Επεισόδιο #5               

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΟΝΤΑΙ

 

Μετά από τέσσερις μέρες...

Από εκείνη την πρώτη νύχτα που του πρότεινε να τον κεράσει ένα ποτό, ο Θόας υποπτεύθηκε ότι τον ήθελε, αλλά δεν μπορούσε νάναι σίγουρος. Έγινε πιο σίγουρος, όμως, την άλλη μέρα όταν συναντήθηκαν στην καφετέρια στο Κέντρο. Και τις επόμενες η βεβαιότητα μεγάλωσε, γιατί ξανασυναντήθηκαν, και δεν μιλούσαν μόνο: αγγίζονταν κιόλας, και προτού το καταλάβει φιλιόνταν. Μα την ανωμαλία της Λόρκης! η κόρη του Βασνάρου, του Τρελού Λύκου της Μέλβερηθ, του Αγωνιστή των Δρόμων, τον γούσταρε! Ήταν απόλυτα σίγουρο πια, δεν υπήρχε αμφιβολία. Αλλά ο Θόας ψιλοκώλωνε κιόλας, έχοντας ακούσει τις ιστορίες για τον Βασνάρο (πολλές από τις οποίες η ίδια η Βατράνια τον είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν αληθινές!)· μπορεί ο Τρελός Λύκος να τσαντιζόταν που αυτός, ένας αλητοδιαβάτης της Μέλβερηθ, χούφτωνε την κόρη του· μπορεί να τον καθάριζε. «Ο πατέρας σου μπορεί να με καθαρίσει τώρα, ε;» της είπε ύστερα από τα πρώτα τους φιλιά. Οπότε η Βατράνια γέλασε και του αποκρίθηκε: «Τι μαλακίες που λες! Πρέπει νάρθεις να τον συναντήσεις· πραγματικά πρέπει νάρθεις να τον συναντήσεις. Του έχω πει για σένα.» Αλλά ο Θόας δεν νόμιζε ότι ήταν έτοιμος να δει τον Τρελό Λύκο της Μέλβερηθ από κοντά.

Όμως τη Βατράνια την κάλεσε σήμερα το πρωί στο σπίτι του στους Συλλέκτες. Η αδελφή του του είχε πει ότι θα έλειπε οπωσδήποτε, άρα όλος ο χώρος θα ήταν δικός τους. «Θα έρθεις;» Η Βατράνια δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, με μια ενθουσιώδη γυαλάδα στα μάτια της που ήταν βέβαιος ότι ήταν παρόμοια με τη δική του. Και τώρα οι δυο τους ήταν εκεί, στο δωμάτιο του Θόα. Το είχαν ήδη κάνει μία φορά, και ήταν σαν όνειρο. Η λύκαινα είχε πολύ πεινασμένα δόντια. Είχαν τελειώσει καθισμένοι στην άκρη του κρεβατιού του, με τα ρούχα τους πεταμένα ολόγυρα.

Κάπνισαν δυο τσιγάρα μαζί, το ένα μετά το άλλο, αλλάζοντάς τα από το στόμα του στο στόμα της και πάλι στο στόμα του, αγκαλιασμένοι, με τα χέρια και τα πόδια τους ακόμα μπερδεμένα, χαμογελώντας σαν να είχαν πάρει τίποτα το παραισθησιογόνο.

«Έχεις πολύ ωραίο δωμάτιο,» σχολίασε η Βατράνια.

«Ναι; Σ’αρέσει;»

«Ναι.» Κοίταζε τις αφίσες των Ελασσόνων Ανεμοβούβαλων στον τοίχο. «Αυτά είναι από πολύ παλιές συναυλίες. Πού τα βρήκες;»

Ο Θόας γέλασε. «Στο Χαμηλό Παζάρι, φυσικά.»

«Στο Χαμηλό Παζάρι; Στις δυτικές άκρες;»

«Ναι.»

