Επεισόδιο #8               

ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ

 

Η Βατράνια είδε έναν άγνωστο να έρχεται προς το μέρος της σαν να την είχε ξεχωρίσει μέσα από το πλήθος των ανθρώπων μπροστά από τον διαλυμένο Σοβαρό. Ήταν ψηλός και γαλανόδερμος, ντυμένος με κάπα και ταξιδιωτικά ρούχα. Της έμοιαζε για περιπλανώμενος. Το πρόσωπό του ήταν μακρύ, τα μαλλιά του σγουρά και γκρίζα κι έπεφταν ώς τους ώμους. Τα μάτια του είχαν κάτι που έκανε προς στιγμή τις τρίχες της να σηκωθούν.

Μήπως ήξερε τον πατέρα της; Μήπως ήξερε πού βρισκόταν;

Ο Θόας, δίπλα στη Βατράνια, μουρμούρισε: «Τι θέλει αυτός ο τύπος;»

Η Βατράνια, όμως, δεν δίστασε να βαδίσει προς τον άγνωστο καθώς κι ο άγνωστος βάδιζε προς εκείνη. «Συγνώμη,» του είπε, «με ξέρετε;»

Ο γαλανόδερμος άντρας συνοφρυώθηκε. «Από μια άποψη μόνο. Αλλά, όχι, όχι όπως νομίζεις...» Χαμογέλασε αχνά και... φιλικά, νόμιζε η Βατράνια. Ποιος είναι;

«Γνωρίζετε τον πατέρα μου; Τον ψάχνω εδώ, αλλά κανείς δεν φαίνεται να ξέρει πού είναι. Και ανησυχώ. Ίσως να χτυπήθηκε από την έκρηξη.»

«Ποιος είναι ο πατέρας σου;»

Η Βατράνια παραξενεύτηκε. Αν δεν ήξερε τον πατέρα της – αν δεν την είχε δει ποτέ του, ούτε καν από μακριά – τότε γιατί είχε έρθει προς το μέρος της; Του απάντησε, ωστόσο: «Ο Βασνάρος. Γνωρίζετε τον Βασνάρο; αυτόν που λένε Τρελό Λύκο της Μέλβερηθ; αυτόν που λένε Αγωνιστή των Δρόμων; αυτόν που λένε Γιο της Λόρκης;»

Ο άγνωστος αποκρίθηκε, συλλογισμένα: «Δεν τον έχω ποτέ συναντήσει, μα έχω ακούσει το όνομά του. Και από μια άποψη είναι σαν κι αυτόν να τον ξέρω. Πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι τον γνωρίζω... μέσα από κάποιο όνειρο... Ήταν εδώ; Ήταν στον Σοβαρό όταν έγινε η έκρηξη;»

Ο Θόας ψιθύρισε στ’αφτί της Βατράνιας: «Πάμε να φύγουμε· ο τύπος είναι σαλεμένος!»

Ο άγνωστος τον κοίταξε χαμογελώντας. «Καταλαβαίνω τι νομίζεις για μένα, φίλε μου. Αλλά δεν είμαι τρελός.»

«Απλώς έλεγα στη Βατράνια να συνεχίσουμε την αναζήτησή μας,» αποκρίθηκε αμέσως ο Θόας. «Ο πατέρας της μπορεί να βρίσκεται σε κίνδυνο. Κι αφού εσείς δεν ξέρετε πού είναι....» Ο τύπος τον φρίκαρε· καλύτερα να έφευγαν μακριά του, γρήγορα. Δε μπορεί να ήταν καλά στα μυαλά του· ευνόητο απ’αυτά που έλεγε.

«Ναι,» είπε η Βατράνια, «πάμε–»

«Περίμενε,» την πρόλαβε ο άγνωστος. «Περίμενε. Μπορώ να σε βοηθήσω να βρεις τον πατέρα σου – τον Βασνάρο – τον Τρελό Λύκο της Μέλβερηθ.»

