ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Η Ξεχασμένη Πόλη

Μια Ιστορία από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν

[Θυγατέρες της Πόλης]

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

• Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.
• Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.
• Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

Περισσότερες ιστορίες από το Θρυµµατισµένο Σύµπαν, δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

ΜΕΡΟΣ 1
Θυγατέρα Δεσμώτρια

Κεφάλαιο 1

Ήταν ερωτευμένοι αλλά δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί. Η Πόλη συνεχώς την πρόσταζε να απομακρύνεται από αυτόν. Κι όταν η Πόλη προστάζει τις Θυγατέρες της, οι Θυγατέρες της δεν μπορούν να την αγνοήσουν. Ο πόνος είναι αφόρητος· δεν έχουν άλλη επιλογή.

Αλλά δεν ήταν τελείως αποκομμένοι οι δυο τους. Ούτε εκείνος μπορούσε να μείνει μακριά της για πάντα, ούτε εκείνη μπορούσε να μείνει μακριά του. Και το γεγονός ότι εκείνη σίγουρα θα ζούσε περισσότερο από αυτόν δεν τον πείραζε. Ούτε τον πείραζε το ότι εκείνος θα γερνούσε με τα χρόνια ενώ εκείνη θα έμενε νέα. Δεν σκέφτονταν το μέλλον· δεν τους απασχολούσε.

Δεν βλέπονταν συχνά, όμως· η Πόλη οδηγούσε την Ευγενία μακριά του, μέσα από τα μυστηριώδη σημάδια της, και ο Ρίκερελ συνέχιζε να κάνει εκείνο που εδώ και χρόνια έκανε: τοιχογραφίες, γκράφιτι, στους τοίχους της Ατέρμονης Πολιτείας, στολίζοντάς την με τις μπογιές του και την τέχνη του. Δεν έμενε σε μία συνοικία· ταξίδευε κι αυτός, όπως η Ευγενία, αλλά σπάνια ταξίδευαν μαζί. Όταν όμως η Ευγενία έβλεπε δικά του γκράφιτι, τα καταλάβαινε από απόσταση· δεν χρειαζόταν να πλησιάσει για να δει την καλλιτεχνική υπογραφή του. Πολλές φορές, μάλιστα, διέκρινε από τα πολεοσημάδια των δρόμων αν οι τοιχογραφίες του Ρίκερελ βρίσκονταν εκεί κοντά.

Και ο Ρίκερελ, σε διάφορα σημεία, όχι και τόσο φανερά, της άφηνε μηνύματα γραμμένα στους τοίχους, βέβαιος ότι εκείνη θα τα εντόπιζε, γνωρίζοντας για τις ικανότητές της.

Η Ευγενία βρισκόταν τις τελευταίες ημέρες στη Χορδή, ανάμεσα στην καλλιτεχνική κίνηση, στα καζίνα, στην φτωχοαριστοκρατία, και στις συμμορίες της περιοχής, δουλεύοντας ως ταχυδακτυλουργός όπως συνήθιζε. Είχε κλείσει μια συμφωνία με την ιδιοκτήτρια της Στολισμένης Τράπουλας και έκανε τις παραστάσεις και τα κόλπα της εκεί, στο πανδοχείο, από το απόγευμα στις οκτώμισι μέχρι δέκα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα συνήθως. Αρκετός κόσμος συγκεντρωνόταν μόνο και μόνο για να παρακολουθήσει τη χρυσόδερμη, πρασινομάλλα ταχυδακτυλουργό να κοκκινίζει το νερό μέσα σε γυάλες μ’ένα άγγιγμα, να κάνει τραπουλόχαρτα να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται, να μαντεύει αριθμούς από το μυαλό των ανθρώπων, να κάνει τα ποτήρια να έχουν ξαφνικά διαφορετικού είδους ποτά μέσα τους, και άλλα περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκα κόλπα. Ελάχιστα από αυτά είχαν σχέση με τις έμφυτες ικανότητες των Θυγατέρων της Πόλης· θα μπορούσε να τα κάνει ο οποιοσδήποτε ήξερε την τέχνη του ταχυδακτυλουργού. Η μόνη διαφορά ήταν ότι η Ευγενία είχε πολύ πιο πολλά χρόνια στη διάθεσή της για να μάθει διάφορα τεχνάσματα.

Μπροστά στο κοινό προτιμούσε να μη χρησιμοποιεί το πραγματικό της όνομα· δεν έλεγε ότι την έλεγαν Ευγενία. Οι αφίσες έξω από την είσοδο του πανδοχείου και μέσα στην τραπεζαρία του την αποκαλούσαν Χρυσοπράσινη Θαυματοποιό.

Τώρα ήταν πρωί και δεν βρισκόταν στη Στολισμένη Τράπουλα· έκανε βόλτα στους δρόμους της Χορδής χρησιμοποιώντας τα μέσα μαζικής μεταφοράς της συνοικίας, κατευθυνόμενη προς το μεγάλο Εμπορικό Κέντρο που, παρότι ήταν μια συνοικία από μόνο του, υπαγόταν στη Χορδή. Η Ευγενία στεκόταν μέσα σ’ένα μακρύ, εξάτροχο επιβατηγό όχημα, ανάμεσα σε πολύ κόσμο, κρατώντας μια χειρολαβή, όταν τα πολεοσημάδια έξω από το παράθυρο τής μίλησαν για τον Ρίκερελ. Κάποια από τις τοιχογραφίες του ήταν κοντά.

Η Ευγενία δεν είχε φτάσει ακόμα στο Εμπορικό Κέντρο. Κατέβηκε στην επόμενη στάση μαζί μ’άλλους πέντε επιβάτες που όλοι, αμέσως, απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο σαν βεντάλια που ξαφνικά ανοίγει και διαλύεται. Η Ευγενία ήταν ντυμένη απλά και άνετα, όπως συνήθως ντυνόταν όταν δεν έκανε παράσταση. Φορούσε ένα γαλάζιο πουκάμισο με πτυχωτές λευκές ραβδώσεις, ένα μαύρο πέτσινο πανωφόρι με κουκούλα (ριγμένη στην πλάτη επί του παρόντος), ένα γκρίζο υφασμάτινο παντελόνι, και λευκές μπότες με λεπτά λουριά. Τα πράσινα μαλλιά της ήταν πιασμένα μ’ένα μικρό κοκαλάκι πίσω από το κεφάλι της, αλλά έπεφταν στους ώμους της. Τα μάτια της έκρυβε ένα ζευγάρι σκούρα καφετιά γυαλιά ηλίου.

Βάδισε προς τα πίσω, προς τα εκεί απ’όπου είχε έρθει με το επιβατηγό όχημα, και ακολούθησε τα πολεοσημάδια. Κατέβηκε σε μια σήραγγα και, περνώντας ανάμεσα από μαγαζιά που πουλούσαν ζάρια και τράπουλες, βγήκε από μια άλλη έξοδό της. Διέσχισε δυο δρόμους, ενώ στα ρουθούνια της έρχονταν οσμές από πρωινά φαγητά, και βρέθηκε σύντομα μπροστά σ’έναν τοίχο σκεπασμένο με γκράφιτι. Η τοιχογραφία έδειχνε μια πρασινόδερμη γυναίκα (σπάνιος δερματικός χρωματισμός) ντυμένη μόνο μ’ένα τραπουλόχαρτο σαν κοντό φόρεμα. Από την πλάτη της φτερά ανοίγονταν. Γύρω απ’το κεφάλι της, αντί για μαλλιά, ακτίνες φωτός απλώνονταν.

Η Ευγενία, όπως πάντα, δεν χρειαζόταν να δει την καλλιτεχνική υπογραφή για να καταλάβει ότι αυτή η δημιουργία ήταν του Ρίκερελ.

Κι από τη θέση του γκράφιτι, των σκιών, κι άλλων τυχαίων πραγμάτων σ’εκείνο τον δρόμο, διέκρινε επίσης ότι ο Ρίκερελ τής είχε αφήσει κάποιο μήνυμα προς... τα... εκεί. Η Ευγενία έστριψε και μπήκε σ’ένα σοκάκι. Μια αφίσα ήταν κολλημένη στον τοίχο, η οποία δεν θα έπρεπε να ήταν εκεί. Διαφήμιζε ένα παλιό βιβλίο για μαντεία με τραπουλόχαρτα. Η Ευγενία το ήξερε αυτό το βιβλίο· όλα όσα έγραφε ήταν, κυρίως, ανοησίες. Την αφίσα ο Ρίκερελ την είχε κολλήσει. Δεν ήταν κι από τα πιο παράξενα πράγματα που είχε κάνει στους δρόμους της Ατέρμονης Πολιτείας. Καθώς, όμως, τώρα η Ευγενία αντίκριζε αυτή την αφίσα, όλα τα πολεοσημάδια γύρω της της μιλούσαν για κάτι το τρομερό, κάποιον κίνδυνο· κι αισθάνθηκε τις τρίχες της να ορθώνονται. Αισθάνθηκε μια βαθιά ανησυχία για τον Ρίκερελ.

Έσκισε την αφίσα και πίσω της είδε γραμμένο το μήνυμά του: ΠΗΓΑΙΝΩ ΣΤΗ ΝΕΡ ΕΡΝΤΕΡΑΓ ΤΗΝ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ Ν ΑΦΗΣΩ ΚΙ ΕΚΕΙ ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΜΟΥ! ΘΑ ΜΕ ΒΡΕΙΣ;; Και, εκτός από τούτες τις λέξεις, η Ευγενία διάβαζε επίσης, μέσα από τα πολεοσημάδια – τις τυχαίες χαρακιές, τις σκιές, τους λεκέδες – του τοίχου: κίνδυνος, κίνδυνος, κίνδυνος.

Ο Ρίκερελ βρισκόταν σε κίνδυνο.

Πράγμα όχι παράξενο. Πώς ήταν δυνατόν να είναι τόσο ανόητος ώστε να πάει στη Νερ Έρντεραγ; Δεν είχε ακούσει τίποτα γι’αυτή τη συνοικία; Δεν μπορεί να μην είχε ακούσει. Αν δεν είχε ακούσει, δεν θα το σκεφτόταν καν να ταξιδέψει εκεί.

*

Νερ Έρντεραγ, η Ξεχασμένη. Μια συνοικία της Ρελκάμνια προς το νότο και την ανατολή, κοντά σ’ένα από τα πέρατα της διάστασης. Η αρχιτεκτονική της ήταν πανάρχαια, μη μπορώντας να συγκριθεί με κανέναν τρόπο – ούτε κατά προσέγγιση – με τις σημερινές αρχιτεκτονικές της Ατέρμονης Πολιτείας. Υπήρχε η φήμη ότι η Νερ Έρντεραγ ήταν εκεί από πολύ παλαιούς χρόνους, από τότε που οι πρώτοι άνθρωποι της Ρελκάμνια, κάποιοι από τους τωρινούς Παλαιούς Οίκους των αριστοκρατών, είχαν έρθει και είχαν ξεκινήσει να οικοδομούν. Η αρχιτεκτονική της δεν ήταν απλώς παρωχημένη· ήταν τέτοια που λεγόταν πως προκαλούσε σύγχυση στο μυαλό – ή, τουλάχιστον, στο μυαλό των σύγχρονων ανθρώπων. Ο προσανατολισμός χανόταν πολύ εύκολα μέσα στη Νερ Έρντεραγ· ακόμα και οι αναμνήσεις φημολογείτο πως χάνονταν μέσα στους αλλόκοτους δρόμους της. Μόνο οι κάτοικοί της μπορούσαν να ταξιδέψουν στο εσωτερικό της Ξεχασμένης, γνωρίζοντας συγκεκριμένα σημάδια στην αρχιτεκτονική της που τους επέτρεπαν να κατευθύνονται από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να χάνονται.

Η Ευγενία δεν είχε ποτέ πάει στη Νερ Έρντεραγ, αλλά, στις περιπλανήσεις της στη Ρελκάμνια, τα είχε ακούσει και διαβάσει όλ’ αυτά. Είχε επίσης μάθει ότι η συγκεκριμένη συνοικία προκαλούσε τρομερή σύγχυση στις Θυγατέρες της Πόλης. Της το είχαν πει άλλες Θυγατέρες που είχε τύχει να ταξιδέψουν εκεί. Δεν μπορούσαν να μείνουν στη Νερ Έρντεραγ· είχαν φύγει το συντομότερο δυνατό. Τα πολεοσημάδια γύρω τους ήταν τόσο αλλόκοτα, τόσο ξένα για εκείνες, ακόμα και εχθρικά, που ήταν αδύνατον να μείνουν. Θα τρελαίνονταν, ή θα χάνονταν για πάντα στους δρόμους της. Στη Νερ Έρντεραγ, απ’ό,τι είχε καταλάβει η Ευγενία, ήταν καλύτερα να μην έχεις τις δυνάμεις των Θυγατέρων. Οι δυνάμεις σου απλά σε έκαναν πιο ευάλωτη σ’ό,τι κι αν συνέβαινε εκεί.

Αλλά ο Ρίκερελ είχε ταξιδέψει στην Ξεχασμένη. Ο ανόητος! Είχε, σίγουρα, πάει για να κάνει γκράφιτι – νομίζοντας τι; ότι η Νερ Έρντεραγ ήταν όπως μια οποιαδήποτε άλλη συνοικία της Ρελκάμνια; ότι οι φήμες γι’αυτήν δεν ήταν αληθινές; Νομίζοντας ότι μπορούσε να ζωγραφίσει ό,τι του κατέβαινε στους τοίχους της και να φύγει;

Και τώρα είχε μπλέξει. Η Ευγενία δεν αμφέβαλλε καθόλου γι’αυτό· το διάβαζε στα πολεοσημάδια γύρω από το μήνυμα που της είχε αφήσει. Δεν μπορούσε να γνωρίζει το είδος του κίνδυνου, αλλά ήταν σίγουρα κίνδυνος.

Πρέπει να τον βοηθήσω, σκέφτηκε. Αλλά πώς; Αν πήγαινε κι εκείνη στη Νερ Έρντεραγ, το πιθανότερο ήταν να μην καταφέρει να τον βρει, απλά να χαθεί κι η ίδια.

Γνώριζε, όμως, έναν άνθρωπο που είχε έρθει από τη Νερ Έρντεραγ. Έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί εκεί αλλά, αργότερα, είχε φύγει. Στην αρχή, ήταν ιερέας του Κρόνου. Ύστερα, είχε εγκαταλείψει το ιερατείο και είχε γίνει τζογαδόρος. Τελευταία φορά που η Ευγενία τον είχε συναντήσει έμενε εδώ, στη Χορδή.

Πολεοτύχη, αναμφίβολα. Η Πόλη τής είχε δώσει κάπου κοντά της το εργαλείο που χρειαζόταν για να βρει τον Ρίκερελ.

*

Το όνομά του ήταν Νόρενταμπ και, απ’ό,τι θυμόταν η Ευγενία, έμενε στη γειτονιά της Χορδής που έλεγαν Γλυκά Αφτιά (για κάποιο άγνωστο λόγο που δεν είχε καμια σχέση με τη μουσική). Δεν έχασε καθόλου χρόνο. Φεύγοντας από εκεί όπου ο Ρίκερελ τής είχε αφήσει το μήνυμα, βρήκε ένα ιδιωτικό επιβατηγό όχημα και είπε στον οδηγό: «Στα Γλυκά Αφτιά.»

«Πού στα Γλυκά Αφτιά;»

Η Ευγενία τού έδωσε τη διεύθυνση της πολυκατοικίας του Νόρενταμπ, και σε μισή ώρα βρίσκονταν εκεί, έχοντας περάσει μέσα από την κίνηση με επιδέξιες μανούβρες ενώ αλλού την είχαν προσπεράσει από παρακαμπτήριες οδούς. Το τετράκυκλο επιβατηγό σταμάτησε μπροστά από τον προορισμό του μ’ένα ελαφρύ τρίξιμο μεταλλικών τροχών.

«Φτάσαμε γρήγορα ή όχι, κυρία;» Ο οδηγός την κοίταξε μέσα από τον καθρέφτη.

«Πολύ γρήγορα,» αποκρίθηκε εκείνη χαμογελώντας (αν και δεν είχε πραγματικά διάθεση για χαμόγελα). «Ευχαριστώ.» Και τον πλήρωσε τρία δεκάδια, ενώ ο μετρητής στην κονσόλα του έδειχνε δύο δεκάδια και τρία τέταρτα. «Τα ρέστα δικά σου.»

«Να είστε καλά, κυρία.»

Η Ευγενία βγήκε απ’το επιβατηγό και βάδισε προς την είσοδο της ψηλής δεκαεξαώροφης πολυκατοικίας που ενωνόταν, μέσω γεφυρών, με άλλες δύο, κι ανάμεσα σ’αυτήν και στη μία από τις άλλες δύο υπήρχε ένας κήπος με καταστήματα και μπαρ. Καθώς πλησίαζε, η Ευγενία είχε μια πολύ άσχημη αίσθηση· τα πολεοσημάδια δεν τα έβρισκε καθόλου ενθαρρυντικά. Της έλεγαν πως ό,τι ζητούσε δεν ήταν πια εδώ. Είχε αλλάξει σπίτι ο Νόρενταμπ; Δεν αποκλειόταν. Ίσως ο τζόγος να του είχε δώσει, επιτέλους, αρκετά λεφτά για να μπορεί να μετακομίσει. Ωστόσο, η Ευγενία δεν νόμιζε ότι ήταν αυτό· η διαίσθησή της πήγαινε προς κάτι κακό.

Μπήκε στην πολυκατοικία, πήρε τον ανελκυστήρα, και ανέβηκε στον δέκατο-τρίτο όροφο. Πλησίασε το διαμέρισμα που ανήκε στον Νόρενταμπ και κοίταξε το κουδούνι. Το όνομά του ήταν ακόμα γραμμένο εδώ: Νόρενταμπ Βέλεργαθ. Πολύ παράξενο όνομα για τα σύγχρονα δεδομένα της Ρελκάμνια, πράγμα που οφειλόταν στο γεγονός ότι ο άνθρωπος ήταν από τη Νερ Έρντεραγ.

Η Ευγενία χτύπησε το κουδούνι και περίμενε, αν και τα πολεοσημάδια τής μαρτυρούσαν πως αυτός που ζητούσε έλειπε. Ο ήχος του κουδουνιού ακούστηκε από το εσωτερικό του διαμερίσματος, αλλά κανείς δεν ήρθε για ν’απαντήσει. Δεν είναι στο σπίτι του. Και μάλλον δεν θα επιστρέψει σύντομα. Πού μπορεί να είναι;

Η Ευγενία έφερε στο μυαλό της τα στέκια όπου σύχναζε ο Νόρενταμπ – τα μπαρ, τα καζίνα, τον Ναό του Κρόνου. Παρότι είχε εγκαταλείψει το ιερατείο, εξακολουθούσε να είναι αρκετά θρήσκος. Παράξενο για τζογαδόρο, ίσως, αλλά πολλές φορές η Ευγενία τον είχε ακούσει να λέει πως ο Κρόνος τού έδινε ό,τι ο Κρόνος ήθελε να του δώσει. Και η Ευγενία είχε σκεφτεί: Δε διαφέρει αυτή η λογική και πολύ από τη δική μας, των Θυγατέρων. Μόνο που εκείνες δεν περίμεναν να τους δώσει ο Κρόνος τίποτα· άφηναν την Πόλη να τις παρασύρει μέσα στα ρεύματά της. Και, παρότι η Ευγενία ουσιαστικά καθοδηγείτο από μια δύναμη που άλλοι θα θεωρούσαν υπερφυσική ή ακόμα και φανταστική, μη αληθινή, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Κρόνος πραγματικά έδινε στον πρώην ιερέα του ούτε μισό δεκάδιο· απλά του Νόρενταμπ τού άρεσε να έχει μια τέτοια πεποίθηση, κι αφού αυτό τού έδινε το σθένος που χρειαζόταν, τόσο το καλύτερο για εκείνον.

Πάμε να δούμε μήπως κανένας γνωστός του ξέρει πού είναι.

Η Ευγενία έφυγε από την πολυκατοικία και, καθώς το μεσημέρι πλησίαζε, περιπλανήθηκε στα μέρη όπου σύχναζε ο Νόρενταμπ. Βρέθηκε σ’ένα μπαρ στον κήπο ανάμεσα στις δύο πολυκατοικίες το οποίο άκουγε στο όνομα Μικρός Γίγαντας και πλάι στην είσοδό του είχε μια πινακίδα μ’έναν νάνο που ήταν, για νάνος, πολύ εύσωμος. Ίσως ο πρώτος ιδιοκτήτης αυτού του μέρους να ήταν έτσι· η Ευγενία δεν είχε ποτέ ρωτήσει, αλλά καταλάβαινε (χωρίς να χρειάζεται να ρωτήσει κανέναν) ότι το μπαρ είχε αλλάξει τουλάχιστον τρεις ιδιοκτήτες. Μια από τις ικανότητες που είχε ανεπτυγμένες σε μεγάλο βαθμό ως Θυγατέρα της Πόλης ήταν να κατανοεί τέτοια πράγματα με μια ματιά που έριχνε σ’ένα μαγαζί. Κάποιες Αδελφές της εκπλήσσονταν από αυτό, το ήξερε, όπως κι εκείνη εκπλησσόταν κατά καιρούς από δικές τους ικανότητες.

Η Ευγενία βάδισε προς το μπαρ κι ακούμπησε τον αγκώνα της πάνω στον πάγκο, άνετα. «Ένα Αργυρό Νεφέλωμα,» είπε στη γυναίκα που πρόσφερε τα ποτά και τώρα σκούπιζε δύο ποτήρια μ’ένα πανί.

«Αμέσως,» αποκρίθηκε εκείνη – κοκκινομάλλα, με δέρμα λευκό-ροζ κι άσπρο πουκάμισο με σηκωμένα μανίκια. Γέμισε το ένα από τα δύο ποτήρια που είχε μόλις σκουπίσει και το άφησε μπροστά στην Ευγενία.

«Ψάχνω έναν τύπο που συχνάζει εδώ,» είπε η Ευγενία πίνοντας μια γουλιά από το Αργυρό Νεφέλωμα.

Η γυναίκα του μπαρ ύψωσε ένα φρύδι, πολύ σοβαρά. Αλλά δεν ήταν τόσο σοβαρή όσο ήθελε να δείχνει· το πρόσωπό της το φανέρωνε πεντακάθαρα.

«Νόρενταμπ τον λένε. Του αρέσει να παίζει τζόγο.» Η Ευγενία την ατένιζε ευθέως καθώς της μιλούσε.

Η γυναίκα του μπαρ απέφυγε το βλέμμα της. «Του άρεσε πιο πολύ απ’ό,τι θάπρεπε,» είπε.

«Τι σημαίνει αυτό; Δεν είν’ εδώ πια;»

«Φίλη του είσαι;» Η γυναίκα του μπαρ συνάντησε ξανά τα μάτια της Ευγενίας.

«Ναι,» είπε εκείνη δίχως δισταγμό. Ήταν φίλη του, άλλωστε. Είχαν πρωτοσυναντηθεί μια βραδιά στο καζίνο «Τα Λυτά Χέρια», ενώ η Ευγενία έκανε ταχυδακτυλουργική παράσταση κι εκείνος έπαιζε χαρτιά. Οι φτωχοαριστοκράτες της Χορδής διαμαρτύρονταν ότι ο Νόρενταμπ τούς είχε κατακλέψει, μα κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει τίποτα, κι ο ίδιος έλεγε μόνο πως ό,τι έγινε έγινε με την εύνοια του Κρόνου. Η Ευγενία τον πίστευε. Δεν είχε κλέψει ούτε δεκάδιο· η Πόλη τής το φανέρωνε, και δεν χρειαζόταν άλλες αποδείξεις. Ο τύπος ήταν περίεργος, όχι κλέφτης. Ήταν, βασικά, ένας από εκείνους τους έντιμους τυχοδιώκτες που το ξέρεις ότι τούτη η διάσταση, γεμάτη κομπιναδόρους και απατεώνες, δεν είναι γι’αυτούς.

«Ο Νόρενταμπ,» αποκρίθηκε η γυναίκα του μπαρ, «είναι στη φυλακή.»

Το ήξερα ότι στο τέλος εκεί θα κατέληγε, σκέφτηκε η Ευγενία, μουντά. Όλοι οι έντιμοι τυχοδιώκτες προς τα εκεί μαγνητίζονταν. «Γιατί;» ρώτησε.

«Πόνταρε πιο πολλά απ’ό,τι έπρεπε,» είπε η γυναίκα του μπαρ, μ’έναν κοφτό μορφασμό κι ένα ανασήκωμα του ώμου.

«Ξέρεις σε ποια φυλακή είναι;»

«Δεν ξέρω–»

«Ποιος ξέρει;»

Μόρφασε ξανά. «Η Γιολάντα, ίσως. Που έχει τη γκαλερί Βιώματα Τέχνης. Ήταν μαζί οι δυο τους, τελευταία.»

«Ευχαριστώ,» είπε η Ευγενία, πίνοντας σκεπτική μια γουλιά από το Αργυρό Νεφέλωμα.

*

Η Γιολάντα έκλεινε τη γκαλερί της για μεσημέρι, όταν η Ευγενία έφτασε εκεί έχοντας πάρει ξανά επιβατηγό όχημα. Η γκαλερίστα κλείδωνε εκείνη την ώρα την εξώπορτα – μια γυναίκα μετρίου αναστήματος, με καστανά σγουρά μαλλιά και λευκό δέρμα με απόχρωση του ροζ, ντυμένη μ’ένα μακρύ φόρεμα γεμάτο πτυχώσεις και δαντέλες – υπερβολικό, ίσως, για πρωινό ρούχο.

Η Ευγενία την ήξερε από παλιά, αλλά όχι καλά. Εξ όψεως μόνο. Και δεν είχε ιδέα ότι τώρα εκείνη κι ο Νόρενταμπ είχαν σχέση. Η Ευγενία είχε, βέβαια, να δει τον Νόρενταμπ εδώ και δύο χρόνια. Δεν βρισκόταν στη Χορδή τον τελευταίο καιρό.

«Γιολάντα,» είπε. «Με συγχωρείς. Με θυμάσαι;»

Η γκαλερίστα την κοίταξε συνοφρυωμένη, και η στεναχώρια ήταν έκδηλη στην όψη της: η Ευγενία μπορούσε να διαβάσει στο πρόσωπό της τη φυλάκιση του Νόρενταμπ. Ήταν όλα γραμμένα εκεί – αν και όχι πού ακριβώς ήταν φυλακισμένος.

«Δε νομίζω,» είπε η Γιολάντα. «Έχουμε γνωριστεί;»

«Ονομάζομαι Ευγενία. Είμαι ταχυδακτυλουργός. Γνωρίζω τον Νόρενταμπ, από παλιά. Σε είχα δει μια φορά.»

«Δεν το θυμάμαι,» αποκρίθηκε η Γιολάντα, με φωνή βραχνή, αναμφίβολα λόγω της αναφοράς του Νόρενταμπ.

Η Ευγενία την πλησίασε. «Μου είπαν ότι ο Νόρενταμπ έχει φυλακιστεί. Λυπάμαι γι’αυτό.»

Η Γιολάντα αναστέναξε. «Τι ακριβώς θέλεις;»

«Να μάθω σε ποια φυλακή βρίσκεται,» αποκρίθηκε ευθέως η Ευγενία.

«Στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Αν σκέφτεσαι να πας να τον δεις, πρέπει να σε πληροφορήσω ότι δεν είναι εύκολο. Εμένα μετά δυσκολίας μ’άφησαν μια φορά να του μιλήσω...» Δε χρειαζόταν η Ευγενία να είναι Θυγατέρα της Πόλης για να καταλάβει πόσο στενοχωρημένη ήταν η Γιολάντα. Πρέπει όντως να τον αγαπούσε τον Νόρενταμπ. Η Γιολάντα καθάρισε τον λαιμό της. «Θα μπορούσα κάπως να σε εξυπηρετήσω εγώ;»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι. «Όχι· πρέπει να μιλήσω στον ίδιο. Πρέπει να... πρέπει να τον έχω ελεύθερο, βασικά.»

Η Γιολάντα την κοίταξε με περιέργεια.

«Γιολάντα,» είπε η Ευγενία, «αν μπορούσα να τον βγάλω από εκεί, θα με βοηθούσες;»

Τα μάτια της στένεψαν. «Τι εννοείς; Μπορείς ή δεν μπορείς να τον βγάλεις;»

«Δεν ξέρω ακόμα. Αλλά θα προσπαθήσω.»

«Τι είσαι; Δικηγόρος;»

«Σου είπα: ταχυδακτυλουργός.»

Η Γιολάντα χαμογέλασε αδύναμα. «Δε νομίζω ότι με ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα θα καταφέρεις τίποτα.»

«Μην είσαι και τόσο σίγουρη. Να πάμε κάπου να μιλήσουμε οι δυο μας; Θα ήθελα να μάθω περισσότερα για το τι του συνέβη.»

Η Γιολάντα αναστέναξε ξανά. «Εντάξει,» αποκρίθηκε, «πάμε.»

Κεφάλαιο 2

Η Γιολάντα αισθανόταν ότι, για κάποιο λόγο, μπορούσε να εμπιστευτεί αυτή τη γυναίκα που είχε συστηθεί ως Ευγενία. Δεν τη θυμόταν από παλιά, αλλά δεν νόμιζε πως η Ευγενία είχε πει ψέματα ότι θυμόταν εκείνη· ούτε νόμιζε πως είχε πει ψέματα ότι ήξερε τον Νόρενταμπ. Η Γιολάντα την έβαλε στο κομψό τρίκυκλο όχημά της, που ήταν φτιαγμένο σαν ανάποδο τρίγωνο με γυάλινη οροφή, και την πήγε στο σπίτι της: ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας που το μισό ήταν βεράντα η οποία έκλεινε με γυαλί.

Το άλλο μισό διαμέρισμα – αυτό που είδε η Ευγενία, τουλάχιστον – ήταν γεμάτο ζωγραφικούς πίνακες στους τοίχους. Η Γιολάντα την οδήγησε στη βεράντα και τη ρώτησε αν είχε φάει μεσημεριανό. Η Ευγενία αποκρίθηκε πως δεν είχε φάει.

«Θα ήθελες να παραγγείλω κάτι να φάμε;»

«Ναι, γιατί όχι;»

«Έχεις κάποια ιδιαίτερη προτίμηση;»

«Όχι.»

Ενώ η Ευγενία περίμενε στη βεράντα, που ήταν γεμάτη καλλωπιστικά φυτά και καλλιτεχνικά γλυπτά, η Γιολάντα επέστρεψε στο εσωτερικό του διαμερίσματος για να παραγγείλει φαγητό μέσω του επικοινωνιακού διαύλου. Ύστερα πήγε στην κρεβατοκάμαρά της, έβγαλε το φόρεμα και τα παπούτσια της, και φόρεσε μια ρόμπα και παντόφλες.

Όταν βγήκε πάλι στη βεράντα ρώτησε την Ευγενία αν θα ήθελε κι εκείνη να φορέσει, ίσως, κάτι πιο άνετο. Ένα ζευγάρι παντόφλες τουλάχιστον; Αλλά η Ευγενία αρνήθηκε. Είχε απλώς βγάλει το πανωφόρι της και τα γυαλιά ηλίου.

Η Γιολάντα έφερε ένα μπουκάλι Κρύο Ουρανό και δύο ποτήρια.

«Με συγχωρείς αν σε ανησυχώ,» είπε η Ευγενία.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Γιολάντα, «δεν υπάρχει πρόβλημα. Εγώ σ’έφερα εδώ, εξάλλου. Κι αν σκέφτεσαι να κάνεις κάτι για να βοηθήσεις τον Νόρενταμπ, ναι, θα ήθελα να συμβάλλω κι εγώ.» Γέμισε και τα δύο ποτήρια με Κρύο Ουρανό.

Η Ευγενία είπε: «Πριν από οτιδήποτε, πρέπει να μάθω τι ακριβώς του συνέβη. Πώς κατέληξε στην Παράλληλη Συνοικία;» Και, καθώς το ρωτούσε αυτό, αναρωτιόταν μήπως τελικά έχανε τον χρόνο της. Μπορούσε να είναι σίγουρη ότι θα κατάφερνε να τον βγάλει από τις φυλακές; Κι εν τω μεταξύ, ο Ρίκερελ κινδύνευε. Αν πήγαινε, όμως, μόνη της στη Νερ Έρντεραγ–

Η φωνή της Γιολάντας διέκοψε τους συλλογισμούς της: «Ήταν τζογαδόρος, όπως θα ξέρεις...»

Η Ευγενία ένευσε σιωπηλά.

«Προσπαθούσε να συγκεντρώσει λεφτά – αρκετά λεφτά για να αγοράσει ένα καλύτερο σπίτι και ένα όχημα. Και... βασικά, σκεφτόταν με τα λεφτά να φτιάξουμε ένα σπίτι που θα ήταν πάνω από μια γκαλερί για να μπορούμε να μένουμε μαζί και να βρίσκομαι πάντα κοντά στο μαγαζί μου.» Αισθανόταν κάποιες ενοχές γι’αυτό, αν και δεν τον είχε παρακινήσει η ίδια να προσπαθήσει να αποκτήσει τα λεφτά· αντιθέτως, του είχε πει να είναι προσεχτικός. Ήπιε μια γουλιά από τον Κρύο Ουρανό της και συνέχισε: «Το καζίνο ‘Η Μικρή Ρελκάμνια’ το ξέρεις;»

«Φυσικά.» Ήταν από τα μεγαλύτερα της Χορδής· ανήκε σε μια πολύ πλούσια συμμορία, τους Χρυσοκέντητους.

«Εκεί πήγε να παίξει ο Νόρενταμπ. Ήμουν μαζί του. Εγώ δεν έπαιζα. Δεν παίζω τζόγο· με τρομάζει.» Ήπιε κι άλλο Κρύο Ουρανό. «Αλλά παρακολουθούσα, και το κατάλαβα ότι ξανοίχτηκε· το παράκανε. Κι έπαιζε ενάντια στο μαγαζί, όχι ενάντια σε άλλο άτομο. Στην αρχή είχε όλο νίκες, και μου έλεγε ότι ο Κρόνος τον είχε ευνοήσει, τώρα ήταν η ώρα να κερδίσει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε. Έτσι νόμιζε! Ο ανόητος!» Η φωνή της ήταν πνιχτή. Βλεφάρισε έντονα, για να διώξει τα δάκρυα που αισθανόταν ν’απειλούν να συγκεντρωθούν στα μάτια της. «Όταν όμως τα λεφτά είχαν πολλύνει, τα έχασε όλα – και όχι μόνο αυτό αλλά τώρα χρωστούσε κιόλας στους Χρυσοκέντητους – τη συμμορία που–»

«–έχει το καζίνο. Ναι, την ξέρω, Γιολάντα.»

«Τους χρωστούσε, και δεν είχε να τους πληρώσει. Οι αποταμιεύσεις του δεν έφταναν. Ούτε καν οι δικές του μαζί με τις δικές μου δεν έφταναν. Μόνο αν πουλούσαμε κι οι δύο τα σπίτια μας, και κάτι πίνακες που έχω, και το όχημά μου– Αλλά τέλος πάντων, ο Νόρενταμπ δεν ήθελε να το συζητήσει αυτό, δεν ήθελε να ανακατευτώ, και μου είπε κάτι σαχλαμάρες ότι το θέμα ήταν τώρα μόνο ανάμεσα σ’εκείνον και τον Κρόνο!» Ήπιε Κρύο Ουρανό, τελειώνοντας το ποτήρι της.

«Το ξέρεις ότι ήταν κάποτε ιερέας του Κρόνου, έτσι;»

«Το ξέρω,» είπε η Γιολάντα. Και συνέχισε την ιστορία της: «Οι Χρυσοκέντητοι δεν χαρίζουν τέτοια χρέη, ούτε δέχονται να τους τα πληρώνεις λίγα-λίγα εκτός αν σε γνωρίζουν ή αν βλέπουν ότι μπορείς όντως να τους ξεπληρώσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έγινε, λοιπόν, δίκη και η απόφαση ήταν πως οι Χρυσοκέντητοι μπορούσαν να τον στείλουν σε μια φυλακή της επιλογής τους. Τον έστειλαν έτσι στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας, επειδή, όπως έμαθα μετά, έχουν συμφωνίες με τη διεύθυνση του Δεσμωτηρίου.»

«Τι είδους συμφωνίες;» Η Ευγενία αναρωτιόταν αν θα μπορούσε κάπως να τις εκμεταλλευτεί για να βοηθήσει τον Νόρενταμπ.

«Πρέπει να παίρνουν κάποια λεφτά από εκεί, απ’ό,τι κατάλαβα,» εξήγησε η Γιολάντα. «Σαν οι κατάδικοι να δουλεύουν γι’αυτούς. Δηλαδή, όχι μόνο για τους Χρυσοκέντητους αλλά για τη διεύθυνση του Δεσμωτηρίου, η οποία όμως έχει συμφωνίες με διάφορους στην Παράλληλη Συνοικία και στις συνοικίες γύρω από αυτήν, για αμοιβαίο όφελος. Τους στέλνουν κατάδικους στο Δεσμωτήριο – όπου οι κατάδικοι εργάζονται σε διάφορες δουλειές, κλεισμένοι εκεί – και η διεύθυνση προσφέρει ένα μέρος από τα κέρδη της σ’αυτούς με τους οποίους έχει κάνει συμφωνίες.»

«Καταλαβαίνω,» είπε η Ευγενία συλλογισμένα.

«Αυτό είναι,» είπε η Γιολάντα. «Δεν έχει τίποτ’ άλλο να μάθεις. Ο Νόρενταμπ θα μείνει φυλακισμένος ωσότου να έχει ξεπληρώσει ένα μέρος του χρέους του· γιατί, αν έπρεπε να το ξεπληρώσει όλο, νομίζω ότι θα τον κρατούσαν για ολόκληρη τη ζωή του.

»Το Δεσμωτήριο είναι, βασικά, καταναγκαστική εργασία εκτός από στέρηση της ελευθερίας, και είναι πολύ δύσκολο να δεις τους κατάδικους. Μόνο αν είσαι άμεσος συγγενής τους έχεις καλές πιθανότητες. Εγώ με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να συναντήσω τον Νόρενταμπ, και με παρακολουθούσαν σαν γύπες του Κρόνου. Φοβούνται, μάλλον, ότι κάποιος μπορεί να φέρει κάτι που θα βοηθήσει τους κατάδικους να δραπετεύσουν.»

«Είχε γίνει πριν από καμια εικοσαετία,» είπε η Ευγενία. «Ήμουν πολύ μικρή τότε,» πρόσθεσε ψέματα, γιατί ήξερε ότι δεν φαινόταν για πάνω από τριάντα-πέντε χρονών παρότι είχε ζήσει περισσότερο από εξήντα χρόνια. «Απλά το είχα ακούσει. Κάποιοι, όντως, έφεραν κάτι μέσα στις φυλακές και έγινε εξέγερση. Μάλλον οι δεσμοφύλακές δεν το έχουν ξεχάσει ακόμα.»

«Και πώς σκοπεύεις να βγάλεις τον Νόρενταμπ από εκεί, Ευγενία;»

Προτού η Θυγατέρα της Πόλης προλάβει ν’απαντήσει (όχι πως είχε καμια ουσιαστική απάντηση να δώσει), το κουδούνι του διαμερίσματος αντήχησε. «Το φαγητό μας,» είπε η Γιολάντα και σηκώθηκε, έφυγε από την κλειστή βεράντα, και πήγε να παραλάβει τα πακέτα. Όταν επέστρεψε τα κουβαλούσε μαζί της και τ’άφησε στο τραπέζι ανάμεσά τους. Δεν τα άνοιξε. Περίμενε ακόμα την απάντηση της Ευγενίας.

Και η Ευγενία αισθανόταν άσχημα που δεν είχε απάντηση να δώσει, γιατί έβλεπε την ελπίδα στα μάτια της γκαλερίστας. «Κοίτα...» είπε, «δεν έχω ακόμα σκεφτεί κάτι συγκεκριμένο.»

Η Γιολάντα απογοητεύτηκε, έκδηλα· θύμωσε κιόλας λιγάκι. Τι θέλεις τότε εδώ; σκέφτηκε. Γιατί τον αναζητάς; Και θυμήθηκε να κάνει την ερώτηση που, νόμιζε, έπρεπε κανονικά να είχε κάνει από την αρχή, προτού δώσει την οποιαδήποτε πληροφορία σ’αυτή τη γυναίκα· διότι μπορεί να φαινόταν συμπαθητική μα ήταν πραγματικά αξιόπιστη;

«Γιατί θέλεις να βρεις τον Νόρενταμπ, Ευγενία; Τι θέλεις από αυτόν; Σου χρωστά κι εσένα;»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν είναι αυτό. Δεν είναι καθόλου αυτό. Είναι φίλος μου, και... νομίζω ότι ίσως να μπορεί να με βοηθήσει σε κάτι. Γι’αυτό είχα έρθει να τον βρω, αλλά με πληροφόρησαν ότι είναι στη φυλακή–»

«Ποιος; Ποιος σ’το είπε;»

«Στο μπαρ κάτω από το σπίτι του μου το είπαν, στον Μικρό Γίγαντα. Αλλά δεν ήξεραν σε ποια φυλακή βρίσκεται, έτσι μ’έστειλαν σ’εσένα.»

Η Γιολάντα άναψε τσιγάρο. «Σε τι νομίζεις ότι μπορεί να σε βοηθήσει ο Νόρενταμπ, Ευγενία;»

Η Ευγενία ήταν διστακτική να της μιλήσει ξεκάθαρα. Η υπόθεση, άλλωστε, δεν ήταν καθόλου απλή. Τι να της απαντήσω; Την αλήθεια δεν μπορούσε να της την πει για προφανείς λόγους – κατά πρώτον, δεν ήθελε να πληροφορήσει τη Γιολάντα ότι ήταν Θυγατέρα της Πόλης· όλα αυτά ήταν πολύ μπερδεμένα. Επομένως, θα έπρεπε να της πει κάποιο ψέμα – όπως ότι ήθελε να πάει στη Νερ Έρντεραγ για μια δουλειά. Εναλλακτικά, μπορούσε να της πει κιόλας ότι το θέμα δεν την αφορούσε και δεν ήταν δυνατόν να της μιλήσει γι’αυτό.

Αν όμως τη χρειάζομαι, δε θα ήταν καλό να την αποξενώσω. Αλλά όντως τη χρειαζόταν; Μπορούσε, άραγε, η Γιολάντα να της προσφέρει κάποια βοήθεια για να βγάλουν τον Νόρενταμπ από τη φυλακή;

Η γκαλερίστα παρατηρούσε την Ευγενία ερευνητικά. «Δεν θέλεις να μου πεις...» συμπέρανε.

«Θα σου έλεγα,» αποκρίθηκε εκείνη, «αλλά... Είναι μια δουλειά, βασικά. Δική μου δουλειά. Αρκετά προσωπική. Και χρειάζομαι κάποιον άνθρωπο που ξέρει τη Νερ Έρντεραγ. Γνωρίζεις ότι ο Νόρενταμπ είναι από–;»

«Εννοείται πως το γνωρίζω, Ευγενία,» τη διέκοψε η Γιολάντα. «Μου έχει πει διάφορα για την πατρίδα του.»

«Θα ξέρεις, επομένως, ότι η αρχιτεκτονική της είναι... ασυνήθιστη.»

Η Γιολάντα ένευσε. «Πολύ ασυνήθιστη.»

«Πρέπει να είσαι κάτοικος για να μπορείς να πλοηγηθείς εκεί μέσα.»

Η Γιολάντα ένευσε ξανά, καπνίζοντας. Μετά, βλέποντας την Ευγενία σιωπηλή, ρώτησε: «Και σκέφτεσαι να ελευθερώσεις τον Νόρενταμπ από το Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας ώστε εκείνος να σε οδηγήσει μέσα στη Νερ Έρντεραγ;»

«Ναι.»

«Τότε,» είπε η Γιολάντα, «ή τρελή είσαι, Ευγενία, ή έχεις πολύ σημαντική δουλειά σ’αυτό το μέρος.»

«Η δουλειά μου είναι, όντως, σημαντική,» τη διαβεβαίωσε εκείνη· «μην το αμφιβάλλεις. Έχει...» κόμπιασε προς στιγμή, «έχει σχέση μ’ένα πρόσωπο που μου είναι πολύ αγαπητό. Και πιθανώς να κινδυνεύει.»

Η Γιολάντα έσβησε το τσιγάρο της μέσα στο κρυστάλλινο τασάκι, φυσώντας καπνό από τη μύτη συγχρόνως. «Μου είπες ότι θέλεις να σε βοηθήσω, αν μπορώ, προκειμένου να σώσεις τον Νόρενταμπ. Αλλά δεν έχεις κανένα σχέδιο, Ευγενία. Έχεις διασυνδέσεις, μήπως;» Την είχε παραξενέψει τη Γιολάντα ο τρόπος της Ευγενίας. Δεν ήταν πιο σίγουρη για τον εαυτό της απ’ό,τι θα έπρεπε να είναι; Υπήρχε κάτι το μυστηριώδες στη συμπεριφορά της.

Η ταχυδακτυλουργός κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν έχω διασυνδέσεις που νομίζω ότι μπορούν να με εξυπηρετήσουν. Όχι άμεσα, τουλάχιστον. Αλλά, αν είσαι πρόθυμη να προσφέρεις τη βοήθειά σου, τότε θα ξαναμιλήσουμε σύντομα.»

Η Γιολάντα είπε, μ’ένα ανασήκωμα των ώμων: «Ξέρεις πού να με βρεις.» Και μετά: «Θα μείνεις για φαγητό, έτσι;» Έριξε ένα βλέμμα στα πακέτα που ήταν ακόμα κλειστά.

«Θα μείνω,» είπε η Ευγενία.

Κεφάλαιο 3

Μετά το φαγητό, η Γιολάντα είπε στην Ευγενία ότι μπορούσε να μείνει εδώ για να ξεκουραστεί δυο, τρεις ώρες αν ήθελε, αλλά εκείνη αρνήθηκε–

(«Αρκετά σε ταλαιπώρησα· καλύτερα να πηγαίνω.»

«Όχι, καθόλου ταλαιπωρία· η παρέα σου ήταν ευχάριστη.»)

–και έφυγε από το διαμέρισμά της. Δεν δέχτηκε καν την προσφορά της Γιολάντας να την πετάξει κάπου με το τρίκυκλο όχημα–

(«Ούτε να το συζητάς. Δε θα σε βγάλω απ’το σπίτι σου μες στο μεσημέρι. Σ’ευχαριστώ για το φαγητό και για τη φιλοξενία, και πιθανώς να τα ξαναπούμε σύντομα.»)

–προσθέτοντας πως θα έβρισκε εύκολα κάποιο επιβατηγό από εδώ. Πράγμα που δεν ήταν ψέμα. Το σπίτι της Γιολάντας βρισκόταν σε μια γειτονιά αρκετά πολυσύχναστη και εμπορική, ακόμα και αυτή την ώρα. Η Ευγενία, έχοντας τώρα βγει από την πολυκατοικία, βάδιζε ανάμεσα στα καταστήματα που ήταν ανοιχτά το μεσημέρι, καπνίζοντας ένα τσιγάρο που είχε στρίψει καθοδόν με καπνό Γαλανές Ανταύγειες.

Δεν σκόπευε να πάρει επιβατηγό για να επιστρέψει στη Στολισμένη Τράπουλα, όπου έμενε τούτες τις μέρες. Όχι από τώρα, τουλάχιστον. Ήθελε να σκεφτεί, και να παρατηρήσει την Πόλη. Ίσως η Πόλη να την καθοδηγούσε, όπως και πολλές άλλες φορές στη ζωή της.

Χρειαζόταν να βρει έναν τρόπο για να βγάλει τον Νόρενταμπ από το Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας, αλλά δεν είχε καμια ιδέα πώς ακριβώς να το καταφέρει. Δε νόμιζε ότι μπορούσε να το κάνει χρησιμοποιώντας κάποιο τέχνασμα από έξω. Πολύ φοβόταν ότι έπρεπε να μπει κι η ίδια μέσα στο Δεσμωτήριο, ώστε να δραπετεύσει από εκεί μαζί με τον Νόρενταμπ.

Αν διέπραττε κάποιο έγκλημα και τους άφηνε να την πιάσουν, σίγουρα θα την έστελναν στη φυλακή. Αλλά όχι απαραίτητα στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Μπορεί να την έστελναν σε κάποια άλλη, άσχετη φυλακή όπου η Ευγενία δεν είχε καμια όρεξη να βρεθεί και δεν θα την εξυπηρετούσε σε τίποτα. Έπρεπε να είναι βέβαιη ότι θα την έστελναν στο Α’ Δεσμωτήριο. Επομένως, έπρεπε να κάνει κάτι στους Χρυσοκέντητους και, κατά προτίμηση, μέσα στο καζίνο τους, τη Μικρή Ρελκάμνια. Να παίξει σε κάποιο τυχερό και παιχνίδι και να κερδίσει ένα τεράστιο ποσό κλέβοντας αλλά φροντίζοντας, συγχρόνως, να το καταλάβουν πως έκλεβε. Υπήρχαν δύο προβλήματα εδώ, όμως: Κατά πρώτον, ήταν πολύ δύσκολο να σιγουρευτεί ότι θα κατόρθωνε, κλέβοντας, να κερδίσει τόσο μεγάλο ποσό ώστε να μην έχει να το ξεπληρώσει και, άρα, να τη στείλουν στο δικαστήριο και, εν συνεχεία, στη φυλακή. Κατά δεύτερον, τι θα γινόταν αν τελικά δεν την πήγαιναν στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας;

Φυσικά, μπορούσε να εμπιστευτεί την Πόλη, να φροντίσει να φτάσει στο Δεσμωτήριο ακολουθώντας τα πολεοσημάδια, σωστά; Λάθος, μάλλον. Γιατί, όταν πλέον την είχαν πιάσει να κλέβει, δεν θα είχε η ίδια τη δυνατότητα να κάνει τίποτα για ν’αποφασίσει για τη μοίρα της – εκτός ίσως απ’το να δραπετεύσει προτού τη στείλουν στη φυλακή.

Η Ευγενία είχε την αίσθηση – και σπάνια η διαίσθησή της έκανε λάθος – ότι δεν ήταν αυτός ο σωστός δρόμος για ν’ακολουθήσει ώστε να καταλήξει στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας...

Είδε μια καφετέρια που ήταν ανοιχτή μες στο μεσημέρι. Βρισκόταν στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας και μια σκάλα τη συνέδεε με μια πεζογέφυρα που περνούσε ανάμεσα από τα οικοδομήματα. Της Ευγενίας τής φάνηκε καλό μέρος για να καθίσει να ξεκουραστεί και να πιει έναν καφέ. Επιπλέον, το τσιγάρο της είχε τελειώσει και ήθελε και να κατουρήσει. Ανέβηκε στην πεζογέφυρα, βάδισε ώς τη σκάλα, μπήκε στην καφετέρια, και κάθισε σ’ένα τραπεζάκι στο μπαλκόνι. Δίπλα από το μπαλκόνι φύτρωνε ένα πελώριο δέντρο που ξεκινούσε από κάτω, από τον δρόμο, κι έφτανε ώς τον έκτο όροφο της πολυκατοικίας. Η δροσιά που έφερνε ήταν ευχάριστη. Η Ευγενία παράγγειλε έναν καφέ–

(«Έχετε Σάρντλιο καφέ;»

«Φυσικά, κυρία.»)

–και μετά επισκέφτηκε για λίγο τις τουαλέτες προτού επιστρέψει στο τραπεζάκι της. Ο σερβιτόρος ήρθε πάλι και άφησε εκεί τον καφέ της μαζί μ’ένα μπολ με τρία κουλουράκια.

Η Ευγενία έστριψε κι άλλο τσιγάρο. Το άναψε. Φύσηξε τον καπνό προς τα πάνω.

Ακόμα κι όταν έμπαινε στο Δεσμωτήριο ως κατάδικος θα υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα, σκέφτηκε, αν και νόμιζε ότι εύκολα θα μπορούσε να ξεπεραστεί. Ήταν, ασφαλώς, το σημάδι στο δεξί της πέλμα. Το σημάδι που είχαν εκεί όλες οι Θυγατέρες της Πόλης, και που ήταν αδύνατον να το αντιγράψει κανείς ως δερματοστιξία. Δηλαδή, μπορούσε να αντιγράψει το σχήμα, βέβαια – τις δύο αλληλοσυνδεόμενες σπείρες που ενώνονταν από μια διάκεντρο – αλλά δεν μπορούσε να το κάνει να φαίνεται ανάγλυφο πάνω στο δέρμα χωρίς να είναι. Ούτε ήταν εύκολο να το κάνει να λαμπυρίζει όπως λαμπύριζε το αληθινό σημάδι. Όταν την έβαζαν στο Δεσμωτήριο, θα της γινόταν, εννοείται, σωματικός έλεγχος· θα την κοίταζαν από πάνω ώς κάτω· δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα έβλεπαν το σημάδι της. Αν ήξεραν για τον μύθο των Θυγατέρων της Πόλης, θα παραξενεύονταν· αλλά κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ήξεραν· επομένως, η Ευγενία θα μπορούσε απλά να πει ότι το σημάδι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια περίεργη δερματοστιξία που της είχε κάνει ένας εξωδιαστασιακός σαμάνος – από τη Σάρντλι ή από τη Φεηνάρκια. Μια τέτοια δικαιολογία χρησιμοποιούσαν πολλές από τις Αδελφές της όταν κάποιος άσχετος τύχαινε να δει το σημάδι τους κι εκείνες ήθελαν να αποκρύψουν την αλήθεια. Το παραμύθι αυτό, βέβαια, δεν θα το πίστευε κανένας που γνώριζε τι ακριβώς ήταν οι Θυγατέρες, ούτε θα το πίστευε κανένας που ήταν πρόθυμος να ψάξει εξονυχιστικά την υπόθεση. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, το πίστευαν. Και μάλλον και οι δεσμοφύλακες του Α’ Δεσμωτηρίου της Παράλληλης Συνοικίας θα το πίστευαν. Αναμφίβολα, θα έλεγχαν το σημάδι με μαγεία και με ανιχνευτικά μηχανήματα, αλλά δεν θα έβρισκαν τίποτα. Το σημάδι των Θυγατέρων δεν εντοπιζόταν έτσι. Το μόνο περίεργο ήταν η εμφάνισή του – ότι γυάλιζε και ότι φαινόταν ανάγλυφο χωρίς, στην αφή, να είναι – και το γεγονός πως δεν μπορούσε να φωτογραφηθεί. Αν το τραβούσες φωτογραφία, δεν παρουσιαζόταν· έβγαινε μόνο το πέλμα της Θυγατέρας, σαν το σημάδι να μην υπήρχε. Ακόμα, όμως, κι αν οι δεσμοφύλακες το φωτογράφιζαν, η Ευγενία θα τους έλεγε ότι δεν έβγαινε στις φωτογραφίες γιατί το είχε κάνει εκείνος ο παράξενος σαμάνος. Και όλοι οι άλλοι έλεγχοί τους θα τους έδειχναν ότι δεν ήταν τίποτα το επικίνδυνο, επομένως θα την έβαζαν στη φυλακή κανονικά. Το πολύ-πολύ να την πρόσεχαν λίγο περισσότερο. Αποκλείεται να προξενείτο πρόβλημα από μια μικρή δερματοστιξία στην πατούσα της.

Πρόβλημα ίσως, μόνο, να παρουσιαζόταν αν κάποιος απ’αυτούς που την έλεγχαν ήξερε για τον μύθο των Θυγατέρων της Πόλης. Αλλά, ακόμα και τότε, εκείνη φυσικά θα αρνείτο ότι ήταν Θυγατέρα. Θα τους έλεγε ότι απορεί πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν τέτοιες μαλακίες. Ούτως ή άλλως, οι περισσότεροι μύθοι που κυκλοφορούσαν για τις Θυγατέρες ήταν εξωφρενικοί και τελείως άσχετοι με την πραγματικότητα. Η Ευγενία είχε διαβάσει σε περιοδικά και σε βιβλία, μέσα στα χρόνια, ότι οι Θυγατέρες της Πόλης ήταν στοιχειά, όχι άνθρωποι· ότι πετούσαν· ότι γίνονταν αόρατες· ότι έπιναν το αίμα ανθρώπων στον ύπνο τους· και άλλες σαχλαμάρες. Κανένας δεσμοφύλακας που δεν ήταν τρελός δεν θα πίστευε πραγματικά ότι ήταν Θυγατέρα της Πόλης. Το πολύ-πολύ να πίστευε ότι ήταν κάποια μαλακισμένη που γούσταρε να κάνει στο πόδι της το σημάδι που υποτίθεται πως είχαν οι Θυγατέρες της Πόλης.

Μάλιστα... σκέφτηκε η Ευγενία πίνοντας μια γουλιά απ’τον καφέ της. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Δεν μπορεί να αποδειχτεί πρόβλημα. Το αληθινό πρόβλημα είναι πώς να μπούμε εκεί μέσα...

Το καζίνο «Η Μικρή Ρελκάμνια» έμοιαζε με την πιο λογική είσοδο προς αυτές τις φυλακές. Αλλά η διαίσθηση της Ευγενίας τής έλεγε ότι αλλού έπρεπε να κοιτάξει. Πού, όμως;

«‘Στο δικαστήριο θα σε στείλω!’ του είπα,» αντήχησε ξαφνικά η φωνή ενός άντρα από ένα διπλανό τραπεζάκι, κι αυτοί που κάθονταν μαζί του γέλασαν και, μετά, τα λόγια όλων τους μπλέχτηκαν με τις υπόλοιπες μουρμούρες της καφετέριας.

Η φράση που είχε ακουστεί καθαρά δεν ήταν τυχαία· η Ευγενία ήταν σίγουρη. Αισθανόταν, όπως και άλλες φορές, σαν να είχε βρεθεί στον σωστό τόπο, στον σωστό χρόνο. Ήταν πολεοτύχη.

Στο δικαστήριο, συλλογίστηκε. Φυσικά! Πώς δεν το είχα σκεφτεί ώς τώρα;

Αλλά ας έπινε τον καφέ της πρώτα. Τα δικαστήρια δεν ήταν ανοιχτά το μεσημέρι.

*

Στη Χορδή υπήρχαν έξι μεγάλα δικαστήρια: τα Πρώτο, Δεύτερο, και Τρίτο Πολιτοδικείο (που εκδίκαζαν απλές υποθέσεις, όπως οικονομικές ή περιουσιακές διενέξεις μεταξύ των πολιτών), τα Πρώτο και Δεύτερο Νομοδικείο (που εκδίκαζαν πιο σοβαρές υποθέσεις, όπως αδικοπραξίες, κλοπές, βανδαλισμούς, και τα λοιπά), και το Αρχοδικείο (που εκδίκαζε τα χειρότερα εγκλήματα, όπως φόνους, βιασμούς, βασανισμούς, διαμελισμούς). Την Ευγενία δεν την ενδιέφεραν τα πρώτα τρία· αμφέβαλλε αν εκεί θα έβρισκε υπόδικους που μπορεί να στέλνονταν στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Τα Νομοδικεία και το Αρχοδικείο ήταν που την ενδιέφεραν. Έπρεπε να μάθει ποιες υποθέσεις εκδικάζονταν τώρα εκεί, και ποιος θα στελνόταν στο Α’ Δεσμωτήριο. Η Πόλη δεν μπορεί να την καθοδηγούσε τυχαία προς αυτή την κατεύθυνση.

Αλλά δεν ήταν απλή υπόθεση να ανακαλύψει ποιος υπόδικος θα στελνόταν στο Α’ Δεσμωτήριο. Δεν ήταν κάτι που μπορούσες να το βρεις στις εφημερίδες ή στο δίκτυο γενικών πληροφοριών των επικοινωνιακών διαύλων της περιοχής. Η Ευγενία έπρεπε να μπει στα δικαστήρια ελπίζοντας ότι με τις ικανότητές της θα κατάφερνε να πάρει την πληροφορία.

Μετά από την καφετέρια, το απόγευμα και την επόμενη ημέρα τα πέρασε αγοράζοντας ρούχα και εξαρτήματα που θα ταίριαζαν σε κάποια σοβαρή δικηγόρο. Επίσης, ήρθε σε επαφή με τους Τυπογράφους για να της φτιάξουν μια ψεύτικη ταυτότητα δικηγόρου. Οι Τυπογράφοι ήταν μια από τις συμμορίες της Χορδής. Τους ονόμαζαν και «οι Τυπογράφοι της Ορδής», καθώς πολλοί έλεγαν τη Χορδή «Ορδή», απλά και μόνο επειδή έμοιαζαν ηχητικά. Η Ευγενία γνώριζε την αρχηγό των Τυπογράφων και τον άντρα της· τους είχε βοηθήσει κατά περίσταση και την είχαν βοηθήσει κι αυτοί. Το ήξεραν πως ήταν Θυγατέρα της Πόλης (και δεν το είχαν διαδώσει πουθενά αλλού, όπως εκείνη τούς είχε ζητήσει) και το θεωρούσαν «γαμάτο, δικιά μου» που ήξεραν έναν «ζωντανό μύθο». Είχαν τυπώσει και, για πλάκα, μια τράπουλα με το σημάδι των Θυγατέρων επάνω, μόνο για εκείνη.

Οι Τυπογράφοι, γενικά, τύπωναν. Τύπωναν παράξενα φυλλάδια, τύπωναν παράνομα έγγραφα, τύπωναν βιβλία από πολύ μυστήριους συγγραφείς, τύπωναν εφημερίδες που εξαφανίζονταν ύστερα από πέντε φύλλα που κυκλοφορούσαν, τύπωναν πελώριες αφίσες που ξαφνικά, μέσα σε μια νύχτα, κάλυπταν όλους τους εξωτερικούς τοίχους μια εικοσαώροφης πολυκατοικίας. Έκαναν δουλειές που ήταν σοβαρές (ή οριακά σοβαρές, τουλάχιστον), έκαναν δουλειές που ήταν εξωφρενικά γελοίες, έκαναν δουλειές που ήταν εξωφρενικές, έκαναν δουλειές οι οποίες ήταν τόσο παράξενες που αναρωτιόσουν μήπως ήταν όλοι τους τρελοί, έκαναν ακόμα και δουλειές που ήταν ουσιαστικά εγκληματικές. Και όλες, φυσικά, είχαν σχέση με το να τυπώνουν. Δεν υπήρχε μέθοδος εκτύπωσης και φωτογραφίας στη Ρελκάμνια που να μην την ξέρουν. Γνώριζαν ακόμα και μεθόδους από άλλες διαστάσεις. Η αρχηγός τους, η Κλόντια – η ΦωτοΚλόντια – ήταν παθιασμένη φωτογράφος, και ο άντρας της, ο Ριχάρδος’σαρ, ήταν μάγος του τάγματος των Ερευνητών, και τον έλεγαν ο ΤυποΜάγος, γιατί όλες του οι μαγείες ήταν εστιασμένες στην τυπογραφία.

Δεν είχαν πρόβλημα να φτιάξουν μια ψεύτικη ταυτότητα δικηγόρου για την Ευγενία. Ήταν απλό γι’αυτούς.

Έτσι, η Ευγενία πήγε το πρωί της μεθεπόμενης ημέρας στο Δεύτερο Νομοδικείο της Χορδής, κατάλληλα ντυμένη και εξοπλισμένη, οδηγώντας το τετράκυκλο όχημά της. Το τελευταίο ήταν νοικιασμένο, και τα μέταλλά του γυάλιζαν, βαμμένα μαύρα. Τα τζάμια του ήταν φιμέ. Οι μεταλλικοί τροχοί του ήταν χαμηλοί και μισοκρυμμένοι πίσω από πλαστικά, όχι ατρακτοειδείς αλλά φτιαγμένοι για ομαλούς δρόμους. Στη Ρελκάμνια, άλλωστε, τα περισσότερα οχήματα έτσι ήταν· μόνο αυτά που πήγαιναν σ’άλλες διαστάσεις είχαν τροχούς για ύπαιθρο. Η Ρελκάμνια ήταν ολόκληρη οικοδομημένη.

Η Ευγενία είχε να αποφασίσει ανάμεσα στο Πρώτο και στο Δεύτερο Νομοδικείο, γιατί στο Αρχοδικείο δεν ήθελε ακόμα να πάει· ήταν για πιο βαριά εγκλήματα. Μην έχοντας καμια ένδειξη προς ποιο απ’τα δύο να κατευθυνθεί, είχε αφήσει τα πολεοσημάδια να την οδηγήσουν, και είχε καταλήξει στο Δεύτερο.

Σταμάτησε το όχημά της σ’έναν δρόμο δίπλα του και βγήκε. Ήταν ντυμένη μ’ένα μαύρο ταγέρ (κοντή φούστα και σακάκι), λευκή μπλούζα από μέσα, γκρίζα καπαρντίνα από έξω· τα πόδια της έντυναν ένα ζευγάρι γκρίζες κάλτσες κι ένα ζευγάρι μαύρα, γυαλιστερά γοβάκια. Τα πράσινα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της – πράγμα που σπάνια έκανε· δεν της άρεσαν οι κότσοι. Τα μάτια της κρύβονταν πίσω από ένα ζευγάρι φιμέ γυαλιά οράσεως (δήθεν οράσεως – στην πραγματικότητα ήταν σκέτα τζάμια). Στο χέρι της κρατούσε έναν χαρτοφύλακα που περιείχε, κυρίως, κάποιες από τις τελευταίες εφημερίδες.

Βάδισε προς την είσοδο του Δεύτερου Νομοδικείου αποφασιστικά, υποδηλώνοντας με τον τρόπο της ότι ήξερε ακριβώς για ποια δουλειά βρισκόταν εδώ. Οι δύο φύλακες στην πύλη ούτε που το διανοήθηκαν να τη σταματήσουν. Γενικά, δεν σταματούσαν παρά ελάχιστους ανθρώπους – αυτούς που φαίνονταν παράξενοι, ύποπτοι. Τους άλλους τούς άφηναν να περνάνε. Δεν υπήρχε ούτε λόγος ούτε χρόνος για να ελέγχονται οι πάντες: ένα σωρό δικηγόροι, μάρτυρες, ερευνητές, γραμματείς, και άλλοι πηγαινοέρχονταν στο Νομοδικείο. Και στο εσωτερικό υπήρχε φύλαξη, άλλωστε. Το χειρότερο μέρος για να επιτεθείς σε κάποιον ήταν εδώ. Αν και, βέβαια, είχε ακουστεί να έχουν γίνει τέτοιες επιθέσεις.

Η Ευγενία είδε αρκετό κόσμο συγκεντρωμένο στις πρώτες αίθουσες, που ήταν για αναμονή, για δημοσιογράφους, και τα λοιπά· κάποια δίκη πρέπει να διεξαγόταν, αλλά η διαίσθησή της της έλεγε πως δεν ήταν η δίκη που την ενδιέφερε. Αφουγκράστηκε μερικά από τα λόγια διάφορων στις πρώτες αίθουσες – πολεοσημάδια όλα τους – και βεβαιώθηκε γι’αυτό. Ο υπόδικος πρέπει να ήταν κάποιος κλέφτης που μάλλον δεν θα στελνόταν στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας.

Η Ευγενία πήγε προς τη Γραμματεία. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και μέσα φαινόταν ένας άντρας να τακτοποιεί όρθιος κάτι φακέλους· η οθόνη μιας κονσόλας ήταν ανοιχτή παραδίπλα.

Η Ευγενία χτύπησε την πόρτα και μπήκε. «Με συγχωρείτε...»

Ο γραμματέας στράφηκε να την κοιτάξει πίσω απ’τα στενά γυαλιά του. Ήταν ένας τύπος με αραιά γκρίζα μαλλιά και κεφάλι σαν αβγό. Δέρμα λευκό-ροζ, κοντοπάχουλος, ντυμένος μ’ένα λευκό πουκάμισο και τιράντες. «Τι θα θέλατε;»

«Είμαι εδώ για την υπόθεση της υπόδικης που προορίζεται για το Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας,» είπε η Ευγενία, μην ξέροντας γιατί ακριβώς είχε πει υπόδικης και όχι υπόδικου. Η Πόλη την καθοδηγούσε προς τον δρόμο όπου ήταν εστιασμένη η θέλησή της.

Ο γραμματέας συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείτε;»

«Μου είπαν να ρωτήσω εσάς. Δεν είστε ο κύριος Ρισλάρφω;» Είχε δει το όνομα στην πόρτα, μαζί μ’άλλα δύο ονόματα. Το ένα ήταν γυναικείο, κι από τα δύο αντρικά η Ευγενία δεν είχε παρά ν’αφήσει ξανά την Πόλη να την καθοδηγήσει για το ποιος ήταν ο άντρας στο γραφείο.

«Ναι. Και σας είπαν να ρωτήσετε εμένα;» Προφανώς είχε μαντέψει σωστά – αν και δεν ήταν μάντεμα· ήταν πολεοτύχη. Ο κύριος Ρισλάρφω, επιπλέον, έμοιαζε κάπως κουρασμένος, μπερδεμένος ίσως, από τους φακέλους που τακτοποιούσε. Καλό αυτό. Κι άλλη πολεοτύχη.

«Υποτίθεται ότι θα μου πείτε πότε γίνεται η δίκη της κυρίας που προορίζεται για το Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας.»

Ο άντρας αναστέναξε. «Νομίζω ότι είναι για μετά από τρεις μέρες,» είπε καθίζοντας στην καρέκλα του. Πληκτρολόγησε στην κονσόλα, κοιτάζοντας την οθόνη. Μετά έστρεψε το βλέμμα του στην Ευγενία, συνοφρυωμένος. «Συγνώμη κιόλας,» είπε, «αλλά γιατί δεν τη ζητήσατε με το όνομά της; Ποια είστε;»

Η Ευγενία χαμογέλασε, αλλά όχι αμήχανα· χαμογέλασε μ’έναν τρόπο που έμοιαζε να λέει Πού να σ’τα λέω; «Μπερδεμένη υπόθεση,» αποκρίθηκε σαν να είχε κουραστεί. «Είμαι δικηγόρος.» Του έδειξε την ταυτότητά της, που ήταν ξαφνικά στο χέρι της.

Ο γραμματέας την κοίταξε χωρίς να την πάρει στο δικό του χέρι. «Μάλιστα,» είπε. «Η δίκη της κυρίας Βερενίκης Κοντόνεφης θα γίνει σε τρεις μέρες. Το απόγευμα, στις έξι και μισή.»

«Σας ευχαριστώ πολύ,» είπε η Ευγενία. «Με βγάλατε από τρομερό μπλέξιμο.»

«Να είστε καλά,» αποκρίθηκε ο γραμματέας, πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ του και βλέποντας τη συμπαθητική δικηγόρο να φεύγει απ’το γραφείο του, λιγάκι παραξενεμένος μαζί της.

Δεν ήταν, βέβαια, η μοναδική φορά που συναντούσε περίεργους και περίεργες εδώ πέρα. Τούτο το Νομοδικείο έμοιαζε να τους μαγνητίζει σαν να τόχε καταραστεί ο ίδιος ο Σκοτοδαίμων! Αυτή η κυρία, τουλάχιστον, είχε πολύ ωραία πόδια, όφειλε να παρατηρήσει.

Κεφάλαιο 4

Βερενίκη Κοντόνεφη.

Τι της θύμιζε αυτό το όνομα; Κάπου δεν το είχε ξανακούσει; Ναι, σίγουρα. Αλλά πού; Στις εφημερίδες;

Αφού, πάντως, το θυμόταν ως όνομα, σήμαινε ότι το έγκλημα πιθανώς να μην ήταν άγνωστο στο ευρύ κοινό. Άρα, μάλλον θα μπορούσε να πάρει περισσότερες πληροφορίες γι’αυτό από τον Τύπο.

Διότι, βέβαια, έπρεπε να έχει περισσότερες πληροφορίες προκειμένου να βάλει το σχέδιό της σε δράση. Δεν γινόταν αλλιώς. Και είχε τρεις μέρες μέχρι να γίνει η δίκη.

Αρκετός χρόνος, νόμιζε η Ευγενία. Παραπάνω από αρκετός.

Επιστρέφοντας στο όχημά της από το Δεύτερο Νομοδικείο, άλλαξε ρούχα πίσω από τα φιμέ τζάμια (ποτέ δεν της άρεσαν τα στενά ταγέρ και άλλες παρόμοιες κυριλέ ενδυμασίες, όπως και δεν της άρεσε να έχει τα μαλλιά της κότσο), και ξεκίνησε την αναζήτησή της στις εφημερίδες της Χορδής. Πήγε στα πρακτορεία Τύπου ζητώντας τις ειδήσεις σχετικά με τη Βερενίκη Κοντόνεφη, σαν να ήξερε ακριβώς τι έψαχνε. Και δεν άργησε να έχει στα χέρια της ό,τι χρειαζόταν.

Το μεσημέρι, καθισμένη μέσα στο όχημά της, μαζί με πρόχειρο φαγητό, διάβαζε για την υπόθεση της κυρίας Κοντόνεφης.

Αυτή η Βερενίκη ήταν το κάτι άλλο. Χρυσό κορίτσι. Ηλικία τριάντα-ενός χρονών. Από αριστοκρατικό Οίκο της πλάκας – δηλαδή, χωρίς λεφτά, όπως και οι περισσότεροι στη Χορδή. Πολιτική ακτιβίστρια εναντίον της τωρινής Πολιτάρχη της Χορδής. Μέλος της πολιτικής ομάδας Λευκά Τάγματα, που (όπως γνώριζε η Ευγενία) φημολογείτο ότι υποστήριζαν ακόμα τη Συμπαντική Παντοκρατορία που κάποτε είχε την έδρα της στη Ρελκάμνια και ήταν εξαπλωμένη σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν. Οι Παντοκρατορικοί είχαν διαλυθεί εδώ και δεκαετίες, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν κάποιοι παλαβοί που θυμόνταν το υποτιθέμενο «μεγαλείο» της Παντοκρατορίας. Τα Λευκά Τάγματα ήταν από αυτούς. Και, σύμφωνα με ό,τι λεγόταν, ευθύνονταν για διάφορους ξυλοδαρμούς, εμπρησμούς, βανδαλισμούς, ακόμα και δολοφονίες.

Η Βερενίκη Κοντόνεφη κατηγορείτο για εμπρησμό και βομβαρδισμό. Κατηγορείτο ότι είχε βάλει βόμβες στην αυλή μιας βίλας όπου, εκείνο το απόγευμα, βρισκόταν ένας σημαντικός σύμβουλος της Πολιτάρχη. Οι βόμβες είχαν εκραγεί διαλύοντας κάμποσα ακριβά οχήματα, προκαλώντας υλικές ζημιές στον κήπο, και πυρπολώντας τα φυτά. Δεν ήταν βέβαιο ότι η Βερενίκη είχε όντως τοποθετήσει τους εκρηκτικούς μηχανισμούς· η ίδια το αρνείτο· κάποιοι πράκτορες της Πολιτάρχη, όμως, την είχαν εντοπίσει στη γύρω περιοχή και την είχαν συλλάβει. Ο μόνος πραγματικός λόγος που δικαζόταν ήταν επειδή ήταν γνωστό πως ήταν μέλος των Λευκών Ταγμάτων, έχοντας κατά καιρούς μιλήσει εναντίον της Πολιτάρχη και πετάξει φυλλάδια μέσα στη συνοικία.

Αν τελικά την καταδίκαζαν στο Νομοδικείο, θα στελνόταν, σύμφωνα με τις πληροφορίες των δημοσιογράφων, στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας.

Η Ευγενία δεν νόμιζε ότι θα είχε πρόβλημα να πραγματοποιήσει το σχέδιό της. Η Βερενίκη ήταν ό,τι ακριβώς της χρειαζόταν. Πολεοτύχη.

Αν και δεν της άρεσε καθόλου που η όλη υπόθεση είχε να κάνει με τα Λευκά Τάγματα. Απεχθανόταν τα Λευκά Τάγματα.

*

Την άλλη μέρα πήγε να επισκεφτεί τη Γιολάντα στη γκαλερί της. Ήταν πρωί και κανένας πελάτης δεν ήταν μέσα. Καθώς η Ευγενία έμπαινε, ένας άλλος έβγαινε μ’έναν τυλιγμένο πίνακα παραμάσκαλα.

Η Γιολάντα ήταν ντυμένη πάλι μ’ένα εντυπωσιακό φόρεμα, όπως και την προηγούμενη φορά. «Ευγενία...» είπε, δείχνοντας λιγάκι ξαφνιασμένη, σα να μην περίμενε ότι πραγματικά θα την ξανάβλεπε.

Η Ευγενία έβγαλε τα σκούρα γυαλιά της και τα έκρυψε στην τσέπη του πανωφοριού της. «Έχεις δέκα λεπτά να μιλήσουμε χωρίς να μας ενοχλήσει κανείς;»

Η Γιολάντα πήγε ώς τη γυάλινη πόρτα της γκαλερί, την έκλεισε, και γύρισε την πινακίδα που έγραφε ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΣ. Πλησίασε πάλι τη Ευγενία. «Πες μου.» Το βλέμμα της ήταν πολύ έντονο.

«Βρήκα τρόπο να τον βοηθήσω.»

«Και τι πρέπει να κάνω εγώ;»

«Τίποτα. Ακόμα. Αλλά ίσως να σε χρειαστώ στο μέλλον.» Είχε την αίσθηση ότι όντως θα τη χρειαζόταν. «Πρέπει να μπορώ να σε καλέσω – σε κάποιον τηλεπικοινωνιακό πομπό, κατά προτίμηση.»

«Εντάξει,» είπε η Γιολάντα. «Αλλά... τι – τι ακριβώς έχεις στο μυαλό σου, Ευγενία; Πώς θα τον σώσεις;»

«Θα μπω κι εγώ στο Δεσμωτήριο.»

«Τι;»

«Και μετά θα δραπετεύσουμε μαζί.»

Τα μάτια της Γιολάντας γούρλωσαν· την κοίταζε σαν να τη θεωρούσε τρελή.

Η Ευγενία γέλασε. «Είμαι ταχυδακτυλουργός, σου θυμίζω.»

«Δε σοβαρολογείς, έτσι;» Το λευκόδερμο πρόσωπο της Γιολάντας είχε χλομιάσει.

«Φυσικά και σοβαρολογώ–»

«Ευγενία, σε παρακαλώ, δε θέλω να τον μπλέξεις σε χειρότερη... χειρότερη...»

«Μην ανησυχείς,» της είπε η Ευγενία, αγγίζοντας σταθερά τον ώμο της. «Θα τον πάρω από εκεί, με τον πιο σύντομο και ακίνδυνο τρόπο.»

Η Γιολάντα ξεροκατάπιε. «Μα τον Κρόνο... τι είν’ αυτά που λες; Το έχεις ξανακάνει; Είσαι...; Εκτός από ταχυδακτυλουργός, τι άλλο είσαι, Ευγενία;»

Η Γιολάντα, μάλλον, περίμενε ότι θα της έλεγε πως ήταν κάποτε κατάσκοπος ή τίποτα παρόμοιο. Η Ευγενία αναρωτήθηκε αν μήπως ένα ψέμα θα την έκανε να αισθανθεί καλύτερα. Αναστέναξε. «Μπορείς να θεωρήσεις ότι... έχω ασχοληθεί με διάφορα στη ζωή μου.»

Η Γιολάντα ξεροκατάπιε πάλι, μοιάζοντας να έχει βεβαιωθεί ότι η Ευγενία πρέπει να ήταν κατάσκοπος, μισθοφόρος, ή κάτι παραπλήσιο παλιότερα – ή και ακόμα.

«Το μόνο που χρειάζομαι από εσένα,» της είπε η Ευγενία, «είναι να ξέρω ότι μπορώ να σε καλέσω. Οποιαδήποτε στιγμή.»

«Από τις φυλακές;»

«Ναι. Και θα φροντίσω, φυσικά, κανείς να μην το καταλάβει. Εννοείται αυτό. Θα υπάρχει κάποιο ρίσκο, βέβαια· γι’αυτό κιόλας σε ρωτάω. Αλλά, σε διαβεβαιώνω, ξέρω τι κάνω. Επομένως: Είσαι πρόθυμη να με βοηθήσεις αν χρειαστεί;»

Η Γιολάντα δίστασε μονάχα μια στιγμή. Ύστερα κατένευσε, λέγοντας: «Ναι.»

«Δώσε μου έναν κώδικα τηλεπικοινωνιακού πομπού. Όχι σταθερού διαύλου· πομπού.»

Η Γιολάντα ένευσε πάλι, και της είπε έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικα. Μετά ρώτησε: «Και πότε...; Πώς θα μπεις στο Δεσμωτήριο; Πότε θα μπεις;»

«Σύντομα.»

«Θα κάνεις κάποιο έγκλημα;»

«Όχι.»

«Τότε, πώς...;»

«Δεν έχει σημασία. Θα μπω, πάντως. Θα είμαι μέσα, ως κατάδικος. Θα βρω τον Νόρενταμπ και θα τον βγάλω από εκεί.»

*

Η Ευγενία επισκέφτηκε ξανά τους Τυπογράφους, και τους ζήτησε να της φτιάξουν τώρα μια άλλη ταυτότητα. Το όνομά της θα ήταν Ρία Ζέριλνηχ. Θα καταγόταν από την Ανοιχτόφραγη – μια συνοικία προς τα δυτικά, καμια πεντακοσαριά χιλιόμετρα απόσταση από τη Χορδή. Κανένας δεν υπήρχε περίπτωση να πάει να κάνει έλεγχο. Η ταυτότητα θα ήταν ταυτότητα Ανοιχτόφραγης, όχι Χορδής, και η Ευγενία είπε στη ΦωτοΚλόντια και στον Ριχάρδο’σαρ πώς ακριβώς έπρεπε να είναι φτιαγμένη. Είχε παλιότερα ταξιδέψει στην Ανοιχτόφραγη· τη γνώριζε αρκετά καλά.

Οι Τυπογράφοι ήταν ενθουσιασμένοι που η Θυγατέρα είχε έρθει ξανά σε επαφή μαζί τους, και δεν άργησαν καθόλου να της φτιάξουν την ταυτότητα όπως την ήθελε. Ως πληρωμή, της ζήτησαν μόνο να τους πει ιστορίες από την παράξενη ζωή της, και η Ευγενία δεν έφερε αντίρρηση. Της άρεσε η παρέα της αρχηγού των Τυπογράφων και του συζύγου της. Ήταν συμπαθητικοί κι οι δυο τους.

*

Το τελευταίο πράγμα που έκανε η Ευγενία προτού πάει στη δίκη ήταν να κουρέψει τα μαλλιά της κοντά και να γεμίσει το χρυσόδερμο σώμα της με διάφορες δερματοστιξίες – στα χέρια, στην πλάτη, στα πόδια, κάτω από το αριστερό μάτι. Καμια από τις δερματοστιξίες, όμως, δεν υποδήλωνε ότι σίγουρα ανήκε στα Λευκά Τάγματα.

Το σώμα των Θυγατέρων της Πόλης μπορούσε εύκολα να αποβάλει τις δερματοστιξίες αργότερα, όταν πια δεν θα τις χρειαζόταν. Θα τραυμάτιζε τον εαυτό της και τα τραύματα θα θεραπεύονταν γρήγορα, από την Πόλη.

Το πρωί της ημέρας που ήταν να γίνει η δίκη, η Ευγενία είπε στην ιδιοκτήτρια της Στολισμένης Τράπουλας ότι θα έφευγε.

«Γιατί τόσο σύντομα;» ρώτησε εκείνη, που ήθελε εδώ τη Χρυσοπράσινη Θαυματοποιό· της έφερνε πελατεία.

«Δυστυχώς, έχω κάποιες άλλες δουλειές. Επείγουσες. Ένας άνθρωπος που αγαπώ πολύ με χρειάζεται.»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε η πανδοχέας, καθώς οι δυο τους κάθονταν σ’ένα τραπεζάκι αργά το βράδυ, μετά από την παράσταση της Ευγενίας, ακούγοντας την ελαφριά μουσική που ερχόταν από τα ηχεία. «Θα προσευχηθώ στον Κρόνο όλα να πάνε καλά για σένα, Ευγενία.»

«Ευχαριστώ,» είπε μόνο εκείνη.

«Θα επιστρέψεις μετά;»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι αρνητικά, σμίγοντας τα χείλη. «Δυστυχώς.»

«Όποτε πάντως θέλεις, το πανδοχείο μου θα είναι ανοιχτό για σένα· να το ξέρεις.»

«Το ξέρω. Είναι από τα πιο φιλόξενα μέρη που έχω βρεθεί.»

Προτού πάνε για ύπνο, η πανδοχέας τής έδωσε την τελευταία πληρωμή της.

Η Ευγενία είδε πολύ παράξενα όνειρα εκείνη τη νύχτα: ανθρώπους με το έμβλημα των Λευκών Ταγμάτων ως δερματοστιξία επάνω τους· ανθρώπους ντυμένους με κατάλευκες στολές, όπως κάποτε ήταν ντυμένοι οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας· φωτιές και ξυλοκοπήματα· συγκεντρώσεις φανατικών και διεστραμμένων μέσα σε υπόγεια και σε κλειστές αυλές.

Την επόμενη μέρα, ετοίμασε κάποια τελευταία πράγματα και προετοιμάστηκε ψυχικά κυρίως ώστε όλες της οι αισθήσεις να είναι πλήρως εστιασμένες στην Πόλη, να μπορεί να διαβάσει κάθε μήνυμά της. Η Πόλη ήταν σαν τον καιρό: αν δεν πρόσεχες ότι από μακριά ερχόταν καταιγίδα, έπεφτες μέσα της· αν δεν καταλάβαινες την κατεύθυνση του ανέμου, δεν ήξερες προς τα πού έπρεπε να πας για να έχεις τη βοήθειά του και προς τα πού θα τον είχες αντίπαλό σου.

Στις έξι το απόγευμα, μισή ώρα πριν από τη δίκη, η Ευγενία πήγε στο Δεύτερο Νομοδικείο της Χορδής, ντυμένη τελείως διαφορετικά από την προηγούμενη φορά και μασώντας μαστίχα. Κατά πάσα πιθανότητα, κανείς δεν θα την αναγνώριζε. Στις πρώτες αίθουσες είδε συγκεντρωμένο αρκετό κόσμο: ανάμεσα του και δημοσιογράφους, καθώς και μέλη των Λευκών Ταγμάτων. Δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τους τελευταίους έτσι όπως όλοι τους φορούσαν κατάλευκα ρούχα και ήταν συσπειρωμένοι σαν συμμορία έτοιμη να ορμήσει. Οι φύλακες του δικαστηρίου, παρατήρησε η Ευγενία, ήταν σε πλήρη ετοιμότητα. Και παντού μπορούσε να διακρίνει τρομερή ένταση· ήταν σαν ο ίδιος ο χώρος, το ίδιο το οικοδόμημα, να αισθανόταν αφόρητο το βάρος της συγκεντρωμένης ψυχικής ενέργειας όλων αυτών των ανθρώπων. Αλλά τα πολεοσημάδια τής έλεγαν πως τα Λευκά Τάγματα δεν είχαν σκοπό να επιτεθούν.