«Δεν πολυπηγαίνω από κει...»

«Βρίσκεις κάτι τελείως τρελά πράγματα στο Χαμηλό Παζάρι, κατά περιόδους. Είναι ένα υπόγειο κατάστημα στην Οδό Γυρισμένης που φέρνει ό,τι παλιά αφίσα από συγκροτήματα μπορείς να φανταστείς. Το κέρατο του Κάρτωλακ. Κυριολεκτικά.»

Η Βατράνια γελούσε.

Και μετά από λίγο, το έκαναν ξανά. Αυτή τη φορά πιο πονηρά. Εκείνη στα τέσσερα, πιασμένη στα κάγκελα του κρεβατιού του, εκείνος από πάνω της, πιέζοντας τον εαυτό του μέσα της, σκύβοντας και φιλώντας τους ώμους, την πλάτη, τα μαλλιά της – η οσμή της τον τρέλαινε – διατρέχοντας τα χέρια του επάνω της, από τα στήθη ώς τους γοφούς – το σώμα της του έμοιαζε να έχει φτιαχτεί γι’αυτόν, να έχει ακριβώς τα σημεία που ήθελε για να πιάσει.

Το αισθανόταν, πλησίαζε πάλι στην κορύφωσή του, ενώ άκουγε μικρές, πνιχτές φωνές να βγαίνουν απ’τον λαιμό της–

Άλλοι ήχοι, απρόσμενα – το γκαράζ του σπιτιού άνοιγε, μηχανή οχήματος, μεταλλικοί τροχοί που κινούνταν!

Ο Θόας τραβήχτηκε πίσω. «Γαμώτο...» έκανε ξέπνοα.

«Ωωω... τι;» είπε η Βατράνια, γυρίζοντας το κεφάλι για να τον κοιτάξει. «Τι;»

«Η αδελφή μου!» Ο Θόας σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, φορώντας γρήγορα το εσώρουχό του. «Πρέπει να φύγεις, τώρα! Τώρα!»

Η Βατράνια, έχοντας αφήσει τα κάγκελα, στάθηκε στα γόνατα πάνω στο κρεβάτι, νιώθοντας σαν να την είχαν διακόψει στη μέση ενός καταπληκτικού ονείρου και να της χρωστούσαν να το συνεχίσουν. «Γιατί; Δε μπορώ να τη γνωρίσω;»

«Δεν της έχω πει τίποτα για σένα, Βατράνια» – έβαζε το παντελόνι του – «και θα τσαντιστεί. Είναι περίεργη. Άντε, πήγαινε – πήγαινε! Πρέπει να φύγεις! Δεν το ήξερε ότι θάφερνα παρέα τώρα. Πήγαινε, πήγαινε!» Έπιασε τα ρούχα της από κάτω και της τα έδωσε στα χέρια, σ’ένα κουβάρι. «Γρήγορα! Από δω!» Πετάχτηκε κοντά στο παράθυρο, άνοιξε το πατζούρι.

Η Βατράνια, κατεβαίνοντας απ’το κρεβάτι, φόρεσε την περισκελίδα της, έδεσε τον στηθόδεσμό της. «Δεν ξέρω τι σχέση είν’ αυτή που έχετε, αλλά δεν είναι καλό να φοβάσαι τόσο την αδελφή σου–»

«Έλα, γρήγορα τώρα! Δε θέλω να γίνει ιστορία μαζί της, σε παρακαλώ!» Πιάνοντας τη Βατράνια από τη μέση, την τράβηξε ώς το παράθυρο, ενώ εκείνη είχε ακόμα τα ρούχα της στα χέρια.

«Τι κάνεις, παιδάκι μου; Ήρεμα! Τα μποτάκια μου!»

«Συγνώμη.» Άρπαξε τα μποτάκια της από κάτω και της τα έδωσε κι αυτά. «Πήγαινε τώρα! Πήγαινε!» Τη φίλησε βιαστικά στα χείλη. Την ώθησε προς το παράθυρο.

