτερά να ξεφυτρώνουν από τα πλάγια του σαν να ήταν από ρευστά μέταλλα, προωθητήρες να εμφανίζονται στην πίσω μεριά του, ενώ οι τροχοί του βυθίζονταν μέσα στο σώμα του και λιγνά, μεταλλικά πόδια ξεπρόβαλλαν. Στο εσωτερικό, η Χαρίκλεια έβλεπε πολύ λιγότερες μεταβολές, αλλά ο χώρος άλλαζε αναμφίβολα. Οι δύο από τους τέσσερις μισθοφόρους που ήταν μαζί της έμοιαζαν νευρικοί, έτσι όπως το περιβάλλον αναδευόταν ολόγυρά τους, σαν να ήταν ζωντανό, ή σαν να βρίσκονταν μέσα σε όνειρο.

«Ολοκληρώθηκε,» είπε ο οδηγός, παρατηρώντας τις ενδείξεις στην κονσόλα μπροστά του.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Χαρίκλεια’σαρ. «Πάμε για το τρένο.»

Το αεροσκάφος, γυρίζοντας τους προωθητήρες του κάθετα, υψώθηκε στον αέρα σηκώνοντας καπνούς από κάτω του. Ύστερα έστρεψε τους προωθητήρες του οριζόντια και πέταξε προς τα βορειοανατολικά, κινούμενο με άνεση πάνω στα δυνατά ρεύματα του αέρα, σχεδόν αόρατο μες στη νύχτα, βαμμένο μαύρο καθώς ήταν.

*

Ο Θόας δυσκολεύτηκε λίγο να εντοπίσει το σπίτι του από τον αέρα. Μετά είπε στον αερομεταφορέα, δείχνοντας: «Εκεί! Εκεί δίπλα μ’αφήνετε.»

Ο γρύπας προσγειώθηκε σε μια διασταύρωση λίγο πριν από τη μονοκατοικία του Θόα και της Χριστίνας. «Δεκαπέντε ακτίνια,» είπε.

Ο Θόας έκανε αμέσως, μέσα στο μυαλό του, τη σύγκριση αυτής της απόστασης – από τα βορειοανατολικά του Κέντρου ώς τους Συλλέκτες – με την απόσταση που τους είχε, πιο πριν, μεταφέρει ο οδηγός του επιβατηγού οχήματος – από το Άπλωμα ώς τα βορειοανατολικά του Κέντρου. Η δεύτερη απόσταση ήταν τουλάχιστον διπλάσια, και ο οδηγός είχε πάρει μόνο δέκα ακτίνια. Οι αερομεταφορείς ήταν γδάρτες.

Αλλά ο Θόας δεν είχε πρόβλημα. Εκείνος ο τρελός που έλεγε πως ήταν ο Μπαλαντέρ της Λόρκης – ό,τι κι αν σήμαινε αυτό – του είχε δώσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα ήλιων. Αμφέβαλλε αν ο αερομεταφορέας θα είχε ρέστα από ένα τόσο ισχυρό νόμισμα, έτσι δεν το χρησιμοποίησε. Μέτρησε δεκαπέντε ακτίνια από το πορτοφόλι του – ένα δεκακτίνιο και μερικά άλλα νομίσματα – και του τα έδωσε.

«Ευχαριστώ,» είπε ο γρυποκαβαλάρης, καθώς ο Θόας πηδούσε από τη σέλα κι έτρεχε προς τη μονοκατοικία του.

Κοίταξε το ρολόι στον καρπό του. Πλησίαζε εννιά. Η Χριστίνα σίγουρα θα ήταν εδώ, και ξύπνια. Αισθανόταν άσχημα που θα της έπαιρνε έτσι το όχημα – αναμφίβολα θα εξαγριωνόταν – αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Αποκλείεται να συμφωνούσε να το δώσει, και ο Βασνάρος κινδύνευε – ο ίδιος ο Τρελός Λύκος της Μέλβερηθ! Ποιος θα το φανταζόταν ότι ο Αγωνιστής των Δρόμων θα χρειαζόταν τη βοήθεια ενός αλητοδιαβάτη όπως του Θόα; Ο Θόας αισθανόταν σπουδαίος. Επίσης, ήθελε να κάνει αυτή τη χάρη για τη Βατράνια. Θα την έκανε, ίσως, για τη Βατράνια ακόμα κι αν ο πατέρας της δεν ήταν μπλεγμένος σε τούτη την υπόθεση. Τον είχε ξετρελάνει. Το ήξερε, αλλά δεν έφερνε αντίσταση. Το ήθελε.