Η Βερενίκη Κοντόνεφη βρισκόταν επίσης εδώ, και μιλούσε με έναν άντρα που ήταν ο δικηγόρος της (η Ευγενία δεν αμφέβαλλε καθόλου γι’αυτό). Κοντά της ήταν άλλοι τρεις – δύο άντρες, μία γυναίκα – όλοι τους λευκοντυμένοι. Τα Λευκά Τάγματα ήθελαν να δημιουργήσουν ένα κλίμα τρομερής απειλής μέσα στο δικαστήριο, για να εκβιάσουν εμμέσως την απόφαση των δικαστών· η Ευγενία το διάβαζε στις στάσεις τους, στις κινήσεις τους, στα βλέμματά τους. Οι φύλακες του δικαστηρίου ήταν πολύ νευρικοί.

Στην Ευγενία κανείς δεν έδινε σημασία· είχε περάσει τελείως απαρατήρητη μέσα στην τεταμένη ατμόσφαιρα.

Στις έξι και τέταρτο, μια από τις εσωτερικές αίθουσες του Νομοδικείου άνοιξε, και πολλοί από όσους βρίσκονταν στις πρώτες αίθουσες πέρασαν εκεί – συμπεριλαμβανομένης της Βερενίκης, του δικηγόρου της, όλων των λευκοντυμένων «αγριανθρώπων», και της Ευγενίας. Η βαβούρα ήταν μεγάλη. Ομιλίες από παντού. Η Ευγενία διαισθανόταν ότι τα πάντα κυλούσαν ομαλά. Το σχέδιό της θα προσαρμοζόταν χωρίς κανένα πρόβλημα στις περιστάσεις που διαμορφωνόταν εδώ.

Στις έξι και μισή ακριβώς, η δίφυλλη πόρτα της αίθουσας έκλεισε – ενώ οι φύλακες γύρω-γύρω ήταν πολλοί – και οι δικαστές μπήκαν, από μια άλλη, μικρότερη πόρτα, για να καθίσουν στα έδρανά τους. Ένας απ’αυτούς πάτησε ένα κουμπί κάνοντας ένα κουδούνι να αντηχήσει. «Η συνεδρίασις άρχεται!» είπε δυνατά. Ήταν ένας ξερακιανός άντρας χωρίς καθόλου μαλλιά, τουλάχιστον πενήντα χρονών. Το δέρμα του ήταν γαλανό. Η ενδυμασία του επίσημη.

Οι πάντες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους.

Η ιέρεια του Κρόνου που είχε έρθει μαζί με τους δικαστές είπε: «Το δικαστήριο συνεδριάζει ενώπιων των οφθαλμών του Υπερχρόνιου Άρχοντος Κρόνου και των ανθρώπων. Ο Ζερκάλδης, Ιερός Υιός του Υπερχρόνιου Άρχοντός μας, Επαΐων της Γραφής, καταγράφει κάθε κίνηση και κάθε λόγο που πραγματοποιείται εντός ετούτης της αίθουσας. Κανένα ψέμα και καμια απάτη δεν μένει άγνωστη.»

Και ύστερα όλοι κάθισαν ξανά.

Ο γαλανόδερμος δικαστής είπε: «Ας ακούσουμε το κατηγορητήριο.»

Και το άκουσαν, διαδικαστικά αλλά προσεχτικά. Μια δικηγόρος μίλησε για τη βομβιστική επίθεση και τα λοιπά, όπως τα είχε διαβάσει η Ευγενία, όμως με λίγο περισσότερες λεπτομέρειες.

«Ας ακούσουμε την υπεράσπιση,» είπε ο γαλανόδερμος δικαστής.

Ο δικηγόρος της Βερενίκης Κοντόνεφης σηκώθηκε από τη θέση του και εξήγησε γιατί ήταν παράλογο και αβάσιμο να κατηγορείται η κυρία Κοντόνεφη για την επίθεση, αποκαλώντας μάλιστα σε κάποιο σημείο «παρανοϊκές» τις κατηγορίες–

«Ένσταση!» διαμαρτυρήθηκε η δικηγόρος του κατηγορητηρίου.

«Δεκτή,» είπε ο γαλανόδερμος δικαστής. Και προς τον δικηγόρο της Κοντόνεφης: «Παρακαλώ, κύριε, όχι χαρακτηρισμοί. Μιλήστε μας μόνο με στοιχεία.»

«Αυτό ακριβώς κάνω, κύριε δικαστά,» αποκρίθηκε εκείνος, και συνέχισε την αγόρευσή του.

Όταν τελείωσε, η Ευγενία σηκώθηκε όρθια και είπε: «Κύριοι δικαστές, πρέπει να παρέμβω.»

Άπαντες στράφηκαν στο μέρος της, παραξενεμένοι, σαν ένα ποντίκι να είχε ξαφνικά ορθωθεί στα δύο πισινά πόδια και να είχε μιλήσει από κάποια γωνία της αίθουσας.

«Η Βερενίκη Κοντόνεφη δεν ευθύνεται γι’αυτό που την κατηγορούν,» συνέχισε η Ευγενία. «Δε μπορώ ν’αφήσω κάποια άλλη να φυλακιστεί αντί για εμένα.»

Φασαρία αμέσως μέσα στην αίθουσα. Σαματάς. Σαν κεραυνός να είχε πέσει.

Ο δικαστής χτύπησε το κουδούνι ξανά και ξανά και ξανά. «Ησυχία, παρακαλώ! Ησυχία! Ησυχία!» Και όταν ησυχία επικράτησε, είπε στην Ευγενία: «Ελάτε μπροστά, κυρία μου. Ελάτε μπροστά.»

Η Ευγενία πέρασε ανάμεσα από τα έδρανα για να σταθεί ενώπιον των δικαστών. «Το ορκίζομαι στον Κρόνο,» είπε, «δεν ευθύνεται άλλη εκτός από εμένα. Δε μπορώ ν’αφήσω άλλη να φυλακιστεί για εμένα.»

Πολλοί άρχισαν να μουρμουρίζουν

Ο γαλανόδερμος δικαστής χτύπησε το κουδούνι. «Ησυχία, παρακαλώ! Ησυχία. Πρέπει να ακούσουμε την κυρία.» Και προς την Ευγενία: «Πώς ονομάζεστε;»

«Ρία Ζέριλνηχ. Κατάγομαι από την Ανοιχτόφραγη. Βρίσκομαι στη Χορδή τα τελευταία τρία χρόνια. Η οικονομική μου κατάσταση δεν είναι καλή. Με πλήρωσαν για να τοποθετήσω τις βόμβες στην αυλή της βίλας, και το έκανα. Μετά τα λεφτά κλάπηκαν. Με κορόιδεψαν.»

«Ποιοι σας πλήρωσαν;»

«Δε γνωρίζω τα ονόματά τους.»

«Ήταν μέλη των Λευκών Ταγμάτων;»

Φωνές ξαφνικά από τα μέλη των Λευκών Ταγμάτων: άγριες φωνές, απειλές.

«Σας παρακαλώ!» φώναξε ο δικαστής, χτυπώντας ξανά το κουδούνι. «Σας παρακαλώ, πρέπει να ρωτήσω!»

«Αυτή είναι δουλειά του ανακριτή, ρε, όχι δική σου!» γκάριξε κάποιος.

«Κύριε, αν δεν ησυχάσετε, θα ζητήσω να σας απομακρύνουν από την αίθουσα. Σας παρακαλώ!»

Και όταν ησυχία έπεσε ξανά, ο δικαστής ρώτησε την Ευγενία: «Ήταν μέλη των Λευκών Ταγμάτων, κυρία μου;»

«Δεν γνωρίζω.»

«Τι σας κάνει σήμερα να έρχεστε εδώ για να παραδεχτείτε την πράξη σας;»

Από τα έδρανα κάποιος φώναξε: «Αυτή είναι δουλειά του ανακριτή, ρε!»

«Ησυχία, κύριε, σας ζήτησα! Θέλετε να σας διώξω;»

Η Ευγενία είπε: «Δεν μπορούσα ν’αφήσω κάποια άλλη να πληρώσει για εκείνο που έκανα εγώ. Αισθανόμουν άσχημα.» Και κατέβασε το βλέμμα, μασώντας νευρικά τη μαστίχα που είχε στο στόμα της.

Τα πολεοσημάδια γύρω της της έλεγαν πως όλα πήγαιναν καλά. Όλα σύμφωνα με το σχέδιό της.

Ο δικαστής είπε: «Η συνεδρίασις λύεται για σήμερα, λόγω απροόπτου. Η κυρία Ζέριλνηχ– Ζέριλνηχ, δεν είπαμε πως σας λένε;»

«Μάλιστα, κύριε δικαστά.»

«Η κυρία Ζέριλνηχ θα οδηγηθεί στο κρατητήριο. Η κυρία Κοντόνεφη δεν θα ελευθερωθεί ακόμα–»

«Γιατί, ρε;» φώναξε κάποιος από τα μέλη των Λευκών Ταγμάτων. «Αφού η γυναίκα σού λέει ότι εκείνη–!»

«Βγάλτε τον έξω, παρακαλώ! Βγάλτε τον έξω!»

Οι φύλακες της αίθουσας δραστηριοποιήθηκαν.

«Νομίζεις ότι αυτό θα ξεχαστεί, ρε; Νομίζεις ότι θα ξεχαστεί;» φώναξε ο άντρας καθώς τον τραβούσαν έξω από την αίθουσα.

«Η κυρία Ζέριλνηχ θα μιλήσει αύριο με ανακριτή της πολιτείας,» δήλωσε ο δικαστής.

Κεφάλαιο 5

Το κελί της ήταν ένα κλουβί, ουσιαστικά. Ένα δωμάτιο με πέτρινο τοίχο στην πίσω μεριά και κάγκελα γύρω-γύρω. Δίπλα του υπήρχαν κι άλλα παρόμοια κλουβιά που μοιράζονταν καγκελωτούς τοίχους.

Ο φύλακας ώθησε την Ευγενία μέσα από την ανοιχτή πόρτα και μετά την έκλεισε και την κλείδωσε. «Θα σου φέρουμε φαγητό και νερό σε λίγο,» της είπε. «Μην κάνεις φασαρία.»

Εκείνη δεν γύρισε να τον αντικρίσει. «Είμαι ήσυχη, γενικά,» αποκρίθηκε ενώ κοίταζε το εσωτερικό του κελιού. Όλα τα πολεοσημάδια που έβλεπε εκεί τής έλεγαν ότι το μέρος παρακολουθείτο. Οι σκιές έμοιαζαν με μάτια.

Από τον πέτρινο τοίχο κρεμόταν, με αλυσίδες, ένα κρεβάτι. Η Ευγενία κάθισε επάνω του, στρέφοντας το βλέμμα της προς τα έξω, προσπαθώντας να καταλάβει ποιος την παρακολουθούσε ή από πού την παρακολουθούσαν. Δεν είδε, όμως, κανέναν. Ο φύλακας που την είχε φέρει εδώ είχε φύγει, και κανείς άλλος δεν ήταν τριγύρω. Τα πολεοσημάδια, ωστόσο, εξακολουθούσαν να της μιλάνε για εντατική παρακολούθηση.

Μία εξήγηση μπορεί μόνο να υπήρχε. Είχαν κάποιον κρυμμένο τηλεοπτικό πομπό στον διάδρομο έξω από τα κελιά.

Η Ευγενία γνώριζε μερικά ξόρκια· οι Θυγατέρες της Πόλης, παρότι δεν ήταν ουσιαστικά μάγισσες όπως τις εννοούσαν τα μαγικά τάγματα, μπορούσαν να μάθουν μαγεία με κάποια προσπάθεια: η Πόλη τις βοηθούσε. Τώρα, όμως, η Ευγενία δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει μαγεία, γιατί θα την έβλεπαν να διαγράφει μαγικά σύμβολα με τα χέρια της και να μουρμουρίζει λόγια και θα καταλάβαιναν ότι ήταν «μάγισσα» – πράγμα που ήθελε να κρατήσει κρυφό, και εδώ και στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας όπου θα την έστελναν.

Δεν γνώριζε, βέβαια, το Ξόρκι Τηλεοπτικής Ανιχνεύσεως που εντόπιζε τηλεοπτικούς πομπούς, έτσι δεν θα μπορούσε να βρει άμεσα την κρυμμένη συσκευή παρακολούθησης ούτως ή άλλως. Γνώριζε το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, που εντόπιζε διάφορες μορφές ενέργειας – τις καταλάβαινες εγκεφαλικά αφού είχες αρθρώσει τα κατάλληλα λόγια και φέρει τον εαυτό σου στη σωστή νοητική κατάσταση. Χρησιμοποιώντας το, η Ευγενία θα μπορούσε, ίσως, να βρει πού ήταν κάποια μικρή συσκευή εδώ γύρω η οποία αντλούσε ενέργεια για να λειτουργεί – κι αυτή η συσκευή, μάλλον, θα ήταν ο τηλεοπτικός πομπός.

Δεν έκανε τίποτα, όμως· έμεινε καθισμένη στο κρεβάτι, βάζοντας επάνω το ένα της πόδι με το γόνατο σηκωμένο, κι ακούμπησε τα χέρια της σταυρωτά στο γόνατό της. Προσπάθησε, επίσης, να έχει μια θλιμμένη όψη, γιατί, αφού την παρακολουθούσαν, ήταν βασικό να μην καταλάβουν ότι έκανε κάποια απάτη. Η Ευγενία δεν ήταν και τόσο καλή στο να αλλοιώνει την όψη της (άλλες Αδελφές της ήταν πολύ καλύτερες· η Κορίνα, για παράδειγμα, ήταν δασκάλα όλων τους σε τέτοια ζητήματα – αλλά και τελείως καριόλα, επίσης), όμως ούτε και τόσο κακή ήταν.

Μετά από λίγο, ένας φύλακας έφερε μια γυναίκα στον διάδρομο του κρατητηρίου. Ήταν μετρίου αναστήματος με δέρμα κατάμαυρο και μαλλιά κόκκινα, μακριά ώς τους ώμους. Η Βερενίκη Κοντόνεφη. Ο φύλακας την ώθησε μέσα στο κελί πλάι σ’αυτό της Ευγενίας και της είπε να μην κάνει φασαρία· φαγητό και νερό θα της έφερναν σύντομα.

«Να πας να γαμηθείς, γαμιόλη!» αποκρίθηκε η Βερενίκη.

Ο φύλακας την αγνόησε, φεύγοντας.

Η Βερενίκη κλότσησε τα κάγκελα. Ύστερα έριξε μια ματιά τριγύρω. Πρόσεξε την Ευγενία και τα μάτια της στένεψαν. Βάδισε προς το βάθος του κελιού και, αναστενάζοντας, κάθισε στο κρεβάτι κι εκείνη, κοντά στα κάγκελα που μοιραζόταν με την Ευγενία.

Η Ευγενία την κοίταζε μόνο με τις άκριες των ματιών της. Όλα τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν ότι σύντομα η Βερενίκη θα της μιλούσε. Η Ευγενία έκανε την αδιάφορη.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και η Βερενίκη τής είπε: «Ε, ψιτ! Έλα προς τα δω. Έλα πιο κοντά.»

Η Ευγενία έστρεψε το κεφάλι της για να την αντικρίσει. «Γιατί;»

«Θέλω να σου πω. Έλα πιο κοντά!»

Η Ευγενία ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν καθόλου τυχαίο που τις είχαν βάλει δίπλα-δίπλα στο κρατητήριο. Ήθελαν να τις παρακολουθούν, να δουν τι θα έκαναν, τι θα έλεγαν. Αναμφίβολα ο τηλεοπτικός πομπός που έπαιρνε κινούμενη εικόνα από δω μέσα έπαιρνε και ήχο.

Η Ευγενία, χωρίς να σηκωθεί απ’το κρεβάτι της, γλίστρησε προς τα δεξιά – προς τα κάγκελα που τη χώριζαν από το κελί της Βερενίκης. «Τι;» ρώτησε.

«Τι ρόλο βαράς εσύ; Ποιος σ’έστειλε;»

«Δεν ήθελα κάποια άλλη να τιμωρηθεί γι’αυτό που έκανα εγώ. Αλλά μη νομίζεις ότι είμαι με τα Λευκά Τάγματα που υπηρετείς! Καταλαβαίνεις;» Περνώντας το χέρι της μέσα από τα κάγκελα, την άρπαξε από το πέτο και την τράβηξε προς τη μεριά της, ξαφνιάζοντάς την. «Καταλαβαίνεις;» Και της ψιθύρισε έντονα στο αφτί: «Σκάσε. Μας παρακολουθούν. Μας παρακολουθούν.» Και πιο δυνατά: «Καταλαβαίνεις;»

«Εντάξει, σε καταλαβαίνω!» αποκρίθηκε η Βερενίκη, σπρώχνοντάς την για να ελευθερωθεί απ’τη λαβή της. «Κάνε ό,τι νομίζεις. Τα Λευκά Τάγματα είναι η μόνη πολιτική ομάδα με σωστές ιδέες σ’αυτή την κωλοσυνοικία!»

«Άμα δε σ’αρέσει η συνοικία, φύγε,» της είπε η Ευγενία.

Τα μάτια της Βερενίκης γυάλισαν. «Εσύ να φύγεις!»

«Εγώ δεν πρόκειται να κάτσω εδώ, ούτως ή άλλως,» μόρφασε η Ευγενία.

Και δεν ξαναμίλησαν.

Μετά από κανένα μισάωρο, μια φύλακας τούς έφερε το δείπνο τους, περνώντας έναν δίσκο κάτω από το στενό άνοιγμα της πόρτας του κάθε κελιού.

Το φαγητό ήταν φριχτό, φυσικά, αλλά η Ευγενία έφαγε μερικές μπουκιές και ήπιε και λίγο νερό. Ακόμα και το νερό ήταν άσχημο. Δεν ήξερε πώς το κατάφερναν αυτό. Κατουρούσαν μέσα; Τα πολεοσημάδια δεν τα αποκάλυπταν όλα, ακόμα και στις Θυγατέρες της Πόλης.

Η Βερενίκη δεν άγγιξε καν τον δίσκο που της είχαν φέρει. Αλλά άρχισε να καπνίζει σαν φουγάρο και, σύντομα, πρόσφερε τσιγάρο και στην Ευγενία.

«Ευχαριστώ,» είπε εκείνη, παίρνοντάς το κι αφήνοντάς την να της το ανάψει.

*

Η νύχτα πέρασε σκατίσια. Η Βερενίκη δεν μπορούσε να κλείσει μάτι· κάθε τρεις και λίγο έβριζε το σημερινό καθεστώς και την Πολιτάρχη της Χορδής και διάφορους αριστοκράτες, πολιτικούς, αστυνομικούς, και ιερωμένους. Δεν έλεγε, η μαλακισμένη, ν’αφήσει την Ευγενία σε ησυχία για να κοιμηθεί. Το κατάμαυρο δέρμα της και τα κόκκινα μαλλιά της την έκαναν να μοιάζει με φλεγόμενη σκιά μέσα στο σκοτεινό κρατητήριο: ένα φάντασμα της νύχτας που δεν βρίσκει ανάπαυση με τίποτα. Εννοείται πως δεν ξάπλωσε ούτε στιγμή στο κρεβάτι της· όλο πέρα-δώθε έκανε μες στο κελί. Η Ευγενία, αντιθέτως, ήταν ξαπλωμένη – κουλουριασμένη – πάνω στο δικό της κρεβάτι, παριστάνοντας τη θλιμμένη που σύντομα θα την έστελναν στη φυλακή.

Στο μυαλό της ήταν ο Ρίκερελ. Τον αγαπούσε πολύ, παρότι γνώριζε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να ζήσει μόνιμα μαζί του. Για εκείνον, όλη αυτή η ταλαιπωρία άξιζε τον κόπο. Εξάλλου, ως Θυγατέρα της Πόλης, η Ευγενία είχε περάσει από διάφορες περίεργες καταστάσεις· δεν τρόμαζε τόσο εύκολα.

Το πρωί, ήρθαν δύο φύλακες – ένας άντρας και μια γυναίκα – και την πήραν από το κελί της.

«Εμένα εδώ θα μ’αφήσετε;» τους φώναξε η Βερενίκη. «Για πόσο ακόμα; Δεν έχω κάνει κανένα έγκλημα – ήταν όλα απάτη! Γαμώ τις μάνες σας – καθάρματα!»

Την αγνόησαν τελείως, φυσικά.

Οι δύο φύλακες οδήγησαν την Ευγενία σ’ένα άλλο δωμάτιο, με τραπέζι κι έναν άντρα καθισμένο πίσω του. Δέρμα κατάλευκο σαν πανί· μαλλιά μαύρα, γυαλιστερά, και καλοχτενισμένα· πρόσωπο φρεσκοξυρισμένο· μάτια γκρίζα, διαπεραστικά· ντυμένος με γαλανό πουκάμισο.

«Η κυρία Ρία Ζέριλνηχ;»

«Ναι.»

«Κάθισε,» της είπε, δείχνοντας φιλικά την καρέκλα αντίκρυ στη δική του. «Έχεις ταυτότητα;»

Η Ευγενία κάθισε, έβγαλε την ταυτότητα απ’τη μικρή τσάντα της, και του την έδωσε.

Εκείνος την κοίταξε ερευνητικά. «Δεν είσαι από εδώ,» παρατήρησε.

«Από την Ανοιχτόφραγη κατάγομαι.»

Ο άντρας έριξε την ταυτότητα πάνω στο τραπέζι, αδιάφορα. Η Ευγενία την ξανάβαλε στην τσάντα της.

«Ο ανακριτής είμαι, όπως θα έχεις καταλάβει,» της είπε εκείνος. «Το όνομά μου είναι Πολ.» Εξακολουθούσε να μιλά αρκετά φιλικά.

Η Ευγενία τον περίμενε να συνεχίσει. Τα πολεοσημάδια τής έλεγαν ότι κι αυτό το δωμάτιο βρισκόταν υπό έντονη παρακολούθηση. Οι σκιές παντού τής θύμιζαν μάτια. Αλλά δεν πρέπει να ήταν μόνο μάτια που την παρακολουθούσαν· το καταλάβαινε. Πρέπει να χρησιμοποιούν και ανιχνευτική μαγεία. Δεν είχε σημασία· δεν πρόκειται να έβρισκαν τίποτα.

Ο Πολ είπε: «Πώς αποφάσισες να ομολογήσεις;»

«Δεν ήθελα κάποια άλλη να υποφέρει αντί για εμένα.» Δεν της ήταν δύσκολο να έχει θλιμμένη όψη τώρα· είχε περάσει μια πολύ θλιβερή νύχτα μαζί με τη Βερενίκη Κοντόνεφη. Η Πόλη την είχε βοηθήσει χωρίς εκείνη να το αντιλαμβάνεται.

«Σε νοιάζει τόσο πολύ για την κυρία Κοντόνεφη;»

«Δεν είναι το θέμα η Κοντόνεφη. Το θέμα είναι ότι δεν είναι σωστό.»

«Λίγοι άνθρωποι είναι τόσο... ευαίσθητοι.»

Με υποπτεύεται. Η Ευγενία ανασήκωσε τους ώμους, αμίλητα.

Ο Πολ τη ρώτησε: «Ποιος σε πλήρωσε για να βάλεις τις βόμβες;»

Η Ευγενία τού είπε ότι είχε μιλήσει με δύο άντρες και μια γυναίκα. Τους περιέγραψε κιόλας, με μεγάλη αληθοφάνεια, αν και ήταν βγαλμένοι από τη φαντασία της. «Δε μου είπαν τα ονόματά τους.»

«Είδες επάνω τους το σύμβολο των Λευκών Ταγμάτων;»

Η Ευγενία είπε πως δεν είχε δει τίποτα τέτοιο. Δεν ήξερε αν ανήκαν στα Λευκά Τάγματα ή όχι.

«Γιατί δέχτηκες να κάνεις μια τόσο επικίνδυνη δουλειά;»

«Μου είπαν ότι δεν θα σκοτώνονταν άνθρωποι!» αποκρίθηκε με εσκεμμένη ένταση. Ήθελε να δώσει την εντύπωση ότι ήταν, κατά βάθος, κορίτσι με καλή καρδιά.

«Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ ότι ήταν μια δουλειά επικίνδυνη για εσένα.»

«Δεν είχα λεφτά, κύριε Πολ. Τι να έκανα;» Του εξήγησε ότι είχε πρόβλημα να εξασφαλίσει εργασία, ότι είχε μπλέξει με κάτι συμμορίες, ότι, βασικά, πεινούσε.

Ο Πολ, τελικά, της είπε: «Αν τα Λευκά Τάγματα σ’έχουν πληρώσει για να πεις ψέματα προκειμένου να γλιτώσει η Κοντόνεφη, να ξέρεις ότι δεν θα είναι καθόλου απλό να βγεις από το Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Δεν είναι καμια από εκείνες τις φυλακές όπου οι φρουροί δωροδοκούνται εύκολα.»

Η Ευγενία αποκρίθηκε: «Δε μ’έχουν πληρώσει τα Λευκά Τάγματα, κύριε Πολ. Σας λέω την αλήθεια. Δεν μπορούσα ν’αφήσω μια άλλη γυναίκα να φυλακιστεί για κάτι που έκανα εγώ.»

Ο Πολ ακόμα δεν έμοιαζε πεπεισμένος, αλλά είπε: «Δεν έχουμε κάτι άλλο να συζητήσουμε. Θα παραπεμφθείς σύντομα σε δίκη.» Και πρόσταξε τους φρουρούς να την πάρουν από εδώ.

Η Ευγενία σηκώθηκε από τη θέση της και τη συνόδεψαν πάλι στο κρατητήριο, κλειδώνοντάς την στο κελί της.

Η Βερενίκη την κοίταξε ερωτηματικά. Εκείνη δεν της μίλησε· ξάπλωσε στο κρεβάτι της, πλαγιαστά, με τα γόνατα υψωμένα και αγκαλιασμένα. Δεν έπρεπε να δείχνει χαρούμενη· έπρεπε να δείχνει φοβισμένη.

Οι φύλακες επέστρεψαν ύστερα από καμια ώρα και τώρα ξεκλείδωσαν το κελί της Βερενίκης και την πήραν μαζί τους.

«Μπορώ επιτέλους να φύγω;» είπε εκείνη.

«Προχωρήστε, κυρία, παρακαλώ. Προχωρήστε!»

*

Η Ευγενία πέρασε ολόκληρη την ημέρα στο κρατητήριο, τρώγοντας ελάχιστα κι εξακολουθώντας να παριστάνει τη θλιμμένη. Σε κάποια στιγμή έφεραν και δύο άλλους άντρες εκεί, αλλά τους έκλεισαν σε κελιά που ήταν μακριά από το δικό της. Τη νύχτα (έβλεπε ότι ήταν νύχτα από το ρολόι της κι από το καγκελωτό παραθυράκι που υπήρχε στον διάδρομο) τον έναν από τους δύο τον έπιασε υστερική κρίση· χτυπιόταν και μιλούσε σε μια ακατανόητη γλώσσα, αφρίζοντας. Ήρθαν και τον πήραν άρον-άρον.

Η Ευγενία μπορούσε να διακρίνει την επίδραση ενός στοιχειακού πνεύματος της Ρελκάμνια σε ό,τι είχε συμβεί στον άντρα. Το διαισθανόταν μέσα στο κελί του· το διαισθανόταν με τα μάτια της.

Αργότερα, όταν η νύχτα είχε βαθύνει περισσότερο, το πνεύμα ήρθε προς το κελί της Ευγενίας. Εκείνη είχε κοιμηθεί, αλλά τα βλέφαρά της αμέσως άνοιξαν, προειδοποιημένη από ένα παράξενο όνειρο: ότι ένα φίδι την πλησίαζε για να την τσιμπήσει. Τα μάτια της διέκριναν το στοιχειακό ως μια ψυχική ροή ανάμεσα στις σκιές του κρατητηρίου.

Η Ευγενία έβγαλε απ’τον λαιμό της ένα γρύλισμα σαν γάτας.

Το στοιχειακό εξαφανίστηκε, τρομαγμένο.

«Ε!» φώναξε ο άλλος κρατούμενος. «Τι έκαν’ έτσι; Είναι κανείς εκεί; Γίνεται κάτι;»

«Μια γάτα απέξω,» του είπε η Ευγενία, δυνατά, για να την ακούσει· απείχαν αρκετά τα κελιά τους. «Κοιμήσου, ρε φίλε. Μη με φρικάρεις νυχτιάτικα.»

«Γαμώ την πουτάνα μου γαμώ την πουτάνα μου...» τον άκουσε να μουρμουρίζει, και μετά η μυρωδιά τσιγάρου ήρθε στα ρουθούνια της.

Την άλλη μέρα, πήγαν την Ευγενία στο δικαστήριο. Φυσικά, δεν είχε λεφτά για να προσλάβει δικηγόρο – ή, τουλάχιστον, η Ρία Ζέριλνηχ δεν είχε – έτσι η πολιτεία τής ανέθεσε μια δικηγόρο.

Ήταν μια κοπέλα που πρέπει να είχε μόλις τελειώσει τη δικηγορική σχολή: πορφυρόδερμη, μαυρομάλλα, πολύ όμορφη, με λεπτά γυαλιά με αργυρό σκελετό, κομψά ντυμένη. «Θα κάνω ό,τι μπορώ για σένα,» είπε στην Ευγενία, ενώ οι δυο τους βρίσκονταν σ’ένα μικρό δωμάτιο του δικαστηρίου προκειμένου να συζητήσουν. «Καταλαβαίνω ότι η οικονομική σου κατάσταση ήταν που σε οδήγησε στο έγκλημα, και θα το καταλάβουν και οι δικαστές επίσης. Επιπλέον, το γεγονός ότι ήρθες οικειοθελώς να ομολογ–»

«Μη μπαίνεις στον κόπο. Είμαι εδώ για να φυλακιστώ.» Η Ευγενία ήταν βέβαιη ότι τώρα κανείς δεν τις παρακολουθούσε· το δωμάτιο ήταν ασφαλές. Όλες οι σκιές τής έμοιαζαν με κλειστά, κοιμισμένα μάτια.

Η δικηγόρος, που ονομαζόταν Τζούλια, συνοφρυώθηκε. «Τι;...» έκανε μπερδεμένα. «Όχι, μη νομίζεις ότι είσαι καταδικασμένη από τώρα. Υπάρχουν περιπτώσεις που–»

Η Ευγενία τής έπιασε τον καρπό, όχι πολύ δυνατά αλλά σταθερά. «Άκουσέ με, Τζούλια,» της είπε, γιατί διαισθανόταν ότι ήταν όντως καλή δικηγόρος, παρότι μικρή, και θα πάλευε μ’όλες της τις δυνάμεις για να τη σώσει. «Θέλω να φυλακιστώ. Σου μιλάω πολύ σοβαρά.»

Η Τζούλια την ατένιζε με μισάνοιχτα χείλη. «Δε... δε σε καταλαβαίνω... Μα τον Κρόνο – γιατί; Γιατί να θέλεις...;»

«Έχω τους λόγους μου,» είπε μόνο η Ευγενία. Και πρόσθεσε, χαμηλόφωνα: «Κοίτα τι είναι μες στη δεξιά τσέπη του σακακιού σου. Διακριτικά.»

Η Τζούλια κοίταξε, και τα μάτια της γούρλωσαν πίσω απ’τα γυαλιά της καθώς είδε τη δεσμίδα με τα χαρτονομίσματα που η Ευγενία είχε γλιστρήσει εκεί χωρίς η δικηγόρος να το πάρει είδηση. Ήταν ταχυδακτυλουργός, κι αυτό δεν ήταν παρά ένα από τα πιο απλά της κόλπα. Τα λεφτά τα είχε κρυμμένα μες στα ρούχα της ώς τώρα, γνωρίζοντας ότι κάπου θα της χρειάζονταν – το διαισθανόταν, από προτού έρθει να διακόψει τη δίκη της Κοντόνεφης.

Η Τζούλια είπε: «Τι... τι ακριβώς συμβαίνει μαζί σου, Ρία;»

«Έχω βάλει στοίχημα με κάποιον. Κι αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται να ξέρεις. Έχεις παράπονο με την πληρωμή σου; Είναι τρεις χιλιάδες δεκάδια.»

Η Τζούλια ξεροκατάπιε. Δεν ήταν και λίγα λεφτά για μια αρχάρια δικηγόρο. «Όχι, δεν... δεν είναι αυτό... Απλά...» Χαμογέλασε αμήχανα. «Συνήθως με καλούν επειδή δεν θέλουν να πάνε φυλακή.»

«Εγώ θέλω,» τη διαβεβαίωσε η Ευγενία. «Και θα το εκτιμούσα αν δεν έλεγες σε κανέναν τίποτα γι’αυτό.»

«Εννοείται. Εγώ θα μπλέξω χειρότερα από σένα, αν πω.»

Η Ευγενία ένευσε. «Είμαστε σύμφωνες, λοιπόν;» Της έδωσε το χέρι πάνω από το τραπέζι.

Η Τζούλια χαμογέλασε λοξά. «Σύμφωνες,» αποκρίθηκε καθώς έσφιγγε το χέρι της Ευγενίας. Και μετά, μεταξύ αστείου και σοβαρού: «Υπόσχεσαι να μη μου βουτήξεις τα λεφτά προτού απομακρυνθούμε, έτσι;»

Η Ευγενία γέλασε. «Βάλ’ τα μες στο ντεκολτέ σου,» είπε. «Για να είσαι σίγουρη.»

Τα πορφυρόδερμα μάγουλα της Τζούλιας σκούρυναν λιγάκι.

*

Η δίκη πήγε κατά το αναμενόμενο. Η Τζούλια δεν έκανε έκδηλες ανοησίες, μα δεν είπε και πολλά πράγματα που μπορούσαν να βοηθήσουν την Ευγενία να γλιτώσει τη φυλάκιση. Όχι πως αυτό ήταν και τόσο πιθανό, απ’ό,τι καταλάβαινε η ίδια. Οι βόμβες που υποτίθεται πως είχε τοποθετήσει δεν ήταν απλή υπόθεση. Είχαν γίνει πολλές καταστροφές· και, παρότι δεν είχαν σκοτωθεί άνθρωποι, θα μπορούσαν να είχαν σκοτωθεί. Η Ευγενία το είχε, ωστόσο, θεωρήσει ασφαλέστερο να δωροδοκήσει τη δικηγόρο ώστε αυτή η δίκη να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Ο Ρίκερελ χρειαζόταν βοήθεια, κι όλα τούτα την καθυστερούσαν απ’το να πάει να πάρει τον Νόρενταμπ από το Δεσμωτήριο και να κατευθυνθεί προς τη Νερ Έρντεραγ.

Όταν η συνεδρίαση έληξε, η απόφαση πάρθηκε· δεν θα γινόταν άλλη συνεδρίαση. Οι δικαστές δεν έμοιαζαν να επιθυμούν να ερευνήσουν την υπόθεση περισσότερο, και, από τα πολεοσημάδια που έβλεπε, η Ευγενία νόμιζε πως αυτό ίσως να προερχόταν από κάποιο φόβο τους. Δεν ήθελε μόνο εκείνη να τελειώνει με τούτη την υπόθεση: και οι δικαστές το ίδιο ήθελαν. Πιθανώς να φοβόνταν τα Λευκά Τάγματα. Πιθανώς να ήταν ανακουφισμένοι που, αντί για την Κοντόνεφη, θα καταδίκαζαν κάποια άγνωστη η οποία είχε ομολογήσει. Ήταν ακίνδυνο να την καταδικάσουν. Ακίνδυνο για τον εαυτό τους. Πράγμα που δεν ίσχυε με τη Βερενίκη. Μπορεί να δέχονταν αντίποινα από τα Λευκά Τάγματα, που είχαν πολύ κακή φήμη.

Τα πάντα με οδηγούν ομαλά προς το Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας, σκέφτηκε η Ευγενία. Είχε βρει το σωστό πολεορρεύμα και το ακολουθούσε. Σύντομα θα έφτανε στον σκοπό της!

Οι δικαστές αγόρευσαν την ποινή της: Φυλάκιση τριών χρόνων στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας.

Τρία χρόνια ήταν υπεραρκετά για να βρει τον Νόρενταμπ και να δραπετεύσει μαζί του. Βασικά, αν έκανε τρία χρόνια, είχε καταστραφεί· ποιος ξέρει τι μπορεί να είχε εν τω μεταξύ συμβεί στον Ρίκερελ; Η Ευγενία σχεδίαζε να σώσει τον φυλακισμένο τζογαδόρο μέσα σε μερικές ημέρες. Ο συνδυασμός των ικανοτήτων της – οι δυνάμεις της ως Θυγατέρα της Πόλης, τα ξόρκια που ήξερε, και η ταχυδακτυλουργίες της – πίστευε ότι θα αποδεικνυόταν επαρκής για να πραγματοποιήσει την απόδραση.

Κεφάλαιο 6

Μετά τη δίκη, την κράτησαν πάλι στο κρατητήριο, και την επομένη την έβγαλαν από εκεί και την έβαλαν σ’ένα μεγάλο, ψηλό όχημα με τέσσερις τροχούς. Η πίσω μεριά του είχε μόνο δύο στενά, καγκελωτά παράθυρα, κι εκεί ώθησαν οι φύλακες την Ευγενία. Φορούσε ακόμα τα κανονικά της ρούχα, αλλά την τσάντα της της την είχαν πάρει και την είχαν ψάξει σωματικά από πάνω ώς κάτω, μήπως έκρυβε τίποτα ύποπτο.

Μαζί της στο όχημα μπήκε και μια φύλακας, κι άλλος ένας φύλακας βρισκόταν ήδη εκεί, καθισμένος αντίκρυ. Στα χέρια του ήταν ένα μεταλλικό ρόπαλο που έμοιαζε ενεργειακό· ένα χτύπημα απ’αυτό πιθανώς να μούδιαζε ολόκληρο το σώμα σου.

Πέρα από την Ευγενία, μέσα στο όχημα ήταν τέσσερις ακόμα κατάδικοι – γυναίκες από τη Χορδή που τα πολεοσημάδια γύρω τους μαρτυρούσαν άσχημα πράγματα, πιέζοντας την ψυχή της Ευγενίας. Όλες τους είχαν χειροπέδες στους καρπούς, όπως κι εκείνη – εκτός από μία. Αυτή η γυναίκα – γαλανόδερμη και ξανθιά – φορούσε φίμωτρο και τα χέρια της ήταν δεμένα με συρματόσχοινα έτσι ώστε να ακινητοποιούνται τα δάχτυλά της. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Πρέπει να αισθανόταν πνιγμένη. Η Ευγενία μπορούσε να υποθέσει μόνο ότι ήταν μάγισσα και οι φύλακες φοβόνταν πως ίσως να έκανε κάποιο ξόρκι, γι’αυτό την είχαν «ασφαλίσει» όσο πιο καλά μπορούσαν.

«Κάτσε κάτω,» είπε η φύλακας που είχε μπει μαζί με την Ευγενία, σπρώχνοντάς την στην πλάτη.

Η Ευγενία κάθισε πλάι σε μια γυναίκα με κατάμαυρο δέρμα, ξυρισμένο κεφάλι, και φανερά μυώδη χέρια. Της φαινόταν μακράν πιο επικίνδυνη από τη μάγισσα, αλλά ήταν πολύ πιο χαλαρά δεμένη.

Η ατμόσφαιρα εδώ μέσα έκανε την Ευγενία να θέλει να ξεράσει· πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Πόλη με καθοδηγεί, θύμισε στον εαυτό της.

«Οδηγέ!» φώναξε ο φύλακας με το μεταλλικό ρόπαλο. «Ξεκινάμε!»

Το όχημα μπήκε σε κίνηση. Οι μηχανές του μούγκριζαν, οι τροχοί του γρύλιζαν πάνω στο πλακόστρωτο των δρόμων. Από το στενόμακρο, καγκελωτό παραθυράκι αντίκρυ στην Ευγενία ελάχιστα πράγματα φαίνονταν.

«Η διαδρομή είναι πάνω από πεντέμισι ώρες,» είπε ο φύλακας με το μεταλλικό ρόπαλο. «Θα είστε σιωπηλές και ακίνητες καθ’όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Θα κάνουμε μία στάση ενδιάμεσα για τις φυσικές σας ανάγκες. Αν κάποια θέλει να πιει νερό, μόνο τότε να μιλήσει.»

Η μάγισσα μούγκρισε πίσω από το φίμωτρό της.

«Σκασμός, είπα!» γκάριξε ο φύλακας και χτύπησε το μεταλλικό ρόπαλο του στο τοίχωμα του οχήματος.

Η μάγισσα έκλαιγε διπλωμένη τώρα, σκούζοντας.

Η Ευγενία δεν μπορούσε να τη βλέπει. Προσπάθησε να καταπνίξει την παρόρμηση να ορμήσει στους φύλακες, ξέροντας ότι αυτό θα ήταν τελείως ηλίθιο και άσκοπο συγχρόνως.

Η φύλακας άρπαξε τη μάγισσα από τα ξανθά της μαλλιά, τραβώντας το κεφάλι της πίσω. «Ησυχία, είπαμε! Έχουν τίποτα τ’αφτιά σου; Ε; Ησυχία! Προτιμάς να σε ρίξουμε σε ύπνο;»

Η μάγισσα έπαιρνε βαθιές ανάσες, μοιάζοντας ούτως ή άλλως στα πρόθυρα της λιποθυμίας.

Η Ευγενία ξεροκατάπιε. Καριόλα, σκέφτηκε λοξοκοιτάζοντας τη φύλακα. Δίπλα της ένιωθε – διαισθανόταν – την κατάμαυρη γυναίκα τσιτωμένη, στα όρια να ορμήσει σαν άγριο θηρίο. Αλλά κι εκείνη μάλλον καταλάβαινε ότι αυτό θα ήταν ηλίθιο και άσκοπο συγχρόνως. Έμεινε ακίνητη και σιωπηλή.

Η μάγισσα ησύχασε ύστερα από κάποια ώρα. Έμοιαζε να βρίσκεται συνεχώς μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Τα μάτια της μια άνοιγαν, μια έκλειναν, και φαινόταν να έχουν αλληθωρίσει.

Ευτυχώς δεν ξέρουν ότι κι εγώ είμαι «μάγισσα», σκέφτηκε η Ευγενία. Μπορούσε, αν ήθελε, να χρησιμοποιήσει ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος για να ανοίξει τις χειροπέδες της. Αλλά η μαγεία δεν της ήταν καν απαραίτητη. Γνώριζε το είδος των χειροπεδών που της είχαν φορέσει· τις είχε χρησιμοποιήσει στις ταχυδακτυλουργίες της. Δεν ήταν δύσκολο να τις ξεφορτωθείς. Αν τις χτυπούσες με συγκεκριμένο τρόπο, οι κλειδαριές άνοιγαν. Η Ευγενία μπορούσε, επίσης, να χαλαρώσει αρκετά τα χέρια της ώστε να γλιστρήσουν έξω από τους μεταλλικούς κρίκους. Το βασικό ήταν να φύγει από τη μέση το κόκαλο του αντίχειρα. Ήταν λιγάκι επώδυνο, αλλά γινόταν.

Το να βγάλεις παρόμοια δεσμά από τα πόδια σου ήταν πολύ πιο δύσκολο.

Όλα αυτά, όμως, τώρα της ήταν άχρηστα βέβαια. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να περιμένει. Η Πόλη την οδηγούσε στον προορισμό της.

*

Στις τρεις ώρες σταμάτησαν και τις ρώτησαν αν ήθελε καμια να κατουρήσει. Η Ευγενία και άλλες δύο βγήκαν – η κατάμαυρη τύπισσα και μια άλλη που ήταν μονόφθαλμη και είχε στο λαιμό της μια δερματοστιξία με έμβλημα των Λευκών Ταγμάτων. Η μάγισσα και μία ακόμα έμειναν μέσα. Η μάγισσα πρέπει πλέον να βρισκόταν σε μια ημιονειρική κατάσταση, νόμιζε η Ευγενία· δεν πρέπει να πολυκαταλάβαινε τι γινόταν.

Το μέρος όπου είχαν σταματήσει ήταν ένας ενεργειακός σταθμός τον οποίο η Ευγενία αναγνώριζε. Βρισκόταν πλάι στη μεγάλη λεωφόρο που οδηγούσε προς το Εμπορικό Κέντρο της Χορδής, την Παράλληλη Οδό, η οποία αποτελούσε σύνορο ανάμεσα στη Χορδή και στην Παράλληλη Συνοικία. Οι φύλακες συνόδεψαν τις καταδίκους ώς τις τουαλέτες αλλά δεν τους έλυσαν τα χέρια· ήταν δεμένα μπροστά τους και μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν.

«Τελειώνετε γρήγορα,» τους είπε ο άντρας με το μεταλλικό ρόπαλο. «Αν καμια κάνει παραπάνω από δέκα λεπτά, θα τη βγάλω έξω.»

Η Ευγενία κατούρησε και βγήκε πρώτη. Η μονόφθαλμη γυναίκα βγήκε μετά από εκείνη. Η κατάμαυρη τύπισσα καθυστερούσε.

Ο φύλακας χτύπησε την πόρτα της τουαλέτας της με το ρόπαλό του. «Τελείωνε, ε!»

Καμια απάντηση.

Ο φύλακας περίμενε λίγο ακόμα και μετά άνοιξε την πόρτα.

Η κατάμαυρη γυναίκα τον περίμενε κι έκανε να τον κλοτσήσει· εκείνος άρπαξε το πόδι της και την πέταξε κάτω. Τα υπόλοιπα η Ευγενία δεν μπορούσε να τα δει καλά μέσα στον στενό χώρο της τουαλέτας αλλά άκουσε μια δυνατή κραυγή από την κατάμαυρη γυναίκα, και μετά ησυχία.

Εν τω μεταξύ, η άλλη φύλακας έλεγε: «Μην κάνει καμια από σας καμια μαλακία!» Και κρατούσε πιστόλι στο χέρι.

Ο φύλακας με το μεταλλικό ρόπαλο έβγαλε τη μαυρόδερμη γυναίκα από την τουαλέτα τραβώντας την από το χέρι ενώ εκείνη ήταν λιπόθυμη. Πρέπει να την είχε χτυπήσει με την ενεργειακή λειτουργία του όπλου του.

«Πάμε πίσω!» μούγκρισε, τσαντισμένος. «Πάμε πίσω!» Και συνέχισε να σέρνει την κατάμαυρη γυναίκα σαν κομμάτι κρέας ώς το ψηλό όχημα. Ήταν, καταφανώς, δυνατός.

Όταν όλες τους βρίσκονταν μέσα, την έδεσε χειροπόδαρα – με τα χέρια πίσω από την πλάτη τώρα – και τη φίμωσε ενώ εκείνη ήταν ακόμα λιπόθυμη. «Τη βλέπετε;» είπε στις άλλες. «Αν καμια σας κάνει παρόμοια μαλακία να μας επιτεθεί, έτσι θα καταλήξει!»

«Και χειρότερα!» πρόσθεσε η άλλη φύλακας, κλοτσώντας τη δεμένη κατάμαυρη γυναίκα στα πλευρά. Εκείνη δεν ανάκτησε τις αισθήσεις της.

Η μάγισσα έκλαιγε ξανά πίσω από το φίμωτρό της.

«ΣΚΑΣΜΟΣ!» γκάριξε ο φύλακας, κοπανώντας το μεταλλικό του ρόπαλο πάνω στο τοίχωμα του οχήματος. Και μετά: «Οδηγέ! Ξεκινάμε!»

Καθώς ταξίδευαν μέσα στην Παράλληλη Συνοικία, η κατάμαυρη γυναίκα ξύπνησε, ξαπλωμένη στο πάτωμα, κι άρχισε να σφαδάζει και να μουγκρίζει.

«Σκασμός εσύ!» της είπε η φύλακας και την κλότσησε ξανά στα πλευρά. «Σκασμός, μαλακισμένη!» Ακόμα μια κλοτσιά. «Κάτσε ήσυχα! Ήσυχα!»

Τα μάτια της κατάμαυρης γυναίκας είχαν γίνει κατακόκκινα· έμοιαζε να θέλει να τους σκοτώσει όλους – με τα δόντια της. Δάγκωνε το φίμωτρο μανιασμένα. Αλλά έπαψε να σπαρταρά και να μουγκρίζει.

Δυόμισι ώρες ταξίδι ακόμα, και η Ευγενία είχε την αίσθηση ότι ήταν μια μικρή αιωνιότητα. Ο χώρος ήταν ασφυκτικός· βρομούσε ιδρώτα και φόβο. Και το θέαμα της μισοτρελαμένης μάγισσας τής έσφιγγε την καρδιά. Θύμιζε, κάθε τόσο, στον εαυτό της ότι βρισκόταν εδώ επειδή έπρεπε να σώσει τον Νόρενταμπ που θα τη βοηθούσε να βοηθήσει τον Ρίκερελ. Η Πόλη την καθοδηγούσε. Η Πόλη την καθοδηγούσε.

Το όχημα σταμάτησε, τελικά, κάπου και άνθρωποι ακούστηκαν να μιλάνε απέξω.

«Φτάσατε στο νέο σας σπίτι, μαλακισμένες,» είπε ο φύλακας. «Εσύ,» έδειξε την κατάμαυρη με το ρόπαλό του, «δεν θα περάσεις καλά.»

Το όχημα κινήθηκε ξανά, μπαίνοντας μάλλον στον περίβολο του Α’ Δεσμωτηρίου της Παράλληλης Συνοικίας, υπέθετε η Ευγενία απ’αυτά που κατάφερνε να δει έξω απ’το στενόμακρο παραθυράκι.

Οι τροχοί δεν άργησαν πάλι να σταματήσουν· η φύλακας άνοιξε την πόρτα και πήδησε έξω. «Βγείτε!» πρόσταξε, και οι γυναίκες κατέβηκαν από το όχημα, η μία μετά την άλλη. Εκτός από την κατάμαυρη, που ήταν ακόμα δεμένη χειροπόδαρα.

«Εσύ θα πας τελευταία,» της είπε ο φύλακας, και της έριξε ένα γερό χτύπημα στον ώμο με το ραβδί του – ένα χτύπημα που πρέπει να πόνεσε πολύ, αν έκρινε η Ευγενία από τη φιμωμένη κραυγή της δεμένης γυναίκας. «Θα σου έχουν ειδική μεταχείριση εσένα.»

Γύρω από το όχημα είχαν ήδη συγκεντρωθεί φύλακες διαφορετικά ντυμένοι απ’αυτούς που είχαν συνοδέψει τις καταδίκους. Επάνω στις στολές τους υπήρχε ένα σύμβολο: δύο οριζόντιες παράλληλες γραμμές και δύο κάθετες παράλληλες γραμμές που διασταυρώνονταν.

Η φύλακας έδωσε σ’έναν απ’αυτούς κάτι χαρτιά, λέγοντας: «Από τη Χορδή τις φέρνουμε.»

Ο άντρας κοίταξε τα έγγραφα. «Μάλιστα.» Ύστερα κοίταξε τις καταδίκους. «Άλλη μία δεν θάπρεπε να είναι εδώ;»

«Την έχουμε μέσα. Πήγε να δραπετεύσει. Να τη φροντίσετε ανάλογα.»

«Μην ανησυχείς· ξέρουμε τη δουλειά μας.» Ήταν ψηλός, λιγνός, και νευρώδης· κατάλευκος στο δέρμα, με κατάξανθα μαλλιά και στενά μαβιά μάτια· σαγόνι μυτερό σαν καρφί· αφτιά σχεδόν αόρατα· μύτη γαμψή, απειλητική.

Ένας άλλος φύλακας ήρθε από τη μπροστινή μεριά του οχήματος – κάποιος που η Ευγενία δεν είχε ξαναδεί. Κρατούσε στο χέρι του έναν μεγάλο σάκο. «Εδώ είναι τα πράγματά τους,» είπε.

Ο κατάλευκος αρχηγός των δεσμοφυλάκων τού έκανε νόημα να παραδώσει τον σάκο σ’έναν άλλο, κι εκείνος υπάκουσε.

«Μπορείτε να πηγαίνετε,» είπε ο κατάλευκος αρχηγός στους ανθρώπους της Χορδής, «αφού φέρετε έξω και την άλλη.»

Ο φύλακας με το ρόπαλο την έβγαλε σηκωτή από το όχημα και την άφησε κάτω, στα χαλίκια.

Ο κατάλευκος αρχηγός μόρφασε, λιγάκι ειρωνικά. «Ιδιαίτερη περιποίηση...» σχολίασε.

Ο φύλακας με το ρόπαλο δεν του μίλησε. Εκείνος και οι άλλοι δύο επέστρεψαν στο ψηλό όχημα, του οποίου οι τροχοί μπήκαν σε κίνηση ξανά και κατευθύνθηκε προς την πύλη του περίβολου, που απείχε αρκετά από εδώ, παρατήρησε η Ευγενία. Γύρω στα εκατό μέτρα, υπολόγιζε την απόσταση.

Η μάγισσα έκλαιγε πάλι και έσκουζε πίσω από το φίμωτρό της.

Ο κατάλευκος αρχηγός τής έλυσε το φίμωτρο. «Γιατί σ’έχουν έτσι δεμένη εσένα; Είσαι μάγισσα;»

Εκείνη δεν μπορούσε να μιλήσει αμέσως. Τελικά κατόρθωσε να πει, πνιχτά, αδύναμα: «...ναι...»

Ο κατάλευκος αρχηγός την ξαναφίμωσε. «Πάρτε τες μέσα,» πρόσταξε.

*

Τις πήγαν σ’έναν πέτρινο θάλαμο και τις έλυσαν όλες. Ακόμα και τη μάγισσα. Ακόμα και τη μαυρόδερμη γυναίκα. Άδειασαν, μετά, τον σάκο με τα πράγματά τους μπροστά τους και τους ζήτησαν να πουν ποια ανήκαν στην καθεμία. Εκείνες υπάκουσαν.

Ο κατάλευκος αρχηγός είπε: «Τα προσωπικά σας αντικείμενα θα τα κρατήσουμε εμείς και θα σας τα παραδώσουμε όταν εκτίσετε την ποινή σας. Βγάλτε και τα ρούχα σας· θα τα πάρουμε κι αυτά.»

Οι γυναίκες τα έβγαλαν. Η μάγισσα έτρεμε· με το ζόρι τα κατάφερε.

Ο κατάλευκος αρχηγός είπε στην Ευγενία: «Μ’αρέσουν τα σχέδια που έχεις.» Αναφερόταν, φυσικά, στις δερματοστιξίες που είχε κάνει πάνω στο σώμα της προτού παρουσιαστεί στο δικαστήριο.

Η Ευγενία δεν του μίλησε. Εκείνος τής έκλεισε το μάτι.

Ύστερα, άρχισαν να τις βάζουν τη μία μετά την άλλη σ’ένα άλλο δωμάτιο. Πρώτη μπήκε η μάγισσα, μοιάζοντας τρομοκρατημένη. Και δεν βγήκε, αλλά σε κάποια στιγμή κάλεσαν την επόμενη. Ο κατάλευκος αρχηγός έκανε νόημα στη μαυρόδερμη γυναίκα να πάει, κι εκείνη πήγε. Ούτε αυτή βγήκε, κι όταν κάλεσαν την επόμενη ο αρχηγός έστειλε μέσα τη μονόφθαλμη με τη δερματοστιξία των Λευκών Ταγμάτων. Δεν ήταν η μόνη δερματοστιξία που είχε επάνω της, μα τα δικά της σχέδια ο αρχηγός δεν τα είχε σχολιάσει.

Την Ευγενία την κράτησε για το τέλος. Μάλλον του άρεσε να τη βλέπει. Εκείνη τον αγνοούσε.

«Γιατί σ’έστειλαν εσένα εδώ;» τη ρώτησε.

«Δε γράφουν τα χαρτιά;»

«Το παίζεις έξυπνη, ε;» Τη χτύπησε με το χέρι του στο δεξί κωλομέρι. Κανένας από τους άλλους φύλακες που βρίσκονταν εδώ δεν έδωσε σημασία.

Η Ευγενία δεν μίλησε, ούτε κινήθηκε από τη θέση της.

«Το όνομά μου είναι Φένιλρηχ,» της είπε ο άντρας. «Λοχίας Ιβάν Φένιλρηχ. Θα τα ξαναπούμε, αν θέλεις.» Και μετά την έστειλε στο άλλο δωμάτιο.

Όπως η Ευγενία περίμενε, οι υπόλοιπες είχαν φύγει από διαφορετική πόρτα. Ο χώρος ήταν για καταγραφή δεδομένων, και, εκτός από την Ευγενία, βρίσκονταν εδώ δύο γυναίκες φύλακες και δύο άλλες γυναίκες – η μία καθισμένη πίσω από μια κονσόλα με οθόνη, η δεύτερη όρθια. Γύρω-γύρω υπήρχαν διάφορα μηχανήματα και έπιπλα με ντουλάπια και συρτάρια.

«Η τελευταία είσαι;» ρώτησε η γυναίκα πίσω από την κονσόλα.

«Ναι,» είπε η Ευγενία.

Η γυναίκα τής ζήτησε τα στοιχεία της – όλα της τα στοιχεία – αν και είχε δίπλα της την ταυτότητα της Ευγενίας – της Ρία Ζέριλνηχ, δηλαδή. Όταν αυτή η διαδικασία τελείωσε, η άλλη γυναίκα, που στεκόταν παραδίπλα, ζήτησε από την Ευγενία να πλησιάσει διάφορα μηχανήματα για να μετρηθεί το ύψος της, το βάρος της, και τα λοιπά. Τυπικά θέματα. Και την κοίταξε, επίσης, από πάνω ώς κάτω. Αναπόφευκτα είδε και το σημάδι στο δεξί της πέλμα.

«Τι μαλακία είν’ αυτή;» είπε. «Πού το έκανες αυτό;»

«Ένας εξωδιαστασιακός σαμάνος μού το έκανε. Από τη Σάρντλι,» αποκρίθηκε η Ευγενία ενώ στεκόταν με το δεξί της πόδι υψωμένο προς τα πίσω.

Η γυναίκα μουρμούρισε παράξενα λόγια και διέγραψε σύμβολα με τα δάχτυλά της – μάγισσα, λοιπόν. Τα μάτια της για λίγο ήταν σαν να κοίταζαν σε κάποιον άλλο χώρο. Η Ευγενία κατάλαβε τι έκανε: Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως – το οποίο ήξερε και η ίδια.

«Δε φαίνεται ενεργειακό,» είπε τελικά η μάγισσα, κι άγγιξε το πέλμα της Ευγενίας με το γαντοφορεμένο χέρι της. «Μοιάζει ανάγλυφο χωρίς να είναι. Περίεργο.»

Η Ευγενία ήταν σιωπηλή.

Η μάγισσα έκανε άλλο ένα ξόρκι το οποίο εκείνη δεν αναγνώριζε αυτή τη φορά. Νόμιζε, όμως, πως πρέπει να ήταν βιοσκοπικής φύσης. Η γυναίκα μάλλον ήταν του τάγματος των Βιοσκόπων. Λογικό, άλλωστε, για να την έχουν εδώ.

Όταν τελείωσε τη μαγική έρευνά της, είπε: «Κατέβασε το πόδι σου. Σήκωσε το άλλο. Έχεις κι εκεί σημάδι;»

«Όχι.» Η Ευγενία ύψωσε το αριστερό της πέλμα.

«Εντάξει. Λοιπόν. Πήγαινε εκεί και μείνε ακίνητη.» Έδειξε μια γωνία του δωματίου που ήταν βαθιά μες στον τοίχο.

Η Ευγενία προχώρησε ώς εκεί και είδε από πάνω της έναν μεταλλικό δίσκο με τρύπες. Ντους.

Η γυναίκα που καθόταν πίσω απ’την κονσόλα πάτησε ένα κουμπί και κρύο νερό έλουσε την Ευγενία. Αλλά όχι μόνο νερό. Ήταν βέβαιη πως κάτι είχε μέσα. Μύριζε περίεργα. Κάποια απολυμαντική ουσία, πιθανώς. Έτσουζε τα μάτια της.

Η γυναίκα πίσω απ’την κονσόλα πάτησε ξανά ένα κουμπί και η ροή του νερού διακόπηκε.

«Σκουπίσου,» είπε στην Ευγενία η Βιοσκόπος, κρατώντας μια πετσέτα προς το μέρος της.

Η Ευγενία βγήκε από το ντους, ξεπαγιασμένη, και σκουπίστηκε πρόχειρα. Μια φύλακας πλησίασε και της έδωσε μια στολή και παπούτσια.

«Ντύσου,» την πρόσταξε η μάγισσα, και η Ευγενία φόρεσε τη στολή που ήταν, ουσιαστικά, ένας χιτώνας που έφτανε ώς τα γόνατα. Χρώματος γκρι. Τα παπούτσια ήταν πάνινα με ελαστική σόλα.

«Το μεσημεριανό δεν το πρόλαβες,» την πληροφόρησε η μάγισσα.

Καταστραφήκαμε, σκέφτηκε ειρωνικά η Ευγενία χωρίς να χαμογελά.

«Αλλά θα πάρεις βραδινό μετά από κάποιες ώρες,» συνέχισε η μάγισσα. «Οι φύλακες θα σε οδηγήσουν τώρα στο κελί σου. Να είσαι φρόνιμη αν θες να περάσεις καλά.»

*

Το κελί της ήταν σε μια πτέρυγα γεμάτη κελιά. Κοιτάζοντας έξω από τα κάγκελα, η Ευγενία μπορούσε να δει όχι μόνο τα κελιά απέναντί της και δίπλα της αλλά και τα κελιά από πάνω της και από κάτω της. Για να φτάσει στο κελί της έπρεπε ν’ανεβεί μια σκάλα λαξεμένη στον πέτρινο τοίχο, με πολύ στενά και επικίνδυνα σκαλιά.

Από δεξιά κι αριστερά τα κελιά δεν είχαν καμία επαφή· μονάχα πέτρινοι τοίχοι υπήρχαν. Τα κάγκελα ήταν μπροστά: μια καγκελωτή πόρτα η οποία άνοιγε κι έκλεινε αυτόματα. Δεν είχε κλειδαριά. Ο μηχανισμός της ήταν συνδεδεμένος με μια κονσόλα στο ισόγειο του διαδρόμου των κελιών. Ήταν αδύνατον ν’ανοίξεις αυτή την πόρτα με Ξόρκι Ξεκλειδώματος, ή με κανέναν άλλο τρόπο διάρρηξης κλειδαριάς.

Στο εσωτερικό του κελιού υπήρχαν επίσης κάτι καλώδια που παραξένεψαν την Ευγενία. Διέτρεχαν το πέτρινο πάτωμα, τους τοίχους, και το ταβάνι, κι επάνω τους, σε ίσες αποστάσεις, ήταν σημεία που γυάλιζαν: μικρά κρυσταλλικά κομμάτια. Σε τι μπορεί να χρησίμευαν; Αργότερα, η Ευγενία έμαθε ότι από αυτά τα κρυσταλλικά κομμάτια εκτοξεύονταν ενεργειακά κύματα που χτυπούσαν όποιον κρατούμενο ήταν απείθαρχος και αρνείτο, για παράδειγμα, να βγει από το κελί του. Οι δεσμοφύλακες δεν θα ανέβαιναν για να τον κατεβάσουν· θα τον έκαναν να μη θέλει να είναι μέσα.

Πέρα από τα παράξενα καλώδια, στο ταβάνι υπήρχε ενσωματωμένος ένας τηλεοπτικός πομπός. Το γυάλινο μάτι του ατένιζε ψυχρά την Ευγενία, η οποία σκέφτηκε: Αποκλείεται οι φύλακες να παρακολουθούν όλα τα κελιά συγχρόνως. Πρέπει να εστιάζουν κατά περίσταση. Ωστόσο, δεν ήξερες πότε ήταν η δική σου σειρά...

Ένα κρεβάτι βρισκόταν στο βάθος του κελιού, καθώς και μια μικρή ενεργειακή λάμπα που ένα καλώδιο τη συνέδεε με τον τοίχο. Παραδίπλα ήταν ένας απόπατος και μια βρύση.

Η Ευγενία έστρεψε πάλι το βλέμμα της έξω απ’το κελί της, στα πολλά άλλα κελιά που φαίνονταν από πάνω κι από κάτω. Όλα τους περιείχαν γυναίκες, φυσικά. Οι άντρες ήταν σε διαφορετική πτέρυγα.

Αισθάνθηκε απόγνωση προς στιγμή. Πώς θα έβρισκε τον Νόρενταμπ μέσα σ’ένα τέτοιο τερατώδες κατασκεύασμα; Πώς θα δραπέτευε;

Καταπολέμησε τον πανικό που απειλούσε να την καταλάβει. Η Πόλη θα με καθοδηγήσει.

Αλλά όλα τα πολεοσημάδια που διέκρινε γύρω της ήταν τρομαχτικά, σαν η σκηνή να είχε βγει από παραισθησιακό εφιάλτη...

Κεφάλαιο 7

Καθόταν στο κελί της και περίμενε, συνειδητοποιώντας ολοένα και περισσότερο ότι αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο μέρος. Σε μια στιγμή διέκρινε ένα στοιχειακό πνεύμα να την παρατηρεί ανάμεσα από τις σκιές των κάγκελων και μετά να φεύγει. Περίεργοι, αόρατοι μπανιστιρτζήδες των φυλακών.

Ύστερα από κάποια ώρα, η καγκελωτή πόρτα του κελιού της άνοιξε. Και όχι μόνο του δικού της κελιού. Όλες οι πόρτες όλων των κελιών στον διάδρομο άνοιξαν συγχρόνως. Ο θόρυβος ήταν το κάτι άλλο: μέταλλα πάνω σε μέταλλα – μια δεσμωτηριακή συγχορδία.

Η Ευγενία είδε τις άλλες φυλακισμένες να πιάνονται από τις πέτρινες σκάλες που ήταν λαξεμένες στους τοίχους και να κατεβαίνουν. Μάλλον ήταν η ώρα για κάποιου είδους έξοδο. Δίχως καθυστέρηση, τις μιμήθηκε. Έφτασε στο έδαφος του μακρύ διαδρόμου, κι από ένα κελί δίπλα της είδε τη μάγισσα να βγαίνει – τη γαλανόδερμη, ξανθιά γυναίκα που είχαν φιμωμένη σ’όλο το ταξίδι.

«Γεια,» χαιρέτησε η Ευγενία.

Η μάγισσα απλώς ένευσε, μουδιασμένα, μοιάζοντας να μην έχει ακόμα συνέλθει από την ταλαιπωρία της.

Δύο γυναίκες ντυμένες με στολές δεσμοφυλάκων τις πλησίασαν, περνώντας ανάμεσα από τις φυλακισμένες κι από άλλους δεσμοφύλακες.

«Εσείς οι δύο!» είπε η μία δεσμοφύλακας δείχνοντάς τες. «Ελάτε μαζί μας. Τώρα.»

Η Ευγενία και η μάγισσα υπάκουσαν. Τριγύρω κάποιες από τις άλλες φυλακισμένες έμοιαζαν να πηγαίνουν κατευθείαν προς γνωστές κατευθύνσεις, ενώ κάποιες περίμεναν να έρθουν δεσμοφύλακες για να τις καθοδηγήσουν.

«Εσύ είσαι η Ρία Ζέριλνηχ, σωστά;» ρώτησε η μία δεσμοφύλακας.

«Ναι.»

«Κι εσύ η Βάρμη’λι Καρφέρκω, έτσι;»

Η μάγισσα έγνεψε καταφατικά.

«Δεν έχεις γλώσσα, μάγισσα;» φώναξε η δεσμοφύλακας.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Βάρμη’λι.

Η Ευγενία γνώριζε πως η κατάληξη ’λι στο όνομα ενός μάγου ή μιας μάγισσας σήμαινε ότι ήταν του τάγματος των Δεσμοφυλάκων – οι οποίοι δεν είχαν καμια σχέση με δεσμοφύλακες όπως αυτούς στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Οι Δεσμοφύλακες ήταν ένα τάγμα μάγων που φυλάκιζαν πνευματικές οντότητες μέσα σε αντικείμενα και τις χρησιμοποιούσαν ως υπηρέτες. Η έδρα του τάγματος ήταν στη διάσταση της Φεηνάρκια· από εκεί είχε ξεκινήσει, όχι από τη Ρελκάμνια, αλλά είχε εξαπλωθεί σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν.

«Ακολουθήστε μας,» είπε η άλλη δεσμοφύλακας, που μέχρι στιγμής δεν είχε μιλήσει: μια γυναίκα ψηλότερη από την πρώτη, καφετόδερμη και γαλανομάλλα. «Κι εσύ, μάγισσα, όχι μαγικά κόλπα εδώ μέσα. Σου είπαν τι θα γίνει αν σε δουν να επιχειρείς το παραμικρό, έτσι;»

Το γαλανό χρώμα στο πρόσωπο της Βάρμης ήταν αδυνατισμένο. «Ναι.»

Οι δύο δεσμοφύλακες προχώρησαν, και η Ευγενία και η μάγισσα τις ακολούθησαν. Πλησίασαν την κατάμαυρη γυναίκα με το ξυρισμένο κεφάλι και τα μυώδη χέρια η οποία είχε προσπαθήσει να ξεφύγει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με το όχημα και είχε καταλήξει δεμένη χειροπόδαρα και φιμωμένη.

«Εσύ!» είπε η κοντύτερη δεσμοφύλακας, που ήταν λευκόδερμη και ξανθιά. «Είσαι η Καλλιόπη Γιορτινή;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη κοφτά.

«Μαζί μας. Και μη μας κοιτάζεις έτσι γιατί δε θα περάσεις καλά!» Η δεσμοφύλακας τής έριξε μια με το ραβδί της στον γοφό. «Ακολούθησε.»

Ακολούθησαν κι οι τρεις τους τις δύο δεσμοφύλακες. Πέρασαν από διάφορους διαδρόμους του δεσμωτηρίου και βγήκαν στον περίβολο. Καθοδόν η Ευγενία παρατηρούσε τα πάντα, και διάβαζε όσα πολεοσημάδια μπορούσε να κατανοήσει. Ακόμα και το παραμικρό θα της χρειαζόταν όταν ήταν καιρός να δραπετεύσει από εδώ, δεν αμφέβαλλε καθόλου.

Ο περίβολος ήταν μεγάλος και περιείχε πολλά οικοδομήματα των φυλακών. Η Ευγενία τον υπολόγιζε γύρω στα διακόσια-πενήντα μέτρα από τη μια άκρη ώς την άλλη. Ψηλά κάγκελα τον περιτριγύριζαν, σε ορισμένα σημεία των οποίων υπήρχαν φυλάκια.

Σ’ένα μέρος όχι και πολύ μακριά από εκεί όπου βάδιζαν η Ευγενία και οι άλλες, δυο γυναίκες έτρεχαν πάνω σ’έναν μεγάλο μεταλλικό δίσκο, κάνοντας γύρω-γύρω. Ήταν ντυμένες με τα εσώρουχά τους και ξυπόλυτες, και χοροπηδούσαν κάθε τόσο.

«Το βλέπετε αυτό;» είπε η ξανθιά δεσμοφύλακας. «Εκεί τρέχουν όσες κάνουν μαλακίες εδώ μέσα.»

«Αν είναι τυχερές,» πρόσθεσε η καφετόδερμη δεσμοφύλακας.

«Ο δίσκος σε χτυπά με ενεργειακές εκκενώσεις,» συνέχισε η ξανθιά, ρίχνοντάς τους μια ματιά πάνω απ’τον ώμο της. «Δεν είναι ευχάριστο.»

Καμια από τις τρεις φυλακισμένες δεν μίλησε.

«Δεν έχετε απορίες;» είπε η δεσμοφύλακας.

Πάλι, καμια δεν μίλησε.

Προχωρώντας, πλησίασαν ένα καγκελωτό τείχος το οποίο χώριζε αυτή τη μεριά του περιβόλου από την άλλη μεριά. Μια πόρτα υπήρχε επάνω του. Η ξανθιά δεσμοφύλακας έκανε νόημα στους δεσμοφύλακες που στεκόταν πλάι στην πόρτα κι αυτοί την ξεκλείδωσαν.

«Πηγαίνεις βόλτα τις καινούργιες, Μάρθα;» είπε ο ένας στην ξανθιά δεσμοφύλακα.

«Μου φάνηκε να θέλουν να βαδίσουν λιγάκι, να ξεμουδιάσουν.»

Πέρασαν από την πόρτα και ο δεσμοφύλακας την έκλεισε και την κλείδωσε πίσω της. Αυτή η μεριά του περίβολου του Δεσμωτηρίου θύμιζε αντικατοπτρισμό της άλλης, αλλά εδώ ήταν καταφανώς ο χώρος όπου κρατούνταν οι άντρες.

Πολεοτύχη, σκέφτηκε η Ευγενία. Την πρώτη κιόλας μέρα που είχε έρθει εδώ, την πήγαιναν εκεί όπου ήθελε. Συνέχισε να παρατηρεί τους χώρους ολόγυρά της.

Οι δύο δεσμοφύλακες οδήγησαν τις τρεις κρατούμενες μέσα σ’ένα μεγάλο οικοδόμημα και πέρασαν από διαδρόμους και δίπλα από διάφορους θαλάμους. Η Ευγενία έβλεπε εδώ μόνο άντρες φυλακισμένους, και οι περισσότεροι απ’αυτούς λοξοκοίταζαν εκείνη, τη Βάρμη, και την Καλλιόπη.

Οι δύο δεσμοφύλακες τις πήγαν σε μια αίθουσα που ήταν αρκετά μεγάλη και αμφιθεατρικά φτιαγμένη, έχοντας καθίσματα γύρω-γύρω. Το απογευματινό φως έμπαινε φιλτραρισμένο από μακριά, παραλληλόγραμμα παράθυρα που σε μερικά σημεία ήταν σπασμένα.

«Τι νομίζετε ότι είναι εδώ, κυρίες;» είπε η ξανθιά δεσμοφύλακας.

Καμια δεν μίλησε.

«Ρώτησα κάτι!» φώναξε η δεσμοφύλακας. «Χαζές είστε;»

Η Ευγενία αποκρίθηκε: «Αρένα.»

Η δεσμοφύλακας ένευσε. «Η αρένα των αντρών. Τους αμολάμε εδώ για να έρχονται να κοπανιούνται κάθε τόσο, να ξεδίνουν. Τους κάνει καλό. Μπορεί και να σας φέρουμε να τους μπανίσετε καμια φορά, άμα είστε φρόνιμες.»

Οι κρατούμενες ούτε μίλησαν ούτε αντέδρασαν με κανέναν τρόπο.

«Δε μου φαίνεται να εντυπωσιάζονται, Μάρθα,» σχολίασε η καφετόδερμη, γαλανομάλλα δεσμοφύλακας.

«Θα εντυπωσιαστούν ύστερα από λίγο καιρό, όταν δε θα υπάρχει κοντά τους ούτε αρσενικός γάτος για να τις γαργαλήσει,» αποκρίθηκε η ξανθιά δεσμοφύλακας. Και προς τις κρατούμενες: «Τώρα, όμως, είστε εδώ για δουλειά, όχι για να κοιτάτε. Βλέπετε σε τι χάλια είν’ η αρένα;» Έδειξε με μια ημικυκλική κίνηση του χεριού της. Υπήρχαν αρκετά σκουπίδια από δω κι από κει, αλλά όχι και πάρα πολλά. «Θα μαζέψετε τα πάντα. Το μέρος θα γυαλίζει όταν θα φύγουμε. Είπαμε να μη σας κουράσουμε πολύ επειδή είναι η πρώτη σας μέρα εδώ.» Έδειξε μια γωνία όπου ήταν αφημένες σκούπες, φαράσια, και καλάθια. «Πάρτε τα και ξεκινήστε. Μη χασομεράτε.»

Δεν χασομέρησαν. Πήραν τα σύνεργα κι άρχισαν να σκουπίζουν και να μαζεύουν, υπό την επίβλεψη των δύο δεσμοφυλάκων. Στα καθίσματα βρήκαν παρατημένα κουτάκια από αναψυκτικά, χάρτινα ποτήρια, χαρτοπετσέτες – τέτοια πράγματα. Και κάμποσο χώμα και σκόνη. Μέσα στην ίδια την αρένα υπήρχε άμμος, η οποία δεν ήταν και τόσο βρόμικη. Η Ευγενία κι οι άλλες δύο μάζεψαν από εδώ θραύσματα και κανένα πεταμένο αντικείμενο· χτύπησαν την άμμο για να ανακινηθεί και να εξαφανιστούν οι λεκέδες από αίμα επάνω της. Η Ευγενία βρήκε ένα σπασμένο δόντι κάπου.

Η δουλειά δεν ήταν δύσκολη, απλώς χρονοβόρα γιατί ο χώρος ήταν αρκετά μεγάλος. Κι αφού τα μάζεψαν όλα, οι δεσμοφύλακες τούς είπαν να σφουγγαρίσουν κιόλας. «Θέλουμε να γυαλίσει ο τόπος!» είπε η ξανθιά – η Μάρθα. Η Ευγενία, χρησιμοποιώντας μια από τις σφουγγαρίστρες που είχαν φέρει τώρα οι δεσμοφύλακες, άρχισε να τρίβει το πάτωμα γύρω από τα καθίσματα του αμφιθεάτρου.

«Γιατί σ’έχουν βάλει εσένα εδώ;» τη ρώτησε η Καλλιόπη σε κάποια στιγμή.

«Για βανδαλισμό. Με βόμβες. Εσένα;»

«Έδειρα κάποιον. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, αλλά–»

«ΕΕ!» φώναξε η Μάρθα. «Τι πιάσαμε εκεί – κουβεντούλα; Όχι λόγια! Δουλειά! Άντε, να τελειώνουμε! Αλλιώς δε θα προλάβετε το βραδινό και θα πέσετε νηστικές.»

Οι τρεις φυλακισμένες έτριβαν το πάτωμα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Όταν το είχαν τρίψει όλο, ήταν ιδρωμένες και πιασμένες. Σε καλύτερη κατάσταση ήταν η Καλλιόπη· δεν έμοιαζε να κουράζεται εύκολα, παρά την πρωινή της ταλαιπωρία. Η Βάρμη’λι ήταν εξουθενωμένη· φαινόταν να βρίσκεται στα όρια της λιποθυμίας.

«Τι είναι, χρυσό μου; Έχεις χάσει το χρώμα σου,» της είπε η Μάρθα αγέλαστα.

Η καφετόδερμη, γαλανομάλλα δεσμοφύλακας χαχάνισε. «Πάμε για φαγητό,» είπε.

Όταν βγήκαν στον περίβολο του χώρου των αντρών, είχε πια σουρουπώσει· ελάχιστο ηλιακό φως απέμενε στη Ρελκάμνια. Το αργυρό και το πορφυρό φεγγάρι φαίνονταν έντονα – δύο παράξενα μάτια πάνω στο σκουρόχρωμο στερέωμα. Η Ουλή έσκιζε τον ουρανό απ’τη μια άκρη ώς την άλλη, κατακόκκινη, αναδίδοντας εξίσου κόκκινους καπνούς, σαν πληγή που αιμορραγούσε αέναα.

Η Ευγενία εξακολουθούσε να παρατηρεί τα πάντα γύρω της. Ήταν σημαντικό να θυμάται καλά την περιοχή των αντρών. Ο Νόρενταμπ ήταν φυλακισμένος κάπου εδώ.

*

Τις πήγαν στην περιοχή των γυναικών και σ’ένα οικοδόμημα όπου ήταν συγκεντρωμένες πολλές κρατούμενες για φαγητό. Τους είπαν ότι εδώ θα έρχονταν για να τρώνε – πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Αν για κάποιο λόγο δεν ήταν στην ώρα τους, δεν θα έτρωγαν. Μπορούσαν να πάνε στην καντίνα, όσες είχαν λεφτά μαζί τους.

«Δε θα σας οδηγούμε εμείς κάθε μέρα,» είπε η Μάρθα. «Από δω και πέρα θ’αρχίσετε να ξέρετε μόνες σας τι να κάνετε. Κι αν δεν το κάνετε σωστά, θα επιβάλλονται τιμωρίες. Κατανοητό;» Κι όταν δεν έλαβε απάντηση: «Κατανοητό;»

«Μάλιστα,» μουρμούρισαν η μία κατόπιν της άλλης.

«Αύριο το πρωί,» τους είπε η Μάρθα, «θα έρθουμε για να σας πάμε σε πιο σοβαρές δουλειές απ’αυτή που κάνατε σήμερα. Αν τα σκατώσετε στις δουλειές σας, την έχετε γαμήσει κανονικά. Κατανοητό;»

«Μάλιστα,» μουρμούρισαν η μία κατόπιν της άλλης.

«Πηγαίνετε να φάτε. Και μετά μπορείτε να καθίσετε να κωλοβαρέσετε δυο ώρες προτού επιστρέψετε στα κελιά σας. Και θα επιστρέψετε μόνες σας. Θυμάστε πού είναι τα κελιά σας, έτσι;»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε πρώτη η Ευγενία, κι οι άλλες δύο τη μιμήθηκαν. Η Βάρμη’λι έδειχνε πάλι τρομοκρατημένη.

«Κι εσύ, μάγισσα,» είπε η Μάρθα, «μη σου μπαίνουν ιδέες ότι μπορείς να κάνεις τα μαγικά σου όταν έχει πολυκοσμία. Συνεχώς σε παρακολουθούμε. Κατανοητό;»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε κουρασμένα η Βάρμη’λι.

«Πηγαίνετε να φάτε τώρα,» είπε ξανά η Μάρθα. «Κουνηθείτε.»

Η Ευγενία, η Καλλιόπη, και η Βάρμη μπήκαν στη σειρά για να πάρουν φαγητό, το οποίο ήταν άθλιο γενικά αλλά θα μπορούσε να ήταν και χειρότερο. Μια χορτόσουπα μ’ένα μικρό κομμάτι κρέας μέσα, άνοστη τελείως, λες κι ο μάγειρας είχε έχθρα με το αλάτι, το πιπέρι, και τα μυρωδικά. Κάθισαν κοντά-κοντά οι τρεις τους κι άρχισαν να τρώνε. Μαζί με τη σούπα είχαν λάβει κι ένα χάρτινο ποτήρι με νερό, ένα κομμάτι ψωμί σαν παλούκι, κι ένα κουτάλι. Πιρούνι για το κρέας δεν είχε.

«Δεν ήθελα να τον σκοτώσω, τον μαλάκα,» είπε η Καλλιόπη στην Ευγενία σαν η κουβέντα τους να μην είχε διακοπεί στην αρένα, «αλλά πέθανε. Ο λαιμός του έσπασε. Και ήταν αστυνομικός. Οι φίλοι του μ’έπιασαν. Δε μπορούσα να τους αποτινάξω όλους.»

«Γιατί χτύπησες αστυνομικό;»

«Είχα κλέψει κάτι και με είχε μπανίσει. Ήταν γρήγορος, αλλά όχι και τόσο δυνατός τελικά.» Χαμογέλασε, δείχνοντας κιτρινισμένα δόντια επάνω στο κατάμαυρο πρόσωπό της.

«Εσύ;» ρώτησε η Ευγενία τη Βάρμη’λι. «Γιατί είσαι εδώ;»

Η Βάρμη είχε μόλις δαγκώσει το κρέας. Έκοψε ένα κομμάτι με τα δόντια, μάσησε, και το κατάπιε. Κοίταζε την Ευγενία επιφυλακτικά. Αναστέναξε. Ήπιε μια γουλιά νερό. «Χώρισα με τον άντρα μου.»

«Και σε βάζουν τώρα φυλακή γι’αυτό;» είπε η Καλλιόπη· η Ευγενία δεν ήταν βέβαιη αν αστειευόταν ή όχι.

«Του είχα πάρει και κάτι σπάνια βιβλία. Σχετικά με μαγεία.»

«Ήταν μάγος;»

«Ναι. Προσέλαβε κάποιους και βρήκαν ότι εγώ τα είχα κλέψει. Δεν του έφτανε να τα πάρει πίσω· μου έκανε μήνυση, και δε με κατηγόρησε μόνο για κλοπή – ο κόπανος. Με κατηγόρησε ότι είχα επιτεθεί σε ανθρώπους μέσω δαιμονικών οντοτήτων.»

«Το είχες κάνει;» είπε η Καλλιόπη.

«Ναι,» απάντησε η Βάρμη’λι. «Ξαμόλησα τον δαίμονά μου καταπάνω στους ερευνητές που είχε στείλει, όταν τους βρήκα μες στο σπίτι μου. Ο ένας έχασε το μάτι του, ο άλλος πέθανε από καρδιακή ανακοπή, η τρίτη πήδησε απ’το μπαλκόνι κι έσπασε το πόδι της.»

«Προστάζεις δαίμονες;» έκανε η Καλλιόπη με γουρλωμένα μάτια.

«Είναι του τάγματος των Δεσμοφυλάκων,» είπε η Ευγενία.

«Ποιων δεσμοφυλάκων;»

Η Βάρμη είπε, κοιτάζοντας την Ευγενία: «Γνωρίζεις για τα μαγικά τάγματα.» Δεν ήταν ερώτηση.

«Η κατάληξη του ονόματός σου το φανερώνει,» αποκρίθηκε εκείνη. «Υποθέτω πως το αντικείμενο όπου είναι φυλακισμένος ο δαίμονάς σου δεν το έχεις πια μαζί σου, σωστά;»

«Μου το πήραν, φυσικά. Ένα δαχτυλίδι.»

«Το έχουν εδώ, στο Δεσμωτήριο;» Η Ευγενία το ήξερε πως το είχαν εδώ· θυμόταν να το έχει δει όταν άδειασαν τον σάκο με τα πράγματά τους και τους είπαν να πουν ποια ανήκουν στην καθεμία.

«Ναι.»

Η Καλλιόπη ρώτησε: «Αφού είσαι τόσο δυνατή μάγισσα, γιατί τους φοβάσαι αυτούς;»

«Δεν είμαι τόσο δυνατή μάγισσα όσο νομίζεις,» αποκρίθηκε η Βάρμη κι έφαγε λίγη ακόμα από τη σούπα της.