Μα τα βυζιά της Λόρκης, σκέφτηκε η Βατράνια, δεν είχε ακόμα προλάβει να φορέσει ούτε το παντελόνι της! «Κανονικά θάπρεπε να τσαντιστώ μαζί σου,» του είπε, κι ύστερα πήδησε έξω απ’το παράθυρο και βρέθηκε στον μικρό κήπο του σπιτιού.

Το σπίτι όπου έμενε ο Θόας μαζί με την αδελφή του, τη Χριστίνα, ήταν μονοκατοικία. Όχι και τόσο σπουδαία, αλλά ήταν όλη δική τους. Ένα μικρό οικοδόμημα στριμωγμένο ανάμεσα στις πολυκατοικίες και σε μερικές άλλες μονοκατοικίες.

Η Βατράνια είδε κάποιον να βγαίνει από το γκαράζ, κι αμέσως κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο. Τον μοναδικό φουντωτό θάμνο εδώ, βασικά. Οι άλλοι ήταν πολύ μικροί για να την κρύψουν· και κατά τα άλλα η αυλή ήταν γεμάτη χόρτα και λουλούδια – όχι και τόσο καλά περιποιημένα όλ’ αυτά.

Το άτομο που είχε βγει από το γκαράζ, και πλησίαζε τώρα την εξώπορτα του σπιτιού, ήταν μια γυναίκα με δέρμα γαλανό όπως του Θόα και μαλλιά μαύρα, δεμένα χαλαρά πίσω απ’το κεφάλι της. Ντυμένη με γκρίζο ταγέρ κι έχοντας μια μεγάλη τσάντα περασμένη στον ώμο. Φορούσε μακρόστενα γυαλιά όρασης. Πίσω της ερχόταν ένας άντρας χρυσόδερμος, καστανομάλλης, μουσάτος, με πουκάμισο και γιλέκο. Ποιος ήταν αυτός; Φίλος της Χριστίνας; Φέρνει γκόμενο στο σπίτι αλλά έχει πρόβλημα αν κάνει το ίδιο ο αδελφός της; Ή μήπως αυτός ο τύπος ήταν εδώ για δουλειές;

Η Χριστίνα, πάντως, ήταν αναμφίβολα μεγαλύτερη απ’τον Θόα. Τουλάχιστον πέντε χρόνια, υπολόγιζε η Βατράνια έτσι όπως την έβλεπε τώρα. Δηλαδή, δέκα χρόνια μεγαλύτερη από μένα. Τριαντάρα, σίγουρα.

Μόλις η Χριστίνα κι ο άγνωστος μπήκαν στο σπίτι, κλείνοντας πίσω τους, η Βατράνια σηκώθηκε κι έκανε να τρέξει προς την αυλόπορτα– Χτύπησε κάπου το πόδι της – πόνος διαπέρασε τα δάχτυλά της – σκόνταψε, παραπάτησε, κατάφερε να μην πέσει. «Γαμήσου!» σύριξε, και είδε ότι είχε χτυπήσει πάνω σε μια χελώνα μισοκρυμμένη μες στα χόρτα. «Θα σε περιποιηθώ εσένα την άλλη φορά που θάμαι εδώ!» υποσχέθηκε στο βραδυκίνητο ερπετό που είχε, τρομαγμένο, χωθεί μες στο καβούκι του.

Η Βατράνια έφυγε απ’τη μονοκατοικία του Θόα με τα ρούχα της στα χέρια. Κρύφτηκε μέσα σ’ένα σοκάκι εκεί κοντά και, βιαστικά, ντύθηκε. Το μικρό δάχτυλο του ποδιού της ακόμα πονούσε. Αυτή η καταραμένη χελώνα θα το μετάνιωνε!