Η Βατράνια είχε αρχίσει να τσαντίζεται μ’αυτό το περίεργο άτομο. «Τον έχεις δει ή δεν τον έχεις δει;» ρώτησε απότομα.

«Δεν τον έχω δει εδώ, αλλά ξέρω ότι κάτι μεγάλο ξεκινά στη Σεργήλη τώρα, και ότι πρέπει να βοηθήσω κάποιον που κινδυνεύει και που θα μπορούσε να ήταν μια αντανάκλαση του εαυτού μου. Ωστόσο, δεν μπορώ να τον βοηθήσω μόνος· χρειάζομαι εσένα.»

Ο Θόας τής ψιθύρισε έντονα: «Σου λέω, ο τύπος είναι σαλεμένος· πάμε να φύγουμε γρήγορα!» πιάνοντας τον καρπό της.

Η Βατράνια, όμως, δεν κινήθηκε. Σαλεμένος ή όχι, αν αυτός ο περίεργος γνώριζε οτιδήποτε για το πού μπορεί να βρισκόταν ο πατέρας της, ήθελε να το μάθει. «Τι εννοείς ότι κάτι μεγάλο ξεκινά στη Σεργήλη; Ξέρεις πού μπορεί να είναι τώρα ο πατέρας μου, ή δεν ξέρεις; Μη με καθυστερείς άσκοπα!»

Ο άγνωστος είπε: «Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρέπει ν’ακολουθήσω εσένα για να σώσουμε κάποιον που θα παίξει σημαντικό ρόλο στις αλλαγές που θ’ακολουθήσουν στη Σεργήλη–»

«Δεν καταλαβαίνω!» φώναξε η Βατράνια, χάνοντας την υπομονή της. «Τι σκατά είσαι; Μάντης;»

Ο άγνωστος γέλασε. «Θα μπορούσες να πεις ότι είμαι κάτι σαν μάντης. Αλλά, όχι, δεν είμαι μάντης ακριβώς. Αφήνω απλώς την Κυρά μου να με καθοδηγεί στη ζωή, εδώ και πολλά χρόνια.»

Η Βατράνια ατένισε την όψη του ερευνητικά. Ο τύπος ίσως να ήταν στην ηλικία του πατέρα της, ή λιγάκι πιο μικρός. «Ποια Κυρά σου;»

«Την Κυρά της Τύχης, τη Λόρκη.»

«Ιερέας της Λόρκης;» πετάχτηκε ο Θόας. «Πήγαινε αλλού!»

«Δεν είμαι ιερέας–»

«Πήγαινε αλλού, άνθρωπέ μου!» Ο Θόας τον άρπαξε από τον γιακά, σπρώχνοντάς τον πίσω.

Εκείνος έφερε αντίσταση, έμεινε στη θέση του, και ξαφνικά ο Θόας αισθάνθηκε μια αιχμή να πιέζει τα πλευρά του. Κοίταξε κάτω και είδε ένα ξιφίδιο στο χέρι του αγνώστου. «Δεν είμαι εχθρός σας,» είπε ο άγνωστος, «ακόμα κι αν σας φαίνομαι παράξενος.»

«Εντάξει,» είπε η Βατράνια. «Θόα, άφησέ τον.»

Ο Θόας τον άφησε, αν και δεν του άρεσε καθόλου που είχε τραβήξει όπλο έτσι ύπουλα.

Το ξιφίδιο εξαφανίστηκε μες στην κάπα του αγνώστου, ο οποίος είπε: «Το όνομά μου είναι Αργύριος, και είμαι ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.»

«Ιερέας...» μούγκρισε ο Θόας.

«Όχι ιερέας, φίλε μου. Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.»

«Τι ανοησίες είν’ αυτές!» αναφώνησε ο Θόας. «Πάμε να φύγουμε, Βατράνια.»