«Αν είχες το δαχτυλίδι σου θα μπορούσες να μας βγάλεις από εδώ;»

«Μη λες ανοησίες!» Η Βάρμη έμοιαζε πάλι σχεδόν τρομαγμένη. «Δε μπορώ να κάνω τέτοια πράγματα. Η ποινή μου είναι δύο χρόνια και θέλω να τα περάσω ήσυχα.»

«Μόνο δύο χρόνια; Για φόνο;»

«Οι δικαστές ήταν επιεικείς επειδή βρήκα ξαφνικά αγνώστους μες στο σπίτι μου. Προστάτευα την περιουσία μου, ουσιαστικά· δε θάπρεπε να ήμουν καθόλου εδώ!» Τα μάτια της είχαν ξαφνικά δακρύσει.

Μια ξανθομάλλα γυναίκα με δέρμα λευκό-ροζ, ντυμένη με χιτώνα φυλακισμένης, πλησίασε το τραπέζι τους μαζί με μια άλλη, μελαχρινή κι επίσης λευκόδερμη. «Εσείς είστε τα καινούργια κορίτσια που καθάριζαν σήμερα την αρένα των αντρών;» ρώτησε η πρώτη.

«Και λοιπόν;» είπε η Ευγενία.

«Απλά θέλουμε να σας γνωρίσουμε.» Η ξανθιά έτεινε το χέρι της. «Χαρίκλεια.»

Η Ευγενία αντάλλαξε μια χειραψία μαζί της· το χέρι της Χαρίκλειας ήταν ομολογουμένως δυνατό και γεμάτο κάλους. Όχι κάλους δουλειάς, όμως. Αυτοί ήταν κάλοι που βγάζει κανείς από τη χρήση όπλων. Μισθοφόρος; Πληρωμένη δολοφόνος; «Ρία,» συστήθηκε. «Κι από δω η Καλλιόπη, και η Βάρμη.» Η Βάρμη την κοίταξε σαν να ήθελε να την ευχαριστήσει που δεν είχε πει Βάρμη’λι· προτιμούσε να μην ξέρουν ότι ήταν μάγισσα: η Ευγενία το είχε, διαισθητικά, αντιληφτεί αυτό. Είχε πει Βάρμη χωρίς απολύτως καμία παρόρμηση να προσθέσει το επίμαχο ’λι.

«Αυτή είναι η Ρίτα,» είπε η Χαρίκλεια δείχνοντας με το σαγόνι τη μελαχρινή γυναίκα μαζί της. «Είχατε τίποτα... ενδιαφέρουσες γνωριμίες στην αρένα;» ρώτησε, υπομειδιώντας.

«Με τις σκούπες ή με τις σφουγγαρίστρες;» αποκρίθηκε η Ευγενία.

Η Χαρίκλεια γέλασε. «Είσαι εντάξει, δικιά μου!» Κάθισε στο τραπέζι της Ευγενίας και των άλλων δύο γυναικών, και η Ρίτα επίσης, σιωπηλά.

«Γιατί σας έχουν μέσα;» ρώτησε η Χαρίκλεια. «Σκοτώσατε; Κλέψατε; Τι;»

«Έβαλα βόμβες,» είπε η Ευγενία· «κανείς δεν χτυπήθηκε, αλλά πολλές ζημιές έγιναν.»

«Είσαι πολύ κακό κορίτσι, Ρία. Τι είσαι, πυροτεχνουργός;»

«Μια ξεπεσμένη που κάνει ό,τι δουλειά βρει.»

«Το έπιασα το υπονοούμενο,» είπε η Χαρίκλεια. «Κι εσείς;» ρώτησε τις άλλες δυο.

«Σκότωσα αστυνομικό,» είπε η Καλλιόπη.

«Χο-χο! Εσύ, κοπέλα μου, είσαι ακόμα καλύτερη. Σιχαίνομαι τους αστυνομικούς.» Και έστρεψε το βλέμμα της στη Βάρμη.

Η μάγισσα δίστασε προς στιγμή. Ύστερα: «Χώρισα με τον άντρα μου. Έστειλε κάποιους ανθρώπους στο σπίτι μου. Τους βρήκα μέσα και τους επιτέθηκα. Κι ο ένας σκοτώθηκε. Κατά λάθος. Οι άλλοι δυο χτυπήθηκαν.»

«Κατάλαβα,» είπε η Χαρίκλεια ατενίζοντάς την συνοφρυωμένη. «Είσαι από εκείνες τις... παρεξηγημένες κοπέλες.»

Η Ρίτα γέλασε.

Της Βάρμης δεν της έμοιαζε με αστείο, προφανώς.

«Εσείς γιατί είστε μέσα;» ρώτησε η Ευγενία. «Ή μάλλον, αφήστε με να μαντέψω. Εσύ,» είπε στη Χαρίκλεια, «είσαι μισθοφόρος και σκότωσες τους λάθος ανθρώπους–»

«Ποια σ’το είπε;»

«Τα χέρια σου.»

Η Χαρίκλεια κοίταξε τους κάλους στα χέρια της. Μειδίασε λεπτά. Ύστερα είπε: «Σκότωσα τρεις, και ο ένας ήταν ιερέας του Κρόνου. Δεν ήταν στο πρόγραμμα να τους σκοτώσω. Τ’αφεντικό μου με πλήρωσε επιπλέον λεφτά. Δέχτηκα και το έκανα. Αλλά μ’έπιασαν. Παραλίγο να με σκοτώσουν, όμως μου έχουν πει ότι είμαι ανθεκτική.»

«Εσύ;» ρώτησε η Ευγενία τη Ρίτα.

«Δηλητηρίασα τον άντρα μου. Είχε πολλά λεφτά και δεν τα χρησιμοποιούσε όπως ήθελα.» Ανασήκωσε τους ώμους. Τα μάτια της ήταν γκρίζα, ψυχρά.

«Μην την ακούτε έτσι περίεργη,» είπε η Χαρίκλεια, αγκαλιάζοντας τους ώμους της Ρίτας με τρόπο που ήταν, αναμφίβολα, παραπάνω από φιλικός· «είναι πολύ εντάξει άτομο.»

Μετά είπε: «Αυτές εκεί τις καριόλες τις βλέπετε;» δείχνοντας ένα τραπέζι όπου έτρωγαν πέντε γυναίκες, έχοντας, για κάποιο λόγο, παραπάνω από πέντε πιάτα μπροστά τους και παραπάνω από πέντε ποτήρια. «Είναι η χειρότερη συμμορία των γυναικείων φυλακών. Οι Μέγαιρες του Κρόνου. Είστε καινούργιες και σύντομα θα σας πλησιάσουν για να σας επιστρατεύσουν· να τόχετε υπόψη σας. Μη δεχτείτε να μπείτε στην κλίκα τους, γιατί θα σας βάζουν να κάνετε όλο δουλειές γι’αυτές κι άλλες τέτοιες μαλακίες. Βλέπετε πόσα φαγητά έχουν στο τραπέζι τους; Νομίζετε ότι οι δεσμοφύλακες τούς τα έδωσαν;»

«Τα πήραν από άλλες,» είπε η Καλλιόπη.

«Πανέξυπνη είσαι, δικιά μου. Όταν σ’έχουν στην κλίκα τους, σου παίρνουν ό,τι γουστάρουν. Υποτίθεται πως τους ‘το χρωστάς’ για την προστασία που σου προσφέρουν.

»Δε σας έχουν πλησιάσει ακόμα, έτσι;»

Η Ευγενία κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι. Δεν είχαν χρόνο.»

«Τώρα, μετά το φαγητό, μπορεί νάρθουν κοντά σας. Εκτός αν δεν είστε μόνες.»

«Εννοείς αν είμαστε μαζί σου;»

«Μ’εμένα, τη Ρίτα, και με άλλες.»

«Είστε συμμορία κι εσείς;»

«Συμμορία από γυναίκες που δεν χρωστάνε τίποτα σε καμια άλλη εδώ μέσα.»

Όλα τα πολεοσημάδια έλεγαν στην Ευγενία πως η Χαρίκλεια ήταν μια φυσική σύμμαχος. «Είμαστε, λοιπόν, κι εμείς στη συμμορία σας,» είπε. Κι έριξε μια ματιά στη Βάρμη και στην Καλλιόπη. «Δεν είμαστε;»

Η Καλλιόπη ένευσε. «Είμαστε.»

«Ναι,» είπε η Βάρμη, σιγανά.

«Εσύ,» της είπε η Χαρίκλεια, «μοιάζεις τρομαγμένη. Σταμάτα να μοιάζεις τρομαγμένη. Δε συμφέρει εδώ μέσα.»

Η μάγισσα απέφυγε το βλέμμα της, τρώγοντας σούπα.

Η Χαρίκλεια έβγαλε κάτι κουλουράκια από την τσέπη της και άφησε ένα πλάι στο πιάτο της καθεμίας. «Χειρονομία καλής θέλησης,» είπε, μειδιώντας.

«Ευχαριστούμε.» Η Ευγενία δάγκωσε το κουλουράκι. Ήταν υπέροχο. Σε σύγκριση με την άνοστη σούπα.

*

Μετά το φαγητό, είχαν το ελεύθερο να τριγυρίσουν σε διάφορους χώρους των φυλακών, αλλά όχι παντού, φυσικά. Η Ευγενία, η Βάρμη, και η Καλλιόπη έμειναν με τη Χαρίκλεια, τη Ρίτα, κι άλλες πέντε γυναίκες τις οποίες γνώρισαν κι αντάλλαξαν χειραψίες μαζί τους ή απλώς νεύματα.

Οι Μέγαιρες του Κρόνου ήταν πέντε αλλά είχαν γύρω τους καμια ντουζίνα άλλες που ήταν καταφανές ότι τις υπηρετούσαν. Τις ακολουθούσαν πειθήνια.

Οι χώροι όπου οι κρατούμενες μπορούσαν να κάνουν βόλτα μετά το φαγητό ήταν ο περίβολος, η βιβλιοθήκη (όπου απαγορευόταν να πάρεις τα βιβλία μαζί σου· έπρεπε να διαβάζεις και να τα αφήνεις εκεί), η τραπεζαρία, η αίθουσα αναψυχής (που είχε διάφορα τυχερά παιχνίδια, αλλά όχι πολλά, και πάντα κάποιες τα προλάβαιναν αφήνοντας τις άλλες να περιμένουν), οι τουαλέτες και τα λουτρά, το γυμναστήριο, το τηλεπικοινωνιακό κέντρο–

(«Ό,τι όμως πεις εδώ το ακούν οι δεσμοφύλακες· να τόχετε υπόψη σας,» προειδοποίησε η Χαρίκλεια τις καινούργιες. «Και τα πάντα καταγράφονται. Δεν είναι καλό μέρος για να λες τα μυστικά σου.»)

–η καντίνα (όπου έπρεπε να πληρώσεις για να πάρεις κάτι), και η αίθουσα ζωγραφικής και ποίησης (ήταν κάποιες που είχαν καλλιτεχνικές ορμές, ή που τις είχαν ανακαλύψει εδώ).

«Και υπάρχει και η Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα,» είπε η Χαρίκλεια, αφού τις είχε ξεναγήσει σ’όλους τους χώρους και η νύχτα είχε πέσει για τα καλά. Προβολείς όργωναν τον περίβολο του Δεσμωτηρίου από διάφορα φυλάκια, και δεσμοφύλακες περιπολούσαν με τρόπο που μαρτυρούσε ότι ήταν καλύτερα να μην πέσεις στον δρόμο τους.

«Η Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα;» είπε η Ευγενία.

Η Ρίτα χαμογέλασε πονηρά. «Εκεί που πάμε για άγρια εκτόνωση.»

Η Ευγενία συνοφρυώθηκε.

Η Χαρίκλεια είπε: «Στην αυλή πίσω από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο είναι πολύ σκοτεινά μόλις πέσει ο ήλιος. Κι επίσης τα κάγκελα εκεί συνορεύουν με την περιοχή των αντρών, και δεν είναι όλα τόσο καλά στη θέση τους όσο φαίνονται.»

«Γίνονται... επισκέψεις;» Η Ευγενία είχε εκείνη τη γνώριμη αίσθηση ότι βρισκόταν στον σωστό τόπο, στον σωστό χρόνο. Σύμπτωση που δεν ήταν σύμπτωση. Πολεοτύχη.

«Ναι. Συνήθως εμείς περνάμε στην περιοχή τους, αλλά καμια φορά έρχονται κι αυτοί από δω.»

«Και,» πρόσθεσε η Ρίτα, «δε μπορείς να φανταστείς πόσο καυλωμένοι είναι. Μιλάμε για παλούκια.»

Η Χαρίκλεια συνέχισε: «Αλλά θέλει προσοχή. Όλοι το καταλαβαίνουν – κι από τις δυο μεριές. Αν το πάρουν είδηση οι δεσμοφύλακες, τη γαμήσαμε. Γι’αυτό δεν μπορείς να πας όποτε θέλ–»

«–σου καυλώσει,» είπε η Ρίτα, χαμογελώντας με τον ίδιο πονηρό τρόπο.

Η Χαρίκλεια τη σκούντησε με τον αγκώνα. «Μη διακόπτης, τέκνο.»

«Συγνώμη, δασκάλα.» Η οικειότητα ήταν έκδηλη ανάμεσά τους.

«Υπάρχει σειρά,» εξήγησε η Χαρίκλεια στην Ευγενία και τις άλλες δύο καινούργιες. «Δε μαζευόμαστε όλες στην αυλή πίσω απ’το τηλεπικοινωνιακό κέντρο, γιατί αυτό θα τραβούσε αμέσως την προσοχή των σκύλων.» Προφανώς, αναφερόταν στους δεσμοφύλακες.

«Και πότε είναι η δική μας σειρά;» ρώτησε η Ευγενία.

Η Ρίτα χαχάνισε. «Ορεξάτη τη χώσανε μέσα αυτήν!»

Η Χαρίκλεια είπε: «Σε μερικές μέρες, και βλέπουμε. Θυμάσαι τις Μέγαιρες, έτσι; Αυτές πάντα προσπαθούν να κλέψουν θέσεις.»

Κεφάλαιο 8

Ξύπνησε από ένα τρομερό κουδούνισμα. Ο κόσμος έμοιαζε να διαλύεται από τον θόρυβο. Τα βλέφαρά της άνοιξαν και είδε ότι βρισκόταν μέσα σ’ένα κελί, μ’ένα ψυχρό γυάλινο μάτι στο ταβάνι από πάνω της – ένας τηλεοπτικός πομπός. Προς στιγμή νόμιζε ότι ονειρευόταν, ότι ήταν κάποιος εφιάλτης.

Αλλά δεν ήταν όνειρο.

Ήταν το πρώτο της πρωινό στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας.

Οι καγκελωτές πόρτες των κελιών άνοιγαν συγχρονισμένα, ελεγχόμενες από τους εξωτερικούς μηχανισμούς, τρίζοντας και κροτώντας, καθώς το τρομερό κουδούνισμα έπαυε.

Η Ευγενία χρησιμοποίησε τον απόπατο για να κατουρήσει. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της από τη βρύση. Φόρεσε τα παπούτσια της φυλακής και πιάστηκε από την πέτρινη σκάλα έξω απ’το κελί της, κατεβαίνοντας ευέλικτα τα επικίνδυνα σκαλοπάτια.

Η Βάρμη’λι την περίμενε κάτω. Ένευσε προς το μέρος της – ένα νεύμα που έλεγε Μείνε κοντά. Η Ευγενία τής απάντησε μ’ένα νεύμα κι εκείνη, και έμεινε κοντά της. Είχαν αρχίσει να αισθάνονται μια κάποια αδελφοσύνη οι δυο τους.

Οι τρεις τους.

Η Καλλιόπη τις πλησίασε, περνώντας ανάμεσα από τις άλλες γυναίκες. «Τι γίνεται;» είπε. «Πού είναι οι σκύλες;»

«Δε θ’αργήσουν, είμαι σίγουρη,» αποκρίθηκε η Ευγενία.

«Δεν είπαν ότι θα πάμε μόνες μας για πρωινό σήμερα;» είπε η Βάρμη.

«Είπαν ότι θα μας οδηγήσουν σε κάποια δουλειά,» είπε η Καλλιόπη.

«Ναι αλλά μετά απ’το πρωινό, απ’ό,τι κατάλαβα εγώ...»

Η Ευγενία είπε: «Η Βάρμη έχει δίκιο. Αλλιώς θα ήταν ήδη εδώ οι δυο τους. Πάμε στην τραπεζαρία.»

Και βάδισαν, μαζί με άλλες κρατούμενες, μέσα στους διαδρόμους που αντηχούσαν από φωνές και ποδοβολητά.

«Εσείς οι τρεις είστε καινούργιες;» είπε μια γυναίκα που ξεπρόβαλε από τα δεξιά της Ευγενίας ενώ, συγχρόνως, κι άλλες εμφανίζονταν από γύρω.

Η Ευγενία την αναγνώρισε. Ήταν μια από τις Μέγαιρες του Κρόνου. Πορφυρόδερμη, ψηλή, με κοντά μαύρα μαλλιά και πλατύ, επίπεδο πρόσωπο, μάτια σαν μαύρα κάρβουνα.

«Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί θα χαθείτε εδώ μέσα, μόνες σας, χωρίς καμια βοήθεια και προστασία,» είπε η πορφυρόδερμη γυναίκα. «Τ’όνομά μου είναι Νόρα, κι εγώ και κάποιες άλλες έχουμε καταλάβει ότι πρέπει να προσφέρουμε για να μας προσέχουν – για να προσέχουμε η μια την άλλη. Και καμια δεν έχει πρόβλημα.»

«Τα λες μπερδεμένα· δεν καταλαβαίνω.»

«Θα σ’το πω ξεκάθαρα για να το καταλάβεις. Όταν λείπεις απ’το κελί σου, ποια φυλάει τα πράγματά σου για να μη μπουν να σ’τ’αρπάξουν; Όταν θες να πας να πάρεις κάτι απ’την καντίνα και δεν έχεις λεφτά, ποια θα σου δώσει; Αν κάποια έρθει και σου αρπάξει τα λεφτά–»

Ένα χέρι άγγιξε τον ώμο της Νόρας. «Η Ρία είναι φίλη μας. Και οι φίλες της το ίδιο. Κάνε πέρα.»

Η Νόρα στράφηκε για ν’αντικρίσει τη Χαρίκλεια. Μετά κοίταξε πάλι την Ευγενία, την Καλλιόπη, και τη Βάρμη’λι, καθώς όλες είχαν σταματήσει να βαδίζουν. «Σας τούμπαρε αυτή με τις αηδίες της; Βάζετε τον εαυτό σας σε κίνδυνο, κοπέλες μου, με το νάστε μαζί της. Καμια δεν τη γουστάρει αυτή την καριόλα – και λιγότερο απ’όλες οι δεσμοφύλακες. Αν–»

«Τα λόγια σου λίγα,» μούγκρισε η Χαρίκλεια. «Και η μόνη που βάζει τον εαυτό της σε κίνδυνο εδώ, τώρα, είσαι εσύ.»

Τα μάτια της Νόρας στένεψαν, ατενίζοντας ξανά τη λευκόδερμη, ξανθιά μισθοφόρο. «Τολμάς να μας απειλείς;» Οι άλλες Μέγαιρες τριγύρω είχαν ξαφνικά διάφορα αυτοσχέδια όπλα στα χέρια, παρατήρησε η Ευγενία με τις άκριες των ματιών της: μικρές σιδερογροθιές, λουριά, κοντές αλυσίδες.

«Δε χρειάζεται και πολύ τόλμη,» αποκρίθηκε η Χαρίκλεια.

Και η Ευγενία διαισθάνθηκε ότι είχαν κι άλλη παρέα – φιλική παρέα, τώρα.

Η Νόρα έκανε να γρονθοκοπήσει τη Χαρίκλεια στην κοιλιά· εκείνη τής άρπαξε το χέρι και το έστριψε, τη γύρισε στο πλάι κλοτσώντας την συγχρόνως πίσω από το γόνατο. Η Νόρα ούρλιαξε.

Οι άλλες Μέγαιρες δεν πρόλαβαν να ορμήσουν για να τη βοηθήσουν· η Ρίτα και κάποιες ακόμα γυναίκες της συμμορίας της Χαρίκλειας χίμησαν καταπάνω τους, κλοτσώντας, σπρώχνοντας, γρονθοκοπώντας, χτυπώντας με αυτοσχέδια όπλα. Η Καλλιόπη γύρισε και κοπάνησε, με τον αγκώνα της, μια Μέγαιρα στο πλάι του κεφαλιού. Η Μέγαιρα σύριξε, κρατώντας τ’αφτί της.

Μια άλλη έκανε ν’αρπάξει τη Βάρμη απ’τα μαλλιά· η Ευγενία τής έπιασε τον καρπό και την κλότσησε στο γόνατο: και, προτού πέσει, βούτηξε ό,τι είχε στην τσέπη του χιτώνα της. Ήταν ένα ρολό από μερικά χαρτονομίσματα. Η Μέγαιρα δεν κατάλαβε τίποτα. Η Ευγενία έκρυψε αμέσως τα χρήματα μες στον δικό της χιτώνα.

Οι φύλακες του Δεσμωτηρίου, πάραυτα, έσπευσαν να διαλύσουν τον καβγά – άντρες και γυναίκες – κραδαίνοντας ρόπαλα και χτυπώντας όπου βρουν. Η Ευγενία τράβηξε, επιδέξια, τη Βάρμη παραδίπλα για να μη χτυπηθούν οι δυο τους. Η Καλλιόπη έφαγε μια ροπαλιά στα πλευρά και διπλώθηκε.

«Τι κάνετ’ εδώ, καριόλες;» φώναξε ένας δεσμοφύλακας, πιάνοντας από τα μαλλιά μια γυναίκα από τη συμμορία της Χαρίκλειας και κολλώντας την στον τοίχο. «Τι νομίζετε ότι είναι εδώ; Η γαμημένη αρένα είναι εδώ; Ε! Ε!»

Ο καβγάς είχε πάψει. Οι κρατούμενες ή ήταν διπλωμένες από χτυπήματα, ή στέκονταν βαριανασαίνοντας, ή ήταν κάπου κολλημένες από τους δεσμοφύλακες.

«Τι έγινε εδώ;» απαίτησε μια δεσμοφύλακας.

«Τίποτα το σπουδαίο, κυρία Κοντόφθαλμη,» αποκρίθηκε η Νόρα, τρίβοντας το χέρι που της είχε στρίψει η Χαρίκλεια. «Μια παρεξήγηση. Δεν πρόκειται να συνεχιστεί.»

«Ισχύει αυτό;» ρώτησε η δεσμοφύλακας Κοντόφθαλμη, ατενίζοντας και τις υπόλοιπες. Οι κρατούμενες απάντησαν με νεύματα και κοφτές θετικές απαντήσεις. «Πηγαίνετε, λοιπόν, για φαγητό κι ας πούμε ότι ποτέ δεν σας είδαμε να παίζετε ξύλο. –Δρόμο!»

Οι συμμορίες χώρισαν, κατευθυνόμενες όμως κι οι δύο προς την ίδια μεριά χωρίς καθυστέρηση. Βγήκαν από το οικοδόμημα με τα κελιά και διέσχισαν τον περίβολο. Το πρωινό ήταν ψυχρό, πράγμα που η Ευγενία αισθανόταν έντονα ύστερα από τη σύντομη συμπλοκή. Μπαίνοντας στην τραπεζαρία, το περιβάλλον ήταν πολύ πιο ζεστό.

«Δεν έπρεπε να την είχες απειλήσει για χάρη μας,» είπε η Ευγενία στη Χαρίκλεια καθώς έπαιρναν το φαγητό τους και πήγαιναν να καθίσουν σ’ένα από τα τραπέζια.

«Τους χρειαζόταν ένα μάθημα.»

«Η Ρία έχει δίκιο,» της είπε η Ρίτα. «Δεν έπρεπε να την απειλήσεις. Θα έφευγαν αν η Ρία κι οι άλλες δεν έρχονταν μαζί τους.»

Η Χαρίκλεια μειδίασε λοξά, κοιτάζοντάς την με τις άκριες των ματιών. «Μου κάνεις παράπονα, τέκνο;»

«Απλώς ιδέες σού βάζω, δασκάλα,» αποκρίθηκε πειραχτικά η Ρίτα.

Το μειδίαμα της Χαρίκλειας πλάτυνε· έσφιξε τη Ρίτα κοντά της με το ένα χέρι και τη φίλησε στην άκρη του στόματος. «Όχι μπροστά σε κόσμο!» είπε εκείνη, επιτηδευμένα. «Ντρέπομαι τόσο.»

Κάθισαν όλες μαζί σ’ένα τραπέζι κι άρχισαν να τρώνε. Το πρωινό ήταν μια κούπα τσάι, ένα κομμάτι ξερό ψωμί, λίγη μαρμελάδα, κι ένα χάπι.

«Τι σκατά είν’ αυτό;» ρώτησε η Καλλιόπη, κρατώντας το χάπι ανάμεσα στα δάχτυλά της.

«Δυναμωτικό,» είπε η Χαρίκλεια. «Αν θες το παίρνεις. Δεν κάνει κακό.»

Η Καλλιόπη το έβαλε στο στόμα της και το κατάπιε μαζί με τσάι.

Η Ευγενία ούτε που το άγγιξε. Η μαρμελάδα και το ψωμί τής έφταναν.

Τα πολεοσημάδια ολόγυρά της ήταν σαν ένας ανιαρός εφιάλτης. Μια ατελείωτη, βάναυση μουντάδα παγίδευσης. Ανάμεσα στα δοκάρια του ταβανιού ένα στοιχειακό πνεύμα της Ατέρμονης Πολιτείας περιφερόταν, παρατηρώντας τις γυναίκες, προσπαθώντας να επιλέξει στόχο. Σε κάποια στιγμή, η Ευγενία το είδε να κατεβαίνει από έναν τοίχο, σαν φίδι που σέρνεται, σαν σκιά, και να πλησιάζει μια κρατούμενη που δεν έμοιαζε καθόλου στα καλά της. Πολλά πνεύματα που τριγύριζαν σε τέτοιους χώρους προσελκύονταν από πνευματικά διαταραγμένους ανθρώπους· πήγαιναν για να τους διαταράξουν ακόμα περισσότερο, για να τραφούν από την ψυχική τους ενέργεια.

Η Ευγενία ήταν βέβαιη ότι κανείς άλλος μες στην τραπεζαρία, εκτός από εκείνη, δεν είχε δει το στοιχειακό. Η Βάρμη’λι θα μπορούσε, πιθανώς, να το εντοπίσει – αν τολμούσε να χρησιμοποιήσει τη μαγεία της. Αλλά δεν τολμούσε, φυσικά.

«Τι κάνετε μετά εσείς οι τρεις;» ρώτησε μια γυναίκα της συμμορίας της Χαρίκλειας.

«Τι να κάνουμε;» είπε η Βάρμη.

«Τι δουλειές έχετε αναλάβει;»

«Δεν ξέρουμε ακόμα. Τώρα θα μας πουν.»

Καθώς τελείωναν το φαγητό τους, οι κρατούμενες έβγαιναν από το εστιατόριο και κατευθύνονταν προς τις εργασίες τους. Κάποιοι δεσμοφύλακες ήταν συγκεντρωμένοι πλάι στην είσοδο και περίμεναν. Ανάμεσά τους ήταν και η Μάρθα, η οποία φώναξε στη Ρία, την Καλλιόπη, και τη Βάρμη να έρθουν κοντά της. Εκείνες υπάκουσαν.

«Ακολουθήστε με,» τις πρόσταξε, και την ακολούθησαν μέσα στον περίβολο, φτάνοντας σύντομα σ’έναν χώρο στάθμευσης οχημάτων κάτω από ένα υπόστεγο. Τα περισσότερα οχήματα εδώ ήταν μεγάλα, με ψηλούς τροχούς.

Η Ευγενία είδε εκεί κοντά τον Λοχία Ιβάν Φένιλρηχ, ο οποίος της έκλεισε το μάτι. Μάλλον δεν την είχε ξεχάσει. Και η Ευγενία είχε την αίσθηση ότι αυτό δεν ήταν καλό. Δε νόμιζε ότι μπορούσε να της προσφέρει κάτι για να εκπληρώσει τον σκοπό της. Όχι άμεσα, τουλάχιστον.

Η Μάρθα οδήγησε τις τρεις κρατούμενες δίπλα σ’ένα επιβατηγό όχημα με πολλές θέσεις. «Λοιπόν,» τους είπε. «Σήμερα θα σας πάνε να δουλέψετε στον θόλο καλλιέργειας του Δεσμωτηρίου. Θα κάνετε ό,τι σας πουν και τίποτα περισσότερο. Και για σένα, μάγισσα, έχουν ενημερωθεί φυσικά· αν σε δει κανείς να χρησιμοποιείς τα μαγικά σου, ξέρεις τι θα πάθεις.»

Η Βάρμη’λι δεν μίλησε.

«Κατανοητό;» δυνάμωσε τη φωνή της η Μάρθα.

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε η Βάρμη.

Μέσα στο επιβατηγό όχημα βρίσκονταν ήδη καθισμένες κάμποσες γυναίκες, και η Μάρθα πρόσταξε την Ευγενία, την Καλλιόπη, και τη Βάρμη να μπουν και να καθίσουν κι εκείνες. Η ίδια δεν μπήκε στο όχημα.

Η Ευγενία και η Βάρμη’λι κάθισαν πλάι-πλάι σε μια από τις πλατιές θέσεις του οχήματος που χωρούσαν δύο άτομα. Η Καλλιόπη κάθισε πίσω τους, σε μια άδεια θέση. Η Ευγενία πρόσεξε ότι εδώ βρισκόταν επίσης μια από τις πέντε Μέγαιρες του Κρόνου: μια χρυσόδερμη γυναίκα με μαύρα, σπαστά, μακριά μαλλιά, στενά μάτια, και βλέμμα φόνισσας. Η ματιά της προς στιγμή συναντήθηκε με της Ευγενίας, καθώς η Μέγαιρα είχε γυρίσει για να κοιτάξει.

Η Μέγαιρα τής έβγαλε τη γλώσσα, κάνοντάς την πέρα-δώθε. Ύστερα στράφηκε από την άλλη.

«Αυτή δεν ήταν...;» ψιθύρισε η Βάρμη.

«Ναι, αυτή ήταν,» είπε η Ευγενία.

«Δεν είναι καμια από τις δικές μας εδώ.»

«Δεν πειράζει. Θα ζήσουμε.»

Η Βάρμη, όμως, έμοιαζε αγχωμένη. Τα δάχτυλά της ήταν πλεγμένα μπροστά της.

Μερικές ακόμα γυναίκες μπήκαν στο όχημα, και μετά ανέβηκε ο Λοχίας Ιβάν Φένιλρηχ και άλλοι τέσσερις δεσμοφύλακες και έκλεισαν την πόρτα.

«Δώστε μας τα χέρια σας,» είπε ένας στις κρατούμενες· κι εκείνες ύψωναν τους καρπούς τους και τους φορούσαν χειροπέδες κατά σειρά.

Ο Λοχίας Φένιλρηχ πλησίασε την Ευγενία εκτός σειράς, κρατώντας ένα ζευγάρι χειροπέδες. Εκείνη σήκωσε τα χέρια της. Ο λοχίας τής πέρασε τις χειροπέδες και τις έκλεισε με δυο έντονα, διαδοχικά κλικ. Τα μαβιά μάτια του την κοίταζαν επίμονα. Η Ευγενία δεν τα απέφυγε, αλλά ούτε είπε ούτε έκανε τίποτα. Ο λοχίας τελικά απομακρύνθηκε.

«Σε ξέρει αυτός;» ρώτησε η Βάρμη.

«Όχι.»

«Σου την πέφτει;»

«Νομίζω.»

Όταν όλες φορούσαν χειροπέδες, το επιβατηγό όχημα ξεκίνησε. Οι τροχοί του μπήκαν σε κίνηση και ο οδηγός το έβγαλε από τον περίβολο του Δεσμωτηρίου, ακολουθώντας ένα άλλο, παρόμοιο επιβατηγό. Διέσχισαν μερικούς δρόμους της Παράλληλης Συνοικίας, καθώς και μια μεγάλη γέφυρα, περνώντας ανάμεσα από διάφορα οχήματα, και σύντομα διέκριναν έναν θόλο να στραφταλίζει ανάμεσα από τις ψηλές πολυκατοικίες. Αυτός, η Ευγενία δεν είχε καμια αμφιβολία, ήταν ο προορισμός τους.

Φτάνοντας κοντά, είδε ότι πάνω από την πύλη του υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε: ΘΟΛΟΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ Α’ ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟΥ. Το άλλο επιβατηγό είχε ήδη σταματήσει εδώ. Μια πόρτα του είχε ανοίξει και κρατούμενοι κατέβαιναν. Άντρες κρατούμενοι. Η Ευγενία, όμως, ήταν σίγουρη πως ο Νόρενταμπ δεν ήταν ανάμεσά τους· τα πολεοσημάδια τής το μαρτυρούσαν.

Ο Λοχίας Φένιλρηχ άνοιξε μια πόρτα του επιβατηγού οχήματος, βγήκε, κι ένας από τους άλλους δεσμοφύλακες είπε στις γυναίκες: «Κατεβαίνουμε. Με σειρά και ησυχία.»

Οι κρατούμενες υπάκουσαν. Οι δεσμοφύλακες τις οδήγησαν μέσα στον θόλο, αφού είχαν οδηγηθεί εκεί οι άντρες πριν από αυτές. Ο θόλος δεν ήταν ολόκληρος ένας χώρος· διαιρείτο σε πολλές περιοχές με τοίχους από χοντρό γυαλί ή χοντρό πλαστικό. Και η κάθε περιοχή είχε το δικό της κλίμα. Υπήρχαν μηχανήματα που το ρύθμιζαν, έτσι ώστε να κάνει κρύο ή ζέστη, ανάλογα. Υπήρχαν ειδικά φώτα που παρίσταναν μικρούς ήλιους. Στο έδαφος ήταν εύφορο χώμα ώστε να φυτρώνουν φυτά. Ο θόλος χρησιμοποιείτο για παραγωγή τροφίμων.

Στην Ευγενία, στην Καλλιόπη, και στη Βάρμη έδωσαν αξίνες και καλάθια με σπόρους, καθώς και σε άλλες γυναίκες, και τις οδήγησαν σ’έναν μεγάλο παραλληλόγραμμο θάλαμο. Το έδαφος ήταν γεμάτο μαλακό χώμα και υδρευτικούς σωλήνες. Ο υπεύθυνος εκεί τούς εξήγησε ότι έπρεπε να σκάβουν, να ρίχνουν τους σπόρους, και να τους σκεπάζουν. Και τους έδειξε πώς ακριβώς να το κάνουν. Τις ρώτησε αν υπήρχε καμια που δεν είχε καταλάβει. Καμία δεν μίλησε.

Άρχισαν να δουλεύουν.

Η Ευγενία χτυπούσε το χώμα με την αξίνα της, το παραμέριζε, και η Βάρμη έριχνε σπόρους και τους σκέπαζε. Η Καλλιόπη συνεργαζόταν με μια άλλη κρατούμενη που δεν ήξεραν το όνομά της.

Η Μέγαιρα του Κρόνου ήταν εδώ επίσης. Έριχνε σπόρους στο έδαφος ενώ μια άλλη – της κλίκας των Μεγαιρών κι αυτή, αλλά από τα τσιράκια, όχι από τις πέντε του πυρήνα της συμμορίας – έσκαβε με την αξίνα και κάλυπτε κιόλας τους σπόρους που είχε ρίξει η αρχηγός της. Η χρυσόδερμη Μέγαιρα έμοιαζε να βαριέται, όσο η άλλη ίδρωνε και κούραζε τη μέση και τα χέρια της.

Η ώρα περνούσε.

Η Ευγενία σκούπιζε ιδρώτα από το μέτωπό της με το μανίκι της.

Ένας δεσμοφύλακας φώναξε: «Όποια θέλει να βγάλει τον χιτώνα της για να μη ζεσταίνεται, μπορεί να τον κρεμάσει εδώ.» Έδειξε μια κρεμάστρα στην αρχή της μεγάλης αίθουσας.

Όλοι οι φύλακες μέσα στον χώρο ήταν άντρες. Καμια από τις κρατούμενες δεν έβγαλε τον χιτώνα της. Εκτός από μία. Γαλανόδερμη, πορφυρομάλλα, με μακριά κόμη ώς την πλάτη. Αφήνοντας την αξίνα της και βαδίζοντας προς την κρεμάστρα, αφαίρεσε προκλητικά τον χιτώνα της μένοντας με τα εσώρουχα. Τον κρέμασε στην κρεμάστρα. Στάθηκε για λίγο εκεί, περιμένοντας ίσως κάποια πρόταση από τους φύλακες.

«Τι μας κοιτάς;» της είπε ένας. «Να δεις αν είμαστε ωραίοι;» Τη χτύπησε με το ρόπαλό του στα πισινά. «Πίσω στη δουλειά σου!»

Η γυναίκα επέστρεψε προς την παρατημένη αξίνα της, βαδίζοντας γρήγορα, με τα μάτια της δακρυσμένα και το γαλανό δέρμα στο πρόσωπό της να έχει σκουρύνει. Μοιάζοντας τσαντισμένη. Μάλλον περίμενε ότι οι δεσμοφύλακες θα της πρότειναν να σταματήσει τη δουλειά και να μείνει μαζί τους για... οτιδήποτε, υπέθετε η Ευγενία.

Η Μέγαιρα του Κρόνου γελούσε έκδηλα – εσκεμμένα πιθανώς.

«Σκασμός εκεί πέρα!» φώναξε ένας δεσμοφύλακας. «Βλέπεις τίποτα αστείο, Εσμεράλδα;»

Η Μέγαιρα αγριοκοίταξε τον φύλακα, αλλά έπαψε να γελά. Στράφηκε στη δουλειά της, ρίχνοντας σπόρους στη γόνιμη γη.

Σε κάποια στιγμή, η Εσμεράλδα και η... βοηθός της πλησίασαν την Ευγενία και τη Βάρμη’λι, ερχόμενες από αντίθετη κατεύθυνση καθώς έσπερναν. Η Εσμεράλδα ήταν πιο κοντά στη Βάρμη παρά στην Ευγενία, και ζύγωσε με ταχύ βηματισμό, κουνώντας το καλάθι της–

Η Ευγενία αμέσως κατάλαβε την πρόθεσή της – ίσως να τη διάβασε στα πολεοσημάδια, ίσως να ήταν η διαίσθηση της Θυγατέρας, ή ίσως απλά να ήταν το μυαλό της: Η Μέγαιρα σκόπευε να χτυπήσει το καλάθι της Βάρμης με το δικό της για να το πετάξει από το χέρι της και να χύσει τους σπόρους!

Η Ευγενία ήταν λίγο πιο μπροστά από τη Βάρμη, και είχε την αξίνα της υψωμένη. Ο νους της διάβασε γρήγορα τα πολεοσημάδια στον χώρο: οι κινήσεις των φυλάκων – τα βλέμματά τους – η μαλακότητα του χώματος – τα βήματα της Μέγαιρας – το πέρα-δώθε των καλαθιών.

Η Ευγενία κίνησε την αξίνα της, διαγράφοντας ένα απότομο ημικύκλιο με τη μακριά, ξύλινη λαβή – χτυπώντας την Εσμεράλδα μόλις είχε περάσει από δίπλα της – λίγο προτού το καλάθι της κοπανήσει το καλάθι της Βάρμης – ενώ τα βλέμματα των φυλάκων ήταν στραμμένα αλλού.

ΝΤΑΠ! Η λαβή της αξίνας βρήκε τη Μέγαιρα του Κρόνου πάνω στο κόκαλο της σπονδυλικής στήλης. Η Εσμεράλδα κραύγασε καθώς σκόνταφτε, σωριαζόταν μπρούμυτα στη γη, και το καλάθι έφευγε από το χέρι της – έφευγε και, έτσι με δύναμη όπως το κουνούσε, εκτοξευόταν μακριά, χύνοντας σπόρους ολόγυρα.

Γκαρίζοντας σαν αφηνιασμένα θηρία, οι δεσμοφύλακες ήρθαν καταπάνω της. «Εε! Τι κάνεις εσύ;» «Δε βλέπεις πού πατάς;» «Τι έγιν’ εδώ; Τι κάνετ’ εδώ;»

Η Εσμεράλδα ήταν ακόμα μουδιασμένη από το χτύπημα στη ραχοκοκαλιά, ενώ η Ευγενία χτυπούσε το χώμα με την αξίνα της και γύριζε παριστάνοντας τη σαστισμένη.

«Σήκω πάνω! Σήκω!» Οι φύλακες τραβούσαν την Εσμεράλδα για να τη σηκώσουν. «Τι έπαθες;» «Καλά, δεν προσέχεις; Ξέρεις πού πετάχτηκαν οι σπόροι σου;» Τη συνόδεψαν προς την αρχή της αίθουσας ενώ εκείνη παραπατούσε.

Η άλλη Μέγαιρα – αυτή που βοηθούσε την Εσμεράλδα – κοίταζε ξαφνιασμένη, μια την Ευγενία, μια γύρω-γύρω. Η Ευγενία ήταν σίγουρη ότι δεν την είχε δει να χτυπά την κυρά της. Τα πολεοσημάδια τής το φανέρωναν.

«Γιατί;» ψιθύρισε η Βάρμη στην Ευγενία.

«Ερχόταν για να σε χτυπήσει, δεν το κατάλαβες;»

«Είσαι... σίγουρη;»

«Ναι. Θα κοπανούσε το καλάθι της πάνω στο δικό σου για να χύσεις τους σπόρους σου στη γη.»

Η Βάρμη ξεροκατάπιε. «Και τώρα;»

«Άμα θέλει ας ξανακάνει μαλακία,» είπε η Ευγενία, σκάβοντας.

Αλλά η Βάρμη δεν είχε την ίδια αυτοπεποίθηση· φαινόταν τρομαγμένη.

«Η Χαρίκλεια είχε δίκιο, ξέρεις,» της είπε η Ευγενία. «Μη δείχνεις φόβο. Εκμεταλλεύονται τον φόβο σου.»

Η Βάρμη έριξε έναν σπόρο στη γη κι έσκυψε για να τον σκεπάσει με χώμα.

Μετά από κάποια ώρα, ο Λοχίας Ιβάν Φένιλρηχ πλησίασε την Ευγενία ενώ εκείνη έσκαβε – κατάλευκος, κατάξανθος, και μ’ένα μπουκάλι νερό στα χέρια. Ήπιε μια γουλιά. «Θα μπορούσες να ξεκουραστείς λίγο, μαζί μου,» της είπε. «Και να δροσιστείς. Παραδίπλα είναι ένα δωμάτιο που δεν βρίσκεται κανένας· κι έχει μπόλικο νερό.»

«Έχω δουλειά,» αποκρίθηκε μόνο η Ευγενία δίχως να τον κοιτάζει.

Ο Ιβάν έπιασε την αξίνα της. «Εγώ κανονίζω τις δουλειές σου.»

Η Ευγενία τον ατένισε καταπρόσωπο. Ήταν αναποφάσιστη μαζί του. Δεν μπορούσε να διακρίνει αν αυτός ο άνθρωπος θα της φαινόταν χρήσιμος ή όχι. Ως άντρας δεν της ήταν τελείως απωθητικός, αλλά ούτε και την έλκυε ιδιαίτερα. Δε θα είχε πρόβλημα να πηδηχτεί μαζί του, εν ανάγκη. Η αγάπη της για τον Ρίκερελ δεν ήταν τέτοια που να την κάνει ψυχοπαθολογικά μονογαμική. Και το ίδιο ίσχυε για εκείνον. Η Ευγενία τού είχε πει ότι δεν θα μπορούσε να είναι συνεχώς μαζί του, και δεν ήθελε να τον κρατά δεσμευμένο, παγιδευμένο. Ήταν η μοίρα των Θυγατέρων της Πόλης – η κατάρα τους, ίσως – διαρκώς να περιφέρονται στην Ατέρμονη Πολιτεία, πουθενά να μη μπορούν να μείνουν για πολύ. Και με κανέναν.

Η Ευγενία έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της. Το νερό ήταν πολύ δελεαστικό. «Και η φίλη μου;» Έδειξε τη Βάρμη με μια κίνηση του κεφαλιού. «Θα ξεκουραστεί κι αυτή;»

«Δε μ’ενδιαφέρει αυτή.»

«Εμένα μ’ενδιαφέρει.»

Ο Ιβάν χαμογέλασε άγρια. «Κάνεις σκληρό παζάρι,» παρατήρησε. Και είπε: «Εντάξει. Κι οι δυο θα ξεκουραστείτε και θα δροσιστείτε. Αλλά μόνο εσύ μαζί μου.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ευγενία.

Ο Ιβάν πήρε την αξίνα από τα χέρια της και την έριξε κάτω. Έκανε νόημα σ’εκείνη και τη Βάρμη να τον ακολουθήσουν. Η μάγισσα άφησε το καλάθι με τους σπόρους στη γη και πήγαν πίσω του. Διέσχισαν το μαλακό χώμα, όπου τα πόδια τους βούλιαζαν και το γρήγορο βάδισμα ήταν δύσκολο, ειδικά έτσι κουρασμένες όπως τώρα ήταν, και έφτασαν σε μια πόρτα στο πλάι της αίθουσας, επάνω σ’έναν πλαστικό τοίχο. Η πόρτα ήταν επίσης πλαστική.

Ο Ιβάν την άνοιξε και μπήκαν σ’ένα μικρό δωμάτιο με τυλιγμένους σωλήνες και διάφορα άλλα εργαλεία. Οι σωλήνες ήταν συνδεδεμένοι με κάποιο υδρευτικό σύστημα· έρχονταν μέσα από έναν γυάλινο τοίχο. Το γυαλί ήταν παχύ και θολό· δεν φαινόταν τίποτα από πίσω του, μόνο σκιές.

Ο Ιβάν έπιασε έναν σωλήνα, ξετυλίγοντάς τον. «Βγάλτε τους χιτώνες, τα παπούτσια, τα εσώρουχά σας,» είπε. «Αφήστε τα εκεί.» Έδειξε κάτι κιβώτια.

Η Βάρμη δίστασε. Η Ευγενία ξεκίνησε να γδύνεται πρώτη, και μετά η μάγισσα τη μιμήθηκε. Όταν είχαν αφαιρέσει όλα τους τα ρούχα (και το βλέμμα του λοχία τις έτρωγε), ο Ιβάν γύρισε μια βάνα και νερό πετάχτηκε από τον σωλήνα, λούζοντάς τες. Ήταν τόσο δυνατό που η Βάρμη παραπάτησε και παραλίγο να πέσει. Ο Ιβάν γέλασε.

Το νερό ήταν ευχάριστο, όφειλε να παραδεχτεί η Ευγενία. Έδιωχνε τον ιδρώτα και τη ζέστη από πάνω της, την αναζωογονούσε. Άνοιξε το στόμα της και ήπιε.

Ο Ιβάν, μετά από λίγο, γύρισε πάλι τη βάνα και το νερό σταμάτησε. «Ή θέλετε κι άλλο;» ρώτησε.

«Εγώ είμαι δροσισμένη,» αποκρίθηκε η Ευγενία, στάζοντας.

«Κι εγώ, εντάξει,» είπε η Βάρμη, στύβοντας τα ξανθά μαλλιά της.

Ο Ιβάν έκανε νόημα, με το δάχτυλο, στην Ευγενία νάρθει κοντά του. Εκείνη βημάτισε προς το μέρος του, χωρίς φόβο. Η Βάρμη στράφηκε απ’την άλλη, μη θέλοντας να κοιτάζει.

Ο Ιβάν άρπαξε την Ευγενία από τη μέση και της έκλεισε το στόμα μ’ένα δυνατό φιλί, συνεχίζοντας ύστερα να τη φιλά στα μάγουλα, στον λαιμό, στους ώμους, στα στήθη· τα χέρια του τρίβονταν πάνω στην πλάτη της, χούφτωναν και τσιμπούσαν τους γλουτούς της. «Ο τοίχος είναι δροσερός,» της είπε, ξέπνοα, κολλώντας την στον γυάλινο τοίχο. «Εσύ είσαι καυτός,» είπε η Ευγενία, αγγίζοντας τη μπροστινή μεριά του παντελονιού του, κατεβάζοντας το φερμουάρ. Διαπίστωσε ότι φορούσε ήδη προφυλακτικό. «Ήσουν τόσο σίγουρος για μένα, γαμιόλη;» τον ρώτησε. Ο Ιβάν γέλασε βραχνά και, παραμερίζοντας το χέρι της, γλίστρησε μέσα της. «Είναι,» μούγκρισε, «κουραστικό να σκάβεις.» Η Ευγενία τύλιξε τα πόδια της γύρω του, δυνατά. Δεν ήταν και τόσο κακός εραστής, αλλά εκείνη δεν είχε τώρα όρεξη να πηδηχτεί μαζί του. Τον άφησε να τελειώσει μέσα της και μετά, ξεφεύγοντας από την αγκαλιά του, κάθισε πάνω σ’ένα βαρέλι ενώ ο Ιβάν ανέβαζε το φερμουάρ του.

Η Βάρμη ήταν ακόμα στραμμένη από την άλλη, αλλά είχε πλέον ντυθεί.

Το βλέμμα του Ιβάν πήγε στη ράχη της, και η Ευγενία κατάλαβε ότι δεν θα ήταν απίθανο να την ήθελε κι αυτήν.

«Μαζί μου, συμφωνήσαμε,» του θύμισε. «Μόνο μαζί μου. Με θέλεις ξανά;» Τέντωσε το πόδι της για ν’αγγίξει τα πλευρά του.

Εκείνος τής έσφιξε τον μηρό καθώς πήγαινε κοντά της για να τη φιλήσει ρουφηχτά στον λαιμό. «Όχι τώρα,» είπε.

Και μετά: «Ξεκουραστείτε λίγο εδώ, κανένα τέταρτο, και ύστερα θα βγείτε πάλι για να συνεχίσετε κανονικά. Αν σας ρωτήσουν γιατί σας έφερα εδώ, θα πείτε ότι έπρεπε να μαζέψετε κάτι πράγματα που ήταν άνω-κάτω. Εντάξει;»

«Ναι,» είπε η Ευγενία.

«Εσύ, μάγισσα, μ’ακούς; Γύρνα, γαμώτο!»

Η Βάρμη γύρισε. «Ναι, το άκουσα.»

«Μπορείτε να ξαναχρησιμοποιήσετε τον σωλήνα, άμα θέλετε,» τις πληροφόρησε ανάβοντας τσιγάρο. «Φόρεσε τα ρούχα σου,» είπε στην Ευγενία.

Όταν εκείνη ντύθηκε, ο Ιβάν τής πρόσφερε τσιγάρο.

«Τι θα κάνουν στην Εσμεράλδα;» ρώτησε η Ευγενία, καπνίζοντας.

«Τίποτα. Τι σε νοιάζει εσένα;»

«Απλά ρωτάω, περίεργε άνθρωπε.»

«Το πολύ-πολύ να της ρίξουν καμια σφαλιάρα, που ήταν απρόσεχτη» Ο Ιβάν μόρφασε, φυσώντας καπνό.

Όταν ένα τέταρτο της ώρας είχε περάσει, βγήκαν απ’το δωμάτιο και οι δύο γυναίκες συνέχισαν την εργασία τους. Η Ευγενία δεν έβλεπε την Εσμεράλδα πουθενά.

Την είδε ξανά όταν η δουλειά τελείωσε και επέστρεψαν στο επιβατηγό όχημα. Τα μάτια της ήταν οργισμένα και είχε μια ελαφριά μελανιά στο μάγουλο. Πρέπει να την είχαν βάλει να δουλέψει κάπου αλλού, όσο οι άλλες έσπερναν.

Καθώς το όχημα ξεκινούσε για να γυρίσουν στο Δεσμωτήριο, η Βάρμη είπε σιγανά στην Ευγενία: «Δεν έπρεπε να το είχες κάνει αυτό. Με τον λοχία, εννοώ.»

«Δροσιστήκαμε. Είχες πρόβλημα;»

«Όχι. Αλλά τώρα μπορεί να σου ξαναζητήσει...»

«Θα δούμε,» αποκρίθηκε μόνο η Ευγενία. Δε θα είμαι για πολύ εδώ, πρόσθεσε νοερά.

Η Καλλιόπη, που ήταν καθισμένη πίσω τους, ρώτησε: «Τι έγινε μ’εσάς; Γιατί σας πήρε ο λοχίας για λίγο;»

«Ε!» φώναξε ένας δεσμοφύλακας. «Ησυχία εκεί! Δεν πιάνουμε κουβέντα!»

*

Στο Δεσμωτήριο, τις έστειλαν στα κελιά τους για να ξεκουραστούν καμια ώρα. Όχι μόνο αυτές: όλες τις γυναίκες που είχαν δουλέψει το πρωί. Τέτοιο ήταν το πρόγραμμα της φυλακής. Η Ευγενία έβγαλε τα παπούτσια της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, καπνίζοντας ακόμα ένα τσιγάρο που της είχε δώσει ο Λοχίας Ιβάν Φένιλρηχ όταν έφτασαν με το επιβατηγό όχημα στον περίβολο του Δεσμωτηρίου.

Η Βάρμη έχει δίκιο, σκεφτόταν η Ευγενία καθώς κάπνιζε. Θα μου ξαναζητήσει. Κι αναρωτήθηκε πώς θα μπορούσε, ίσως, να τον εντάξει στο σχέδιό της. Πώς θα μπορούσε να τον κάνει να τη βοηθήσει να βρει τον Νόρενταμπ και να δραπετεύσει από εδώ.

Όταν η μία ώρα πέρασε, τα κελιά άνοιξαν και οι κρατούμενες βγήκαν για να πάνε στην τραπεζαρία, να πάρουν μεσημεριανό. Το γεύμα ήταν ένα μπολ πράσινα, μακριά φασόλια, μια άκοπη ντομάτα, τρεις φέτες ψωμί, κι ένα ποτήρι νερό. Μαζί τούς έδιναν κι ένα πιρούνι. Ήταν καλύτερο από τη χτεσινοβραδινή σούπα, όφειλε να παρατηρήσει η Ευγενία όταν το γεύτηκε, αλλά όχι κατά πολύ. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά ο μάγειρας είχε χρησιμοποιήσει αλάτι και λάδι.

Η Χαρίκλεια, χαμογελώντας ώς τ’αφτιά, είπε: «Τι έμαθα; Έφαγε ξευτίλα η καριόλα η Εσμεράλδα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ευγενία, μασώντας, «κάτι πήρε το μάτι μας.»

Η Βάρμη είχε το βλέμμα της εστιασμένο αποκλειστικά στο φαγητό της.

«Οι Μέγαιρες λένε πως εσύ τη χτύπησες. Θέλουν να σε γδάρουν,» είπε η Χαρίκλεια στην Ευγενία.

«Εγώ; Δε νομίζω κανένας φρουρός να με είδε. Ούτε καν η... δούλα της Εσμεράλδας.»

Η Χαρίκλεια γέλασε. «‘Δούλα της Εσμεράλδας’!... Αρχίζεις να μ’αρέσεις πολύ, Ρία δικιά μου!»

«Αλλά να προσέχεις, Ρία,» τόνισε η Ρίτα, «γιατί τώρα αυτές πραγματικά θέλουν να σε γδάρουν.»

«Γι’αυτό δεν είμαι μαζί σας;» είπε η Ευγενία, πίνοντας μια γουλιά απ’το νερό της.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό, είχαν τρεις ώρες ελεύθερες για να κάνουν ό,τι ήθελαν στον περίβολο και στα οικήματα του Δεσμωτηρίου που τους επιτρεπόταν πρόσβαση. Στην περιοχή των αντρών, φυσικά, απαγορευόταν να πάνε, όπως επίσης και στους κοιτώνες των δεσμοφυλάκων και στο διοικητήριο του Δεσμωτηρίου.

Η Ευγενία παρατήρησε ότι οι Μέγαιρες του Κρόνου την ατένιζαν με βλέμματα εχθρικά, καθώς εκείνη, η Χαρίκλεια, και οι άλλες της συμμορίας της Χαρίκλειας είχαν βγει από την τραπεζαρία και στέκονταν στον περίβολο, καπνίζοντας τσιγάρα που είχε αγοράσει μία από αυτές και είχε αποφασίσει να τα μοιραστεί με τις υπόλοιπες.

Η Ευγενία ήθελε να εξερευνήσει τους χώρους του Δεσμωτηρίου, αλλά καταλάβαινε πως αν οι Μέγαιρες την έβρισκαν μόνη θα γινόταν επεισόδιο το οποίο πιθανώς να μην είχε καλή κατάληξη για εκείνη. Ωστόσο, ήταν Θυγατέρα της Πόλης και η πολεοτύχη πάντοτε την ακολουθούσε.

Ένα φορτηγό που είχε μόλις μπει στον περίβολο του Δεσμωτηρίου πέρασε μπροστά από εκείνη και τη συμμορία της Χαρίκλειας κρύβοντάς τες από τις Μέγαιρες του Κρόνου που στέκονταν ή κάθονταν, σε αρκετή απόσταση, γύρω από τις πέντε αρχηγούς της συμμορίας τους. Η Ευγενία χρησιμοποίησε το φορτηγό ως κάλυψη για να φύγει. Απομακρύνθηκε καθώς η Χαρίκλεια και οι υπόλοιπες είχαν τα βλέμματά τους προς στιγμή στραμμένα αλλού. Μόνο στη Βάρμη η Ευγενία ψιθύρισε: «Πάω στην τουαλέτα,» και μετά εξαφανίστηκε.

Ο περίβολος του Α’ Δεσμωτηρίου της Παράλληλης Συνοικίας ήταν μεγάλος. Όχι τόσο μεγάλος όσο κάποιων άλλων ιδρυμάτων της Ρελκάμνια, που ήταν σχεδόν ολόκληρες συνοικίες από μόνα τους, αλλά μεγάλος· και είχε αρκετές κρυψώνες και μέρη απ’όπου μπορούσε να περάσει κανείς απαρατήρητος. Ειδικά μια γυναίκα που έβλεπε τα σημάδια της Πόλης και είχε τις ταχυδακτυλουργικές ικανότητες της Ευγενίας. Το να αποφεύγει τα μάτια των δεσμοφυλάκων δεν ήταν πρόβλημα για εκείνη. Περνούσε πίσω από τις πλάτες τους χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα. Ήταν σαν φάντασμα.

Ορισμένα στοιχειακά πνεύματα που γενικώς περιφέρονταν βαριεστημένα στον χώρο έμοιαζαν να έχουν αρχίσει να της δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Η Ευγενία χτύπησε το πόδι της προς ένα απ’αυτά που έκανε να την πλησιάσει εχθρικά, και το πνεύμα απομακρύνθηκε. Σ’ένα άλλο έκλεισε το μάτι, κι αυτό την ακολούθησε σαν περίεργη γάτα, με τη μορφή του να διαγράφεται ανάμεσα στις σκιές, επάνω στα χαλίκια του περίβολου, επάνω στη γεωγραφία των τοίχων. Δεν ήταν κανένα μοχθηρό πνεύμα· ήταν από εκείνα που τους αρέσει να παρακολουθούν τους ανθρώπους, που δεν ξέρουν καν πώς να τους βλάψουν – τα μυαλά των ανθρώπων είναι πολύ παράξενα γι’αυτά τα στοιχειακά.

Η Ευγενία, ακολουθώντας τα πολεοσημάδια, οδηγήθηκε στο πλάι των κοιτώνων των δεσμοφυλάκων, και είδε ότι ένα παράθυρο στον πρώτο όροφο ήταν ανοιχτό. Μπορούσε να πηδήσει, να το φτάσει, και ν’ανεβεί. Και δεν διαισθανόταν κίνδυνο. Μα δεν το έκανε, γιατί δεν ένιωθε παρακινημένη. Γιατί να έμπαινε;

Εκτός αν...

Μια ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό της. Έβγαλε τα παπούτσια της, τα έβαλε στην τσέπη του χιτώνα της, πήδησε, πιάστηκε από το περβάζι του ανοιχτού παραθύρου, και τραβήχτηκε επάνω, κοιτάζοντας με προσοχή. Μπορεί να μη διαισθανόταν κίνδυνο, μα ποτέ δεν ήταν απρόσεχτη. Μέσα είδε ένα δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια, το ένα πάνω από το άλλο – δύο και δύο. Ανάμεσα από τα κρεβάτια υπήρχαν φωριαμοί. Ο ένας ήταν αφημένος μισάνοιχτος.

Το στοιχειακό πνεύμα που ακολουθούσε την Ευγενία μπήκε στον χώρο, περιφερόμενο άσκοπα. Η Ευγενία μπήκε επίσης, πλησίασε τον μισάνοιχτο φωριαμό, και μέσα, όπως υποψιαζόταν, βρήκε πράγματα που πιθανώς να της φαίνονταν χρήσιμα στο σύντομο μέλλον. Μια στολή δεσμοφύλακα, κατά πρώτον: γυναικεία στολή. Μπότες. Ζώνη. Ρόπαλο. Ένα ενεργειακό πιστόλι με δύο επιπλέον μπαταρίες. Έναν μικρό σάκο. Μερικές δεκάδες δεκάδια σε χαρτονομίσματα. Η Ευγενία πήρε τον μικρό σάκο κι έβαλε μέσα όλα τα υπόλοιπα, δίχως καθυστέρηση.

Το πνεύμα είχε πάει ώς την ανοιχτή πόρτα του θαλάμου και τώρα της έγνεψε ότι κάποια ερχόταν. Η Ευγενία έριξε τον σάκο στον ώμο της, πάτησε στο περβάζι του παραθύρου, και πήδησε κάτω, ευέλικτη σαν γάτα.

Κάπου έπρεπε να κρύψει αυτό τον σάκο. Κάπου όπου κανείς δεν θα τον έβρισκε. Δεν μπορούσε, φυσικά, να τον πάρει στο κελί της· στο ταβάνι του κελιού της υπήρχε τηλεοπτικός πομπός.

Η Ευγενία είχε ακόμα μια ιδέα. Θα πήγαινε στην αυλή πίσω από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο, σ’αυτή τη Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα. Φόρεσε τα παπούτσια της και ξεκίνησε. Το στοιχειακό πνεύμα εξακολουθούσε να την ακολουθεί, μπλεγμένο γύρω από τους αστραγάλους της, σαν να το μαγνήτιζε εκεί το σημάδι στο δεξί της πέλμα.

Η Ευγενία δεν ήθελε, φυσικά, κανείς να τη δει να διασχίζει τον περίβολο με τον μικρό σάκο στον ώμο. Θα έπρεπε να είναι ακόμα πιο προσεχτική από πριν. Το μυαλό της εστιάστηκε στα σημάδια που της έδινε η Πόλη, και τα στοιχειακά του Δεσμωτηρίου έδειχναν όλα μαγεμένα από την ασυνήθιστη κρατούμενη. Την έβλεπαν με δέος και ενθουσιασμό, συγχρόνως· η Ευγενία το διέκρινε στις μορφές τους. Ήταν κάτι το τρομερά ενδιαφέρον γι’αυτά: κάτι που ξέφευγε από τη συνηθισμένη πραγματικότητα του Δεσμωτηρίου. Περίμεναν να δουν την επόμενή της κίνηση, όπως ένας άνθρωπος κάθεται και παρατηρεί για να δει τι θα κάνει ένα πουλί που του έχει φανεί περίεργο. Η Ευγενία θα ορκιζόταν ότι, μάλιστα, έβαζαν στοιχήματα αναμεταξύ τους – ό,τι είδους στοιχήματα μπορούσαν να βάλουν τα στοιχειακά πνεύματα της Ατέρμονης Πολιτείας.

Τα πολεοσημάδια την έκαναν να παραστρατήσει, να φύγει από την πορεία που σκόπευε ν’ακολουθήσει, να μην πάει κατευθείαν στην αυλή πίσω από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο. Και γι’αυτό δεν έφταιγαν καθόλου τα στοιχειακά πνεύματα. Έφταιγε μια παρουσία που διέκρινε η Ευγενία μέσα από τα σημάδια της Πόλης: μια παρουσία που ήταν τόσο ασυνήθιστη για εκείνη όσο η ίδια ήταν ασυνήθιστη για τα στοιχειακά. Τι μπορεί να ήταν αυτό; Σίγουρα δεν ήταν πνεύμα...

Η Ευγενία ακολούθησε τα πολεοσημάδια, για να την οδηγήσουν στην παραδοξότητα. Και, περνώντας μέσα από έναν χώρο στάθμευσης οχημάτων σκεπασμένο με υπόστεγο, έφτασε στο πλάι μιας αποθήκης τροφίμων, όπου βρέθηκε αντίκρυ σε μια γάτα που μασουλούσε ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Η γάτα– ή, μάλλον, ο γάτος – ήταν αναμφίβολα αρσενικός· η Ευγενία το καταλάβαινε – είχε γκρίζο τρίχωμα με μια κατάμαυρη λωρίδα που ξεκινούσε ανάμεσα από τ’αφτιά και έφτανε ώς τα οπίσθια, βάφοντας ολόκληρη την ουρά του μαύρη. Τ’αφτιά του ήταν μεγάλα και πεταχτά· σχεδόν σαν λαγού. Τα μουστάκια του πελώρια, περήφανα. Τα μάτια του στράφηκαν στην Ευγενία, το αριστερό χρυσαφί, το δεξί γαλανό, γυαλίζοντας.

Και η Ευγενία έμεινε μουδιασμένη για μερικές στιγμές, ατενίζοντας τον τρομερό αίλουρο. Γιατί αντιλαμβανόταν ότι δεν έβλεπε έναν συνηθισμένο γάτο. Είχε την εντύπωση – την πολύ έντονη εντύπωση – τη βεβαιότητα – ότι αντίκριζε τουλάχιστον τέσσερις γάτους που ο ένας επικάλυπτε τον άλλο, σαν αυτό το ζώο να ζούσε σε τέσσερις πραγματικότητες συγχρόνως.

Ο γάτος σύριξε προς το μέρος της, δείχνοντας τα δόντια του.

Η Ευγενία τον πλησίασε, λυγίζοντας τα γόνατα. Εκείνος δεν έκανε ν’απομακρυνθεί, βέβαιος ότι δεν θα τολμούσε να τον πειράξει.

«Γεια,» ψιθύρισε η Ευγενία, απλώνοντας το χέρι της προς το μέρος του. «Με λένε Ευγενία. Ξέρεις τι είμαι;»

Ο γάτος τέντωσε το ένα μπροστινό πόδι του, βάζοντάς το πάνω στην παλάμη της. Τα μουστάκια του χαμογελούσαν. Τα μάτια του μαρτυρούσαν ότι κι εκείνος καταλάβαινε πως κάτι ασυνήθιστο ήταν η γυναίκα μπροστά του.

Ύστερα, απρόσμενα, στράφηκε απ’την άλλη κι έφυγε. Χάθηκε μέσα στις σκιές του μεσημεριού.

Κυριολεκτικά. Χάθηκε μέσα στις σκιές. Η Ευγενία δεν τον είδε να βγαίνει από πουθενά. Οι σκιές τον κατάπιαν.

Αλλά δεν ήταν πνεύμα. Ήταν, αναμφίβολα, ένα ζώο με σάρκα και οστά. Ο καθένας μπορούσε να τον δει, όχι μόνο η Ευγενία. Κι όμως – υπήρχε κάτι το υπερβατικό σ’αυτό τον γάτο. Ήταν σαν... όχι ‘σαν’ – γλιστρούσε μέσα στην πραγματικότητα της Ρελκάμνια όπως ένα ψάρι γλιστρά μέσα στο νερό μιας θάλασσας.

Η Ευγενία, σ’όλες της τις περιπλανήσεις, δεν είχε ποτέ ξανά συναντήσει τέτοιο αιλουροειδές, παρότι ομολογουμένως είχε δει πολλά παράδοξα πράγματα – η Πόλη την είχε οδηγήσει σ’αυτά, η δασκάλα όλων τους.

Το στοιχειακό πνεύμα που μέχρι στιγμής την ακολουθούσε είχε πλέον φύγει, παρατήρησε ξαφνικά η Ευγενία. Ο γάτος το είχε τρομάξει;

Πάμε στη δουλειά μας, σκέφτηκε. Βέβαιη ότι, αργά ή γρήγορα, θα ξανασυναντούσε τον μυστηριώδη αίλουρο του Δεσμωτηρίου.

*

Καθώς κατευθυνόταν προς το τηλεπικοινωνιακό κέντρο, περνώντας πίσω από τις πλάτες δεσμοφυλάκων, περνώντας από μεριές όπου ακριβώς εκείνη τη στιγμή τα μάτια τους δεν κοίταζαν, περνώντας δίπλα από σταθμευμένα οχήματα ή κιβώτια, είδε ότι κάτι γινόταν στο κέντρο του περιβόλου. Μια πρόχειρη εξέδρα είχε στηθεί, όχι πολύ ψηλή, και μια γυναίκα ήταν δεμένη εκεί, επάνω σ’ένα μεγάλο Χ. Είχε δέρμα λευκό-ροζ, και ήταν γυμνή· μονάχα την περισκελίδα της φορούσε.

Μια δεσμοφύλακας που στεκόταν πλάι στην εξέδρα – η Μάρθα! την αναγνώρισε η Ευγενία από τα πολεοσημάδια γύρω της, παρότι ήταν μακριά – ύψωσε έναν ενεργειακό τηλεβόα και μίλησε: «Αυτή η κρατούμενη, με το όνομα Κλόντια Νελκάντω, επιτέθηκε σε έναν από τους φύλακες του Δεσμωτηρίου, χτυπώντας τον άσχημα. Αυτή είναι η τιμωρία της, επειδή αποφασίσαμε να της δείξουμε έλεος.»

Ένας δεσμοφύλακας ανέβηκε, μετά, στην εξέδρα. Στο χέρι του ήταν ένα μακρύ δερμάτινο μαστίγιο, κι άρχισε να χτυπά την εκτεθειμένη πλάτη της δεμένης κρατούμενης. Κόκκινες σταγόνες τινάζονταν. Τα ουρλιαχτά της αντηχούσαν ολόγυρα. Ορισμένα αιμοχαρή στοιχειακά πνεύματα είχαν μαζευτεί κοντά της, για να ρουφήξουν οδύνη· τα υπόλοιπα την αγνοούσαν, περισσότερο μαγεμένα από την Ευγενία, που ήταν κάτι το καινούργιο για τον χώρο του Δεσμωτηρίου.

Πολλές από τις άλλες κρατούμενες στέκονταν και κοίταζαν την τιμωρία της δεμένης γυναίκας, καθώς και πολλοί από τους δεσμοφύλακες. Μερικοί γελούσαν, παρατήρησε με απέχθεια η Ευγενία.

Όπως και νάχε, τούτος ήταν ο αντιπερισπασμός που της χρειαζόταν. Πολεοτύχη, ίσως. Αν και δεν θα προτιμούσε κάποια να τιμωρηθεί έτσι. Από την άλλη, βέβαια, η Ευγενία δεν ήξερε τίποτα γ’αυτή την Κλόντια Νελκάντω· μπορεί και να της άξιζε η τιμωρία της.

Χωρίς δυσκολία έφτασε κοντά στο τηλεπικοινωνιακό κέντρο (το οποίο επιτρεπόταν να το χρησιμοποιούν οι κρατούμενες, αν και, φυσικά, όλες οι τηλεπικοινωνίες παρακολουθούνταν) και γλίστρησε, μέσα στις μεσημεριανές σκιές, στην πίσω αυλή του. Το μέρος ήταν ήσυχο εδώ. Πολύ ήσυχο. Τα ουρλιαχτά της Κλόντια Νελκάντω έφταναν απόμακρα. Η Ευγενία άκουγε το χορτάρι που φύτρωνε ανάμεσα από τα χαλίκια να τσακίζεται κάτω από τα πόδια της. Ο χώρος ήταν παρατημένος, και όντως συνόρευε με την περιοχή των αντρών.

Τα κάγκελα φαίνονταν όλα να είναι κανονικά στη θέση τους, αλλά η Χαρίκλεια είχε πει ότι αυτό δεν αλήθευε. Κάποια έβγαιναν ώστε οι γυναίκες να μπορούν να συναντηθούν με τους άντρες. Η Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα.

Επί του παρόντος, ένας άντρας ήταν από την άλλη μεριά, έχοντας την πλάτη του ακουμπισμένη σ’έναν τοίχο και καπνίζοντας τσιγάρο. Το δέρμα του ήταν πράσινο (σπάνιος δερματικός χρωματισμός), τα μαλλιά του μαύρα, κοντοκουρεμένα. Ψηλός. Τα χέρια του έμοιαζαν αρκετά μυώδη κάτω από τα μανίκια της μονοκόμματης στολής των φυλακισμένων αντρών.

Τα μάτια του στράφηκαν στην Ευγενία. Το ένα ανοιγόκλεισε υποψιασμένα. Τα χείλη του χαμογέλασαν γύρω απ’το τσιγάρο του. Και η Ευγενία είχε, κατευθείαν, μια πολύ καλή αίσθηση γι’αυτό τον τύπο. Νόμιζε ότι είχε βρεθεί στον σωστό τόπο, στον σωστό χρόνο. Τα πολεοσημάδια τής έλεγαν: τυχοδιωκτικός άνθρωπος, αλλά αρκετά αξιόπιστος.

Η Ευγενία έβαλε το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη της, κάνοντάς του, σιωπηλά, Σσσς.

Εκείνος ακόμα χαμογελούσε, αν και τώρα συνοφρυωμένος. Φύσηξε καπνό απ’τη μύτη.

Η Ευγενία έριξε μια ματιά τριγύρω, ψάχνοντας κρυψώνα για τον μικρό σάκο της. Δεν βρήκε καμία που να την ικανοποιεί.

«Τι είναι;» είπε ο άντρας.

Η Ευγενία τον πλησίασε. Πέρα από τα κάγκελα υπήρχε μια παρόμοια αυλή μ’αυτή πίσω απ’το τηλεπικοινωνιακό κέντρο, αλλά χωρίς καθόλου χαλίκια, όλο χόρτα και χώμα· κι ένα κιβώτιο ήταν παρατημένο εκεί, το οποίο έμοιαζε παλιό.

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε.

«Δεν είναι λίγο νωρίς γι’αυτή τη δουλειά; Θα μας μπανίσουν τα σκυλιά.»

«Δεν ήρθα γι’αυτή τη δουλειά.»

«Τι κάνεις, τότε, εδώ;»

«Εσύ τι κάνεις εδώ;»

«Καπνίζω με την ησυχία μου, δε βλέπεις;»

«Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;» ρώτησε η Ευγενία.

Ο τύπος ρούφηξε καπνό. Τον φύσηξε προς το μέρος της. «Για μαλάκες ψάχνεις;»

Η Ευγενία φύσηξε τον καπνό προς τα πίσω. «Ναι. Προσφέρεσαι;»

Ο τύπος μειδίασε. «Τι θέλεις;»

«Αυτό το κιβώτιο εκεί, τι έχει μέσα;»

Ο τύπος το κοίταξε. «Αυτό εκεί;» Μόρφασε, ανασηκώνοντας τους ώμους. «Τίποτα. Για να καθόμαστε τόχουμε.»

«Μπορείς να σκάψεις από κάτω του και να κρύψεις κάτι για μένα;»

«Τι;»

«Αυτό.» Έδειξε τον μικρό σάκο που είχε στον ώμο.

«Τι έχει μέσα;»

«Πράγματα που δε θες να σε πιάσουν να έχεις μαζί σου.»

Το ενδιαφέρον του κεντρίστηκε. «Δηλαδή;»

«Μια γυναικεία στολή δεσμοφύλακα, ένα ενεργειακό πιστόλι.»

«Γαμιέται ο Κρόνος.» Ο άντρας έριξε κάτω το τελειωμένο τσιγάρο του και το πάτησε. «Είσαι τρελή.» Δεν ήταν ερώτηση.

«Έχεις πρόβλημα, φίλε;» του είπε, μεταξύ αστείου και σοβαρού.

Ο πρασινόδερμος άντρας χαμογέλασε ξανά, με τρόπο που έκανε τις ορμόνες της να φουντώσουν. «Αν κρύψω τον σάκο σου, τι κερδίζω εγώ; Τι δίνεις; Τίποτα δεν είναι τσάμπα, ούτε εδώ ούτε πουθενά στη Ρελκάμνια.»

«Σχετικό είναι αυτό.»

«Τι δίνεις;» επέμεινε, ατενίζοντάς την έντονα.

Τα χαρτονομίσματα που είχε βρει στον φωριαμό, η Ευγενία τα είχε πλέον βάλει μέσα στο χιτώνιό της. Τώρα τα τράβηξε και τα έτεινε προς το μέρος του.

«Χμμ,» είπε ο άντρας, «ναι. Αλλά ξέρεις τι πρόβλημα υπάρχει, βασικά;»

«Τι;»

«Το βλέπεις εκείνο κει το φυλάκιο;» Έδειξε με μια κοφτή κίνηση των φρυδιών του. «Μας μπανίζει ο σκύλος που είν’ εκεί. Βλέπει ώς εδώ πέρα. Αν πάρω τον σάκο σου και τον θάψω, ίσως να το δει.»

«Δε θα το δει. Θα σου πω εγώ πότε ακριβώς να τον θάψεις και δε θα το δει.»

«Πώς είσαι τόσο σίγουρη;»

«Έχω καλά μάτια.»

«Τι σημασία έχει; Αποκλείεται να βλέπεις μες στο φυλάκιο!»

«Άκου που σου λέω: δεν θα σε δει αν ακολουθήσεις τις οδηγίες μου.»

Ο άντρας την κοίταξε διστακτικά, αλλά στην όψη του η Ευγενία διέκρινε ότι ο φόβος πάλευε με το περιπετειώδες πνεύμα του. Τελικά, της είπε: «Τριάντα δεκάδια.»

Η Ευγενία τού τα έδωσε. «Περίμενε τώρα,» είπε.

Περίμεναν.

Η Ευγενία παρατηρούσε τα πολεοσημάδια...

Μετά:

«Πάρε τον σάκο,» είπε, και τον πέρασε γρήγορα ανάμεσα από τα κάγκελα, συμπιέζοντάς τον – πράγμα όχι δύσκολο. Το μόνο σκληρό και σχετικά μεγάλο αντικείμενο εκεί μέσα ήταν το ενεργειακό πιστόλι. «Και περίμενε πάλι. Στάσου...»

Η Ευγενία παρατηρούσε τα πολεοσημάδια, κι εκείνος παρατηρούσε την Ευγενία, παραξενεμένος. «Κάτι δεν πάει καθόλου καλά μαζί σου, ρε,» είπε. «Ποια είσαι; Πώς σε λένε;»

Η Ευγενία έβαλε πάλι το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη της: Σσσς. Παρατηρούσε...

«Τώρα!» του είπε μετά από μερικές στιγμές. «Γρήγορα – θάψ’ τον! Γρήγορα!»

Ο άντρας πήγε στο κιβώτιο, το παραμέρισε, κι έσκαψε με τα χέρια του το χώμα, τραβώντας τα χόρτα. Έχωσε μες στον λάκκο τον μικρό σάκο, τον σκέπασε, τράβηξε πάλι από πάνω το κιβώτιο. Πλησίασε τα κάγκελα, μοιάζοντας λιγάκι αγχωμένος.

«Όλα καλά,» του είπε η Ευγενία.

Ο άντρας κοίταξε προς το φυλάκιο. Μετά έστρεψε το βλέμμα του πάλι σ’εκείνη. «Πώς το καταλάβαινες; Τι έκανες;»

«Μην το ψάχνεις. Πώς σε λένε;»

«Αλκάμελ.»

«Από τη Φεηνάρκια είσαι;» Το όνομα ήταν Φεηνάρκιο. Όχι πως αυτό ήταν και τόσο παράξενο· στη Ρελκάμνια κυκλοφορούσαν άνθρωποι με ονόματα από διάφορες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος.

Ο Αλκάμελ χαμογέλασε. «Ξέρεις για τη Φεηνάρκια; Οι γονείς μου ήταν από κει. Ήρθαν πριν από χρόνια στη Ρελκάμνια. Εσένα πώς σε λένε; Είσαι κι εσύ από–;»

«Όχι, από εδώ είμαι. Ευγενία με λένε, αλλά στο Δεσμωτήριο με ξέρουν ως Ρία.»

«Τι εννοείς;»

Η Ευγενία τού έκλεισε το μάτι, βάζοντας πάλι το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη της, έχοντας καταλάβει ότι ο τύπος την έβρισκε μ’όλη αυτή την παράξενη περιπέτεια.

«Στάσου,» της είπε καθώς εκείνη έκανε να γυρίσει για να φύγει. «Έρχεσαι εδώ και τις... κατάλληλες ώρες;»

«Θα με ξαναδείς,» αποκρίθηκε η Ευγενία – απορώντας κι η ίδια που το είπε αυτό με τόση βεβαιότητα· και δεν ήταν η πρώτη φορά που απορούσε με τον εαυτό της.

Ο μυστηριώδης γάτος πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά της, κουνώντας τη μαύρη ουρά του.

«Γαμήσου!» μούγκρισε ο Αλκάμελ. «Ο Διαβολόγατος!»

Η Ευγενία λοξοκοίταξε τον Αλκάμελ. «Ο Διαβολόγατος;»

«Δεν ξέρεις τον Διαβολόγατο; Πόσες μέρες είσαι εδώ, γαμώτο; Χτες μπήκες;»

Η Ευγενία γέλασε. «Ναι,» αποκρίθηκε, κι έφυγε σβέλτα από τη μικρή αυλή πίσω από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο.

Ο Διαβολόγατος την ακολούθησε.

*

Όταν συνάντησε τις άλλες, η Χαρίκλεια τη ρώτησε: «Πού είχες εξαφανιστεί;»

Η Βάρμη είπε: «Φοβηθήκαμε, Ρία.»

Η Ρίτα είπε: «Δεν πιστεύω να σε κυνήγησαν οι καριόλες» – εννοώντας τις Μέγαιρες του Κρόνου, προφανώς.

«Είσαι ’ντάξει;» τη ρώτησε η Καλλιόπη.

Η Ευγενία χαμογέλασε. «Για όνομα του Κρόνου! Στην τουαλέτα πήγα. Τα φασόλια με πείραξαν, νομίζω. Και μετά, βγαίνοντας, καθόμουν κι έβλεπα αυτή την κακομοίρα που τη μαστίγωσαν. Τι είχε κάνει πια;»

«Δεν άκουσες;» είπε η Χαρίκλεια. «Χτύπησε έναν φρουρό.»

«Τ’αρχίδια του πρέπει ακόμα νάναι πρησμένα,» πρόσθεσε η Ρίτα, δείχνοντας τα δόντια της σαν μοχθηρό αιλουροειδές. «Θα τη ρίξουν στην απομόνωση μετά απ’το μαστίγωμα, για δυο, τρεις μέρες.»

«Δεν ήταν δική μας, έτσι;» είπε η Ευγενία.

«Τις δικές μας τις ξέρεις όλες πια,» αποκρίθηκε η Χαρίκλεια.

«Ούτε Μέγαιρα ήταν, δυστυχώς,» είπε μια από τις γυναίκες της συμμορίας της Χαρίκλειας.

Βρίσκονταν στον χώρο αναψυχής, καθισμένες γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι. Κάποιες έπαιζαν Πολεοδόμο: ένα παιχνίδι με μηχανικό πίνακα πάνω στον οποίο παρουσιάζονταν ολογράμματα οικοδομημάτων ανάλογα με τα πλήκτρα που πατούσες. Ο κάθε παίκτης προσπαθούσε να φτιάξει όσο το δυνατόν πιο πολλά και πιο ψηλά οικοδομήματα και να τα γεφυρώσει μεταξύ τους.

Η Ευγενία είπε, μετά από λίγο: «Δε μου λέτε, έχετε δει ποτέ έναν περίεργο γάτο εδώ γύρω; Έχει διαφορετικά μάτια – ένα χρυσό κι ένα γαλανό. Είναι γκρίζος, αλλά έχει μια μαύρη λωρίδα απ’το κεφάλι ώς τον κώλο.» (Ο μυστηριώδης αίλουρος δεν ήταν πλέον μαζί της, φυσικά. Την είχε εγκαταλείψει προτού εκείνη πλησιάσει τον χώρο αναψυχής· είχε, πάλι, λιώσει μες στις σκιές.)

«Συνάντησες τον φίλο μας τον Διαβολόγατο,» την πληροφόρησε η Χαρίκλεια.

«Γιατί τόσο όμορφο όνομα;»

«Λένε πως είναι στοιχειακό της Ατέρμονης Πολιτείας. Δαίμονας. Και... δεν ξέρω... ίσως νάχουν δίκιο. Παρουσιάζεται σε κάτι πολύ περίεργα μέρη, κάτι πολύ περίεργες στιγμές. Ακόμα και τους φύλακες τρομάζει. Είναι σαν να μην υπάρχει μέρος όπου δεν μπορεί να μπει. Μια φορά η Ρίτα–»

«Άσε,» τη διέκοψε η Ρίτα, «μη μου το θυμίζεις.»

«Δεν το λέω σ’εσένα, τέκνο. Εσένα κοιτάζω;»

«Συγνώμη, δασκάλα,» μόρφασε η Ρίτα, βγάζοντάς της τη γλώσσα.

Η Χαρίκλεια είπε στην Ευγενία: «Η Ρίτα, μια φορά, ξύπνησε και τον βρήκε μες στο κελί της. Ούρλιαζε σαν παλαβή.» Γέλασε.

«Να δούμε εσύ πώς θα έκανες, δασκάλα, άμα τον έβρισκες πλάι σου, τον γαμημένο δαίμονα!» Η Ρίτα την κλότσησε κάτω απ’το τραπέζι.

«Συμμορφώσου, τέκνο,» της είπε η Χαρίκλεια. Και προς την Ευγενία: «Και το πιο παράξενο ξέρεις ποιο ήταν; Όχι μόνο κανείς δεν είχε καταλάβει πώς ο Διαβολόγατος χώθηκε μες στο κελί της Ρίτας, αλλά νομίζω πως ούτε ο τηλεοπτικός πομπός του κελιού τον είχε πιάσει. Δεν είχαν καταγραφεί τηλεοπτικά δεδομένα με τον γάτο να μπαίνει στο κελί – με καταλαβαίνεις; Έτσι, τουλάχιστον, άκουσα κάτι δεσμοφύλακες να λένε.»

«Ναι,» είπε η Ευγενία, νεύοντας, προβληματισμένη. Τι είδους γατί ήταν αυτό, μα τον Κρόνο; Γέννημα του Σκοτοδαίμονος;

«Υπάρχει, βέβαια, η υποψία,» είπε μια άλλη της συμμορίας, «ότι η Ρίτα τον έφερε στο κελί της κρυμμένο μες στον χιτώνα της – πιασμένο ανάμεσα στα πόδια της.»