Γιατί φοβάται τόσο την αδελφή του; σκεφτόταν η Βατράνια καθώς απομακρυνόταν βαδίζοντας ήρεμα τώρα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Δεν είναι φυσιολογικό να φοβάται τόσο την αδελφή του! Τι θα του κάνει, θα τον δείρει;

Προς στιγμή, πέρασε απ’το μυαλό της ότι ίσως να της είχε πει ψέματα ο Θόας. Ότι ίσως η Χριστίνα να μην ήταν αδελφή του, αλλά κάτι άλλο. Τι να ήταν, όμως; Γυναίκα του; Η Βατράνια δεν το νόμιζε. Και γιατί, άλλωστε, να της έλεγε ψέματα; Ήθελε τόσο πολύ να απατήσει τη γυναίκα του μαζί της;

Μαλακίες. Αποκλείεται.

Ύστερα σκέφτηκε: Πού ν’ακούσουν γι’αυτό το περιστατικό η Καρνάση και η Τζίνα! Θα γελάνε οι ανώμαλες για καμια ώρα! Χαμογελούσε κι η ίδια τώρα. Ήταν αστείο, όταν το έβλεπες από κάποια απόσταση.

Πέταξε το μισοτελειωμένο τσιγάρο της μες στη σχάρα ενός υπονόμου. Μετά απ’τα τσιγάρα που είχε μοιραστεί με τον Θόα, το έβρισκε βαρετό να καπνίζει μόνη.

*

Στο σπίτι, ο πατέρας της καθόταν και διάβαζε ένα βιβλίο. Όλο βιβλία διάβαζε. Πότε έκαναν έρωτα με τη μαμά, αλήθεια; Η Βατράνια είχε κάμποσες φορές αναρωτηθεί γι’αυτό. Δεν τους είχε πιάσει ποτέ να κάνουν έρωτα. Ή μήπως δεν έκαναν έρωτα πλέον;

Ο Βασνάρος γύρισε μια σελίδα. «Φοράς τη μπλούζα σου ανάποδα, μικρή.»

Η Βατράνια ξαφνιάστηκε. Κοίταξε τον εαυτό της. Πράγματι, μες στη φούρια της να ντυθεί στο σοκάκι, είχε βάλει το μέσα έξω. «Γαμώτο...» είπε.

«Πεινάς;» Έκλεισε το βιβλίο.

Η Βατράνια το εκτίμησε που δεν τη ρώτησε πού ήταν, ή γιατί φορούσε τη μπλούζα της ανάποδα. Ο μπαμπάς της ήταν πολύ εντάξει. «Ναι. Έχει φαγητό;»

«Έχει.» Σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα του και βάδισε προς την κουζίνα.

«Πάω ν’αλλάξω κι έρχομαι.»

Όταν έβγαλε τα ρούχα της για να φορέσει μια ρόμπα, τον συνάντησε στην κουζίνα και κάθισε στο τραπέζι. Ο Βασνάρος είχε ήδη απλώσει εκεί φαγητά και κάποια αναψυκτικά.

«Από ένα εστιατόριο μιας φίλης,» είπε. «Θα ήθελες να δουλέψεις γι’αυτήν;»

«Τι να κάνω;»

«Θα μπορούσες να βοηθάς στην αποθήκη. Ή να πλένεις πιάτα. Ή να σερβίρεις – αν μάθεις πώς να μην τρομάζεις τους πελάτες.»

Η Βατράνια χαμογέλασε. Ο μπαμπάς της τα έλεγε ωραία, πάντα. «Όχι,» είπε. «Ή... δεν ξέρω, θα το σκεφτώ.»

«Σκέφτεσαι πολύ. Πάρα πολύ.» Ο Βασνάρος άρχισε να τρώει, τυλίγοντας ζυμαρικά γύρω απ’το πιρούνι του.

Η Βατράνια τον μιμήθηκε. «Έχουν όντως ανάγκη από κάποιον στο εστιατόριο;»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Μπορεί ο Θόας να θέλει να δουλέψει εκεί.»