Άνοιξε την αυλόπορτα της μονοκατοικίας, απέφυγε τη χελώνα που περιφερόταν ύπουλα μες στα χόρτα, ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, και μπήκε στο χολ, όπου η Χριστίνα άφηνε συνήθως τα κλειδιά του οχήματος.

Τα φώτα του σπιτιού ήταν αναμμένα· η αδελφή του, όπως το περίμενε, ήταν εδώ. Στην κουζίνα, απ’ό,τι ακουγόταν. Στο σαλόνι δεν φαινόταν κανείς.

Ο Θόας άνοιξε το συρτάρι κάτω απ’τον καθρέφτη του χολ και είδε μέσα τα κλειδιά του οχήματος. Αισθάνθηκε να διστάζει προς στιγμή. Μετά όμως τα πήρε και βγήκε ξανά απ’το σπίτι. Πήγε στο γκαράζ, δίπλα, ξεκλείδωσε την πόρτα του οχήματος, ανέβηκε στη θέση του οδηγού, ξεκλείδωσε τη μηχανή, και την ενεργοποίησε. Πατώντας ήπια το πετάλι, έβγαλε το όχημα από το γκαράζ. Πίεσε το κουμπί στην κονσόλα το οποίο έδινε σήμα στην πλευρική πόρτα της αυλής, κι αυτή άνοιξε αυτόματα, συρόμενη.

Ο Θόας οδήγησε προς το Κέντρο της Μέλβερηθ, ενώ αναρωτιόταν τι δικαιολογία να έλεγε στη Χριστίνα όταν της επέστρεφε το όχημα. Αποκλείεται να μην τον είχε ακούσει να το παίρνει από το γκαράζ· μούγκριζε σαν θηρίο.

Ίσως έπρεπε να της είχα αφήσει κάποιο σημείωμα τουλάχιστον. Τώρα μπορεί να νομίζει ότι κανένας κλέφτης το βούτηξε.

Είσαι βλάκας! κατηγόρησε τον εαυτό του.

Αλλά δεν είχε χρόνο τώρα για να επιστρέψει.

*

Η Χαρίκλεια’σαρ κοίταζε κάτω από το μικρό αεροπλάνο μέσω του φακού μπροστά από το αριστερό της μάτι και του τηλεοπτικού πομπού στην εμπρόσθια μεριά του σκάφους. Έψαχνε για το τρένο. Δε μπορεί παραπάνω από ένα να είχε φύγει για Θακέρκοβ μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, και το αεροπλάνο της ήταν πολύ πιο γρήγορο από την υπεραστική αμαξοστοιχία.

Δεν άργησε να τη δει αντίκρυ της. Και προσπάθησε να διακρίνει τον Βασνάρο και τον Σκαρλάτο επάνω στα βαγόνια. Αλλά δεν μπορούσε. Είχαν, κάπως, καταφέρει να μπουν μέσα στο τρένο, ή τους έκρυβε το σκοτάδι της νύχτας;

«Αυτό πρέπει να είναι, κυρία,» είπε ο πιλότος. «Τι κάνουμε τώρα;»

«Το ακολουθούμε,» απάντησε η Χαρίκλεια’σαρ. «Λογικά, θα κατεβούν στον πρώτο σταθμό.»

«Κι αν όχι;»

«Θα βεβαιωθούμε γι’αυτό, μόλις το τρένο κάνει την πρώτη του στάση,» είπε η μάγισσα, εξακολουθώντας να ελέγχει την ενεργειακή ροή του αεροσκάφους μ’ένα μέρος του μυαλού της.

*

Η Βατράνια είχε αρχίσει να εκνευρίζεται· χτυπούσε το πόδι της στο πλακόστρωτο. Πού ήταν ο Θόας; Εννιά η ώρα ήταν, της έλεγε το ρολόι της. Και το τρένο απομακρυνόταν με κάθε λεπτό που περνούσε.

Δεν περίμενε, βέβαια, ότι θα το προλάβαιναν με το όχημα της αδελφής του Θόα, όσο γρήγορο κι αν ήταν, αλλά μάλλον ο πατέρας της θα κατέβαινε στον πρώτο σταθμό έξω από τη Μέλβερηθ. Πρέπει να είχε πηδήσει πάνω στο τρένο επειδή κάποιοι τον κυνηγούσαν, για να τους ξεφύγει.