«Γαμιέσαι, μαλακισμένη,» της είπε η Ρίτα κάνοντάς της κωλοδάχτυλο. Μερικές από τις άλλες γελούσαν.

*

Όταν τρεις ώρες πέρασαν, οι κρατούμενες επέστρεψαν στα κελιά τους. Τα κελιά έκλεισαν. Χρόνος κύλησε χωρίς να συμβαίνει τίποτα.

Την Ευγενία την πήρε ο ύπνος, ξαπλωμένη στο στενό κρεβάτι. Ονειρεύτηκε ότι τριγύριζε ακόμα στον περίβολο, κι ότι ο Διαβολόγατος ήταν μαζί της. Η παρουσία του ήταν πολύ έντονη. Μπορούσε να αισθανθεί το τρίχωμά του ανάμεσα στα δάχτυλά της καθώς χάιδευε τη ράχη του.

Μέσα στο όνειρο, την οδήγησε σε κάποια μέρη όπου η Ευγενία, στον πραγματικό κόσμο, δεν είχε πάει. Κι όταν ξύπνησε δεν αμφέβαλλε ότι αυτά τα μέρη όντως υπήρχαν. Μπορεί και να της χρειάζονταν στο σύντομο μέλλον.

Τα κελιά άνοιξαν πάλι, και η Μάρθα και η καφετόδερμη δεσμοφύλακας ήρθαν για να μαζέψουν την Ευγενία, την Καλλιόπη, και τη Βάρμη. Τις οδήγησαν στις τουαλέτες και τις πρόσταξαν να τις καθαρίσουν.

«Αυτή θάναι η δουλειά σας τα απογεύματα μέχρι που να σας πούμε κάτι διαφορετικό,» τις πληροφόρησε η Μάρθα.

Καθώς σφουγγάριζαν, η Ευγενία παρατήρησε ότι δεν ήταν οι μόνες που καθάριζαν εδώ. Και μια από τις άλλες ήταν Μέγαιρα του Κρόνου. Η Νόρα. Με το βλέμμα της θα σκότωνε την Ευγενία και τις φίλες της, αν μπορούσε. Αλλά δεν τις πλησίασε ούτε για να τους μιλήσει.

Μετά τη δουλειά, πήγαν για δείπνο στο εστιατόριο. Μια άνοστη σούπα ξανά, κι αυτή τη φορά δεν είχε ούτε κρέας μέσα· μόνο κάτι μανιτάρια σαν ωχρά σκουλήκια. Η Βάρμη δεν έφαγε πάνω από πέντε κουταλιές. Η Καλλιόπη τη ρώτησε αν μπορούσε εκείνη να φάει το υπόλοιπο. «Χάρισμά σου,» αποκρίθηκε η μάγισσα, και έσπρωξε το μπολ προς τη μαυρόδερμη γυναίκα.

Η Ευγενία έφαγε περισσότερο από τη Βάρμη, μα ούτε εκείνη τελείωσε όλη τη σούπα. Σε κάποια στιγμή, ενώ έκανε άσκοπη κουβέντα με τη Χαρίκλεια και τις άλλες, αισθάνθηκε κάτι ν’αγγίζει το δεξί της πόδι. Κοίταξε κάτω απ’το τραπέζι και είδε τον Διαβολόγατο να την ατενίζει με τα μάτια υψωμένα. Του έριξε ένα μικρό κομμάτι ψωμί. Και για λίγο εξακολουθούσε να τον νιώθει κοντά της. Μετά, όταν ξανακοίταξε κάτω απ’το τραπέζι, ο μυστηριώδης αίλουρος είχε εξαφανιστεί.

Το δείπνο ακολούθησαν δύο ώρες ξεκούρασης, κατά τις οποίες η Ευγενία έμεινε μαζί με τη συμμορία της Χαρίκλειας, στην αίθουσα αναψυχής, παρακολουθώντας τις σαχλαμάρες που έδειχνε η μεγάλη οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη. Κάποια είχε αγοράσει ξηρούς καρπούς από την καντίνα και μασουλούσαν καθώς κάθονταν. Από λίγους η καθεμία, φυσικά, για να πάρουν όλες.

Μετά, επέστρεψαν στη σκοτεινή ησυχία των κελιών τους.

Κεφάλαιο 9

Εκτός των άλλων, ένα από τα πιο φριχτά πράγματα στις φυλακές ήταν τα επαναλαμβανόμενα, κυκλικά ωράρια που δεν είχαν επιλέξει οι κρατούμενες. Τα πάντα συνέβαιναν ξανά και ξανά και ξανά, με τον ίδιο ρυθμό και με ελάχιστες αλλαγές και διαφοροποιήσεις. Το μυαλό άρχιζε να θολώνει, ύστερα από κάποιο καιρό αυτής της ρουτίνας, ή να διαστρέφεται. Η Ευγενία είχε δει σημάδια τούτου του φαινομένου σ’όλες τις φυλακισμένες που βρίσκονταν εδώ πριν από εκείνη. Τα μυαλά τους δεν είχαν τη γρήγορη αντίδραση που έχουν τα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων, ή είχαν αλλάξει, είχαν γίνει πιο μοχθηρά, πιο ύπουλα, πιο άγρια, προκειμένου να γλιτώσουν από τη νωθρότητα της επαναλαμβανόμενης, μουντής ρουτίνας. Ακόμα και τα στοιχειακά πνεύματα που τριγύριζαν εδώ μέσα βαριόνταν τα μυαλά που συναντούσαν, ή τα έβρισκαν παράξενα, διασκεδαστικά. Ορισμένα πνεύματα, δε, τα έλκυε η νοητική ταλαιπωρία. Γι’αυτό και έμεναν. Γι’αυτό ή για άλλους λόγους που μονάχα τα στοιχειακά της Ατέρμονης Πολιτείας καταλαβαίνουν.

Πέρα από την ανιαρή ρουτίνα, όμως, υπήρχε ακόμα μια αιτία για τη σχετικά μουδιασμένη κατάσταση των κρατούμενων. Το νερό. Η Ευγενία, από την αρχή, είχε μια παράξενη αίσθηση σχετικά με το νερό, αλλά τώρα πλέον ήταν βέβαιη. Οι φύλακες έριχναν κάποιο κατευναστικό μέσα του. Όχι τόσο μεγάλη δόση ώστε οι κρατούμενες να κοιμούνται όρθιες· απλά αρκετή για να είναι ελαφρώς πιο νωθρές και, άρα, ευκολότερα ελεγχόμενες.

Η Ευγενία αισθανόταν τον οργανισμό της να το καταπολεμά. Δεν ήταν εύκολο να δηλητηριάσεις μια Θυγατέρα της Πόλης. Τα περισσότερα δηλητήρια και φάρμακα δεν έπιαναν επάνω τους· το σώμα τους τα έφτυνε έξω, μαζί με τα ούρα, μαζί με τον ιδρώτα· ή απλά τα διέλυε εν ανάγκη – πράγμα αρκετά επώδυνο. Τώρα δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη. Η Ευγενία, όμως, καταλάβαινε ότι ο οργανισμός της έδιωχνε το φάρμακο που βρισκόταν μέσα στο νερό.

Και το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να βρίσκει πουθενά αλλού νερό. Ήταν υποχρεωμένη να πίνει αυτό που ερχόταν στο Δεσμωτήριο. Ακόμα και οι Θυγατέρες της Πόλης δεν ζούσαν χωρίς νερό.

Η επόμενη μέρα ήταν ίδια με την προηγούμενη. Η Ευγενία κατέβηκε, το πρωί, από το κελί της, συνάντησε την Καλλιόπη και τη Βάρμη’λι, πήγαν να φάνε πρωινό, και μετά κατευθύνθηκαν προς τον χώρο στάθμευσης όπου τις περίμενε το επιβατηγό όχημα που θα τις μετέφερε στον θόλο καλλιέργειας. Η Εσμεράλδα ήταν πάλι μαζί τους· όλες οι γυναίκες που θα δούλευαν εκεί ήταν ίδιες. Και ο Λοχίας Ιβάν Φένιλρηχ ήταν επίσης εδώ.

Ο οδηγός ενεργοποίησε τη μηχανή του οχήματος και τις μετέφερε έξω από το Δεσμωτήριο, στους δρόμους της Παράλληλης Συνοικίας, και σύντομα στον θόλο καλλιέργειας, όπου τις πρόσταξαν να κάνουν την ίδια δουλειά με χτες. Να σπέρνουν. Να χτυπάνε το χώμα με αξίνες, να ρίχνουν τους σπόρους, και να τους καλύπτουν. Η Ευγενία συνεργαζόταν με τη Βάρμη. Η Καλλιόπη συνεργαζόταν με τη γυναίκα που συνεργαζόταν και την προηγούμενη φορά. Η Εσμεράλδα, παρατήρησε η Ευγενία, ακολουθούσε την ίδια τακτική με πριν: έριχνε μόνο τους σπόρους στη γη, ενώ αυτή που ήταν μαζί της και έσκαβε και σκέπαζε τους σπόρους.

Η Ευγενία ήταν πανέτοιμη μήπως η Μέγαιρα τής επιτεθεί με κάποιον τρόπο. Μα καμια επίθεση δεν έγινε μέχρι το τέλος της εργασίας. Και ούτε ο Ιβάν κάλεσε τώρα την Ευγενία να πάει πουθενά μαζί του. Μάλλον δεν ήθελε να δώσει σε κανέναν την εντύπωση ότι έκανε κατάχρηση εξουσίας. Ή ίσως απλά να μην είχε όρεξη.

Η Ευγενία και η Βάρμη ήταν καταϊδρωμένες και κουρασμένες όταν ξαναμπήκαν στο όχημα μαζί με τις υπόλοιπες. Οι φύλακες τις μετέφεραν πίσω στο Δεσμωτήριο και τις άφησαν να ξεκουραστούν στα κελιά τους για καμια ώρα. Ύστερα, τα κελιά άνοιξαν αυτόματα, με δυνατούς τριγμούς και κρότους, και οι κρατούμενες βγήκαν και πήγαν στην τραπεζαρία για να πάρουν μεσημεριανό.

«Πού δουλεύετε εσείς τα πρωινά, ρε;» ρώτησε η Καλλιόπη τη Χαρίκλεια.

«Στο βαφείο.»

«Τι βάφετε;»

«Ρούχα.»

«Πού είναι το βαφείο;»

Η Χαρίκλεια τής είπε. Βρισκόταν μέσα στον περίβολο του Δεσμωτηρίου, πίσω από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο.

«Δύσκολη δουλειά;» ρώτησε η Βάρμη.

«Τι δύσκολη;» είπε μια γυναίκα της συμμορίας της Χαρίκλειας. «Κωλοβαράνε.»

«Έτσι νομίζεις, ε;» της είπε η Ρίτα, λοξοκοιτάζοντάς την καθώς έτρωγε.

«Εμάς μας έχουν δώσει την πιο δύσκολη δουλειά,» είπε η Βάρμη. «Έχουμε πεθάνει...»

Μετά το φαγητό, είχαν τρεις ώρες ελεύθερες, ως συνήθως. Η Ευγενία, η Καλλιόπη, και η Βάρμη πήγαν στα λουτρά για να πλυθούν. Ο χώρος ήταν μεγάλος, και το κάθε λουτρό απομονωμένο, χωρισμένο από τα άλλα με πλαστικά. Είχε έναν όρθιο σωλήνα που στο επάνω μέρος έστριβε, σαν τσιγκέλι, κι από εκεί ερχόταν το νερό χωρισμένο σε κάμποσες δέσμες. Λόγω της εποχής – φθινόπωρο – υπήρχε ζεστό νερό, αλλά το κάθε ντους ήταν ρυθμισμένο έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει ελάχιστο.

Η Ευγενία έβγαλε τα παπούτσια, τον χιτώνα, και τα εσώρουχά της και τα κρέμασε στο άγκιστρο πίσω από το ντους. Γύρισε τη βάνα για το κρύο και για το ζεστό νερό συγχρόνως, κι άφησε το χλιαρό υγρό να τη λούσει. Σαπούνι και πετσέτα τής είχαν ήδη δώσει οι δεσμοφύλακες. Η πετσέτα ήταν τώρα κρεμασμένη μαζί με τα ρούχα της. Το σαπούνι το χρησιμοποίησε για να τρίψει το σώμα της.

Ξαφνικά, τα ρυάκια και τα ρεύματα του νερού, οι σκιές πίσω από τα πλαστικά, οι διάφοροι θόρυβοι – όλα άρχισαν να μιλάνε στην Ευγενία για μια απειλή που ερχόταν από πίσω και από δίπλα, από τ’αριστερά. Ένα σημάδι που της έδινε η Πόλη και εκείνη μπορούσε αμέσως να κατανοήσει.

Χωρίς δισταγμό, στράφηκε έτσι ώστε να κοιτάζει πίσω και δίπλα (δεξιά, τώρα που είχε γυρίσει), ενώ το ντους ήταν ακόμα σε λειτουργία, λούζοντάς την, και το σαπούνι βρισκόταν στο χέρι της.

Το πλαστικό μπροστά της – το πλαστικό που ανοιγόκλεινε για να μπαίνεις στο λουτρό – παραμερίστηκε απότομα, και η Εσμεράλδα παρουσιάστηκε κρατώντας μια αλυσίδα. Φάνηκε ξαφνιασμένη που δεν έβλεπε την πλάτη της Ευγενίας.

Η Ευγενία τίναξε το σαπούνι καταπάνω της, πετυχαίνοντάς την στη μύτη. Με μια κραυγή, η Εσμεράλδα έκανε πίσω, γλιστρώντας στα νερά, πέφτοντας.

Την ίδια στιγμή, το πλαστικό δεξιά της Ευγενίας σκιζόταν από ένα στιλέτο και παραμεριζόταν. Η Νόρα – όχι ντυμένη με τη στολή της φυλακής όπως η Εσμεράλδα, αλλά μόνο με τα εσώρουχά της· πίσω της νερό φαινόταν να τρέχει από το ντους. Ούτε αυτή περίμενε ν’αντικρίσει τη σκηνή που αντίκριζε. Αλλά δεν άργησε ν’αντιδράσει.

«Σκύλα!» γρύλισε κι έκανε να μαχαιρώσει την Ευγενία, ορμώντας καταπάνω της. Η Ευγενία απέφυγε τη λεπίδα, γυρίζοντας το σώμα της στο πλάι, και ύψωσε το γόνατό της απότομα, χτυπώντας τη Νόρα στην κοιλιά. Ύστερα την έσπρωξε, για να τη στείλει πίσω και κάτω, αλλά η Μέγαιρα του Κρόνου άρπαξε το χέρι της κι έπεσαν κι οι δύο στο πάτωμα, γλιστρώντας στα νερά. Η Ευγενία βρέθηκε από πάνω, και γρονθοκόπησε τη Νόρα κατακέφαλα, ζαλίζοντάς την.

Διαισθάνθηκε κίνδυνο από πίσω της, και στράφηκε. Αλλά ήταν ήδη αργά. Η Εσμεράλδα τύλιξε την αλυσίδα γύρω απ’τον λαιμό της. Η Ευγενία άρπαξε τους μεταλλικούς κρίκους λίγο προτού σφιχτούν δυνατά πάνω στο δέρμα της – και τράβηξε – τράβηξε μ’όλη της τη δύναμη. Ουρλιάζοντας, η Εσμεράλδα έχασε την ισορροπία της, γλίστρησε στα σαπουνόνερα, κι έπεσε πάνω στην Ευγενία και στη Νάρα.

Οι τρεις τους μπλέχτηκαν η μία με την άλλη, παλεύοντας για λίγο σαν ψάρια έξω απ’το νερό, ενώ το ντους τις έλουζε. Η Ευγενία δέχτηκε μια γροθιά στη μύτη· πέταξε το στιλέτο από το χέρι της Νόρας κι αυτό κύλησε μακριά· δέχτηκε μια γονατιά στην πλάτη· δέχτηκε μια ανάστροφη στο πρόσωπο, μια αγκωνιά στα πλευρά· η αλυσίδα τυλίχτηκε γύρω απ’το δεξί της χέρι, και η Εσμεράλδα το τράβηξε προς τα πίσω σαν να ήθελε να το σπάσει. Η Ευγενία γύρισε απότομα, γλιστρώντας απ’τη λαβή της Νόρας μες στο νερό, και δάγκωσε την Εσμεράλδα στον λαιμό. Εκείνη ούρλιαξε: «Τρελή σκρόφα! Τρελή σκρόφα!» Αίμα πετάχτηκε.

Κι άλλες είχαν μαζευτεί γύρω, παραμερίζοντας τα πλαστικά, κοιτάζοντας να δουν τι γινόταν.

Το δεξί πέλμα της Ευγενίας – το πέλμα με το σημάδι των Θυγατέρων – κοπάνησε τη Νόρα καταπρόσωπο, καθώς οι τρεις τους ακόμα πάλευαν στο πάτωμα, και η Νόρα τινάχτηκε πίσω μ’ένα μούγκρισμα. Ένα δόντι έφυγε από το στόμα της.

Μια άλλη Μέγαιρα έκανε να βοηθήσει τις δύο που πάλευαν με την Ευγενία, αλλά η Καλλιόπη τής όρμησε, αρπάζοντάς την και τινάζοντάς την παραδίπλα. Και στη στιγμή άρχισαν όλες να αλληλοχτυπιούνται.

Η Εσμεράλδα, με τον λαιμό της να αιμορραγεί (αλλά όχι επικίνδυνα), σηκώθηκε στο ένα γόνατο, στροβιλίζοντας την κοντή αλυσίδα από πάνω της. Και την κατέβασε προς την Ευγενία. Αλλά χτύπησε μονάχα το πάτωμα, καθώς η Ευγενία είχε κάνει πέρα – και τώρα γρονθοκόπησε την Εσμεράλδα στο πλάι του προσώπου. Το κεφάλι της Μέγαιρας κοπάνησε στον όρθιο σωλήνα του ντους, κι εκείνη έπεσε ξανά στο πάτωμα, ζαλισμένη.

Η Ευγενία ορθώθηκε, παρά τα γλιστερά νερά, με χαρακτηριστική ευελιξία.

Και η Νόρα είχε, όμως, σηκωθεί. «Θα σε σκοτώσω, σκρόφα!» γρύλισε. Το πορφυρόδερμο σώμα της γυάλιζε από το νερό. Τα κατάμαυρα μάτια της γυάλιζαν από οργή.

«Νόρα!» Μια άλλη Μέγαιρα του Κρόνου – ένα από τα τσιράκια – της έδωσε ένα κοντό ρόπαλο. «Τσάκισέ την, Νόρα!»

Η Ευγενία κλότσησε άγρια, αλλά όχι τη Νόρα: την Εσμεράλδα, που προσπαθούσε να ανασηκωθεί· και το κεφάλι της Μέγαιρας ξανακοπάνησε πάνω στον όρθιο σωλήνα του ντους κι έμεινε ακίνητη αυτή τη φορά.

Η Νόρα όρμησε, συρίζοντας, με το ρόπαλο υψωμένο–

Κάτι πετάχτηκε μπροστά της, συρίζοντας κι αυτό· μπλέχτηκε στα πόδια της. Η Νόρα, μ’ένα ουρλιαχτό, έχασε την ισορροπία της· σωριάστηκε. Ο Διαβολόγατος βρέθηκε πάνω της, μπήγοντας τα νύχια του στο κόκκινο δέρμα της, δείχνοντας τα δόντια της. Η κραυγή της Νόρας φανέρωνε μόνο τρόμο τώρα.

Η Ευγενία έφυγε, επιστρέφοντας στο δικό της λουτρό, παραδίπλα. Οι δεσμοφύλακες είχαν έρθει· της το έλεγαν όλα τα πολεοσημάδια που έβλεπε. Άρπαξε την πετσέτα και τα ρούχα της και προσπάθησε να απομακρυνθεί, περνώντας από λουτρό σε λουτρό, γλιστρώντας χωρίς δυσκολία μέσα από τα ανοίγματα ανάμεσα στα πλαστικά και στους τοίχους. Δεν έπρεπε οι δεσμοφύλακες να τη βρουν εδώ. Αν την έβρισκαν μπορεί να της έριχναν καμια ποινή που θα την παρακώλυε στη δουλειά της – να εντοπίσει τον Νόρενταμπ και να φύγει μαζί του όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

Σαματάς εξακολουθούσε να γίνεται μέσα στα λουτρά. Ξύλο έπεφτε· φωνές αντηχούσαν, κραυγές, ουρλιαχτά, βρισιές, κατάρες· τα ρόπαλα των φυλάκων ακούγονταν χαρακτηριστικά καθώς χτυπούσαν σώματα.

Η Ευγενία βρέθηκε σε αδιέξοδο. Πίσω από ένα πλαστικό χώρισμα έβλεπε πως στην είσοδο των λουτρών στέκονταν δύο δεσμοφύλακες, αδύνατον να τους προσπεράσει ακόμα και με τις δικές της ικανότητες. Λίγο πιο πριν, όμως, ήταν ένα παράθυρο, δεν ήταν; Η Ευγενία επέστρεψε στο προ-προηγούμενο λουτρό. Ναι, ένα παράθυρο ήταν εδώ, πίσω από τον όρθιο σωλήνα του ντους. Η Ευγενία το άνοιξε, σκαρφάλωσε επάνω, και κοίταξε έξω. Η πίσω μεριά των λουτρών. Και όλα τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν ότι δεν παρακολουθείτο επί του παρόντος. Η Ευγενία έριξε τα ρούχα της έξω, πέρασε, ευέλικτη σαν γάτα, μέσα από το παράθυρο (που δεν ήταν και τόσο μεγάλο), και πήδησε κάτω.

Γαμήσου, σκέφτηκε. Παραλίγο να μπλέξουμε. Σκουπίστηκε γρήγορα με την πετσέτα, φόρεσε τα εσώρουχά της και τα ρούχα της, και–

Μια κίνηση από δίπλα, μαζί με αλλαγές στα πολεοσημάδια. Στράφηκε και είδε τον Διαβολόγατο να πλησιάζει.

Χαμογέλασε. «Ευχαριστώ, φίλε,» του είπε.

«Μιάοορ...» της αποκρίθηκε.

Απομακρύνθηκαν παρέα από τα λουτρά, ενώ από μέσα κραυγές ακούγονταν.

*

Οι δεσμοφύλακες βρίσκονταν σε σύγχυση επειδή δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποια ή ποιες το είχαν αρχίσει. Αν είχαν πιάσει εκεί την Ευγενία, να παλεύει με τις δύο Μέγαιρες, μάλλον θα τις είχαν ρίξει και τις τρεις στην απομόνωση για μερικές μέρες, της είπε η Χαρίκλεια. Έτσι, όμως, όπως είχε εξελιχτεί η κατάσταση δεν ήξεραν πού να επιβάλουν ποινές, οπότε τιμώρησαν όλες τις κρατούμενες. Απόψε, όσες είχαν πιαστεί στα λουτρά δεν θα έπαιρναν δείπνο, και, επιπλέον, θα έχαναν μία έξοδο. «Ευτυχώς,» είπε η Χαρίκλεια, «δεν ήμουν κι εγώ μαζί σας. Το φαγητό δεν με νοιάζει, αλλά δεν ήθελα να χάσω τσάμπα μια έξοδο.

»Καλά τούς έκανες πάντως,» πρόσθεσε μειδιώντας. «Για τις Μέγαιρες μιλάω. Θα το θυμούνται αυτό για καιρό – χαχαχαχαχα!

»Πρόσεχε, όμως,» συνέχισε. «Τώρα έχεις μόνο έναν δρόμο μπροστά σου. Να τις κάνει να σε φοβούνται. Αλλιώς θα σε λιανίσουν.»

«Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν,» αποκρίθηκε η Ευγενία, που, στην πραγματικότητα, σκεφτόταν πώς να φτάσει στον Νόρενταμπ χωρίς να χρειαστεί να περιμένει την επόμενη συνάντηση στη Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα.

Θα μπορούσε, βέβαια, απλά να πάει μόνη της εκεί, δίχως να ρωτήσει καμια άλλη... Ίσως και να το επιχειρούσε. Έπρεπε να μάθει πού είχαν τον Νόρενταμπ, αν ήταν να γλιστρήσει μέσα στην περιοχή των αντρών για να τον πάρει από τις φυλακές.

Μετά την ανάπαυση των τριών ωρών, κλείστηκαν όλες στα κελιά τους – εκτός από αυτές που είχαν πιαστεί να παλεύουν στα λουτρά οι οποίες κλείστηκαν στα κελιά τους από πιο πριν. Κάποιος χρόνος πέρασε και τα κελιά άνοιξαν πάλι· η Ευγενία βγήκε και συνάντησε τη Βάρμη και την Καλλιόπη. Πήγαν στις τουαλέτες για να τις καθαρίσουν, όπως και χτες.

Η Βάρμη είπε: «Τι κρίμα που δεν θα φάμε απόψε. Ούτως ή άλλως, δεν θα τρωγόταν ό,τι κι αν μας έδιναν.»

Η Καλλιόπη γέλασε.

Η Νόρα δεν ήταν αυτή τη φορά στις τουαλέτες· πρέπει να της είχαν δώσει άλλη δουλειά, ίσως επειδή ήταν μπλεγμένη στον καβγά μαζί με τη Βάρμη και την Καλλιόπη, ίσως για διαφορετικό λόγο.

Το βράδυ, μετά το φαγητό (που ήταν άθλιο όπως πάντα), η Ευγενία αναρωτήθηκε αν ήταν καλή ώρα τώρα για να πάει στη Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα. Γιατί, απ’ό,τι καταλάβαινε απ’αυτά που έλεγαν η Χαρίκλεια κι οι άλλες κατά το δείπνο, η συμμορία της θα συναντούσε τους άντρες ύστερα από μέρες. Όχι απόψε, πάντως· ούτε αύριο· ούτε μεθαύριο. Και ο χρόνος κυνηγούσε την Ευγενία. Φοβόταν για τον Ρίκερελ.

Κοίταξε τα πολεοσημάδια στον περίβολο του Δεσμωτηρίου. Δεν της φανέρωναν τίποτα απολύτως. Ήταν πολύ συγκεκριμένη η πληροφορία που ήθελε. Μόνη της έπρεπε ν’αποφασίσει αν ήταν καλή στιγμή να πάει στη Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα ή όχι.

«Θάρθεις μαζί μας στο γυμναστήριο;» τη ρώτησε η Χαρίκλεια. «Αφού τα βάζεις έτσι με τις Μέγαιρες, καλύτερα να γυμναστείς λίγο. Θα σου χρειαστεί.»

«Πηγαίνετε εσείς και θα έρθω μετά.»

«Να προσέχεις,» της είπε η Ρίτα.

Είχε βαρεθεί να της λένε να προσέχει. Αλλά είχαν κάποιο δίκιο. Μόλις είχε μπει εδώ μέσα, είχε κάνει εχθρούς. Τουλάχιστον, θα φύγω σύντομα. Ελπίζω.

Βασικά, μπορούσε να φύγει οποιαδήποτε στιγμή ήθελε. Έχοντας παρατηρήσει πλέον αρκετά πώς λειτουργούσε τούτη η φυλακή, είχε ήδη σκεφτεί έναν τρόπο για να δραπετεύσει. Για μια Θυγατέρα της Πόλης δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Αλλά εκείνο που την ενδιέφερε δεν ήταν να φύγει μόνη· ήταν να φύγει μαζί με τον παλιόφιλό της τον Νόρενταμπ.

Καθώς οι άλλες απομακρύνονταν κατευθυνόμενες προς το γυμναστήριο, η Ευγενία γλίστρησε μέσα στα σκοτάδια του νυχτερινού περιβόλου. Η Βάρμη και η Καλλιόπη δεν ήταν κοντά της, φυσικά· μετά τη δουλειά στις τουαλέτες, είχαν επιστρέψει αμέσως στα κελιά τους, όπως και όλες όσες είχαν μπλέξει στον καβγά στα λουτρά.

Η Ευγενία πλησίασε το τηλεπικοινωνιακό κέντρο χωρίς να κρύβεται εσκεμμένα από κανέναν. Όποιος την έβλεπε θα υπέθετε ότι πήγαινε εκεί για να καλέσει κανέναν γνωστό της. Αλλά, λίγο προτού φτάσει στην είσοδο του κέντρου, ακολούθησε έναν σκιερό δρόμο που της έδειχναν τα σημάδια της Πόλης – έναν δρόμο που κανείς δεν κοίταζε εκτός από τα στοιχειακά πνεύματα του Δεσμωτηρίου.

Η Ευγενία πέρασε δίπλα από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο και βρέθηκε κοντά στην αυλή πίσω του. Κρυφοκοιτάζοντας από μια γωνία, είδε ότι κάποιοι βρίσκονταν συγκεντρωμένοι εκεί, μες στο σκοτάδι. Ήταν κι ο Νόρενταμπ, μήπως; Όχι, δεν ήταν· τα πολεοσημάδια τής το φανέρωσαν αμέσως, παρότι κανενός το πρόσωπο δεν φαινόταν καθαρά. Το μέρος ήταν πολύ σκοτεινό. Και κανείς δεν ήταν μόνος· βρίσκονταν ο ένας κοντά στον άλλο, τουλάχιστον ανά δύο. Ερωτοτροπούσαν. Η Ευγενία είδε ένα ζευγάρι να φιλιέται καθισμένο στο έδαφος· ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα πάνω στον πίσω τοίχο του τηλεπικοινωνιακού κέντρου· μια γυναίκα να καβαλά έναν άντρα λίγο πιο δίπλα από το άνοιγμα των κάγκελων ανάμεσα στην περιοχή των αντρών και στην περιοχή των γυναικών· έναν άντρα να καβαλά μια γυναίκα, από την άλλη μεριά, μες στην περιοχή των αντρών, ενώ τα πόδια της ήταν στους ώμους του κι ένας άλλος ήταν γονατισμένος παραδίπλα, παίζοντας με τα μαλλιά της και με το πουλί του... Η Ευγενία υπολόγιζε ότι καμια ντουζίνα άντρες συνευρίσκονταν εδώ με καμια ντουζίνα γυναίκες. Ποιον να πλησίαζε για να ρωτήσει για τον Νόρενταμπ; Τα πολεοσημάδια δεν την καθοδηγούσαν πουθενά.

Να περνούσε, μήπως, στην άλλη πλευρά – στην περιοχή των αντρών – ώστε να πάρει από εκεί τα πράγματα που είχε κρύψει ο Αλκάμελ και να ερευνήσει; Δεν της έμοιαζε με καλή ιδέα. Είχε ελάχιστες πληροφορίες για την περιοχή των αντρών. Θα ήταν πολύ ριψοκίνδυνο.

Τα δύο πνεύματα που βρίσκονταν εδώ ήταν του... παρατηρητικού είδους – από αυτά που παρακολουθούν τους ανθρώπους στις δραστηριότητές τους όπως οι άνθρωποι παρακολουθούν τα πλάσματα που τους παραξενεύουν. Το ένα από τα δύο ήταν εκείνο που είχε ακολουθήσει την Ευγενία χτες για κάποια ώρα, που περιστρεφόταν γύρω από τα πόδια της.

Κανένα από τα στοιχειακά δεν μπορούσε να τη βοηθήσει τώρα.

Η Ευγενία γύρισε και έφυγε. Θα έπρεπε να περιμένει γι’άλλη φορά. Απόψε δεν γινόταν. Ο... καιρός στην Πόλη δεν την ευνοούσε.

Κεφάλαιο 10

Και οι πέντε Μέγαιρες του Κρόνου ήταν βαρυποινίτισσες. Δεν θα έβγαιναν γρήγορα από το Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Έτσι ήταν σημαντικό γι’αυτές να τις φοβούνται οι άλλες γυναίκες που βρίσκονταν εδώ. Ήταν θέμα κύρους. Αλλά ήταν, συγχρόνως, και θέμα τού να περνάνε καλύτερα οι ίδιες.

Αυτή η γαμιόλα η Ρία Ζέριλνηχ είχε δώσει κακό παράδειγμα. Είχε δείξει ότι κάποια μπορούσε να τα βάλει μαζί τους και να τις νικήσει. Μόνη της, μάλιστα. Αυτό ήταν απαράδεκτο. Έπρεπε να διορθωθεί. Και θα διορθωνόταν. Η Ρία, άλλωστε, δεν ήταν παρά μια καινούργια σκρόφα που είχε πρόσφατα μπει στη φυλακή· θα έπαιρνε το μάθημά της.

Σύντομα.

Οι πέντε Μέγαιρες ήταν τώρα συγκεντρωμένες στον προσωπικό τους θάλαμο, που δεν ήταν πραγματικά προσωπικό τους θάλαμος αλλά ένα μέρος του γυμναστηρίου όπου καμια άλλη δεν ερχόταν όταν αυτές ήθελαν να μείνουν μόνες εκεί για να μιλήσουν. Δύο απ’τα τσιράκια τους φυλούσαν την είσοδο, καπνίζοντας.

Η Νόρα ήταν ακόμα μελανιασμένη από τη συμπλοκή με τη Ρία χτες στα λουτρά. Μια μεγάλη μαυρίλα υπήρχε πάνω στο πλατύ, κοκκινόδερμο πρόσωπό της, εκεί όπου είχε δεχτεί την κλοτσιά της. «Θα τη σκοτώσω,» είπε. «Δε θα τη σκοτώσω μόνο. Θα τη δέσω και θα τη γδάρω. Αργά.»

Η Εσμεράλδα καθόταν παραδίπλα, πάνω σ’έναν πάγκο. Το χρυσόδερμο πρόσωπό της ήταν χειρότερα μελανιασμένο από της Νόρας, και πονούσε παντού. Δεν μίλησε, αλλά η έκφρασή της ήταν γεμάτη οργή.

«Εγώ,» είπε η Ολκίριλ, «δεν καταλαβαίνω πώς σας κατάλαβε. Έτσι όπως το περιγράφετε είναι σαν αυτή να έστησε ενέδρα σ’εσάς, όχι το αντίστροφο!» Ήταν μια γυναίκα κοντύτερη κι από τις δύο, αλλά το σώμα της έμοιαζε τετράγωνο, και είχε μύες σαν πέτρες. Γαλανόδερμη, με μαύρα μαλλιά τόσο κοντοκουρεμένα που ήταν σαν το κεφάλι της να ήταν ξυρισμένο. Εκτελούσε ποινή για τρεις στραγγαλισμούς: τους δύο τούς είχε κάνει με τα γυμνά χέρια της, τον έναν με τα πόδια. «Κάνατε κάτι για να την προειδοποιήσετε;» Το βλέμμα της ήταν στραμμένο στην Εσμεράλδα καθώς το ρωτούσε αυτό.

«Σαν τι;» γρύλισε εκείνη.

«Χτυπούσες την αλυσίδα σου, μήπως;»

«Μη λες μαλακίες, Ολκίριλ! Νομίζεις ότι είμαι χαζή;»

«Σε άκουσε, πάντως.»

«Δεν με άκουσε!»

«Τότε, πώς ήξερε ότι ερχόσουν; Τη βρήκες στραμμένη προς τη μεριά σου, δεν τη βρήκες;»

«Το έχω πει ήδη, δεν το έχω πει;»

Η Βιολέτα παρατήρησε: «Αυτή η Ρία Ζέριλνηχ είναι πολύ δυνατή, απ’ό,τι φαίνεται. Παράξενα δυνατή.» Το δέρμα της Βιολέτας ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, τα μαλλιά της μαύρα, σγουρά, και μακριά. Και ήταν όμορφη. Δεν υπήρχε άντρας που να μην τη θεωρεί καλλονή. Το σώμα της ήταν καμπυλωτό και γεμάτο, σαν αυτά που βλέπεις στις αφίσες. Και όχι τυχαία. Η Βιολέτα ήταν φωτομοντέλο. Είχε σκοτώσει έξι φωτογράφους προτού την πιάσουν. Για τον καθένα είχε και διαφορετικό λόγο που τον ήθελε νεκρό. Και οι λόγοι της ήταν περίπλοκοι. Πάντοτε οι λόγοι της Βιολέτας ήταν περίπλοκοι. Επίσης, ήταν γνωστό μέσα στις φυλακές πως προσευχόταν στον Σκοτοδαίμονα. «Μπορεί νάναι κάτι περισσότερο από βομβίστρια,» συνέχισε η Βιολέτα. «Δολοφόνος, ίσως. Εκπαιδευμένη.»

Η Νόρα ανοιγόκλεινε νευρικά ένα στιλέτο. «Δεν αποκλείεται,» είπε. «Και το σώμα της είναι γεμάτο δερματοστιξίες. Δεν έχει μόνο αυτό το περίεργο τρίγωνο κάτω απ’το αριστερό της μάτι. Απ’τους ώμους ώς τα πόδια έχει σχέδια επάνω της.»

«Τίποτα που αναγνώρισες;» ρώτησε η Βιολέτα. «Θα μπορούσε ν’ανήκει σε καμια οργάνωση;»

Η Νόρα κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω. Δεν αναγνώρισα τίποτα.» Έκλεισε το στιλέτο. Συνοφρυωμένη. Συλλογισμένη.

Σιγή έπεσε για μερικές στιγμές.

Το στιλέτο άνοιξε ξαφνικά. «Ακόμα και στην πατούσα της έχει δερματοστιξία, η καριόλα.»

Η Γολρίκα είπε: «Στην πατούσα της;» Ήταν η πρώτη Μέγαιρα του Κρόνου. Εκείνη που τους είχε δώσει το όνομά τους. Η αρχική Μέγαιρα. Μια γυναίκα που πλησίαζε τα πενήντα, μετρίου αναστήματος, με δέρμα γαλανό, μαλλιά ξανθά με αρκετές γκρίζες τούφες. Κάποτε ήταν ιέρεια του Κρόνου. Το ιερατείο την είχε καθαιρέσει όταν είχε σκοτώσει, με βάναυσους τρόπους, κάποιους που θεωρούσε βλάσφημους, ότι οι πράξεις τους αποτελούσαν άγος στα μάτια του Υπερχρόνιου Άρχοντα. Η Γολρίκα, όμως, εξακολουθούσε να θεωρεί τον εαυτό της ιέρεια. Η πίστη της ήταν δυνατή, έλεγε πάντα, και κανένας δεν μπορούσε να υποσκάψει την πίστη της· ούτε καν το ιερατείο. Ο Κρόνος ήταν πατέρας της και σύζυγός της. Η Γολρίκα ήταν η θέλησή του επάνω στη Ρελκάμνια!

Όταν μπήκε στις φυλακές κάποιοι την έλεγαν «η Μέγαιρα του Κρόνου». Το οικειοποιήθηκε, και ονόμασε τη συμμορία που συγκέντρωσε γύρω της Μέγαιρες του Κρόνου.

«Στην πατούσα της, είπες; Τι έχει στην πατούσα;»

«Δεν είμαι σίγουρη,» απάντησε η Νόρα, μορφάζοντας. «Κάποιο παράξενο σύμβολο. Κάτι σαν οχτώ, νομίζω.»

«Σαν οχτώ...» μουρμούρισε η Γολρίκα.

«Γιατί;» ρώτησε η Νόρα. «Είναι σημαντικό;»

«Είναι, πάντως, παράξενο,» είπε η Βιολέτα, «να κάνεις δερματοστιξία στην πατούσα σου. Και δύσκολο, επίσης. Δε γίνεται εύκολα δερματοστιξία εκεί.»

Η Νόρα εκτόξευσε το στιλέτο της προς έναν σάκο που κρεμόταν απ’το ταβάνι· η λεπίδα καρφώθηκε ώς τη λαβή. «Θα τη γδάρω έτσι κι αλλιώς! Άμα θες, κρατάς εσύ το δέρμα της πατούσας της.»

«Δε θάναι τόσο απλό να την τσακίσουμε αυτήν, Νόρα,» είπε η Εσμεράλδα.

«Τι; Μη μου πεις ότι η ζωγραφισμένη καριόλα σ’έχει τρομάξει!»

«Η Βιολέτα έχει δίκιο: κάτι το ασυνήθιστο έχει επάνω της. Δεν είναι αυτό που φαίνεται.»

«Αφήστε με να τη βάλω κάτω,» είπε η Ολκίριλ, «και μετά θα δείτε. Θ’αρχίσει να κοιτάζει προς τα πίσω. Μόνιμα.»

«Πρέπει να της στήσουμε ενέδρα,» είπε η Νόρα· «δε γίνεται αλλιώς.»

«Ενέδρα; Σαν αυτή που της στήσατε στα λουτρά;» ρουθούνισε η Ολκίριλ. «Δεν ήταν και πολύ καλή η ενέδρα σας.»

«Η ενέδρα μας μια χαρά ήταν! Δεν καταλαβαίνω πώς μας πήρε είδηση.»

Η Γολρίκα μίλησε ξαφνικά, διακόπτοντάς τες: «Υπάρχει ένας μύθος για τις Θυγατέρες της Πόλης...»

«Τις ποιες;» είπε η Ολκίριλ.

«Τις Θυγατέρες της Πόλης,» επανέλαβε η Γολρίκα. «Δεν έχετε ακούσει τον μύθο;»

Καμια δεν απάντησε. Καμια δεν τον είχε ακούσει.

«Υποτίθεται πως είναι γυναίκες-στοιχειακά, με υπερφυσικές δυνάμεις,» συνέχισε η ιέρεια. «Καταραμένες να περιπλανιούνται στην Ατέρμονη Πολιτεία, μη μπορώντας να μείνουν πουθενά για πολύ. Και έχουν όλες ένα σημάδι στο δεξί πέλμα. Το δεξί πέλμα της ήταν που είδες, Νόρα;»

Η Νόρα συνοφρυώθηκε. «Νομίζω. Αλλά... δε μπορεί να σοβαρολογείς, Σεβασμιότατη. Αυτή η καριόλα δεν είναι στοιχειακό καταραμένο να περιπλανιέται στη Ρελκάμνια. Μια μαλακισμένη είναι, που σύντομα θα την τσακίσουμε όπως της αξίζει!»

«Το σύμβολο που έχουν στο δεξί πέλμα,» είπε η Γολρίκα, σαν η Νόρα να μην είχε μιλήσει, «μοιάζει με οκτώ. Συγκεκριμένα, είναι δυο αλληλοσυνδεόμενες σπείρες που τις ενώνει μια διάκεντρος.»

«Για ξαναπές το αυτό...» ζήτησε η Εσμεράλδα, ενώ η Νόρα έμοιαζε μπερδεμένη.

«Δύο αλληλοσυνδεόμενες σπείρες που τις ενώνει μια διάκεντρος.»

«Τι είναι η διάκεντρος, Σεβασμιότατη;» ρώτησε η Ολκίριλ.

«Μια γραμμή που ενώνει τα κέντρα δύο κύκλων,» της είπε η Γολρίκα.

«Αα... Και λοιπόν;»

Η Γολρίκα ρώτησε τη Νόρα: «Ήταν αυτό το σύμβολο που είδες στο πόδι της;»

«Σου είπα, έμοιαζε με οκτώ. Δε θυμάμαι τίποτ’ άλλο.»

«Λαμπύριζε; Ήταν σαν ανάγλυφο πάνω στο δέρμα της;»

«Νομίζω πως ίσως – ίσως – να λαμπύριζε. Για το αν ήταν σαν ανάγλυφο δεν ξέρω.»

«Εγώ,» είπε η Βιολέτα, «ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς είναι αυτό το σύμβολο.»

«Ούτε εγώ,» παραδέχτηκε η Εσμεράλδα.

«Ούτε εγώ,» είπε η Ολκίριλ.

Η Νόρα μόρφασε. «Εγώ ένα οχτάρι θυμάμαι. Και, ναι, δεν κατάλαβα τι ακριβώς είπες, Σεβασμιότατη.»

Η Γολρίκα αναστέναξε. «Είστε καθυστερημένες;»

Την αγριοκοίταξαν ομαδικά.

Η Γολρίκα αναποδογύρισε τα μάτια. «Ευτυχώς ο Υπερχρόνιος Άρχοντας μού δίνει υπομονή μαζί σας.» Σηκώθηκε από τα μεταλλικά βάρη όπου καθόταν. «Περιμένετε εδώ.»

Έφυγε από το γυμναστήριο. Πήγε στο κελί της, πήρε ένα βιβλίο από εκεί, και επέστρεψε. Κανένας δεν την εμπόδισε· όλες οι κρατούμενες είχαν τρεις ώρες ελεύθερο μετά το μεσημεριανό, όπως πάντα.

Η Γολρίκα κάθισε πάλι επάνω στα βάρη. «Ελπίζω,» είπε, «να θυμάστε ακόμα πώς διαβάζουμε.»

«Μη μας κάνεις φιγούρα, Σεβασμιότατη,» είπε η Βιολέτα. «Τι έχεις εκεί; Είναι κάτι που μπορεί να μας βοηθήσει; Δεν το νομίζω!»

«Εκτός αν το βιβλίο είναι αρκετά βαρύ για ν’ανοίξει το κεφάλι αυτής της καταραμένης,» μούγκρισε η Νόρα, που είχε ξαναπάρει το στιλέτο στο χέρι της και το ανοιγόκλεινε νευρικά.

Το βιβλίο που κρατούσε η Γολρίκα τιτλοφορείτο Μυθογραφίες των Δρόμων. Το ξεφύλλισε κι έστρεψε ένα δισέλιδο προς το μέρος τους. Στην αριστερή σελίδα ήταν ζωγραφισμένο ένα σύμβολο. «Αυτό είναι το σημάδι στο δεξί πέλμα των Θυγατέρων της Πόλης,» είπε. «Καταλάβατε τώρα;»

«Σπουδαίο πράμα,» είπε η Βιολέτα σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά της. «Και τι έγινε;»

Η Γολρίκα ρώτησε τη Νόρα: «Αυτό ήταν το σημάδι που είδες;»

Η Νόρα μόρφασε ξανά, λυγίζοντας την επίπεδη μούρη της. «Μπορεί... Ναι, μπορεί, δεν αποκλείεται. Ίσως. Ήταν, πάντως, σαν οχτώ. Μπορεί και νάταν αυτό.»

«Τι θέλεις να πεις, Σεβασμιότατη;» ρώτησε η Βιολέτα. «Ότι έχουμε να κάνουμε με κάποια γυναίκα με υπερφυσικές δυνάμεις;» Το όμορφο πρόσωπό της είχε πάρει κοροϊδευτική έκφραση καθώς έλεγε το τελευταίο. Γέλασε.

Τα μάτια της Γολρίκα έγιναν σαν μέταλλο. «Έλα πιο κοντά. Έλα να δεις εδώ.» Έδειξε μια σειρά στη δεξιά σελίδα του βιβλίου.

«Τι είναι, πάλι;» Η Βιολέτα πλησίασε. Έσκυψε–

Η Γολρίκα, αφήνοντας το βιβλίο, την άρπαξε από τα στήθη, δυνατά, τραβώντας προς τα κάτω, πιέζοντας τις θηλές ανάμεσα στους αντίχειρες και στους δείκτες της.

Η Βιολέτα κραύγασε.

Η Γολρίκα είπε, ήρεμα: «Όταν δεν θα γελάω, δεν θα γελάς, καριόλα. Με καταλαβαίνεις;»

«...Ναι. Ναι,» βόγκησε η Βιολέτα.

Η Γολρίκα την άφησε, και η Βιολέτα τινάχτηκε πίσω, σκυμμένη, τρίβοντας τον εαυτό της, με τα μάτια δακρυσμένα.

Η ιέρεια είπε: «Μου λέτε ότι η Ρία σάς αντιλήφτηκε να έρχεστε στα λουτρά χωρίς να της δώσετε κανένα σημάδι. Μου λέτε ότι ήταν πανέτοιμη να σας επιτεθεί – και στις δύο, όχι μόνο στη μία. Και δεν θα μπορούσε καμια να την έχει ενημερώσει για την επίθεση, γιατί την είχατε αποφασίσει μεταξύ σας, εσύ κι εσύ.» Έδειξε τη Νόρα και την Εσμεράλδα. «Ούτε εμείς δεν ξέραμε τι θα κάνατε. Έτσι δεν είναι; Το είχατε πει σε καμια άλλη;»

«Όχι,» είπε η Εσμεράλδα.

«Μετά,» συνέχισε η Γολρίκα, «μου λέτε ότι πολεμούσε σαν παγιδευμένη αγριόγατα, και ότι ο Διαβολόγατος ήρθε να τη βοηθήσει! Μπλέχτηκε στα πόδια σου, Νόρα, και ύστερα πήδησε πάνω σου και σε γρατσούνισε.»

«Ναι,» είπε η Νόρα, κοιτάζοντας τις γρατσουνιές στο μπράτσο της και στα πλευρά της. Είχε βγάλει τον χιτώνα της φυλακής μέσα στο γυμναστήριο· ήταν ντυμένη μόνο με τον στηθόδεσμο και την περισκελίδα της.

«Νομίζεις ότι ήταν τυχαίο;» είπε η Γολρίκα. «Μια τέτοια εμφάνιση του Διαβολόγατου; Δεν θυμάμαι ποτέ να έχει ξαναεμφανιστεί έτσι για να βοηθήσει κάποια – μόνο αυτήν! Κι επιπλέον, τη χτυπήσατε τη Ρία, δεν τη χτυπήσατε;»

«Έφαγε κάμποσες,» αποκρίθηκε η Νόρα.

«Σας φάνηκε σήμερα σαν γυναίκα που έχει φάει ξύλο; Εγώ, βλέποντάς την, δεν διέκρινα ούτε μια μελανιά πάνω στη μούρη της. Σ’αντίθεση μ’εσάς. Θα ορκιζόμουν στον Κρόνο ότι αυτή η γυναίκα δεν ήταν καν στα λουτρά χτες το μεσημέρι.»

Η Εσμεράλδα είπε: «Είναι αλήθεια. Κινείται άνετα σήμερα. Και το πρόσωπό της δεν μοιάζει χτυπημένο. Ίσως, βέβαια, να μην έμειναν μελανιές, αλλά δεν...» Η φράση της έσβησε μισοτελειωμένη.

«Τόσο αδύναμα ήταν τα χτυπήματά σας;»

«Σίγουρα όχι,» είπε η Νόρα, ανοιγοκλείνοντας το στιλέτο της.

«Και προχτές η Ρία χτύπησε την Εσμεράλδα στην πλάτη, στον θόλο καλλιέργειας, χωρίς κανείς να τη δει,» τόνισε η Γολρίκα. «Ούτε οι φύλακες ούτε κανένας. Έτσι δεν είναι;»

Η Εσμεράλδα ένευσε. «Ναι. Οι φύλακες δεν την είδαν. Αλλά εγώ το ξέρω πως δεν έπεσα μόνη μου· κάτι με κοπάνησε στη ράχη. Πονούσα. Αυτή η καριόλα ήταν· είμαι σίγουρη.»

«Ούτε εσύ την είδες, δηλαδή.»

«Ναι, δεν την είδα, αλλά το ξέρω πως αυτή ήταν.»

«Δεν το αμφιβάλλω,» είπε η Γολρίκα.

«Πού θες να καταλήξεις, Γολρίκα;» ρώτησε η Βιολέτα, με το λευκόδερμο πρόσωπό της κοκκινισμένο, οργισμένη από ό,τι της είχε κάνει η ιέρεια πριν από λίγο – όχι, κυρίως, επειδή της είχε προκαλέσει πόνο αλλά επειδή την είχε ξευτιλίσει έτσι μπροστά στις άλλες. Ποια νόμιζε πως ήταν; Επειδή ήταν η αρχική Μέγαιρα; «Θες να καταλήξεις κάπου, ή μας λες μαλακίες;»

«Μην παίζεις με την εύνοια του Υπερχρόνιου Άρχοντα, Βιολέτα,» της είπε η Γολρίκα. Και μετά, προς όλες: «Δεν το βλέπετε; Κάτι μη φυσιολογικό συμβαίνει μ’αυτή τη Ρία Ζέριλνηχ!»

«Και είναι, δηλαδή, Θυγατέρα της Πόλης;» είπε η Εσμεράλδα. «Τι γράφει αυτό το βιβλίο;»

«Αυτό το βιβλίο» – η Γολρίκα το έπιασε από κάτω, όπου το είχε αφήσει να πέσει όταν άρπαξε τη Βιολέτα – «γράφει διάφορους μύθους. Η γυναίκα που αντιμετωπίζουμε σίγουρα δεν είναι μύθος, όμως υπάρχουν πολλοί που εικάζουν ότι οι Θυγατέρες της Πόλης πιθανώς να είναι πραγματικές. Ορισμένοι, μάλιστα, ορκίζονται πως τις έχουν δει. Γυναίκες με αυτό» – έδειξε πάλι το σύμβολο – «το σημάδι στο δεξί τους πόδι, οι οποίες κάνουν πράγματα... πολύ, πολύ παράξενα. Αν και όχι τόσο υπερβολικά όσο αυτά που λέει στο βιβλίο.»

«Τι λέει στο βιβλίο;» Η Νόρα έκλεισε το στιλέτο της.

«Ότι οι Θυγατέρες περνάνε από τοίχους, ότι μιλάνε μες στα όνειρά σου, ότι ούτε σφαίρες ούτε λεπίδες δεν τις σκοτώνουν. Κι άλλα διάφορα.»

«Σήμερα,» είπε η Εσμεράλδα μ’ένα ρίγος να τη διατρέχει, «δεν ήταν τραυματισμένη...»

«Ναι,» είπε η Γολρίκα, «δεν ήταν.»

«Δηλαδή,» είπε η Βιολέτα, «έχουμε να κάνουμε με ‘δαιμόνισσα’...» Ακουγόταν ακόμα να δυσπιστεί, να ειρωνεύεται. Περισσότερο από πείσμα εναντίον της ιέρειας.

«Ο Σκοτοδαίμων πλέκει θολές απάτες γύρω από τους πιστούς του Υπερχρόνιου Άρχοντα,» της είπε η Γολρίκα, εσκεμμένα, ξέροντας ότι η Βιολέτα προσευχόταν στον Σκοτοδαίμονα – η ανόητη! – νομίζοντας πως ο εχθρός του Κρόνου τής έδινε δύναμη.

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς,» αποκρίθηκε η Βιολέτα.

«Δεν περίμενα να καταλάβεις.»

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Εσμεράλδα. «Γράφει το βιβλίο πώς να αντιμετωπίσεις μια Θυγατέρα της Πόλης;»

Η Γολρίκα είπε: «Το βιβλίο γράφει σαχλαμάρες, ουσιαστικά. Τα περισσότερα – αν ο μύθος των Θυγατέρων αληθεύει – δεν μπορεί παρά να είναι φαντασιώσεις. Ωστόσο, αν οι Θυγατέρες υπάρχουν, τότε αναμφίβολα έχουν κάποιες υπερφυσικές δυνάμεις. Και σίγουρα κάτι δεν πάει καλά με τη Ρία. Ακόμα και το σημάδι έχει στο πέλμα της!»

«Μπορεί και να μην ήταν αυτό...» είπε η Νόρα, διστακτικά. «Μπορεί... Δεν ξέρω... Έμοιαζε, όμως. Ναι, έμοιαζε. Δεν το είδα και για πολύ. Παλεύαμε.»

«Οι δεσμοφύλακες που την έλεγξαν, όταν μπήκε στο Δεσμωτήριο, θα το έχουν δει πιο καλά,» είπε η Εσμεράλδα.

Η Ολκίριλ αναστέναξε βαριεστημένα. «Έχει καμια σημασία, είτε έχει αυτό το σημάδι είτε όχι; Πρέπει ή να την υποτάξουμε ή να τη βγάλουμε από τη μέση, έτσι κι αλλιώς!» Και ρώτησε: «Αν της τσακίσεις τον λαιμό, Σεβασμιότατη, δεν θα πεθάνει; Είναι δυνατόν να μην πεθάνει;»

Η Γολρίκα απάντησε ύστερα από μια στιγμή: «Θα το θεωρούσα... πολύ απίθανο. Αφού είναι από σάρκα και οστά, πεθαίνει όπως καθετί από σάρκα και οστά.»

«Δεν ήταν, όμως, τραυματισμένη σήμερα,» είπε η Εσμεράλδα. Της είχε μείνει στο μυαλό αυτό, πολύ έντονα. Φοβόταν τη Ρία. Και τώρα, ύστερα απ’ό,τι είχε ακούσει από την ιέρεια, τη φοβόταν περισσότερο. Ίσως να μην ήταν καν άνθρωπος, αλλά δαιμόνισσα! Η Γολρίκα ήξερε απ’αυτά.

«Τι προτείνεις να κάνουμε, Σεβασμιότατη;» ρώτησε η Νόρα.

«Δε γίνεται να ξεφορτωθείς μια τέτοια κόρη του Σκοτοδαίμονος με συνηθισμένο τρόπο,» αποκρίθηκε η Γολρίκα. «Πρέπει να την παγιδέψεις, πρώτα. Και, όπως λένε, τη λυσσασμένη την αγριόγατα επάνω στο πήδημα την πνίγεις.»

Οι Μέγαιρες του Κρόνου άρχισαν να εκπονούν ένα σχέδιο για να βγάλουν από τη μέση τη χειρότερη, και πιο τρομαχτική, αντίπαλο που είχαν συναντήσει στο Δεσμωτήριο...

Κεφάλαιο 11

Ευτυχώς που δεν θα μείνω εδώ για πολύ, σκεφτόταν η Ευγενία καθώς οι μέρες περνούσαν. Το ωράριο των φυλακών ήταν κάτι το φριχτό· συνεχώς, τα ίδια και τα ίδια. Το φαγητό ήταν ακόμα χειρότερο. Και οι συμπεριφορά των δεσμοφυλάκων εν γένει άσχημη, ακόμα κι όταν δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος. Επιπλέον, ούτε η παρέα των συγκρατούμενων της Ευγενίας ήταν και τόσο επιθυμητή. Κι αυτό εξαιρώντας πάντα εκείνες που ήθελαν, καταφανώς, να την ξεκοιλιάσουν – τις Μέγαιρες του Κρόνου. Η Ευγενία, όποτε τις αντίκριζε, είχε την αίσθηση ότι κάτι ετοίμαζαν, κάτι που δεν μπορούσε να διακρίνει: κάποιο σκοτεινό δίκτυ, ειδικά πλεγμένο για εκείνη· ένα δίκτυ γεμάτο επικίνδυνες, δηλητηριώδεις αιχμές. Με λίγη τύχη, η Ευγενία ήλπιζε να είχε φύγει από εδώ μαζί με τον Νόρενταμπ προτού προλάβουν αυτές οι καριόλες να βάλουν σε δράση ό,τι κι αν είχαν στα διεστραμμένα μυαλά τους.

Τις επόμενες ημέρες, οι φύλακες πήγαιναν πάλι εκείνη, την Καλλιόπη, τη Βάρμη, και άλλες γυναίκες στον θόλο καλλιέργειας, αλλά η δουλειά τους εκεί άλλαζε. Δεν έσπερναν πλέον. Μάζευαν, από άλλες πελώριες αίθουσες, ώριμους καρπούς από δέντρα, ή από το έδαφος όταν οι καρποί είχαν πέσει. Ψέκαζαν φυτά με ειδικά φάρμακα για να μην αρρωστήσουν, ή για να μεγαλώσουν πιο γρήγορα, ή για να γίνουν πιο ανθεκτικά ή πιο καρποφόρα. Έφτιαχναν χαλασμένους υδρευτικούς σωλήνες. Καθάριζαν αδειασμένες αποθήκες από σαβούρες, ώστε μετά να τις ξαναγεμίσουν.

Η Ευγενία αναρωτήθηκε, σε κάποια στιγμή, τι θα γινόταν έτσι και το σημάδι στο πόδι της άρχιζε να την πονά εδώ μέσα, απαιτώντας να φύγει, ν’αρχίσει πάλι να περιπλανιέται στους δρόμους της Ρελκάμνια. Μετά το έβγαλε απ’το μυαλό της αυτό. Καλύτερα να μην το σκεφτόταν καθόλου. Αν συνέβαινε τέτοιο πράγμα μες στο Δεσμωτήριο, την είχε γαμήσει. Ο πόνος από το σημάδι ήταν τόσο μεγάλος που η Ευγενία ήταν βέβαιη ότι θα το έβρισκε δύσκολο ακόμα και να δραπετεύσει μόνη της, όχι να πάρει και τον Νόρενταμπ μαζί της...

Ο Λοχίας Ιβάν Φένιλρηχ την ξαναζήτησε άλλες δύο φορές. Τη μία φορά η Ευγενία αρνήθηκε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, κι εκείνος δεν έφερε αντίρρηση· ούτε στα πολεοσημάδια γύρω του φαινόταν ότι σκόπευε να την εκδικηθεί. Τη δεύτερη φορά, η Ευγενία πήγε μαζί του. Ήταν βράδυ, μετά το δείπνο, και ο Ιβάν την οδήγησε μέσα στους κοιτώνες των δεσμοφυλάκων, όπου είχε ένα μικρό δωμάτιο όλο δικό του. Έβγαλαν τα ρούχα τους και έκαναν έρωτα επάνω στο στενό κρεβάτι.

«Να προσέχεις,» της είπε ύστερα, καθώς ντύνονταν. «Έχω ακούσει ότι οι Μέγαιρες του Κρόνου δεν σε συμπαθούν. Τι τους έκανες;»

Η Ευγενία ανασήκωσε τους ώμους. «Τίποτα. Χρειάζονται και ιδιαίτερο λόγο για να μη σε συμπαθούν αυτές;»

Αλλάζοντας απότομα θέμα, τη ρώτησε: «Πού έκανες όλ’ αυτά τα σχέδια επάνω σου;» αναφερόμενος στις δερματοστιξίες της.

«Από δω κι από κει. Από μικρή, όλο και κάτι προσθέτω. Το έχω γεμίσει πλέον, ε;» Χαμογέλασε, εσκεμμένα λιγάκι χαζά.

«Κι αυτό εδώ;» Ο Ιβάν άγγιξε το ανάποδο τρίγωνο κάτω απ’το αριστερό της μάτι. «Τι σημαίνει αυτό;»

«Τίποτα. Απλά μου άρεσε. Δεν είν’ ωραίο;»

Προτού βγουν από το δωμάτιο, έκλεψε ένα ξιφίδιο που ο Ιβάν είχε πάνω στο κομοδίνο. Το έκρυψε μες στον χιτώνα της. Ένα απλό κόλπο για μια ταχυδακτυλουργό σαν εκείνη. Ο λοχίας δεν κατάλαβε το παραμικρό.

«Άντε να κοιμηθείς τώρα,» της είπε, όταν ήταν έξω από τους κοιτώνες των δεσμοφυλάκων, και τη χτύπησε ελαφρά στα οπίσθια.

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε η Ευγενία. Για το ξιφίδιο.

Τα απογεύματα, η δουλειά τους δεν άλλαξε. Εκείνη, η Βάρμη, και η Καλλιόπη πήγαιναν σταθερά στις τουαλέτες και τις καθάριζαν· κανείς δεν τους είπε να πάνε αλλού. Και δεν είχαν και τόσο μεγάλο πρόβλημα μ’ετούτη τη δουλειά· δεν ήταν τόσο άσχημη όσο ακουγόταν. Τα χειρότερα τα έπλεναν με λάστιχο, από μακριά, και μετά σφουγγάριζαν.

Τον Διαβολόγατο η Ευγενία τον έβλεπε τακτικά. Πιο τακτικά από τον «διαβολοφύλακα», όπως είχε αρχίσει να σκέφτεται, σκωπτικά, τον Ιβάν. Σε διάφορες στιγμές, το μυστηριώδες αιλουροειδές παρουσιαζόταν μπροστά της σαν να ήθελε να της πει: Σε παρακολουθώ εσένα, δεν θα πας μακριά· ή: Σε προσέχω, μη φοβάσαι τίποτα. Η Ευγενία ακόμα απορούσε τι είδους πλάσμα ήταν ο Διαβολόγατος. Κανονικός γάτος, πάντως, σίγουρα δεν ήταν. Η πραγματικότητα της Ρελκάμνια έμοιαζε... πλαστική γι’αυτόν. Η Ευγενία αναρωτήθηκε μερικές φορές μήπως ήταν ο ίδιος ο Σκοτοδαίμων που είχε πάρει τη μορφή αίλουρου· αλλά ύστερα το απέρριψε ως ανόητη προκατάληψη. Μόνο κάτι παλαβοί πίστευαν τέτοιες μαλακίες. Ήταν πιο τρελό απ’το να λες πως έχεις συναντήσει Θυγατέρα της Πόλης.

Τη Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα την πλησίασε ακόμα μια νύχτα, όμως πάλι δεν διέκρινε καμια ευκαιρία για εκείνη. Δεν μπορούσες εύκολα να εμπλακείς εκεί αν δεν ήταν η σειρά σου. Δεν ήταν και τόσες πολλές αυτές που πήγαιναν, γιατί αλλιώς οι φύλακες θα έπαιρναν είδηση το άνοιγμα στα κάγκελα και θα γινόταν χαμός – κάτι που ούτε οι άντρες ούτε οι γυναίκες κρατούμενοι ήθελαν.

Τα πράγματα, πάντως, που ο Αλκάμελ είχε κρύψει κάτω από εκείνο το κιβώτιο στην περιοχή των αντρών εξακολουθούσαν να είναι στη θέση τους. Τα πολεοσημάδια τής το φανέρωναν δίχως καμια αμφιβολία. Τίποτα δεν είχε αλλάξει γύρω από το παλιό κιβώτιο· κανένας δεν το είχε πειράξει.

Η Γιολάντα θα έχει πεθάνει από την ανησυχία της, σκέφτηκε η Ευγενία, ένα μεσημέρι, μετά το άθλιο φαγητό. Αλλά δεν ήταν δυνατόν να επικοινωνήσει με τη γκαλερίστα. Αν την καλούσε μέσω του τηλεπικοινωνιακού κέντρου, οι δεσμοφύλακες θα μάθαιναν για τη συνομιλία· κι αυτό η Ευγενία δεν το ήθελε. Και ούτε η Γιολάντα το ήθελε, ήταν βέβαιη.

Μονάχα ένας άλλος τρόπος υπήρχε. Και ήμουν ανόητη που δεν το σκέφτηκα χτες, που βρισκόμουν μαζί με τον Ιβάν. Μπορούσε να κλέψει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό κάποιου δεσμοφύλακα και έτσι να καλέσει τη Γιολάντα. Αυτή την επικοινωνία, μάλλον, κανείς δεν θα την παρακολουθούσε. Από την άλλη, βέβαια, δεν νόμιζε ότι τώρα είχε κάτι σημαντικό να πει στη Γιολάντα. Πρέπει πρώτα να δω τι γίνεται με τον Νόρενταμπ...

*

Η νύχτα ήρθε που η συμμορία της Χαρίκλειας μπορούσε να επισκεφτεί τη Γνωστή-Άγνωστη Πόρτα. Ή, μάλλον, όχι ολόκληρη η συμμορία. Τρία μέλη της μόνο: η Ρίτα, η Ερμιόνη, και η Νορέλτα.

Η Ευγενία τις ρώτησε αν κάποια θα μπορούσε να της παραχωρήσει τη θέση της. «Έχω την περιέργεια να δω πώς είναι εκεί πίσω,» είπε χαμογελώντας.

Η Ερμιόνη και η Νορέλτα δεν ήταν πρόθυμες να αποκριθούν θετικά. «Φύλαξε την όρεξή σου για την άλλη φορά,» της είπε η δεύτερη· και η πρώτη πρόσθεσε: «Κι εμείς περιμέναμε.»

Αλλά η Ρίτα δεν είχε πρόβλημα να της δώσει τη δική της θέση. «Αφού είσαι καινούργια,» της είπε, μειδιώντας λοξά, «να μη σου χαλάσουμε το χατίρι. Εγώ θα πάω να βρω τη δασκάλα μου.» Της έκλεισε το μάτι, γελώντας.

Η πολεοτύχη την εξυπηρετούσε. Η Ευγενία διαισθανόταν ότι ετούτη ήταν η νύχτα για κάτι σημαντικό. Το διάβαζε σ’όλα τα πολεοσημάδια, καθώς οι τρεις τους βάδιζαν προς το τηλεπικοινωνιακό κέντρο.

«Μην αρχίσεις, πάντως, να κάνεις φασαρίες σχετικά με το ποιον άντρα θέλεις,» της είπε η Ερμιόνη. «Είσαι καινούργια· να έχεις υπομονή. Οι παλιότερες διαλέγουν πρώτες.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Ευγενία.

Γλίστρησαν στην αυλή πίσω από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο, μες στα σκοτάδια, και είδαν κι άλλες σκιερές φιγούρες συγκεντρωμένες εκεί. Ένα ζευγάρι ήταν ήδη ξαπλωμένο επάνω σε μια κουβέρτα, τραβώντας τα ρούχα τους. Οι υπόλοιποι μιλούσαν αναμεταξύ τους. Η Ευγενία δεν μπορούσε να είναι βέβαιη αν είχαν ώς τώρα έρθει όλοι και όλες που ήταν να έρθουν.

Η Ερμιόνη και η Νορέλτα απομακρύνθηκαν από κοντά της, μιλώντας σε κάποιους από τους άντρες, αποκαλώντας τους με τα ονόματά τους. Η δεύτερη γελούσε.

Η Ευγενία διάβασε πολύ παράξενα πράγματα στα πολεοσημάδια. Άσχημα πράγματα – ένα ύπουλο δίκτυ, εκδίκηση, οργή. Και, συγχρόνως, καλά πράγματα – ευκαιρία, φίλος.

Προτού κάνει μερικά βήματα μέσα στην αυλή, ένας άντρας την πλησίασε σαν να ερχόταν ειδικά για εκείνη. Ή, μάλλον, όχι σαν. Ερχόταν όντως ειδικά για εκείνη. Δεν ήταν σύμπτωση. Η Ευγενία το καταλάβαινε. Συνοφρυώθηκε, βλέποντας την όψη του στο φεγγαρόφωτο. Δεν της ήταν γνωστός. Ένα πλατύ, τετράγωνο πρόσωπο με δέρμα λευκό-ροζ, ξυρισμένο, με καστανά μαλλιά. Αρκετά όμορφος, αλλά... κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του.

Της χαμογέλασε. «Και ποια είσαι συ; Καινούργια;» Τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ευγενία, και γλίστρησε μακριά από τη λαβή του.

Ο άντρας την ακολούθησε και την αγκάλιασε ξανά, με τον ίδιο τρόπο. «Τι είναι;» γέλασε. «Έχεις συγκεκριμένο ραντεβού; Δε νομίζω. Μη μου πεις ότι σου φαίνομαι αγριάνθρωπος!»

Η Ευγενία γλίστρησε ξανά μακριά από τη λαβή του, ευέλικτα. «Τα φαινόμενα απατούν, φίλε,» είπε. «Ευχαριστώ αλλά όχι.»

«Γιατί όχι; Έλα εδώ.» Την έπιασε απ’το μπράτσο. «Νομίζεις ότι θα βρεις κανέναν καλύτερο εδώ γύρω, απόψε; Τα κορίτσια που με ξέρουν λένε ιστορίες για μένα.» Της έκλεισε το μάτι, κι έκανε να την τραβήξει προς το άνοιγμα των κάγκελων, προς την περιοχή των αντρών.

«Είπαμε, φίλε – όχι.» Η Ευγενία τού πάτησε το πόδι και, συγχρόνως, τον έσπρωξε πίσω, ξεφεύγοντας γι’ακόμα μια φορά από τα χέρια του. «Πήγαινε στα κορίτσια που λένε ιστορίες για σένα, εντάξει;»

«Ποιο είναι το πρόβλημά σου; Είσαι λεσβία; Τι θες εδώ, τότε;»

«Ε!» Ένας άλλος πλησίασε μέσα απ’τα σκοτάδια. «Τι τρέχει, Νόρβεντεκ;» Ήταν ο Αλκάμελ. Το πράσινο δέρμα του φάνταζε περίεργο στο αργυροπόρφυρο φως των φεγγαριών.

«Πήγαινε στη δουλειά σου, μάγκα του κώλου. Έχουμε συζήτηση με την κοπέλα.»

«Δε μου μοιάζει με συζήτηση. Τράβα αλλού να συζητήσεις.»

«Μην το παραξηλώνεις, αρχίδι!» μούγκρισε ο Νόρβεντεκ. Ο Αλκάμελ ήταν αρκετά μυώδης, αλλά κι εκείνος δεν πήγαινε πίσω, παρατηρούσε η Ευγενία. Όχι πως πάντα ο πιο μυώδης νικά σε μια μονομαχία.

Ένα ευχάριστο γέλιο αντήχησε από δίπλα. «Υπάρχουν γυναίκες για όλους εδώ· μην τσακώνεστε!» Η Βιολέτα – μια από τις Μέγαιρες του Κρόνου: η πιο όμορφη, ομολογουμένως, από αυτές – αντικειμενικά ελκυστική γυναίκα – ζύγωσε τον Αλκάμελ, ακουμπώντας πάνω στον ώμο του, τυλίγοντας ένα καλλίγραμμο πόδι γύρω του. «Θα μου κάνεις παρέα;» Η άκρη της γλώσσας της άγγιξε το αφτί του.

Η Ευγενία κατάλαβε αμέσως ότι όλ’ αυτά δεν ήταν τυχαία. Τα σημάδια της Πόλης τής το έλεγαν. Το περιστατικό ήταν στημένο. Ο σκοτεινός ιστός. Πλεκτάνη των Μεγαιρών του Κρόνου; Τι ήθελαν να καταφέρουν;

Ο Νόρβεντεκ άρπαξε πάλι την Ευγενία από το μπράτσο, χαμογελώντας. «Έλα μαζί μου, και θα–»

Ο Αλκάμελ, που προς στιγμή είχε φανεί μπερδεμένος, παραμέρισε τη Βιολέτα σπρώχνοντάς την με το ένα χέρι. «Σου είπε ότι δεν θέλει νάρθει μαζί σου, Νόρβεντεκ! Φύγε.»

Η Ευγενία, ξεγλιστρώντας από τον Νόρβεντεκ, πλησίασε τον Αλκάμελ. Αλλά η Βιολέτα μπήκε στον δρόμο της. «Πήγαινε σε κάποιον που σε θέλει!» είπε, φανερά τσαντισμένη που ο πρασινόδερμος κατάδικος την είχε παραμερίσει.

«Τη θέλω εγώ,» δήλωσε ο Αλκάμελ, παραμερίζοντας ξανά τη Βιολέτα.

«Εγώ την πρόλαβα,» του είπε ο Νόρβεντεκ. «Μη ζητάς φασαρίες!»

«Σου είπε ότι δεν γουστάρει νάρθει μαζί σου· τελείωσε το θέμα.»

«Δε θα μου πεις εσύ πότε τελείωσε το θέμα και πότε όχι, αρχίδι!» γρύλισε ο Νόρβεντεκ και, ζυγώνοντας, έκανε να τον γρονθοκοπήσει.

Ο Αλκάμελ απέφυγε το χτύπημά του και τον κλότσησε στα πλευρά, σωριάζοντάς τον κάτω, στα χαλίκια και στα χόρτα.

«Φύγ’ από δω, ρε!» σύριξε η Βιολέτα και τινάχτηκε, υψώνοντας το πόδι της για να χτυπήσει τον Αλκάμελ στα μαλακά. Η Ευγενία την πρόλαβε, όμως: και ο αγκώνας της βρήκε τη Βιολέτα στα δόντια. Εκείνη, παραπατώντας, έπεσε πίσω και κάτω· κάθισε στο έδαφος με το πρόσωπό της γεμάτο αίμα.

Ο Αλκάμελ γέλασε. «Πολεμάς καλά, κιόλας,» είπε στην Ευγενία.

«Θα δεις κι άλλα που κάνω καλά,» αποκρίθηκε εκείνη. Και, προτού ο Νόρβεντεκ σηκωθεί από κάτω, γονάτισε με το ένα γόνατο πάνω στο στήθος του, κρατώντας τον κολλημένο στη γη. Τραβώντας το ξιφίδιο του Ιβάν μέσα από τον χιτώνα της, το έβαλε στον λαιμό του κατάδικου.

«Κοίτα, φίλε,» του είπε. «Δεν έχω πρόβλημα μαζί σου. Και δεν ξέρω πώς είσαι μπλεγμένος μ’αυτές τις καριόλες. Αλλά ή συμφωνείς ότι τελείωσε το θέμα τώρα ή θα έχουμε κακό προηγούμενο. Τι λες;»

Η Βιολέτα έκανε να σηκωθεί από δίπλα και να ζυγώσει την Ευγενία, αλλά ο Αλκάμελ την άρπαξε απ’τα μαλλιά και την τίναξε παραπέρα. «Δρόμο!» είπε.

Η Βιολέτα πετάχτηκε πάνω μ’ένα οργισμένο σύριγμα, ενώ αίμα κυλούσε από το στόμα της. «Παλιομαλάκα!» γρύλισε. «Άμα ξανάρθεις εδώ θα σου φορέσουμε τ’αρχίδια σκουλαρίκια! Παλιομαλάκα!»

Ο Αλκάμελ έκανε να πάει προς το μέρος της. Η Βιολέτα έτρεξε μες στο σκοτάδι, φεύγοντας. Ο Αλκάμελ έφτυσε στο έδαφος.

Η Ευγενία ακόμα περίμενε απάντηση από τον Νόρβεντεκ. Εκείνος είπε: «Εντάξει. Τέλος, ρε κούκλα. Δεν τρέχει τίποτα.»

«Αυτές σ’έβαλαν, έτσι δεν είναι;»

«Ποιες αυτές;»

«Η Βιολέτα και η συμμορία της.»

«Η Βιολέτα. Αυτήν ξέρω.»

«Τι σου είχε ζητήσει; Να με τραβήξεις σε κάποιο σκοτεινό μέρος; Να με δείρεις;»

«Μη με καθαρίσεις, εντάξει;»

«Εντάξει.» Η λεπίδα του ξιφιδίου ήταν ακόμα κοντά στον λαιμό του.

«Να σε πάω σ’ένα σκοτεινό μέρος και να σε σκοτώσω, βασικά, ήθελαν. –Αλλά τότε δεν σε ήξερα!» πρόσθεσε αμέσως. «Άμα σε ήξερα, ποτέ δεν θα είχα συμφωνήσει. Είσαι πολύ εντάξει κοπέλα.» Χαμογέλασε.

«Φύγε,» του είπε η Ευγενία, και σηκώθηκε από πάνω του, κρύβοντας ξανά το ξιφίδιο μες στον χιτώνα της.

Ο Νόρβεντεκ ορθώθηκε κι απομακρύνθηκε δίχως άλλη κουβέντα. Τριγύρω ελάχιστοι είχαν πάψει τις ερωτοτροπίες τους για να δουν τι γινόταν εδώ μ’αυτούς που έπαιζαν ξύλο. Μάλλον, υπέθετε η Ευγενία, δεν ήταν η πρώτη φορά που ξύλο έπεφτε σε τούτο το μέρος.

*

«Γιατί τέτοια ιστορία;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Δε μου φάνηκε για τυχαίο.»

«Δεν τον άκουσες τι είπε; Αυτές τον είχαν βάλει.»

«Ποιες;»

«Οι Μέγαιρες του Κρόνου. Η Βιολέτα και η συμμορία της. Σ’ευχαριστώ, πάντως.» Η Ευγενία τον φίλησε στην άκρη του στόματος, τυλίγοντας το χέρι της πίσω απ’τον λαιμό του.

«Πάμε... πιο μέσα;» πρότεινε ο Αλκάμελ, κρατώντας την από τη μέση, νιώθοντας τις καμπύλες της.

«Χωρίς καθυστέρηση,» γέλασε η Ευγενία, και τον ώθησε προς την περιοχή των αντρών. Τα πράγματα κάτω απ’το κιβώτιο ακόμα δεν είχαν πειραχτεί· το διάβαζε στα σημάδια που της έδινε η Πόλη.

Γύρω τους διάφοροι κρατούμενοι ερωτοτροπούσαν, τα πρόσωπά τους κρυμμένα στις πυκνές σκιές της νύχτας· τα σώματά τους λικνίζονταν· χαμηλές κραυγές, μουγκρητά, και γέλια έβγαιναν από μέσα τους.

Η Ευγενία ξεκούμπωσε τα κουμπιά της μονοκόμματης στολής του Αλκάμελ, τράβηξε τα φερμουάρ, ενώ εκείνος την άγγιζε απ’τον αυχένα ώς τη μέση, από τα στήθη ώς την κοιλιά, και φιλούσε τα χείλη της και τα μάγουλά της και το σαγόνι της και τον λαιμό της. Η στολή του γλίστρησε προς τα κάτω, πιάστηκε προς στιγμή στο ορθωμένο όργανό του. Ο Αλκάμελ χαμογέλασε, το ελευθέρωσε, τράβηξε ένα προφυλακτικό από μια τσέπη του, και το φόρεσε. Η Ευγενία έβγαλε τον χιτώνα της, ρίχνοντάς τον στη γη, έβγαλε τον στηθόδεσμό της και την περισκελίδα της· μόνο τα παπούτσια της άφησε. Ο Αλκάμελ είχε ήδη ξαπλώσει, κι εκείνη γονάτισε από πάνω του καβαλώντας τον, παίρνοντάς τον μέσα της. Τα χέρια του τη χάιδευαν, τη ζουλούσαν, και την τσιμπούσαν σ’όλα τα σωστά μέρη. Η Ευγενία θα προτιμούσε, οποιαδήποτε στιγμή, αυτό τον τύπο από τον Ιβάν Φένιλρηχ. Έφτασε στην κορύφωση της κοιτάζοντας ψηλά, προς τα φεγγάρια της Ρελκάμνια που ήταν μισοκρυμμένα πίσω από σύννεφα.

Ύστερα λύγισε πάνω από τον Αλκάμελ, ξέπνοη, και είπε: «Ένας φίλος μου είναι εδώ... στις φυλακές... ένας άντρας...»

«Άντρας σου;» μούγκρισε εκείνος, πιέζοντας τον εαυτό του μέσα της.

«Όχι... απλά φίλος. Μπορεί να τον ξέρεις.» Κίνησε τους γοφούς της επιδέξια, γύρω-γύρω, γύρω-γύρω.

Ο Αλκάμελ μούγκρισε πιο δυνατά, κράτησε επίμονα τους γλουτούς της, καθώς τελείωνε. Τα βλέφαρά του έκλεισαν. Ύστερα άνοιξαν, κι ανέπνεε βαριά.

«Αυτός χάνει,» είπε.

Η Ευγενία γέλασε σιγανά, και φίλησε τα χείλη του. «Τον λένε Νόρενταμπ Βέλεργαθ. Τον έχεις ακουστά; Αν μπορούσα θα ήθελα να του μιλήσω κάποτε.»

«Τι; Ο τύπος με το παράξενο όνομα;»

«Ναι, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο, ε;» Ήταν ακόμα γονατισμένη από πάνω του, σκυμμένη ώστε να μιλά ψιθυριστά μαζί του. «Νόρενταμπ Βέλεργαθ. Τον ξέρεις;»

«Όχι προσωπικά. Αλλά τον έχουν στην απομόνωση τώρα.»

«Στην απομόνωση; Γιατί;»

«Πήγε να δραπετεύσει, άκουσα. Είναι η ποινή του για πολλά χρόνια;»

«Για αρκετά,» είπε η Ευγενία, και σηκώθηκε από τον Αλκάμελ, μένοντας γονατιστή πάνω στο μαλακό χώμα και στο χορτάρι. Έπιασε τον στηθόδεσμό της από δίπλα και τον φόρεσε. «Θα είναι για καιρό στην απομόνωση;»

«Κάποιες μέρες, νομίζω.» Ο Αλκάμελ πήρε καθιστή θέση, τραβώντας επάνω τη στολή του, κουμπώνοντάς την, ανεβάζοντας φερμουάρ.

Η Ευγενία φόρεσε τον χιτώνα της. Σηκώθηκε όρθια, πιάνοντας συγχρόνως την περισκελίδα της από κάτω. Τη φόρεσε κι αυτήν. Δε μπορώ να περιμένω κι άλλες μέρες, σκέφτηκε. Επιπλέον, στην απομόνωση ίσως να ήταν πιο εύκολο να τον σώσει. Ήταν ένα πολύ συγκεκριμένο μέρος. Και, δεδομένου ότι η περιοχή των αντρών ήταν αντικατοπτρισμός της περιοχής των γυναικών, νόμιζε πως ήξερε πού θα το έβρισκε. Ακόμα κι αν τα πολεοσημάδια δεν την οδηγούσαν ώς εκεί.

Ο Αλκάμελ σηκώθηκε όρθιος μπροστά της. Η Ευγενία τον φίλησε. «Πρέπει να φύγω,» του είπε.

«Γιατί; Έχω τσιγάρα,» πρόσθεσε χαμογελώντας.

«Θα ήθελα να μείνω, αλλά πρέπει να φύγω.»

Η Ευγενία πλησίασε το κιβώτιο. Το παραμέρισε, γονάτισε δίπλα του, έσκαψε γρήγορα με τα χέρια, και τράβηξε πάνω τον μικρό σάκο που περιείχε τη γυναικεία στολή δεσμοφύλακα, το ρόπαλο, το ενεργειακό πιστόλι, και τις δύο μπαταρίες. Κανένας από τους άλλους κρατούμενους δεν της έδωσε σημασία· τους ενδιέφερε πολύ περισσότερο ο έρωτάς τους.

Ο Αλκάμελ, όμως, την πλησίασε. «Μη μου πεις ότι σχεδιάζεις να...;»

Η Ευγενία σηκώθηκε όρθια, με τον σάκο στα χέρια. Καταλάβαινε πως δεν είχε νόημα να του πει ψέματα. «Ναι,» αποκρίθηκε, «αυτό σχεδιάζω.»

Ο Αλκάμελ την άρπαξε από το μπράτσο. «Είσαι τρελή; Πώς νομίζεις ότι θα καταφέρεις να τον πάρεις από δω;» Μιλούσε σιγανά – γιατί αυτά που έλεγαν ήταν επικίνδυνα – αλλά έντονα.

«Θα τα καταφέρω.»

Τα μάτια του στένεψαν. «Θέλω κι εγώ,» είπε. «Αν έχεις τρόπο να φύγεις, θέλω κι εγώ. Δεν έχω τον παραμικρό λόγο να περιμένω να εκτίσω την ποινή μου.»

Η Ευγενία, αν και δεν διαισθανόταν κανέναν μεγάλο κίνδυνο από τον Αλκάμελ, φοβόταν πως αν του έλεγε όχι ίσως να την πρόδιδε. «Εντάξει. Αλλά θα κάνεις ό,τι σου λέω. Και σε προειδοποιώ: θα είναι επικίνδυνο.»

Ο Αλκάμελ χαμογέλασε. «Ο κίνδυνος ποτέ δεν με τρόμαξε.»

