Επεισόδιο #6               

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

 

Ο Βασνάρος σταμάτησε το όχημά του σ’ένα γκαράζ στο Κέντρο. Δεν του φαινόταν πια περίεργο να οδηγεί δικό του όχημα· είχαν περάσει κάμποσα χρόνια που το είχε για να εξυπηρετείται. Δεν ήταν πλέον εκείνος που ήταν. Ο Αγωνιστής των Δρόμων ήταν παρελθόν. Ο Βασνάρος πολλές φορές τον σκεφτόταν σαν να ήταν άλλος άνθρωπος. Κάποιος που είχε υπάρξει κάποτε κι απλά τύχαινε να του μοιάζει. Μάλλον σου συνέβαινε αυτό όταν περνούσες τα εξήντα, υπέθετε.

Βγήκε από το όχημα και από το γκαράζ και βάδισε μέσα στους νυχτερινούς δρόμους του Κέντρου. Εδώ η κίνηση ποτέ δεν έπαυε· τη βαθιά νύχτα απλώς ελαττωνόταν λιγάκι. Και τώρα δεν ήταν βαθιά νύχτα· πλησίαζε οχτώ και μισή. Οχήματα κυλούσαν πάνω στις οδούς· καβαλάρηδες ίππευαν τα άλογά τους, βαδίζοντας ή τροχάζοντας· πεζοί γέμιζαν τους πεζόδρομους· γρυποκαβαλάρηδες φτεροκοπούσαν στον ουρανό. Ο ήχος των τρένων ακουγόταν πίσω από τους άλλους θορύβους της πόλης.

Ο Βασνάρος πλησίασε τον Σοβαρό, μια αρκετά μεγάλη καφετέρια-μπαρ που ακολουθούσε το ωράριο του Κέντρου: έκλεινε μονάχα τη βαθιά νύχτα. Ολόκληρη η μπροστινή της μεριά ήταν μια πελώρια τζαμαρία· κόσμος φαινόταν να κάθεται στα τραπέζια, μέσα στο φως τεχνητών λαμπών. Δίπλα από την είσοδο ήταν το ολόγραμμα ενός κυρίου με πελώρια μουστάκια και πούρο: μια μάλλον κωμική φιγούρα που θα μπορούσε κανείς μόνο να υποθέσει ότι ειρωνευόταν τη φωτεινή πινακίδα από πάνω της, η οποία έγραφε Ο ΣΟΒΑΡΟΣ.

Ο Βασνάρος έσπρωξε τη διπλή τζαμένια πόρτα και μπήκε στο μαγαζί. Τ’αφτιά του γέμισαν αμέσως με τη μουρμούρα του κόσμου, τα ρουθούνια του με τις οσμές καπνών, ποτών, και γλυκών. Αισθανόσουν σπιτικά εδώ μέσα ερχόμενος από τον δρόμο, όπου η ψύχρα ήταν έντονη λόγω φθινοπώρου.

Ο Βασνάρος κοίταξε ανάμεσα στους πελάτες, ψάχνοντας για τον Σκαρλάτο και τη Σερφάντια. Τη δεύτερη δεν την είχε δει πολλές φορές αλλά ήταν χαρακτηριστική φιγούρα.

Ένα χέρι υψώθηκε από ένα τραπέζι.

Ο Βασνάρος μειδίασε καθώς πλησίαζε τον Σκαρλάτο διασχίζοντας τον λαβύρινθο από τραπεζάκια. Ο Σκαρλάτος και η Σερφάντια σηκώθηκαν, και οι δύο άντρες αντάλλαξαν μια χειραψία.

«Ακόμα ζωντανός ο Τρελός Λύκος;» είπε ο Σκαρλάτος, χαμογελώντας. Ήταν στο ύψος του Βασνάρου, χρυσόδερμος, μαυρομάλλης μ’αρκετές γκρίζες τούφες. Καμια δεκαετία μικρότερος από τον Βασνάρο. Παλιά, δουλεύοντας για την Επανάσταση, μετέφερε μηνύματα σ’ολάκερη τη Σεργήλη, μεταμφιεσμένος συνήθως. Τότε τον είχε πρωτογνωρίσει ο Βασνάρος.