Εκείνη έριξε μια ματιά ολόγυρα. Όπως και τις άλλες φορές, πάλι πουθενά δεν έβλεπε τον πατέρα της. Έστρεψε ξανά το βλέμμα της στον άγνωστο – στον Αργύριο, τον Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Μπορείς να με βοηθήσεις να βρω τον πατέρα μου;»

«Νομίζω πως ναι.»

«Πώς;»

«Έχω την υποψία ότι βρίσκεται πάνω–»

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή μια φωνή από δίπλα τον διέκοψε, μια φωνή που δεν απευθυνόταν σ’εκείνον – κάποιος μιλούσε σε κάποιον άλλο καθώς περνούσαν βαδίζοντας βιαστικά: «Ε πήγαινέ τον στο τρένο, τότε!» Και τα υπόλοιπα χάθηκαν μες στη γενική βαβούρα.

«Νομίζω ότι βρίσκεται πάνω σε τρένο,» είπε ο Αργύριος στη Βατράνια.

«Τι; Γιατί να βρίσκεται πάνω σε τρένο; Ερχόταν εδώ, στον Σοβαρό, για να συναντήσει κάτι άλλους – για να μιλήσουν για κάποιο πολιτικό θέμα – δεν ξέρω για τι ακριβώς.»

Ο Αργύριος ένευσε. «Πολιτικό θέμα... ναι, κάτι αλλάζει στη Σεργήλη...»

«Γιατί να βρίσκεται πάνω σε τρένο;» επέμεινε η Βατράνια.

«Δεν ξέρω γιατί. Αλλά κάποιο τρένο είναι αναμιγμένο σ’ετούτη την υπόθεση. Ένα τρένο που πηγαίνει προς τα βόρεια.»

Ο Θόας αναστέναξε. «Βατράνια, πάμε να φύγουμε. Δεν πρόκειται να βγάλεις άκρη.» Δε βλέπεις ότι είναι τρελός, ο γαμημένος; πρόσθεσε νοερά, μη θέλοντας να το πει φωναχτά και να γίνει τίποτα δυσάρεστο με τον άγνωστο.

Η Βατράνια είπε στον Αργύριο: «Αποκλείεται ο πατέρας μου νάναι πάνω σε τρένο! Κάπου εδώ γύρω πρέπει να βρίσκεται. Ή ίσως νάχει πάει σπίτι, αν και... τόσο γρήγορα...»

Ο Μπαλαντέρ της Λόρκης έβγαλε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό από τον σάκο του. «Χρησιμοποίησέ τον, αν θέλεις,» είπε τείνοντάς τον προς το μέρος της.

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε, διστάζοντας προς στιγμή. Ύστερα πήρε τη συσκευή απ’το χέρι του.

*

«Γαμώτο!» γρύλισε ο Βασνάρος, γαντζωμένος δυνατά πάνω στο βαγόνι της αμαξοστοιχίας που έτρεχε, πεσμένος μπρούμυτα και μη νομίζοντας ότι θα ήταν καθόλου εύκολο να σηκωθεί, ούτε και ακίνδυνο. «Είμαι πια πολύ γέρος για τέτοιες μαλακίες!»

Ο Σκαρλάτος, πιασμένος παραδίπλα, κατάφερε να γελάσει. «Πολύ γέρος; Νομίζεις ότι υπάρχει κανένας που να είναι αρκετά νέος για να πηδά πάνω σε τρένα;»

«Ναι,» είπε ο Βασνάρος χαμογελώντας σαν λύκος, «το νομίζω.»

Ο Σκαρλάτος τού έριξε ένα παραξενεμένο βλέμμα.

«Η κόρη μου,» γέλασε ο Βασνάρος.

«Θα με τρελάνεις, Τρελέ Λύκε! Αλλά μάλλον θάπρεπε τώρα να σ’ευχαριστήσω. Αν δεν με είχες τραβήξει προς την άκρη της γέφυρας θα ήμουν νεκρός.»