Η Βατράνια χαμογέλασε. Έκανε εκείνο που, πριν από μερικές μέρες, μου έλεγε να μην κάνω εγώ! Ο παλιάνθρωπος! Τον αγαπούσε πολύ τον πατέρα της. Θα τον βοηθούσε με οποιονδήποτε τρόπο.

Παραδίπλα, ο Αργύριος περίμενε στωικά, παρατηρώντας το περιβάλλον: τους ανθρώπους που ακόμα περιποιούνταν τραυματίες και μάζευαν συντρίμμια μπροστά από τον Σοβαρό. Η Βατράνια αναρωτήθηκε γιατί κοίταζε τόσο παρατηρητικά.

Αλλά δεν ήταν αυτό που τον ρώτησε. «Γιατί σε λένε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης;»

«Μεγάλη ιστορία για τώρα. Θα σας την αφηγηθώ, ίσως, καθώς θα πηγαίνουμε προς τα βόρεια. Για τον δρόμο δεν θα είναι καθόλου μεγάλη.»

Ένα τετράκυκλο όχημα τούς πλησίασε ξαφνικά, σταματώντας δίπλα τους. Οι τροχοί του ήταν ψηλοί και ατρακτοειδείς, από αυτούς που είναι καλοί για την ύπαιθρο. Οι προβολείς του ήταν μεγάλοι. Το χρώμα του ήταν γκρίζο με έντονες πράσινες λωρίδες απ’τη μια άκρη ώς την άλλη.

Από το παράθυρο ο Θόας τούς είπε: «Ελάτε!»

«Επιτέλους!» Η Βατράνια άνοιξε την πόρτα της θέσης του συνοδηγού κι ανέβηκε δίπλα του.

«Τι ‘επιτέλους’; Δεν ήταν δυνατόν νάρθω πιο γρήγορα – κι έκανα και μαλακία, γαμώτο!»

Ο Αργύριος άνοιξε μια από τις πίσω πόρτες, μπαίνοντας στην πισινή μεριά του οχήματος που είχε δύο αντικριστά καθίσματα κι ανάμεσά τους υπήρχε χώρος για να βάζεις πράγματα. Κάμποσα αντικείμενα βρίσκονταν τώρα εκεί.

«Τι μαλακία;» ρώτησε η Βατράνια καθώς ο Θόας έβαζε ξανά τους τροχούς σε κίνηση, στρίβοντας βόρεια.

«Δεν της άφησα ούτε ένα σημείωμα· ίσως να νομίζει τώρα ότι έκλεψαν το όχημά της.»

«Για την αδελφή σου μιλάς;»

«Ναι. Βιάστηκα–»

«Καλά έκανες και βιάστηκες· δεν έχουμε χρόνο.»

Ο Θόας αναστέναξε. «Τέλος πάντων· τώρα έγινε.»

Έφτασαν σε μια σήραγγα που περνούσε κάτω από τις ράγες του τρένου· τη διέσχισαν και βγήκαν στην αντικρινή μεριά. Διέσχισαν κι άλλους δρόμους, και η Βατράνια παρατήρησε: «Οδηγείς καλά.»

«Ευχαριστώ,» είπε ο Θόας.

«Το παίρνεις συχνά το όχημα της αδελφής σου;»

«Μπα, δε μ’αφήνει. Φοβάται μην της το σπάσω.»

Η Βατράνια μπόρεσε να γελάσει παρά το άγχος για τον πατέρα της. «Και πώς έχεις μάθει να οδηγείς έτσι;»

«Από δω κι από κει... Λοιπόν,» είπε, «θα βγω από τη μεριά του Αερολιμένα, εντάξει;»

«Ναι.»

«Τα ξέρεις τα μέρη από εκεί; Γιατί εγώ δεν τα ξέρω.»

«Τα ξέρω εγώ,» παρενέβη ο Αργύριος.

«Και γαμώ...» μουρμούρισε ο Θόας.

Η Βατράνια είπε: «Τότε τα ξέρει ένας από εμάς, ευτυχώς.»

Σε κανένα δεκάλεπτο είχαν βγει από τη Μέλβερηθ και βρίσκονταν στους επαρχιακούς χωματόδρομους πέρα από το αεροδρόμιό της. Οι δυνατοί προβολείς του οχήματος της Χριστίνας έσκιζαν τα σκοτάδια της νύχτας. Το τοπίο έμοιαζε ολοένα και πιο άγριο γύρω τους. Ακόμα και ληστές μπορούσες να συναντήσεις εδώ, όπως ήξερε η Βατράνια. Έβγαλε το πιστόλι της, για να το έχει έτοιμο.