«Δεν ξέρω για τον Θόα, αλλά για σένα θα έβρισκαν μια θέση αν τους το ζητούσα· είμαι σίγουρος.»

«Και ο Θόας ψάχνει δουλειά.»

«Ο Θόας δεν είναι γιος μου.»

«Κωλώνει να σε γνωρίσει,» του είπε η Βατράνια ύστερα από μια στιγμή, μειδιώντας, με τα χείλη της λερωμένα από τη σάλτσα του κοκκινιστού κρέατος.

«Φοβάται ότι δαγκώνω;»

«Ίσως.»

«Πες του ότι δεν δαγκώνω–»

«Του το είπα.»

«–και θα ήθελα να γνωρίσω αυτόν που βοήθησε την κόρη μου σε μια πολύ δύσκολη στιγμή.»

Μετά από λίγο, ενώ είχαν μισοτελειώσει το φαγητό τους, τη ρώτησε: «Δε μου λες, μικρή, συμβαίνει και τίποτ’ άλλο μ’εσένα και τον Θόα, εκτός απ’το ότι σε βοήθησε εκείνη τη νύχτα;»

«Ναι, λιγάκι, συμβαίνει,» αποκρίθηκε η Βατράνια, νιώθοντας κάπως αμήχανα. Ήπιε μια γουλιά απ’το αναψυκτικό της. «Πειράζει;»

«Όχι. Απλώς ρωτάω.»

Ναι, ο μπαμπάς της ήταν πάντα εντάξει. Τελικά, καλύτερα που την είχε διώξει αυτή η στριμμένη απ’τον ναό, σκέφτηκε η Βατράνια· και συνέχισε ανέμελα το φαγητό της.

*

Μετά το μεσημεριανό, ξάπλωσε να κοιμηθεί· και, ύστερα από κάποια ώρα, ένα έντονο κουδούνισμα την ξύπνησε.

Τι σκατά κάνει έτσι; αναρωτήθηκε καθώς γύριζε ανάσκελα. Την είχαν διακόψει ξανά πάνω στο καλύτερο σημείο του ονείρου: έβλεπε στον ύπνο της ότι ήταν με τον Θόα κι ότι αυτή τη φορά δεν ερχόταν η αδελφή του.

Το κουδούνισμα συνεχιζόταν, και η Βατράνια κατάλαβε τι ήταν. Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του μπαμπά της. Τον είχε ξανακούσει όσο βρισκόταν εδώ. Μερικά άτομα τον καλούσαν στον πομπό και μόνο στον πομπό· απέφευγαν να τον καλέσουν στον επικοινωνιακό δίαυλο του διαμερίσματος σαν να φοβόνταν ότι ίσως να παρακολουθείτο από κάποιους που δεν έπρεπε να παρακολουθείται – ή, τουλάχιστον, αυτή η εντύπωση τής είχε δοθεί.

Η Βατράνια σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και βάδισε προς τη μισάνοιχτη πόρτα, για να ειδοποιήσει τον πατέρα της που μάλλον κι αυτός κοιμόταν. Αλλά, προτού περάσει το κατώφλι, προτού καν σπρώξει την πόρτα για να την ανοίξει τελείως, τον είδε να έρχεται στο καθιστικό του διαμερίσματος, να πιάνει τον πομπό από το τραπέζι, και να τον φέρνει στ’αφτί του.

«Μάλιστα;» τον άκουσε να λέει. Και μετά: «Ποια κλοτσιά της Λόρκης σε πέταξε εσένα εδώ;» γελώντας. Και μετά: «Ναι... Τι είναι; Τίποτα το επικίνδυνο;» (...) «Από πότε εσύ ανακατεύεσαι με ‘πολιτικά θέματα’, Σκαρλάτε;» (...) «Εντάξει, θα τα πούμε από κοντά. Απόψε θέλεις;» (...) «Εντάξει, στον Σοβαρό, στις οκτώ και μισή.» (...) «Τι λες, ρε; Θάναι κι άλλοι παλιοί επαναστάτες μαζί σου;» (...) «Μάλιστα. Ωραία· θα τα πούμε τότε.» (...) «Γεια.»

Παίρνοντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μαζί του, έφυγε απ’το καθιστικό κατευθυνόμενος προς το δωμάτιό του.

Η Βατράνια στεκόταν ακόμα πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα του δικού της δωματίου. Παλιοί επαναστάτες; σκεφτόταν. Παλιοί επαναστάτες; Ποιος ήταν αυτός που είχε καλέσει τον πατέρα της; Ο Βασνάρος δεν της είχε πει ποτέ για κανέναν Σκαρλάτο· αλλά πρέπει να ήταν παλιός επαναστάτης κι αυτός, έτσι όπως ακουγόταν το πράγμα, σωστά; Ένας από τους ήρωες που είχαν πολεμήσει εναντίον των πρακτόρων, των μαχητών, και των μάγων της Συμπαντικής Παντοκράτειρας! Και όχι μόνος του.

Και είχε έρθει για πολιτικά θέματα· έτσι δεν είχε πει ο πατέρας της; Από πότε εσύ ανακατεύεσαι με ‘πολιτικά θέματα’, Σκαρλάτε; Ναι, έτσι είχε πει. Τι πολιτικό θέμα μπορεί να ήταν; Κάτι που αφορούσε ολάκερη τη Μέλβερηθ; Ή μήπως οι τρελές φήμες ότι υπήρχαν ακόμα πράκτορες της Παντοκράτειρας ήταν αληθινές;

Η Βατράνια ήθελε κι εκείνη να πάει σ’αυτή τη συνάντηση! Οπωσδήποτε.

Θα την έπαιρνε, άραγε, ο πατέρας της μαζί του;

Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο της. Ήταν έξι και είκοσι-έξι. Σε δυο ώρες, ο Βασνάρος, ο Σκαρλάτος, και οι υπόλοιποι επαναστάτες θα συναντιόνταν στον Σοβαρό. Η Βατράνια ήξερε τι ήταν ο Σοβαρός – μια καφετέρια-μπαρ – καθώς και πού ήταν – στη βορειοανατολική μεριά του Κέντρου. Αρκετά ακριβό μαγαζί, ανοιχτό πρωί-βράδυ.

Η Βατράνια φοβόταν να πει στον πατέρα της ότι τον είχε κρυφακούσει. Δεν ήθελε να νομίζει ότι τον κατασκόπευε συστηματικά· γιατί δεν το έκανε, φυσικά: απλά τώρα είχε τύχει ν’ακούσει τη συνομιλία του.

Το σκέφτηκε για λίγο, καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού της. Και κατέληξε. Θα ήταν έτοιμη και, μόλις ο Βασνάρος έκανε να φύγει απ’το σπίτι, θα τον ρωτούσε πού πήγαινε και... θα έβλεπε τι θα της απαντούσε.

Σηκώθηκε και ντύθηκε, αλλά δεν έβαλε τις μπότες της ούτε την κοντή κάπα της, για να μη φανεί ύποπτη στον πατέρα της όταν θα του μιλούσε.

Τον περίμενε να βγει από το δωμάτιό του. Μάλλον θα έπαιρνε το τετράκυκλο όχημά του για να πάει στο Κέντρο, άρα δεν θα έφευγε νωρίς. Παλιά ο Τρελός Λύκος της Μέλβερηθ δεν χρησιμοποιούσε σταθερό όχημα, αλλά τώρα... τώρα ίσως να είχε γεράσει λιγάκι, όφειλε να παραδεχτεί η Βατράνια για τον πατέρα της. Του χρειαζόταν να έχει σταθερό όχημα. Και τώρα, επίσης, πρέπει να είχε περισσότερα λεφτά από ποτέ άλλοτε στη ζωή του.