«Μη χαίρεσαι ακόμα. Μπορεί, όντως, κι οι δύο να καταλήξουμε νεκροί.»

Το τρένο έτρεχε προς τα βορειοανατολικά, διασχίζοντας το αστικό τοπίο της Μέλβερηθ, πλησιάζοντας το πέρας του.

«Προς Θακέρκοβ πάμε, έτσι;» είπε ο Σκαρλάτος.

«Ναι. Αλλά κάνει κι άλλες στάσεις στο ενδιάμεσο. Ετοιμάσου για αποβίβαση κάπου στους πρόποδες της Ραχοκοκαλιάς. Και μέχρι τότε κρατήσου γερά.» Ο Βασνάρος ήδη αισθανόταν τα χέρια του νάχουν αρχίσει να μουδιάζουν.

*

«Στην Καρδιά της Πόλης, γρήγορα!» πρόσταξε η Χαρίκλεια’σαρ, καθισμένη στη θέση του συνοδηγού. Ο οδηγός του τετράκυκλου οχήματος, έχοντας αφήσει τη γέφυρα πίσω του, έστριψε μέσα στους δρόμους του Κέντρου και σύντομα έφτασε σε μια άλλη γέφυρα η οποία περνούσε πάνω από τις σιδηροδρομικές γραμμές που πήγαιναν προς τα βορειοδυτικά. Την καβάλησε κι αυτήν και δεν άργησε να βγει από την άλλη μεριά της. Το δεύτερο όχημα με τους μισθοφόρους ακολουθούσε το τετράκυκλο της Χαρίκλειας.

Η μάγισσα άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της, καλώντας τους μισθοφόρους που είχε αφήσει πίσω, προτού χάσουν τον Σκαρλάτο και τον Βασνάρο. Τους είπε: «Οι στόχοι διέφυγαν. Είναι πιασμένοι πάνω στο τρένο που κατευθύνεται τώρα προς τα βορειοανατολικά, προς Θακέρκοβ.»

«Τι θα κάνουμε, κυρία;»

«Πηγαίνω στο ξενοδοχείο μου. Θα τους ακολουθήσω από αέρος, με όσους μπορώ να πάρω μαζί μου. Οι άλλοι ελάτε από ξηράς.»

«Τα μονοπάτια είναι πολύ δύσκολα προς τα εκεί όπου κατευθύνεται το τρένο, κυρία.»

«Δε μ’ενδιαφέρει· βρείτε έναν τρόπο να έρθετε!» Η Χαρίκλεια τερμάτισε την τηλεπικοινωνία, δίπλωσε τον πομπό, και τον γάντζωσε ξανά στη ζώνη της. «Πιο γρήγορα,» είπε στον οδηγό, που έστριβε μες στους δρόμους του Κέντρου πηγαίνοντας προς το Σταυροδρόμι και την Καρδιά της Πόλης.

*

Η Βατράνια κάλεσε τον πατέρα της στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του· ήταν βέβαιη πως θα τον είχε πάρει μαζί του. Άκουσε τη συσκευή να κουδουνίζει, αλλά κανείς δεν απαντούσε. Ανησύχησε. Τερμάτισε την κλήση. Κάλεσε τον επικοινωνιακό δίαυλο του διαμερίσματος του πατέρας της. Τον άκουσε κι αυτόν να κουδουνίζει, αλλά πάλι κανείς δεν απαντούσε.

«Δε μπορεί,» είπε. Και κάλεσε τον Βασνάρο γι’ακόμα μια φορά στον πομπό του. «Έλα... έλα... απάντησέ μου...» μουρμούρισε.

*

Γαντζωμένος πάνω στο τρένο, ο Βασνάρος αισθάνθηκε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό να δονείται μέσα στην τσέπη της καπαρντίνας του. Ποιος ήταν δυνατόν να τον καλούσε τέτοια ώρα;

Ύστερα σκέφτηκε: Η Σερφάντια. Δε μπορεί να ήταν κανείς άλλος.