«Θα ζήσω περισσότερο από σένα, πάω στοίχημα, μαντατοφόρε,» αποκρίθηκε τώρα στον Σκαρλάτο, γελώντας. Και μετά πήρε το χέρι της Σερφάντιας, η οποία απλώς χαμογέλασε, σιωπηλή. Ήταν μια γυναίκα χρυσόδερμη, μικρόσωμη, με μαλλιά κοντά και κόκκινα – ίσως βαμμένα, ίσως όχι. Πρέπει να ήταν καμια πενηνταριά χρονών πλέον. Της έλειπε το μισό μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού. Ήταν από τις Μαύρες Δράκαινες – ένα ειδικό πολεμικό τάγμα θηλέων· από τις πιο θανατηφόρες πολεμίστριες που είχε δει ποτέ του ο Βασνάρος – οι οποίες, πριν από χρόνια, είχαν προδώσει την Παντοκράτειρα και είχαν πάει με την Επανάσταση.

Τη Σερφάντια ο Βασνάρος δεν την ήξερε καλά. Παρότι η καταγωγή της ήταν, όπως είχε μάθει αργότερα, από τη Μέλβερηθ, είχε πολεμήσει στη Θακέρκοβ κυρίως, την περίοδο που αντιμετώπιζαν τις δυνάμεις της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.

«Τι κάνεις, Σερφάντια;»

«Καλά.»

«Παντρευτήκαμε,» είπε ο Σκαρλάτος καθώς κάθονταν κι οι τρεις τους γύρω απ’το τραπέζι.

Η Σερφάντια μειδίασε. «Πρέπει πάντα να είναι το πρώτο πράγμα που λέει σε όποιον συναντάμε!»

«Ε να μην το ξέρει; Έχουμε καιρό να τον δούμε.»

«Δε με καλέσατε στον γάμο σας,» είπε ο Βασνάρος. «Θάπρεπε να θυμώσω μαζί σας.»

«Μην το παίρνεις προσωπικά,» αποκρίθηκε ο Σκαρλάτος· «πολύ λίγοι ήταν στον γάμο μας. Επιπλέον, δεν παντρευτήκαμε εδώ, στη Μέλβερηθ, αλλά νότια, στις πόλεις αρκετά κοντά στις ερήμους.»

«Στην Ύγκρας;»

«Λίγο πιο βόρεια.»

Ένας σερβιτόρος πλησίασε, τότε, το τραπέζι τους έχοντας μάλλον δει ότι κάποιος καινούργιος είχε καθίσει εκεί. «Τι θα πάρετε, κύριε;»

«Σάρντλιο καφέ,» παράγγειλε ο Βασνάρος.

«Τίποτ’ άλλο;»

«Όχι.»

Ο σερβιτόρος έφυγε. Επάνω στο τραπέζι ήταν ήδη ένα φλιτζάνι με τσάι μπροστά στη Σερφάντια κι ένα ποτήρι με Κρύο Ουρανό μπροστά στον Σκαρλάτο. Ανάμεσά τους ήταν ένα πιάτο με γλυκό κυδώνι.

«Τι γίνεται, λοιπόν;» ρώτησε ο Βασνάρος. «Έτσι όπως μου μίλησες πιο πριν, μου ακούστηκε σαν να συμβαίνει κάτι το πολύ σοβαρό.»

«Είναι αρκετά σοβαρό,» αποκρίθηκε ο Σκαρλάτος, κι αντάλλαξε ένα βλέμμα με τη Σερφάντια. Ύστερα έστρεψε τη ματιά του αποκλειστικά στον Βασνάρο. «Θα χρειαστούμε και τη δική σου βοήθεια.»

«Ζητάς βοήθεια από γέρους, μαντατοφόρε.»