«Πόσο μακριά είναι ο πρώτος σταθμός του τρένου;» ρώτησε ο Θόας.

«Γύρω στα εκατό χιλιόμετρα,» αποκρίθηκε ο Αργύριος, «σε μια πόλη που λέγεται Χαμηλόνεφη, στους πρόποδες της Ραχοκοκαλιάς.»

«Μεγάλη πόλη;»

«Μικρή, αλλιώς δεν θα την είχες ακούσει;»

«Ξέρω γω;...» Ο Θόας ακολουθούσε τα μονοπάτια με δυσκολία, προσπαθώντας να μη χάσει τις σιδηροδρομικές γραμμές που πήγαιναν προς τα βορειοανατολικά.

«Δεν έχεις ταξιδέψει ποτέ προς τη Θακέρκοβ με τρένο;»

«Όχι.»

«Ούτε εγώ,» είπε η Βατράνια. «Νότια είχαμε πάει με τον πατέρα μου, μια φορά, προς τις ερήμους. Για βόλτα.»

«Τα μέρη είναι επικίνδυνα από εδώ;» ρώτησε ο Θόας τον Αργύριο.

«Αρκετά. Ειδικά αν τα διασχίζεις μέσα σε όχημα, ή έφιππος, ή – ακόμα χειρότερα – οδοιπορώντας.»

«Δεν καταλαβαίνω, πάντως, γιατί εσένα σ’ενδιαφέρει για τον πατέρα της Βατράνιας,» είπε ο Θόας, αλλάζοντας θέμα απότομα.

Ο Αργύριος δεν αποκρίθηκε· κοίταζε έξω από το μπροστινό τζάμι, ανάμεσα από τα καθίσματα του Θόα και της Βατράνιας.

Η τελευταία τού θύμισε: «Μου είπες ότι θα μας έλεγες γιατί σε λένε Μπαλαντέρ της Λόρκης...»

«Πριν από χρόνια,» διηγήθηκε ο Αργύριος, «όταν ήμουν στην ηλικία του Θόα περίπου, ήθελα να γίνω ιερέας της Λόρκης. Ο δάσκαλός μου μου έβαλε κάποιες δοκιμασίες. Όταν τις τελείωσα, ήταν φανερό και στους δυο μας ότι η Κυρά της Τύχης δεν επιθυμούσε να γίνω ιερέας της γιατί ήμουν ήδη ο Μπαλαντέρ της.»

«Δηλαδή;» είπε η Βατράνια.

Ο Αργύριος τράβηξε μια τράπουλα μέσα από τα ρούχα του, και μέσα από την τράπουλα ένα χαρτί. Το έστρεψε προς το μέρος της. Η Βατράνια το κοίταξε συνοφρυωμένη. Έδειχνε έναν γαλανόδερμο άντρα με κάπα και μακριά μαύρα μαλλιά ο οποίος κρατούσε στον αέρα, με το δεξί χέρι, ένα περιδέραιο. Θα μπορούσε, ίσως, να ειπωθεί ότι έμοιαζε κάπως στον Αργύριο – αν ο Αργύριος ήταν πολύ πιο νέος. Επάνω στο τραπουλόχαρτο, επίσης, έγραφε: Ο ΜΠΑΛΑΝΤΕΡ ΤΗΣ ΛΟΡΚΗΣ.

«Αυτή είναι η Τράπουλα της Πανούργου Κυράς, έτσι δεν είναι;» είπε η Βατράνια.

Ο Αργύριος κατένευσε κι έκρυψε το χαρτί ανάμεσα στα υπόλοιπα.

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε η Βατράνια· και γέλασε, ρωτώντας: «Θες να πεις ότι βγήκες μέσα από ένα τραπουλόχαρτο;»

«Ή το τραπουλόχαρτο βγήκε από εμένα.»

«Η Τράπουλα της Πανούργου Κυράς είναι πολύ παλιά! Σίγουρα πιο παλιά από εσένα.»