Η αμαξοστοιχία άφησε πίσω της τη Μέλβερηθ· έτρεχε τώρα στα περίχωρά της. Σύντομα θα βρισκόταν τόσο μακριά από την πόλη ώστε τα τηλεπικοινωνιακά σήματα να μη φτάνουν.

Ο πομπός σταμάτησε να δονείται. Γαμήσου!

Ο Βασνάρος αναρωτήθηκε, όμως, γιατί η Σερφάντια καλούσε αυτόν αντί για τον Σκαρλάτο. Ή μήπως καλούσε και τον Σκαρλάτο αλλά εκείνος δεν μπορούσε ν’απαντήσει; Ή δεν είχε καν καταλάβει ότι ο πομπός του τον ειδοποιούσε;

Ο πομπός του Βασνάρου άρχισε να δονείται ξανά. Πρέπει να τον πιάσω προτού απομακρυνθούμε κι άλλο. Με όλη του τη δύναμη, κρατήθηκε με το δεξί χέρι από το τρένο και, με το αριστερό, τράβηξε τον πομπό από την τσέπη του. Τον έφερε στ’αφτί του, αποδεχόμενος την κλήση. «Ναι;» φώναξε για ν’ακουστεί πάνω από τον θόρυβο του αέρα που σφύριζε και του τρένου που βροντούσε πάνω στις ράγες.

«Μπαμπά;»

«Τι...; Ποιος– Ποια είσαι;»

«Η Βατράνια είμαι, μπαμπά! Πού είσαι; Είμαι έξω απ’τον Σοβαρό. Πού είσαι, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης; Σε ψάχνω!»

«Πώς βρέθηκες εκεί, μικρή;» Ο Βασνάρος αισθανόταν το δεξί χέρι του ν’αρχίζει να τον προδίδει: έτρεμε, μετά δυσκολίας κρατιόταν πάνω στο βαγόνι.

«Πού είσαι; Τι είν’ αυτό που ακούγεται;»

«Φύγε από κει, Βατράνια! Μ’ακούς; Φύγε από τον Σοβαρό! Πήγαινε– πήγαινε– Μην πας σπίτι. Πήγαινε κάπου αλλού. Πήγαινε στου Θόα. Πήγαινε–» Αναγκάστηκε ν’αφήσει απότομα τον πομπό για να πιαστεί και με το δεύτερο χέρι απ’το βαγόνι. «Γαμήσου!» γρύλισε, βλέποντας τη μικρή τηλεπικοινωνιακή συσκευή να τινάζεται μακριά από το τρένο. «Γαμήσου...»

*

Η Βατράνια είχε τον πομπό του Αργύριου ρυθμισμένο στη μέγιστη ένταση ώστε να μπορούν ν’ακούνε κι οι τρεις τους ενώ τον κρατούσε μπροστά της, όχι κοντά στ’αφτί της. Και τώρα όλοι τους είχαν απορημένες όψεις απ’αυτά που είχε πει ο Βασνάρος, καθώς κι από τον τρόπο με τον οποίο είχε διακοπεί η επικοινωνία.

«Μπαμπά;» είπε η Βατράνια. «Μπαμπά! Μ’ακούς;»

Καμια απάντηση, όμως, δεν ερχόταν. Μονάχα παράσιτα.

Η Βατράνια έκλεισε τον πομπό και ξανακάλεσε τον πατέρα της. Τώρα δεν μπορούσε να τον πιάσει καθόλου, σαν ο δικός του πομπός να μην υπήρχε.

«Κάτι κακό τού συμβαίνει...» είπε με αδύναμη φωνή, κοιτάζοντας μια τον Θόα μια τον Αργύριο.

«Επάνω σε τρένο είναι,» είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Δε μπορεί...» μουρμούρισε ο Θόας.