Βγήκε απ’το δωμάτιό της κατά τις εφτά και μισή, κάθισε στον καναπέ, κι έκανε ότι διάβαζε ένα τεύχος του Σεργήλιο Φωτογράφου – ένα περιοδικό που εκδιδόταν στην Άντχορκ, τη μεγαλύτερη πόλη της Σεργήλης, αλλά κυκλοφορούσε και σε άλλες μεγάλες πόλεις, όπως τη Μέλβερηθ.

Η πόρτα του δωματίου του Βασνάρου άνοιξε στις οχτώ, και ο πατέρας της βγήκε ντυμένος, φανερά έτοιμος για αναχώρηση.

«Πού πας, μπαμπά;»

«Έχω μια δουλειά.» Ο Βασνάρος έπιασε την καπαρντίνα του απ’την κρεμάστρα και τη φόρεσε.

«Τι δουλειά;»

«Θα συναντήσω κάτι ανθρώπους. Γιατί τέτοιο ενδιαφέρον, μικρή;»

«Να μην ξέρω πού είναι ο μπαμπάς μου;»

Ο Βασνάρος γέλασε. «Θα προσέχω να μη χαθώ, μικρή, το υπόσχομαι.»

Η Βατράνια χαμογέλασε. «Να έρθω κι εγώ;»

«Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις απόψε;» είπε μονάχα ο Βασνάρος, κι έφυγε από το διαμέρισμα.

Η Βατράνια αναστέναξε, ρίχνοντας το περιοδικό παραδίπλα. Γαμώτο· τώρα θα έπρεπε να τον ακολουθήσει. Κι εκείνη δεν είχε δικό της όχημα. Και ο Σοβαρός ήταν μακριά από εδώ: καμια δεκαριά χιλιόμετρα. Θα χρειαζόταν να πάρει επιβατηγό.

Σηκώθηκε απ’τον καναπέ, πήγε στο δωμάτιό της, φόρεσε τις μπότες και την κάπα της, έδεσε τη μικρή τσάντα της στη ζώνη της, έκρυψε ένα στιλέτο κι ένα μικρό πιστόλι επάνω της, και πλησίασε την εξώπορτα του διαμερίσματος. Την άνοιξε με επιφύλαξη, σαν να περίμενε ο πατέρας της να στεκόταν απέξω. Πράγμα που δεν θα απέκλειε· ήταν πολύ υποψιασμένος, και ίσως να την είχε καταλάβει. Αλλά ο διάδρομος ήταν άδειος.

Η Βατράνια βγήκε απ’το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Καθώς έφευγε από την πολυκατοικία είχε την κουκούλα της κάπας της σηκωμένη, για να μην τη μπανίσει καμια απ’αυτές τις παράξενες στο ναό απέναντι. Πολύ πιθανόν η μητέρα της – τέτοια που ήταν – να τους είχε ζητήσει να την κατασκοπεύουν όποτε μπορούσαν και να της αναφέρουν τις κινήσεις της.

Ενώ απομακρυνόταν από το σπίτι του πατέρα της, διασχίζοντας τους δρόμους του Απλώματος, είδε μια γνώριμη μορφή να έρχεται προς το μέρος της, κάτω από τα φώτα των δημόσιων λαμπών. Σταμάτησε, ξαφνιασμένη. Κατέβασε την κουκούλα της.

«Βατράνια!» είπε ο Θόας, χαμογελώντας. «Το κατάλαβα ότι μάλλον εσύ ήσουν.»

Τον πλησίασε, πιάνοντας τη μπροστινή μεριά του πουκαμίσου του μέσα από το πανωφόρι. «Τι κάνεις εδώ;»

«Ερχόμουν να σε βρω. Αισθανόμουν... άσχημα, έτσι όπως σ’έδιωξα το πρωί.»