Κεφάλαιο 12

«Έλα πίσω μου,» του ψιθύρισε. «Μόνο εκεί που θα πηγαίνω θα πηγαίνεις· ούτε βήμα προς άλλη κατεύθυνση. Καλώς;»

«Αφού επιμένεις,» αποκρίθηκε, αρκετά παραξενεμένος. «Είσαι σίγουρη ότι ξέρεις τι κάνεις;»

«Ναι.» Η Ευγενία προχώρησε πρώτη, φεύγοντας από τη μικρή αυλή, βαδίζοντας σβέλτα μέσα στα σκοτάδια και μέσα στους κρυφούς δρόμους που σχημάτιζαν τα πολεοσημάδια μπροστά στα πεπειραμένα μάτια της.

«Εντάξει,» είπε ο Αλκάμελ, ακόμα παραξενεμένος. Αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν η Ευγενία να γνωρίζει την περιοχή των αντρών. Είχε, κάπως, ξανάρθει εδώ; Δεν διέφερε, βέβαια, και τόσο από την περιοχή των γυναικών, αλλά και πάλι....

Η Ευγενία γλιστρούσε αθέατη μέσα στη νύχτα, περνώντας πίσω από τις πλάτες φρουρών, πέρα από τα μάτια περιπόλων, μακριά από άντρες κρατούμενους, δίπλα από τα φώτα προβολέων. Και ο Αλκάμελ, που την ακολουθούσε, ένιωθε πολύ, πολύ περίεργα. Νόμιζε πως είχε, ξαφνικά, βρεθεί σε μια άλλη Ρελκάμνια: μια διάσταση παράλληλη σε τούτη τη διάσταση. Αλλιώς, πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Η Ευγενία έμοιαζε να έχει... να έχει... τι; Μια φοβερή αίσθηση του χρόνου, αναμφίβολα. Οι συγχρονισμοί της φαινόταν πάντοτε να είναι τρομερά – υπερφυσικά – σωστοί. Ήταν δυνατόν το μυαλό της να έκανε τόσο καλούς υπολογισμούς; Ήταν εξωφρενικό! νόμιζε ο Αλκάμελ. Ούτε εγώ δεν είμαι τόσο παρατηρητικός! (Ούτε και τόσο μετριόφρων, όφειλε να παραδεχτεί παραπλεύρως.)

«Τι είσαι;» της ψιθύρισε. «Τι σκατά είσαι, γαμώτο; Κατάσκοπος; Δολοφόνος; Γιατί σ’έχουν κλειδωμένη εδώ μέσα;»

«Δεν είμαι,» του είπε πάνω απ’τον ώμο της, «ούτε κατάσκοπος ούτε δολοφόνος. Τώρα ησυχία. Και συνέχισε να με ακολουθείς πιστά· με καταλαβαίνεις;»

«Την καταβρίσκω όταν οι γυναίκες μού λένε τι να κάνω.»

«Ωραία, δεν θα έχουμε πρόβλημα.»

Ο Αλκάμελ γέλασε σιγανά. Αλλά σκέφτηκε: Κάτι δεν πάει καθόλου καλά εδώ. Και: Ήταν σωστή απόφαση που ήρθα μαζί της; Ή πάλι μαλακία έκανα; Δεν θα ήταν η πρώτη μαλακία που είχε κάνει στη ζωή του. Ούτε και η τελευταία, μάλλον, θα ήταν. Από μαλακία είχε, μάλιστα, καταλήξει στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Ήλπιζε τώρα να μην κατέληγε σε κάνα χειρότερο μπουρδέλο, ή νεκρός.

Η Ευγενία συνέχισε να κινείται μέσα στον περίβολο της περιοχής των αντρών σαν να γνώριζε πολύ καλά το μέρος. Δεν της ήταν δύσκολο. Τα πολεοσημάδια χρειαζόταν μονάχα να ακολουθεί με μεγάλη προσοχή, για ν’αποφεύγει τον εντοπισμό. Ωστόσο, δεν έπρεπε καθόλου να χαλαρώσει. Αν χαλάρωνε, αν έκανε ένα λάθος, μπορεί και να ήταν τραγικό λάθος: μπορεί να έριχνε όλους τους δεσμοφύλακες επάνω της. Και τότε ούτε τον Νόρενταμπ θα έσωζε ούτε τον Ρίκερελ θα βοηθούσε.

«Αυτό εκεί δεν είναι;» ρώτησε, σταματώντας απότομα, δείχνοντας ένα οικοδόμημα ανάμεσα στ’άλλα οικοδομήματα των φυλακών. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, και είχε μόνο ισόγειο. Μπροστά του στεκόταν ένας δεσμοφύλακας, καπνίζοντας.

«Η απομόνωση;» είπε ο Αλκάμελ. «Ναι, εκεί είναι.»

«Ωραία.»

«Τι ‘ωραία’; Τι σκοπεύεις να κάνεις; Να χτυπήσεις τον φύλακα; Θα μας γαμήσουν! Υπάρχει τηλεοπτικός πομπός δίπλα του, ξέρεις.»

«Δε μ’ανησυχεί ο τηλεοπτικός πομπός–»

«Τι εννοείς δε σ’ανησυχεί ο γαμημένος τηλεοπτικός πομπός;» ρώτησε καθώς την ακολουθούσε πάλι· η Ευγενία είχε αρχίσει να κινείται με τον σβέλτο, άνετο τρόπο της, οδηγώντας τον μέσα σ’αυτή την... παράλληλη νύχτα όπου, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, κανείς δεν γύριζε να τους κοιτάξει κι όλες οι σκιές, όλα τα φώτα, έμοιαζαν να συνωμοτούν για να τους κρύψουν. Γαμώ τα παπάρια του Κρόνου, σκέφτηκε ο Αλκάμελ. Πρέπει να ονειρεύομαι. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση γι’αυτές τις μαλακίες που συμβαίνουν!

Η Ευγενία είπε: «Προς τα κει είναι οι τουαλέτες, σωστά;» Έδειχνε ξανά.

«Ναι.»

«Ξέρεις κανένα ήσυχο μέρος εκεί; Κανένα μέρος που μπορώ να ντυθώ και να περιμένω ένα δεκάλεπτο χωρίς να με δουν;»

Το σκέφτηκε λίγο. «Ναι, μάλλον...»

«Οδήγησέ με.»

«Εσύ δεν είπες να σ’ακολουθώ;»

«Άλλαξα γνώμη.»

«Μ’έχεις μπερδέψει.»

Η Ευγενία μειδίασε. Ο τύπος τής άρεσε. Είχε πλάκα. Σταμάτησε να βαδίζει και στράφηκε να τον κοιτάξει. «Δείξε μου, έξυπνε, κι εγώ θ’αναλάβω τα υπόλοιπα.»

«Πώς μπορείς να κινείσαι έτσι;» τη ρώτησε. «Σοβαρά μιλάω: πώς το κάνεις; Θέλω να το μάθω κι εγώ.»

Η Ευγενία γέλασε σιγανά. «Δεν είναι τόσο εύκολο. Οδήγησέ με τώρα, εντάξει;»

Ο Αλκάμελ την οδήγησε, δείχνοντάς της, και η Ευγενία έφτασε στο μέρος ακολουθώντας έναν δρόμο που για εκείνη, που έβλεπε τα σημάδια, δεν ήταν παρά φυσικός και λογικός, αλλά για εκείνον ήταν τελείως αλλόκοτος και παράλογος. Ήταν, αντικειμενικά, κύκλος. Αλλά η Ευγενία ήξερε πως, αν δεν έκανε αυτό τον κύκλο, θα την εντόπιζαν οι δεσμοφύλακες ή οι άντρες κρατούμενοι. Και μια γυναίκα κρατούμενη θα τραβούσε αμέσως την προσοχή εδώ μέσα.

Η Ευγενία και ο Αλκάμελ μπήκαν σε μια πίσω μεριά των τουαλετών που ήταν, ομολογουμένως, αρκετά ήσυχη. Οι θόρυβοι που ακούγονταν έρχονταν από μακριά, από το βάθος. Υπήρχε, μάλιστα, κι ένας καθρέφτης εδώ, και χαρτί ρολό. Ό,τι μου χρειάζεται, σκέφτηκε η Ευγενία. «Περίμενε λίγο,» είπε στον Αλκάμελ. Μπήκε σε μια τουαλέτα, έβγαλε τη στολή της κρατούμενης, και φόρεσε τη στολή της δεσμοφύλακα από τον μικρό σάκο της. Από τη ζώνη κρέμασε το ρόπαλο. Το ενεργειακό πιστόλι και τις δύο επιπλέον μπαταρίες του τα έκρυψε επάνω της, όπως και το ξιφίδιο. Τη στολή της κρατούμενης την έχωσε στον μικρό σάκο· ποτέ δεν ξέρεις, ίσως να της ξαναχρειαζόταν.

Βγήκε από την τουαλέτα, μην έχοντας καμια αμφιβολία ότι το μέρος εξακολουθούσε νάναι ασφαλές.

«Τι θα κάνεις;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, βλέποντάς την ντυμένη έτσι.

«Θα σου πω. Θα με βοηθήσεις, μάλιστα.»

«Σίγουρα δεν πάμε για ν’αυτοκτονήσουμε;»

«Σου μοιάζω για γυναίκα έτοιμη να δώσει τέλος στη ζωή της;» Τράβηξε το ξιφίδιο μέσα από τη στολή της δεσμοφύλακα, και στράφηκε στον καθρέφτη στον τοίχο πάνω από τον νεροχύτη.

«Ποτέ δεν μπορείς να τα προβλέψεις αυτά...» μουρμούρισε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία δοκίμασε την κόψη του ξιφιδίου με τον αντίχειρά της. Αρκετά κοφτερό, σκέφτηκε. Και έβαλε τη λεπίδα κάτω απ’το αριστερό της μάτι.

«Συγνώμη, τι σκατά κάνεις;» είπε ο Αλκάμελ.

«Φέρε μου λίγο χαρτί από δίπλα,» του είπε η Ευγενία, κι έσκισε τη δερματοστιξία – και μαζί, φυσικά, τη σάρκα – κάτω από το αριστερό της μάτι. Αίμα κύλησε πάνω στο χρυσόδερμο μάγουλό της. «Χαρτί, αν έχεις την καλοσύνη.»

«Ε, δεν πας καθόλου καλά,» μουρμούρισε ο Αλκάμελ, δίνοντάς της το χαρτί που είχε μόλις τραβήξει από το ρολό.

Η Ευγενία το πήρε και το έβαλε πάνω στο τραύμα, περιμένοντας. «Μην ανησυχείς. Σε κάνα δεκάλεπτο δεν θα φαίνεται τίποτα.»

«Τι εννοείς; Έσκισες το μάγουλό σου!» Ο Αλκάμελ είχε αρχίσει πολύ να φοβάται ότι η τύπισσα ήταν τελικά τρελή. Ναι, ακόμα μια από τις ηλίθιες μαλακίες που συνηθίζω να κάνω στη ζωή μου. «Λοιπόν κοίτα. Εγώ δεν μπορώ άλλο να σε βοηθήσω. Πρέπει να–»

Η Ευγενία γέλασε με την αντίδρασή του. «Μη φρικάρεις,» του είπε. «Θα σου εξηγήσω μετά. Θα το δεις και μόνος σου, βασικά.»

«Τι θα δω, γαμώτο; Έσκισες τη μούρη σου σα να μην έτρεχε τίποτα!»

«Περίμενε, εντάξει; Κάνε μου τη χάρη και περίμενε λίγο.»

Ο Αλκάμελ αποφάσισε να περιμένει. Τι άλλο μπορεί να συνέβαινε πια;

Μετά από μερικά λεπτά, η Ευγενία απομάκρυνε το νοτισμένο με αίμα χαρτί από το πρόσωπό της. Και το τραύμα είχε ήδη κλείσει. Δεν αιμορραγούσε, αν και εξακολουθούσε να φαίνεται. Η σάρκα εκεί ήταν πολύ τρυφερή.

Ο Αλκάμελ την κοίταζε χάσκοντας.

«Περίμενε κι άλλο,» του είπε εκείνη. Και, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του, η σάρκα της σταδιακά θεραπεύτηκε. Προτού περάσουν δέκα λεπτά από τότε που είχε σκίσει τον εαυτό της, το μάγουλό της ήταν πάλι όπως πριν. Ή, μάλλον, όχι ακριβώς όπως πριν. Έλειπε η δερματοστιξία με το ανάποδο τρίγωνο.

«Μαγεία;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Κάποιου είδους μαγεία;»

«Δεν υπάρχει μαγεία που να θεραπεύει έτσι τα τραύματα,» τον πληροφόρησε η Ευγενία. «Έχεις δει ή ακούσει ποτέ μάγος να κάνει ξόρκι που εξαφανίζει πληγές;»

«Τι – τι έγινε, τότε;»

«Για την ώρα, ας πούμε ότι απλά θεραπεύομαι γρήγορα–»

«‘Απλά’;» γέλασε κοφτά Αλκάμελ. «Αυτό... δεν... Τι να...;»

«Θα με βοηθήσεις, ή θέλεις να φύγεις τελικά;»

Ο Αλκάμελ δίστασε να δώσει απάντηση.

«Αμφιβάλλεις ότι μπορώ να σε βγάλω από τη φυλακή;»

Ίσως νάναι τρελή, σκέφτηκε ο Αλκάμελ. Ίσως νάναι τελείως παλαβή, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, αλλά μάλλον έχει δίκιο. Μπορεί να με βγάλει από εδώ. Αν όχι αυτή, ποια άλλη;

«Καθόλου,» της είπε. «Πάμε.»

«Λοιπόν. Άκου τι θα κάνουμε.»

Και, καθώς του εξηγούσε, ο Αλκάμελ χαμογέλασε.

Τον έκρινα σωστά, εξαρχής, σκέφτηκε η Ευγενία. Του αρέσουν οι περιπέτειες. Δεν ήταν τυχαίο που τον συνάντησα. Η Πόλη μού τον έστειλε.

*

Το οικοδόμημα της απομόνωσης ήταν σαν μια πελώρια άχαρη κοτρόνα. Μοναδική είσοδος ήταν η μπροστινή πόρτα, και παράθυρα δεν υπήρχαν. Η Ευγενία γλίστρησε από το πλάι του, μόνη. Κοίταξε, από τη γωνία, τον φρουρό. Ο τηλεοπτικός πομπός ήταν δίπλα του, προσαρτημένος στον τοίχο.

Η Ευγενία μουρμούρισε πίσω από τα δόντια της τα λόγια για το Ξόρκι Τηλεοπτικής Ασυνέχειας, ενώ τα δάχτυλά της διέγραφαν μαγικά σύμβολο κοντά στο στήθος της. Στο μυαλό της ήταν ο φρουρός και μόνο ο φρουρός. Και η εικόνα αυτή μεταφέρθηκε στη μνήμη του τηλεοπτικού πομπού και έμεινε εκεί. Τα επόμενα λεπτά, ό,τι κι αν συνέβαινε, ο πομπός αυτή την εικόνα θα λάμβανε κι αυτή την εικόνα θα έδειχνε σε όποια οθόνη μετέδιδε τις οπτικές πληροφορίες του. Αυτή η εικόνα θα αποθηκευόταν, επίσης, σε οποιοδήποτε σύστημα αποθήκευσης οπτικών δεδομένων ήταν συνδεδεμένο με τον πομπό.

Η Ευγενία απομακρύνθηκε σβέλτα από το πλάι της απομόνωσης. Πήρε τον Αλκάμελ από τα σκοτάδια όπου τον είχε αφήσει και μαζί βάδισαν προς την πόρτα της απομόνωσης και τον δεσμοφύλακα εκεί. Ο Αλκάμελ κρατούσε τα χέρια του μπροστά του, με τους καρπούς κοντά-κοντά, σαν να ήταν δεμένος, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν δεσμά που να τον τυλίγουν.

Η Ευγενία, ντυμένη σαν δεσμοφύλακας, είπε στον φρουρό: «Άνοιξέ μου. Τον φέρνω επειγόντως. Έκανε φασαρίες.»

Ο άντρας πέταξε το τσιγάρο του κάτω και γύρισε προς την πόρτα, πιάνοντας μια αρμαθιά κλειδιά από τη ζώνη του. Πέρασε ένα απ’αυτά στην κλειδαριά και τη γύρισε. Έσπρωξε την πόρτα.

Στράφηκε προς την Ευγενία.

Εκείνη κρατούσε τώρα το ενεργειακό πιστόλι στο χέρι της και τον σημάδευε. «Μπες μέσα,» πρόσταξε.

«Τι;»

«Μέσα.»

Σαστισμένος, ο δεσμοφύλακας έκανε τρία βήματα όπισθεν, μπαίνοντας στο οικοδόμημα της απομόνωσης. Η Ευγενία τον ακολούθησε, και ο Αλκάμελ ακολούθησε την Ευγενία κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. Στο εσωτερικό ήταν ένας θάλαμος με τρεις κλειστές πόρτες δεξιά, τρεις αριστερά, και δύο στο βάθος – τα κελιά αυτών που τιμωρούνταν.

«Τι συμβαίνει εδώ;» απαίτησε ο δεσμοφύλακας. «Δεν καταλαβαίνω!»

«Πού είναι ο κρατούμενος Νόρενταμπ Βέλεργαθ;» ρώτησε η Ευγενία.

«Ρώτησα τι συμβαίνει εδώ!»

«Θες να σου τινάξω τα λίγα σου μυαλά έξω απ’το κεφάλι;» Η Ευγενία ήταν βέβαιη ότι ο άντρας δεν είχε καταλάβει πως το πιστόλι δεν ήταν πυροβόλο. Ήταν πολύ ξαφνιασμένος ακόμα.

Τον είδε να ξεροκαταπίνει. «Εκεί είναι,» της είπε δείχνοντας μια πόρτα. «Αλλά... γιατί;» Συνοφρυώθηκε. «Δεν είσαι φύλακας, έτσι δεν είν–;»

Η ενεργειακή ριπή της τον χτύπησε στο στήθος, στέλνοντάς τον πίσω και κάτω, λιπόθυμο.

«Μέχρι στιγμής, όλα καλά,» σχολίασε ο Αλκάμελ. «Να δούμε πώς θα φύγου–»

«Μη μιλάς. Γδύσ’ τον και βάλε τα ρούχα του.»

Ο Αλκάμελ μειδίασε. «Λατρεύω τις γυναίκες που σου λένε τι να κάνεις.»

«Μας το είπες ήδη.» Η Ευγενία πήρε τα κλειδιά του φύλακα και τα δοκίμασε, ένα-ένα, στην πόρτα που εκείνος είχε δείξει.

Η πόρτα άνοιξε με τη δεύτερη προσπάθεια. Πίσω της ήταν ένας στενός χώρος – πολύ πιο στενός από το κελί της Ευγενίας – χωρίς κρεβάτι ή κανένα άλλο έπιπλο· μονάχα ένας απόπατος κι ένας μικρός νιπτήρας υπήρχαν. Ένας άντρας ήταν κουλουριασμένος στο πάτωμα. Χρυσόδερμος, σαν την Ευγενία, αλλά με το δέρμα του μουτζουρωμένο. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και αχτένιστα, πέφτοντας ώς τους ώμους του. Τα γένια του ήταν αξύριστα.

Ανασηκώθηκε, βλεφαρίζοντας μουδιασμένα.

«Νόρενταμπ;» Η Ευγενία γονάτισε μπροστά του. «Πώς είσαι, φίλε μου;»

«...Κρόνε,» μουρμούρισε ο Νόρενταμπ σαν να παραληρούσε. «Όχι, Άρχοντά μου... Γιατί με βασανίζεις έτσι;»

«Δε σε βασανίζει ο Κρόνος. Ήρθα να σε πάρω από δω. Η Ευγενία είμαι· μ’αναγνωρίζεις, δε μ’αναγνωρίζεις;» Πήρε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της, αναγκάζοντάς τον να την κοιτάξει ευθέως. «Η Ευγενία. Η Θυγατέρα της Πόλης. Η ταχυδακτυλουργός.»

«Δεν είναι δυνατόν... Φοράς στολή... Κρόνε, γιατί με βασανίζεις με ψεύτικα οράματα;»

«Σήκω πάνω· άσε τις μαλακίες!» γέλασε η Ευγενία. «Δεν είμαι όραμα. Δε με νιώθεις; Ήρθα να σε πάρω από δω. Πάμε. Η Γιολάντα ανησυχεί για σένα. Σήκω! Πάμε.» Τον τράβηξε από το χέρι και ο Νόρενταμπ σηκώθηκε. Μπορεί να ήταν αγουροξυπνημένος, μα δεν ήταν και σε τόσο άθλια κατάσταση όσο φαινόταν.

«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε καθώς έβγαινε από το κελί του μαζί της. Κοίταξε τον γυμνό φρουρό στο έδαφος. Κοίταξε τον Αλκάμελ που έβγαζε τη στολή του κρατούμενου για να βάλει τη στολή του δεσμοφύλακα. «Τι γίνεται εδώ;»

«Σου είπα,» αποκρίθηκε η Ευγενία: «ήρθα να σε σώσω.»

«Γιατί; Πώς...; Πώς βρέθηκες εδώ;»

«Για σένα μπήκα εδώ, φυσικά.»

«Έβαλες τον εαυτό σου σε κίνδυνο...» μουρμούρισε. «Μα τον Κρόνο.»

«Η φίλη σου,» του είπε ο Αλκάμελ καθώς ντυνόταν, «δεν είναι, ομολογουμένως, καθόλου καλά στα μυαλά της. Αλλά, κατά τα άλλα, είναι τρομερή. Χρειάζομαι κι εγώ μια τέτοια φίλη.»

Η Ευγενία είπε στον Νόρενταμπ: «Έχω ανάγκη τη βοήθειά σου. Είναι πολύ σημαντικό για μένα.»

Ο Νόρενταμπ συνοφρυώθηκε.

«Θα σου εξηγήσω όταν φύγουμε από τις φυλακές,» υποσχέθηκε η Ευγενία.

«Ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς θα μας βγάλει από δω,» είπε ο Αλκάμελ καθώς τελείωνε με τη στολή του δεσμοφύλακα, «αλλά έχω αρχίσει να την εμπιστεύομαι.»

Η Ευγενία είδε τα σημάδια της Πόλης μέσα στον θάλαμο ν’αλλάζουν καθώς ο Αλκάμελ μετακινήθηκε: οι θέσεις των πραγμάτων σε σχέση μ’αυτόν, οι σκιές. «Πάμε!» είπε στους δύο άντρες. «Τώρα! Μαζί μου! Και κοιτάτε δεξιά καθώς βγαίνετε – να μη δει ο πομπός τα πρόσωπά σας.»

Την ακολούθησαν έξω από την απομόνωση, στρίβοντας αμέσως δεξιά, γλιστρώντας μες στα σκοτάδια του περιβόλου.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Έγινε τίποτα που δεν πήρα είδηση;»

«Μόλις κατάλαβαν οι δεσμοφύλακες ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά στην απομόνωση. Πρέπει να είδαν ότι ο φρουρός λείπει. Και τώρα μας είδαν να βγαίνουμε κιόλας.»

«Πώς...;» Ο Αλκάμελ ήθελε να ρωτήσει πώς τα είχε αντιληφτεί όλ’ αυτά η Ευγενία, μα δεν πρόλαβε.

Φωνές ακούγονταν στον περίβολο. Δυνατά φώτα άναβαν από δω κι από κει. Οι δεσμοφύλακες τούς έψαχναν.

Η Ευγενία σταμάτησε σ’ένα σημείο όπου οι σκιές ήταν πυκνές· κι οι τρεις τους ήταν λαχανιασμένοι από το τρέξιμο. Ο Νόρενταμπ φαινόταν να έχει συνέλθει απότομα.

«Τη γαμήσαμε,» είπε ο Αλκάμελ. «Το ήξερα πως θα τη γαμούσαμε στο τέλος...»

«Μην πανικοβάλλεσαι. Όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο,» προσπάθησε να τον καθησυχάσει η Ευγενία.

«Ωραίο γαμημένο σχέδιο έχεις, γαμώ τα παπάρια του Κρόνου σου!»

«Μη βλασφημάς, φίλε,» είπε ο Νόρενταμπ.

Ο Αλκάμελ ρουθούνισε. «Ναι, συγνώμη. Τι είσαι; Ιερέας;»

Προτού ο Νόρενταμπ προλάβει ν’αποκριθεί, μια σκιά φάνηκε να γεννιέται μέσα από τις άλλες σκιές. Ο Διαβολόγατος νιαούρισε συνθηματικά στην Ευγενία.

Η Ευγενία τον ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη, κι οι δύο άντρες ακολούθησαν εκείνη.

Και γαμώ, σκέφτηκε ο Αλκάμελ. Τώρα ο Διαβολόγατος μάς οδηγεί! Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος γαμώ...

Δεν άργησαν να φτάσουν, μέσα από σκοτάδια και πυκνές σκιές, πίσω από μια μεγάλη αποθήκη. Το μέρος ήταν ήσυχο εδώ.

«Η αποθήκη τροφίμων, έτσι;» είπε η Ευγενία. Βρισκόταν στο αντίστοιχο σημείο που ήταν η αποθήκη τροφίμων στην περιοχή των γυναικών.

«Ναι,» ένευσε ο Αλκάμελ.

«Μάλιστα.»

«Τι κάνουμε τώρα, αφεντικό;» τη ρώτησε. «Ή μήπως θα συμβουλευτούμε τον γάτο σου;»

Η Ευγενία μειδίασε. Λοξοκοίταξε τον Διαβολόγατο, που μετά δυσκολίας φαινόταν μες στο σκοτάδι· τα γυαλιστερά μάτια του κυρίως, το ένα γαλανό, το άλλο χρυσό. «Αυτό ίσως να μην ήταν και τόσο κακή ιδέα...»

«Δε σοβαρολογείς, έτσι;» Φώτα άναβαν στον περίβολο που ο Αλκάμελ δεν θυμόταν ποτέ να είχαν ανάψει, και ο μεγάλος χώρος φαινόταν να συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερους δεσμοφύλακες οι οποίοι ωθούσαν τους κρατούμενους στα κελιά τους παρότι δεν ήταν ακόμα ώρα για ύπνο. Σε λίγο, σκέφτηκε ο Αλκάμελ, θάχουμε μείνει εμείς κι αυτοί οι καριόληδες. Την έχουμε γαμήσει με καπέλο φτερωτό.

Ο Νόρενταμπ μουρμούρισε κάτι που έμοιαζε με προσευχή στον Κρόνο.

«Εσύ, τελικά, πρέπει όντως νάσαι ιερέας,» είπε ο Αλκάμελ, «ή πολύ θρήσκος.»

Η Ευγενία είπε: «Μπορούμε να φύγουμε από δω· μην πανικοβάλλεστε–»

«Μας δουλεύεις;»

«Μόνο ένα πράγμα χρειάζεται να κάνουμε, Αλκάμελ.»

Την ατένισε ερωτηματικά.

«Να τους κλέψουμε το φως,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης. «Είμαι ταχυδακτυλουργός, σ’το έχω πει;»

«Όλο και κάτι καινούργιο μαθαίνω για σένα με κάθε λεπτό που περνά απόψε.»

*

Το ενεργειακό κέντρο της περιοχής των αντρών δεν ήταν μακριά από την αποθήκη τροφίμων. Και οι δεσμοφύλακες δεν φαινόταν να έχουν ενισχύσει ακόμα την άμυνά του. Μάλλον δεν σκέφτονταν ό,τι σκεφτόταν η Ευγενία.

Ένας φρουρός στεκόταν έξω από την είσοδο, με ενεργειακό πιστόλι στο χέρι, ειδοποιημένος ότι κάτι είχε συμβεί, ότι κρατούμενοι είχαν ξεφύγει.

Η Ευγενία και οι δύο άντρες τον ατένιζαν κρυμμένοι σε πυκνά σκοτάδια. Και ο Διαβολόγατος ήταν μαζί τους.

«Η ταχυδακτυλουργία,» ψιθύρισε η Θυγατέρα της Πόλης στον Αλκάμελ, «βασίζεται στην απάτη. Κάνεις κάτι όταν ο άλλος δεν μπορεί να το δει.»

«Θες να μου πεις ότι όλα όσα έκανες ώς τώρα ήταν ταχυδακτυλουργίες; Ακόμα και το τραύμα στο μάγουλό σου;»

«Όχι. Τίποτα από αυτά δεν ήταν ταχυδακτυλουργία ακριβώς. Αλλά αυτό που θα κάνουμε τώρα είναι ταχυδακτυλουργία, ουσιαστικά.

»Νόρενταμπ, εσύ μείνε πίσω, όπως είπαμε.»

«Έγινε.»

Η Ευγενία γονάτισε στο ένα γόνατο και χάιδεψε τη ράχη του Διαβολόγατου. «Κι εσύ ελπίζω να κάνεις ό,τι έχω κατά νου. Αλλιώς η δουλειά μας θα είναι λιγάκι πιο δύσκολη.»

«Μιάο.»

«Μη μου πεις ότι μιλάς και στα ζώα,» είπε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία σηκώθηκε όρθια. «Όχι, αλλά μου μιλάνε αυτά.»

«Υπέροχα,» μουρμούρισε ο Αλκάμελ σαν να μονολογούσε· «κάνω παρέα με φρενοβλαβείς τώρα.»

«Πάμε,» του είπε η Ευγενία.

Και, ντυμένοι σαν δεσμοφύλακες όπως ήταν, ξεπρόβαλαν από τα σκοτάδια και βάδισαν αποφασιστικά προς τον φρουρό του ενεργειακού κέντρου.

Η Ευγενία δεν άφησε ούτε στιγμή αβεβαιότητας να περάσει· μόλις ήταν σίγουρη ότι βρισκόταν αρκετά κοντά ώστε ο άντρας να μπορεί να την ακούσει, είπε: «Συγνώμη, τι γίνεται; Γιατί μας καλέσατε εδώ; Δε βλέπω κανένα πρόβλημα.»

Ο φρουρός συνοφρυώθηκε. «Πρόβλημα; Δεν σας καλέσαμε εμείς–»

«Στο ενεργειακό κέντρο δεν είπατε να έρθουμε;»

«Στην απομόνωση έγινε κάτι, όχι εδώ–»

«Το ξέρω ότι στην απομόνωση έγινε κάτι. Αλλά εδώ μάς κάλεσαν.»

Ο Διαβολόγατος πέρασε γρήγορα ανάμεσά τους. Ο φρουρός, ξαφνιασμένος, γύρισε να τον κοιτάξει. Η Ευγενία τον κλότσησε στα μαλακά, κι ο Αλκάμελ, καθώς διπλωνόταν, τον κοπάνησε στο κεφάλι. Ο άντρας σωριάστηκε αναίσθητος.

Ο Αλκάμελ τού πήρε το πιστόλι και μπήκαν στο ενεργειακό κέντρο παραμερίζοντας τη μεταλλική πόρτα.

Ένας άντρας και μια γυναίκα, ντυμένοι με στολές δεσμοφυλάκων, ήταν εδώ για να προσέχουν τα συστήματα και να παρακολουθούν τις ενδείξεις στις κονσόλες. Στράφηκαν αμέσως να κοιτάξουν τον Αλκάμελ και την Ευγενία· ο άντρας ήταν όρθιος, η γυναίκα καθισμένη σε μια καρέκλα, με μια κούπα καφέ στο χέρι κι ένα τσιγάρο στο τασάκι που ήταν παραδίπλα, πάνω σε μια κονσόλα.

«Τι γίνετ’ εκεί έξω;» ρώτησε ο άντρας.

«Κάτι τέτοιο,» είπε ο Αλκάμελ, ρίχνοντάς του με το πιστόλι του φρουρού. Η ενεργειακή ριπή τον βρήκε στο στήθος, τραντάζοντάς τον πατόκορφα, σωριάζοντάς τον πάνω σε μια κονσόλα και, μετά, στο πάτωμα, αναίσθητο.

Την ίδια στιγμή η Ευγενία έριχνε στη γυναίκα, αναισθητοποιώντας την κι αυτήν.

«Τι κάνουμε τώρα;» είπε ο Αλκάμελ, κοιτάζοντας ψιλοχαμένος τα συστήματα ολόγυρά τους. «Μη γίνει καμια μαλακία κι εκραγούμε εδώ μέσα.»

«Μη φοβάσαι.» Η Ευγενία πήρε, με τα δύο χέρια, μια ενεργειακή φιάλη από τη γωνία και του την έδωσε στην αγκαλιά. «Αυτή θα την πάρουμε μαζί μας.» Πλησίασε μια μεγάλη όρθια κονσόλα. Κοίταξε τις ενδείξεις και τις λέξεις επάνω της. «Εντάξει,» είπε, και κατέβασε έναν διακόπτη. Τα πάντα τυλίχτηκαν σε σκοτάδι. Είχε μόλις διακόψει όλη τη ροή της ενέργειας στην περιοχή των αντρών.

Δεν είχε συσκοτιστεί μόνο το ενεργειακό κέντρο, αλλά ολόκληρος ο περίβολος, όλα τα οικοδομήματα. Τα πάντα. Ούτε ο μηχανισμός που έκανε τα κελιά ν’ανοιγοκλείνουν δεν θα δούλευε τώρα. Οτιδήποτε τρεφόταν με ενέργεια από εδώ είχε σταματήσει να λειτουργεί.

«Τώρα που δε βλέπουν, η ‘μαγεία’ ξεκινά,» είπε η Ευγενία, χαμογελώντας. Το μοναδικό φως στο δωμάτιο ήταν αυτό που ερχόταν από το παράθυρο: το φως των φεγγαριών και το φως της Ατέρμονης Πολιτείας πέρα από το Δεσμωτήριο.

«Δος μου τα σπίρτα σου.» Η Ευγενία πήρε μια ενεργειακή φιάλη από δίπλα, την άνοιξε με τη βοήθεια του ξιφιδίου της, κι έχυσε τα ενεργειακά υγρά επάνω στην κονσόλα, προσέχοντας να μην πιτσιλιστεί η ίδια. Η οξεία μυρωδιά τους γέμισε τον χώρο.

Ο Αλκάμελ τής έδωσε τα σπίρτα του.

«Και φύγε,» του είπε η Ευγενία. «Βγες.»

Ο Αλκάμελ βγήκε· τα είχαν ήδη συζητήσει αυτά.

Η Ευγενία τον ακολούθησε και, καθοδόν, άναψε ένα σπίρτο εκτοξεύοντας το προς τα ενεργειακά υγρά–

Πήδησε–

Πέρασε το κατώφλι της πόρτας κάνοντας γρήγορη τούμπα–

–ενώ πίσω της το δωμάτιο ανατιναζόταν.

«Πάμε!» Ήταν ήδη όρθια ξανά. «Πάμε!»

Έτρεξαν προτού όλοι οι δεσμοφύλακες μαζευτούν εδώ.

«Ακόμα ένας κανόνας της ταχυδακτυλουργίας,» είπε η Ευγενία στον Αλκάμελ καθώς συναντούσαν τον Νόρενταμπ μες στα σκοτάδια: «Κάνε τους να δουν κάτι που τους τραβά την προσοχή ενώ εσύ ασχολείσαι με κάτι τελείως διαφορετικό.»

Οι δεσμοφύλακες είχαν συγκεντρωθεί στο φλεγόμενο οικοδόμημα του ενεργειακού κέντρου. Ακόμα μια έκρηξη έγινε, καθώς κι άλλες φιάλες έσκασαν από τη φωτιά, και οι δεσμοφύλακες έπεσαν στο έδαφος. Φωνές αντηχούσαν. Φλόγες χόρευαν.

Η Ευγενία, όμως, δεν είχε ανατινάξει το ενεργειακό κέντρο μόνο για να τραβήξει την προσοχή των φυλάκων. Ούτε μόνο για να σβήσει όλα τα φώτα στην περιοχή των αντρών. Το είχε ανατινάξει, κυρίως, για να αδρανοποιήσει τα ενεργειακά φορτισμένα μέταλλα των κάγκελων του Δεσμωτηρίου.

Ο περίβολος των φυλακών περιστοιχιζόταν από ψηλά μεταλλικά κάγκελα συνδεδεμένα με καλώδια που περνούσαν κάτω από τη γη. Τα καλώδια αυτά κατέληγαν στο ενεργειακό κέντρο, ώστε να φορτίζουν τα μέταλλα. Όταν κάποιος άγγιζε τα κάγκελα, μια μικρή εκκένωση τον χτυπούσε. Ήταν αδύνατον να τα σκαρφαλώσεις· τα χέρια σου και τα πόδια σου θα μούδιαζαν· θα έπεφτες κάτω, παράλυτος. Η Ευγενία το είχε μάθει αυτό από τις άλλες κρατούμενες, όσο βρισκόταν εδώ. Και είχε κι η ίδια, μια φορά, αγγίξει τα κάγκελα δοκιμαστικά. Μ’ένα ελαφρύ άγγιγμα δεν πάθαινες τίποτα το σπουδαίο.

Τα ενεργειακά φορτισμένα μέταλλα, όμως, δεν ήταν το μοναδικό εμπόδιο. Στην κορυφή των κάγκελων υπήρχε συρματόπλεγμα, αρκετά κοφτερό για να κόψει δάχτυλα. Και σε τακτά διαστήματα κοντά στα κάγκελα υπήρχαν φυλάκια μ’έναν φρουρό στο καθένα. Τα φυλάκια είχαν, επίσης, προβολέα (αδρανοποιημένο τώρα που είχε ανατιναχτεί το ενεργειακό κέντρο) και πολυβόλο (καθόλου αδρανοποιημένο και πολύ, πολύ επικίνδυνο). Και ήταν γνωστό πως μερικές φορές πυροβολούσαν εν ψυχρώ τους κρατούμενους που έτρεχαν να φύγουν.

Η Ευγενία και οι δύο άντρες πλησίασαν τώρα ένα από τα φυλάκια, μες στο πυκνό σκοτάδι, και ο Διαβολόγατος ερχόταν πίσω τους. Η δεσμοφύλακας που ήταν στο φυλάκιο απόψε είχε βγει από τον κλειστό χώρο και στεκόταν στο κεφαλόσκαλο στην κορφή της μεταλλικής σκάλας. Δεν τους είδε να ζυγώνουν· η Ευγενία ήταν απόλυτα βέβαιη γι’αυτό.

Κάνοντας νόημα στον Νόρενταμπ και τον Αλκάμελ να μείνουν πίσω, άρχισε ν’ανεβαίνει βιαστικά τη σκάλα. «Ε!» φώναξε στη φρουρό. «Γιατί γίνετ’ αυτό στο φυλάκιο σου; Τι συμβαίνει;»

Εκείνη σάστισε προς στιγμή. Κοίταξε πίσω της, την πόρτα.

Η Ευγενία τής έριξε με το ενεργειακό πιστόλι (όπου είχε αλλάξει μπαταρία, γιατί η καθεμία ήταν καλή μόνο για δύο ριπές). Η γυναίκα τραντάχτηκε κι έπεσε λιπόθυμη.

«Ελάτε!» φώναξε η Ευγενία στον Νόρενταμπ και στον Αλκάμελ, κι εκείνοι ανέβηκαν. Ο δεύτερος κρατούσε την ενεργειακή φιάλη στα χέρια του.

«Δος τη μου,» του είπε η Ευγενία.

Εκείνος τής την έδωσε, μοιάζοντας αγχωμένος. «Αν δεν τα καταφέρουμε–»

«Θα τα καταφέρουμε,» τον διέκοψε. Άνοιξε την επάνω μεριά της φιάλης με το ξιφίδιό της και τίναξε τα ενεργειακά υγρά στο συρματόπλεγμα στην κορυφή των κάγκελων. Άναψε ένα σπίρτο. «Κατεβείτε ώς τη μέση της σκάλας.»

Οι δυο άντρες υπάκουσαν.

Η Ευγενία τινάχτηκε προς τα πίσω ενώ, συγχρόνως, πετούσε το αναμμένο σπίρτο στο λουσμένο με ενεργειακά υγρά συρματόπλεγμα. Η έκρηξη φώτισε τη νύχτα – και παραλίγο να πετάξει την Ευγενία από τη σκάλα, αλλά εκείνη κρατήθηκε επιδέξια.

Ο Διαβολόγατος ακούστηκε να νιαουρίζει ανήσυχα από κάπου.

Το συρματόπλεγμα είχε κομματιαστεί. «Ελάτε!» είπε η Ευγενία. Και πρώτη εκείνη πιάστηκε από τα κάγκελα, κατεβαίνοντας τα γρήγορα, από την έξω μεριά. Γλιστρώντας προς τα κάτω. Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο.

Τα μποτοφορεμένα πόδια της συνάντησαν το έδαφος.

Ο Νόρενταμπ την ακολούθησε, μοιάζοντας να δυσκολεύεται λίγο. Αλλά λίγο μόνο. Μ’ένα μουγκρητό έφτασε κάτω.

Ο Αλκάμελ κατέβηκε πολύ πιο άνετα, γλιστρώντας όπως εκείνη, με τα πόδια του και τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από τα κάγκελα.

Τα πολεοσημάδια τής μίλησαν ξαφνικά: Κίνδυνος! Η Ευγενία στράφηκε. Είδε τη γυαλάδα ενός πολυβόλου επάνω σ’ένα φυλάκιο που απείχε καμια εικοσαριά μέτρα.

«Τρέξτε!» είπε, τρέχοντας, και συγχρόνως τράβηξε το ξιφίδιό της και το πέταξε στον αέρα, αφήνοντας το να στροβιλιστεί στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο και στα φώτα της πόλης, ελπίζοντας πως θα μπέρδευε προς στιγμή τον χειριστή του πολυβόλου. Και οι στιγμές ήταν σημαντικές τώρα.

Ο Αλκάμελ και ο Νόρενταμπ την ακολούθησαν.

Ο δρόμος που διέσχισαν ήταν πλατύς και άδειος από οχήματα και διαβάτες αυτή την ώρα. Στην άλλη μεριά του – γύρω στα δέκα μέτρα απόσταση – η περιοχή ήταν κατοικημένη κανονικά· πολυκατοικίες ορθώνονταν.

ΡΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑ

Το πολυβόλο έριχνε πίσω τους.

ΡΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑΤΑ

Αλλά χτύπησε μονάχα το οδόστρωμα, τον αέρα, κι ένα τυχαία σταθμευμένο τετράκυκλο όχημα – τα τζάμια του έσπασαν.

Η Ευγενία κι οι δύο άντρες μπήκαν σ’έναν δρόμο ανάμεσα στις πολυκατοικίες, έστριψαν σ’έναν άλλο, και συνέχισαν έτσι. Η Θυγατέρα της Πόλης φυσικά οδηγούσε, ακολουθώντας τα σημάδια που έβλεπε παντού γύρω της.

«Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» γέλασε ο Αλκάμελ. «Δεν το πιστεύω! Τα καταφέραμε! Τα καταφέραμε! Χα-χα-χα-χα-χαχαχαχα!»

«Ο Κρόνος ποτέ δεν σε ξεχνά, ακόμα κι όταν εσύ νομίζεις ότι σ’έχει ξεχάσει,» είπε ο Νόρενταμπ.

Ο Αλκάμελ παραλίγο να πνιγεί απ’το νευρικό γέλιο του. «Ε όχι, ρε Σεβασμιότατε, μη μας μπλέκεις με θρησκευτικά ζητήματα τώρα!»

Η Ευγενία σταμάτησε σ’ένα σοκάκι. Μετά από το πέρας του φαίνονταν κάτι νυχτερινά μπαρ κι ένα εστιατόριο που διανυκτέρευε. «Για την ώρα είμαστε ασφαλείς,» είπε.

«Νιάου.»

Ο Αλκάμελ αναπήδησε. «Τι σκατά κάνει αυτό το γατί εδώ, έξω απ’τη φυλακή;»

«Τι σκατά κάνεις εσύ εδώ, έξω απ’τη φυλακή, Αλκάμελ;» αποκρίθηκε η Ευγενία, μειδιώντας. Κι άρχισε να βγάζει τη στολή της δεσμοφύλακα. «Χρειαζόμαστε κανονικά ρούχα,» είπε. «Μ’αυτά τραβάμε την προσοχή των πάντων.»

Κεφάλαιο 13

Ο μαυρόδερμος, γαλανομάλλης άντρας βάδιζε στον πεζόδρομο τυλιγμένος στην καφετιά καπαρντίνα του, με τα χέρια στις τσέπες κι έναν σάκο στον ώμο.

«Συγνώμη, κύριε. Με συγχωρείτε,» ακούστηκε μια φωνή από τα δεξιά του, και γυρίζοντας είδε μια γυναίκα (γύρω στα τριάντα, την υπολόγιζε) να ξεπροβάλει από ένα στενορύμι ανάμεσα σ’ένα μπαρ και την είσοδο μιας πολυκατοικίας. Χρυσόδερμη, με κοντά πράσινα μαλλιά. Γυμνή εκτός από εσώρουχα και μπότες. Το σώμα της γεμάτο δερματοστιξίες – περίεργα, καλλιτεχνικά σχέδια. «Συγνώμη, κύριε· μια στιγμή μόνο.»

Ο άντρας σταμάτησε. Η Παράλληλη Συνοικία θεωρείτο από τα σχετικά ασφαλή μέρη της Ρελκάμνια. Η γυναίκα αυτή ήταν λιγάκι απίθανο να αποτελεί δόλωμα ώστε κάποια συμμορία να του ορμήσει.

«Μ’έχουν κλέψει,» του είπε, πνίγοντας έναν λυγμό· τα μάτια της ήταν δακρυσμένα. «Δε μ’άφησαν τίποτα· μόνο κάτι χρήματα που τους έκρυψα.» Άνοιξε τη γροθιά της, που έτρεμε, για να φανερώσει μερικά χαρτονομίσματα. «Θα σας τα δώσω για να μου δώσετε την καπαρντίνα σας. Σας παρακαλώ.»

Του άντρα δεν του φαινόταν να λέει ψέματα. «Εντάξει,» της είπε. «Δε θέλω λεφτά.» Πήρε κάτι πράγματα που είχε στις τσέπες της καπαρντίνας, τα έβαλε στον σάκο του και στις τσέπες του παντελονιού και της μπλούζας του, και μετά έβγαλε την καπαρντίνα και της την έδωσε.

«Σας ευχαριστώ πολύ. Ο Κρόνος να σας έχει καλά.»

«Δεν τρέχει τίποτα, κοπελιά. Ένα ρούχο είναι. Θες καμια άλλη βοήθεια; Να σε συνοδέψω κάπου;»

«Όχι ευχαριστώ, δεν είμαι μακριά. Ευχαριστώ.» Η Ευγενία φόρεσε την καπαρντίνα, τυλίγοντάς την γύρω της.

«Σίγουρη;»

«Ναι.» Του χαμογέλασε, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της.

Ο άντρας τής επέστρεψε το χαμόγελο. «Να προσέχεις. Τι ήταν; Συμμορία;»

«Δυο καθάρματα έξω από ένα μπαρ.»

«Να προσέχεις,» της είπε πάλι, και, νεύοντας εν είδει χαιρετισμού, έφυγε.

Η Ευγενία επέστρεψε μέσα στο στενορύμι, συναντώντας τον Νόρενταμπ και τον Αλκάμελ.

«Έχεις κάνει ηθοποιός;» τη ρώτησε ο δεύτερος.

«Όχι.»

«Χαραμίζεσαι, κοπέλα μου.»

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

«Σκασμός εσύ,» του είπε ο Αλκάμελ.

Ο Διαβολόγατος τον αγριοκοίταξε με τα ανομοιόχρωμα μάτια του.

Ο Αλκάμελ ρίγησε άθελά του.

«Και τώρα,» είπε η Ευγενία, «μπορώ να βρω ρούχα και για εσάς, κύριοι.»

*

Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε έρθει στην Παράλληλη Συνοικία. Ούτε εκείνη ούτε ο Νόρενταμπ. Αλλά η Ευγενία ήταν που ήξερε τον λαθρέμπορο.

Ένας άντρας με δέρμα λευκό-ροζ και ξανθά μαλλιά που πετούσαν από δω κι από κει σαν τσιγκέλια. Τα γαλανά μάτια του έμοιαζαν θολά, μα δεν ήταν καθόλου χαζός. Ήταν από εκείνους τους πονηρούς εκμεταλλευτές που με τις μικροκλεψιές τους μπορούν να συγκεντρώνουν αρκετά μεγάλα ποσά. Η Ευγενία δεν τον συμπαθούσε, αλλά τώρα αυτό δεν την απασχολούσε καθόλου.

Το όνομά του ήταν Βίκτωρας ο Μικροπωλητής, και πουλούσε την πραμάτεια του (ρούχα και μικρά όπλα, κυρίως) τις νύχτες, στους δρόμους της Παράλληλης Συνοικίας: σε μπαρ, σε σοκάκια που συγκεντρώνονταν διάφοροι, σε πανδοχεία. Σε υπόγεια μέρη, γενικά – μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Απόψε η Ευγενία – ακολουθώντας πολεοσημάδια και τις οδηγίες που της έδωσαν μερικοί άνθρωποι που ρώτησε – βρήκε τον Βίκτωρα σ’έναν από τα κυριολεκτικά υπόγεια μέρη. Μέσα σε μια σήραγγα, κάτω από μια άλλη σήραγγα. Τριγύρω ήταν δύο πορνεία, ένα μπαρ, ένα μαγαζί που πουλούσε λουλούδια και ναρκωτικά, και η είσοδος μιας ανάποδης πολυκατοικίας – απ’αυτές που εκτείνονταν προς τα κάτω, μες στη γη, αντί για προς τα πάνω.

Ο Βίκτωρας συνοφρυώθηκε. «Σ’έχω ξαναδεί, δε σ’έχω ξαναδεί εσένα;»

«Ναι,» είπε η Ευγενία.

«Είχες μακριά μαλλιά, τότε, ε;»

«Αν θυμάμαι καλά.»

«Γιατί τάκοψες; Νομίζω ότι σου πήγαιναν καλύτερα.» Χαμογέλασε, δείχνοντας κιτρινισμένα δόντια.

«Ρούχα θέλω,» του είπε η Ευγενία δίχως να χαμογελά.

«Τι ρούχα; Έχω διάφορα να δεις.» Άνοιξε έναν μεγάλο σάκο που ήταν αφημένος παραδίπλα, τραβώντας ενδύματα από μέσα.

«Για δυο άντρες και για εμένα.»

«Είσαι με παρέα; Που είν’ οι κύριοι;»

«Αλλού. Δείξε μου τα ρούχα σου.»

Της τα έδειξε, και ύστερα από μερικά παζάρια–

(«Έλα τώρα, τι πενήντα δεκάδια; Ούτε φόρους δεν πληρώνεις!»

«Έχω έξοδα, όμως, κι εγώ.»

«Είκοσι-πέντε δεκάδια· μη με κλέβεις.»

«Ε όχι κι είκοσι-πέντε! Το καλύτερο ύφασμα είν’ αυτό! Πόσο νομίζεις ότι εγώ το πήρα;»

«Τριάντα, τότε.»

«Όχι–»

«Τριάντα-δύο. Και τέλος. Έχουμε και δουλειές νυχτιάτικα.»)

–η Ευγενία πήρε ό,τι χρειαζόταν κι απομακρύνθηκε, ενώ ήδη άλλοι δύο είχαν πλησιάσει για ν’αγοράσουν πράγματα ή, ίσως, για να πουλήσουν. Ο Βίκτωρας ο Μικροπωλητής ήταν γνωστός σε τούτα τα μέρη.

Η Ευγενία συνάντησε τον Νόρενταμπ και τον Αλκάμελ στις σκιές του μικρού μπαρ ανάμεσα στα πορνεία. Μια ημίγυμνη χορεύτρια χόρευε γύρω από δύο γυάλινες ράβδους, μια κάθετη, μια οριζόντια, που είχαν φωτάκια στο εσωτερικό τους, αναβοσβήνοντας.

Ο Αλκάμελ έπινε ένα ποτήρι Γλυκό Κρόνο, ο Νόρενταμπ ένα ποτήρι Αργυρό Νεφέλωμα.

«Τα ρούχα σας,» τους είπε η Ευγενία, κρατώντας τα στα χέρια.

«Έχουμε ξεποδαριαστεί,» μούγκρισε ο Αλκάμελ. «Ελπίζω ν’άξιζε τον κόπο.» Είχαν βαδίσει καμια εικοσαριά χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν εδώ. Δεν ήθελαν να μπουν σε επιβατηγό όχημα· ήταν πολύ ριψοκίνδυνο με τις ενδυμασίες τους – στολή δεσμοφύλακα ο Αλκάμελ, στολή κρατούμενου ο Νόρενταμπ.

Έφυγαν από το μπαρ και πήγαν σ’ένα σκοτεινό, μοναχικό σημείο της σήραγγας για να βγάλουν τα παλιά τους ρούχα και να φορέσουν τα καινούργια. Η Ευγενία ντύθηκε επίσης, χωρίς καν να αφαιρέσει την καπαρντίνα της. Τα χέρια της γλιστρούσαν επιδέξια μέσα και έξω από τα μανίκια.

«Από πού είσαι;» ρώτησε τον Αλκάμελ. «Δεν είσαι από την Παράλληλη Συνοικία, έτσι δεν είναι;»

«Στο Εμπορικό Κέντρο της Χορδής έμενα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Έκανα... διάφορες δουλειές.»

«Παράνομες;»

«Καθόλου παράνομες.»

«Γιατί τότε σ’έκλεισαν μέσα;»

«Από μαλακία έγινε, βασικά. Τέλος πάντων,» αναστέναξε, «θα καθίσουμε τώρα να λέμε γι’αυτά; Δεν ξέρεις κανένα ασφαλές μέρος εδώ, για να ξεκουραστούμε;»

«Κάτι θα βρούμε.»

*

Το ξενοδοχείο καταλάμβανε το δεξί μισό της πολυκατοικίας, και η Ευγενία, με μια ματιά μονάχα, καταλάβαινε, από τα σημάδια της Πόλης, ότι δεν ήταν πάντοτε ξενοδοχείο. Ήταν, δίχως αμφιβολία, πολλά άλλα πράγματα παλιότερα. Όχι πως είχε ιδιαίτερη σημασία.

Το σημαντικό ήταν ότι ο νυχτερινός υπάλληλος δεν ζητούσε ταυτότητες (γιατί κανένας τους δεν είχε να του δώσει, φυσικά). Τα πολεοσημάδια την είχαν οδηγήσει σωστά σ’ετούτο το μέρος, που άκουγε στο όνομα «Το Εν Δεύτερο». Ο υπάλληλος πήρε τα λεφτά της Ευγενίας χωρίς παράπονο, της έδωσε το κλειδί για το τρίκλινο δωμάτιο στον πέμπτο όροφο, και ευχήθηκε καλή διαμονή.

Η Θυγατέρα της Πόλης είχε συγκεκριμένα ζητήσει δωμάτιο στον πέμπτο όροφο, γιατί έβλεπε πως κοντά από αυτό τον όροφο περνούσε μια πεζογέφυρα, και τα πολεοσημάδια τής φανέρωναν ότι εκείνη, ο Νόρενταμπ, και ο Αλκάμελ θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν σε μια κατάσταση έκτασης ανάγκης. Αν, ας πούμε, οι άνθρωποι του Α’ Δεσμωτηρίου της Παράλληλης Συνοικίας παρουσιάζονταν ξαφνικά εδώ, τότε η Ευγενία κι οι δύο φίλοι της θα πηδούσαν από το δωμάτιο στην πεζογέφυρα και θα έφευγαν.

Ο ανελκυστήρας ήταν παλιός και έτριζε απειλητικά ολόγυρά τους σαν κουρασμένο μεταλλικό σκαθάρι που σε βρίζει επειδή το έχεις μόλις προστάξει να ξανασκαρφαλώσει για μια ακόμα φορά μέσα στον αγωγό όπου είναι παγιδευμένο. Ο Αλκάμελ και ο Νόρενταμπ έδειχναν επίσης κουρασμένοι, παρατηρούσε η Ευγενία· είχαν κι οι δύο τις πλάτες τους ακουμπισμένες στα τοιχώματα του ανελκυστήρα, αν και ήταν τσιτωμένοι, τα νεύρα τους δεν είχαν χαλαρώσει.

Στον πέμπτο όροφο βγήκαν από τον θάλαμο και βάδισαν μέσα σ’έναν διάδρομο που ήταν τόσο στενός ώστε να μη μπορεί με τίποτα να χωρέσει δυο ανθρώπους πλάι-πλάι. Με πρόχειρα σκαμμένη σήραγγα έμοιαζε. Ο αρχιτέκτονας που είχε φτιάξει τούτο το μέρος, πριν από πολλά χρόνια, δεν ξόδευε χώρο σε «περιττά» πράγματα.

Καθώς η Ευγενία πλησίαζε την πόρτα του δωματίου που είχε νοικιάσει, τα πολεοσημάδια–

(οι σκιές, οι ήχοι των βημάτων του Νόρενταμπ και του Αλκάμελ, οι ρωγμές στον τοίχο, δυο γρατσουνιές στην πόρτα, οι ραβδώσεις και οι καμπύλες που διαγράφονταν πάνω στο ξύλο της)

–την προειδοποίησαν ότι κάποιος – ή, μάλλον, κάτι – ήταν μέσα. Μια παρουσία. Γνωστή, όμως.

Δεν το πιστεύω... σκέφτηκε η Ευγενία. Αλλά ήταν σίγουρη.

Χρησιμοποιώντας το κλειδί, άνοιξε την πόρτα και, μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, είδε δυο ανομοιόχρωμα μάτια να γυαλίζουν.

Άναψε το φως.

Ο Διαβολόγατος ήταν ξαπλωμένος πάνω σ’ένα από τα τρία κρεβάτια, κουνώντας την ουρά του με τρόπο που έμοιαζε να λέει Γιατί αργήσατε τόσο;

«Τι κάνει αυτός ο πούστης εδώ;» αναφώνησε ο Αλκάμελ, καθώς εκείνος κι ο Νόρενταμπ έμπαιναν, στο κατόπι της Ευγενίας.

«Δεν είναι ένας συνηθισμένος γάτος,» είπε η Ευγενία.

«Δε μου λες τίποτα που δεν είχα καταλάβει. Αλλά... αυτό... Πώς μπήκε μες στο δωμάτιο;»

Η Ευγενία άνοιξε το πατζούρι του μικρού μπαλκονιού. Ναι, η πεζογέφυρα δεν ήταν μακριά· με άνεση πηδούσες εκεί. «Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε στον Αλκάμελ. «Προφανώς έχει... κάποιες δυνάμεις.»

«Μου φαίνεται ότι με δουλεύετε... Κάποιος ήξερε ότι θα ερχόμασταν εδώ!»

Η Ευγενία στράφηκε να τον κοιτάξει. «Κανείς δεν ήξερε ότι θα ερχόμασταν εδώ, Αλκάμελ. Ούτε καν εγώ. Ο Διαβολόγατος» – τα μάτια της κοίταξαν το αιλουροειδές, που ήταν ακόμα ξαπλωμένο στο κρεβάτι – «δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ίσως να είναι στοιχειακό της Ρελκάμνια, αν και... δεν το νομίζω. Έχει... κάτι το διαφορετικό.»

Τα μάτια του Αλκάμελ στένεψαν. «Δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’ό,τι συμβαίνει,» μούγκρισε ενοχλημένα. «Ούτε ο γάτος είναι φυσιολογικός αλλά ούτε κι εσύ είσαι φυσιολογική, γαμώ τ’αρχίδια του Σκοτοδαίμονος! Στο Δεσμωτήριο, έκανες πράγματα που...» κόμπιασε προς στιγμή, «σίγουρα, πάντως, δεν έγιναν επειδή είσαι ταχυδακτυλουργός!»

Η Ευγενία μειδίασε. «Όχι, δεν έγιναν επειδή είμαι ταχυδακτυλουργός.»

«Πώς έγιναν;»

«Είσαι βέβαιος ότι θες να μάθεις;»

«Ναι. Γιατί να μη θέλω;» Και μετά κοίταξε τον Νόρενταμπ, ο οποίος είχε καθίσει σ’ένα απ’τα κρεβάτια, σιωπηλός. «Αυτός ξέρει;»

Η Ευγενία είπε: «Θα κάνω ένα μπάνιο και μετά θα έρθω και θα τα πούμε.» Άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας, άναψε το φως. «Δε νομίζω να βιάζεσαι τόσο, Αλκάμελ. Ξεκουράσου.»

Ο Αλκάμελ αναστέναξε και κάθισε σ’ένα από τα τρία κρεβάτια. Όχι σ’αυτό με τον Διαβολόγατο επάνω. Το αιλουροειδές είχε ένα κρεβάτι ολόκληρο για τον εαυτό του, κι ατένιζε υπεροπτικά τους δύο άντρες στα άλλα κρεβάτια.

Η Ευγενία έβγαλε τις μπότες της και την καπαρντίνα. «Να είστε φρόνιμοι,» τους είπε. Μπήκε στο μπάνιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Ο Αλκάμελ στράφηκε στον Νόρενταμπ. «Τελικά, είσαι ιερέας ή θρησκόληπτος;»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Τζογαδόρος είμαι.»

«Είσαι, τότε, ο πιο θρήσκος τζογαδόρος που έχω δει, μα τα μούσια του Κρόνου!»

«Ήμουν ιερέας παλιά, αλλά έφυγα απ’το ιερατείο. Μήπως σου βρίσκεται κάνα τσιγάρο, παρεμπιπτόντως;»

«Ναι.» Ο Αλκάμελ έβγαλε ένα τσιγάρο και του το έδωσε. Του το άναψε, επίσης, μ’ένα σπίρτο. «Κι αυτή την παλαβή την ξέρεις από τότε που ήσουν ιερέας;» Ο Αλκάμελ έδειξε προς την κλειστή πόρτα του μπάνιου με μια κίνηση του σαγονιού.

Ο Νόρενταμπ ρούφηξε καπνό, τον έβγαλε απ’τα ρουθούνια. «Όχι από τόσο παλιά.»

«Τι είναι η τύπισσα, ρε φίλε; Κατάσκοπος; Δολοφόνος; Γιατί μη μου πεις κι εσύ ότι είναι μόνο ταχυδακτυλουργός – δεν πρόκειται να το πιστέψω!»

Ο Νόρενταμπ γέλασε, τρίβοντας τον αυχένα του κουρασμένα. Τράβηξε ακόμα μια τζούρα. «Όχι, δεν είναι μόνο ταχυδακτυλουργός, εντάξει...»

«Τι είναι, τότε; Την είδα, μα τον Κρόνο – σ’τ’ορκίζομαι – να σκίζει το μάγουλό της για να βγάλει μια δερματοστιξία από εκεί, και το μάγουλο θεραπεύτηκε μέσα σε μερικά λεπτά. Βλέπεις τώρα νάχει κανένα τραύμα εκεί;»

«Χμμμ.» Ο Νόρενταμπ τράβηξε κι άλλο καπνό και τον εξέπνευσε από τα ρουθούνια.

«Τι ‘χμμμ’, ρε φίλε; Το θεωρείς φυσιολογικό;»

«Βασικά, ναι, είναι φυσιολογικό–»

«Τι κάνετε, ρε; Με το μυαλό μου θέλετε να παίξετε; Μη μου πεις ότι όλ’ αυτά είναι, τελικά, κάποιο γαμημένο πείραμα των δεσμοφυλάκων του Α’ Δεσμ–»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Όχι, δεν είναι πείραμα. Θα σου εξηγήσει η Ευγενία ό,τι νομίζει εκείνη πως πρέπει να σου εξηγήσει.»

Ο Αλκάμελ δεν θέλησε να τον πιέσει. Έμεινε σιωπηλός για λίγο. Μετά ρώτησε: «Από το ιερατείο γιατί έφυγες; Σ’έδιωξαν; Έκανες κάνα παράπτωμα;»

Ο Νόρενταμπ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Δεν είχα αρκετή πίστη, φίλε μου.» Φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματος.

«Τι εννοείς;»

«Δε μπορούσα ν’αντέξω την πειθαρχία που απαιτείται. Δε μ’άρεσε να είμαι κλεισμένος σε κάποιο ναό. Και δεν θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό να καθοδηγήσει τους πιστούς. Η... φύση μου με απέτρεπε. Ήθελα να φύγω· συνεχώς ήθελα να φύγω. Ο ναός, τα καθήκοντά μου – όλ’ αυτά μού φαίνονταν σαν φυλακή. Δε μπορώ τις φυλακές–»

«Γι’αυτό στο Δεσμωτήριο προσπάθησες να δραπετεύσεις και σ’έριξαν στην απομόνωση;»

Ο Νόρενταμπ ένευσε. «Δε μπορώ τις φυλακές. Θέλω να κινούμαι. Αλλά ο Κρόνος εξακολουθεί νάναι οδηγός μου. Δεν τον έχω ξεχάσει, κι ούτε αυτός μ'έχει ξεχάσει. Είδες ποια έστειλε για μένα, εξάλλου. Μια Θυ–» Σταμάτησε απότομα· ρούφηξε καπνό.

«Μια τι;»

«Τίποτα. Μια παλιά φίλη.»

Ο Αλκάμελ αποφάσισε ξανά να μην τον πιέσει. Τι μπορεί να ήταν η Ευγενία τέλος πάντων; «Γι’αυτό τον πούστη τι ξέρεις;» Έριξε μια ματιά προς τον Διαβολόγατο.

Ο Νόρενταμπ χαμογέλασε. «Ό,τι ξέρεις κι εσύ. Αλλά η Ευγενία πάω στοίχημα ότι ξέρει πολύ περισσότερα κι από τους δυο μας.»

«Είναι μάγισσα, έτσι;»

«Όχι, δεν είναι μάγισσα–»

«Τι δεν είναι μάγισσα, ρε; Αφού έκανε ένα ξόρκι για ν’αδρανοποιήσει τον τηλεοπτικό πομπό έξω από την απομόνωση!»

Ο Νόρενταμπ κούνησε πάλι το κεφάλι. «Δεν είναι μάγισσα, σου λέω.»

Ο Αλκάμελ δεν μίλησε. Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι, κουρασμένος. Ή έχω όντως δραπετεύσει από το μπουρδέλο, σκέφτηκε, ή σύντομα θα ξυπνήσω και θα βρω πάλι τον εαυτό μου εκεί.

Η Ευγενία άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και βγήκε, τυλιγμένη με μια πετσέτα και με τα ρούχα της στο χέρι. Τα έριξε πάνω στο κρεβάτι όπου καθόταν ο Διαβολόγατος. Φόρεσε την καπαρντίνα της κι έβγαλε την πετσέτα από μέσα, σχεδόν ταχυδακτυλουργικά.

«Να πάω εγώ να πλυθώ;» ρώτησε ο Νόρενταμπ, σβήνοντας το τσιγάρο του στο μοναδικό τασάκι του δωματίου.

«Με την ησυχία σου,» του είπε η Ευγενία, και ούτε ο Αλκάμελ έφερε αντίρρηση.

Ο πρώην ιερέας του Κρόνου έβγαλε τα περισσότερα ρούχα του, μπήκε στην τουαλέτα, κι έκλεισε την πόρτα. Νερό ακούστηκε να τρέχει.

Ο Αλκάμελ σηκώθηκε πάλι, παίρνοντας καθιστή θέση. «Μου είπε ότι θα μου εξηγήσεις τι είσαι.»

«Μόνο αυτό σού είπε για μένα;» Η Ευγενία κάθισε στο κρεβάτι, πλάι στον Διαβολόγατο, χαϊδεύοντας τη ράχη του. Ο παράξενος αίλουρος γουργούρισε.

«Και ότι δεν είσαι μάγισσα. Επέμενε, μάλιστα, παρότι του είπα ότι έκανες εκείνο το ξόρκι–»

«Δεν είμαι μάγισσα· έχει δίκιο.»

Ο Αλκάμελ δεν μίλησε, περιμένοντας κι άλλες εξηγήσεις.

«Αυτό δεν είναι κάτι που το λέω στον καθένα,» τον πληροφόρησε η Ευγενία. «Θεώρησέ το δώρο επειδή με βοήθησες–»

«Κι εσύ με βοήθησες.»

«Δε μπορούσα να σ’εγκαταλείψω. Σε χρειαζόμουν, εξάλλου.» Τον ρώτησε: «Έχεις ακούσει για τις Θυγατέρες της Πόλης;»

Ο Αλκάμελ μόρφασε. «Κάποια οργάνωση;»

«Δεν είναι οργάνωση. Μύθος είναι.»

«Και λοιπόν;»

«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν οι Θυγατέρες της Πόλης. Υποτίθεται πως είναι κάτι σαν γυναίκες-στοιχειακά, ή ημίθεες. Έχουν εξωφρενικές δυνάμεις, όπως να εξαφανίζονται από την ανατολή της Ρελκάμνια και να εμφανίζονται στη δύση, να γίνονται αόρατες, να βλέπουν μέσα από τοίχους, να διαβάζουν το μυαλό σου – τέτοια πράγματα.»

«Δεν καταλαβαίνω πού θες να καταλήξεις.»

«Είμαι μία από αυτές–»

«Εντάξει, τέρμα οι μαλακίες! Η απόδραση ήταν στημένη, έτσι; Τι γίνεται εδώ; – θέλω να μάθω!» Ο Αλκάμελ σηκώθηκε όρθιος.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

«Κάτσε κάτω,» είπε η Ευγενία, ήπια. «Η απόδραση δεν ήταν στημένη· ήταν αληθινή. Κι εγώ είμαι Θυγατέρα της Πόλης. Αυτά που λέγονται για εμάς δεν αληθεύουν. Έχουμε κάποιες δυνάμεις που, υποθέτω, θα μπορούσες να ονομάσεις ‘υπερφυσικές’ αλλά ούτε μέσα από τοίχους βλέπουμε, ούτε διαβάζουμε μυαλά, ούτε... Καταλαβαίνεις.»

Ο Αλκάμελ κάθισε ξανά.

Η Ευγενία συνέχισε: «Οι Θυγατέρες δεν μπορούν ποτέ να μείνουν σ’ένα μέρος για πολύ. Αυτή είναι η κατάρα τους, ίσως. Η Πόλη τις ωθεί προς διάφορες κατευθύνσεις. Αλλά όλες έχουν ένα σημάδι στο δεξί τους πέλμα.» Έστρεψε το δεξί της πέλμα προς το μέρος του, δείχνοντάς του τις δύο αλληλοσυνδεόμενες σπείρες με τη διάκεντρο, οι οποίες λαμπύριζαν κι έμοιαζαν ανάγλυφες πάνω στο χρυσό δέρμα της.

Ο Αλκάμελ δεν ήξερε τι να πει.

«Θα σου αγοράσω ένα βιβλίο αύριο,» του είπε η Ευγενία, «για να δεις ότι λέω αλήθεια. Οι Θυγατέρες έχουν αυτό το σημάδι στο δεξί τους πέλμα–»

«Μια δερματοστιξία; Σιγά! Τόσες δερματοστιξίες έχεις επάνω σου.»

«Δε μπορεί να γίνει με δερματοστιξία. Δες το καλά πώς είναι. Δες το!» Εξακολουθούσε να έχει το πέλμα της στραμμένο προς το μέρος του.

Ο Αλκάμελ συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας.

«Φαίνεται ανάγλυφο,» του είπε η Ευγενία, «αλλά δεν είναι. Άγγιξέ το.»

Ο Αλκάμελ τεντώθηκε και άγγιξε την πατούσα της. «Είναι περίεργο, αλλά...»

«Δεν είναι απλώς ‘περίεργο’. Δεν μπορεί να γίνει με καμια γνωστή μέθοδο. Μόνο οι Θυγατέρες της Πόλης το έχουν.»

«Ας πούμε ότι σε πιστεύω... ότι είσαι Θυγατέρα της Πόλης... Και τι σημαίνει αυτό; Τι κάνεις;»

«Πηγαίνω όπου η Πόλη με καθοδηγήσει, Αλκάμελ. Η Πόλη μού μιλά. Θυμάσαι πώς διασχίζαμε εύκολα τον περίβολο της φυλακής χωρίς κανείς να μας δει;»

Ο Αλκάμελ ένευσε.

«Τα σημάδια της Πόλης με καθοδηγούσαν.»

«Δεν μπορώ να καταλάβω.»

«Το ξέρω. Μόνο οι Θυγατέρες βλέπουν τα πολεοσημάδια.»

«Και το μάγουλό σου; Πώς θεραπεύτηκε;»

«Θεραπευόμαστε γρήγορα. Και δεν πεθαίνουμε από ηλικία.»

Ο Αλκάμελ συνοφρυώθηκε. Γέλασε. «Είσαι αθάνατη, δηλαδή;»

«Είμαι πάνω από εξήντα χρονών, Αλκάμελ.»

Ρουθούνισε. «Σιγά μην είσαι κι εκατό!»

«Δεν γερνάμε,» εξήγησε η Ευγενία. «Και θα ήθελα τώρα να μου κάνεις ακόμα μια χάρη προτού πας να πλυθείς.»

Η πόρτα της τουαλέτας άνοιξε και ο Νόρενταμπ βγήκε κι άρχισε να ντύνεται. Έμοιαζε αναζωογονημένος. Το χρυσό δέρμα του δεν ήταν πλέον μουντζουρωμένο.

«Τι χάρη;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Θέλω να με βοηθήσεις να αφαιρέσω τις δερματοστιξίες από πάνω μου.»

Τα μάτια του διαστάλθηκαν. «Εννοείς να...;»

«Ναι, αυτό εννοώ.» Έβγαλε την καπαρντίνα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι, γυμνή, ενώ ο Διαβολόγατος πηδούσε κάτω.

«Δε μπορώ να κάνω τέτοιο πράγμα!» είπε ο Αλκάμελ.

«Δεν είναι δύσκολο. Υπάρχει ξυράφι μες στο μπάνιο. Αρκετά μεγάλο.»

«Μου ζητάς να σου σκίσω το δέρμα, μα τους θεούς! Δε θα πονέσεις;»

«Θα πονέσω, αλλά θα περάσει. Και δε θέλω νάχω επάνω μου πια τις δερματοστιξίες. Θα γίνει αργά ή γρήγορα· επομένως, καλύτερα τώρα.»

Ο Αλκάμελ αναστέναξε. Κοίταξε τον Νόρενταμπ.

Εκείνος δεν μίλησε. Δεν έδειχνε ξαφνιασμένος απ’ό,τι άκουγε.

Ο Αλκάμελ πήγε στο μπάνιο, πήρε το ξυράφι, κι επέστρεψε.

Η Ευγενία, παρότι ήξερε ότι το σώμα της θα θεραπευόταν γρήγορα από τα επιφανειακά τραύματα, αισθανόταν φοβισμένη. Το στόμα της είχε ξαφνικά ξεραθεί. «Δώσε μου τα ρούχα μου, Νόρενταμπ,» είπε απλώνοντας το χέρι. «Τη μπλούζα μόνο. Μόνο τη μπλούζα.»

Εκείνος τής την έδωσε. «Είναι ανάγκη να το κάνεις τώρα;»

«Γιατί να καθυστερούμε; Έχουμε δουλειές από αύριο. Θα σου εξηγήσω.» Πήρε τη μπλούζα και τη δάγκωσε δυνατά. Έκανε νόημα στον Αλκάμελ να ξεκινήσει.

Εκείνος ξεροκατάπιε. Έσμιξε τα χείλη. «Δεν ήμουν στη φυλακή επειδή σκότωνα ανθρώπους, ούτε επειδή τους έγδερνα ζωντανούς...»

Η Ευγενία τού ξανάκανε νόημα, έντονα, μουγκρίζοντας Τελείωνε! πίσω από τη μπλούζα της.

Ο Αλκάμελ αναστέναξε. «Είσαι ανώμαλη,» είπε χωρίς καμια αμφιβολία στη φωνή του. Κι ύστερα άρχισε να χρησιμοποιεί το ξυράφι.

Το χρυσόδερμο σώμα της ήταν γεμάτο καλλιτεχνικές δερματοστιξίες, απ’τους ώμους ώς τις κνήμες. Το αίμα της μούλιασε το στρώμα καθώς η λεπίδα έκοβε και έκοβε και έκοβε. Όταν ολόκληρη η μπροστινή μεριά της ήταν μια πορφυρόχρυση μάζα, και ο Αλκάμελ αισθανόταν έτοιμος να ξεράσει, η Ευγενία έβγαλε το φίμωτρό της και, ξέπνοη, δακρυσμένη, είπε: «Περίμενε τώρα... Περίμενε να θεραπευτώ... και θα γυρίσω μπρούμυτα... για να συνεχίσουμε.»

«Ωωω, γαμήσου!...» μούγκρισε ο Αλκάμελ, στρεφόμενος από την άλλη και ρίχνοντας το ξυράφι στο δάπεδο.

Ο Διαβολόγατος είχε ζαρώσει σε μια γωνία του δωματίου, μοιάζοντας σοκαρισμένος από όσα αντίκριζε.

Ο Νόρενταμπ ήταν καθισμένος οκλαδόν πάνω στο κρεβάτι του, με τα μάτια κλειστά. Προσευχόταν. Αλλά τώρα άνοιξε τα βλέφαρα και είπε: «Θα κάνω εγώ την πλάτη της. Πήγαινε να πλυθείς.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ, με πραγματική ειλικρίνεια στη φωνή του. Δεν άντεχε άλλο. Μπορεί η Ευγενία να θεραπευόταν υπερφυσικά γρήγορα, αλλά το να γδέρνεις μια όμορφη γυναίκα με ξυράφι δεν ήταν ένα από τα αγαπημένα του χόμπι. Δεν ήταν παράφρων μακελάρης.

Πήγε στο μπάνιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Ο Νόρενταμπ είπε στην Ευγενία: «Τον έχεις τρομοκρατήσει τον καημένο.»

Εκείνη απλώς βόγκησε. Ολόκληρο το σώμα της φλεγόταν από τα τραύματα και από την εσωτερική διαδικασία θεραπείας που είχε ήδη ξεκινήσει.

«Δεν ήξερε τίποτα για σένα, ε; Γιατί σε βοήθησε;»

«...Η Πόλη...» έκρωξε η Ευγενία, «μου τον έστειλε...»

«Τι άλλο ν’ακούσει κανείς από σένα;» Ο Νόρενταμπ σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. Πήρε το ξυράφι από το πάτωμα· το σκούπισε πάνω στο δικό του στρώμα. Το στρώμα της Ευγενίας ήταν νοτισμένο. «Καλά θα κάνουμε πάντως να φύγουμε αύριο από νωρίς. Προτού οι ξενοδόχοι δουν αυτό το χάλι εδώ μέσα.»

«...Γιατί νομίζεις... ότι διάλεξα δωμάτιο... κοντά σε πεζογέφυρα;»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Κρόνε, συνεχώς πρέπει να μου δίνεις δύναμη. Σ’ευχαριστώ.»

Όταν ο Αλκάμελ βγήκε από το μπάνιο, τα τραύματά της είχαν σχεδόν θεραπευτεί. Αλλά όχι απόλυτα. Και η Ευγενία περίμενε κι άλλο προτού γυρίσει μπρούμυτα και πει: «Όποιος έχει το κουράγιο ας συνεχίσει.»

«Το δικό μου κουράγιο έφτασε στο τέλος του,» δήλωσε ο Αλκάμελ, και βγήκε στο μπαλκόνι, ανάβοντας τσιγάρο μες στην ψυχρή, φθινοπωρινή νύχτα.

Ο Νόρενταμπ κάθισε δίπλα στην Ευγενία κι άρχισε να τη γδέρνει. Οι δερματοστιξίες έφευγαν από την πλάτη και τους ώμους της – και το δέρμα μαζί. Αίμα κυλούσε, ποτίζοντας γι’ακόμα μια φορά το κρεβάτι. Ο Νόρενταμπ προσευχόταν υπόκωφα καθώς δούλευε – ζαλίζοντας την Ευγενία με τα σιγανά λόγια του. Αλλά προτίμησε να μην του κάνει παρατήρηση γι’αυτό· αναμφίβολα, η πίστη του τον βοηθούσε.

Το ξυράφι προχώρησε στην πίσω μεριά των μηρών της, στις κνήμες της... Η Ευγενία δάγκωνε τη μπλούζα της, δυνατά, μουγκρίζοντας κάπου-κάπου. Ο πόνος ήταν έντονος. Αν και είχε πονέσει και χειρότερα στη ζωή της. Η ζωή μιας Θυγατέρας της Πόλης δεν ήταν ποτέ ήσυχη.

Τελειώνοντας την αιματηρή δουλειά του, ο Νόρενταμπ είπε: «Θα κάνω άλλο ένα μπάνιο. Εσύ είσαι ’ντάξει;»

Η Ευγενία έβγαλε τη μπλούζα από τα δόντια της. «Ναι,» κατάφερε να αρθρώσει.

Ο Νόρενταμπ πήγε στο μπάνιο.

Ο Αλκάμελ επέστρεψε μέσα στο δωμάτιο. «Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...» μουρμούρισε. «Τι είν’ αυτά, γαμώτο...» Ο Διαβολόγατος νιαούρισε σαν για να συμφωνήσει μαζί του. «Ακόμα και το γατί έχει φρικάρει!»

Η Ευγενία κατάφερε (κάπως) να γελάσει.

Ο Αλκάμελ, βηματίζοντας μες στο δωμάτιο, πήγε εκεί όπου μπορούσε να κοιτάξει τις πατούσες της. «Αν γδέρναμε κι αυτό το σημάδι σου, τι θα γινόταν; Δε θα ήσουν πια Θυγατέρα;»

«Δε... δεν γίνεται... να το βγάλεις αυτό.»

«Κι αν το κόψεις;»

«Δεν κόβεται, ανόητε!» Τα νεύρα της ήταν τσιτωμένα. «Το πετσί μου μόνο θα κόψεις. Το σημάδι... θα παραμείνει.» Αναστέναξε. «Τώρα.. σκάσε, σε παρακαλώ.»

«Αφού το ζητάς τόσο ευγενικά.» Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του.

Ο Νόρενταμπ βγήκε από το μπάνιο, πλυμένος και ντυμένος. Και περίμεναν κανένα τέταρτο μέχρι που τα τραύματα της Ευγενίας να έχουν θεραπευτεί. Εκείνη σηκώθηκε τότε από το κρεβάτι, πήγε στο λουτρό, πλύθηκε, και επέστρεψε για να τυλιχτεί στην καπαρντίνα της.

«Ευχαριστώ,» είπε κοιτάζοντας μια τον έναν μια τον άλλο.

Ο Αλκάμελ τη ρώτησε: «Σκοπεύεις τώρα να κοιμηθείς εκεί πάνω;» δείχνοντας το αιματοβαμμένο κρεβάτι.

«Θα κοιμηθώ στο πάτωμα, δεν πειράζει.»

«Κοιμήσου στο δικό μου κρεβάτι. Θα κοιμηθώ εγώ στο πάτωμα.»

Η Ευγενία, όμως, αρνήθηκε και ήταν αδύνατον να τη μεταπείσει.

Ο Νόρενταμπ τη ρώτησε: «Γιατί ήρθες να με σώσεις;»

«Αυτό, αν δεν έχεις πρόβλημα, θα το συζητήσουμε αύριο. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου πάντως.»

«Για ποιο λόγο;»

«Θέλω να με οδηγήσεις στη Νερ Έρντεραγ.»

«Τι; Γιατί;»

«Θα σου εξηγήσω το πρωί.»

«Έχω χρόνια να πάω στη Νερ Έρντεραγ, Ευγενία. Δεν την επισκέπτομαι συχνά.»

«Οι κάτοικοί της, όμως, μπορείτε να βαδίσετε με ευκολία στους δρόμους της· ξέρετε τα σημάδια. Εγώ... Για εμένα, που είμαι Θυγατέρα της Πόλης, είναι χειρότερα

«Γιατί;»

«Δε θυμάσαι που σ’το είχα πει παλιά;»

«Ναι, κάτι θυμάμαι. Αλλά... δεν καταλαβαίνω γιατί.»

«Δεν έχω πάει ποτέ η ίδια στην Ξεχασμένη,» είπε η Ευγενία, «αλλά, απ’ό,τι μου έχουν πει άλλες Αδελφές μου, τα πολεοσημάδια εκεί είναι τόσο παράξενα, τόσο ξένα προς το σύγχρονο μυαλό, που μια Θυγατέρα χάνεται τελείως στους δρόμους της. Της προκαλούν φοβερή σύγχυση.»

Ο Αλκάμελ ρώτησε: «Συγνώμη αλλά για ποια Νερ Έρντεραγ μιλάτε; Γι’αυτή τη συνοικία που λένε πως είναι κάπου προς τα νοτιοανατολικά, κοντά σ’ένα από τα πέρατα της Ρελκάμνια;»

«Ναι,» είπε η Ευγενία.

Ο Αλκάμελ έστρεψε το βλέμμα του στον Νόρενταμπ. «Κι εσύ είσαι από εκεί;»

«Δεν είναι το όνομά μου αρκετά περίεργο για να είμαι από εκεί;»

«Αληθεύουν όσα λέγονται για τη Νερ Έρντεραγ;»

«Πολλά από αυτά, ναι, αληθεύουν. Είναι μια πανάρχαια συνοικία, Αλκάμελ. Ήταν από τις πρώτες συνοικίες της Ρελκάμνια. Κι από τότε δεν έχει αλλάξει παρά ελάχιστα, σε διαβεβαιώνω. Η αρχιτεκτονική της... δε θα μπορείς να πιστέψεις πώς είναι.»

«Έχεις φωτογραφίες;»

Ο πρώην ιερέας του Κρόνου γέλασε.

«Είπα κάτι αστείο, Σεβασμιότατε;»

«Οι φωτογραφίες που τραβάς στη Νερ Έρντεραγ εξαφανίζονται όταν φύγεις από εκεί.»

«Τι εξαφανίζονται; Τις χάνεις;»

«Όχι. Μονάχα λευκό φαίνεται επάνω τους. Είτε είναι σε οθόνη μηχανικού συστήματος είτε σε χαρτί.»

«Πώς είναι δυνατόν;» είπε ο Αλκάμελ. «Κάτι τέτοια... κάτι τέτοια συμβαίνουν μόνο – ίσως – όταν πηγαίνεις σ’άλλη διάσταση. Η Νερ Έρντεραγ δεν είναι μέσα στη Ρελκάμνια;»

«Στη Ρελκάμνια είναι,» τον διαβεβαίωσε ο Νόρενταμπ. «Δεν είναι ούτε καν ενδοδιάσταση. Τον έχεις ξανακούσει τον όρο, έτσι; ‘Ενδοδιάσταση’;»

Ο Αλκάμελ ένευσε. «Μια μικρότερη διάσταση μέσα σε μια μεγαλύτερη. Το ξέρω.»

«Ούτε ενδοδιάσταση δεν είναι η Νερ Έρντεραγ. Είναι, απλώς, αυτό που είναι. Και πολλοί από όσους πηγαίνουν εκεί δεν επιστρέφουν ποτέ. Τους κρατά φυλακισμένους στους δρόμους της.»