«Επάνω σε τρένο είναι,» επανέλαβε, με βεβαιότητα, ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Δεν ακούγατε εκείνο τον θόρυβο; Τι άλλο μπορεί να έκανε έτσι; Πάνω σε τρένο είναι, πηγαίνοντας προς τα βόρεια – προς Θακέρκοβ.»

«Πώς το ξέρεις;» έκανε απότομα ο Θόας.

«Η Λόρκη μού το έχει πει,» απάντησε ο Αργύριος, κι ο Θόας αισθάνθηκε τις τρίχες του να ορθώνονται. Ο τύπος ήταν τρελός για εκείνον· δεν μπορεί να ήταν με τα καλά του· αποκλείεται. Αλλά πώς είχε μαντέψει σωστά για το τρένο; Όντως σαν τρένο ακουγόταν μέσα απ’τον πομπό...

«Κάπου έχει μπλέξει,» είπε η Βατράνια. Και προς τον Μπαλαντέρ της Λόρκης: «Έχεις δίκιο· δεν ξέρω πώς, αλλά έχεις δίκιο. Έχεις όχημα κάπου εδώ, για να τον ακολουθήσουμε;»

«Δεν έχω όχημα. Έχω μόνο το άλογό μου, τον Ανεμοπόδη, σταβλισμένο σ–»

«Τι να το κάνουμε το άλογο; Χρειαζόμαστε όχημα – και γρήγορο όχημα!»

Ο Αργύριος, για πρώτη φορά, δεν είχε απάντηση να δώσει, ούτε καν αινιγματική. Έμοιαζε προβληματισμένος.

Ο Θόας ρώτησε: «Εσύ δεν έχεις όχημα, Βατράνια;»

«Λες να σ’το έκρυβα;»

«Ο πατέρας σου δεν–;»

«Ο πατέρας μου το είχε πάρει μαζί του για νάρθει εδώ – σ’το είπα, γαμώτο! – αλλά δεν ξέρω πού το έχει αφήσει τώρα. Κι ακόμα κι αν ήξερα, δεν έχω τα κλειδιά.»

Ο Θόας δάγκωσε το χείλος του, σκεπτικός.

Η Βατράνια είπε: «Πρέπει να κλέψουμε ένα.» Και το βλέμμα της πήγε προς ένα από τα οχήματα της Χωροφυλακής που ήταν εγκαταλειμμένο όχι και τόσο μακριά τους.

«Θα μας κυνηγήσουν,» την προειδοποίησε ο Αργύριος. «Ο Βασνάρος κάπου είναι μπλεγμένος· δε χρειάζεται να του φέρουμε κι άλλους μπελάδες.»

Ο Θόας είπε, αν και διστακτικά: «Το όχημα της αδελφής μου... και είναι και καλό για την ύπαιθρο, όχι μόνο για την πόλη.»

Η Βατράνια στράφηκε να τον κοιτάξει. «Θα μας το δώσει;»

«Σίγουρα όχι. Αλλά μπορούμε να το πάρουμε χωρίς να τη ρωτήσουμε.»

«Θα το κάνεις αυτό;» είπε η Βατράνια, που θυμόταν πόσο έδειχνε να φοβάται την αδελφή του.

Ο Θόας αναστέναξε. «Αν είναι όντως σημαντική υπόθεση...»

«Η υπόθεση είναι σημαντική,» τους διαβεβαίωσε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«...και μιλάμε για τον Τρελό Λύκο της Μέλβερηθ, όχι για τον καθένα...» συνέχισε ο Θόας, αγνοώντας τον Αργύριο. «Και...» κοίταξε τη Βατράνια, «εντάξει, πάμε. Πάμε γρήγορα στο σπίτι μου.»