«Τι σημασία έχει αυτό; Τώρα τυχαίνει εγώ να είμαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. Όπως εσύ τυχαίνει να είσαι ο Ορκισμένος Μαχητής.» Ο Αργύριος τράβηξε ένα άλλο χαρτί και το έστρεψε προς το μέρος της. Απεικόνιζε έναν νεαρό άντρα με πιστόλι και ξιφίδιο στα χέρια· δύο σκέλεθρα ήταν πεσμένα στα πόδια του· πίσω του φαίνονταν γκρίζα σύννεφα.

«Δε νομίζω,» είπε η Βατράνια.

«Κι όμως, τώρα είσαι ο Ορκισμένος Μαχητής. Έτσι σε βρήκα. Έτσι σε αναγνώρισα ανάμεσα στο πλήθος μπροστά στον Σοβαρό.»

«Μα αυτός είναι άντρας, κατά πρώτον!»

Ο Αργύριος γέλασε, μοιάζοντας πραγματικά διασκεδασμένος. «Άντρας, γυναίκα – δεν έχει σημασία. Αυτές είναι συμβολικές δυνάμεις, Βατράνια. Όταν σε είδα εκεί, έτσι όπως στεκόσουν, θυμήθηκα αμέσως τον Ορκισμένο Μαχητή, ο οποίος τελευταία συνεχώς παρουσιαζόταν μπροστά μου, έχοντας πάντα το Δώδεκα του Πάθους κοντά του. Ο Ορκισμένος Μαχητής προσπαθεί να σώσει κάποιον, με όλες του τις δυνάμεις. Κι αυτός ο κάποιος είναι πρόσωπο σημαντικό για όσα θα ακολουθήσουν στο μέλλον της Σεργήλης.»

«Εγώ,» είπε ο Θόας, που οδηγούσε χωρίς να έχει γυρίσει να κοιτάξει τα τραπουλόχαρτα, «δεν τα πιστεύω αυτά τα τούρμεκ-κούρμεκ,» αναφερόμενος σε ένα είδος μυστικισμού των νομάδων της νότιας ερήμου το οποίο οι περισσότεροι στη Μέλβερηθ θεωρούσαν ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από δεισιδαιμονίες και αγυρτείες.

«Δε με εκπλήσσει καθόλου,» αποκρίθηκε ο Αργύριος, κρύβοντας ξανά τον Ορκισμένο Μαχητή μες στην τράπουλά του.

«Και γιατί μας βοηθάς;» ρώτησε ξανά ο Θόας. «Ακόμα δεν μας είπες. Επειδή είσαι Μπαλαντέρ της Λόρκης πρέπει να βοηθάς όποιον τύχει;»

«Επειδή είμαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, ζω ακολουθώντας τον δρόμο που μου αποκαλύπτει η Κυρά της Τύχης με κάθε μου βήμα.»

«Κι αυτό σημαίνει ότι βοηθάς όποιον τύχει;» επέμεινε ο Θόας.

«Η Λόρκη με οδήγησε σ’εσάς. Αν δεν ήμουν εγώ, τώρα δεν θα γνωρίζατε πού να πάτε για να βρείτε τον Βασνάρο.»

«Ξέρεις τι;» είπε ο Θόας. «Ορισμένοι άνθρωποι θα φρίκαραν άμα τους έλεγες ότι η Λόρκη είναι στο πλευρό τους.»

Ο Αργύριος μειδίασε αχνά. «Είναι γνωστό αυτό, φίλε μου. Ο κόσμος είναι προκατειλημμένος με την Κυρά της Τύχης.»

«Θεά της Απάτης την αποκαλούν οι περισσότεροι.»

«Τόσα ξέρουν τόσα λένε.»

Η Βατράνια, μετά από λίγο, είπε: «Αν ο πατέρας μου πήδησε πάνω στο τρένο επειδή κάποιοι τον κυνηγούσαν, τότε ίσως να μην είμαστε οι μόνοι που ακολουθούμε τώρα το τρένο... έτσι;» Και στράφηκε πάλι για να κοιτάξει τον Αργύριο.

Εκείνος ένευσε. «Πολύ πιθανόν.»

«Δεν είσαι σίγουρος αν αληθεύει ή όχι;»

«Δεν είμαι παντογνώστης, Βατράνια,» αποκρίθηκε ενώ κοίταζε έξω, το νυχτερινό τοπίο, σαν να αναζητούσε κάτι εκεί.


 

Προηγούμενο Επεισόδιο Λίστα Επεισοδίων Επόμενο Επεισόδιο

Αν σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις, μπορείς να κάνεις μια δωρεά στον συγγραφέα μέσω PayPal.

 

Share