Ο Αλκάμελ τον κοίταξε σαν να δυσπιστούσε κάθε του λέξη.

*

Η Ευγενία έφυγε για λίγο από το ξενοδοχείο ώστε να αγοράσει πρόχειρο φαγητό και για τους τρεις τους. Όταν επέστρεψε δεν ρώτησε μήπως τίποτα απρόσμενο είχε συμβεί· το καταλάβαινε πως τίποτα δεν είχε συμβεί από προτού ανοίξει την πόρτα του δωματίου.

Τον Αλκάμελ, μάλιστα, τον είχε πάρει ο ύπνος πάνω στο κρεβάτι. Ο Διαβολόγατος πήδησε στο στήθος του, μόλις η Ευγενία μπήκε. Εκείνος τινάχτηκε με μια κραυγή.

«Τι στον Σκοτοδαίμονα...;»

«Φαγητό,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης. «Αναμφίβολα καλύτερο από της φυλακής.»

«Αυτό δεν είναι και πολύ δύσκολο να το πετύχει κανείς,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ.

Ο Νόρενταμπ χαμογέλασε.

Προτού φάει, η Ευγενία υποτονθόρυσε λόγια στη γλώσσα της μαγείας και σχημάτισε μαγικά σύμβολα με τα δάχτυλά της, κάνοντας ένα Ξόρκι Προκαλύψεως.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ο Αλκάμελ καθώς έτρωγε ζυμαρικά από το χάρτινο κουτάκι που κρατούσε στο χέρι του.

«Ένα ξόρκι για να μας προστατέψει από τυχόν ανιχνευτικές μαγείες των ανθρώπων του Δεσμωτηρίου. Δε νομίζω, βέβαια, να φτάσουν ώς εδώ. Είμαστε μακριά τους, και τα ανιχνευτικά ξόρκια δεν εντοπίζουν τόσο μακριά.»

«Και μας λες ότι δεν είσαι μάγισσα...»

«Δεν είμαι μάγισσα,» τον διαβεβαίωσε η Ευγενία. «Όλες οι Θυγατέρες μπορούν να μάθουν ξόρκια αν είναι πρόθυμες να αφιερώσουν τον χρόνο που χρειάζεται.

»Και μακάρι» – άνοιξε ένα κουτάκι με φαγητό, καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού του Νόρενταμπ – «να ήξερα τη Μαγγανεία Προκαλύψεως. Αλλά δυστυχώς δεν την ξέρω.»

Ο Αλκάμελ την κοίταξε ερωτηματικά.

«Διαρκεί πολύ περισσότερη ώρα. Και θέλω να κοιμηθώ,» εξήγησε η Ευγενία. «Δε μπορώ να σηκώνομαι κάθε τόσο για να ξανακάνω το Ξόρκι Προκαλύψεως.»

«Κοιμάσαι κιόλας; Εννοώ, αφού θεραπεύεσαι υπερφυσικά γρήγορα, αφού είσαι αθάνατη....»

«Ναι, παρ’ολ’ αυτά, μου χρειάζεται ύπνος.» Ανασήκωσε τους ώμους της και δάγκωσε την άκρη του ψημένου κρέατος που είχε πιάσει ανάμεσα στα δάχτυλά της.

Είχε ξεχάσει πόσο νόστιμο μπορεί να είναι το φαγητό!

Καταβρόχθισε το κομμάτι και έγλειψε και τα δάχτυλά της.

ΜΕΡΟΣ 2
Η Μεγάλη Χώρα

(α΄)

Οι Πολεοτέχνες είχαν μια αποστολή: Να κανονίσουν έναν γάμο.

Μέσα στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας έτρεχαν και κινούνταν, γλιστρώντας ανάμεσα στους πολίτες που πήγαιναν στις καθημερινές τους δουλειές ακολουθώντας τα σημάδια που ήξεραν ν’ακολουθούν. Οι Πολεοτέχνες συγκεντρώνονταν γύρω από τον οικομύστη Κλάρεμαντ, ο οποίος ήταν απορροφημένος στην επιδιόρθωση μιας κυκλοικίας που τα εξωτερικά της κάτοπτρα είχαν παρουσιάσει πρόβλημα. Οι Πολεοτέχνες συγκεντρώνονταν γύρω από τη δημοσιογράφο Σολεράτ, η οποία σήμερα έπαιρνε συνεντεύξεις από τους ρευματοπαθείς στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών και από τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί για να τους περιποιηθούν.

Οι Πολεοτέχνες παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, αθέατοι. Και οι πολεοσκόποι τους διάβαζαν τα σημάδια των δρόμων τα οποία κανένας που δεν ήταν εκπαιδευμένος σαν αυτούς δεν μπορούσε να δει. Τα μυαλά τους είχαν αγγίξει τη Μεγάλη Χώρα, και βρίσκονταν στα όρια της παραφροσύνης. Αλλά έλεγαν αλήθειες. Ήταν πολύτιμοι για τους Πολεοτέχνες.

Αφού είχαν παρακολουθήσει για μια ολόκληρη ημέρα τον οικομύστη Κλάρεμαντ και τη δημοσιογράφο Σολεράτ, οι Πολεοτέχνες (και οι πολεοσκόποι τους) είχαν καταλάβει πολλά γι’αυτούς – ακόμα και πράγματα που οι ίδιοι παρέβλεπαν για τον εαυτό τους.

Ήταν δύο πολύ σημαντικοί πολίτες της Μεγάλης Χώρας. Η ένωσή τους θα αποτελούσε πλεονέκτημα, νόμιζε η Σκιουργός. Και οι Πολεοτέχνες δεν θα σταματούσαν ώσπου να έχει εκπληρωθεί το θέλημά της.

Από την επόμενη ημέρα κιόλας, πλήρωσαν τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας με την προσωπική τους ψυχόδραση – τα οικοδομήματα που τους ενδιέφεραν, αυτά που βρίσκονταν στους δρόμους απ’όπου οι πολεοσκόποι είχαν προδεί ότι οι δύο σημαντικοί πολίτες θα περνούσαν – και η Μεγάλη Χώρα οδήγησε τον οικομύστη Κλάρεμαντ προς τη δημοσιογράφο Σολεράτ, και τη δημοσιογράφο προς τον οικομύστη.

Ο Κλάρεμαντ είχε στρίψει σ’έναν λάθος δρόμο μέσα στο ανοιχτό τετράκυκλο όχημά του, και η Σολεράτ έψαχνε να βρει έναν άνθρωπο που ίσως να είχε ακούσει ποια συμμορία πέρασε χτες βράδυ κοντά από την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών εξαπολύοντας βρισιές και πυρώνυχους εναντίον των καταυλισμένων ρευματοπαθών.

Ο οικομύστης πάτησε το φρένο για να μη χτυπήσει τη δημοσιογράφο που διέσχιζε, εκείνη τη στιγμή, βιαστικά τον δρόμο. «Ε!» φώναξε, τσαντισμένος που είχε χαθεί. «Δε βλέπεις πού πας;»

«Εγώ δε βλέπω ή εσύ;» αντιγύρισε η Σολεράτ, εξίσου τσαντισμένη σήμερα, για κάποιον ακαθόριστο λόγο – κάτι που δεν αποτελούσε χαρακτηριστικό της, και το ήξερε. «Προσπαθείς να με πατήσεις;»

«Δεν πετάχτηκα εγώ μες στη μέση του δρόμου!» Και τότε την αναγνώρισε: την είχε δει κάμποσες φορές στην Καρδιά της Μεγάλης Χώρας, το τηλεοπτικό κανάλι. «Εσύ δεν είσαι η δημοσιογράφος; Η Σολεράτ;»

«Ναι· και λοιπόν;»

«Απλά λέω...»

«Να λες λιγότερα και να προσέχεις πού πηγαίνεις!» του είπε – απορώντας κι η ίδια με τη συμπεριφορά της. Γιατί ήταν τόσο νευρική σήμερα;

«Εσύ πετάχτηκες μπροστά μου! Τι θέλεις τώρα;»

«Από σένα, τίποτα! Στη δουλειά μου πηγαίνω, και με καθυστερείς!»

«Ποιος σε κρατάει, γαμώτο; Εσύ καθυστερείς εμένα!»

Η Σολεράτ τον έβρισε κι απομακρύνθηκε.

Ο Κλάρεμαντ τής φώναξε μια βρισιά πίσω από την πλάτη της και έβαλε πάλι σε λειτουργία τους τροχούς του οχήματος του, ακολουθώντας τα σημάδια που ήξερε, για να φτάσει στην κυκλοικία που οι καθρέφτες της έπασχαν.

Οι Πολεοτέχνες, που είχαν παρακολουθήσει το όλο συμβάν, ήταν απογοητευμένοι. Άρχισαν να τσακώνονται αναμεταξύ τους καθώς αναρωτιόνταν ποιος είχε κάνει λάθος και πού. Ποιος, ίσως, δεν είχε δώσει αρκετή ψυχόδραση στα οικοδομήματα, ή παραπάνω ψυχόδραση απ’ό,τι χρειαζόταν. Ή μπορεί να μην είχαν δώσει ψυχόδραση στα σωστά οικοδομήματα καν αλλά σε τελείως λάθος οικοδομήματα!

Ορισμένοι κοίταζαν τους πολεοσκόπους σαν να κατηγορούσαν αυτούς και μόνο αυτούς. Αλλά εκείνοι, ως συνήθως, αγνοούσαν τους πάντες, κοιτάζοντας γύρω-γύρω λες και ήταν ηλίθιοι (που δεν ήταν).

«Αφήστε τις ανοησίες!» είπε μια Πολεοτέχνιδα. «Η Σκιουργός θα εξοργιστεί με τις χαζομάρες σας. Πρέπει να το πιάσουμε το εγχείρημα από την αρχή.»

«Τι από την αρχή;» είπε ένας άλλος Πολεοτέχνης. «Τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα από την αρχή! Τα κάνατε χειρότερα!»

«Μόνο εμείς φταίμε; Εσύ πού ήσουν;»

«Αρκετά!» είπε ένας τρίτος. «Θα βρούμε την άκρη και θα ξεκινήσουμε από εκεί–»

Οι φωνές τους μπερδεύτηκαν:

«Η άκρη δεν είναι ίδια πια. Το πλέγμα γύρω από τους δύο έχει αλλάξει.»

«Θα βρούμε άλλη άκρη, τότε, εντάξει; Υπομονή!»

«Αν δεν το είχατε μπλέξει έτσι....»

«Η δουλειά μας είναι να το ξεμπλέξουμε, και θα το ξεμπλέξουμε.»

«Ο ζωγράφος ίσως να μπορεί να μας βοηθήσει.»

«Είναι πολύ καινούργιος, ρε, αυτός!»

«Και λοιπόν; Είναι καλός. Αν σχεδιάσει τις σωστές αναπαραστάσεις, ίσως μπορέσει να λύσει το πλέγμα γύρω τους, να το εξομαλύνει. Έτσι δεν είναι, πολεοσκόπε;»

Ο πολεοσκόπος, ατενίζοντας συλλογισμένα τους δρόμους, είπε αργά: «Θα δείξει.»

Όλο αινίγματα.

*

Πριν από μερικές μέρες ένα ρεύμα είχε έρθει από την Αναδίπλωση, χτυπώντας μια ολόκληρη περιφέρεια της Μεγάλης Χώρας, τραυματίζοντας τα οικοδομήματά της, κάνοντάς τα να τρελαθούν. Οι κάτοικοι της περιοχής είχαν αναγκαστεί να τα εγκαταλείψουν, αν δεν ήθελαν κι εκείνοι να χάσουν τα μυαλά τους. Μετά δυσκολίας είχαν βγει από τη συγκεκριμένη περιφέρεια – που άκουγε στο όνομα Μακριά Αλληλουχία – καθώς τα οικοδομήματα δημιουργούσαν παντού παραπλανητικά σημάδια. Οι κάτοικοι είχαν χαθεί για ώρες. Ορισμένοι ποτέ δεν βγήκαν, κι ακόμα δεν είχαν βρεθεί. Ορισμένοι έχασαν τις ζωές τους, πέφτοντας από μπαλκόνια ή γέφυρες.

Οι επιζήσαντες ρευματοπαθείς είχαν συγκεντρωθεί στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, και η πολιτεία προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε γι’αυτούς. Ο Άριστος Κυβερνήτης είχε ήδη στείλει οικομύστες, αστυφύλακες, και πολεολόγους στη Μακριά Αλληλουχία για να δουν τι ακριβώς συνέβαινε εκεί και πώς θα μπορούσαν να το αντιστρέψουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε οι πολίτες να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Οι αναφορές, όμως, που έρχονταν στους δημοσιογράφους δεν ήταν ευνοϊκές. Η Μακριά Αλληλουχία βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, και πιθανώς ν’αργούσε να συνέλθει. Οι οικομύστες, στέλνοντας ψυχόδραση σε μερικά από τα οικοδομήματά της, είχαν κοντέψει να παραφρονήσουν· είχαν αναγκαστεί να παρατήσουν τις δουλειές εκείνη την ημέρα. Η Μακριά Αλληλουχία χρειαζόταν χρόνο· ήταν πολύ δύσκολο κάποιος να παρέμβει. Και επικίνδυνο.

Εκείνο, όμως, που απασχολούσε πολλούς ήταν ότι αρκετοί άνθρωποι αγνοούνταν ακόμα σ’αυτή την περιφέρεια. Ποιος θα τους έσωζε; Αν και ο Άριστος Κυβερνήτης το είχε απαγορεύσει, κάποιοι γενναίοι είχαν επιχειρήσει να μπουν στη Μακριά Αλληλουχία για να σώσουν φίλους και συγγενείς τους. Κανένας δεν είχε μέχρι στιγμής επιστρέψει.

Κι εν τω μεταξύ, οι ρευματοπαθείς βρίσκονταν κατασκηνωμένοι στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, όχι και σε τόσο καλή κατάσταση. Πολλοί είχαν υποφέρει άσχημα προτού καταφέρουν να ξεγλιστρήσουν μέσα από τη χτυπημένη από το ρεύμα της Αναδίπλωσης περιφέρεια. Και, σα να μην έφταναν όλ’ αυτά, κάποιοι κακοήθεις περνούσαν μες στη νύχτα και τους έβριζαν και τους έριχναν πυρώνυχες!

Η Σολεράτ δεν μπορούσε να τους καταλάβει αυτούς τους ανθρώπους. Τι ήταν; Ηλίθιοι τελείως; Παράφρονες; Κάποιος έπρεπε να τους ξεσκεπάσει, να μάθει ποιοι ήταν· και η αστυφυλακή δεν έμοιαζε να πολυασχολείται με το θέμα. Είχε, υποτίθεται, σημαντικότερα θέματα που την απασχολούσαν.

Η Σολεράτ, όμως, θα μάθαινε. Δεν ήταν η μόνη φορά που είχε ανακαλύψει πράγματα που η αστυφυλακή προκλητικά αγνοούσε.

Αλλά σήμερα τα πάντα έμοιαζαν να συνωμοτούν για να τη μπερδέψουν. Και να πεις ότι δεν ακολουθούσε τα συνηθισμένα σημάδια που ήξερε να ακολουθεί. Τα ακολουθούσε. Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος συνέβαινε; Ούτε η ίδια η μυθική Σκιουργός να ήταν εναντίον της! Μέχρι και όχημα είχε κοντέψει να την πατήσει, και μάλλον ήταν οικομύστης αυτός που το οδηγούσε. Φορούσε, τουλάχιστον, τα γάντια οικομύστη. Και δεν ήταν άσχημος, φατσικά· αλλά τι μαλάκας! Δεν έβλεπε μπροστά του!

Η Σολεράτ περιφερόταν τώρα στην περιοχή γύρω από την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, ρωτώντας τους ντόπιους, προσπαθώντας να μάθει για τη νυχτερινή συμμορία που είχε επιτεθεί θρασύδειλα στους ρευματοπαθείς. Και έχοντας το νου της, συγχρόνως, να μη χάσει τα σημάδια της και μπλέξει άσκοπα κανένα δίωρο μέσα σε τούτους τους μικρούς δρόμους.

Καθώς το μεσημέρι πλησίαζε, και ενώ αισθανόταν απεγνωσμένη και τα πόδια της είχαν πιαστεί μέσα στις μπότες της, πληροφορήθηκε ότι μια παρέα σ’ένα μπαρ είχε δει τη συγκεκριμένη συμμορία να έρχεται από τα βάθη του Τερπνού Λόγου. Κανείς, όμως, δεν φαινόταν να ξέρει πού είχε πάει φεύγοντας από την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών. Είχε επιστρέψει στον Τερπνό Λόγο; Ούτε κανένας είχε διακρίνει τίποτα το χαρακτηριστικό πάνω στη συμμορία. Οι περισσότεροι, πάντως, έλεγαν ότι ήταν καμια ντουζίνα άτομα – εκεί γύρω.

Η Σολεράτ είχε πάρει από την πλατεία έναν από τους ψόφιους πυρώνυχες, αλλά η ψυχοδραστική μορφή δεν είχε κανένα οπτικό στοιχείο να της δώσει. Και θα ήταν άσκοπο η Σολεράτ να της στείλει ψυχόδραση μήπως έτσι πάρει πληροφορίες· ήταν νεκρή: ένα μαυρισμένο σκέλεθρο, έτοιμο να διαλυθεί. Η Σολεράτ το κρατούσε ακόμα μέσα σ’ένα πλαστικό σακουλάκι στην τσάντα της, μπας και χρειαζόταν σε τίποτα – μάλλον απίθανο.

Επιστρέφοντας προς τα εκεί όπου είχε αφήσει το δίκυκλό της, κοντά στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, συνάντησε έναν γαλανόδερμο άντρα που ήταν, καταφανώς, πανικόβλητος. Τρομοκρατημένος ίσως. Κοίταζε ολόγυρα, σαστισμένος. Πλησίασε τη Σολεράτ και ρώτησε πώς μπορούσε να φτάσει στο ξενοδοχείο Σταθερός Οίκος. «Έχω χαθεί,» είπε. «Συγνώμη. Δεν» – γέλασε νευρικά – «δεν ξέρω γιατί. Κάπου τα μπέρδεψα. Μπορείτε να μου πείτε πού να πάω;»

Ο δερματικός χρωματισμός του, φυσικά, τον αναγνώριζε ως αλλοδαπό. Αλλά η Σολεράτ δεν χρειαζόταν να δει το δέρμα του για να το καταλάβει αυτό· κι από τα λόγια του μόνο το καταλάβαινε. Κι από την έκφρασή του το καταλάβαινε. Οι πολίτες της Μεγάλης Χώρας, ακόμα κι όταν καμια φορά χάνονταν στους δρόμους της, δεν πανικοβάλλονταν έτσι. Αυτοί οι ξένοι παραήταν φοβητσιάρηδες.

«Μην ανησυχείς,» του είπε, χαμογελώντας· «θα σε οδηγήσω. Δεν είναι μακριά ο Σταθερός Οίκος.»

«Δεν είναι; Σ’ορκίζομαι ότι τριγυρίζω τρεις ώρες εδώ!»

Η Σολεράτ γέλασε. «Είσαι καιρό στα μέρη μας;»

«Πριν από τρεις μέρες ήρθα,» είπε καθώς βάδιζε πλάι της σαν να φοβόταν μην τη χάσει ξαφνικά από τα μάτια του, μην εξαφανιστεί η χρυσόδερμη, μελαχρινή γυναίκα με τη δερμάτινη τσάντα, τη μπλε καπαρντίνα, και τις ψηλές μαύρες μπότες.

«Θα έπρεπε να είχες οδηγό. Γιατί δεν έχεις οδηγό;»

«Μου είχαν πει ποια σημάδια ν’ακολουθώ. Αλλά... χάθηκα.»

«Αν δεν είσαι από εδώ, είναι εύκολο να χάσεις τα σημάδια σου.»

Όταν έφτασαν στο σταθμευμένο δίκυκλό της, η Σολεράτ τράβηξε έναν ψυχοκύβο από την τσάντα της, του έδωσε λίγη ψυχόδραση, και μετά το καβάλησε. «Κάθισε πίσω μου,» είπε στον ξένο.

Ο ξένος υπάκουσε.

Η Σολεράτ ξεκλείδωσε τη μηχανή, την ενεργοποίησε με το πάτημα ενός κουμπιού, και οδήγησε με ευκολία μέσα στους δρόμους που στον ξένο έμοιαζαν πιο μπερδεμένοι από ολόκληρο το γνωστό και το άγνωστο σύμπαν μαζί.

Ο Σταθερός Οίκος ήταν λίγο παρακάτω. Η δημοσιογράφος σταμάτησε το δίκυκλό της μπροστά στην είσοδό του. «Εδώ δεν σ’αφήνω;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, κατεβαίνοντας. «Σ’ευχαριστώ. Είσαι...» Καθάρισε τον λαιμό του. «Συγνώμη κιόλας, αν κάνω λάθος, αλλά νομίζω πως σ’έχω δει στην οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη...»

«Ναι,» ένευσε εκείνη, «αυτή είμαι. Ίσως να ξανασυναντηθούμε αν έχεις δουλειές γύρω απ’την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών.»

Κι έφυγε επάνω στο δίκυκλό της.

Κεφάλαιο 14

Η αυγή ήρθε πιο γρήγορα απ’ό,τι θα ήθελαν. Ήταν κι οι τρεις τους κουρασμένοι. Θα προτιμούσαν να κοιμόνταν τουλάχιστον δυο, τρεις ώρες ακόμα. Αλλά δεν γινόταν να μείνουν περισσότερο εδώ· είχαν ήδη λερώσει πολύ το κρεβάτι. Εκτός των άλλων. Εκτός του ότι οι άνθρωποι του Δεσμωτηρίου, πιθανώς, τους έψαχναν σ’ολάκερη την Παράλληλη Συνοικία.

Το εγκεφαλικό ξυπνητήρι του Ξορκιού Νοητικής Αφυπνίσεως ξύπνησε την Ευγενία, τραντάζοντας το νευρικό της σύστημα, κάνοντας τα βλέφαρά της ν’ανοίξουν· και η Ευγενία σηκώθηκε απ’το πάτωμα και ξύπνησε τους δύο άντρες στα κρεβάτια.

Ο Διαβολόγατος είχε εξαφανιστεί. «Πού είναι το γαμημένο αιλουροειδές;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Δεν ξέρω,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης, «αλλά όχι μακριά, υποθέτω. Και καλύτερα να φεύγουμε τώρα.»

Κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Έκαναν τις πρωινές τους ανάγκες, πλύθηκαν βιαστικά, και βγήκαν στο μπαλκόνι.

«Βλέπετε;» είπε η Ευγενία. «Η πεζογέφυρα είναι κοντά, έτσι;» Ανέβηκε στην κουπαστή του μπαλκονιού και πήδησε πάνω της, μ’ένα τίναγμα των ποδιών.

«Μόλις σε ζήλεψαν όλες οι γάτες της γειτονιάς,» είπε ο Αλκάμελ. Καβάλησε κι εκείνος την κουπαστή και πετάχτηκε στην πεζογέφυρα, παραπατώντας λιγάκι κατά την προσγείωση.

Ο Νόρενταμπ τον ακολούθησε.

«Για ιερέας, εσύ θα έκανες καλός διαρρήκτης,» παρατήρησε ο Αλκάμελ.

«Δεν είμαι ιερέας· τζογαδόρος είμαι.»

«Δε μπορείς να μας κοροϊδέψεις τόσο εύκολα.»

Καθώς κατέβαιναν την πεζογέφυρα, η Ευγενία ρώτησε τον Αλκάμελ: «Εσύ πού θα πας τώρα; Θες να σε πετάξουμε πουθενά;»

«Να με πετάξετε; Με τι όχημα;»

«Μ’αυτό που θα οδηγώ σε λίγο· τετράκυκλο, μάλλον. Πού πηγαίνεις;»

«Εσείς πού θα πάτε;»

«Στο Εμπορικό Κέντρο της Χορδής.» Η Ευγενία έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Νόρενταμπ.

«Ακόμα δεν μου έχεις εξηγήσει γιατί θες να σε οδηγήσω στη Νερ Έρντεραγ,» της θύμισε εκείνος.

«Θα σου εξηγήσω. Συμφωνείς να πάμε πρώτα στο Εμπορικό Κέντρο, έτσι;»

«Υποθέτω πως έχεις κάποιο λόγο που θες να πάμε εκεί...»

Έφτασαν στο τέλος της πεζογέφυρας κι άρχισαν να βαδίζουν στους δρόμους της Παράλληλης Συνοικίας, έχοντας το νου τους για αστυνομικούς. Η Ευγενία κοίταζε τα πολεοσημάδια, κυρίως. Θα την προειδοποιούσαν αν κίνδυνος ήταν κοντά.

Στον Νόρενταμπ είπε: «Για να φτάσουμε στη Νερ Έρντεραγ πρέπει να ταξιδέψουμε νότια και ανατολικά. Μπορούσαμε να πάμε μέσω της Παράλληλης Συνοικίας, αλλά τώρα, λόγω του ότι μας κυνηγάνε, αυτό δεν συμφέρει· καλύτερα να το αποφύγουμε. Επίσης, καλύτερα θα ήταν να μην επιστρέψεις κατευθείαν στα μέρη όπου έμενες προτού σε βάλουν στο Δεσμωτήριο. Κι επιπλέον, βιάζομαι. Δεν μπορώ να καθυστερήσω. Θα συναντηθούμε, επομένως, με τη Γιολάντα στο Εμπορικό Κέντρο–»

«Με τη Γιολάντα;»

«Ναι. Μίλησα μαζί της προτού έρθω να σε σώσω. Της είπα ότι θα την ειδοποιούσα τηλεπικοινωνιακά, πιθανώς από μέσα από τη φυλακή. Τελικά δεν το έκανα, βέβαια, γιατί ήταν πολύ ριψοκίνδυνο· το τηλεπικοινωνιακό κέντρο το παρακολουθούσαν συνεχώς οι δεσμοφύλακες. Θα την ειδοποιήσω τώρα, λοιπόν. Θέλω να μου φέρει, εξάλλου, κάποια πράγματα. Και δεν θα ήθελες κι εσύ να σου φέρει κάποια δικά σου πράγματα;»

«Ομολογουμένως, ναι, θα ήθελα. Αφού βιαζόμαστε τόσο να φύγουμε.»

«Ο Ρίκερελ κινδυνεύει, Νόρενταμπ. Στη Νερ Έρντεραγ.»

«Ο Ρίκερελ; Ο καλλιτέχνης; Που κάνει τα γκράφιτι;»

«Ναι. Ξέρεις πόσο τον αγαπώ, έτσι δεν είναι;»

Ο Νόρενταμπ ένευσε. «Γιατί πήγε στη Νερ Έρντεραγ;»

«Για να κάνει γκράφιτι.»

«Είναι τρελός; Δεν έπρεπε να τον είχες αφήσει!»

Η Ευγενία αναστέναξε. «Δε με ρώτησε. Μου άφησε ένα μήνυμα, ότι κατευθύνεται στη Νερ Έρντεραγ, και με κάλεσε κι εμένα να πάω εκεί να τον βρω. Αλλά δεν πηγαίνω γι’αυτό· πηγαίνω γιατί καταλαβαίνω ότι κινδυνεύει. Έχει μπλέξει κάπου. Άσχημα.»

«Η Πόλη σ’το λέει;»

«Ναι.» Και προς τον Αλκάμελ: «Εσύ ακόμα δεν μου απάντησες πού θες να σε πετάξουμε.»

«Όπως σου είχα πει, έμενα στο Εμπορικό Κέντρο της Χορδής προτού με κλείσουν στα μέρη τα στενά. Είχα κάποιες δουλειές εκεί... οι οποίες τώρα θα έχουν πάει στο Έρεβος, ύστερα απ’ό,τι έγινε. Δε νομίζω ότι μπορώ να τις ξαναπιάσω. Και ούτε νομίζω πως θα ήταν καλό να ξαναεμφανιστώ εκεί τώρα. Βασικά, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν έχω κανένα μέρος όπου θα ήθελα άμεσα να βρίσκομαι. Θα μπορούσα ακόμα και νάρθω μαζί σου, σ’αυτή τη Νερ Έρντεραγ. Ίσως να βρω κάτι ενδιαφέρον να κάνω εκεί.»

Ο Νόρενταμπ τον λοξοκοίταξε. «Τα πράγματα στη Νερ Έρντεραγ δεν είναι όπως τάχεις συνηθίσει αλλού, σε διαβεβαιώνω.»

Ο Αλκάμελ τον αγνόησε. «Προτού κάνω οτιδήποτε, όμως, ίσως... ναι, ίσως θα ήθελα να περάσω για λίγο απ’το Εμπορικό Κέντρο. Για κάτι πράγματά μου. Και κάτι χρωστούμενα. Αναρωτιέμαι...» Κοίταξε συλλογισμένα το έδαφος, καθώς μέσα στο μυαλό του αναμνήσεις και πρόσωπα στριφογύριζαν. «Και δεν έχω και την ταυτότητά μου, γαμώτο! Δε θα μπορώ να πάρω τίποτα απ’την τράπεζα.»

«Δε μπορούν να εξακριβώσουν με άλλο τρόπο ότι είσαι εσύ;» είπε ο Νόρενταμπ.

«Δεν είμαι σί–»

Ο Διαβολόγατος παρουσιάστηκε, γλιστρώντας ανάμεσά τους.

«Αυτό κι αν είναι κακό σημάδι,» είπε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία μειδίασε. «Ελάτε από δω.»

Τους οδήγησε πίσω από μια μεγάλη καφετέρια, σ’έναν μικρότερο δρόμο, όπου ένα τετράκυκλο όχημα ήταν σταθμευμένο. Ασημόχρωμο, με αρκετά ψηλούς τροχούς. Έμοιαζε ευρύχωρο. Είχε τέσσερις πόρτες και παράθυρα με τζάμια που, εξωτερικά τουλάχιστον, φαίνονταν σκούρα μπλε, αλλά δεν ήταν και τελείως φιμέ.

«Το όχημά μας,» είπε η Ευγενία.

Ο Αλκάμελ σκέφτηκε καλύτερα να μην τη ρωτήσει πώς ήξερε ότι το τροχοφόρο ήταν εδώ.

Η Ευγενία το πλησίασε, άγγιξε την πόρτα του οδηγού, και μουρμούρισε τα λόγια για το Ξόρκι Ξεκλειδώματος. Το μυαλό της γλίστρησε μέσα στην κλειδαριά σαν οφιοειδής, αόρατος καπνός, σκαλίζοντας τον μηχανισμό από δω κι από κει. Η κλειδαριά άνοιξε, και η Ευγενία μπήκε στο όχημα καθίζοντας μπροστά στο τιμόνι. Για την ενεργοποίηση της μηχανής υπήρχε ένας διακόπτης πάνω στην κονσόλα. Κι ένα άλλο κουμπί άνοιγε τις υπόλοιπες πόρτες. Η Ευγενία το πάτησε.

Ο Αλκάμελ κάθισε δίπλα της, ο Νόρενταμπ κάθισε στο ένα από τα δύο πίσω καθίσματα. Πάνω στο δεύτερο πίσω κάθισμα πήδησε ο Διαβολόγατος. Τα καθίσματα ήταν όλα από στιλπνό κόκκινο δέρμα. Ο εσωτερικός χώρος του οχήματος μύριζε όμορφα, από κάποια αρωματική ουσία.

Η Ευγενία ενεργοποίησε τα συστήματα του οχήματος, κατεβάζοντας συγχρόνως και τον διακόπτη της μηχανής, βάζοντάς την σε λειτουργία. Η ένδειξη της ενέργειας ήταν στο 52%. «Υπάρχει καμια ενεργειακή φιάλη πίσω;» ρώτησε τον Νόρενταμπ.

«Δε βλέπω τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Θα πρέπει ν’αγοράσουμε μετά, λοιπόν.»

Η Ευγενία πάτησε το πετάλι και οι τροχοί ξεκίνησαν. Τα χέρια της κρατούσαν σταθερά το τιμόνι, στρίβοντας με άνεση εκεί όπου έπρεπε να στρίψει.

«Το συνηθίζεις αυτό;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Ποιο;»

«Να κλέβεις οχήματα.»

«Όχι. Και με στεναχωρεί που αναγκάστηκα να το κλέψω. Αλλά τι να κάναμε; Μας ψάχνουν· δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Ούτε είναι ακίνδυνο να πάρουμε επιβατηγό. Επιπλέον, τα λεφτά μας τελειώνουν πλέον. Άλλα είκοσι-δύο δεκάδια έχω στην τσέπη μου, και μερικά τέταρτα και μισά.»

Σε κανένα ημίωρο είχαν αφήσει πίσω τους την Παράλληλη Συνοικία βγαίνοντας στην Παράλληλη Οδό, η οποία αποτελούσε σύνορο ανάμεσα σ’αυτήν και τη Χορδή. Η Ευγενία ακολούθησε τη μεγάλη λεωφόρο προς τα ανατολικά, προς το Εμπορικό Κέντρο.

«Μέχρι στιγμής,» είπε ο Αλκάμελ κοιτάζοντας πίσω τους, «όλα καλά. Κανείς δεν φαίνεται να μας καταδιώκει.»

«Ναι,» μουρμούρισε η Ευγενία, οδηγώντας. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει πίσω – δεν χρειαζόταν να κοιτάξει καν τον καθρέφτη – για να ξέρει ότι δεν την καταδίωκαν.

«Τι άλλα έχεις να μου πεις;» τη ρώτησε ο Νόρενταμπ.

«Δε νομίζω ότι έχω παραλείψει κάτι.»

«Δεν ξέρεις τίποτ’ άλλο για τον Ρίκερελ; Μόνο ότι πήγε στη Νερ Έρντεραγ και ότι κινδυνεύει;»

«Ναι.»

«Έτσι όπως μου τα έλεγες χτες βράδυ, νόμιζα ότι θα είχες πολλά πράγματα να μου εξηγήσεις.»

«Δεν είναι πολλά. Απλά θέλω να με συνοδέψεις εκεί για να τον βρούμε. Εγώ... θα είμαι σε πολύ δύσκολη θέση στη Νερ Έρντεραγ. Δεν είναι μέρος για Θυγατέρες.»

Το Εμπορικό Κέντρο δεν βρισκόταν κοντά. Απείχε γύρω στα εκατό χιλιόμετρα, και η Ευγενία δεν περίμενε να φτάσει εκεί για να καλέσει τη Γιολάντα. Μετά από μισή ώρα, σταμάτησε σ’ένα πανδοχείο-σταθμό ενέργειας. «Μείνετε εδώ,» είπε στους δύο άντρες. «Πάω να επικοινωνήσω με τη Γιολάντα. Θέλετε να σας φέρω τίποτα από μέσα; Κανέναν καφέ; Κάτι για φαγητό;»

Κι οι δυο τους ήθελαν καφέ, και ο Αλκάμελ ήθελε, επιπλέον, ό,τι αποφάσιζε η Ευγενία να του φέρει για να φάει. «Πρόσεχε τι ζητάς,» τον πείραξε εκείνη. Και στρεφόμενη πίσω, στον Νόρενταμπ: «Τι θα ήθελες από τη Γιολάντα;»

Εκείνος ήταν σκεπτικός προς στιγμή. Ύστερα, της απάντησε, αναφέροντας κάποια πράγματα που θα ήταν χρήσιμα σε οποιοδήποτε ταξίδι – ρούχα, όπλα, χρήματα – καθώς και ένα αντικείμενο που ακουγόταν περίεργο: «Πες της να μου φέρει τον μεταλλικό κύβο που έχω στη ντουλάπα.»

Η Ευγενία δεν ρώτησε τι ήταν αυτό. Βγήκε από το όχημα και, φεύγοντας από τον χώρο στάθμευσης, πήγε στην τραπεζαρία όπου ήταν συγκεντρωμένος κάμποσος κόσμος. Κοιτάζοντας τα πολεοσημάδια έκρινε πως δεν υπήρχε κίνδυνος για εκείνη. Οι άνθρωποι του Δεσμωτηρίου δεν βρίσκονταν εδώ.

Πλησίασε το μικρό τηλεπικοινωνιακό κέντρο, που χωριζόταν μ’έναν κοντό γυάλινο τοίχο από την τραπεζαρία, και κάθισε μπροστά σ’έναν δίαυλο αποτελούμενο από κονσόλα, μικρή οθόνη, και ακουστικό. Του έριξε ένα κέρμα μισού δεκάδιου μέσα στην ειδική θυρίδα και ο δίαυλος ενεργοποιήθηκε. Η Ευγενία πληκτρολόγησε τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα της Γιολάντας και περίμενε, κρατώντας το ακουστικό κοντά στο αφτί της. Τριγύρω ήταν άλλοι τρεις πελάτες· οι δύο μιλούσαν, ο ένας κοίταζε κάποιο μήνυμα στην οθόνη του.

Η Γιολάντα άργησε λίγο αλλά τελικά απάντησε: «Μάλιστα;» Ακουγόταν αγουροξυπνημένη.

«Εγώ είμαι, Γιολάντα, η Ευγενία–»

«Ευγενία! Είσαι... είσαι μέσα;»

«Χτες βράδυ βγήκα. Μαζί με τον φίλο μας.»

«Είναι εκεί;»

«Ναι, αλλά τώρα δεν μπορεί να σου μιλήσει–»

«Σας κυνηγάνε;»

«Γενικά, ναι. Αυτή τη στιγμή, όχι. Μας έχουν χάσει. Λοιπόν, άκουσέ με. Μ’ακούς προσεχτικά;»

«Ναι, πες μου.»

«Θέλω να έρθεις να μας συναντήσεις στο Εμπορικό Κέντρο. Μπορείς;»

«Ναι, βέβαια. Πού ακριβώς;» Το Εμπορικό Κέντρο ήταν ολόκληρη συνοικία από μόνο του.

Η Ευγενία τής είπε μια διεύθυνση. «Κατάλαβες; Κοντά στον τροχιόδρομο.»

«Ναι, θα το βρω.»

«Θέλω να μας φέρεις κάποια πράγματα. Κατά πρώτον, αυτά που σου άφησα προτού φύγω. Θα μου τα φέρεις όλα.»

«Εντάξει.»

«Και ο Νόρενταμπ θέλει έναν μεταλλικό κύβο που έχει στη ντουλάπα. Ξέρεις τι είν’ αυτό;»

«Ναι. Νομίζω πως ναι. Ο κύβος που είναι απ’την πατρίδα του, έτσι;»

«Υποθέτω.»

«Είναι ένα παράξενο κατασκεύασμα, με ανάγλυφα επάνω. Μου έλεγε ότι μέσα αποθηκεύεις ‘ψυχόδραση’ – κάτι σαν ψυχική ενέργεια, που αποτελ–»

«Τέλος πάντων. Φέρ’ το. Επίσης, θέλει και κάποια άλλα πράγματα.» Της ανέφερε όλα όσα είχε ζητήσει ο Νόρενταμπ.

«Εντάξει,» είπε η Γιολάντα. «Ετοιμάζομαι και έρχομαι.»

Η Ευγενία τη χαιρέτησε και έκλεισε τον δίαυλο.

Πήγε στον πάγκο του μπαρ και παράγγειλε τρεις καφέδες και δύο σάντουιτς. «Θα τα πάρω μαζί μου,» είπε. Και σε λίγο τα είχε όλα μέσα σε μια χάρτινη σακούλα. Τα ποτήρια των καφέδων ήταν πλαστικά και είχαν σκέπασμα, τα σάντουιτς ήταν τυλιγμένα σε γυαλιστερό χαρτί. Πλήρωσε και έφυγε, επιστρέφοντας στο όχημά της.

«Η τροφή σου,» είπε στον Αλκάμελ, δίνοντάς του ένα σάντουιτς κι έναν καφέ.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε από το πισινό κάθισμα.

«Εσένα σε ξέχασα,» παραδέχτηκε η Ευγενία. «Θες το δικό μου σάντουιτς;» Το ύψωσε.

«Νιάααρ...»

«Μάλλον όχι, ε;» Η Ευγενία έδωσε στον Νόρενταμπ τον καφέ του.

«Τι έγινε με τη Γιολάντα;» ρώτησε εκείνος, ανοίγοντας το σκέπασμα και πίνοντας μια γουλιά.

«Θα μας συναντήσει στο Εμπορικό Κέντρο.» Η Ευγενία ενεργοποίησε τη μηχανή ξανά κι άρχισε να οδηγεί.

«Καλό θα ήταν νάχαμε πάρει και καμια ενεργειακή φιάλη από δω,» είπε ο Αλκάμελ κοιτάζοντας την ένδειξη της ενέργειας στην κονσόλα μπροστά τους καθώς μασουλούσε το σάντουίτς του.

«Νομίζεις ότι έχουμε λεφτά και για ενεργειακές φιάλες;»

«Μετά από την κλοπή τετράκυκλου οχήματος κωλώνεις να κλέψεις μια ενεργειακή φιάλη;»

«Δεν κλέβω αν δεν υπάρχει σημαντικός λόγος. Είναι μια από τις αρχές μου.»

«Κοίτα κάτι βίτσια που έχει ο κόσμος!... Θα περίμενε κανείς ότι κάποια σαν εσένα – ξέρεις τι εννοώ – δεν θα την ενδιέφεραν τέτοιες λεπτομέρειες.»

«Ορισμένες από τις Αδελφές μου πιθανώς να συμφωνούσαν μαζί σου.» Η Ευγενία άνοιξε το σκέπασμα του ποτηριού της και ήπιε μια γουλιά καφέ.

«Θα μου τις γνωρίσεις;»

«Εξακολουθείς να μην προσέχεις καθόλου τι ζητάς,» του είπε σοβαρά.

«Έλα τώρα. Πόσο κακές μπορεί να είναι;»

Η Ευγενία γέλασε. «Πρέπει, τότε, πραγματικά να σου γνωρίσω την Κορίνα, ίσως. Αν τύχει να τη βρούμε στο δρόμο μας.»

«Κορίνα; Ωραίο όνομα. Είναι όμορφη; Είναι πλούσια;»

«Είναι ό,τι θέλει να είναι.»

«Δαγκώνει;»

«Ανάλογα. Αλλά το πιθανότερο είναι να σε μπλέξει τόσο βαθιά που ούτε ο Κρόνος δεν θα μπορεί να σε ξεμπλέξει.»

«Το ξέρει ότι την κακολογείς έτσι;»

«Μα ίσα-ίσα που δεν λέω τίποτα σπουδαίο. Θάπρεπε να ρωτήσεις τη Μιράντα γι’αυτήν...»

«Είναι και η Μιράντα...;»

«Ναι, Αδελφή μου.»

«Μεγάλη οικογένεια είστε. Πόσες από σας υπάρχουν, αλήθεια;»

«Νομίζω πως ούτε η Μιράντα δεν το ξέρει αυτό.»

«Γιατί, τι είναι η Μιράντα; Ιστορικός;»

«Πολύ γριά.»

«Σα να λέμε...;»

«Πάνω από εκατό χρονών. Ίσως να πλησιάζει τα εκατό-πενήντα πια.»

«Μ’αρέσουν οι ώριμες γυναίκες. Της φαίνεται η ηλικία;»

«Μπορεί και να τη νομίσεις για πιο μικρή από εμένα.»

«Υπέροχα.» Είχε τελειώσει το μισό σάντουιτς εν τω μεταξύ. Τράβηξε το υπόλοιπο έξω από το γυαλιστερό χαρτί και τσάκισε το χαρτί μες στη γροθιά του. Το πέταξε απ’το μισάνοιχτο τζάμι.

«Θες τώρα να μας πιάσουν επειδή ρυπαίνουμε τη λεωφόρο;» τον πείραξε η Ευγενία.

«Ελπίζω μόνο καμια από εσάς να μην είναι αστυνομικίνα...»

Η Ευγενία γέλασε. «Κατά καιρούς, ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να είναι μια Θυγατέρα της Πόλης, Αλκάμελ! Σου έχω πει ότι δεν μπορούμε να μείνουμε για πολύ στο ίδιο μέρος, δεν σου έχω πει;»

«Ναι, αλλά δεν έχω καταλάβει ακόμα γιατί.»

«Μπορεί να σου εξηγήσω άλλη φορά.»

«Όλο μυστήρια είσαι.»

«Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα.»

*

Όταν έφτασαν στο Εμπορικό Κέντρο, είχε περάσει καμια ώρα και η ένδειξη ενέργειας είχε πέσει στο 24%.

«Ελπίζω να βρούμε αυτή τη Γιολάντα προτού μείνουμε από καύσιμα,» είπε ο Αλκάμελ, καπνίζοντας το τελευταίο τσιγάρο του.

Το Εμπορικό Κέντρο ήταν ένας λαβύρινθος από διαδρόμους, περάσματα, κυλιόμενες σκάλες, απλές σκάλες, ανελκυστήρες, και ράγες για τροχιόδρομο. Τα οχήματα μπορούσαν να το διασχίσουν· πολλοί από τους «διαδρόμους» του ήταν ουσιαστικά ολόκληροι δρόμοι. Αν και εδώ μέσα απαγορεύονταν οι μεγάλες ταχύτητες, καθότι επικίνδυνες. Τριγύρω έβλεπες παντού βιτρίνες καταστημάτων, καθώς και μερικά μπαρ, εστιατόρια, καφετέριες, κινηματογράφους. Υπήρχαν, όμως, και κατοικίες, αλλά δεν ήταν σε κοινή θέα. Εκεί έμεναν αρκετοί από τους εργαζόμενους στο Εμπορικό Κέντρο. Άλλοι έφευγαν όταν οι βάρδιες τους τελείωναν και διέσχιζαν πολλές δεκάδες χιλιόμετρα μέχρι να φτάσουν στα σπίτια τους.

Η Ευγενία οδήγησε το όχημα πάνω σ’έναν ανηφορικό δρόμο, ανεβαίνοντας στον πρώτο όροφο του Εμπορικού Κέντρου και από εκεί στον δεύτερο, όπου μπήκε σ’έναν μεγάλο ανελκυστήρα ειδικά για οχήματα. Πάτησε το κουμπί στον τοίχο και η μεγάλη γυάλινη πόρτα έκλεισε· ο μηχανισμός ανύψωσης ώθησε το τετράκυκλο όχημα ώς τον πέμπτο όροφο. Εκεί άνοιξε η αντικρινή γυάλινη πόρτα, και η Ευγενία οδήγησε το όχημα έξω από τον ανελκυστήρα, με προσοχή, ανάμεσα στα καταστήματα. Ο δρόμος όπου είχε βρεθεί ήταν γεμάτος με μαγαζιά που πουλούσαν ρούχα. Στις βιτρίνες υπήρχαν κούκλες ντυμένες με πολλούς και διάφορους τρόπους. Πινακίδες φώτιζαν. Ολογράμματα έδειχναν συμφέρουσες προσφορές και καινούργια προϊόντα.

Τα πολεοσημάδια μαρτυρούσαν στην Ευγενία ότι κάποια άμεση σχέση είχε ο Αλκάμελ μ’όλ’ αυτά. «Εδώ ήσουν κάποτε;» τον ρώτησε.

Την κοίταξε, σαστισμένος προς στιγμή. Αλλά μετά σκέφτηκε ότι δεν θάπρεπε να εκπλήσσεται που η Ευγενία το είχε καταλάβει με τις... μαντικές της δυνάμεις. Της αποκρίθηκε: «Ναι. Είχα ένα απ’αυτά τα... Βασικά, το προσπεράσαμε. Ήταν εκείνο το μαγαζί με τις δύο βιτρίνες: στη μία στέκονταν τρεις κούκλες με γιγάντια καπέλα, στην άλλη ήταν το ολόγραμμα μιας Σάρντλιας τίγρης.»

«Και τώρα το μαγαζί δεν σου ανήκει;» ρώτησε ο Νόρενταμπ.

«Αναγκάστηκα να το πουλήσω για να εξαγοράσω ένα μέρος της φυλάκισης.»

«Τι είχε γίνει, Αλκάμελ;»

«Βοήθησα έναν μαλάκα. Μου έφερε κάτι περίεργα πράματα μες στο μαγαζί, το αρχίδι! Δεν μου είχε πει τι θα ήταν. Κάποιοι, πάντως, τα έψαχναν. Είχαν όλα μπει λαθραία στο Εμπορικό Κέντρο, και ήταν εξωδιαστασιακά και επικίνδυνα. Κάποιου είδους όπλα, απ’ό,τι κατάλαβα, και ασταθείς ουσίες. Δεν ξέρω τι σκατά ήταν, ακριβώς.»

«Γι’αυτό λένε να προσέχεις τις παρέες σου...» σχολίασε ο Νόρενταμπ σαν να μονολογούσε, σαν να σκεφτόταν κάτι από τη δική του ζωή.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε βαριεστημένα.

«Συμβουλές από τζογαδόρο;» γέλασε ο Αλκάμελ.

«Και ιερέα, τέκνο μου.»

«Το γυρίσαμε τώρα;»

Ο Νόρενταμπ μειδίασε.

Η Ευγενία σταμάτησε το όχημά τους κοντά στον σταθμό του τροχιόδρομου. «Εδώ,» είπε, «θα βρούμε τη Γιολάντα. Δεν έχει έρθει ακόμα.»

«Είσαι σίγουρη;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Ναι.»

«Καλά, δε ρωτάω πώς το ξέρεις.»

Ο μετρητής ενέργειας στην κονσόλα έδειχνε τώρα 11%. Η Ευγενία απενεργοποίησε όλα τα συστήματα του οχήματος και οι αριθμοί έσβησαν από τη μικρή στενόμακρη οθόνη. Άνοιξε την πόρτα της και βγήκε. Οι άντρες την ακολούθησαν. Το ίδιο κι ο γάτος, ο οποίος ευθύς αμέσως πήδησε πάνω στη μπροστινή μεριά του οχήματος και, κατόπιν, στην οροφή του, κοιτάζοντας ολόγυρα σαν να ερευνούσε το περιβάλλον για πολεοσημάδια κι αυτός.

Πράγμα που δεν αποκλειόταν, σκέφτηκε η Ευγενία. Ακόμα δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς ήταν ετούτος ο γάτος. Στοιχειακό της Ρελκάμνια, πάντως, δεν ήταν.

Όταν είχαν περιμένει γύρω στο τέταρτο, ένα τρίκυκλο όχημα σαν ανάποδο τρίγωνο με γυάλινη οροφή πλησίασε τον σταθμό του τροχιόδρομου. Σταμάτησε κι από μέσα του βγήκε μια γυναίκα με λευκό-ροζ δέρμα και μακριά, καστανά σγουρά μαλλιά, πιασμένα με τσιμπιδάκια στους κροτάφους. Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα όλο πτυχώσεις κι ένα ελαφρύ, μαύρο, γυαλιστερό πανωφόρι. Στην πλάτη της ήταν ένας μεγάλος ταξιδιωτικός σάκος, παραφουσκωμένος. Στα μάτια της φορούσε ένα ζευγάρι μπλε γυαλιά. Τα έβγαλε και κοίταξε γύρω-γύρω.

Η Ευγενία τής έγνεψε.

Η Γιολάντα, χαμογελώντας, τους πλησίασε, κι αμέσως αγκάλιασε τον Νόρενταμπ, φιλώντας τον στα μάγουλα, στο στόμα, στο στόμα, στο στόμα...

Ο Αλκάμελ καθάρισε τον λαιμό του. «Πάντα έτσι κάνετε μες στη μέση του δρόμου;»

Η Γιολάντα τον λοξοκοίταξε. «Ποιος είν’ αυτός ο γελοίος;»

Η Ευγενία γέλασε. «Ένας φίλος. Από τις φυλακές.»

«Ήταν μαζί σου;» ρώτησε η Γιολάντα τον Νόρενταμπ.

«Όχι ακριβώς ‘μαζί μου’. Αλλά, ναι, ήταν κι αυτός στο Δεσμωτήριο.»

«Σας έφερα τα πράγματα που μου ζητήσατε.» Η Γιολάντα έβγαλε τον σάκο από τους ώμους της, αφήνοντάς τον κάτω, πλάι στο τετράκυκλο όχημα. «Και έχω και κάποια ακόμα στο τρίκυκλο.»

«Δε χωρούσαν όλα εκεί μέσα;» είπε η Ευγενία.

«Δικά μου πράγματα,» εξήγησε η Γιολάντα. «Σκέφτομαι...» Κόμπιασε προς στιγμή. «Σκέφτομαι να έρθω κι εγώ. Στη Νερ Έρντεραγ.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί όχι; Ένα ταξίδι.»

«Δεν πηγαίνουμε για τουρισμό,» της είπε η Ευγενία. «Καλύτερα να μείνεις εδώ, Γιολάντα.»

«Μα...» Η Γιολάντα κοίταξε τον Νόρενταμπ.

«Η Ευγενία έχει δίκιο,» είπε εκείνος ήπια. «Ένας φίλος της έχει χαθεί στη Νερ Έρντεραγ και πρέπει να τον βρούμε. Πιθανώς να κινδυνεύει.»

«Δε θέλω να σ’αφήσω μόνο σου πάλι, Νόρενταμπ. Από τότε που σ’έστειλαν στο Δεσμωτήριο, σκεφτόμουν... σκεφτόμουν ότι έπρεπε να είχα επιμείνει να πληρώσουμε μαζί–»

«Μη λες ανοησίες,» τη διέκοψε, ήπια ξανά, αγγίζοντας το μάγουλό της. «Θα είχαμε χρεοκοπήσει κι οι δύο.»

«Ακόμα κι έτσι...» ψιθύρισε η Γιολάντα. Και πιο δυνατά: «Δε θα σ’εγκαταλείψω πάλι.»

«Δε μ’εγκατέλειψες ποτέ.» Ο Νόρενταμπ, παίρνοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του, τη φίλησε αργά στα χείλη.

Ο Αλκάμελ μόρφασε, αναποδογυρίζοντας τα μάτια.

Η Ευγενία τον κλότσησε μαλακά στην κνήμη.

«Εσύ ήσουν ή ο γάτος σου;» ρώτησε εκείνος.

Η Ευγενία μειδίασε. Ύστερα, με σοβαρή όψη, είπε στη Γιολάντα: «Δε μπορείς να έρθεις μαζί μας. Ίσως να κινδυνέψουμε. Θα πήγαινα μόνη μου τελείως, αν είχα τη δυνατότητα, αλλά... για εμένα – για εμένα περισσότερο από άλλους ανθρώπους – είναι πιο δύσκολο να βαδίσω στους δρόμους της Ξεχασμένης.»

Η Γιολάντα την ατένισε με περιέργεια, μην καταλαβαίνοντας.

Ο Αλκάμελ ψιθύρισε στ’αφτί της Ευγενίας: «Δεν ξέρει ότι είσαι Θυγατέρα;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Γιολάντα. «Τι...;» Και προς τον Νόρενταμπ: «Μου έχεις πει για την πατρίδα σου. Δεν είναι και τόσο επικίνδυνη! Έτσι δεν είναι; Αν έχεις οδηγό, δεν χάνεσαι. Και θα έχουμε εσένα.»

«Ναι, όντως. Αλλά ο φίλος της Ευγενίας έχει προβλήματα στη Νερ Έρντεραγ. Και δεν ξέρουμε τι είδους ακριβώς. Κινδυνεύει, πάντως.»

«Σε παρακαλώ, Νόρενταμπ – θέλω να έρθω.»

Ο Νόρενταμπ έσμιξε τα χείλη, διστακτικός να απαντήσει. Έστρεψε το βλέμμα του στην Ευγενία, ερωτηματικά.

Εκείνη είπε: «Εσύ τι νομίζεις; Θα μπορείς να μας προστατέψεις όλους;»

«Δεν είναι εκεί το θέμα. Υπάρχουν ξενοδοχεία· η Νερ Έρντεραγ δεν είναι τα Άνομα Λημέρια. Απλώς... επειδή δεν ξέρουμε σε τι έχει μπλέξει ο Ρίκερελ... Κοίτα,» είπε, στρεφόμενος στη Γιολάντα ξανά. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν θέλω να σε βάλω σε κίνδυνο. Κι επιπλέον, αν είσαι μαζί μας, ίσως να μας καθυστερήσεις–»

«Όχι, δεν θα–»

«Αλλά μπορείς να έρθεις αν μου υποσχεθείς ότι θα κάνεις ό,τι σου λέω όταν είμαστε εκεί.»

«Φυσικά!»

«Αυτό σημαίνει πως, αν σου πω να μείνεις στο ξενοδοχείο, θα μείνεις στο ξενοδοχείο, δεν θα ζητήσεις να μας ακολουθήσεις. Εγώ κι η Ευγενία πιθανώς να βαδίσουμε σε μέρη όπου θα μας είσαι πρόβλημα, όχι βοήθεια. Καταλαβαίνεις;»

«Υπάρχουν τέτοια μέρη στη Νερ Έρντεραγ;»

«Ασφαλώς και υπάρχουν. Δε θυμάσαι τις ιστορίες που σου έχω πει;»

«Θυμάμαι.»

«Μου υπόσχεσαι ότι θα κάνεις ό,τι σου ζητάω; Δε θέλω να χαθείς μες στους δρόμους της Ξεχασμένης και να σε ψάχνουμε κι εσένα. Για μια ξένη, ακόμα κι η πιο απλή γειτονιά της Νερ Έρντεραγ είναι αχανής λαβύρινθος.»

«Εντάξει,» είπε η Γιολάντα. «Το υπόσχομαι. Θα κάνω ό,τι μου λες.»

«Τ’ορκίζεσαι στον Κρόνο;»

«Δεν είμαι τόσο θρησκευόμενη, το ξέρεις. Αλλά, ναι, αν θέλεις.»

Ο Νόρενταμπ κοίταξε την Ευγενία.

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Ας έρθει,» είπε. «Αλλά μόνο αν δεν μπλέξει στα πόδια μας. Ο Ρίκερελ κινδυνεύει, και δεν σκοπεύω να καθυστερήσω για τουρισμό.»

«Δε θα σας δυσκολέψω καθόλου!» είπε η Γιολάντα. «Το υπόσχομαι.»

Η Ευγενία στράφηκε στον Αλκάμελ. «Μ’εσένα τι θα γίνει;»

«Δελεάζομαι νάρθω κι εγώ... αν νομίζεις ότι δεν θα μπλέξω στα πόδια σας.»

Η Ευγενία κοίταζε τα πολεοσημάδια γύρω του. «Για την ακρίβεια, ίσως να ήσουν και χρήσιμος.»

Ο Αλκάμελ συνοφρυώθηκε. «Με τρομάζεις. Γιατί το λες αυτό;»

«Γιατί βλέπω πώς είσαι. Τον χαρακτήρα σου.»

«Κάτι μού κρύβεις.»

«Τίποτα δεν σου κρύβω. Αλλά πες μου ειλικρινά: Γιατί θέλεις να έρθεις;»

«Επειδή δεν έχω τίποτα να κάνω εδώ. Και μαζί μ’εσένα – δεδομένου ότι είσαι ό,τι είσαι – ίσως να βρω κάτι. Δεν κωλώνω να κάνω οποιαδήποτε δουλειά – καλά, εντάξει, εκτός από δολοφονίες και τίποτ’ άλλο ακραίο και απεχθές.»

Ναι, σκέφτηκε η Ευγενία, ο Αλκάμελ ήταν σίγουρα από εκείνο το είδος του τυχοδιώκτη με το οποίο οι περισσότερες Θυγατέρες της Πόλης τα πήγαιναν καλά. Δεν ήταν τυχαίο που τον βρήκα στον δρόμο μου.

«Είπες ότι έχεις κάποιες δουλειές εδώ, στο Εμπορικό Κέντρο, έτσι;» τον ρώτησε.

«Κάτι πράγματά μου να πάρω. Ελπίζω. Και κάτι χρωστούμενα. Θα με περιμένεις, ή βιάζεσαι;»

(β΄)

Τα εξωτερικά κάτοπτρα της κυκλοικίας είχαν πάθει βλάβη για κάποιο λόγο που ο Κλάρεμαντ δεν ήταν σίγουρος ακόμα. Η βλάβη τους, πάντως, δημιουργούσε προβλήματα στους πάντες μέσα στο ψηλό, κυκλικό οικοδόμημα, καθώς και σε όσους περνούσαν, δούλευαν, ή κατοικούσαν γύρω του. Οι επενέργειες των καθρεφτών προκαλούσαν σύγχυση στα σημάδια που ακολουθούσαν οι πολίτες. Ή, μάλλον, προκαλούσαν σύγχυση στα ίδια τα μυαλά των πολιτών, δίνοντάς τους την εντύπωση ότι τα σημάδια άλλαζαν. Ο Κλάρεμαντ, όπως και όλοι οι οικομύστες και οι ψυχοτεχνουργοί της Μεγάλης Χώρας, κατανοούσε ότι ουσιαστικά τα πάντα που συνέβαιναν εδώ σχετίζονταν με δύο πράγματα: την επίδραση των αρχέγονων οικοδομημάτων επάνω στα μυαλά των πολιτών· και την αντίληψη των ίδιων των πολιτών – τον έλεγχο που είχαν οι ίδιοι επάνω στην ψυχή και στον νου τους. Οι απλοί πολίτες σπάνια το κατανοούσαν αυτό με διαύγεια· συνήθως, νόμιζαν απλά ότι η Μεγάλη Χώρα ήταν κάτι το ζωντανό που τους περιέβαλλε. Πράγμα που δεν ήταν και τελείως ψευδές, όφειλε να παραδεχτεί ο Κλάρεμαντ.

Τα πάντα είναι θέμα οπτικής γωνίας, εξάλλου. Αλλά αυτό εδώ το πρόβλημα – το πρόβλημα με τα εξωτερικά κάτοπτρα της κυκλοικίας – δεν ήξερε αν ήταν θέμα οπτικής γωνίας. Ήταν αρκετά αντικειμενικό.

Πιασμένος στους εξωτερικούς τοίχους της κυκλοικίας (έχοντας ανεβεί εκεί με σκάλες, ή από παράθυρα), άγγιζε με τα γαντοφορεμένα χέρια του τους καθρέφτες. Οι ψυχοδραστικές δονήσεις περνούσαν μέσα από τα γάντια, μεγεθυσμένες, στέλνονταν στο νευρικό σύστημα του οικομύστη, κι από εκεί στον εγκέφαλό του, για να αποκωδικοποιηθούν. Και ήταν τελείως, τελείως τρελή η φύση τους. Ο Κλάρεμαντ δυο φορές παραλίγο να χάσει την ισορροπία του και να πέσει από εκεί όπου ήταν σκαρφαλωμένος. Και δεν ήταν κανένας αρχάριος οικομύστης. Είχε περιποιηθεί πολλά οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας πριν από αυτό· είχε μια κάποια εμπειρία.

Σ’ετούτη εδώ την κυκλοικία κάτι το ασυνήθιστο συνέβαινε. Δεν μπορούσε, όμως, να προσδιορίσει τι ακριβώς. Δεν μπορούσε να βρει τη ρίζα του προβλήματος. Στην αρχή, νόμιζε ότι αυτό απλώς οφειλόταν στο σχήμα και στο μέγεθος του οικοδομήματος· νόμιζε ότι σε μερικές μέρες θα το εντόπιζε, αναμφίβολα. Μετά, όμως, είχε αλλάξει γνώμη.

Και δεν άγγιζε πλέον τα κάτοπτρα απευθείας· ήταν πολύ επικίνδυνο. Άγγιζε τους τοίχους πλάι στα κάτοπτρα, ή τους τοίχους πίσω από αυτά, στο εσωτερικό της κυκλοικίας. Οι ψυχοδραστικές δονήσεις που λάμβανε ήταν εξίσου παράδοξες, αν και όχι τόσο ισχυρές, τόσο αποπροσανατολιστικές. Και το κακό δεν τελείωνε εκεί. Οτιδήποτε κι αν άγγιζε με τα ειδικά του γάντια, μέσα στην κυκλοικία, τον παραξένευε. Δεν έμοιαζε με τίποτα που είχε ποτέ άλλοτε συναντήσει.

Ήρθε σε τηλεπικοινωνιακή επαφή με έναν άλλο οικομύστη ο οποίος είχε περιποιηθεί αυτό το συγκεκριμένο οικοδόμημα παλιότερα· τον ρώτησε αν είχε προσέξει τίποτα ασυνήθιστο. Κι εκείνος αποκρίθηκε πως, όχι, τίποτα το ασυνήθιστο δεν είχε αισθανθεί.

Η κυκλοικία, παλιότερα, δεν διέφερε σε τίποτα από οποιαδήποτε άλλη κυκλοικία. Το πρόβλημα ήταν πρόσφατο. Πολύ πρόσφατο.

Ο Κλάρεμαντ, χρησιμοποιώντας έναν γεμάτο ψυχοκύβο, έστειλε λίγη ψυχόδραση στο οικοδόμημα και το άγγιξε ξανά με τα γάντια του – σε διάφορα σημεία – προσπαθώντας να επιδράσει επάνω του, να του δώσει εντολές. Αλλά τίποτα δεν έπιανε. Ήταν σαν να προσπαθούσε να μιλήσει σε κάποιον με τον οποίο δεν μοιραζόταν κανέναν κοινό τρόπο επικοινωνίας· ή σαν κάποιος, ή κάτι, να είχε μπουρδουκλώσει τόσο τις ψυχοδραστικές δονήσεις της κυκλοικίας που είχαν γίνει ένα κουβάρι αδύνατον να ξεμπλεχτεί, κι αδύνατον να βρεις την άκρη του.

Αισθανόταν να έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Τα γαντοφορεμένα χέρια του είχαν αγγίξει πλέον την κυκλοικία σχεδόν σε κάθε της σημείο, από πάνω μέχρι κάτω, αλλά καμια πρόσβαση δεν έβρισκε: τίποτα που να μπορεί να τον βοηθήσει να λύσει το πρόβλημά της που έμοιαζε να είναι εντονότερο στους εξωτερικούς καθρέφτες.

Ο Κλάρεμαντ είχε μπει στα διαμερίσματα διαφόρων ανθρώπων, ζητώντας την άδειά τους και λέγοντας συγνώμη για την ενόχληση. Κανένας δεν του είχε κάνει παράπονα. Όλοι ήταν πρόθυμοι να τον εξυπηρετήσουν όσο μπορούσαν ώστε να επιδιορθώσει το οικοδόμημα μέσα στο οποίο ζούσαν· διότι όλοι είχαν επηρεαστεί απ’αυτό που συνέβαινε. Τα νεύρα τους ήταν τσιτωμένα. Κάποιοι δεν μπορούσαν να κοιμηθούν· κάποιοι, όταν κοιμόνταν, δεν μπορούσαν να ξυπνήσουν, και στα όνειρά τους περιπλανιόνταν σε άγνωστες περιοχές· κάποιοι είχαν μια απερίγραπτη αίσθηση τρόμου κάθε φορά που έμπαιναν στην κυκλοικία· κάποιοι έπρεπε να κάνουν γύρω-γύρω στους διαδρόμους όποτε ήθελαν να βρουν το διαμέρισμά τους· κάποιοι, όταν έφευγαν από την κυκλοικία, συστηματικά δυσκολεύονταν να επιστρέψουν, σαν η ίδια η κυκλοικία να ήθελε να τους διώξει· κάποιοι είχαν απρόοπτους οργασμούς, χωρίς κανένα εξωτερικό ερέθισμα· κάποια μωρά μιλούσαν ξαφνικά σαν ενήλικες, σε γνωστές ή άγνωστες γλώσσες, προτού σωπάσουν πάλι κι αρχίσουν να κλαίνε γοερά. Ευτυχώς, κανένας δεν είχε πεθάνει ακόμα, ή πάθει κάτι τραγικό.

Οι κάτοικοι της κυκλοικίας αναρωτιόνταν μήπως την είχε χτυπήσει ρεύμα από την Αναδίπλωση, μήπως ήταν όλοι τους ρευματοπαθείς. Αλλά ο Κλάρεμαντ τούς διαβεβαίωνε πως δεν ήταν ρεύμα. Ό,τι κι αν συνέβαινε εδώ, ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. «Αν σας είχε χτυπήσει ρεύμα από την Αναδίπλωση, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα,» τους έλεγε. «Επιπλέον, το ρεύμα αποκλείεται να είχε χτυπήσει μόνο την κυκλοικία σας· θα είχε επηρεάσει κι άλλα οικοδομήματα τριγύρω. Και κατά τρίτον, δεν είστε τόσο κοντά στην Αναδίπλωση ώστε πραγματικά να κινδυνεύετε από τα ρεύματά της.»

Τα λόγια του καθησύχαζαν τους κατοίκους αλλά δεν βοηθούσαν καθόλου τον ίδιο. Τι δεν πήγαινε καλά μ’ετούτη την κυκλοικία, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος;

Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, κυριολεκτικά! Ήταν σαν ο ίδιος ο Σκοτοδαίμων, ο διαβολικός αντίπαλος του Κρόνου, να είχε επηρεάσει αυτό το οικοδόμημα.

Ο Κλάρεμαντ ήταν τσαντισμένος καθώς έφευγε από την κυκλοικία προσωρινά, πηγαίνοντας σε μια κοντινή καφετέρια για να πιει έναν καφέ – το μόνο μεσημεριανό που, για την ώρα, ήθελε. Ήταν τόσο κουρασμένος που δεν μπορούσε να φάει.

Κάθισε σ’ένα εξωτερικό τραπεζάκι και παράγγειλε μια κούπα από τη συμπαθητική σερβιτόρα. Εκείνη τού την έφερε και ζήτησε 1 ψ. Ο Κλάρεμαντ έβγαλε τον ψυχοκύβο του, τον έφερε σε επαφή με τον ψυχοκύβο της, και της έδωσε 1 ψ. «Ευχαριστώ, κύριε,» είπε η σερβιτόρα. «Σίγουρα δε θα θέλατε κάτι άλλο;»

«Όχι, ευχαριστώ.»

Ο Κλάρεμαντ ήπιε μια μικρή γουλιά απ’τον καφέ του καθώς η κοπέλα πήγαινε προς ένα άλλο τραπεζάκι. Αισθανόταν αποπροσανατολισμένος αυτές τις μέρες, ακόμα κι όταν δεν ήταν μέσα στην κυκλοικία. Γιατί, άραγε; Τον είχε επηρεάσει τόσο το πρόβλημά της που το τραβούσε μαζί του και αλλού;

Άναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε μια τζούρα, και το άφησε στο τασάκι. Από την τσάντα του έβγαλε ένα παχύ βιβλίο, με τίτλο Αξιοσημείωτες Ψυχοδραστικές Δονήσεις και υπότιτλο Σε οικοδομήματα ποικίλων μορφών και σχημάτων. Το άνοιξε και, καπνίζοντας, άρχισε να ψάχνει μέσα στις σελίδες του. Αν και αμφέβαλλε ότι θα έβρισκε εκείνο που αναζητούσε.

Τα ειδικά γάντια του τα είχε βγάλει, αφήνοντας τα δίπλα στην κούπα με τον καφέ: δύο μαύρα κομμάτια από πλαστικό, επενδυμένα με καλωδιώσεις και μεταλλικά τμήματα.

*

Οι Πολεοτέχνες παρακολουθούσαν τον οικομύστη Κλάρεμαντ και τη δημοσιογράφο Σολεράτ και είχαν φτάσει σε απόγνωση. Ήταν κι οι δυο τους τόσο απασχολημένοι με τις δουλειές τους που οι Πολεοτέχνες το έβρισκαν αδύνατον να δημιουργήσουν τις απαραίτητες επιδράσεις ώστε να τους φέρουν κοντά και, μάλιστα, με τέτοιο τρόπο που τελικά να παντρευτούν, όπως επιθυμούσε η Σκιουργός.

Ούτε οι πολεοσκόποι δεν μπορούσαν να διακρίνουν καμια λύση στο άμεσο μέλλον. Έλεγαν ότι έπρεπε να δημιουργηθεί μια κατάσταση από την οποία θα μπορούσαν οι Πολεοτέχνες, ύστερα, να μεταπηδήσουν σε μια επόμενη κατάσταση και, ίσως, σε μια επόμενη κατόπιν αυτής – ώστε, στο τέλος, να εκπληρωθεί το θέλημα της Σκιουργού.

Όλ’ αυτά ήταν πολύ μπερδεμένα, ακόμα και για τους Πολεοτέχνες.

Καθώς όμως παρακολουθούσαν τον Κλάρεμαντ μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο οικομύστης ήταν, όντως, πολύ προβληματισμένος (γι’αυτό κιόλας τα κόλπα τους δεν έπιαναν επάνω του – δεν είναι εύκολο να αλλάξεις την πορεία κάποιου που είναι πλήρως εστιασμένος σε ένα και μόνο πράγμα· οι ψυχοτεχνουργοί πάντα το έλεγαν), και καταλάβαιναν και τον λόγο του προβληματισμού του: Σ’αυτή την κυκλοικία που ο Κλάρεμαντ περιποιείτο, κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Ακόμα και οι πολεοσκόποι ήταν ιδιαίτερα παραξενεμένοι.

«Κανένα σημάδι δεν είναι όπως θα έπρεπε να ήταν...»

«Όλα είναι σαν να έχουν γυρίσει προς τα μέσα...»

«Τα έξω έχουν γυρίσει μέσα...»

«Ναι, και τα μέσα έχουν βγει έξω.»

«Σαν κάτι να σκαλίζει την κυκλοικία από μέσα.»

«Όχι ‘σαν’· κάτι όντως τη σκαλίζει από μέσα.»

«Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος;»

«Το διακρίνω.»

«Εγώ δεν διακρίνω τέτοιο πράγμα.»

«Ούτε εγώ. Κάποιο ψυχοδραστικό φαινόμενο είναι.»

«Αδύνατον! Έχετε ποτέ ξανά δει τέτοιο ψυχοδραστικό φαινόμενο;»

Σιωπή.

«Ούτε κι ο οικομύστης μας έχει δει, όπως φαίνεται!»

*

Ο Κλάρεμαντ πήγε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Δεν είχε πρόβλημα να φτάσει, ακολουθώντας τα σημάδια που ήξερε, αλλά συνεχώς είχε την αίσθηση ότι κάποια άλλα σημάδια προσπαθούσαν να τον παραπλανήσουν. Σαν κάποιος να τα είχε επίτηδες βάλει να το κάνουν. Αλλά ποιος; Και γιατί; Αποκλείεται. Απλά το μυαλό του ήταν κουρασμένο από τη δουλειά στην κυκλοικία.

Στο διαμέρισμά του, στον πέμπτο όροφο μιας σταυροικίας, έκανε μπάνιο, κάπνισε τρία τσιγάρα στη σειρά (κάποια στιγμή έπρεπε να το ελαττώσει, αλλά όχι τώρα), ήπιε ένα ποτήρι κρασί, και έπεσε για ύπνο. Είδε παράξενους εφιάλτες όπου μικροσκοπικά πλάσματα σέρνονταν πίσω από τους τοίχους κάποιου οικοδομήματος. Ξυπνώντας αισθανόταν τρομαγμένος, αλλά και πεινασμένος συγχρόνως. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί – και το πρωί είχε φάει μόνο μια τηγανίτα.

Έφτιαξε ένα πρόχειρο φαγητό, έφαγε, ντύθηκε, και πήρε ξανά το τετράκυκλο όχημά του για να πάει στην κυκλοικία. Οι δρόμοι ήταν αρκετά συνωστισμένοι απόψε, και ο Κλάρεμαντ άργησε να φτάσει στον προορισμό του. Άργησε υπερβολικά να φτάσει στον προορισμό του. Δεν ήταν φυσιολογικό. Κάτι έπαιζε πάλι με τα σημάδια των δρόμων. Και τώρα ήταν βέβαιος πως η σύγχυσή του οφειλόταν στην παθούσα κυκλοικία.

Όταν σταμάτησε τελικά το ανοιχτό όχημά του δίπλα της, κλείδωσε τη μηχανή, βγήκε, και πλησίασε την είσοδό της.

«Γεια σας,» τον χαιρέτησε μια γυναίκα που εκείνη την ώρα έφευγε, τυλιγμένη στο παλτό της.

«Καλησπέρα,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ, μην αναγνωρίζοντάς την. Προφανώς ήταν κάποια από τους πολλούς ενοίκους που είχε συναντήσει εδώ μέσα, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν γλιστρήσει από τη μνήμη του. Είχε σημαντικότερα πράγματα στο μυαλό του τώρα.

Πέρασε την είσοδο και άγγιξε με τα γαντοφορεμένα χέρια του έναν τοίχο της κυκλοικίας. Οι ίδιες ανώμαλες ψυχοδραστικές δονήσεις χτύπησαν το νευρικό του σύστημα. Δεν είχαν ελαττωθεί. Αν μη τι άλλο είχαν ενταθεί, και...

Μια στιγμή!

Επιτέλους, κάτι.

Ο Κλάρεμαντ κάτι διέκρινε μέσα από το στροβιλώδες ψυχικό χάος του οικοδομήματος. Ο νους του απλώθηκε μέσω των γαντιών του, απλώθηκε στο εσωτερικό των τοίχων της κυκλοικίας.

Η ένταση... ναι, η ένταση δεν ήταν ομοιόμορφη σε κάθε σημείο. Ερχόταν από μια συγκεκριμένη μεριά.

Ο Κλάρεμαντ μάζεψε χωρίς βιασύνη το πνεύμα του πίσω στο σώμα του. (Αν βιαζόταν, μπορεί να έκανε ζημιά στον εαυτό του.) Πήρε τα γαντοφορεμένα χέρια του από τον τοίχο και βάδισε μέσα στην κυκλοικία. Ανέβηκε μια σκάλα. Άγγιξε πάλι έναν τοίχο, άπλωσε τον νου του... Ναι, σωστά κατευθυνόταν.

Πήρε το χέρι του από τον τοίχο, προχώρησε σ’έναν διάδρομο, μπήκε σ’έναν ανελκυστήρα, ανέβηκε δύο πατώματα. Άγγιξε έναν τοίχο. Η αναταραχή ήταν πιο ισχυρή εδώ. Είμαι στον σωστό δρόμο.

Απομάκρυνε το γαντοφορεμένο χέρι του από τον τοίχο, και το βλέμμα του στράφηκε σε μια πόρτα στο βάθος του διαδρόμου. Την πλησίασε, γρήγορα, και χτύπησε το κουδούνι. Είχε ξανάρθει σ’αυτό το διαμέρισμα; Λογικά, πρέπει. Είχε πάει σχεδόν παντού μέσα στην κυκλοικία.

Ένας άντρας – γύρω στα σαράντα-πέντε, καστανομάλλης, μουσάτος, χρυσόδερμος – μισάνοιξε την πόρτα, κοιτάζοντάς τον καχύποπτα. «Τι θέλετε;»

«Είμαι ο οικομύστης. Θα μπορούσα να μπω για–;»

«Ποιος οικομύστης;»

«Ο Κλάρεμαντ Μέλδεροθ. Ήρθα για να ερευνήσω τι συμβαίνει–»

«Μη μου πουλάς παραμύθια εμένα!»

«Τι παραμύθια, κύριε; Δεν έχετε ακούσει ότι–;»

Ο άντρας έκανε να κλείσει την πόρτα, αλλά ο Κλάρεμαντ τον πρόβαλε, σπρώχνοντάς την με το χέρι του. «Μια στιγμή, κύριε! Μια στιγμή! Είναι σημαντικό να περάσω! Έχω μαζί μου άδεια έρευνας από τον Άριστο Κυβερνήτη· δεν είμαι τυχαία εδώ. Αν θέλετε, να σας τη δείξω. Για όνομα του Κρόνου!»

«Για να τη δούμε.»

Ο Κλάρεμαντ έβγαλε το χαρτί απ’το σακάκι του. «Ορίστε,» είπε στρέφοντάς το προς τον άντρα.

«Πλαστό είναι.»

«Δεν είναι πλαστό, κύριε! Τι λέτε; Δείτε τη σφραγίδα και την υπογραφή! Σας παρακαλώ, πρέπει οπωσδήποτε να μπω στο διαμέρισμά σας. Για λίγο μόνο. Είναι πολύ σημαντικό για την έρευνα που κάνω. Δεν έχετε καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά στην κυκλοικία;»

«Ρε, φύγε από δω, γαμώ το κεφάλι σου!» γρύλισε ο άντρας σαν να είχε τρελαθεί, κι έκανε να του κλείσει την πόρτα κατάμουτρα.

Ο Κλάρεμαντ την έπιασε ξανά, σταθερά, και μέσα από τα γάντια του τρομερές ψυχοδραστικές δονήσεις πέρασαν, αλλά τις εμπόδισε απ’το να διατρέξουν το νευρικό του σύστημα. Δεν ήθελε τώρα να αποπροσανατολιστεί· ήταν καταφανές ότι ο ένοικος του διαμερίσματος ήταν κάπως επηρεασμένος. Δεν μπορεί να ήταν ο εαυτός του. Φερόταν σαν παράφρων!

Ο Κλάρεμαντ κλότσησε, δυνατά, μέσα από το άνοιγμα ανάμεσα στον τοίχο και στην πόρτα. Χτυπώντας τον άντρα στο στομάχι, αναγκάζοντάς τον να οπισθοχωρήσει διπλωμένος.

Μπήκε στο διαμέρισμα σπρώχνοντας την πόρτα, τραβώντας μέσα απ’το σακάκι του το ψυχοδραστικό πιστόλι που είχε μαζί του για περιπτώσεις ανάγκης. «Μην κάνεις άλλη βλακεία!» απείλησε τον άντρα, σημαδεύοντάς τον. «Δε θέλω να προκληθεί επεισόδ–»

«ΝνναααααΑΑΑΑΑΑΡΡΡΡΡ!» Με μια θηριώδη κραυγή, ο ένοικος εφόρμησε καταπάνω στον οικομύστη.

Ο Κλάρεμαντ πάτησε τη σκανδάλη. Ένα πορφυρόχρωμο κύμα εκτοξεύτηκε από την κάννη του πιστολιού, περιτυλίγοντας τον άντρα και κάνοντάς τον να πέσει κάτω, σπαρταρώντας, κρατώντας το κεφάλι του. Αλλά δεν ήταν ακόμα λιπόθυμος – και, μάλιστα, ύστερα από τόσο κοντινή βολή! – προσπαθούσε να σηκωθεί. Ό,τι κι αν τον είχε επηρεάσει, πρέπει να τον είχε ισχυροποιήσει κιόλας.

Ο Κλάρεμαντ τού έριξε ξανά, και άλλο ένα πορφυρόχρωμο κύμα τον τύλιξε. Αυτή τη φορά, ο ένοικος σπαρτάρισε για λίγο στο πάτωμα και μετά έμεινε ακίνητος. Ο Κλάρεμαντ έβγαλε αμέσως τον ψυχοκύβο από την τσέπη του, τον έφερε σε επαφή με το πιστόλι, και έστειλε στο όπλο μερικά ψ, για να έχει μέσα βολές. Ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να συναντούσε εδώ;

Αν και κανείς πέρα απ’αυτό τον τρελαμένο άντρα δεν έμοιαζε να μένει στο σπίτι. Το μέρος ήταν ήσυχο.

Ύποπτα ήσυχο, ίσως.

Ο Κλάρεμαντ έκανε μερικά βήματα, προς το σαλόνι. Και εκεί, επάνω σ’έναν από τους τοίχους, είδε πιασμένα τουλάχιστον τέσσερα – δεν ήταν σίγουρος για τον αριθμό· μπερδεύτηκε, συγχύστηκε – πλάσματα που γυάλιζαν σαν τα σώματά τους να ήταν από μέταλλο. Θύμιζαν ανθρώπους και έντομα συγχρόνως, με δύο χέρια, τέσσερα πόδια, και ουρά. Οι ουρές τους ήταν σαν κεραίες ή καλώδια. Έδειχναν να πιάνονται με μεγάλη ευκολία πάνω στον τοίχο, όπως οι αράχνες. Κανένα τους δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερο από τριάντα εκατοστά.

Τα μάτια τους, που λαμπύριζαν σαν τεχνητά φώτα, στράφηκαν ομαδικά προς τον Κλάρεμαντ, ζαλίζοντάς τον.

Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω, νομίζοντας ότι ξαφνικά είχε βρεθεί μέσα στον εφιάλτη που έβλεπε το μεσημέρι. Τι ήταν αυτά τα όντα; Ύψωσε το ψυχοδραστικό πιστόλι προς το μέρος τους, αλλά το χέρι του έτρεμε.

Δύο από τα πλάσματα βούλιαξαν – βούλιαξαν! – μες στον τοίχο, σαν τα σώματά τους κάπως να πέρασαν από μυριάδες μικροσκοπικές τρύπες, διασκορπιζόμενα στα άτομά τους. Ο Κλάρεμαντ αισθάνθηκε ένα αμάλγαμα τρόμου και αποστροφής.

Τα υπόλοιπα πλάσματα (πόσα ήταν, ακριβώς;) ήρθαν καταπάνω του, τρέχοντας πάνω στο πάτωμα και στο ταβάνι. Ο Κλάρεμαντ, κραυγάζοντας έντρομος, πάτησε τη σκανδάλη του πιστολιού. Όμως τα ψυχοδραστικά κύματα δεν φάνηκαν να τα επηρεάζουν στο ελάχιστο. Και τώρα ξεπρόβαλαν κι άλλα τέτοια όντα από το ταβάνι κι από το πάτωμα κι από τους τοίχους.

Πρέπει να ονειρεύομαι! Ο Κλάρεμαντ γύρισε για να φύγει, τρέχοντας, αλλά τα πλάσματα μάλλον μπλέχτηκαν στα πόδια του γιατί σωριάστηκε μπρούμυτα, χτυπώντας επώδυνα τους αγκώνες του. Γύρισε ανάσκελα, αμέσως, πυροβολώντας ξανά με το πιστόλι του – και ξανά και ξανά. Η ψυχόδραση μέσα στον μηχανισμό τελείωσε, αλλά τα πλάσματα ήταν ανεπηρέαστα. Τον ατένιζαν με τα λαμπυρίζοντα μάτια τους. Και... ήταν οργισμένα; Ή έτσι απλώς του φαίνονταν;

Στη στιγμή, τον περικύκλωσαν από παντού. Ένα απ’αυτά, μάλιστα, πήδησε στο στήθος του· η ουρά του υψώθηκε πάνω απ’το κεφάλι του Κλάρεμαντ σαν ουρά σκορπιού, θυμίζοντας τώρα κεντρί ή αιχμηρό στιλέτο. Ο οικομύστης είχε παραλύσει από τον τρόμο. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε συναντήσει τίποτα παρόμοιο. Έπρεπε να είχα μαζί μου κανονικό πυροβόλο πιστόλι! Αυτά τα τέρατα δεν μπορεί να είχαν ανοσία και στις σφαίρες!