Ο Αργύριος είδε έναν αερομεταφορέα να προσγειώνεται παραδίπλα για να κατεβάσει κάποιον πελάτη. Είπε στον Θόα: «Ίσως να σ’ενδιέφερε να πετάξεις ώς το σπίτι σου,» δείχνοντας τον γρυποκαβαλάρη.

Ο Θόας ρουθούνισε. «Θα με γδύσει ο καριόλης.» Οι αερομεταφορείς ήταν γνωστό ότι έπαιρναν πολύ περισσότερα λεφτά από τους οδηγούς επιβατηγών οχημάτων.

Ο Αργύριος τού έδωσε ένα χαρτονόμισμα των δέκα ήλιων.

Τα μάτια του Θόα γούρλωσαν. Το ποσό δεν ήταν μικρό· δεν το πετούσες έτσι.

«Η Κυρά της Τύχης μεριμνά για όλους μας,» είπε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης. «Τρέξε τώρα, φίλε μου. Θα σε περιμένουμε εδώ.»

Ο Θόας άρπαξε το χαρτονόμισμα κι έτρεξε προς τον γρυποκαβαλάρη προτού εκείνος φύγει. «Περιμένετε!» του φώναξε. «Περιμένετε!»

Τα φτερά του γρύπα ήταν ήδη απλωμένα. Ο άντρας που καθόταν στη διπλή σέλα ρώτησε: «Πού πηγαίνεις;»

«Στους Συλλέκτες.»

«Έλα, ανέβα.»

Ο Θόας πήδησε στη δεύτερη θέση της σέλας, πίσω από τον αερομεταφορέα.

Ο γρύπας χτύπησε τις φτερούγες του, που θύμιζαν υπερμεγέθη φτερά αετού, και το αιλουροειδές σώμα του υψώθηκε από το οδόστρωμα. Μια σύντομη, διαπεραστική κραυγή βγήκε από το ράμφος του αετόμορφου κεφαλιού του, και μετά πετούσε προς τα ανατολικά, προς τους Συλλέκτες, περνώντας ανάμεσα και πάνω απ’τα ψηλά οικοδομήματα της Μέλβερηθ.

Η Βατράνια, αγχωμένη, κοίταξε τον Αργύριο. «Ελπίζω να έχεις δίκιο.»

«Ακόμα αμφιβάλλεις ότι ο πατέρας σου είναι πάνω σε τρένο;»

«Μιλούσα για το αν πηγαίνει προς τα βορειοανατολικά.»

«Βορειοανατολικά πηγαίνει,» τη διαβεβαίωσε ο Μπαλαντέρ της Λόρκης, και πρόσθεσε με χαμηλωμένη φωνή, σαν να μονολογούσε, σαν να προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει μες στο μυαλό του κάποιο πρόσφατο όνειρο: «Από ένα μεγάλο αστικό κέντρο προς ένα εξίσου μεγάλο αστικό κέντρο...»

Η Βατράνια ευχόταν αυτός ο μυστηριώδης άνθρωπος να ήταν πιο αξιόπιστος απ’ό,τι φαινόταν, και όχι τρελός. Τον ρώτησε: «Νομίζεις ότι η έκρηξη εδώ έγινε για να σκοτώσουν τον πατέρα μου;»

«Είμαι σίγουρος γι’αυτό,» αποκρίθηκε στωικά ο Μπαλαντέρ της Λόρκης.

«Ποιοι; Γιατί;»

«Δε γνωρίζω λεπτομέρειες. Αλλά όλα έχουν σχέση με κάποιες μεγάλες αλλαγές που σύντομα θ’ακολουθήσουν στη Σεργήλη.»

«Σ’ολάκερη τη Σεργήλη;»

«Ναι.»

«Πολιτικές αλλαγές;»

«Μάλλον.»


 

Προηγούμενο Επεισόδιο Λίστα Επεισοδίων Επόμενο Επεισόδιο

Αν σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις, μπορείς να κάνεις μια δωρεά στον συγγραφέα μέσω PayPal.

 

Share