«Δεν είσαι και τόσο γέρος. Νόμιζα ότι ο Τρελός Λύκος της Μέλβερηθ δεν γερνά ποτέ. Επιπλέον, το γεγονός ότι είσαι λιγάκι μεγάλος μάς βολεύει όλους.»

Ο Βασνάρος τον κοίταξε ερωτηματικά καθώς άναβε τσιγάρο.

«Χρειαζόμαστε τις διασυνδέσεις σου, βασικά,» εξήγησε ο Σκαρλάτος. «Δεν υπάρχει άνθρωπος των δρόμων που να μην ξέρεις στη Μέλβερηθ.»

«Θες νάρθεις σε επαφή με τον υπόκοσμο;»

«Με τον υπόκοσμο, με τις συμμορίες, με τους πάντες. Με τον Πολιτειάρχη μπορώ να μιλήσω επίσημα· μ’αυτούς δεν μπορώ. Δεν ξέρω καν πώς να τους προσεγγίσω τους περισσότερους.»

«Μα τα πόδια της Λόρκης, μαντατοφόρε, μ’έχεις μπερδέψει τελείως! Δεν έχω ιδέα τι μπορεί νάχεις στο μυαλό σου. Ούτε καν μπορώ να υποθέσω γιατί έχεις τη δυνατότητα να μιλάς επισήμως με τον Πολιτειάρχη. Εγώ σίγουρα δεν την έχω αυτή τη δυνατότητα.»

«Είμαι διπλωματικός αντιπρόσωπος της Αρχόντισσας της Ύγκρας,» εξήγησε ο Σκαρλάτος.

«Από πότε;»

«Λοιπόν,» είπε ο Σκαρλάτος. «Ας αρχίσουμε από την αρχή.»

Ο σερβιτόρος επέστρεψε, διακόπτοντάς τους. «Ο καφές σας, κύριε.»

«Ευχαριστώ,» είπε ο Βασνάρος, κι ο άντρας έφυγε αφού ακούμπησε το φλιτζάνι μπροστά του.

Ο Σκαρλάτος είπε: «Τα τελευταία χρόνια ήμουν νότια, κοντά στις ερήμους, με τη Σερφάντια. Η Αρχόντισσα Καρλάνη της Ύγκρας, όπως ίσως νάχεις ακούσει, ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης κάποτε. Είχαμε, έτσι, κάμποσες συναναστροφές μαζί της. Τη βοηθούσαμε να λύνει και κάποια προβλήματα. Αυτές οι περιοχές όλο προβλήματα είναι.

»Η πολιτική κατάσταση, όμως, στη Σεργήλη έχει τώρα αρχίσει ν’αλλάζει, φίλε μου. Δεν τόχεις ακούσει;»

Ο Βασνάρος ήπιε μια γουλιά καφέ εισαγμένο από τη διάσταση της Σάρντλι. «Να έχω ακούσει τι ακριβώς;»

«Για τις ομοσπονδίες που βρίσκονται στα σκαριά.»

«Μα τα κέρατα του Κάρτωλακ, σε τι πράγμα αναφέρεσαι, μαντατοφόρε;»

«Δεν έχουν διαρρεύσει πολλά πέρα από συγκεκριμένους κύκλους,» του είπε η Σερφάντια.

«Ναι,» ένευσε ο Σκαρλάτος κοιτάζοντας τον Βασνάρο. «Κυρίως όσοι ασχολούνται άμεσα με την πολιτική έχουν ακούσει κάτι. Απλώς υπέθεσα ότι ίσως – ίσως – και ο Τρελός Λύκος να γνώριζε.»

«Ο Τρελός Λύκος δεν γνωρίζει, μαντατοφόρε,» είπε ο Βασνάρος, «αλλά περιμένει να σ’ακούσει να εξηγείς. Τι ομοσπονδίες είναι αυτές;»

«Δεν είναι κανείς βέβαιος ποιος το ξεκίνησε. Ή, τουλάχιστον, εγώ, η Σερφάντια, και η Αρχόντισσα Καρλάνη δεν είμαστε βέβαιοι. Πάντως, ξεκίνησε από τα βόρεια. Η Νέσριβεκ έχει αρχίσει να ετοιμάζει τη διαμόρφωση μιας ομοσπονδίας γύρω της. Το ίδιο και η Άντχορκ. Το ίδιο και οι περιοχές κοντά στα Φέρνιλγκαν.»