Το πλάσμα που είχε σκαρφαλώσει επάνω του μίλησε. Από το μικροσκοπικό στόμα του ανθρωποειδούς κεφαλιού του βγήκαν γρήγοροι συριστικοί ήχοι. Κι ένα άλλο από τα πλάσματα τού απάντησε. Προς στιγμή φάνηκαν να διαπληκτίζονται. Μετά, το πλάσμα που είχε ανεβεί στο στήθος του Κλάρεμαντ πήδησε στο πάτωμα, και όλα μαζί εξαφανίστηκαν μέσα στους τοίχους του διαμερίσματος.

Ο Κλάρεμαντ, τρέμοντας, σηκώθηκε όρθιος. Βγήκε από το διαμέρισμα παραπατώντας. Ακουμπώντας σε μια γωνία, ξέρασε.

Τι ήταν αυτά τα τέρατα, μα τον Κρόνο; Δεν μπορεί να ήταν αληθινά!

Κι όμως, ήταν.

Πώς γλιστρούσαν έτσι μέσα στους τοίχους; Οι τοίχοι ήταν συμπαγείς, τα πλάσματα ήταν επίσης συμπαγή – κανονικά, δεν θα έπρεπε να μπορούν να μπουν έτσι μέσα τους!

Ο Κλάρεμαντ ζαλιζόταν. Προς στιγμή αναρωτήθηκε μήπως δεν είχε ακόμα ξυπνήσει από εκείνο τον μεσημεριανό ύπνο. Μετά, έδιωξε αυτές τις ανοησίες απ’το μυαλό του. Αλλά η εντύπωση ήταν πραγματικά πολύ ισχυρή. Τέτοια όντα θα μπορούσαν να υπάρξουν μονάχα μέσα σε εφιάλτη.

Αυτά ήταν που είχαν τρελάνει τον ένοικο; Ο ένοικος δεν έμοιαζε να ξέρει για την παρουσία τους στο σπίτι του. Ή μήπως ήξερε για την παρουσία τους και τα έκρυβε; Πάντως, δεν ήταν καλά στα μυαλά του. Αποκλείεται να ήταν καλά στα μυαλά του.

Ο Κλάρεμαντ άγγιξε πάλι έναν τοίχο, και με τα δύο χέρια. Ήρθε σε επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις της κυκλοικίας. Η ένταση που αντιλαμβανόταν πριν ότι προερχόταν από το διαμέρισμα του παράφρονα δεν υφίστατο πλέον. Τα πάντα ήταν ξανά ένα κουβάρι.

Απομάκρυνε τα χέρια του από τον τοίχο. Αυτά τα πλάσματα προκαλούσαν την ένταση, σκέφτηκε. Αλλά πώς; Τι έκαναν; Πρέπει, κάπως, να επηρέαζαν τα βασικά δομικά υλικά της κυκλοικίας.

Όλα τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας ήταν πανάρχαια. Είχαν δημιουργηθεί στις απαρχές της Ρελκάμνια, τότε που οι πρώτοι άνθρωποι της διάστασης είχαν έρθει. Όταν είχαν οικοδομήσει τη Μεγάλη Χώρα, η υπόλοιπη διάσταση δεν ήταν οικοδομημένη· ήταν ένας άγριος τόπος. Κανείς σήμερα δεν ήξερε πώς ακριβώς είχαν φτιάξει αυτά τα αρχαία οικοδομήματα. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι μπορούσαν να τα επηρεάσουν με ψυχόδραση, και ότι χρειαζόταν πολλές φορές να τους στέλνουν ψυχόδραση προκειμένου να μην προκαλούνται αναταραχές. Επίσης, με ψυχόδραση μπορούσες να τα «πληρώσεις» για να δημιουργήσουν διάφορα ευχάριστα ή δυσάρεστα αποτελέσματα. Οι οικομύστες ήξεραν τα πάντα – ή σχεδόν τα πάντα – γι’αυτά τα πράγματα, αν και ποτέ δεν έπαυε κανείς να μαθαίνει.

Από τι βασικά υλικά, όμως, ήταν φτιαγμένα τα οικοδομήματα δεν γνώριζαν. Και αυτά τα πλάσματα, ό,τι κι αν ήταν, μπορούσαν κάπως να χρησιμοποιήσουν τα βασικά υλικά των οικοδομημάτων...

Ο Κλάρεμαντ έπρεπε να σκεφτεί. Έπρεπε να διαβάσει. Έπρεπε να μιλήσει και με κανέναν άλλο οικομύστη.

Έφυγε από την κυκλοικία, μη μπορώντας να βρίσκεται άλλο εδώ απόψε.

Κεφάλαιο 15

Το σπίτι του Αλκάμελ ήταν στον έκτο όροφο του Εμπορικού Κέντρου της Χορδής: έναν όροφο, δηλαδή, πάνω από το κατάστημα που παλιά τού ανήκε· και από εκεί μπορούσες να κοιτάξεις κάτω, τον πέμπτο όροφο· μπορούσες να κοιτάξεις ακόμα κι αυτό το κατάστημα, καθώς και πολλά άλλα. Εκείνο το σημείο του έκτου ορόφου ήταν γεμάτο με κατοικίες. Διαμερίσματα, άλλα μεγαλύτερα, άλλα μικρότερα· μα κανένα πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό.

Επίσης, εκεί δεν μπορούσες να πας με όχημα. Ήταν περιοχή μόνο για πεζούς.

«Ξέρεις τι πρόβλημα υπάρχει;» είπε ο Αλκάμελ στην Ευγενία, καθώς ανέβαιναν προς τον έκτο όροφο μέσω μιας σκάλας, οι δυο τους κι ο Διαβολόγατος. (Είχαν αφήσει τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα κάτω, στον πέμπτο όροφο. Εξάλλου, φαινόταν πως ήθελαν να μείνουν μόνοι τους, έστω και για λίγο.)

«Δεν έχεις κλειδί για να μπεις.»

«Μη μου πεις ότι κι αυτό σ’το αποκάλυψαν τα μυστηριώδη σημάδια της Πόλης!»

Η Ευγενία χαμογέλασε. «Απλώς το μάντεψα.»

«Τα κλειδιά μου τα έχουν οι φύλακες του Δεσμωτηρίου. Αλλά με τα μαγικά σου... θα μπορείς, δεν θα μπορείς;»

Η Ευγενία ένευσε. «Εκτός αν η κλειδαριά σου είναι προστατευμένη από μαγεία.»

Ο Αλκάμελ ρουθούνισε. «Τι νομίζεις ότι είμαι;»

Έφτασαν στον έκτο όροφο και διέσχισαν τους διαδρόμους του περνώντας δίπλα από κλειστές πόρτες και από παράθυρα που των περισσότερων τα πατζούρια ήταν μισόκλειστα.

«Εδώ είναι,» είπε ο Αλκάμελ πλησιάζοντας μια μαύρη πόρτα.

Η Ευγενία άγγιξε την κλειδαριά με το ένα χέρι, μουρμούρισε τα λόγια για το Ξόρκι Ξεκλειδώματος, κι έστειλε το μυαλό της μέσα στον μηχανισμό, σκαλίζοντάς τον. Δεν ήταν και τόσο εύκολο να τον ανοίξει – δεν ήταν καμια κλειδαριά της πλάκας, ομολογουμένως – αλλά σύντομα τα κατάφερε. Μ’ένα κλικ κι ένα απανωτό κλακ, η κλειδαριά γύρισε.

Ο Αλκάμελ, σπρώχνοντας την πόρτα, μπήκε στο σπίτι του, όπου είχε να μπει χρόνια – από τότε που τον είχαν χώσει στο Α’ Δεσμωτήριο της Παράλληλης Συνοικίας. Τόσο μακρινές έξοδοι από τις φυλακές δεν επιτρέπονταν. Όλες τις φορές που εκείνος και άλλοι κατάδικοι είχαν βγει ήταν μέσα στην Παράλληλη Συνοικία, όχι πολύ μακριά από το Δεσμωτήριο, και πάντα με τη συνοδία δεσμοφυλάκων και έχοντας ένα βραχιόλι εντοπισμού κλειδωμένο στο δεξί τους χέρι.

Ο Αλκάμελ βάδισε μέσα στο διαμέρισμά του νομίζοντας, προς στιγμή, ότι δεν ήταν δικό του, ότι είχε κάνει λάθος που είχε έρθει εδώ. Μετά συνειδητοποίησε τι συνέβαινε: Δεν είχε κάνει λάθος στο σπίτι, αλλά κάποιος άλλος έμενε εδώ!

Η Ευγενία το είχε καταλάβει αμέσως, φυσικά. Μόλις η πόρτα άνοιξε, όλα τα πολεοσημάδια τής φώναζαν ότι το μέρος δεν ήταν εγκαταλειμμένο. Και, με μια δεύτερη ματιά, ενώ ο Αλκάμελ βημάτιζε μες στο σπίτι, συμπέρανε και ότι, μάλλον, δύο άνθρωποι έμεναν εδώ. Ζευγάρι.

«Τι σκατά...;» μουρμούρισε ο Αλκάμελ.

«Είχες αφήσει κανέναν εδώ;» ρώτησε η Ευγενία.

«Όχι–»

«Δεν είχε κανείς το κλειδί;»

Κούνησε το κεφάλι του, τσαντισμένος. «Όχι, γαμώτο.»

Άρχισε να κοιτάζει τριγύρω, στα δωμάτια: στην κουζίνα, στην κρεβατοκάμαρα, στο μπάνιο. Κανένας δεν ήταν στο σπίτι, μα ήταν καταφανές ότι δεν ήταν εγκαταλειμμένο.

«Δυο άνθρωποι μένουν εδώ,» είπε η Ευγενία. «Ζευγάρι μάλλον.»

«Δεν πούλησα το σπίτι σε κανέναν!» μούγκρισε ο Αλκάμελ.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

«Θα πάρω τα πράγματά μου ούτως ή άλλως,» είπε ο Αλκάμελ. «Αν είναι ακόμα εδώ.» Πήγε στο υπνοδωμάτιο κι άνοιξε τη ντουλάπα. Τα περισσότερα ρούχα ήταν γυναικεία, παρατήρησε. Τα δικά του είχαν εξαφανιστεί. «Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...;» Μετά, αναγνώρισε κάποια από τα ρούχα. «Α, την καριόλα!»

«Κάποια γνωστή σου;» είπε η Ευγενία, στεκόμενη στο κατώφλι του δωματίου.

Ο Αλκάμελ στράφηκε να την αντικρίσει. «Η γυναίκα μου.»

«Και είναι παράξενο που η γυναίκα σου έχει πρόσβαση στο σπίτι σου;»

«Δεν είναι γυναίκα μου ακριβώς. Δεν ήμασταν παντρεμένοι. Δεν είχε το κλειδί για το σπίτι. Και τώρα δεν μένει μόνη εδώ. Υπάρχουν και αντρικά ρούχα μες στη ντουλάπα – τα οποία δεν είναι δικά μου.»

«Πόσα χρόνια λείπεις;»

«Πριν από καμια δεκαριά μέρες τής μιλούσα τηλεπικοινωνιακά από τις φυλακές!» είπε ο Αλκάμελ, οργισμένα. «Μου έλεγε πόσο της λείπω!»

Η Ευγενία ανασήκωσε τον έναν ώμο. «Συμβαίνουν αυτά.»

«Με δουλεύεις, ανώμαλη;»

«Μπορεί νάναι ο αδελφός της...»

«Δεν έχει αδελφό.»

«Ξάδελφος;»

«Δεν ξέρω. Αλλά, αν είναι γαμημένος ξάδελφος, θα μπορούσε τουλάχιστον να μου έχει πει ότι τον έχει φέρει στο σπίτι μου, γαμώ τη μάνα της!»

Ο Αλκάμελ βάδισε βιαστικά ώς την εξώπορτα. Κοίταξε προσεχτικά την κλειδαριά. «Τα παπάρια του Κρόνου γαμώ...»

«Τι;» Η Ευγενία τον είχε ακολουθήσει.

«Δεν είναι η ίδια κλειδαριά. Άλλαξαν την κλειδαριά, οι καριόληδες. Έσπασαν την προηγούμενη κι έβαλαν καινούργια.»

«Τέλος πάντων. Θα πάρεις τα πράγματά σου; Είναι εδώ ακόμα;»

«Αυτό θέλω να μάθω.»

Ο Αλκάμελ πήγε στην αποθήκη του σπιτιού. Την άνοιξε. Έψαξε μέσα. Βρήκε τα ρούχα του και κάποια άλλα αντικείμενα. «Εδώ είναι,» είπε. «Τυλιγμένα και καταχωνιασμένα. Θα τη σκοτώσω!»

«Δεν έχουμε χρόνο για δολοφονίες. Εξακολουθείς να θέλεις νάρθεις μαζί μου, ή προτιμάς να σ’αφήσω εδώ να κάνεις το φονικό με την ησυχία σου;»

«Με δουλεύεις, τελικά.» Ο Αλκάμελ έβαλε τα πράγματα και τα ρούχα του μέσα σ’έναν μεγάλο σάκο.

«Δε σ’αγαπάει ούτως ή άλλως. Το βλέπω παντού μέσα στο σπίτι.» Στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τίποτα τέτοιο, αλλά νόμιζε πως θα του έκανε καλό αν του το έλεγε.

«Δε μπορώ ν’ακούω άλλες κωλομαντείες!» μούγκρισε ο Αλκάμελ.

Απ’την άλλη, σκέφτηκε η Ευγενία, ίσως όχι... Ορισμένες από τις Αδελφές της ήταν πολύ καλές στο να προβλέπουν, ακόμα και στο να ελέγχουν, τις αντιδράσεις του αντίθετου φύλου. Εκείνη όχι και τόσο. Τα ταλέντα της ήταν σε άλλα πράγματα.

Ο Αλκάμελ άρχισε να ψάχνει μέσα σε συρτάρια της κρεβατοκάμαρας, τσεπώνοντας ό,τι λεφτά έβρισκε.

«Αυτά είναι δικά σου;» ρώτησε η Ευγενία, που καταλάβαινε πως φυσικά και δεν ήταν δικά του.

«Τώρα, ναι, είναι.»

Η Ευγενία γέλασε. Τον είχε συμπαθήσει πλέον, τον μπαγαπόντη.

«Μου χρωστάνε ενοίκιο, άλλωστε, δεν μου χρωστάνε;» της είπε. Πήρε κι ένα πακέτο τσιγάρα (τα δικά του του είχαν τελειώσει) κι έναν ενεργειακό αναπτήρα. «Να πάνε να γαμηθούνε.»

«Στάσου!» Η Ευγενία τον έπιασε από το μπράτσο προτού εκείνος βγει απ’το υπνοδωμάτιο.

«Τι;»

«Κάποιος πλησιάζει το σπίτι.»

Βήματα ακούστηκαν από την είσοδο.

Ο Αλκάμελ άνοιξε τη ντουλάπα και κρύφτηκε μέσα, ανάμεσα στα ρούχα. Η Ευγενία γλίστρησε, χωρίς δυσκολία, κάτω απ’το κρεβάτι. (Πού ήταν ο Διαβολόγατος; αναρωτήθηκαν κι οι δυο τους.)

Τα βήματα ήρθαν προς το υπνοδωμάτιο.

«Γαμήσου...» είπε κάποιος μπαίνοντας και πλησιάζοντας τα ανοιγμένα συρτάρια.

Ο Αλκάμελ τον κοίταζε, έχοντας την πόρτα της ντουλάπας ελάχιστα ανοιγμένη – και τον αναγνώρισε.

Βγήκε απ’την κρυψώνα του. «Τι θες, ρε αρχίδι, μες στο σπίτι μου;»

Ο άντρας – αρκετά ευτραφής, λευκόδερμος, μελαχρινός, με σγουρά μαλλιά – στράφηκε ξαφνιασμένος. «Αλκάμελ;» έκανε σαν να τον έπνιγαν. «Αλκάμελ;...»

Η Ευγενία ξεπρόβαλε κάτω απ’το κρεβάτι, κάνοντάς τον να αναπηδήσει τρομαγμένος. «Γνωρίζεστε;»

«Μένεις εδώ, ρε;» είπε ο Αλκάμελ. «Από πότε;»

Ο άντρας ύψωσε τα χέρια του αμυντικά. «Όχι... Όχι ακριβώς. Δηλαδή, ναι... Δηλαδή – έχεις, δηλαδή, μιλήσει με τη Νικίτα, έτσι; Τα... τα έχετε πει; Ξέρεις...»

«Δεν ξέρω τίποτα, μαλάκα! Ξέρω ότι σε βρίσκω μες στο σπίτι μου ενώ δεν θάπρεπε να είσαι εδώ! Κοιμάσαι με τη Νικίτα, ε;»

«Μια στιγμή. Φίλοι ήμασταν πάντα–»

«Εσύ, όμως, μου σύστησες εκείνο τον καριόλη που πουλούσε τα λαθραία.»

«Δεν έφταιγα εγώ, Αλκάμελ, για – για ό,τι–»

«Και τώρα κοιμάσαι μες στο σπίτι μου, με τη γυναίκα μου, γαμιόλη!»

«Μην τσαντίζεσαι. Δεν–»

Ο Αλκάμελ τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, στέλνοντάς τον κάτω, με αίματα στο πρόσωπό του.

Η Ευγενία άρπαξε τον Αλκάμελ προτού πλησιάσει ξανά τον πεσμένο άντρα κι αρχίσει να τον κλοτσά. «Εντάξει, αρκετά! Πάμε τώρα. Πρέπει να φύγουμε.»

Ο λευκόδερμος άντρας είχε ανασηκωθεί, τρομαγμένος, σκουπίζοντας αίμα από το στόμα του.

«Πάμε,» επέμεινε η Ευγενία, σπρώχνοντας τον Αλκάμελ.

«Δεν κατάλαβες,» είπε εκείνος. «Θυμάσαι που σου είπα ότι έχω να πάρω και κάτι χρωστούμενα; Απ’αυτό το αρχίδι είναι να τα πάρω. Τον λένε Βικέντιο. Βικέντιο Όρντελβοχ.»

«Αλκάμελ,» είπε ο Βικέντιος προσπαθώντας να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. «Μην τσαντίζεσαι. Σε παρακαλώ.» Σηκώθηκε όρθιος, παραπατώντας. «Τα φαινόμενα απατούν–»

«Σκατά του Σκοτοδαίμονος, μαλάκα! Μένεις τώρα στο σπίτι μου ή δεν μένεις;»

«Θα έπρεπε να είχες συζητήσει πρώτα με τη Νικίτα, εντάξει; Πότε επέστρεψες; Μπορούμε να πάμε έξω να πιούμε κάνα ποτό και να μιλήσ–»

«Μη μου λες μαλακίες! Μένεις εδώ, μαζί της, ή όχι;»

Το χέρι του Βικέντιου πήγε προς το εσωτερικό του πανωφοριού του–

«Κάνε να τραβήξεις πιστόλι και θα σ’το βάλω στον κώλο,» απείλησε ο Αλκάμελ.

Ο Βικέντιος τράβηξε το πιστόλι του–

–και η κλοτσιά της Ευγενίας το έστειλε μακριά απ’το χέρι του, επάνω στο στρώμα του κρεβατιού. Στο δικό της χέρι ήταν το ενεργειακό πιστόλι των δεσμοφυλάκων (που δεν διακρινόταν αν ήταν ενεργειακό ή πυροβόλο μες στο μισοσκότεινο υπνοδωμάτιο) και τον σημάδευε. «Όχι άλλες μαλακίες,» είπε.

Ο Βικέντιος ύψωσε τα χέρια. «Εντάξει, εντάξει. Τι θέλετε; Πάρτε ό,τι θέλετε από εδώ. Ή θέλετε να φύγω; Ευχαρίστως να φύγω – δεν υπάρχει πρόβλημα.» Χαμογέλασε, προσποιητά, με δόντια γεμάτα αίμα.

«Αυτά που μου χρωστάς θέλω,» δήλωσε ο Αλκάμελ. «Έξι χιλιάδες δεκάδια.»

«Δεν τα έχω επάνω μου, φυσικά! Ούτε εδώ μέσα... όπως, μάλλον, θα έχεις δει.»

Ο Αλκάμελ έπιασε το πιστόλι από το στρώμα. «Πάμε, τότε, να τα πάρεις.»

«Κοίτα, αυτά είναι... είναι πολλά λεφτά. Δεν ξέρω αν έχω τη δυνατότητα...»

«Βρες τη δυνατότητα.» Ο Αλκάμελ τον σημάδεψε με το πιστόλι. «Πάμε στην αποθήκη σου.»

*

Η αποθήκη ήταν στον πέμπτο όροφο, αλλά όχι κοντά στο παλιό κατάσταση του Αλκάμελ. Η Ευγενία και ο Αλκάμελ συνόδεψαν τον Βικέντιο ώς εκεί, και καθοδόν ο Αλκάμελ τον ρώτησε:

«Τι κάνει η Νικίτα τώρα;»

«Τι δουλειά, εννοείς;»

«Ναι.»

«Με βοηθά σε κάποια πράγματα.»

«Στις από πάνω δουλειές σου ή στις από κάτω;» Ο Βικέντιος έκανε χονδρεμπόριο ρούχων, φανερά· και κρυφά, έκανε εμπόριο ό,τι άλλου πράγματος μπορούσες να φανταστείς. Λαθραία, τα περισσότερα απ’αυτά.

«Γενικά. Χρειαζόταν από κάπου να βγάζει χρήματα. Τη βοήθησα. Εσένα σκεφτόμουν, Αλκάμελ.»

«Κόψε τις μαλακίες.»

«Γιατί τα βλέπεις όλα τόσο αρνητικά;»

«Το γεγονός ότι πηδιέσαι με τη γυναίκα μου, εννοείς;»

«Μα δεν ήσουν εδώ!»

«Αν δεν ήμασταν σε δημόσιο χώρο, θα σου είχα σπάσει τη μύτη.»

«Εκείνο που θέλω να πω είναι ότι η Νικίτα θα... θα πήγαινε με άλλους τύπους, πολύ... δυσώνυμους. Εγώ απλώς–»

«Κι εσύ δυσώνυμος είσαι.»

«Έλα τώρα. Ξέρεις τι συμμορίες υπάρχουν στη Χορδή!»

«Σκάσε και προχώρα.»

Δεν άργησαν να φτάσουν στην αποθήκη του Βικέντιου, η είσοδος της οποίας ήταν πάνω σε μια σκάλα. Τριγύρω υπήρχαν κι άλλες αποθήκες. Ο διάδρομος ήταν σιωπηλός· μονάχα ένας ακόμα άντρας ήταν εδώ, ο οποίος κλείδωνε μια πόρτα και έφευγε, μεταφέροντας έναν σάκο (με εμπόρευμα, μάλλον).

Ο Βικέντιος ανέβηκε τη σκάλα, ξεκλείδωσε την πόρτα, και μπήκαν στην αποθήκη. Πάτησε έναν διακόπτη και άναψε το φως. Οι μυρωδιές ήταν πολύ έντονες εδώ μέσα. Τίποτ’ άλλο πέρα από ενδύματα δεν βρισκόταν σε κοινή θέα.

Ο Αλκάμελ και η Ευγενία έβγαλαν τα πιστόλια από τις τσέπες τους.

«Δε χρειάζονται αυτά,» είπε ο Βικέντιος. «Θα σου φέρω τα λεφτά που θέλεις. Το ξέρεις ότι πάντα είμαι καλός στις πληρωμές μου, δεν το ξέρεις;» Βάδισε ανάμεσα σε κάτι κούτες και παραμέρισε μια άλλη κούτα, αρκετά μεγάλη αλλά, απ’ό,τι φαινόταν, όχι βαριά. Πίσω της αποκαλύφθηκε ένα θησαυροφυλάκιο.

«Έχεις αποφυλακιστεί, δηλαδή;» ρώτησε τον Αλκάμελ, δίχως να τον κοιτάζει, ενώ σκάλιζε τη ροδέλα με τους συνδυασμούς της πόρτας.

«Ναι.»

«Και θα μείνεις εδώ τώρα;»

«Αυτό είναι δική μου δουλειά. Τελείωνε.»

Ο Βικέντιος άνοιξε το θησαυροφυλάκιο, πήρε μερικές δεσμίδες χαρτονομίσματα από μέσα, και το έκλεισε πάλι. Πλησίασε τον Αλκάμελ και άφησε τα χρήματα πάνω σε μια κούτα. «Ορίστε. Έξι χιλιάδες δεκάδια. Και μη νομίζεις ότι δεν έχω οικονομικές δυσκολίες αυτό τον καιρό.»

«Αν τα μετρήσω και βρω ότι–»

«Αν βρεις ότι κάπου έχω κάνει λάθος, έλα και θα το διορθώσουμε. Δεν έχω σκοπό να σε κλέψω.»

«Καλώς.» Ο Αλκάμελ έβαλε τα χρήματα στον σάκο του.

«Και η κυρία;» ρώτησε ο Βικέντιος. «Ποια είναι;»

«Να κοιτάς τη δουλειά σου.»

«Δε χρειάζεται να είσαι τόσο επιθετικός. Είμαστε φίλοι, Αλκάμελ–»

«Το ξέχασα όταν σε βρήκα μες στο σπίτι μου, να πηδάς τη γυναίκα μου.»

«Για όνομα του Κρόνου, μην–!»

«Σκασμός.» Τον σημάδεψε με το πιστόλι. «Γύρνα απ’την άλλη και μέτρα ώς το εκατό.»

«Αλκάμελ–»

«Γύρνα και μέτρα ώς το εκατό!»

Ο Βικέντιος γύρισε. «Ένα, δύο, τρία, τέσσερα...»

Πολύ προτού φτάσει στο εκατό, ο Αλκάμελ και η Ευγενία είχαν φύγει από την αποθήκη.

*

«Ίσως να ήσουν λιγάκι απότομος μαζί του,» του είπε καθώς βάδιζαν.

«Με δουλεύεις ξανά;»

Ο Διαβολόγατος παρουσιάστηκε ξαφνικά ανάμεσά τους, λες και βγήκε μέσα απ’τις σκιές τους.

«Μόνο εσύ μάς έλειπες,» μούγκρισε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία είπε: «Είσαι σίγουρος ότι η Νικίτα ήταν θύμα του; Μπορεί εκείνη να τον παρέσυρε.»

«Δε διαφωνώ. Μπορεί. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα.»

«Νομίζεις ότι θα έκανε κάτι τέτοιο, ή όχι;»

«Ποιος;»

«Η Νικίτα.»

Ο Αλκάμελ μόρφασε, κοίταξε προς στιγμή το δάπεδο όπου βάδιζαν. Μετά είπε: «Δε νομίζω να τον παρέσυρε. Όμως, ναι, δεν ήταν θύμα. Πιθανώς εκείνη να τον πλησίασε πρώτη.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Μάλλον αυτό έγινε. Ο Βικέντιος θα της φαινόταν αρκετά καλός... από οικονομικής άποψης, τουλάχιστον. Μην τον ακούς ότι έχει δυσκολίες. Βγάζει τρελά λεφτά. Κάμποσα για να περνά καλά.

»Και μου το έκρυψε,» πρόσθεσε πικραμένα. «Η Νικίτα. Μου το έκρυψε.»

«Αν σου το έλεγε ενώ ήσουν στη φυλακή, θα ήσουν λιγότερο τσαντισμένος;»

Ο Αλκάμελ κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχει νόημα να κάνει κανείς υποθέσεις τέτοιου είδους.»

«Ακριβώς,» συμφώνησε η Ευγενία. «Ό,τι έγινε έγινε.»

Πλησίαζαν το όχημά τους, πλέον, κι αυτό της Γιολάντας. Αλλά ούτε η Γιολάντα φαινόταν εκεί κοντά ούτε ο Νόρενταμπ.

«Πού πήγαν τώρα;» μούγκρισε ο Αλκάμελ. «Να βρουν κάνα δωμάτιο να νοικιάσουν;»

Η Ευγενία γέλασε. «Εδώ είναι.» Της το έλεγαν τα πολεοσημάδια. Κι όταν πλησίασε περισσότερο το όχημά της, τους είδε μέσα, πίσω από τα σκούρα μπλε παράθυρα, να είναι ξαπλωμένοι στα πισινά καθίσματα, αγκαλιασμένοι, ευτυχώς όχι γυμνοί.

Τους χτύπησε το τζάμι.

Γύρισαν να την κοιτάξουν. Άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν.

«Όλα εντάξει;» είπε ο Νόρενταμπ.

«Αν εξαιρέσεις ότι παραλίγο να σκοτώσω έναν πούστη, ναι, όλα εντάξει,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ.

Ο Νόρενταμπ κοίταξε την Ευγενία, ερωτηματικά.

«Θα σου εξηγήσουμε συντόμως,» είπε εκείνη. «Τώρα, καλύτερα να φύγουμε από δω. Να πάμε λίγο πιο ανατολικά μέσα στο Εμπορικό Κέντρο – αν μη τι άλλο, για ν’απομακρυνθούμε από τα παλιά λημέρια του φίλου μας του Αλκάμελ.»

«Συγνώμη,» είπε ο Νόρενταμπ, «είναι όντως η υπόθεση τόσο σοβαρή;»

«Όχι» – η Ευγενία άνοιξε την πόρτα του οδηγού – «δεν είναι τόσο σοβαρή· αλλά, και πάλι, καλύτερα να φύγουμε.» Κάθισε μπροστά στο τιμόνι.

Η Γιολάντα πήγε στο δικό της όχημα, και ο Νόρενταμπ την ακολούθησε, λέγοντας στην Ευγενία: «Θα είμαστε πίσω σου.»

Εκείνη του έγνεψε Εντάξει.

Ο Αλκάμελ κάθισε δίπλα της, και ο Διαβολόγατος πήδησε στα πισινά καθίσματα.

«Αυτό το γατί για πόσο θα μας ακολουθεί ακόμα;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Ρώτα το.» Η Ευγενία ενεργοποίησε τη μηχανή και πάτησε το πετάλι, βάζοντας τους τροχούς σε κίνηση.

«Όλο εξυπνάδες είσαι.»

«Σοβαρολογούσα.»

Ο Αλκάμελ αναστέναξε κι άναψε ένα από τα τσιγάρα που είχε πάρει από το σπίτι του.

*

Σταμάτησαν σ’ένα μέρος στα κεντρικά του Εμπορικού Κέντρου, πενήντα χιλιόμετρα απόσταση από εκεί όπου είχαν συναντηθεί με τη Γιολάντα. Ήταν μεσημέρι πλέον. Η περιοχή ήταν γεμάτη εστιατόρια, πανδοχεία, καφετέριες, και μπαρ – όλα με πολύ κόσμο. Καθοδόν είχαν αγοράσει μια ενεργειακή φιάλη για το τετράκυκλο της Ευγενίας και την είχαν αντικαταστήσει με την προηγούμενη όταν αυτή έφτασε στο τέλος της. Τώρα, άφησαν τα οχήματά τους στο γκαράζ ενός πανδοχείου αλλά δεν κάθισαν εκεί για φαγητό. Ένα εστιατόριο τούς είχε μπει στο μάτι από την αρχή που το είδαν. Κατευθύνθηκαν προς αυτό, ανέβηκαν στο επάνω πάτωμά του, και κάθισαν στους μαλακούς καναπέδες γύρω από ένα ξύλινο τραπεζάκι. Οι υπάλληλοι έδιωξαν τον Διαβολόγατο από την είσοδο κιόλας του καταστήματος, απαγορεύοντας ζώα στο εσωτερικό. Αλλά, μόλις κάθισε, η Ευγενία αισθάνθηκε κάτι μαλακό να τρίβεται στα πόδια της. Κοίταξε κάτω απ’το τραπέζι και είδε τα ανομοιόχρωμα μάτια του Διαβολόγατου να την ατενίζουν.

Του έκλεισε το δεξί μάτι.

Της έκλεισε το γαλανό του μάτι, κοιτάζοντάς την προς στιγμή μόνο με το χρυσαφί.

Η Ευγενία τού έκανε νόημα να είναι σιωπηλός, βάζοντας το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη της. Ο γάτος δεν έβγαλε κιχ.

Η Γιολάντα, κοιτάζοντας κι εκείνη κάτω απ’το τραπέζι, είπε: «Δεν τον αφήσαμε έξω;»

«Δεν είναι τόσο εύκολο να τον αφήσεις έξω από πουθενά,» την πληροφόρησε ο Αλκάμελ.

«Μα... είναι σχεδόν σαν να μας περίμενε εδώ!» γέλασε η Γιολάντα.

«Στη φυλακή τον λέγαμε ‘ο Διαβολόγατος’.»

Τα μάτια της γούρλωσαν. «Στη φυλακή; Τον φέρατε από τη φυλακή;»

«Δεν το κάναμε επίτηδες,» τη διαβεβαίωσε ο Αλκάμελ.

Μια σερβιτόρα ήρθε, ρωτώντας τους τι θα έπαιρναν. Όταν της έδωσαν παραγγελία, έφυγε.

«Εσύ,» είπε η Γιολάντα στον Αλκάμελ, «δεν καταλαβαίνω γιατί θα έρθεις μαζί μας.»

«Τι λόγο νομίζεις ότι έχω πια να βρίσκομαι εδώ;»

«Δεν σε ξέρω...» μόρφασε η Γιολάντα. «Τι είχες κάνει και σε είχαν φυλακίσει;» ρώτησε με επιφύλαξη.

«Τίποτα πολύ άσχημο.»

Ο Νόρενταμπ τής είπε: «Από παρεξήγηση τον έβαλαν στη φυλακή. Κάποιος άλλος είχε χώσει λαθραία κι επικίνδυνα πράγματα στο μαγαζί του.»

«Λυπάμαι,» είπε η Γιολάντα στον Αλκάμελ.

«Κι εγώ λυπήθηκα τότε.»

Η Γιολάντα χαμογέλασε. «Δε φαίνεται πάντως να τόχεις πάρει βαριά.»

«Δε θες να με δεις τσαντισμένο, πίστεψέ με.»

Ο Νόρενταμπ ρώτησε: «Τι έγινε στο σπίτι σου;»

Ο Αλκάμελ τού εξήγησε εν συντομία.

«Η γυναίκα σου είναι απαράδεκτη,» είπε η Γιολάντα. «Και ο φίλος σου επίσης.»

«Ούτε αυτή είναι γυναίκα μου πια, ούτε αυτό το αρχίδι είναι φίλος μου,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ, έχοντας ανάψει τσιγάρο ξανά.

Η σερβιτόρα επέστρεψε κρατώντας έναν δίσκο με το μισό φαγητό τους. Ένας σερβιτόρος ήταν μαζί της κρατώντας κι αυτός έναν δίσκο με το υπόλοιπο φαγητό. Άφησαν τα πιάτα, τις πιατέλες, τα ποτήρια, και τα μπουκάλια στο τραπέζι. Στην άκρη έβαλαν τον λογαριασμό. «Καλή όρεξη,» είπε η σερβιτόρα, προτού φύγουν.

Και ήταν όλοι τους, όντως, ορεξάτοι. Ακόμα κι ο Αλκάμελ, παρά τα όσα είχαν συμβεί στο σπίτι του. Όρμησαν πεινασμένα στο φαγητό. Εκτός από τη Γιολάντα, που τους κοίταζε με περιέργεια.

«Το φαγητό της φυλακής δεν ήταν και πολύ καλό, ε;» είπε.

«Δοκίμασε να φας κάτι τυχαίο που θα βρεις στα σκουπίδια,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ. «Λογικά, πρέπει να είναι λίγο καλύτερο.»

Η Γιολάντα γέλασε. «Εντάξει, ρε φίλε, τρώμε!»

«Ναι, εκεί είναι το θέμα.»

Ένα αδύναμο νιαούρισμα ακούστηκε κάτω απ’το τραπέζι.

«Σσσσς!» έκανε η Ευγενία στον Διαβολόγατο, και του πέταξε ένα μικρό κομμάτι ψητό κοτόπουλο πλάι στο δεξί της πόδι. Ο αίλουρος τού χίμησε σαν να το είχε ερωτευτεί.

Όταν είχαν χορτάσει αρκετά και έτρωγαν πλέον πιο αργά, ο Νόρενταμπ ρώτησε: «Θα ξεκινήσουμε αμέσως για τη Νερ Έρντεραγ;»

«Θα ξεκουραστούμε τώρα, φυσικά,» είπε η Ευγενία. «Και το απόγευμα θα πάμε ν’αγοράσουμε μερικά πράγματα. Οτιδήποτε μπορεί να μας χρειαστεί. Και μετά, ναι, θα ξεκινήσουμε.»

«Μες στη νύχτα;» έκανε ο Αλκάμελ, σκαλίζοντας τα δόντια του με μια οδοντογλυφίδα.

«Εγώ θα οδηγώ.»

«Με τρομάζεις.»

«Δε με είδες για καλή οδηγό;»

«Αστειευόμουν. Αλλά είναι απαραίτητο να βιαστούμε τόσο;»

«Όσο πιο γρήγορα φτάσω στη Νερ Έρντεραγ τόσο το καλύτερο,» είπε η Ευγενία. «Ο Ρίκερελ βρίσκεται σε κίνδυνο.»

«Είσαι σίγουρη ότι είναι ακόμα ζωντανός;»

«Ναι.» Θα το είχε καταλάβει αν ήταν νεκρός. Θα το είχε διαβάσει στα σημάδια της Πόλης. Δεν μπορεί να της είχε διαφύγει.

«Εντάξει,» είπε ο Αλκάμελ, «μη με κοιτάς έτσι.»

«Πώς ‘έτσι’;»

«Σα να θες να με δαγκώσεις.»

Η Ευγενία δάγκωσε ένα μεγάλο φασόλι. «Μπορώ να εξασκήσω τις ορμές μου και αλλού,» τον διαβεβαίωσε, μασώντας.

«Μη νομίζεις ότι θέλω να σε απομακρύνω,» είπε ο Αλκάμελ, μορφάζοντας.

Η Ευγενία μειδίασε.

«Συγνώμη,» είπε η Γιολάντα. «Ακόμα δεν έχω καταλάβει ακριβώς γιατί ο Αλκάμελ θα έρθει μαζί μας. Είστε ζευγάρι οι δυο σας;»

«Σου είπα,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ, «δεν έχω πια τίποτα να κάνω εδώ. Κι ύστερα απ’ό,τι είδα στο σπίτι μου... ας πούμε ότι καλύτερα να μη μείνω και γίνει κανένα άσχημο επεισόδιο. Επιπλέον, είμαι δραπέτης· μην το ξεχνάς.»

«Ναι, αλλά γιατί να έρθεις μαζί μας;»

Ο Αλκάμελ κοίταξε την Ευγενία· ένα βλέμμα που ρωτούσε Τι να της πω;

Η Ευγενία ανασήκωσε τους ώμους. «Τίποτα που να έχει σχέση με δερματοστιξίες,» είπε σαν να μονολογούσε.

Η Γιολάντα συνοφρυώθηκε. «Τι;»

Ο Αλκάμελ τής είπε: «Η Ευγενία ξέρει πολύ κόσμο. Ίσως μπορέσει να μου βρει τίποτα να κάνω στο σύντομο μέλλον.»

«Γνωρίζεστε από παλιά, δηλαδή...»

«Όχι κι από πολύ παλιά.»

Η Γιολάντα ήταν καταφανώς μπερδεμένη. «Κάτι μού κρύβετε,» είπε, «αλλά δεν πειράζει.» Ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί της. «Θα μου πείτε, τουλάχιστον, πού έχει μπλέξει ο φίλος της Ευγενίας; Γιατί κινδυνεύει;»

«Δε γνωρίζω ακόμα,» της απάντησε η Ευγενία. «Μου είχε αφήσει ένα μήνυμα απλώς.»

«Και τι έλεγε;»

«Έλεγε... Απ’αυτά που έλεγε, κατάλαβα ότι κινδυνεύει.»

Η Γιολάντα ήταν συνοφρυωμένη. Αναμφίβολα, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι της έκρυβαν πολλά.

Η Ευγενία ρώτησε τον Νόρενταμπ: «Εκείνος ο κύβος που ζήτησες να σου φέρει η Γιολάντα, τι είναι;»

Ο τζογαδόρος τον έβγαλε από τον σάκο του. «Αυτός εδώ λες...» Ήταν μεταλλικός με διάφορα χαράγματα επάνω. Ο Νόρενταμπ τον κρατούσε μες στη γροθιά του. «Αυτός είναι ένας ψυχοκύβος. Αποθηκεύει ψυχόδραση.»

«Τι είναι η ψυχόδραση;» είπε ο Αλκάμελ, σκουπίζοντας τα χείλη του με μια πετσέτα κι ακουμπώντας την πλάτη του στον καναπέ. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το Διαυγές Νεύμα του.

«Σ’ετούτα τα μέρη,» είπε ο Νόρενταμπ, «υποθέτω πως ένας μάγος θα την έλεγε ‘ψυχική ενέργεια’. Στη Νερ Έρντεραγ, όμως, όλοι τη λένε ‘ψυχόδραση’. Ακουμπώντας τον κύβο και βάζοντας τα δάχτυλά σου έτσι – ακριβώς έτσι όπως τον κρατάω τώρα – βλέπετε πού είναι τα δάχτυλά μου; – μπορώ να του στείλω ψυχόδραση.»

«Του στέλνεις, δηλαδή, μέρος της ψυχής σου;»

«Λίγη ψυχική ενέργεια μόνο, την οποία θα αναπληρώσω τελικά. Είναι σαν να τραυματίζεις λιγάκι το χέρι σου· σύντομα θα θεραπευτεί.»

«Και γιατί να το κάνεις αυτό; Γιατί να στείλεις ψυχόδραση μες στον κύβο;»

«Στη Νερ Έρντεραγ το βασικότερο νόμισμα είναι το ψι – η μονάδα μέτρησης ψυχόδρασης.»

«Πληρώνετε με ψυχική ενέργεια;»

Ο Νόρενταμπ ένευσε. «Γι’αυτό το φαγητό που παραγγείλαμε τώρα, αν ήμασταν στη Νερ Έρντεραγ, θα δίναμε μερικά ψι. Βλέπεις εδώ;» Έδειξε ένα σημείο πάνω στον ψυχοκύβο. «Δείχνει ότι έχει μέσα πενήντα-ένα ψι

«Και μπορείς να του στείλεις κι άλλα; Τώρα;»

«Ναι.» Ο Νόρενταμπ έβαλε τα δάχτυλα του χεριού του στις σωστές εγκοπές του ψυχοκύβου, έκλεισε τα μάτια για μερικές στιγμές – οι αυλακώσεις στο μέτωπό του βάθυναν – και μετά τα άνοιξε. Ο δείκτης στο πλάι του κύβου έγραφε τώρα 52. «Του έστειλα ένα ψι. Έχω ξεσυνηθίσει, πάντως. Και η ψυχόδραση, επιπλέον, δεν ρέει εδώ τόσο εύκολα όσο στη Νερ Έρντεραγ.»

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε ο Αλκάμελ. «Με το μυαλό σου το κάνεις;»

«Ναι. Το μαθαίνουμε από τους ψυχοτεχνουργούς.»

«Αυτά που λες είναι σαν νάναι από άλλη διάσταση.»

«Το ξέρω. Η Νερ Έρντεραγ είναι πολύ διαφορετική απ’όλη την υπόλοιπη Ρελκάμνια. Είναι, θα έλεγε κανείς, ασύμβατη προς τους περισσότερους Ρελκάμνιους. Γι’αυτό και δεν πηγαίνουν πολλοί εκεί. Και λίγοι μονάχα έμποροι συναλλάσσονται με τη Νερ Έρντεραγ.»

«Με ψι συναλλάσσονται;» ρώτησε η Ευγενία, παραξενεμένη που δεν το είχε ξανακούσει.

Ο Νόρενταμπ κούνησε το κεφάλι. «Όχι· με δεκάδια, κανονικά. Χρησιμοποιούμε και δεκάδια στη Νερ Έρντεραγ. Απλώς το βασικό μας νόμισμα είναι το ψι.»

«Για ποιο λόγο;» απόρησε ο Αλκάμελ. «Γιατί να μην έχετε δεκάδια;»

«Στη Νερ Έρντεραγ, τα πάντα λειτουργούν με ψυχόδραση. Για να ενεργοποιήσεις ένα όχημα, ή ένα άλλο μηχάνημα, πρέπει να του στείλεις ψυχόδραση–»

«Τι;»

«Ναι. Και όχι μόνο αυτό, αλλά–»

«Ποιος φτιάχνει τέτοια οχήματα και μηχανήματα;»

«Μόνο στη Νερ Έρντεραγ φτιάχνονται, με τη βοήθεια ψυχοτεχνουργών. Αλλά, όπως έλεγα, η ψυχόδραση δεν χρησιμεύει μόνο σ’αυτό· χρησιμεύει και στο να... ρυθμίζουμε τα οικοδομήματά μας. Τους στέλνουμε ψυχόδραση όταν έχουν προβλήματα.»

«Θα μας τρελάνεις, τζογαδόρε που είσαι ιερέας...»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Και που να φτάσουμε στη Μεγάλη Χώρα, φίλε μου.»

«Μεγάλη Χώρα;»

«Αυτό σημαίνει Νερ Έρντεραγ. Μεγάλη Χώρα. Στην αρχαία γλώσσα, που δεν χρησιμοποιείται πλέον. Τα οικοδομήματά της είναι πανάρχαια. Βρίσκονται εκεί από τις απαρχές της Ρελκάμνια, όταν οι πρώτοι άνθρωποι ήρθαν. Δεν ξέρουμε πώς ακριβώς φτιάχτηκαν. Είναι... είναι ζωντανά, θα μπορούσες να πεις. Για ό,τι συμβαίνει στη Νερ Έρντεραγ τα οικοδομήματα ευθύνονται. Αν συνεννοηθείς σωστά με τα οικοδομήματα – και θέλει μεγάλη προσοχή, βέβαια! – μπορείς να δημιουργήσεις διάφορα αποτελέσματα στον χώρο μέσα ή γύρω τους.»

«Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος εννοείς;»

«Στα μυαλά, όντως. Τα πάντα έχουν σχέση με το μυαλό στη Νερ Έρντεραγ. Για παράδειγμα, αν αυτό εδώ το εστιατόριο ήταν οικοδόμημα της Μεγάλης Χώρας, θα μπορούσα, ίσως, να του στείλω ψυχόδραση ώστε να κάνει τους πάντες στην τραπεζαρία λιγάκι πιο χαρούμενους.»

«Μας παραμυθιάζεις ασύστολα;»

«Καθόλου,» είπε ο Νόρενταμπ. «Σας εξηγώ τι γίνεται στη Νερ Έρντεραγ. Δεν είναι, φυσικά, κάτι που θα πρότεινα στον οποιονδήποτε να επιχειρήσει. Είναι περίπλοκο, και μπορεί να αποδειχτεί και επικίνδυνο.»

«Να κάνω μια ερώτηση;»

Ο Νόρενταμπ τού έγνεψε να συνεχίσει.

«Αν στέλνεις συνέχεια ψυχόδραση μέσα σ’έναν κύβο, θα μπορείς να γίνεις πλούσιος μέσα σε μερικές μέρες, σωστά;»

«Λάθος.»

«Γιατί λάθος, ρε Σεβασμιότατε; Ένα και ένα και ένα και ένα και ένα, πόσο μάς κάνει;»

«Κάτι το ανούσιο. Επιπλέον, από πού θα παίρνεις όλα αυτά τα ψι; Από τον εαυτό σου; Όταν δίνεις ψυχόδραση, η ψυχή σου εξασθενεί. Στην αρχή αισθάνεσαι ένα ψυχικό βάρος· μετά, το μυαλό σου θολώνει· μετά, το σώμα σου κουράζεται. Μετά, ίσως ακόμα και να πεθάνεις.»

«Μπορείς, άρα, να στέλνεις λίγη ψυχόδραση στον κύβο, να περιμένεις να την αναπληρώσεις, να στέλνεις ύστερα πάλι λίγη ακόμα, να περιμέν–»

«Κι εν τω μεταξύ, τι κάνεις; Τι τρως; Πώς κινείσαι; Πώς συντηρείς το σπίτι σου; Δεν προλαβαίνεις να πλουτίσεις έτσι, Αλκάμελ; Όχι στη Νερ Έρντεραγ, τουλάχιστον.»

«Θα έπρεπε, τότε, εσύ να στέλνεις ψυχόδραση στον κύβο όσο ήσουν εδώ, ώστε να–» Αλλά έπαψε να μιλά, βλέποντας τον Νόρενταμπ να κουνά το κεφάλι του. «Τι; Πάλι λάθος;»

«Τελείως λάθος. Ο ψυχοκύβος δεν είναι μυθικός κουμπαράς που του ρίχνεις μέσα άπειρα νομίσματα–»

«Έχει κάποιο όριο, ε;»

«Ναι, κατά πρώτον. Και κατά δεύτερον, τα ψι φθίνουν συν τω χρόνω. Εξαφανίζονται. Όταν ήρθα εδώ από τη Νερ Έρντεραγ ο κύβος μου δεν είχε μέσα μόνο πενήντα· είχε πάνω από χίλια.»

«Καλό κι αυτό!» είπε ο Αλκάμελ. «Λεφτά που εξαερώνονται! Δεν είναι μέρος για επενδύσεις η πατρίδα σου, Σεβασμιότατε.»

Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα χαμογελούσαν ώς τ’αφτιά, και η Ευγενία είπε στον Αλκάμελ, γελώντας: «Όλα τα λεφτά στο τέλος εξαερώνονται.»

«Μην αρχίσουμε τη φιλοσοφία τώρα!» αποκρίθηκε εκείνος. Και πρόσθεσε: «Εγώ, πάντως, αν τύχει να κάνω καμια δουλειά στη Νερ Έρντεραγ, θέλω δεκάδια, όχι ψυχόδραση και τέτοιες μαλακίες· σας το λέω εκ των προτέρων.»

Και γελούσαν πάλι.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε κάτω απ’το τραπέζι.

«Σσσσσς!» του έκανε η Ευγενία, και του έριξε ακόμα ένα κομμάτι ψητό κοτόπουλο.

«Μέχρι πόση ψυχόδραση κρατά μέσα ο κύβος σου;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Χίλια-πεντακόσια ψι,» απάντησε ο Νόρενταμπ.

«Μπορώ να του στείλω κι εγώ λίγη;»

Ο Νόρενταμπ έγνεψε αρνητικά. «Πρέπει να σου δείξει ψυχοτεχνουργός πώς να το κάνεις.»

«Εσύ δεν μπορείς;»

«Ίσως και να μπορώ. Αλλά δεν είμαι σίγουρος. Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου παρουσιάζονται... επιπλοκές. Δεν είναι να ριψοκινδυνεύεις με τέτοια.»

«Εννοείς ότι μπορεί να πάθω τίποτα;»

«Ναι. Ή να χαλάσεις τον ψυχοκύβο μου. Ίσως να μπλοκάρει.»

«Για εμένα σ’ενδιαφέρει περισσότερο ή για τον ψυχοκύβο σου, Σεβασμιότατε;»

«Πρέπει να ρίξω ζάρι για να σου πω, τέκνο μου.»

Η Ευγενία ρώτησε: «Τι άλλο πρέπει να ξέρουμε για τη Νερ Έρντεραγ, Νόρενταμπ;»

Εκείνος φάνηκε σκεπτικός. Ήπιε μια γουλιά από το Αργυρό Νεφέλωμά του. «Είναι διάφορα πράγματα, βασικά... Λεπτομέρειες, ίσως. Για παράδειγμα, μπορείς με την ψυχόδραση να φτιάξεις ψυχοδραστικές μορφές. Αλλά αυτό δεν ξέρουν όλοι πώς να το κάνουν. Η ψυχοδραστική μορφή μπορεί να είναι ένα... ένα ολόγραμμα που διαφημίζει κάτι, ή μια βόμβα–»

«Βόμβα...» είπε ο Αλκάμελ, δυσπιστώντας.

«Ναι, όπως οι πυρώνυχες. Δεν είναι πολύ καταστροφικές βόμβες, βέβαια, αλλά άμα σε χτυπήσουν καταπρόσωπο μπορεί να σου βγάλουν κάνα μάτι. Εξαρτάται κι απ’το πώς ακριβώς θα είναι φτιαγμένος ο πυρώνυχας και με πόση ψυχόδραση θα είναι φορτισμένος. Τέλος πάντων.

»Η Νερ Έρντεραγ,» άλλαξε θέμα, «βρίσκεται κοντά σ’ένα από τα πέρατα της Ρελκάμνια, όπως θα ξέρετε – την Αναδίπλωση. Και από εκεί έρχονται ρεύματα, κατά περιόδους, τα οποία χτυπάνε τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας και προκαλούν προβλήματα. Όχι πάντα μεγάλα προβλήματα, αλλά έχουν συμβεί και τρομερά πράγματα.»

«Σεισμός, εννοείς;» είπε ο Αλκάμελ.

«Καμία σχέση. Τα ρεύματα ‘τρελαίνουν’, θα μπορούσες να πεις, τα οικοδομήματα, και τα οικοδομήματα τρελαίνουν – κυριολεκτικά – τους κατοίκους, οι οποίοι υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν την περιοχή και ονομάζονται ρευματοπαθείς.»

«Είναι παράφρονες, δηλαδή;»

«Σαστισμένοι, ας πούμε. Συνέρχονται σύντομα. Αναλόγως και την περίπτωση, πάντα.»

«Και τα οικοδομήματα τι παθαίνουν; Γκρεμίζονται;»

«Δεν γκρεμίζονται. Τρελαίνονται. Αρχίζουν να δημιουργούν περίεργες και επικίνδυνες επιδράσεις γύρω τους και μέσα τους. Πρέπει να πάνε οικομύστες για να τα συνεφέρουν, αν δεν συνέρθουν από μόνα τους.»

«Δε μπορώ να τα πιστέψω όλ’ αυτά,» δήλωσε ο Αλκάμελ, τινάζοντας στάχτη στο τασάκι του από το τσιγάρο που είχε πριν από λίγο ανάψει. «Είναι εξωφρενικά.»

«Είναι συμβατική πραγματικότητα για τους κατοίκους της Νερ Έρντεραγ,» τον πληροφόρησε ο Νόρενταμπ.

«Η συμβατική πραγματικότητα δεν είναι έτσι, μα τα μούσια του Κρόνου!»

«Η συμβατική πραγματικότητα είναι θέμα συμβάσεων, Αλκάμελ. Και οι συμβάσεις, κατά περίσταση, αλλάζουν. Σε άλλες διαστάσεις, για παράδειγμα, ζουν όπως εδώ; Δεν έχεις συναντήσει εξωδιαστασιακούς που η Ρελκάμνια τούς φαίνεται σαν κάτι το εξωπραγματικό; Δυσκολεύονται να συλλάβουν ότι όλη η διάστασή μας είναι οικοδομημένη. Ακόμα και μια συνοικία δική μας είναι μεγαλύτερη από μια ολόκληρη πόλη άλλων διαστάσεων!»

«Ναι, το έχω ακούσει αυτό. Πώς μπορούν να ζουν σε τόσο μικρές πόλεις; Σαν τη γειτονιά μου είναι!»

Η Γιολάντα γέλασε. «Ναι, ούτ’ εγώ το καταλαβαίνω. Θα νομίζεις ότι είσαι φυλακισμένος εκεί. Κλεισμένος σε κλουβί.»

«Μη μου λες για φυλακές – δεν μπορώ άλλο!»

«Βλέπετε τι εννοώ;» είπε ο Νόρενταμπ. «Η συμβατική πραγματικότητα είναι θέμα συμβάσεων.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία ρώτησε: «Αυτοί οι οικομύστες, που ανέφερες, και οι ψυχοτεχνουργοί είναι μάγοι;»

«Υποθέτω πως ναι, είναι,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Δεν υπάρχουν άλλου είδους μάγοι στη Νερ Έρντεραγ. Δεν υπάρχουν τα μαγικά τάγματα που υπάρχουν στην υπόλοιπη Ρελκάμνια. Δεν βρίσκεις εκεί Ερευνητές, Τεχνομαθείς, Βιοσκόπους, και τέτοιους – εκτός αν έχουν έρθει από αλλού.»

«Αυτοί, δηλαδή, που έχουν το Χάρισμα εκπαιδεύονται ως οικομύστες ή ψυχοτεχνουργοί...»

«Ναι, κάπως έτσι, υποθέτω. Αρχίζουν από μικροί να αντιλαμβάνονται τη Μεγάλη Χώρα αλλιώς.»

«Τους ψυχοκύβους οι ψυχοτεχνουργοί τούς φτιάχνουν.»

Ο Νόρενταμπ κατένευσε, πίνοντας μια γουλιά από το Αργυρό Νεφέλωμά του.

«Είναι κάτι σαν Τεχνομαθείς και Διαλογιστές συγχρόνως,» είπε η Ευγενία συλλογισμένα.

Ο Νόρενταμπ μόρφασε. «Μπορεί. Δεν ξέρω απ’αυτά.»

«Και πιστεύετε στον Κρόνο κανονικά, έτσι;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Όχι εσύ, συγκεκριμένα· στη Νερ Έρντεραγ, λέω.»

«Ναι. Η θρησκεία έχει λίγες διαφορές. Ελάχιστες.»

«Εσύ γιατί έφυγες;»

«Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι κάτοικοι της Νερ Έρντεραγ δεν φεύγουν από τη Μεγάλη Χώρα,» είπε ο Νόρενταμπ. «Η υπόλοιπη Ρελκάμνια τούς φαίνεται πολύ παράξενη. Αλλόκοτη.»

Ο Αλκάμελ ρουθούνισε, σβήνοντας το τσιγάρο του στο τασάκι.

Ο Νόρενταμπ συνέχισε: «Εμένα ακριβώς γι’αυτό με προσέλκυε. Ήθελα να μάθω περισσότερα για την υπόλοιπη Ρελκάμνια. Άκουγα ιστορίες από ταξιδευτές που έρχονταν στη Νερ Έρντεραγ και το μυαλό μου είχε ήδη φύγει και ταξίδευε–»

«Και τελικά ταξίδεψε και το σώμα σου, ε;»

«Προφανώς.»

«Δεν ήσουν ιερέας στη Νερ Έρντεραγ;»

«Όχι,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Έγινες ιερέας μετά;»

«Ναι.»

«Πόσο χρονών έφυγες από την πατρίδα σου;»

«Γύρω στα είκοσι.»

«Και δεν έχεις επιστρέψει από τότε;»

«Έχω πάει μερικές φορές. Αλλά δεν συχνάζω. Δεν... με εκλύει πια να μείνω εκεί. Είναι πολύ απομονωμένα. Η Νερ Έρντεραγ είναι... άλλος κόσμος. Δεν μπορείς να συνεννοηθείς με τους ανθρώπους της όταν έχεις συνηθίσει να ζεις αλλού στη Ρελκάμνια. Δεν ταιριάζεις πια.»

«Φαντάζομαι,» είπε ο Αλκάμελ, χωρίς να υπάρχει ειρωνεία στη φωνή του.

Ο Νόρενταμπ τελείωσε το Αργυρό Νεφέλωμα στο ποτήρι του. «Δεν πάμε να ξεκουραστούμε τώρα;»

«Ναι,» είπε η Ευγενία. «Το απόγευμα ξεκινάμε.»

*

Πήγαν στο πανδοχείο όπου είχαν αφήσει τα οχήματά τους. Έκλεισαν ένα δίκλινο δωμάτιο για τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα, και δύο μονόκλινα για την Ευγενία και τον Αλκάμελ. (Ο Διαβολόγατος είχε εξαφανιστεί ξανά.) Μετά από μερικές ώρες σηκώθηκαν, πήραν τα οχήματά τους, και πήγαν να ψωνίσουν ό,τι νόμιζαν πως θα τους φαινόταν χρήσιμο στο ταξίδι.

Ο Αλκάμελ ρώτησε τον Νόρενταμπ: «Στην πατρίδα σου οι ενεργειακές φιάλες δουλεύουν κανονικά; Τα οχήματά μας θα τσουλάνε ή θα μείνουν στο δρόμο;»

«Φυσικά και δουλεύουν κανονικά. Στην ίδια διάσταση είναι η Νερ Έρντεραγ.»

«Τα οχήματα που τρέχουν με ψυχόδραση μπορούν να κινηθούν κι εδώ;»

«Εννοείται. Γιατί όχι; Απλώς εδώ κανένας δεν έχει λόγο να χρησιμοποιεί ένα τόσο παράξενο όχημα.»

«Για κάτσε, ρε φίλε. Αν είναι να μην πληρώνεις φιάλες αλλά απλά να του στέλνεις μια ανάσα απ’την ψυχή σου, γιατί να μη συμφέρει;»

«Πάλι τα ίδια θα λέμε; Κατά πρώτον, θα εξαντλείσαι πολύ έτσι. Πόσα ψι νομίζεις ότι μπορείς να δώσεις από τον εαυτό σου προτού καταρρεύσεις;»

«Εσύ πες μου.»

«Καμια πενηνταριά, το πολύ, συνήθως – αν και διαφέρει από άτομο σε άτομο. Και ένα όχημα για να κινηθεί τρία χιλιόμετρα καταναλώνει περίπου ένα ψι. Επιπλέον, για να στέλνεις ψι, πρέπει να έχεις βασική εκπαίδευση από ψυχοτεχνουργό. Κι αν το όχημα πάθει κάτι, χρειάζεσαι πάλι ψυχοτεχνουργό–»

«Εντάξει, εντάξει, δεν ξαναρωτάω τίποτα.»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Όχι πως θέλω να σε αποθαρρύνω. Αν επιμένεις, αγόρασε ένα ψυχοδραστικό όχημα και πάρ’ το μαζί σου στην υπόλοιπη Ρελκάμνια. Δεν είναι παράνομο. Αν και, βέβαια, κανείς δεν θα καταλαβαίνει τι είναι και ίσως να μπλέξεις σε κάποιες συνοικίες, υποθέτω.»

Η Ευγενία και η Γιολάντα βγήκαν από το κατάστημα όπου είχαν μπει για να πάρουν ρούχα, και τους βρήκαν να συζητάνε έξω από τα σταθμευμένα οχήματα.

«Ολόκληρη κουβέντα έχετε πιάσει,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης, «ή είναι η ιδέα μου;»

«Η ιδέα σου είναι,» της απάντησε ο Αλκάμελ.

Εκτός από ρούχα, πήγαν να αγοράσουν ενεργειακές φιάλες, κάποιες συσκευές και εξαρτήματα, και μερικά όπλα για αυτοάμυνα. Η Ευγενία, επίσης, αγόρασε ένα βιβλίο που ονομαζόταν Παλιά και Καινούργια Μυστήρια της Ρελκάμνια και το έδωσε στον Αλκάμελ.

«Τι είν’ αυτό;»

«Λέει για τις Θυγατέρες,» του ψιθύρισε στ’αφτί, για να μην ακούσει η Γιολάντα. «Από τα λίγα βιβλία που μιλάνε σχετικά σοβαρά για εμάς.»

«Αυτής θα της πεις, τελικά, τι είσαι;» ρώτησε ο Αλκάμελ, ψιθυριστά κι εκείνος.

«Θα δούμε.»

«Γιατί όχι;»

«Γιατί ναι; Είναι απαραίτητο;»

«Μάλλον όχι, υποθέτω. Είστε λιγάκι κρυψίνοες, ε;»

«Εσύ δεν θα ήσουν, αν ήσουν σαν εμάς;»

Όταν είχαν μαζέψει όλα όσα χρειάζονταν, και νύχτωνε έξω απ’τα παράθυρα και πάνω απ’τα μπαλκόνια του Εμπορικού Κέντρου, κάθισαν σ’ένα μπαρ να ξεκουραστούν λίγο και να συζητήσουν για την πορεία που θα ακολουθούσαν.

Η Ευγενία άπλωσε έναν χάρτη ανάμεσά τους, τον οποίο είχαν τώρα αγοράσει και ο οποίος έδειχνε τις συνοικίες της νοτιοανατολικής Ρελκάμνια αλλά όχι και τη Νερ Έρντεραγ. Στην άκρη του είχε ένα βέλος που έγραφε από κάτω: ΠΡΟΣ ΝΕΡ ΕΡΝΤΕΡΑΓ ΚΑΙ ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ [πέρας διάστασης], λες κι επρόκειτο για κάτι το μυθικό, το μη πραγματικό, όπου ούτως ή άλλως αποκλείεται κανείς να πήγαινε.

«Λοιπόν,» είπε η Ευγενία. «Προς τα εδώ, ανατολικά από το Εμπορικό Κέντρο, δεν ταξιδεύουμε, έτσι;» Από εκεί ήταν μια μεγάλη περιοχή που άκουγε στο όνομα Άνομα Λημέρια. Ήταν γεμάτη επικίνδυνες συμμορίες, ληστές, και πολέμαρχους. Οι φύλακες των συνόρων του Εμπορικού Κέντρου έπρεπε συχνά να το υπερασπίζονται από τις επιδρομές τους.

«Εννοείται,» είπε ο Αλκάμελ, και ο Νόρενταμπ κατένευσε.

«Είναι τόσο άσχημα εκεί όσο λένε;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Όχι,» την πληροφόρησε ο Αλκάμελ· «είναι χειρότερα απ’ό,τι λένε.»

«Κατάλαβα...»

«Επομένως,» είπε η Ευγενία, «θα πάμε νότια, στην Ιερόγραφη. Θα μπούμε στην Τετραφύλακτη, νότια ξανά, θα πιάσουμε την Ανατολική Λεωφόρο, και θα την ακολουθήσουμε ανατολικά, μέσα από τη Μεγαλόκρουστη. Και μετά είναι η Νερ Έρντεραγ...»

«Η Μεγαλόκρουστη έχει πόλεμο με την Ισόμοιρη,» είπε ο Νόρενταμπ, δείχνοντας τη συνοικία νότια της Μεγαλόκρουστης. «Τουλάχιστον, είχε την τελευταία φορά που πέρασα από κει.»

«Και θα έχουμε πρόβλημα να τη διασχίσουμε;»

«Δε νομίζω. Αν και, σε τέτοιες καταστάσεις, πρέπει κανείς να είναι έτοιμος για οτιδήποτε. Απλώς το αναφέρω για να το έχουμε υπόψη.»

Η Ευγενία ένευσε.

Ο Αλκάμελ είπε: «Και είναι ανάγκη να φύγουμε τώρα; Απόψε;»

«Σου εξήγησα ότι δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο, δεν σου εξήγησα;» αποκρίθηκε η Ευγενία.

«Τέλος πάντων.»

Ο Νόρενταμπ είπε: «Ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να φτάσουμε απόψε στη Μεγαλόκρουστη. Είναι πολύ μακριά.»

Δίπλωσαν τον χάρτη τους και έφυγαν από την καφετέρια, πηγαίνοντας στα οχήματά τους.

Ο Διαβολόγατος ξεπρόβαλε κάτω απ’το κλεμμένο τετράκυκλο της Ευγενίας, νιαουρίζοντας.

«Και είχα μια ελπίδα μέσα μου ότι μπορεί να μας ξεχνούσε...» είπε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία γέλασε. «Ίσως να μας φανεί πιο χρήσιμος απ’ό,τι νομίζεις.»

«Τι πάει να πει αυτό, τώρα;»

«Δε μπορεί να είναι τυχαία μαζί μας, Αλκάμελ. Στη Ρελκάμνια, όλα δρόμος είναι.» Άνοιξε την πόρτα του οχήματός της και κάθισε στη θέση του οδηγού.

«Τι είναι αυτός ο γάτος;» ρωτούσε η Γιολάντα τον Νόρενταμπ καθώς οι δυο τους πλησίαζαν το τρίκυκλό της. «Έχει κάτι το περίεργο, δεν έχει;»

«Σίγουρα είναι περίεργος. Τίποτ’ άλλο δεν ξέρω.»

(γ΄)

Νόμιζε ότι, ίσως, ο καλύτερος τρόπος για να βρει αυτή τη συμμορία ήταν να την παραφυλάξει. Αν ήξερε καλά τις μεθόδους τέτοιου είδους συμμοριών, δεν θα έκαναν μόνο μία επίθεση εναντίον των ρευματοπαθών στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών· θα έρχονταν σύντομα για να ξαναεπιτεθούν. Και την προηγούμενη φορά η επίθεσή τους είχε γίνει νύχτα, επομένως η επόμενη επίθεση νύχτα πάλι θα γινόταν.

Η άλλη επιλογή της Σολεράτ ήταν να πάει στον Τερπνό Λόγο, από τα βάθη του οποίου είχε πληροφορηθεί ότι είχε έρθει η συμμορία, και να ψάξει εκεί. Αλλά δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι έτσι θα τους εντόπιζε. Εξάλλου, δεν είχε κανένα άλλο στοιχείο γι’αυτούς. Κι επιπλέον, μπορεί να έμπλεκε.

Καλύτερα να τους έστηνε καρτέρι απόψε στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών.

Φυσικά, δεν περίμενε να νυχτώσει για να πάει εκεί. Η υπόθεση με τους ρευματοπαθείς είχε δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, και είχε αναλάβει να την καλύψει όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήταν πρωί όταν έφτασε στην πλατεία καβάλα στο δίκυκλό της, και σταμάτησε πλάι στο φορτηγάκι του τηλεοπτικού σταθμού «Η Καρδιά της Μεγάλης Χώρας».

«Τι κάνουμε;» ρώτησε τους ανθρώπους που ήταν συγκεντρωμένοι γύρω απ’το τετράκυκλο όχημα, καθώς κατέβαινε απ’το δίκυκλό της. «Όλα ήσυχα εδώ;»

«Μέχρι στιγμής,» αποκρίθηκε ο Τερβόντ, ο οφθαλμοφόρος που συνήθως συνόδευε τη Σολεράτ στις εκπομπές της.

«Και δε νομίζω ότι προβλέπεται να γίνει τίποτα το σπουδαίο γενικά,» πρόσθεσε ο Βινόραμπ, ο ψυχοτεχνουργός που φρόντιζε για τους διάφορους εξοπλισμούς του σταθμού.

«Τι ήθελες, φασαρίες;» του είπε η Νίρκεδαπ, η οδηγός του μικρού φορτηγού.

«Απλώς λέω,» αποκρίθηκε ο Βινόραμπ ανασηκώνοντας τους ώμους ενώ μόρφαζε. Το πρόσωπό του ήταν πλατύ, λευκόδερμο, και με μεγάλο μαύρο μουστάκι. Τα μαλλιά στο κεφάλι του ήταν λίγα.

«Έλα,» είπε η Σολεράτ στον Νίσριλακ, τον μακιγιέρ, «φτιάξε μου τη μούρη. Έχουμε να μιλήσουμε σε κόσμο.» Μπήκε στο φορτηγάκι και κάθισε σε μια μαλακή, χαμηλή, λυόμενη καρέκλα.

Ο Νίσριλακ γονάτισε μπροστά της, αρχίζοντας να της βάφει το χρυσόδερμο πρόσωπο με τα πινέλα του. Δεν ήταν όλες αυτές οι βαφές απαραίτητες για να τη δουν οι άνθρωποι της πλατείας στους οποίους θα μιλούσε, αλλά ήταν απαραίτητες για να τη δει καλύτερα ο τηλεοπτικός πομπός που θα κουβαλούσε ο Τερβόντ στον ώμο.

Ο Νίσριλακ δεν άργησε να τελειώσει, και η Σολεράτ βγήκε πάλι από το φορτηγάκι. «Περίμενε,» είπε στον οφθαλμοφόρο, «εντάξει; Θα σε ειδοποιήσω.» Είχε διαπιστώσει πως ήταν πολύ προτιμότερο να συζητάς με τον κόσμο χωρίς κάποιος με μεγάλο τηλεοπτικό πομπό να στέκεται πίσω σου. Καλύτερα να μαθαίνεις, πρώτα, το πρόβλημα κάποιου και, μετά, να ζητάς την άδειά του προτού τον βάλεις να μιλήσει στον αέρα. Πολλοί άνθρωποι δεν ήθελαν να παρουσιαστούν.

Ο Τερβόντ κατένευσε. «Περιμένω,» αποκρίθηκε, παίρνοντας τον τηλεοπτικό πομπό του στα χέρια και ρυθμίζοντας κάτι επάνω.

Η Σολεράτ βάδισε μέσα στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, μιλώντας με τους ρευματοπαθείς και με τους ανθρώπους της πολιτείας που βρίσκονταν εδώ για να βοηθήσουν τους ρευματοπαθείς όπως μπορούσαν. Πολλούς η δημοσιογράφος τούς ήξερε ήδη, είχε ξαναμιλήσει μαζί τους, και τώρα τους ρωτούσε να μάθει τι γινόταν: πώς πήγαιναν τα πράγματα; τι μέτρα είχε πάρει η πολιτεία; ικανοποιούνταν οι ανάγκες των ρευματοπαθών; πότε θα επέστρεφαν στα σπίτια τους; Μια ψυχοτεχνουργός τής είπε ότι υπήρχαν ακόμα αρκετοί άνθρωποι που ήταν πολύ συγχυσμένοι, μη μπορώντας εύκολα να ξεχωρίσουν σημάδια στους δρόμους τα οποία όλοι γνώριζαν για να μετακινούνται μες στη Μεγάλη Χώρα. Οι ρευματοπαθείς – αυτοί που δέχονταν, και που μπορούσαν, να μιλήσουν στη Σολεράτ – ήταν όλο παράπονα για χίλια-δύο πράγματα: για τη στέγαση, για το φαγητό, για τη θέρμανση, για το σχέδιο επιστροφής τους στα σπίτια τους, για το γεγονός ότι δεν είχαν αρκετά ψ να αγοράσουν πράγματα που τους χρειάζονταν. Οι όψεις τους φανέρωναν μια βαθιά ψυχική ταραχή που η Σολεράτ ήταν βέβαιη πως η ίδια δεν είχε ποτέ νιώσει. Κι αυτό την έκανε να αισθάνεται ένοχη σαν να είχε κάνει κάτι κακό. Ωστόσο, δεν της ήταν δύσκολο να παραμερίσει τέτοια συναισθήματα προκειμένου να επικεντρωθεί στη δουλειά της.

Εκείνο που, σήμερα, της ήταν αρκετά δύσκολο να παραμερίσει ήταν μια υπολανθάνουσα ερωτική διάθεση που της είχε προκληθεί καθώς ερχόταν στην πλατεία από το σπίτι της. Δεν ήξερε πότε ακριβώς είχε ξεκινήσει, ούτε γιατί. Υποψιαζόταν ότι ίσως να είχε αρχίσει από τότε που είδε μια καινούργια μεγάλη τοιχογραφία στον τοίχο μιας σφαιροικίας η οποία βρισκόταν στον δρόμο προς την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών. Αλλά αυτό ήταν παράλογο, φυσικά. Τι σχέση μπορεί να είχε εκείνο το γκράφιτι;

Ή το μυαλό της ή το σώμα της της έπαιζε κάποιο ύπουλο παιχνίδι.

Τέλος πάντων. Δεν είχε νόημα να του δίνει περισσότερη σημασία.

Όταν κάποιοι από τους ανθρώπους της πλατείας δέχτηκαν να μιλήσουν μπροστά στο ψυχρό μάτι του τηλεοπτικού πομπού, η Σολεράτ έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και κάλεσε τον Τερβόντ, ο οποίος πλησίασε περνώντας μέσα από την πολυκοσμία. Στον ώμο του ήταν ο μεγάλος τηλεοπτικός πομπός του, και η Σολεράτ τού έκανε νόημα να την πλησιάσει. Μετά, χρησιμοποιώντας ξανά τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της, ενημέρωσε τα κεντρικά της Καρδιάς της Μεγάλης Χώρας ότι ήταν έτοιμη για απευθείας μετάδοση από την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών. Της αποκρίθηκαν να περιμένει λίγο· θα την ειδοποιούσαν.

Η Σολεράτ περίμενε, κι εν τω μεταξύ είπε στον οφθαλμοφόρο: «Ενεργοποίησέ το. Θέλω ο κόσμος να δει πώς είναι η κατάσταση σήμερα στην πλατεία προτού μιλήσω με συγκεκριμένα άτομα.»

Ο Τερβόντ ενεργοποίησε τον τηλεοπτικό πομπό του, και σύντομα τα κεντρικά της Καρδιάς ειδοποίησαν τη Σολεράτ ότι τώρα μπορούσε να ξεκινήσει την απευθείας μετάδοση.

Η δημοσιογράφος, μιλώντας στο μικρόφωνο που της είχε δώσει ο Τερβόντ, καλημέρισε τους τηλεθεατές, τους ενημέρωσε για το πού βρισκόταν, και είπε λίγα λόγια για το πώς ήταν τα πράγματα στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών. Ύστερα βάδισε ανάμεσα στον κόσμο με τον οφθαλμοφόρο στο κατόπι της. Χιλιάδες οθόνες στη Μεγάλη Χώρα έδειχναν τώρα τη μορφή της μελαχρινής δημοσιογράφου με τη μπλε καπαρντίνα να διασχίζει την ανθρωποθάλασσα των ρευματοπαθών.

Η Σολεράτ σταμάτησε κοντά στην ψυχοτεχνουργό με την οποία είχε μιλήσει πριν και της έκανε κάποιες ερωτήσεις. Εκείνη, με προθυμία, απάντησε. Μετά, η δημοσιογράφος πλησίασε άλλους – ανθρώπους της πολιτείας αλλά και ρευματοπαθείς – και κουβέντιασε μαζί τους, προτού στραφεί ξανά στο ψυχρό μάτι του τηλεοπτικού πομπού και πει: «Έτσι έχουν τα πράγματα στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών μέχρι στιγμής. Θα βρισκόμαστε εδώ για να σας ενημερώσουμε για οτιδήποτε νεότερο.»

Ο Τερβόντ απενεργοποίησε τον τηλεοπτικό πομπό του και τον κατέβασε από τον ώμο του.

Το πρωινό είχε πλέον παρέλθει· ήταν μεσημέρι, και η Σολεράτ κι η ομάδα της δεν σκόπευαν να το περάσουν στην πλατεία, παρά την υπόσχεση που είχε δώσει η δημοσιογράφος στο κοινό ότι «θα βρίσκονταν εδώ». Δεν μιλούσε κυριολεκτικά, ασφαλώς. Αλλά δεν θα αργούσε και να μάθει αν κάτι σημαντικό γινόταν στην πλατεία. Είχε ήδη χρηματίσει μια τοπική περιπτερού ώστε να την ειδοποιήσει αμέσως, σε μια τέτοια περίπτωση. Της είχε δώσει τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του πομπού της, μαζί με 50 ψ από τον ψυχοκύβο της.

Τώρα, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει, η Σολεράτ εξακολουθούσε να έχει εκείνη την υπολανθάνουσα ερωτική διάθεση. Παράξενο. Σίγουρα δεν είχε δει τίποτα το ερωτικό στην πλατεία! Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος συνέβαινε;

Ο Τερβόντ ήταν περιστασιακά εραστής της, αφού είχε χωρίσει πρόσφατα με τη γυναίκα του, και η Σολεράτ τού πρότεινε τώρα να έρθει μαζί της για να φάνε στο σπίτι της. «Και μου φαίνεται ότι έχω μια τεράστια όρεξη,» του ψιθύρισε.

Εκείνος μειδίασε, και τα λιγνά λευκόδερμα μάγουλά του κοκκίνισαν λιγάκι. «Πάμε να μαγειρέψουμε, τότε.»

Ο Τερβόντ έβαλε τον τηλεοπτικό πομπό μέσα στο φορτηγάκι, και είπε στους άλλους ότι δεν θα ερχόταν μαζί τους στο γκαράζ του σταθμού· θα τον έπαιρνε η Σολεράτ με το δίκυκλό της.

«Συνέχεια κρυφές συναναστροφές!» γέλασε η Νίρκεδαπ, η οδηγός του φορτηγού. «Αλλά όλα τα καταλαβαίνουμε!»

«Δεν έκρυψε κανείς τίποτα,» αποκρίθηκε ο Τερβόντ.

«Πήγαινε κι άσε τις διευκρινίσεις,» του είπε ο Βινόραμπ, ο ψυχοτεχνουργός της ομάδας, χαμογελώντας κάτω απ’το μουστάκι του.

Η Σολεράτ είχε ήδη ανεβεί στο δίκυκλό της και το είχε ενεργοποιήσει. Ο Τερβόντ κάθισε πίσω της, κι εκείνη έβαλε σε κίνηση τους τροχούς. Διέσχισαν τους δρόμους της Μεγάλης Χώρας, ακολουθώντας τα σημάδια που θα τους κατεύθυναν στο σπίτι της στην Ευπρεπή Νόηση, αρκετά μακριά από την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών.

Το διαμέρισμα της Σολεράτ ήταν μέσα σε μια σφαιροικία. Φτάνοντας εκεί, η δημοσιογράφος οδήγησε το δίκυκλό της στο γκαράζ του δεύτερου ορόφου και το άφησε εκεί. Μαζί με τον Τερβόντ (που δεν ήταν, φυσικά, η πρώτη φορά που ερχόταν στο σπίτι της) ανέβηκαν τις στριφτές σκάλες που πήγαιναν στο επόμενο πάτωμα, και η Σολεράτ έβγαλε τα κλειδιά της από την τσάντα της και ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος.

Στο ταβάνι του σαλονιού ήταν η πελώρια ψυχοδραστική μορφή ενός γύπα του Κρόνου που ανοιγόκλεινε νωχελικά τα φτερά του. Την είχε φτιάξει η ίδια η Σολεράτ, παλιότερα, όταν ασχολιόταν περισσότερο με ψυχοδραστικές μορφές για καλλιτεχνικούς λόγους. Τελευταία, είχε παραμελήσει το χόμπι της.

Το σπίτι ήταν λιτά διακοσμημένο, αλλά με ιδιαίτερο ύφος. Του Τερβόντ τού άρεσε. «Τα πάντα εδώ μέσα σού δίνουν την εντύπωση ότι έχουν πολύ συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης,» είχε πει κάποτε στη Σολεράτ.

Επί του παρόντος, η δημοσιογράφος στράφηκε και, γαντζώνοντας τα χέρια της πάνω στα ρούχα του, τον φίλησε.

«Δε θα μαγειρέψουμε, πρώτα;» είπε ο Τερβόντ.

«Μόνο αν επιμένεις...» Η γλώσσα της γλίστρησε μέσα στο στόμα του.

Ο Τερβόντ έσφιξε τη Σολεράτ κοντά του, κι εκείνη τον παρέσυρε προς τον καναπέ του διαμερίσματος. Τα ρούχα τους έφευγαν το ένα μετά το άλλο. Η Σολεράτ έσκυψε πάνω από τον ξαπλωμένο Τερβόντ, φιλώντας και δαγκώνοντας τις θηλές του, πίεσε τη μύτη της πάνω στους σκληρούς κοιλιακούς μύες του, έσυρε τα χείλη της απαλά πάνω στο μήκος της στύσης του και τον άκουσε να μουγκρίζει. Τα χέρια του έπαιζαν με τα λυτά μαλλιά της. Ο Τερβόντ ανασηκώθηκε· και η Σολεράτ σηκώθηκε επίσης, και οι γλώσσες τους συναντήθηκαν ξανά, παθιασμένα. Τα πόδια της τον καβάλησαν, η λεκάνης της κινιόταν επίμονα επάνω του. Ο Τερβόντ είπε, ξέπνοα, κρατώντας την δυνατά από τη μέση: «Μα... τα-μούσια... του-Κρόνου... το-εννοούσες.» Η Σολεράτ δάγκωσε το αφτί του, ρωτώντας: «Ποιο;» Αισθανόταν την αναπνοή του καυτή πάνω στον λαιμό της. Ο Τερβόντ τη φίλησε ρουφηχτά. «Ότι... έχεις... τεράστια-όρεξη... Ααααααα!» Τίναξε το σπέρμα του μέσα της. Αλλά δεν έχασε τη στύση του· η Σολεράτ συνέχισε να λικνίζεται επάνω του ώσπου εκτόνωσε κι εκείνη όλη την ερωτική ένταση που είχε, για κάποιο λόγο, συσσωρευτεί μέσα της από το πρωί.

«Τελικά,» είπε ο Τερβόντ, ξαπλωμένος αναπαυτικά τώρα στον καναπέ, «έχουν δίκιο που λένε ότι εσείς οι δημοσιογράφοι δεν κάνετε κουραστική δουλειά. Αν κουραζόσουν στη δουλειά σου, αυτά δεν θα συνέβαιναν.»

Η Σολεράτ γέλασε. «Μου παραπονιέσαι, λοιπόν;» του ψιθύρισε στ’αφτί. Το ένα της πόδι ήταν τυλιγμένο ανάμεσα στα δικά του, καθώς ήταν κουρνιασμένη πλάι του, και το κεφάλι της ακουμπούσε στον ώμο του.

«Αντιθέτως.» Χτύπησε τον εκτεθειμένο μηρό της με το χέρι του.

«Θα με δείρεις;» του ψιθύρισε ξανά. «Επειδή είμαι κακό κορίτσι;»

Τον αισθάνθηκε να χαμογελά μέσα στα μαλλιά της καθώς φιλούσε το κεφάλι της. «Μετά το φαγητό.» Τη χτύπησε πάλι, λιγάκι πιο δυνατά από πριν.

Αλλά, αφού μαγείρεψαν και έφαγαν, ήταν πια τόσο κουρασμένοι που απλώς κοιμήθηκαν στο υπνοδωμάτιο. Και όταν ξύπνησαν ήταν ώρα να φύγουν για να πάνε στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών. Είχαν ήδη αργήσει. Τους είχε πάρει ο ύπνος.

Ο Τερβόντ έψαχνε για κάποια ώρα το εσώρουχό του μέχρι που το βρήκε μες στην τσάντα της Σολεράτ ενώ εκείνη έκανε ντους. Όταν βγήκε από το μπάνιο, της είπε: «Θα το θυμάμαι αυτό.»

Η Σολεράτ γέλασε. «Να το θυμάσαι θέλω!»

Την τράβηξε απότομα κοντά του, φιλώντας την στο λαιμό. «Τι θα γινόταν άμα δεν το έβρισκα;» τη ρώτησε.

«Δε θα το φορούσες τώρα.» Τον άγγιξε μέσα από το παντελόνι του.

«Δε θα μου το έδινες;»

«Ποτέ!»

«Είσαι άθλια.»

«Το ξέρω,» γέλασε. «Αλλά πρέπει να φύγουμε τώρα,» πρόσθεσε σοβαρά.

Την άφησε απ’τα χέρια του. «Αν δεν ήμασταν στο σπίτι σου,» της είπε, «θα σου είχα κρύψει και τα δύο εσώρουχα. Αλλά εδώ έχεις πολλά, έτσι κι αλλιώς.»

«Είσαι στο έλεός μου, το ξέρω,» τον πείραξε καθώς ντυνόταν.

*

Τελικά δεν άργησαν και τόσο να φτάσουν στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών· η Σολεράτ οδηγούσε γρήγορα και πεπειραμένα μέσα στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας: δεν χανόταν εύκολα. Γνώριζε καλά τα σημάδια της.

