Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση
Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
27 / 4 / 2019

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

Υπάρχει μια γενική νοοτροπία σήμερα ότι το μυθιστόρημα πρέπει να είναι γραμμένο με μια συγκεκριμένη δομή, ειδικά αν θέλεις να είναι «εμπορικό». Σύμφωνα με αυτή τη δομή, η δράση/ένταση, μετά από την αρχή, συνεχώς αυξάνεται μέχρι που φτάνει σε μια κορύφωση. Από εκεί μειώνεται, συνήθως απότομα, και φτάνει περίπου εκεί όπου άρχισε. Κάπως έτσι:

Αλλά αυτό είναι ένα στείρο μοντέλο και επαναλαμβανόμενο, που, με απλά λόγια, σημαίνει βαρετό. Αν διαβάσεις 4-5 μυθιστορήματα γραμμένα σ’αυτό το στιλ, ξέρεις μετά ακριβώς τι θα διαβάσεις. Αν όλα τα βιβλία ήταν γραμμένα έτσι, δεν θα είχε νόημα να διαβάσεις ποτέ πάνω από καμια 10αριά βιβλία.

Αυτή η δομή επικράτησε από τότε που κάποιοι θέλησαν να καταστήσουν το λογοτεχνικό βιβλίο «εμπόρευμα». Και πίστεψαν ότι πρέπει να υπάρχει ομοιομορφία ώστε το κοινό να μπορεί να αγοράσει πιο εύκολα το εμπόρευμα. Εκείνο που δεν σκέφτηκαν (ή ίσως και να το σκέφτηκαν) είναι πως εσύ διαμορφώνεις το κοινό. Όταν του δίνεις τέτοιου είδους «εμπόρευμα», νεκρώνεις τη φαντασία του. Δημιουργείς μια επαναλαμβανόμενη μορφή σκέψης, που είναι ίσον φυλακή.

Τα πραγματικά μυθιστορήματα δεν γράφονται έτσι. Συνήθως έχουν πολλές κορυφές μέσα στην πλοκή, και δεν τελειώσουν απαραίτητα περίπου εκεί όπου άρχισαν από άποψη έντασης. Κάπως έτσι, δηλαδή:

Έτσι γράφονται οι πραγματικές ιστορίες.

Η πραγματικότητα δεν είναι ρυθμισμένη να παίρνει συνέχεια μια συγκεκριμένη μορφή, και ούτε η λογοτεχνία θα έπρεπε να είναι. Μπορεί να αφηγείσαι μια ιστορία (και οι ιστορίες συνήθως έχουν αρχή, μέση, τέλος), μπορεί να παίρνεις ένα κομμάτι πραγματικότητας και να το διαμορφώνεις έτσι ώστε να βγάζει κάποιο νόημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει πάντα να είναι γραμμένο με τον ίδιο, ανιαρό τρόπο.

Κάποτε, παλιότερα, είχα παραγγείλει δύο βιβλία από το Amazon σχετικά με τη συγγραφή. Ήρθαν στο ταχυδρομείο και άρχισα να τα διαβάζω με ενδιαφέρον, υποπτευόμενος ότι θα ανακάλυπτα τρομερά μυστικά. (Ήμουν μικρός και αφελής ακόμα.) Ήταν οι χειρότερες σαχλαμάρες που είχα διαβάσει ποτέ στη ζωή μου. Έκλαιγα τα λεφτά μου. Ήταν το είδος εκείνου του «συμβουλευτικού βιβλίου» για τη συγγραφή που οι μόνες συμβουλές που σου δίνει είναι, ουσιαστικά, πώς να προσαρμοστείς στην αγορά, πώς να είσαι καλό ρομποτάκι. Σου έλεγε ακόμα και πού ακριβώς πρέπει να παρουσιάσεις τον «κακό» (villain) μέσα στην ιστορία. Μέχρι το τρίτο κεφάλαιο οπωσδήποτε. Μετά είναι πια αργά.

Για φαντάσου.

Δεν θα ήθελα να διαβάζω βιβλία που σε όλα ο villain υποχρεωτικά παρουσιάζεται μέχρι το τρίτο κεφάλαιο. Θέλω να διαβάζω βιβλία που ο villain ‒ αν υπάρχει καν τέτοιος ‒ παρουσιάζεται όπου οδηγεί τον συγγραφέα η έμπνευσή του ότι πρέπει να παρουσιαστεί.

 

 

Επίσης . . .