«Και τι ακριβώς θα είναι αυτό, δηλαδή;»

«Θα υπάρχει ενιαίος νόμος και ενιαία αρχή για όλες τις πόλεις σ’εκείνα τα εδάφη. Και δεν μιλάω για την περιοχή που είναι άμεσα γύρω από τις μεγάλες πόλεις – αυτό ισχύει ήδη. Μιλάω για την ευρύτερη περιοχή. Σαν να λέμε ότι ολόκληρη η βορειοδυτική άκρη της Σεργήλης θα είναι μία ενωμένη πολιτική οντότητα· και όλα τα εδάφη γύρω από την Άντχορκ – μετρώντας σε εκατοντάδες χιλιόμετρα – θα είναι ακόμα μία ενωμένη πολιτική οντότητα· και ούτω καθεξής. Καταλαβαίνεις;»

«Ναι...» αποκρίθηκε σκεπτικά ο Βασνάρος. «Κι αυτό υποτίθεται πως θα είναι... καλό ή κακό;»

«Εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπει ο καθένας–»

«Δεν είναι κάτι σαν τη Συμπαντική Παντοκρατορία...»

«Όχι, δεν είναι κάτι σαν τη Συμπαντική Παντοκρατορία, σίγουρα. Όμως παίζονται πολλά συμφέροντα αυτή τη στιγμή. Όλοι οι πολιτικοί της Σεργήλης είναι σε αναβρασμό. Ο Πολιτειάρχης εδώ στη Μέλβερηθ γνωρίζει την κατάσταση, φυσικά.»

«Και σε τι χρειάζομαι εγώ; Είμαι τελείως άσχετος μ’αυτά τα πράγματα. Ούτε οι συμμορίες ή οι άνθρωποι των δρόμων έχουν καμια σχέση.»

«Δεν έχεις δίκιο, φίλε μου. Περίμενε· άκουσέ με.

»Η Αρχόντισσα Καρλάνη, αρχικά, δεν ήξερε για τις ομοσπονδίες που ετοιμάζονται. Η Ύγκρας είναι πολύ μακριά από τη Νέσριβεκ και την Άντχορκ, όπου λέγεται πως ξεκίνησαν αυτά τα πολιτικά παιχνίδια. Αλλά οι φήμες δεν άργησαν να φτάσουν και στις νότιες ερήμους, καθώς πολλοί είχαν αρχίσει να ανησυχούν για διάφορα θέματα – έμποροι, μισθοφόροι, άρχοντες μικρών πόλεων και περιοχών. Όπως καταλαβαίνεις, αν κάπου δημιουργηθούν τόσο ισχυρές συμμαχίες, πρέπει παντού να δημιουργηθούν τόσο ισχυρές συμμαχίες, αλλιώς θα υπάρξει τρομερή αστάθεια.»

«Οι περιοχές γύρω απ’την Αγκένροβ, στα ανατολικά; Είναι κι αυτές στο παιχνίδι;»

«Θα μπουν πολύ σύντομα, αν δεν είναι.»

«Τι εννοείς; Δεν ξέρεις;»

Η Σερφάντια είπε: «Εμείς, κυρίως, με την Αρχόντισσα Καρλάνη συνεργαζόμαστε τώρα· δεν γνωρίζουμε και πολλά για το τι συμβαίνει απ’την άλλη μεριά της Ραχοκοκαλιάς.»

«Οι περιοχές, πάντως, δυτικά της Ύγκρας,» είπε ο Σκαρλάτος, «έχουν ήδη ξεκινήσει να σχεδιάζουν ομοσπονδία. Φοβούνται ότι θα μείνουν ανίσχυρες με την αλλαγή της πανδιαστασιακής πολιτικής κατάστασης.»