«Έλα, βρε, μην είσαι χαζός,» είπε η Βατράνια και τον φίλησε βιαστικά· «δεν πειράζει. Αλλά γιατί δεν με καλούσες τηλεπικοινωνιακά στο σπίτι; Σ’τον έχω δώσει τον κώδικα.»

«Ε τώρα δεν καταλαβαίνεις; Μπορεί ν’απαντούσε ο πατέρας σου–»

Το γέλιο της τον διέκοψε. «Και λοιπόν;»

«Ε δεν μπορώ τώρα να καλέσω στο σπίτι του Τρελού Λύκου της Μελ–»

«Ξέρεις τι; Βιάζομαι.»

«Α.»

«Αλλά μπορείς νάρθεις μαζί μου. Ακολουθώ τον πατέρα μου,» του είπε ενθουσιωδώς, «σ’ένα μέρος που θα συναντήσει παλιούς επαναστάτες! Δε θες νάρθεις;»

«Παλιούς επαναστάτες;»

«Ναι.»

«Και τον κατασκοπεύεις;»

Η Βατράνια γέλασε. «Εντάξει, κόρη του είμαι! Δεν είναι ‘κατασκοπία’. Και του ζήτησα να πάω μαζί του αλλά είπε όχι.» Άρχισε να βαδίζει και ο Θόας την ακολούθησε. «Τι να έκανα; Δεν είχα άλλη επιλογή. Τον είχα ακούσει να μιλά τηλεπικοινωνιακά μ’έναν τύπο που λέγεται Σκαρλάτος – δεν ξέρω ποιος είναι – και έλεγαν ότι θα συναντηθούν στον Σοβαρό για κάποιο πολιτικό θέμα. Ξέρεις πού είναι ο Σοβαρός;»

«Το μαγαζί στο Κέντρο;»

«Ναι. Εκεί πάω τώρα. Ο πατέρας μου θα τους συναντήσει στις οκτώ και μισή. Έχει ήδη φύγει, με το όχημά του.»

«Και προσπαθείς να τον προλάβεις με τα πόδια;» απόρησε ο Θόας, ενώ βάδιζαν βιαστικά.

«Όχι, ανόητε! Θα πάρω επιβατηγό, φυσικά. Θα έρθεις, λοιπόν, ή κωλώνεις;»

Ο Θόας γέλασε. «Θα έρθω. Και είμαι σίγουρος ότι θα μας δουν και θα φάω ξύλο–»

«Μα τι ανοησίες που λες, γαμώτο!»

«–αλλά θα αξίζει γιατί θα είμαι μαζί σου.» Τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της.

Η Βατράνια γύρισε απότομα και τον φίλησε βαθιά, σφίγγοντάς τον κοντά της. Ο Θόας ίσως τελικά να ήταν ακόμα πιο γαμάτος από τον πατέρα της!

*

Ο άντρας που καθόταν στη γωνία του μπαρ, σ’ένα τραπεζάκι, ανακάτεψε ξανά την Τράπουλα της Πανούργου Κυράς μέσα στα χέρια του με αξιοσημείωτη επιδεξιότητα. Άπλωσε τα χαρτιά γι’ακόμα μια φορά μπροστά του. Τα κοίταξε προβληματισμένος.

Ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα του.

Μάζεψε τα χαρτιά, τα έβαλε στη θήκη τους, τα έκρυψε στην τσέπη του. Ακουμπώντας ένα νόμισμα για τη μπίρα πάνω στο τραπεζάκι, έφυγε από το μπαρ.

Θ’άφηνε την Κυρά του να τον καθοδηγήσει. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που τον πήγαινε στο σωστό μέρος. Ούτε η τελευταία, αναμφίβολα.


 

Προηγούμενο Επεισόδιο Λίστα Επεισοδίων Επόμενο Επεισόδιο

Αν σου αρέσει η ιστορία που διαβάζεις, μπορείς να κάνεις μια δωρεά στον συγγραφέα μέσω PayPal.

 

Share