Ο Βασνάρος αναστέναξε τρίβοντας το μέτωπό του. Όλ’ αυτά άρχιζαν να του θυμίζουν το φανταστικό μυθιστόρημα Καταιγίδες Πολέμου. «Και γιατί είσαι τώρα εσύ εδώ, Σκαρλάτε; Θέλεις να βάλεις τον Πολιτειάρχη της Μέλβερηθ να συμμαχήσει με την Αρχόντισσα της Ύγκρας;»

«Όχι ακριβώς. Η Μέλβερηθ είναι πολύ ισχυρή πόλη από μόνη της. Θα μπορούσε να αποτελέσει κεντρικό σημείο της δικής της ομοσπονδίας.»

«Σίγουρα...»

«Η Άντχορκ, όμως, έχει άλλη άποψη. Ή, μάλλον, ένας συγκεκριμένος άνθρωπος που εργάζεται μανιωδώς για τη δημιουργία της ομοσπονδίας της...»

Καθώς ο Σκαρλάτος μιλούσε, οι άκριες των ματιών του Βασνάρου είχαν πιάσει μια κίνηση από τα δεξιά την οποία το μυαλό του, για κάποιο λόγο, εκλάμβανε ως περίεργη. Ένας άντρας είχε σηκωθεί, φεύγοντας κι αφήνοντας πάνω στο τραπεζάκι του ένα μαύρο κουτί. Τα λόγια του Σκαρλάτου έγιναν ξαφνικά ασήμαντα για τον Βασνάρο. Αλλά γιατί; Γύρισε προς το τραπεζάκι στα δεξιά. Άδειο ήταν, εκτός από ένα εγκαταλειμμένο ποτήρι, μερικά χρήματα, κι αυτό το μαύρο κουτί.

Τι μαύρο κουτί ήταν αυτό; Δε μπορεί να το είχε ξεχάσει ο άντρας που έφυγε.

Η Σερφάντια, ξαφνικά, πετάχτηκε όρθια πιάνοντας το τραπέζι τους από τις άκριες και ανατρέποντάς το, ρίχνοντάς το στο πλάι. «Καλυφθείτε!» σύριξε. «Βόμβα!»

Ο Βασνάρος και ο Σκαρλάτος δεν χρειάζονταν και δεύτερη προειδοποίηση· ήταν κι οι δύο όλη τους τη ζωή ετοιμοπόλεμοι. Έσκυψαν αμέσως πίσω από το τραπέζι που ήταν ριγμένο στο πάτωμα σαν ασπίδα· και η Σερφάντια είχε φυσικά σκύψει ήδη.

Η βόμβα στο διπλανό τραπέζι – το μαύρο κουτί – εξερράγη.

Ο θόρυβος ήταν τρομερός – κρότος ανάμικτος με ουρλιαχτά και πράγματα που σπάνε, γυαλιά που θρυμματίζονται. Ο Βασνάρος αισθάνθηκε μια μεγάλη δύναμη να στέλνει το τραπέζι καταπάνω του, σπρώχνοντάς τον μαζί με τη Σερφάντια και τον Σκαρλάτο.

Καθώς δεν βρίσκονταν μακριά από τη τζαμαρία στη μπροστινή μεριά του καταστήματος, πετάχτηκαν έξω, όπως κι άλλοι άνθρωποι, τραπέζια, καρέκλες, διαλυμένα αντικείμενα. Η δύναμη που τους είχε χτυπήσει ήταν σαν πανίσχυρος άνεμος. Κατρακύλησαν στο πλακόστρωτο· ο Βασνάρος αισθάνθηκε έναν έντονο πόνο τον ώμο του. Καταλάβαινε, όμως, ότι ήταν κι οι τρεις τους τυχεροί – πολύ τυχεροί – χάρη στη Μαύρη Δράκαινα. Οι άνθρωποι που έβλεπε να κατρακυλάνε δίπλα του ήταν φριχτά καμένοι και τραυματισμένοι: πρόσωπα διαλυμένα, μέλη κομμένα, ρούχα κουρελιασμένα, σάρκες σκισμένες.

«Τι στο μουνί της Λόρκης;» γρύλισε ο Βασνάρος καθώς σηκωνόταν στο ένα γόνατο. Ο αέρας ήταν καυτός ολόγυρά του. Φωτιές φαίνονταν μέσα στο σμπαραλιασμένο κατάστημα· ουρλιαχτά και κραυγές αντηχούσαν· άνθρωποι έτρεχαν· οι σκιές ήταν απειλητικές σαν ψυχοβόροι δαίμονες. Το ολόγραμμα πλάι στην κατεστραμμένη είσοδο είχε σβήσει, αλλά η πινακίδα από πάνω του ακόμα κρεμόταν φωτεινή σαν παρωδία.

«Ο Νορβάλης’μορ...» είπε ξέπνοα ο Σκαρλάτος.

Ο Βασνάρος στράφηκε να τον κοιτάξει· ήταν κι αυτός γονατισμένος, με όψη αγριεμένη. «Ο ποιος;»

Η Σερφάντια είπε: «Πρέπει να φύγουμε. Πιθανώς νάχει κι άλλους εδώ.»

Ο Βασνάρος είδε κάποιους να βγαίνουν από ένα τετράκυκλο όχημα, βαστώντας πιστόλια στα χέρια, κι ο ένας τούς έδειχνε. Σίγουρα δεν ήταν άνθρωποι της Χωροφυλακής της Μέλβερηθ. Τους πράκτορες της Παντοκράτειρας τού θύμιζαν ξαφνικά, γαμώ τα πόδια της Λόρκης! – αν και δεν μπορεί να ήταν τέτοιοι.

«Σ’αυτούς αναφέρεσαι;» είπε δείχνοντάς τους.

Η Σερφάντια πετάχτηκε όρθια. «Τρέξτε!»

Ο Σκαρλάτος κι ο Βασνάρος την ακολούθησαν, ενώ οι εχθροί, καταδιώκοντάς τους, ύψωσαν τα πιστόλια τους κι άρχισαν να πυροβολούν. Σφαίρες χτυπούσαν το πλακόστρωτο πίσω τους. Ο Βασνάρος άκουσε μία να σφυρίζει πλάι στ’αφτί του.

«Ποιοι είν’ αυτοί οι καριόληδες;» ρώτησε, καθώς έμπαιναν σ’έναν στενό δρόμο ανάμεσα από τις πολυκατοικίες του Κέντρου.

Ο Σκαρλάτος κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του, προς τα πίσω. «Συνεχίζουν, γαμώτο!»

«Περίμενες να τα παρατήσουν τόσο εύκολα;» είπε η Σερφάντια.

«Ποιοι είν’ αυτοί οι καριόληδες;» επέμεινε ο Βασνάρος, τραβώντας το πιστόλι μέσα από την καπαρντίνα του.

«Άνθρωποι του Νορβάλη’μορ,» είπε ο Σκαρλάτος· «δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.»

Ο στενός δρόμος περνούσε γύρω τους σαν ταινία που τη γυρίζεις γρήγορα για να δεις τι θα γίνει παρακάτω. Πυροβολισμοί αντηχούσαν πίσω τους. Ο Βασνάρος στράφηκε προς στιγμή και πυροβόλησε κι εκείνος με το πιστόλι του. Δεν πέτυχε κανέναν από τους τουλάχιστον έξι διώκτες τους, και το γεγονός ότι κάποιος τούς επιτέθηκε δεν φάνηκε να τους πτοεί στο ελάχιστο.


 

Προηγούμενο Επεισόδιο Λίστα Επεισοδίων Επόμενο Επεισόδιο

Αν σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις, μπορείς να κάνεις μια δωρεά στον συγγραφέα μέσω PayPal.

 

Share