Μάλιστα, έφτασαν στην πλατεία πριν από την υπόλοιπη ομάδα τους. Το φορτηγάκι δεν ήταν ακόμα εδώ.

«Για λίγο νόμιζα ότι είχες χαθεί,» της είπε ο Τερβόντ. «Έξυπνος ο δρόμος που ακολούθησες.»

Η Σολεράτ απλώς ανασήκωσε τους ώμους. Δεν της είχε φανεί και τόσο σπουδαία η διαδρομή της. «Πάω να ρίξω μια ματιά τριγύρω, και ίσως να μιλήσω και σε κανέναν άνθρωπο. Περίμενε το φορτηγάκι, εντάξει;»

«Έγινε,» αποκρίθηκε ο Τερβόντ, ανάβοντας τσιγάρο.

Τα χρώματα του ουρανού σκούραιναν· τα δημόσια φώτα της Μεγάλης Χώρας άναβαν, καθώς και τα φώτα πολλών οικημάτων. Χιλιάδες ψ καταναλώνονταν κάθε νύχτα για τούτη τη δουλειά και μόνο. Η Σολεράτ, κάμποσες φορές, είχε αναρωτηθεί αν ένα μέρος αυτών των ψ θα μπορούσε να μπει σε καλύτερη χρήση. Εξάλλου, αρκετά από τα δημόσια φώτα δεν ήταν απαραίτητα.

Στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών τα πράγματα ήταν ήσυχα, όπως και το πρωί. Εκτός από το γεγονός ότι μια ρευματοπαθής είχε εξαφανιστεί: είχε φύγει, τρομαγμένη, ανέφεραν οι άλλοι. Ανησυχούσαν γι’αυτήν.

Όταν το φορτηγάκι της ομάδας της Σολεράτ ήρθε, η δημοσιογράφος, μιλώντας μπροστά στον τηλεοπτικό πομπό, περιέγραψε τη χαμένη γυναίκα και είπε πως αν κάποιος την έβλεπε έπρεπε να ειδοποιήσει αμέσως τους υπεύθυνους της πολιτείας στους τηλεπικοινωνιακούς κώδικες τάδε και τάδε. «Δυστυχώς δεν έχουμε φωτογραφία της κυρίας, αλλά το όνομά της είναι Ζιρθινάτ Βάλδερναθ.»

Μετά την τηλεοπτική μετάδοση, η ομάδα της Σολεράτ άρχισε να ετοιμάζεται για αναχώρηση, αλλά η ίδια τούς είπε ότι θα έμενε ακόμα λίγο εδώ. Όσα μπορούσαν να συμβούν το βράδυ είχαν ενδιαφέρον.

«Έχεις στο μυαλό σου εκείνη τη συμμορία ξανά;» τη ρώτησε ο Τερβόντ.

«Όχι,» είπε ψέματα η Σολεράτ. «Τη χαμένη γυναίκα σκέφτομαι, βασικά.»

«Θες να μείνω κι εγώ;»

«Μη λες βλακείες. Πήγαινε σπίτι σου, να ξεκουραστείς. –Θα σου χρειαστεί αύριο,» πρόσθεσε προκλητικά.

Ο Τερβόντ γέλασε, κοκκινίζοντας ελαφρώς. «Καλά, φεύγω,» είπε. «Και δεν έχω ξεχάσει τίποτα,» τόνισε.

«Ούτε και θάπρεπε!»

Ο οφθαλμοφόρος ανέβηκε στο φορτηγάκι του σταθμού μαζί με τους υπόλοιπους–

(«Τι έγινε;» άκουσε η Σολεράτ τη Νίρκεδαπ να του λέει· «δεν έχει και νυχτερινή βάρδια; Μόνο μεσημεριανή;»)

–και έφυγαν, αφήνοντας τη δημοσιογράφο μόνη πλάι στο δίκυκλό της.

Η Σολεράτ άναψε τσιγάρο, καίγοντας ένα ψ από τον εαυτό της για να δημιουργήσει μια στιγμιαία ψυχοδραστική φλόγα. Δεν ήταν δύσκολο για κάποια που κάποτε έκανε καλλιτεχνικές ψυχοδραστικές μορφές, αλλά δεν ήταν και κάτι που όλοι ήξεραν. Οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν αναπτήρα, τον οποίο πάλι φόρτιζαν με ψ φυσικά.

Για λίγο, αναρωτήθηκε αν η Νίρκεδαπ γούσταρε τον Τερβόντ και γι’αυτό τού τα έλεγε αυτά, ή αν απλά της άρεσε να γίνεται ενοχλητική. Μάλλον το δεύτερο, κατέληξε η Σολεράτ.

Τέλος πάντων. Αυτά ήταν μαλακίες. Καλύτερα τώρα να είχε το νου της για τη συμμορία.

Κρύφτηκε μέσα στη βαθιά σκιά ενός δέντρου και περίμενε να δει τι θα γινόταν στην πλατεία τώρα που ο ήλιος είχε πέσει.

Το τσιγάρο της τελείωσε. Το έριξε στο πλακόστρωτο και το έσβησε κάτω από τη μπότα της.

Στην τσέπη της καπαρντίνας της ήταν ένα ψυχοδραστικό πιστόλι, για καλό και για κακό, αν και ήλπιζε να μην της χρειαζόταν. Το άγγιξε τώρα, λες για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε εξαφανιστεί.

Η ώρα κυλούσε. Κανένας ύποπτος δεν ερχόταν για να επιτεθεί στους ρευματοπαθείς που ή κάθονταν μαζεμένοι γύρω από ψυχοδραστικές εστίες, για να ζεσταθούν, ή βρίσκονταν κάτω από σκηνές. Ορισμένες από τις τελευταίες ήταν ψυχοδραστικές μορφές· γυάλιζαν σαν στιλπνό χαρτί στα τεχνητά φώτα της πλατείας. Δε θα κρατούσαν για πολύ. Μέχρι το πρωί, μάλλον. Ίσως λίγο περισσότερο. Το πλέξιμό τους ήταν πρόχειρο· η Σολεράτ μπορούσε να το διακρίνει εύκολα.

«Καλησπέρα, κυρία.»

Γύρισε, ξαφνιασμένη. Τρομαγμένη.

Μερικά βήματα παραδίπλα στεκόταν κάποιος ντυμένος με σκούρα ρούχα, και στο κεφάλι του ήταν σηκωμένη μια κουκούλα που έκρυβε τελείως το πρόσωπό του στο σκοτάδι της.

«Καλησπέρα,» είπε η Σολεράτ, επιφυλακτικά, σφίγγοντας τη λαβή του πιστολιού μέσα στην τσέπη της καπαρντίνας της.

«Δε θα σας χρειαστεί το όπλο.» Η φωνή του άντρα ήταν ένρινη. Τα λόγια του την εξέπληξαν. Πώς είχε καταλάβει για το πιστόλι;

Η Σολεράτ έμεινε αμίλητη προς στιγμή· αλλά δεν άφησε τη λαβή του πιστολιού. Ο τύπος αυτός δεν της γεννούσε καθόλου την εμπιστοσύνη.

«Περιμένετε μια συμμορία να πλησιάσει, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε.

«Γιατί το λέτε αυτό;»

«Σας είδα τις προάλλες να ρωτάτε για τη συμμορία που επιτέθηκε στους ρευματοπαθείς.»

«Γνωρίζετε ποια συμμορία είναι;»

«Τα υπόλοιπα,» συνέχισε ο άντρας σα να μην την είχε ακούσει, «μου τα αποκάλυψαν τα σημάδια της Μεγάλης Χώρας.»

Η Σολεράτ συνοφρυώθηκε. «Θέλετε κάτι συγκεκριμένο;»

«Εσείς θέλετε κάτι συγκεκριμένο: να βρείτε τη συμμορία. Και μπορώ να σας βοηθήσω να την πλησιάσετε. Αν φανούμε τυχεροί.»

«Τι εννοείς; Γνωρίζεις πού είναι η συμμορία ή δεν γνωρίζεις;» ρώτησε η Σολεράτ, αφήνοντας τον πληθυντικό.

«Δεν γνωρίζω. Αλλά μπορώ να σας καθοδηγήσω ώς αυτήν. Ίσως.»

«Εξακολουθείς να μη μου λες τι εννοείς.»

«Η γνωστή δημοσιογράφος Σολεράτ Βίρνελεκ αναμφίβολα θα έχει ακούσει για πολεοσκόπους...»

«Αναφέρεσαι σε μύθους.»

Ο άντρας γέλασε ένρινα μέσα απ’το σκοτάδι της κουκούλας του. «Αναφέρομαι στον εαυτό μου! Μπορώ να σε οδηγήσω στη συμμορία που ψάχνεις, μέσα από τα σημάδια που βλέπω – αν ευνοηθούμε από... τον καιρό της Μεγάλης Χώρας.»

«Και ως αντάλλαγμα τι θέλεις;»

«Εκατό ψι

Τώρα η Σολεράτ γέλασε. «Δε συμπαθώ τους απατεώνες.»

«Με περνάς για απατεώνα;»

«Θες να πιστέψω ότι είσαι, όντως, πολεοσκόπος;»

«Πώς αλλιώς να ξέρω ότι έχεις ένα ψυχοδραστικό πιστόλι στην τσέπη σου; Πώς αλλιώς να ξέρω ότι παλιά ασχολιόσουν με ψυχοδραστικές μορφές; Πώς αλλιώς να ξέρω ότι εκείνος ο οφθαλμοφόρος είναι εραστής σου;»

Η Σολεράτ τον ατένιζε με στενεμένα μάτια για λίγο. Αναποφάσιστη.

«Εκατό ψι δεν είναι πολλά για την υπηρεσία που θα προσφέρω.»

Οι πολεοσκόποι θεωρούνταν, επισήμως, μύθος. Αλλά υπήρχαν κάμποσοι άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι είχαν συναντήσει πολεοσκόπο· η Σολεράτ είχε ακούσει διάφορες μαρτυρίες. Ωστόσο, δεν ήξερε αν έπρεπε να τις πιστέψει.

«Δε θα πάρεις όλα τα λεφτά από πριν,» τον πληροφόρησε.

«Δεν τα ζητάω όλα από πριν.»

«Θα πληρωθείς μόνο αν όντως μπορείς να με βοηθήσεις να βρω κάτι.»

«Εντάξει.»

«Θα σου δώσω δεκαπέντε ψι για αρχή, και τα θεωρώ πολλά.»

«Κανένα πρόβλημα.»

Η προθυμία του την παραξένευε. Θα μπορούσε να ήταν κανένας βαλτός από εκείνη τη συμμορία; Ακόμα κι έτσι, δεν άξιζε να το ερευνήσει;

Η Σολεράτ έβγαλε τον ψυχοκύβο από την τσάντα της. Ο πολεοσκόπος (αν ήταν όντως τέτοιος) έβγαλε έναν δικό του ψυχοκύβο. Τους έφεραν σε επαφή και η Σολεράτ τού έστειλε 15 ψ.

«Ακολούθησέ με,» της είπε ο κουκουλοφόρος.

Και η Σολεράτ τον ακολούθησε.

Ο παράξενος άντρας κοίταζε προς διάφορες κατευθύνσεις σαν να μπορούσε να διακρίνει στην πόλη πράγματα που για τη δημοσιογράφο ήταν αόρατα. Απομακρύνθηκε από την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, πηγαίνοντας προς τον Τερπνό Λόγο.

Αν μου πει ότι εδώ είναι η συμμορία που ψάχνω, σκέφτηκε η Σολεράτ, δεν είναι πολεοσκόπος· είναι απατεώνας που έμαθε ό,τι κι εγώ, ρωτώντας τριγύρω.

Αλλά ο κουκουλοφόρος δεν σταμάτησε να βαδίζει· συνέχισε. Και η Σολεράτ συνέχισε να τον ακολουθεί. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι γύρω της, λόγω της νύχτας· ο Τερπνός Λόγος δεν είχε κίνηση τα βράδια: ήταν γνωστό. Μονάχα κανένα όχημα έβλεπες να περνά κάπου-κάπου, κανέναν μοναχικό διαβάτη να προχωρά βιαστικά, κανένα νυχτοπούλι να φτερουγίζει, ή καμια γάτα να περπατά αθόρυβα.

Η Σολεράτ δεν άργησε να μπερδέψει τα σημάδια της πόλης μέσα στο μυαλό της. Είχε χαθεί. Δεν ήξερε πλέον πού βρίσκονταν. Αν ο πολεοσκόπος την εγκατέλειπε τώρα, θα έκανε, ίσως, ώρες μέχρι να καταφέρει να επιστρέψει στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών.

«Πού είμαστε;» ρώτησε, κρατώντας σφιχτά τη λαβή του πιστολιού μέσα στην τσέπη της καπαρντίνας της.

Ο κουκουλοφόρος στάθηκε. Στράφηκε να την ατενίσει· τα μάτια του γυάλιζαν μέσα απ’το σκοτάδι της κουκούλας του, και η γυαλάδα τους είχε κάτι το παραφυσικό, νόμιζε η Σολεράτ. Ανατρίχιασε. Ο πολεοσκόπος είπε: «Ακολουθώ τη φωνή της Μεγάλης Χώρας. Τους απόηχους που έχει αφήσει πίσω της η συμμορίας που ψάχνεις.»

«Είναι μακριά ακόμα;»

«Ίσως. Ή ίσως όχι.» Ο πολεοσκόπος άρχισε να βαδίζει πάλι.

Και η Σολεράτ τον ακολούθησε.

(Δεν είχε ούτε στιγμή αντιληφτεί αυτούς που βρίσκονταν στο κατόπι της. Γιατί κι αυτοί καθοδηγούνταν από μια πολεοσκόπο, και ήξεραν ακριβώς πού πήγαιναν. Το αστικό τοπίο τούς σκέπαζε, κάνοντάς τους ένα με τον εαυτό του. Οι Πολεοτέχνες. Κατασκόπευαν τη Σολεράτ και ήλπιζαν τούτη τη φορά το σχέδιό τους να έπιανε. Οι συνθήκες θα μπορούσαν να αποδειχτούν κατάλληλες... Είχαν ήδη πληρώσει πολλά οικοδομήματα με ψυχόδραση. Είχαν στήσει ολόκληρο λαβυρινθώδες δίκτυ γύρω από τη δημοσιογράφο. Θα την πήγαιναν εκεί όπου ήθελαν απόψε...)

Οι δρόμοι ήταν ανέγνωροι ολόγυρά της, φέρνοντας στο νου της δαιδαλώδη περάσματα. Τα σημάδια που ήξερε ήταν σαν να είχαν εξαφανιστεί. Πού την πήγαινε ο πολεοσκόπος; Αν την πήγαινε σε παγίδα, θα μπορούσε να γλιτώσει;

Είχε αρχίσει να φοβάται. Αλλά τολμούσε τώρα να γυρίσει και να τρέξει; Προς τα πού; Όλες οι κατευθύνσεις τής έμοιαζαν λάθος. Εκτός από αυτήν προς την οποία βάδιζε ο κουκουλοφόρος.

Φωνές αντήχησαν από έναν μικρό δρόμο στ’αριστερά, και γέλια, και χτυπήματα σαν από πόδια που χοροπηδούν πάνω στο πλακόστρωτο.

Ο πολεοσκόπος στάθηκε. Στράφηκε να την αντικρίσει. «Εδώ,» είπε, δείχνοντας μέσα στον δρόμο. «Εδώ είναι η συμμορία σου. Δες.»

Η Σολεράτ πλησίασε τη γωνία, έχοντας συγχρόνως το νου της στον πολεοσκόπο – μήπως σχεδίαζε να τη χτυπήσει όταν η πλάτη της ήταν γυρισμένη. Κοίταξε πέρα από τη γωνία, και μέσα στον μικρό δρόμο είδε μια συμμορία συγκεντρωμένη. Έφτιαχναν ψυχοδραστικές μορφές με τα γυμνά τους χέρια, γεμίζοντας τον αέρα με χρωματικές ανταύγειες και ξαφνικές φλόγες και φασματικές και ημιυλικές μορφές. Ορισμένοι φώναζαν, αν και όχι πολύ δυνατά· ορισμένοι χτυπούσαν τις παλάμες τους. Ορισμένοι πηδούσαν πάνω απ’τις ψυχοδραστικές μορφές, ή γλιστρούσαν από κάτω τους, ή τις απέφευγαν λυγίζοντας τα σώματά τους – χόρευαν γύρω τους. Μια κοπέλα εκτόξευσε έναν πυρώνυχα προς έναν νεαρό, κι εκείνος μ’ευκολία τον απέφυγε, γελώντας, και την προκάλεσε να του ξαναρίξει. Η κοπέλα άρχισε να φτιάχνει κι άλλο πυρώνυχα μες στα χέρια της: ψυχοδραστικά νήματα σχηματίζονταν ανάμεσα στα δάχτυλά της, πλέκονταν μεταξύ τους. Χαμογελούσε άγρια.

Τα μάτια όλων τους ήταν λιγάκι θολά και αρκετά πράσινα. Όχι οι κόρες μόνο (ήταν, άλλωστε, πολύ σκοτεινά για να διακρίνει η Σολεράτ τέτοιες λεπτομέρειες) αλλά ολόκληροι οι οφθαλμοί. Σημάδι ότι η συμμορία έπαιρνε την ψυχοδραστική ουσία που ήταν γνωστή ως Πράσινη Δύναμη. Υπό την επήρειά της μπορούσες να αντλήσεις μέσα από τον εαυτό σου περισσότερα ψ απ’ότι κανονικά, αλλά ύστερα το φως του ήλιου σε ενοχλούσε αφάνταστα για μια, δυο μέρες. Αναλόγως και τη δόση που είχες πάρει, βέβαια. Με μεγαλύτερες δόσεις, η ενόχληση στο ηλιακό φως κρατούσε περισσότερο, και ήταν πιο έντονη. Επίσης, η Πράσινη Δύναμη μπορούσε να προκαλέσει άσχημες ημικρανίες, ακόμα και εγκεφαλικά επεισόδια.

Η Σολεράτ τα ήξερε όλ’ αυτά γιατί και η ίδια την είχε χρησιμοποιήσει παλιότερα, όταν έφτιαχνε ψυχοδραστικές μορφές για καλλιτεχνικούς λόγους. Υπό την επήρεια Πράσινης Δύναμης είχε φτιάξει τον γύπα του Κρόνου που φτερούγιζε στο ταβάνι του σαλονιού της.

Μια σκιερή, ανθρώπινη φιγούρα πήδησε από ένα δώμα σ’ένα άλλο, και μετά μες στον δρόμο όπου βρισκόταν η συμμορία. Τα μέλη της συμμορίας στράφηκαν, ξαφνιασμένα. Η σκιερή φιγούρα πήδησε ξανά, πιάστηκε από ένα περβάζι, σκαρφάλωσε τρομερά γρήγορα σ’έναν τοίχο, κι ανέβηκε πάλι στα δώματα.

Αλλά τώρα τα μέλη της συμμορίας είχαν δει τη Σολεράτ να τους κρυφοκοιτάζει.

Ένας δυνατός φακός στράφηκε προς το μέρος της. «Ε! Ποια είσαι συ;» της φώναξε ένας τύπος με σκουφί στο κεφάλι.

Η Σολεράτ είπε: «Δε θέλω το κακό σας. Απλά περνούσα.»

«Στάσου, ρε!» είπε ένας άλλος. «Δεν την ξέρετ’ αυτήν; Είν’ η δημοσιογράφος της Καρδιάς. Η Σολεράτ!»

Γαμήσου, σκέφτηκε η Σολεράτ. Έπρεπε να είχα καλύψει κάπως το πρόσωπό μου. Πώς της είχε διαφύγει;

«Μας κατασκοπεύει!» είπε η κοπέλα που έφτιαχνε τον πυρώνυχα μες στα χέρια της.

«Δε σας κατασκοπεύω,» τους διαβεβαίωσε η Σολεράτ. «Απλά περνούσα,» επανέλαβε. «Και τώρα θα φύγω. Δεν–»

«Θάχει τραβήξει τίποτα φωτογραφίες, ρε σεις!» είπε ο τύπος με το σκουφί. Κι ένας άλλος πρόσθεσε: «Και θα κουβαλά και κάναν παραφουσκωμένο ψυχοκύβο μαζί της!» Όλη η συμμορία τινάχτηκε σαν να είχε μια μαζική νοημοσύνη κι έτρεξε καταπάνω της.

Η Σολεράτ έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Και διαπίστωσε ότι ο πολεοσκόπος δεν ήταν πουθενά· είχε εξαφανιστεί! Και τα σημάδια εξακολουθούσαν νάναι ανέγνωρα ολόγυρά της! Πανικόβλητη κατευθύνθηκε προς τα εκεί που νόμιζε πως ήταν καλύτερα – προς τα εκεί που νόμιζε ότι η συμμορία θα την έχανε.

Ένας πυρώνυχας σύριξε πάνω απ’τον ώμο της, φτερουγίζοντας, φλεγόμενος, κι έσκασε χτυπώντας σ’έναν τοίχο.

Η Σολεράτ είδε μια κάθετη μεταλλική σκάλα. Πιάστηκε κι άρχισε ν’ανεβαίνει, γρήγορα, προς τη γέφυρα από πάνω. Άκουσε έναν ακόμα πυρώνυχα να χτυπά στα σκαλοπάτια από κάτω της.

«Ε, δημοσιογράφε!» της φώναξε κάποιος. «Δε μπορείς να φύγεις από κει! Σ’έχουμε!»

Η Σολεράτ έφτασε στην κορυφή της σκάλας, και κοιτάζοντας κάτω τούς είδε ν’ανεβαίνουν. Αλλά όχι όλοι: κάποιοι απ’αυτούς έτρεχαν προς μια άλλη μεριά – μάλλον, προς άλλο σημείο απ’όπου μπορούσαν ν’ανεβούν στη γέφυρα (η οποία δεν ήταν μόνο για πεζούς αλλά και για οχήματα, παρότι σχετικά μικρή σε πλάτος).

Η Σολεράτ, νιώθοντας ξαφνικά πικαρισμένη που αυτοί οι νεαροί αλήτες την καταδίωκαν έτσι, σχημάτισε βιαστικά μια ψυχοδραστική μορφή, φέρνοντας στο νου της όλες τις παλιές της γνώσεις και ικανότητες. Στριφογύρισε τον τεντωμένο δείκτη και αντίχειρα του δεξιού της χεριού εμπρός της, σχηματίζοντας ένα δαχτυλίδι φωτός που εκτοξεύτηκε προς τους αλήτες που σκαρφάλωναν τη μεταλλική σκάλα. Ή μάλλον, δεν εκτοξεύτηκε ακριβώς· ουσιαστικά, έπεσε παρασυρμένο από τις ελκτικές δυνάμεις. Η Σολεράτ το είχε φορτίσει με 2 ψ από τον εαυτό της, και ήταν αρκετό για να τρομάξει τους νεαρούς και να κάνει δύο απ’αυτούς να πέσουν από τη σκάλα.

Γελώντας, η Σολεράτ τούς φώναξε: «Κάντε πίσω, λεχρίτες!»

Αλλά η επίθεση της απλά τους είχε πεισμώσει. Ανέβαιναν μανιασμένα.

Η Σολεράτ έτρεξε, συνειδητοποιώντας ότι μάλλον ήταν λάθος που είχε χάσει χρόνο. Εξακολουθούσε να μη βλέπει κανένα από τα σημάδια που ήξερε, έχοντας τελείως αποπροσανατολιστεί· αλλά είχε την παράδοξη εντύπωση ότι ακολουθούσε κάποια άλλα σημάδια – κάποια σημάδια που ήταν στημένα εκεί γι’αυτήν και μόνο. Ήταν κάτι που είχε κάνει ο πολεοσκόπος, μήπως; Όμως γιατί είχε εξαφανιστεί; Δεν μπορεί να ήταν μέλος της συμμορίας! Ή ήταν; Αισθανόταν πολύ συγχυσμένη τώρα για ν'αποφασίσει.

Πίσω της άκουγε πόδια να τρέχουν πάνω στη γέφυρα, η οποία έμοιαζε έρημη εκτός από εκείνη και τη συμμορία. Σ’ένα σημείο έστριβε δεξιά, και η Σολεράτ ακολούθησε τη στροφή της–

–και είδε ένα παράθυρο παραδίπλα. Ανοιχτό. Σαν να την καλούσε.

Το κάλεσμά του ήταν πολύ δυνατό. Η Σολεράτ ανέβηκε στο κάγκελο της γέφυρας και πήδησε. Το άλμα που χρειαζόταν να κάνει ήταν μικρό αλλά όχι τελείως ακίνδυνο. Δεν έπεσε, όμως· πέρασε μέσα απ’το παράθυρο και κατέληξε στα γόνατα και στα χέρια, σ’ένα μισοσκότεινο δωμάτιο. Μονάχα μια ασθενική ψυχοδραστική λάμπα ήταν εδώ, ακουμπισμένη πάνω σ’ένα τραπεζάκι.

Πίσω της το παντζούρι έκλεισε απότομα.

Η Σολεράτ τινάχτηκε όρθια, γυρίζοντας για να κοιτάξει. Άκουσε τα πόδια της συμμορίας που έτρεχαν... και συνέχιζαν να τρέχουν.

Δεν κατάλαβαν πού πήγα.

Παράξενο, όμως... Ήταν σαν κάποιος ή κάτι να την είχε καθοδηγήσει εδώ.

Η Σολεράτ τράβηξε το πιστόλι από την καπαρντίνα της και κοίταξε τη μισάνοιχτη πόρτα στην αντικρινή μεριά του δωματίου. Αφουγκράστηκε, μα δεν άκουσε κανέναν θόρυβο.

«Είναι κάποιος εδώ;» ρώτησε.

Καμια απάντηση.

Πλησίασε, προσεχτικά, την πόρτα και την παραμέρισε με το αριστερό χέρι, ενώ στο δεξί είχε έτοιμο το ψυχοδραστικό όπλο της. Είδε έναν σκοτεινό διάδρομο με πόρτες δεξιά κι αριστερά, κλειστές όλες, και μια σκάλα στο πέρας, καμωμένη από το μυστηριώδες πετροειδές υλικό που ήταν φτιαγμένα όλα τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας.

Η Σολεράτ βάδισε προς τη σκάλα. Ήταν καθοδική, και την κατέβηκε με αργά βήματα και με το πιστόλι της στο χέρι. Φτάνοντας κάτω, κατέληξε σ’έναν προθάλαμο. Στα δεξιά της υπήρχε μια μεγάλη πόρτα που αναμφίβολα αποτελούσε είσοδο αυτού του οικοδομήματος. Η Σολεράτ δοκίμασε να την ανοίξει, και τα κατάφερε χωρίς πρόβλημα. Βγήκε στους δρόμους κρύβοντας το πιστόλι μέσα στην καπαρντίνα της ξανά.

Τι συνέβαινε εδώ; Όντως κάποιος την είχε βοηθήσει; ή ήταν μονάχα η ιδέα της;

Τα σημάδια εξακολουθούσαν να είναι ανέγνωρα γύρω της. Είχε χαθεί. Αλλά, τουλάχιστον, η συμμορία δεν ήταν κοντά της πλέον. Στάθηκε σε μια γωνία και κοίταξε με προσοχή την πόλη, εστιάζοντας το μυαλό της, φέρνοντας στη νόησή της τις παλιές διδαχές του ψυχοτεχνουργού που της είχε μάθει πώς να αναγνωρίζει τα σημάδια της Μεγάλης Χώρας – βασική εκπαίδευση όλων των πολιτών· και η Σολεράτ είχε, μάλιστα, επεκτείνει τις γνώσεις της πάνω σ’αυτό το θέμα.

Τώρα, όμως, τίποτα απ’όσα ήξερε δεν τη βοηθούσε. Ήταν σαν κάποιο μυστηριώδες δίκτυ να ήταν απλωμένο παντού. Κάποια σκιερή συνωμοσία ειδικά για εκείνη. Μα τον Κρόνο! ούτε με την ίδια τη Σκιουργό να είχα μπλέξει! Όλα τούτα τής έμοιαζαν μη πραγματικά.

Η Σολεράτ προχώρησε, προσπαθώντας να βρει τον δρόμο της, να επιστρέψει στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, ή σε κάποιο άλλο μέρος απ’όπου μπορούσε να προσανατολιστεί ξανά – και, συγχρόνως, είχε το νου της να μη συναντήσει πάλι εκείνη τη συμμορία.

Σύντομα είχε την αίσθηση ότι δεν καθοδηγούσε η ίδια τα βήματά της. Ξανά, δηλαδή, νόμιζε ότι κάποιος ή κάτι άλλο παρενέβαινε. Ένιωθε παγιδευμένη! Ήθελε να ουρλιάξει. Αλλά ήξερε ότι αυτό θα ήταν απλά ηλίθιο.

Η πόλη τής φαινόταν τελείως άγνωστη...

(Οι Πολεοτέχνες την παρακολουθούσαν σε κάθε της βήμα, και κάπου-κάπου πλήρωναν κανένα οικοδόμημα με ψυχόδραση. Μέσα στο μυαλό τους χαρτογραφούσαν την πορεία της και τη μελλοντική της πορεία, σαν να έπαιζαν ένα εικονικό/νοητικό παιχνίδι. Και νόμιζαν πως όλα, μέχρι στιγμής, έβαιναν καλώς. Αν απόψε η Σολεράτ συναντούσε και σύναπτε φιλικές σχέσεις με τον οικομύστη, η Σκιουργός θα ήταν αρκετά ευχαριστημένη... Ή, τουλάχιστον, όχι τόσο τσαντισμένη όσο τις προάλλες.)

Ο λαβύρινθος των δρόμων θύμιζε πλάσμα ζωντανό. Η Σολεράτ αισθανόταν να βρίσκεται στα όρια του πανικού, αν και δύσκολα – πολύ δύσκολα – πανικοβαλλόταν.

Μες στο μυαλό της έτρεχαν σκόρπιες σκέψεις: Ποιος ήταν πραγματικά εκείνος ο πολεοσκόπος; Ήταν αληθινά πολεοσκόπος ή έλεγε ψέματα; Τι σκοπούς μπορεί να είχε; Γιατί είχε εξαφανιστεί; Ποιος ήταν αυτός που είχε πεταχτεί κοντά στη συμμορία και εξαιτίας του η συμμορία είχε δει τη Σολεράτ; Είχε καμια σχέση με τον πολεοσκόπο; Γιατί εκείνο το παράθυρο ήταν ανοιχτό πλάι στη γέφυρα; Γιατί, μετά, έκλεισε αμέσως; Ποιος το είχε κλείσει; Κάποιοι την παρακολουθούσαν;

Κοίταξε γύρω της. Δεν έβλεπε κανέναν να την παρακολουθεί.

Έστριψε σε μια γωνία και βρέθηκε ν’αντικρίζει μια μεγάλη κυκλοικία – ένα όρθιο δαχτυλίδι ανάμεσα σε άλλα οικοδομήματα. Μια γέφυρα περνούσε από το κέντρο του σαν διάμετρος.

Η Σολεράτ βημάτισε προς τα εκεί...

Η είσοδος της κυκλοικίας άνοιξε κι ένας άντρας βγήκε, παραπατώντας, πηγαίνοντας προς ένα σταθμευμένο τετράκυκλο όχημα με ανοιχτή οροφή.

Ίσως μπορούσε να τη βοηθήσει.

Η Σολεράτ τον πλησίασε. «Συγνώμη!» είπε. «Συγνώμη· να σας ρωτήσω κάτι;» Και στάθηκε αντίκρυ του, ξαφνιασμένη. Δεν της ήταν άγνωστος. Κάτι τής θύμιζε.

Ο άντρας την ατένισε με το ίδιο ξάφνιασμα. «Εσύ...» είπε, «εδώ;»

«...Γνωριζόμαστε;»

«Η Σολεράτ δεν είσαι;» είπε ο Κλάρεμαντ, ο οικομύστης. «Η δημοσιογράφος.»

«Μ’έχεις δει στις οθόνες της πόλης...»

«Συναντηθήκαμε τις προάλλες. Παραλίγο να πέσεις πάνω στο όχημά μου, αλλά επέμενες ότι εγώ παραλίγο να πέσω πάνω σ’εσένα.»

Η Σολεράτ γέλασε. «Α, εσύ είσαι!» είπε. Για κάποιο λόγο τής είχε φανεί αστείο που τον έβρισκε πάλι μπροστά της. «Ναι, σε θυμάμαι. Ο οικομύστης.» Ήταν, αναμφίβολα, ο ίδιος: ένας άντρας ψηλός – πολύ ψηλός – λιγνός, με δέρμα λευκό-ροζ και μαύρα μακριά μαλλιά, πιασμένα τώρα πίσω απ’το κεφάλι του.

Ο Κλάρεμαντ ένευσε. «Ναι,» είπε. Κι ακούμπησε τα γαντοφορεμένα χέρια του πάνω στο όχημά του, εξουθενωμένος. Ακόμα δεν είχε συνέλθει από την εμφάνιση εκείνων των αλλόκοτων πλασμάτων μέσα από τους τοίχους της κυκλοικίας. Κι αμφέβαλλε αν θα συνερχόταν απόλυτα ώς αύριο – ή ακόμα και ώς μεθαύριο. Τον είχαν φρικάρει όσο τίποτε άλλο τα τελευταία χρόνια.

Η Σολεράτ, βλέποντάς τον έτσι, συνοφρυώθηκε. «Είσαι καλά;»

«Η αλήθεια είναι πως όχι,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ.

«Μη μου πεις ότι έχεις χαθεί κι εσύ;»

«Όχι, δεν έχω χαθεί. Εσύ έχεις χαθεί;»

Η Σολεράτ κόμπιασε προς στιγμή. «Δε... δε μπορούσα να βρω τον δρόμο μου. Είχα ακολουθήσει έναν τύπο που έλεγε ότι είναι πολεοσκόπος και θα με βοηθήσει να βρω μια συμμορία. Μπερδεύτηκα τελείως καθώς βάδιζα μαζί του. Όλα τα σημάδια που ξέρω... δεν υπήρχαν πια. Βρήκα τη συμμορία, αλλά με κυνήγησε, και έτρεξα, και... και ακόμα δεν έβλεπα κανένα γνωστό σημάδι, όμως νομίζω ότι κάποιοι με βοηθούσαν. Βρήκα ένα παράθυρο ανοιχτό, και μετά έκλεισε πίσω μου. Και μετά είχα ξεφύγει από τη συμμορία αλλά δεν ήξερα πού βρισκόμουν, και είναι νύχτα – κανέναν δεν συναντούσα στους δρόμους. Νόμιζα ότι είχα βρεθεί σ’άλλο κόσμο. Ποτέ ξανά δεν μου έχει συμβεί να χαθώ έτσι, μα τον Κρόνο!»

Ο Κλάρεμαντ την κοίταζε παραξενεμένος. «Αποκλείεται να φταίει η κυκλοικία...» μουρμούρισε.

«Ποια κυκλοικία; Αυτή;» Η Σολεράτ κοίταξε το οικοδόμημα πίσω από τον οικομύστη.

«Ναι. Είναι... Έχει πάθει κάτι. Προκαλεί προβλήματα. Προσπαθούσα να την επιδιορθώσω, και δεν έβρισκα τη λύση. Και... συνάντησα...» Θα με πιστέψει, άραγε; αναρωτήθηκε. Να της το έλεγε;

«Τι;» ρώτησε η Σολεράτ.

«Κάτι πλάσματα. Μέσα από τους τοίχους.» Τη ρώτησε ξαφνικά: «Τι θέλεις; Θέλεις να σε βοηθήσω να βρεις τον δρόμο σου;»

Η Σολεράτ, καθώς είχε κοιτάξει την κυκλοικία, νόμιζε ότι τώρα διέκρινε κάποια από τα γνωστά της σημάδια. Έστρεψε το βλέμμα της αλλού. Κοίταξε γύρω-γύρω. «Δεν το πιστεύω...» άρθρωσε.

«Τι είναι;»

«Τα σημάδια. Τα βρίσκω ξανά.»

«Καμια φορά συμβαίνει. Μπορεί να μπερδευτείς. Ακόμα και–»

«Όχι έτσι,» είπε η Σολεράτ. «Όχι έτσι.»

«Γιατί όχι; Μου είπες ότι σε κυνηγούσαν, σωστά;»

«Ναι, αλλά...» Κόμπιασε πάλι. «Εκείνος ο πολεοσκόπος...»

«Πολεοσκόπος; Δεν έχω ποτέ γνωρίσει πολεοσκόπο. Υπάρχουν;»

«Αυτός... δεν ξέρω· ίσως να ήταν. Ή ίσως να με κορόιδεψε. Αλλά γιατί; Δε μπορεί να ήταν συνεννοημένος με τη συμμορία. Δε νομίζω...»

«Θες να σε πετάξω κάπου;» Ο Κλάρεμαντ άνοιξε μια πόρτα του οχήματός του. «Δεν είναι πρόβλημα.»

«Πρέπει να πάω πίσω, στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, για να πάρω το δίκυκλό μου.»

«Πάμε.» Ο οικομύστης κάθισε στη θέση του οδηγού.

Η Σολεράτ κάθισε πλάι του, χωρίς ν’ανοίξει την άλλη πόρτα. (Δεν ήταν απαραίτητο σ’ένα τετράκυκλο με ανοιχτή οροφή.)

«Κλάρεμαντ λέγομαι,» συστήθηκε εκείνος.

«Χάρηκα.»

Ο Κλάρεμαντ ενεργοποίησε τη μηχανή.

«Φαίνεσαι, πάντως, ταραγμένος,» παρατήρησε πάλι η Σολεράτ. «Τι είπες ότι συνάντησες μες στην κυκλοικία; Πλάσματα;»

Ο οικομύστης άρχισε να οδηγεί, ακολουθώντας τα νυχτερινά σημάδια που ήξερε. «Είναι... μπερδεμένη ιστορία.»

«Μ’αρέσουν οι μπερδεμένες ιστορίες.»

«Γι’αυτό μπλέκεις με υποτιθέμενους πολεοσκόπους;»

«Ίσως.» Ακόμα δεν μπορούσε ν’αποφασίσει αν ήταν βλακεία που τον είχε ακολουθήσει ή όχι. Την είχε οδηγήσει στη συμμορία, αλλά... κάτι είχε παρέμβει: εκείνος που είχε πηδήσει από τα δώματα, κατά πρώτον...

Ο Κλάρεμαντ, βλέποντάς την σιωπηλή, σκέφτηκε: Να της το πω; Μπορεί και να ξέρει τίποτα. Μπορεί κάπου να έχει ακούσει γι’αυτά τα πλάσματα – αν και του έμοιαζε απίθανο, βέβαια. Έλεγαν, πάντως, ότι η Σολεράτ Βίρνελεκ σκάλιζε πολλά και διάφορα στη Μεγάλη Χώρα...

Της είπε: «Κάτι πλάσματα βγήκαν μέσα από τους τοίχους. Και είμαι σίγουρος ότι αυτά προκαλούν τα προβλήματα στην κυκλοικία. Είναι σαν... Γυαλίζουν σαν νάναι από μέταλλο, αλλά κινούνται σαν νάναι από σάρκα. Έχουν τέσσερα πόδια και δύο χέρια, και κεφάλι σαν ανθρώπου, και μια ουρά που θυμίζει εργαλείο κάποιου είδους, ή κοφτερό όπλο. Τα μάτια τους... τα μάτια τους φωτίζουν. Και δεν είναι μεγαλύτερα από τόσα.» Κράτησε προς στιγμή τα χέρια του ανοιχτά μπροστά του, αφήνοντας το τιμόνι. «Τα πλάσματα, όχι τα μάτια τους. Δεν είναι μεγαλύτερα από τόσα.» Έπιασε πάλι το τιμόνι. «Ήρθαν από παντού γύρω μου. Τους έριξα με το ψυχοδραστικό πιστόλι – τίποτα δεν τα έπιανε. Σκόνταψα, έπεσα, με κύκλωσαν· ένα απ’αυτά πήδησε πάνω μου και... νομίζω ότι σκόπευε να με καρφώσει στο μάτι ή στον λαιμό με την αιχμηρή ουρά του. Αλλά ένα άλλο παρενέβη. Μίλησαν αναμεταξύ τους. Δεν ξέρω τι είπαν. Η γλώσσα τους... δεν καταλάβαινα τίποτα.»

Η Σολεράτ δεν ήξερε τι να πει. Ο τύπος τής ακουγόταν σαν τρελός, σαν μεθυσμένος, ή σαν ρευματοπαθής. «Μήπως... ήσουν επηρεασμένος από κάτι;»

Την αγριοκοίταξε. «Δεν ήμουν επηρεασμένος από τίποτα! Δεν έβλεπα παραισθήσεις!»

«Μα, είπες ότι βγήκαν από τους τοίχους...»

«Ναι, παρότι ήταν υλικά. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς το έκαναν. Ήταν... σαν να βουτούσαν στον τοίχο. Σαν το υλικό του να ήταν νερό ή λάσπη. Κανείς δεν ξέρει από τι είναι φτιαγμένα τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας, Σολεράτ.»

«Ναι αλλά μοιάζει με πέτρα. Είναι κάποιου είδους πέτρωμα, πιθανώς εξαφανισμένο πλέον. Δεν περνάς από μέσα του.»

«Αυτά τα πλάσματα περνούσαν... Δε σου θυμίζουν κάτι, ε;»

«Τι να μου θυμίζουν;»

«Έλεγα μήπως είχες ξανακούσει γι’αυτά. Για κάτι παρόμοιο, τουλάχιστον.»

Η Σολεράτ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

(Οι Πολεοτέχνες παρακολουθούσαν το τετράκυκλο όχημα να κατευθύνεται προς την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών. Και ήταν ευχαριστημένοι. Είχαν καταφέρει να τους φέρουν κοντά! Τώρα, οτιδήποτε μπορούσε να συμβεί. Ακόμα κι απόψε· ποιος ξέρει; Κι αν όχι, θα συνέχιζαν τις προσπάθειές τους. Οι πολεοσκόποι έλεγαν ότι τα σημάδια της πόλης μαρτυρούσαν τώρα πως ο οικομύστης και η δημοσιογράφος έβλεπαν φιλικά ο ένας τον άλλο.)

Έφτασαν στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, και ο Κλάρεμαντ σταμάτησε το όχημά του πλάι στο δίκυκλο της Σολεράτ.

«Κανένας δεν το έχει κλέψει,» παρατήρησε εκείνη. «Ο πολεοσκόπος, άρα, δεν ήθελε να μ’απομακρύνει ώστε να μου πάρουν το όχημα.»

«Κάποιοι, όμως, προσπάθησαν να σε παραπλανήσουν, σίγουρα.»

«Ναι.»

«Αν το ξαναπροσπαθήσουν καθώς θα πηγαίνεις στο σπίτι σου;... Μένεις μακριά από εδώ;»

«Στην Ευπρεπή Νόηση.»

«Αρκετά μακριά. Να σε συνοδέψω ώς εκεί; Πάρε το δίκυκλό σου και θα έρχομαι πλάι σου. Αν σε δω να μπερδεύεσαι θα σε καθοδηγήσω.»

«Να μη σε βάζω σε κόπο...»

«Δεν είναι κόπος,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Μου έκανε καλό η κουβέντα, εξάλλου. Ήθελα σε κάποιον να μιλήσω.»

«Φαίνεσαι να έχεις τα χάλια σου, πράγματι...»

Ο Κλάρεμαντ κούνησε το κεφάλι. «Αν είχες δει εκείνα τα πλάσματα... κι εκείνο τον τρελαμένο...»

«Ποιον τρελαμένο;»

«Έναν άντρα στο διαμέρισμα. Τέλος πάντων. Πάμε στο σπίτι σου. Η οδήγηση θα κάνει καλό στο μυαλό μου.»

Η Σολεράτ ήθελε να μάθει κι άλλα γι’αυτή την υπόθεση στην κυκλοικία· ίσως να είχε δημοσιογραφικό ενδιαφέρον τελικά. Αλλά, για την ώρα, βγήκε από το ανοιχτό, τετράκυκλο όχημα του Κλάρεμαντ χωρίς ν’ανοίξει την πόρτα και καβάλησε το δίκυκλό της. Το ξεκλείδωσε και ενεργοποίησε τα συστήματά του. 3 ψ τού απέμεναν. Έβγαλε τον ψυχοκύβο από την τσέπη της και του έδωσε πενήντα ακόμα. Ύστερα, έβαλε μπροστά τη μηχανή. «Πάμε!» είπε στον Κλάρεμαντ, και ξεκίνησε.

Ο οικομύστης την ακολούθησε.

Η Σολεράτ διαπίστωσε ότι τώρα δεν είχε κανένα πρόβλημα να διακρίνει τα σημάδια που πάντα ήξερε. Η Μεγάλη Χώρα ήταν ξανά η πόλη της. «Εσύ πού μένεις;» ρώτησε τον Κλάρεμαντ, που οδηγούσε δίπλα της.

«Στη Μικρή Διάνοια.»

«Ακόμα πιο μακριά από εμένα.»

Όταν έφτασαν έξω από τη σφαιροικία όπου κατοικούσε η δημοσιογράφος, τον ρώτησε: «Βιάζεσαι να γυρίσεις στο σπίτι σου;»

«Όχι ιδιαίτερα, αν και είμαι κουρασμένος. Γιατί ρωτάς;»

«Αν θέλεις, έλα επάνω, στο διαμέρισμά μου, να πιούμε ένα ποτό. Θα ήθελα να μου πεις περισσότερες λεπτομέρειες για ό,τι συμβαίνει σ’αυτή την κυκλοικία, αν δεν έχεις πρόβλημα. Δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.»

Ο Κλάρεμαντ αναστέναξε. «Κοίτα...» είπε κουρασμένα, «δε θέλω να φέρεις ανθρώπους με τηλεοπτικούς πομπούς εκεί πέρα. Είναι που είναι δύσκολα τα πράγματα.»

«Μην ανησυχείς,» είπε η Σολεράτ χαμογελώντας, «δεν είμαι τόσο αχρεία δημοσιογράφος.»

Ο Κλάρεμαντ γέλασε. «Τότε, γιατί θες να μάθεις;»

«Αν δεν θέλεις να κάνω ζωντανό ρεπορτάζ από την κυκλοικία, δεν θα κάνω,» είπε η Σολεράτ. «Από σένα εξαρτάται. Είσαι υπεύθυνος για την υπόθεση, δεν είσαι;»

«Ναι. Σταλμένος από την πολιτεία. Απ’το Γραφείο του Άριστου Κυβερνήτη.»

«Αν θέλεις να μου μιλήσεις ζωντανά, μου μιλάς. Αν δεν θέλεις δεν μου μιλάς. Μπορώ να γράψω σε άρθρο αυτά που θα μου πεις. Αυτά που θέλεις να γράψω. Δε θα γράψω πράγματα που δεν θέλεις. Ρώτα κι άλλους και θα το μάθεις· η Σολεράτ ποτέ δεν κάνει τέτοιες παρατυπίες.»

Ο Κλάρεμαντ είχε αρχίσει να τη συμπαθεί. «Εντάξει,» είπε. «Πάμε.»

Η Σολεράτ τον οδήγησε στο γκαράζ του δεύτερου ορόφου της σφαιροικίας, όπου άφησαν τα οχήματά τους, και μετά ανέβηκαν, μέσω της στριφτής σκάλας, στο διαμέρισμά της.

«Ποιος το έφτιαξε αυτό;» ρώτησε ο Κλάρεμαντ, βλέποντας την ψυχοδραστική μορφή του γύπα του Κρόνου να φτερουγίζει νωχελικά στο ταβάνι του σαλονιού.

«Εγώ. Παλιότερα.»

«Είσαι και καλλιτέχνιδα;»

«Ήμουν. Λιγάκι.» Γέλασε. «Κάθισε.» Έδειξε τα καθίσματα.

Ο Κλάρεμαντ, βγάζοντας το σακάκι του, κάθισε σε μια πολυθρόνα.

Η Σολεράτ έβγαλε την καπαρντίνα της. «Τι θέλεις; Αργυρό Νεφέλωμα; Κρύο Ουρανό; Γλυκό Κρόνο; Κρασί;»

«Κρύο Ουρανό.»

Η Σολεράτ γέμισε δύο ποτήρια με Κρύο Ουρανό από τη γωνιακή κάβα. Του έδωσε το ένα και το άλλο το κράτησε για τον εαυτό της, καθίζοντας στην πολυθρόνα πλάι στη δική του.

«Αν κάποιος σε περιμένει στο σπίτι,» του είπε, «μπορείς να τον ειδοποιήσεις από τον επικοινωνιακό δίαυλό μου.»

«Δε με περιμένει κανείς.» Ήπιε Κρύο Ουρανό, νιώθοντας το ποτό να δροσίζει ευχάριστα το στόμα και τον λαιμό του.

«Πες μου, λοιπόν, λεπτομέρειες.»

Βλέποντας τη γυαλάδα στα μάτια της, κατάλαβε γιατί πολλοί υπέθεταν ότι ορισμένοι δημοσιογράφοι διακατέχονταν από ιερή μανία του Κρόνου. Το χρυσόδερμο πρόσωπό της, πλαισιωμένο από τα μαύρα μαλλιά, μ’αυτή τη γυαλάδα στα μάτια, ήταν όμορφο, νόμιζε ο Κλάρεμαντ. Πολύ πιο όμορφο απ’ό,τι στην οθόνη. Τον έκανε να θέλει να της μιλήσει.

Και της μίλησε. Ούτως ή άλλως, του χρειαζόταν. Του χρειαζόταν να βγάλει από μέσα του όλα τα παράξενα γεγονότα ετούτης της βραδιάς.

Η Σολεράτ τον άκουγε επισταμένα.

«Δεν τα σημείωσες πουθενά...» παρατήρησε ο Κλάρεμαντ, έχοντας τελειώσει τη διήγησή του.

«Όχι.»

«Ούτε έχεις επάνω σου καμια συσκευή ηχητικής καταγραφής, έτσι;»

«Η αλήθεια είναι πως έχω–»

«Δεν μου–»

«Αλλά δεν την έχω ενεργοποιημένη,» χαμογέλασε. «Αυτή εδώ η καρφίτσα είναι.» Την άγγιξε εκεί όπου ήταν πιασμένη πάνω στη μπλούζα της. «Της στέλνεις δύο ψι και καταγράφει ήχους έως και μία ώρα. Αλλά δεν θα τη χρησιμοποιούσα χωρίς την άδειά σου.» Τον ρώτησε: «Θέλεις να τα γράψω αυτά που μου είπες; Σε κάποιο άρθρο, εννοώ.» Δεν έκανε μόνο ρεπορτάζ για την Καρδιά της Μεγάλης Χώρας· έγραφε και άρθρα για την εφημερίδα Ατέρμονοι Δρόμοι.

«Καλύτερα όχι,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Όχι ακόμα.»

Η Σολεράτ ένευσε. «Κανένα πρόβλημα.» Περίμενε τέτοια απάντηση. «Τι σκοπεύεις να κάνεις αύριο;» τον ρώτησε. «Θα πας πάλι σ’εκείνο το διαμέρισμα; Νομίζεις ότι ο άντρας θα έχει συνέλθει;»

«Δεν ξέρω,» παραδέχτηκε ο Κλάρεμαντ. «Ακριβώς αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ. Τι θα κάνω.» Είχε τελειώσει τον Κρύο Ουρανό και κρατούσε το άδειο ποτήρι στα χέρια του, κινώντας το πέρα-δώθε, νευρικά.

«Πρέπει να τα ξαναπούμε,» είπε η Σολεράτ. «Θα μου δώσεις έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικα;»

Ο Κλάρεμαντ τής έδωσε τον κώδικα του πομπού του.

«Ποιες ώρες να μην σε καλέσω;» ρώτησε η δημοσιογράφος.

«Μες στα άγρια μεσάνυχτα.»

Η Σολεράτ μειδίασε. «Εντάξει,» είπε.

Ο Κλάρεμαντ σηκώθηκε από την πολυθρόνα. «Καλύτερα να πηγαίνω τώρα.»

«Θα ελέγξεις το σπίτι μου προτού φύγεις;» Οικομύστης ήταν· δεν έβλαπτε, σκέφτηκε η Σολεράτ.

«Έχει κανένα πρόβλημα;»

«Όχι, απ’ό,τι καταλαβαίνω.»

«Μια άλλη φορά, τότε. Το μυαλό μου είναι ψημένο.»

Η Σολεράτ τον ξεπροβόδισε ώς την εξώπορτα. «Όταν είσαι στο σπίτι σου, κάλεσέ με. Για να είμαι σίγουρη ότι έφτασες.»

Ο Κλάρεμαντ γέλασε. «Δεν είμαι και σε τόσο χάλια κατάσταση,» αποκρίθηκε, «αλλά θα σε καλέσω.»

Η Σολεράτ τού είπε τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του πομπού της.

Μετά από μισή ώρα, καθώς έβγαινε από το ντους τυλιγμένη με μια πετσέτα, άκουσε τον πομπό να κουδουνίζει. Τον έπιασε από το κομοδίνο της και δέχτηκε την κλήση.

Κεφάλαιο 16

Μες στη νύχτα, διέσχιζαν το Εμπορικό Κέντρο της Χορδής, οδηγώντας τα οχήματά τους προς τα νότια. Η Ευγενία, ο Αλκάμελ, και ο Διαβολόγατος μέσα στο κλεμμένο τετράκυκλο· η Γιολάντα και ο Νόρενταμπ μέσα στο τρίκυκλο της Γιολάντας. Οι δρόμοι του Εμπορικού Κέντρου αλλού είχαν περισσότερη κίνηση αλλού όχι· δεν είχε ακόμα βραδιάσει τόσο ώστε όλα τα μαγαζιά να έχουν κλείσει. Αλλά δεν μπορούσες να τρέχεις εδώ – για πρακτικούς λόγους, αν μη τι άλλο.

Ο Αλκάμελ άνοιξε το βιβλίο που του είχε αγοράσει η Ευγενία, Παλιά και Καινούργια Μυστήρια της Ρελκάμνια, κι έψαξε στις σελίδες του τις αναφορές για τις Θυγατέρες της Πόλης. Διάβασε.

Σε μιάμιση ώρα, έχοντας διασχίσει καμια πενηνταριά χιλιόμετρα μέσα στο Εμπορικό Κέντρο, έφτασαν σε μια από τις εξόδους του. Κατεβαίνοντας μια στριφτή γέφυρα από τον τρίτο όροφο, κατέληξαν σ’έναν δρόμο του εδάφους, στην αρχή της συνοικίας που ονομαζόταν Ιερόγραφη. Από απόσταση φαινόταν, ανάμεσα στα οικοδομήματά της, μια μεγάλη πυραμίδα με μια φωτεινή κόκκινη σφαίρα στην κορυφή. Ένας ναός του Κρόνου. Η Ιερόγραφη είχε πολλούς ναούς, όχι μόνο του Κρόνου αλλά και άλλων, μικρότερων θεών. Των δύο θυγατέρων του και των τριών γιων του. Ναούς αφιερωμένους στη Ρασιλλώ, την Κυρά του Σιδήρου· και στην Καθμύρα, την Κυρά του Χρυσού. Στον Ηρώταλο, τον Επαΐοντα της Τεχνουργίας· στον Μηρμέδιο, τον Επαΐοντα της Ιατρικής· στον Ζερκάλδη, τον Επαΐοντα της Γραφής. Ακόμα και για τον τέταρτο γιο του Κρόνου υπήρχε ναός εδώ: για τον Χάροντα, τον Ανόφθαλμο, που είχε γεννηθεί με ένα μάτι και δουλειά του ήταν να μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών στο Έρεβος, και κανείς δεν έλεγε απερίσκεπτα το όνομά του γιατί θεωρείτο γρουσουζιά. Υπήρχαν, επιπλέον, ναΐσκοι για διάφορες νύμφες του Κρόνου και για ακόμα πιο ασήμαντους θεούς της Ρελκάμνια. Και η Ευγενία ήξερε πως στην Ιερόγραφη υπήρχαν και ναοί εξωδιαστασιακών θεών, όπου έρχονταν εξωδιαστασιακοί για να προσευχηθούν παρότι ήξεραν ότι οι θεοί τους καμια δύναμη δεν είχαν εδώ. Φήμες έλεγαν πως υπήρχαν μέχρι και υπόγειοι ή κρυμμένοι ναοί του Σκοτοδαίμονος στην Ιερόγραφη.

«Έχεις ξανάρθει σε τούτα τα μέρη;» ρώτησε η Ευγενία τον Αλκάμελ.

«Παλιότερα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Έχει τύχει να περάσω.»

«Ο Νόρενταμπ εδώ έγινε ιερέας του Κρόνου.»

«Δε με εκπλήσσει. Είναι σίγουρα το καλύτερο μέρος για να γίνεις ιερέας του Κρόνου, αν εξαιρέσεις την Ιερή Συνοικία.»

«Η Ιερόγραφη ήταν στο δρόμο του πριν από την Ιερή Συνοικία...»

«Και έμεινε καιρό εδώ;»

«Έτσι μου έχει πει. Αλλά όχι πολύ. Όταν τα καθήκοντα της ιεροσύνης τον κούρασαν, έφυγε. Το έριξε στον τζόγο.»

Ο Αλκάμελ ρουθούνισε. «Μ’αστείο μοιάζει, γαμώτο!»

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε απ’το πίσω κάθισμα.

Ο Αλκάμελ είπε, αλλάζοντας θέμα: «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κανένας που να ξέρει τι είν’ αυτό το γατί.»

Κι εγώ, σκέφτηκε η Ευγενία. Την παραξένευε που δεν είχε ξανασυναντήσει τέτοιο αιλουροειδές στα ταξίδια της. Είχε δει ένα σωρό αλλόκοτα πράγματα, και πολλά και διάφορα στοιχειακά πνεύματα της Ρελκάμνια· μα ποτέ έναν γάτο όπως τον Διαβολόγατο. Ήταν σαν να είχε πολλαπλούς εαυτούς που συνέκλιναν σε μία και μόνο μορφή. Ή σαν η μορφή του να έριχνε πολλαπλές αντανακλάσεις πάνω στην πραγματικότητα της Ρελκάμνια.

Μάλλον δεν θα βρω απαντήσεις σύντομα. Ό,τι κι αν είναι, είναι κάτι το σπάνιο, συλλογίστηκε η Ευγενία, καθώς οδηγούσε με τους προβολείς του τετράκυκλου οχήματος αναμμένους, διασχίζοντας τους δρόμους της Ιερόγραφης και ακολουθώντας την πιο σύντομη διαδρομή προς την Τετραφύλακτη, νότια.

Ο Αλκάμελ διάβαζε πάλι το Παλιά και Καινούργια Μυστήρια της Ρελκάμνια, και ρώτησε την Ευγενία: «Είναι αλήθεια ότι είστε κόρες του Κρόνου και της νύμφης Τελλένειρα;»

«Αν είμαστε, τότε εγώ δεν το ξέρω.»

«Γεννήθηκες από κανονικούς ανθρώπους;»

«Φυσικά.»

«Παράξενο.»

Η Ευγενία γέλασε. «Περίμενες νάχω ξεφυτρώσει από τη γη; Νάχω πέσει απ’τον ουρανό;»

«Ναι, κάτι τέτοιο... Όταν γεννήθηκες, δεν είδαν το σημάδι στο πόδι σου; Τι είπαν;»

«Δεν είχα σημάδι τότε. Μετά το απέκτησα.»

«Μετά;»

«Ναι. Όλες οι Θυγατέρες μετά το αποκτούν. Εμφανίζεται επάνω μας μαζί με... πολλές και διάφορες αισθήσεις. Είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή, πρέπει να σου πω. Στα όρια της παραφροσύνης. Και συνήθως πονάς. Από το σημάδι.»

Ο Αλκάμελ την κοίταζε συνοφρυωμένος.

Εκείνη κοίταζε τον δρόμο καθώς οδηγούσε. Οι γειτονιές που διέσχιζαν ήταν ήσυχες. Τα μαγαζιά και οι ναοί κλειστοί για τη νύχτα. «Αυτή είναι η κατάρα μας, Αλκάμελ. Το σημάδι στο πόδι μας πονάει. Γι’αυτό κιόλας δεν μπορούμε να μείνουμε πολύ πουθενά.»

«Δεν καταλαβαίνω...»

«Όταν μείνουμε κάπου για πολύ – όταν, γενικά, μείνουμε σε μια δεδομένη κατάσταση ύπαρξης για πολύ – το σημάδι αρχίζει να μας πονά. Και ο πόνος είναι πολύ δυνατός· δεν μπορούμε να τον αγνοήσουμε, ούτε να τον κάνουμε να σταματήσει. Παυσίπονα και τέτοια δεν πιάνουν – το ξέρω εκ πείρας. Κι έχω ακούσει πως υπάρχουν Θυγατέρες που δοκίμασαν να υπερβούν τον πόνο με χρήση μαγείας, αλλά ούτε αυτό έπιασε. Ο πόνος παύει μόνο όταν η Θυγατέρα φύγει από εκεί όπου βρίσκεται κι αρχίσει πάλι να περιπλανιέται στη Ρελκάμνια, ακολουθώντας τα σημάδια της Πόλης.»

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...» μουρμούρισε ο Αλκάμελ. «Καταλαβαίνω τώρα γιατί δεν είστε πλούσιες παρότι είστε αθάνατες.»

«Δε μπορούμε να κρατήσουμε πλούτο,» είπε η Ευγενία. «Ο πλούτος είναι μια δεδομένη κατάσταση ύπαρξης. Όταν ο πόνος στο πόδι μας ξεκινήσει, πρέπει ν’αφήσουμε την παλιά μας ζωή· πρέπει να κάνουμε κάτι καινούργιο.

»Αυτός είναι και ο λόγος που δεν μπορώ να ζήσω μαζί με τον Ρίκερελ,» πρόσθεσε με χαμηλωμένη φωνή. «Θα ήθελα να ζήσω μαζί του, αλλά δεν μπορώ. Έτσι, πρέπει να τον βλέπω σποραδικά, κατά περιόδους. Κι εκείνος μού αφήνει μηνύματα παντού στη Ρελκάμνια. Στους τοίχους. Όπου κάνει γκράφιτι. Τα βρίσκω· πάντα τα βρίσκω.

»Αλλ’ αυτό – το ότι δεν μπορώ να είμαι μαζί του – δεν αλλάζει τίποτα για εμένα. Θα πήγαινα οπουδήποτε για να του συμπαρασταθώ.»

«Το αποδεικνύεις τώρα,» παρατήρησε ο Αλκάμελ. Και πρόσθεσε: «Λυπάμαι, Ευγενία. Λυπάμαι για...» Κόμπιασε.

«Μην είσαι ανόητος,» είπε εκείνη. «Τέτοια είναι η ζωή των Θυγατέρων της Πόλης. Δεν είναι τίποτα το παράξενο.» Ορισμένες φορές, όμως, ευχόταν μέσα της τα πράγματα να ήταν διαφορετικά: να μπορούσε να μείνει με τον Ρίκερελ για πολλά χρόνια, να γεράσει μαζί του· να ζωγραφίζουν οι δυο τους γκράφιτι στους δρόμους της Ατέρμονης Πολιτείας μέχρι που να τους έχουν γεμίσει όλους, απ’τη μια άκρη ώς την άλλη· να κάνουν έρωτα χωρίς να χρειάζεται να σκέφτεται ότι ίσως αυτή να ήταν η τελευταία φορά που τον είχε στην αγκαλιά της...

Δύο ώρες είχαν περάσει περίπου όταν έφτασαν μπροστά σε μια ψηλή πύλη του πελώριου τείχους της Τετραφύλακτης, το οποίο τη χώριζε από την Ιερόγραφη και από άλλες συνοικίες, κυκλώνοντάς την. Ήταν πανύψηλο – πιο ψηλό από εικοσαώροφη πολυκατοικία – καμωμένο από πέτρες και μέταλλα, γεμάτο διάφορους τεχνικούς εξοπλισμούς, επάλξεις, εξώστες, και όπλα. Οι άνθρωποι της Τετραφύλακτης έπαιρναν πολύ σοβαρά την ασφάλεια της περιοχής τους, και όχι αδικαιολόγητα, ίσως. Η Ιερόγραφη μπορεί να ήταν μια ήρεμη συνοικία, μα στα βορειοανατολικά τους βρίσκονταν τα Άνομα Λημέρια, και στα ανατολικά βρισκόταν η Μεγαλόκρουστη ενώ στα νότια και νοτιοανατολικά η Ισόμοιρη – δύο συνοικίες που ήταν γνωστές για τις πολεμοχαρείς νοοτροπίες τους. Η Μεγαλόκρουστη έπρεπε να αναπτύξει μια τέτοια λογική, καθώς κι αυτή είχε τα Άνομα Λημέρια στα βόρειά της. Η Ισόμοιρη είχε στα νότιά της τις Συνοικίες των Παλιών Ανθρώπων: μέρη όπου οι κάτοικοι είχαν παλιά έθιμα και συνήθειες, και πολλοί απ’αυτούς ήταν αρκετά άγριοι. Πίσω τους ήταν ένα πέρας της Ρελκάμνια που άκουγε στο όνομα ο Κρημνός. Η Μεγαλόκρουστη και η Ισόμοιρη είχαν συχνά συγκρούσεις μεταξύ τους, και, σύμφωνα μ’ό,τι είχε πει ο Νόρενταμπ προτού φύγουν από το Εμπορικό Κέντρο, τώρα πάλι βρίσκονταν σε πόλεμο οι δυο τους.

Η Ευγενία πλησίασε το όχημά της στην ψηλή πύλη του τείχους της Τετραφύλακτης. Δεν έκλεινε με μέταλλο, ούτε με καμια άλλη ύλη. Έκλεινε με ενέργεια. Και τώρα ήταν κλειστή. Το ενεργειακό πεδίο φαινόταν σαν μια θολούρα, σαν ένα ελαφρύ τρεμόπαιγμα του αέρα, όπως όταν κοιτάζεις πάνω από τις φλόγες μιας φωτιάς.

Η Ευγενία σταμάτησε το τετράκυκλό της μπροστά από την πύλη, και το τρίκυκλο της Γιολάντας σταμάτησε δίπλα της. Δεν απαγορευόταν να περάσεις τις πύλες της Τετραφύλακτης τη νύχτα (όχι, τουλάχιστον, από τη μεριά της Ιερόγραφης) αλλά έπρεπε να πληρώσεις. Η Ευγενία βγήκε από το όχημά της και πλησίασε την κονσόλα πλάι στην πύλη. Πάτησε μερικά πλήκτρα – ζητώντας, έτσι, άδεια για να περάσουν δύο οχήματα μετρίου μεγέθους, χωρίς εμπορεύματα – και μετά έβαλε μες στη θυρίδα ένα χαρτονόμισμα των είκοσι δεκάδιων. Καθώς επέστρεφε στο όχημά της, το ενεργειακό πεδίο διαλυόταν.

Οδήγησε κάτω από την πύλη, που το εσωτερικό της δεν ήταν μικρό· ήταν μια απόσταση γύρω στα πενήντα μέτρα. Το τείχος της Τετραφύλακτης είχε αξιοσημείωτο πάχος. Η σήραγγα φωτιζόταν από ενεργειακά φώτα, και οπλισμένοι φρουροί υπήρχαν σε διάφορα σημεία της, καθώς και μηχανικά συστήματα ασφαλείας: τηλεοπτικοί πομποί και πυροβόλα ελεγχόμενα από άλλα μέρη του τείχους. Και αόρατοι αισθητήρες και ανιχνευτές, ήταν βέβαιη η Ευγενία.

«Εδώ,» είπε ο Αλκάμελ, «δεν έχω ξανάρθει. Και δεν το μετανιώνω.»

Βγήκαν από την άλλη μεριά της πύλης και βρίσκονταν τώρα στους δρόμους της Τετραφύλακτης, που δεν διέφεραν και τόσο από τους δρόμους πολλών άλλων συνοικιών της Ατέρμονης Πολιτείας.

«Χρειαζόμαστε ξεκούραση,» είπε η Ευγενία. «Οδηγούμε τρεισήμισι ώρες, και η Γιολάντα είναι κουρασμένη.»

«Ούτε που της έχεις μιλήσει.»

«Το βλέπω στα πολεοσημάδια γύρω απ’το όχημά της. Δεν έχει συνηθίσει να οδηγεί βράδια· ούτε σε τόσο μεγάλες αποστάσεις. Αλλά κι εγώ, ούτως ή άλλως, θέλω να ξεκουραστώ.» Έστριψε σ’έναν δρόμο, ανέβηκε σε μια γέφυρα.

«Έχεις ξανάρθει στην Τετραφύλακτη;»

«Ναι. Αλλά για λίγο.»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός που είχε αγοράσει από το Εμπορικό Κέντρο κουδούνισε, πιασμένος πάνω στην κονσόλα του οχήματος. Η Ευγενία, βλέποντας πως ήταν η Γιολάντα, πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής.

«Ευγενία;» ήρθε η φωνή της γκαλερίστα απ’το μεγάφωνο.

«Ναι.»

«Θα σταματήσουμε κάπου; Ο Νόρενταμπ λέει πως θυμάται ένα–»

«Μας πηγαίνω σ’ένα πανδοχείο, Γιολάντα.»

«Εντάξει. Είναι μακριά;»

«Όχι.»

Το πανδοχείο ήταν στο πλάι της γέφυρας, μετά από πέντε χιλιόμετρα απόσταση, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Ονομαζόταν Στάση Ανάπαυσης. Η Ευγενία έβαλε το όχημά της στο γκαράζ του, και το τρίκυκλο της Γιολάντας την ακολούθησε. Πλήρωσαν τον φύλακα του γκαράζ και πήγαν στην τραπεζαρία του πανδοχείου, όπου ήταν συγκεντρωμένος αρκετός κόσμος. Από το ηχοσύστημα ακουγόταν ένα τραγούδι του συγκροτήματος Παλιομοδίτικες Ρυμοτομίες: Το Γέλιο των Ξένων. Η Ευγενία αμέσως «διάβασε» το μαγαζί από τα σημάδια που της έδινε η Πόλη. Αν και, βέβαια, το ήξερε από παλιά· είχε ξανάρθει εδώ. Αλλά δεν μπορούσε να μην το «διαβάσει». Τα πολεοσημάδια ήταν όπως μια γραπτή γλώσσα. Όταν τη γνωρίζεις, τη γνωρίζεις· δεν μπορείς να επιλέξεις να μην τη διαβάσεις. Η Στάση Ανάπαυσης τής έλεγε ότι συγκέντρωνε πολύ κόσμο· ότι ήταν κερδοφόρα επιχείρηση· ότι έρχονταν εδώ και ντόπιοι και περαστικοί· ότι ήταν ένα κατάστημα στο οποίο οι πελάτες είχαν μέτρια εμπιστοσύνη, λόγω της πολυκοσμίας του· ότι εδώ γίνονταν πολλές και διάφορες συναλλαγές, φανερές και σκιερές.

Η Ευγενία και οι σύντροφοί της κάθισαν σ’ένα τραπέζι, κι ένας σερβιτόρος ήρθε στιγμιαία για να πάρει παραγγελία. «Θα φάει και ο φίλος σας;» ρώτησε ρίχνοντας μια ματιά στον Διαβολόγατο, που ήταν κουλουριασμένος στα γόνατα της Ευγενίας.

«Φυσικά,» αποκρίθηκε εκείνη, χαμογελώντας στον σερβιτόρο.

Αφού ο άντρας πήρε παραγγελία, αποχώρησε από το τραπέζι τους.

Ο Νόρενταμπ είπε: «Αισθάνομαι δελεασμένος.» Κοίταζε προς τη μεριά ενός τραπεζιού γύρω απ’το οποίο τζογαδόροι ήταν συγκεντρωμένοι παίζοντας Πιάσε τον Κλέφτη – ένα παιχνίδι με ζάρι και τράπουλα, που πάντα παιζόταν με λεφτά. Επάνω στο τραπέζι χαρτονομίσματα, κέρματα, και τραπουλόχαρτα ήταν απλωμένα.

«Δεν έχουμε ανάγκη από χρήματα,» είπε η Ευγενία.

«Δεν το κάνεις πάντα για τα λεφτά,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ, φιλοσοφικά, «αλλά και για τη χαρά της δραστηριότητας.»

Η Γιολάντα τού έπιασε το χέρι. «Και την άλλη φορά, με τους Χρυσοκέντητους, έτσι έμπλ–»

«Αυτοί είναι κάτι τυχαίοι τύποι του δρόμου, αγάπη μου!» γέλασε ο Νόρενταμπ. «Ηρέμησε.» Τη φίλησε στο μάγουλο και πήγε προς το τραπέζι των τζογαδόρων.

«Χρειάζεστε έναν κλέφτη;» τους ρώτησε, γιατί στο Πιάσε τον Κλέφτη πάντα κάποιος έκανε τον κλέφτη.

«Προσφέρεσαι;» είπε ένας απ’αυτούς – γαλανόδερμος και αλλήθωρος.

«Ναι.»

«Ωραία. Γιατί είχα βαρεθεί να με πιάνουν.»

Δυο από τους άλλους γέλασαν.

Χρήματα άλλαξαν χέρια γύρω απ’το τραπέζι, και μετά μια γυναίκα μοίρασε την τράπουλα. Ζάρια έπεσαν.

Ο σερβιτόρος επέστρεψε στο τραπέζι της Ευγενίας φέρνοντας ένα μέρος του φαγητού που του είχαν παραγγείλει, και μετά ήρθε ξανά για να φέρει το υπόλοιπο. «Ο φίλος σας έφυγε;» ρώτησε.

«Παίζει,» είπε η Ευγενία, ρίχνοντας ένα βλέμμα στους τζογαδόρους. «Αλλά θα γυρίσει.»

«Να τους προσέχετε αυτούς,» την προειδοποίησε ο σερβιτόρος. «Έχουν κακή φήμη σε τούτα τα μέρη· δεν είναι περαστικοί.»

Η Ευγενία ένευσε. Το είχε καταλάβει ήδη – το είχε διακρίνει στα πολεοσημάδια – αλλά δεν είχε πει τίποτα στον Νόρενταμπ. Του είχε εμπιστοσύνη. Μπορεί να είχε κάνει μια βλακεία και να είχε μπλέξει με τους Χρυσοκέντητους μα δεν ήταν χαζός.

Ο σερβιτόρος έφυγε.

Η Γιολάντα είπε: «Ίσως θα έπρεπε να–»

«Όχι,» τη διέκοψε η Ευγενία, καταλαβαίνοντας τι θα πρότεινε. «Ξέρει τι κάνει. Και, ύστερα από τόσο καιρό στη φυλακή, θέλει σίγουρα να εκτονωθεί. Έτσι είναι ο Νόρενταμπ.»

Αλλά η Γιολάντα έδειχνε ανήσυχη καθώς άρχιζε να τρώει.

Ο Διαβολόγατος είχε κατεβεί από τα γόνατα της Ευγενίας και είχε τη μουσούδα του μέσα στο μπολ με το φαγητό που ο σερβιτόρος είχε ακουμπήσει στο πάτωμα, πλάι στο τραπέζι.

Η Ευγενία παρατήρησε προς στιγμή μια... παράξενη κίνηση στα πολεοσημάδια του χώρου, όπως κανείς θα παρατηρούσε μια μικρή αλλαγή στο ρεύμα ενός ποταμού ή στους κυματισμούς της θάλασσας. Συνοφρυώθηκε. Κάποιος θα ερχόταν... κάποιος που ίσως να μην ήταν ασήμαντος για εκείνη...

Από την είσοδο της τραπεζαρίας μπήκε μια γυναίκα ντυμένη με καφετιά κάπα, κάτω από την οποία φορούσε πανωφόρι, εφαρμοστό μαύρο παντελόνι, και γκρίζες μπότες. Η κουκούλα ήταν ριγμένη στους ώμους της. Το δέρμα της ήταν κόκκινο, τα μαλλιά της μαύρα, σγουρά, και κομμένα κοντά. Στάθηκε κι έριξε μια ματιά ολόγυρα στην τραπεζαρία.

Το βλέμμα της συναντήθηκε με το βλέμμα της Ευγενίας. Όχι τυχαία, ήταν βέβαιη η Θυγατέρα της Πόλης. Πολεοτύχη. Αισθανόταν πως βρισκόταν στον σωστό τόπο, στον σωστό χρόνο.

Η γυναίκα ήρθε προς το τραπέζι της, αν και με κάποια επιφύλαξη στο βάδισμά της.

Ο Αλκάμελ τη λοξοκοίταξε καθώς έτρωγε.

Η Ευγενία τη ρώτησε: «Τι θέλεις;»

«Συγνώμη,» είπε η γυναίκα, «αλλά θα σας ενδιέφερε, μήπως, να αγοράσετε έναν εκπαιδευμένο πνευματοβόρο;»

«Τι είν’ αυτό;» μόρφασε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία τού έκανε νόημα να μην παρέμβει. Γνώριζε τι ήταν ο πνευματοβόρος. «Τον έχεις μαζί σου;» ρώτησε τη γυναίκα.

«Ναι.»

«Δικός σου;»

«Είμαι του τάγματος των Διαλογιστών. Τον εκπαίδευσα η ίδια.»

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε και πήδησε στα γόνατα της Ευγενίας, ατενίζοντας τη μάγισσα, με τα ανομοιόχρωμα μάτια του, σαν να είχε επάνω της κάτι που τον τρόμαζε. Η Ευγενία τον χάιδεψε στη ράχη, νιώθοντάς τον τσιτωμένο. Πρέπει να διαισθανόταν την παρουσία του πνευματοβόρου.

«Συμπαθητικός γάτος,» παρατήρησε η κοκκινόδερμη μάγισσα, κοιτάζοντας τον αίλουρο λιγάκι παραξενεμένη.

«Δεν είναι σαν τους περισσότερους που ξέρεις.»

Η μάγισσα την ατένισε ερωτηματικά.

«Διαισθάνεται τον πνευματοβόρο σου,» είπε η Ευγενία.

«Αποκλείεται. Βρίσκεται σε αδρανή κατάσταση.»

«Δεν είναι ένας συνηθισμένος γάτος.»

«Τι είναι;» Η μάγισσα τράβηξε μια καρέκλα από δίπλα και κάθισε κοντά στην Ευγενία.

«Αυτό,» είπε η Ευγενία συνεχίζοντας να χαϊδεύει τον Διαβολόγατο, «θα ήθελα να το μάθω.»

«Πληρώνεις;»

«Για να τον ερευνήσεις;»

«Ναι.»

Η Ευγενία έριξε ένα βλέμμα στον Αλκάμελ. Εκείνος ήταν που είχε τα περισσότερα λεφτά εδώ. Και τώρα είπε: «Εξαρτάται. Πόσο θα κοστίσει;»

Η μάγισσα αποκρίθηκε: «Βασικά, τον πνευματοβόρο θέλω να πουλήσω. Αυτός θέλω να ξέρω αν σας ενδιαφέρει. Χρειάζομαι τα λεφτά. Τον πουλάω χίλια δεκάδια. Λογική τιμή, πιστεύω.»

«Τι στα μυαλά του Σκοτοδαίμονος είναι ο πνευματοβόρος;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Ο φίλος σου δεν ξέρει,» είπε η μάγισσα στην Ευγενία, «αλλά εσύ ξέρεις. Έχεις ξαναχρησιμοποιήσει;»

«Μια φορά. Δοκιμαστικά.»

«Θα τον αγοράσεις, λοιπόν;»

«Πες μου πρώτα τι διακρίνεις στον γάτο μου.»

«Πενήντα δεκάδια,» ζήτησε η μάγισσα.

Η Ευγενία έγνεψε στον Αλκάμελ. Εκείνος έβγαλε μερικά χαρτονομίσματα και τα έδωσε στη μάγισσα. Δε μπορούσε να πει όχι στην Ευγενία· της χρωστούσε.

Η Διαλογίστρια μουρμούρισε μαγικά λόγια και διέγραψε σύμβολα με τα δάχτυλά της, ατενίζοντας επίμονα τον Διαβολόγατο που είχε κουλουριαστεί μες στην αγκαλιά της Ευγενίας.

Τελικά η μάγισσα είπε: «Δε βρίσκω τίποτα το ιδιαίτερο επάνω του. Αν και... μου προκαλεί μια περίεργη αίσθηση.»

«Σίγουρα έχει κάτι το διαφορετικό,» επέμεινε η Ευγενία.

«Πώς το ξέρεις;»

«Το ξέρω.»

«Μπορεί να είναι τυχαίο που τον τρομάζω· μπορεί να μη διαισθάνεται τον πνευματοβόρο.»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι. «Τον πνευματοβόρο διαισθάνεται.»

Η μάγισσα αναστέναξε. «Τότε, ίσως θα έπρεπε να βρεις κάποιον για να κάνει Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως. Μόνο έτσι μπορεί να εντοπιστεί κάτι – αν όντως υπάρχει κάτι για να εντοπιστεί.»

«Εσύ δεν ξέρεις τη Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως;»

«Είναι πολύ εξειδικευμένη. Πρέπει να μιλήσεις σε κάποιον του τάγματος των Ερευνητών.»

Ο Αλκάμελ είπε: «Τα πενήντα δεκάδιά μας τσάμπα τα πήρες, δηλαδή;»

«Έκανα αυτό που μου ζητήσατε!» αποκρίθηκε αμέσως η μάγισσα. «Δε φταίω εγώ που ο γάτος σας δεν έχει επάνω του τίποτα το παράξενο.

»Σας ενδιαφέρει τώρα ο πνευματοβόρος ή όχι;» ρώτησε την Ευγενία.

«Με ενδιαφέρει,» είπε εκείνη. Στη Νερ Έρντεραγ θα της χρειαζόταν ό,τι όπλο μπορούσε νάχει στη διάθεσή της.

«Πρέπει να κλείσουμε δωμάτιο για να σ’τον μεταβιβάσω. Ή έχεις ήδη κλείσει;»

«Δεν έχω, αλλά θα κλείσουμε.»

«Μισό λεπτό,» παρενέβη ο Αλκάμελ. «Μιλάμε τώρα για χίλια δεκάδια; Τι είναι αυτός ο πνευματοβόρος;»

«Μπορεί να μας φανεί χρήσιμος,» του είπε η Ευγενία. «Είναι ένα είδος πνευματικής οντότητας. Αρκετά επικίνδυνης. Εκτός αν είναι εκπαιδευμένη. Κρύβεται επάνω σου σαν δερματοστιξία. Στο χέρι σου. Θυμίζει φίδι, αλλά δεν είναι υλικός. Όταν τον αμολήσεις, επιτίθεται για να τραφεί από την ψυχική ενέργεια του στόχου. Πολύ σπάνια τον σκοτώνει, όμως τον εξαντλεί τρομερά. Εκεί όπου πηγαίνουμε ίσως να μας χρειαστεί, Αλκάμελ.»

Ο Αλκάμελ αναστέναξε. «Εντάξει,» είπε. Αν μη τι άλλο, του είχε κινήσει την περιέργεια με τα λόγια της. Αυτές οι Θυγατέρες της Πόλης ήταν όλο παράδοξα. Και χίλια δεκάδια, σκέφτηκε, δεν είναι πολλά για τη βοήθεια που μου πρόσφερε ώστε να δραπετεύσω από το Δεσμωτήριο. «Πάμε να κλείσουμε δωμάτιο.»

*

Ανέβηκαν στον πρώτο όροφο του πανδοχείου, οι τρεις τους – ο Αλκάμελ, η Ευγενία, και η μάγισσα που ονομαζόταν Σαρλότ’χοκ. Μπήκαν στο δωμάτιο που είχαν μόλις νοικιάσει.

«Τα λεφτά πρώτα,» ζήτησε η Σαρλότ.

«Διακόσια,» είπε ο Αλκάμελ, «και τα υπόλοιπα μετά.»

«Τα έχεις όλα επάνω σου;»

«Εδώ είναι.» Της έδειξε μια δεσμίδα με χαρτονομίσματα.

«Εντάξει.» Πήρε τα διακόσια και, έπειτα, άρχισε να γδύνεται, βγάζοντας την κάπα της, το πανωφόρι, και μια μπλούζα που φορούσε από μέσα. Κάτω από τη μπλούζα ήταν ντυμένη μ’ένα μαύρο αμάνικο μπλουζάκι που άφηνε τα χέρια της εκτεθειμένα. Επάνω στο δεξί, από τον ώμο ώς τα μέσα του πήχη, υπήρχε μια μακριά σπειροειδής δερματοστιξία που θύμιζε φίδι κι έμοιαζε με σκιά.

Δεν ήταν, όμως, δερματοστιξία, όπως πολύ καλά γνώριζε η Ευγενία. Ήταν ο πνευματοβόρος. Γδύθηκε κι εκείνη από τη μέση κι επάνω, μένοντας με τον στηθόδεσμό της. Άπλωσε το δεξί της χέρι προς τη μάγισσα.

«Ξέρεις τη διαδικασία,» παρατήρησε η Σαρλότ’χοκ.

«Σου είπα: έχω ξαναδοκιμάσει να φέρω πνευματοβόρο επάνω μου.»

«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα τι είναι ο πνευματοβόρος,» είπε η Σαρλότ’χοκ. «Είμαι τυχερή που σε συνάντησα τόσο γρήγορα. Μπαίνοντας στη Στάση Ανάπαυσης, αμφέβαλλα αν θα έβρισκα κανέναν που να ενδιαφέρεται. Αλλά πού αλλού να πήγαινα μες στη νύχτα; Βιάζομαι. Θέλω τα λεφτά τώρα.» Άπλωσε το δεξί της χέρι, ενώνοντάς το με το δεξί χέρι της Ευγενίας. Τα δάχτυλά τους μπλέχτηκαν, δυνατά. «Πρέπει να έχεις γνωστούς που είναι μάγοι, σωστά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε μόνο η Θυγατέρα της Πόλης.

«Θα νιώσεις μια περίεργη κίνηση επάνω σου–»

«Το ξέρω. Επάνω στη σάρκα μου κι επάνω στην ψυχή μου.»

Η μάγισσα ένευσε. «Η διαδικασία μεταφοράς θα κρατήσει καμια ώρα,» την πληροφόρησε διαδικαστικά, «ώστε να μάθει ο πνευματοβόρος καλά ότι θα είσαι η νέα του αφέντρα τώρα. Αν η διαδικασία διακοπεί πρόωρα... μπορεί να έχουμε άσχημο επεισόδιο. Μπορεί ο πνευματοβόρος να μας ξεφύγει.» Και προς τον Αλκάμελ: «Εσύ θα πρέπει να φροντίσεις ότι κανείς δεν θα μας διακόψει.»

«Εντάξει.»

Η Ευγενία και η Σαρλότ’χοκ κάθισαν στην άκρη του κρεβατιού. Η μάγισσα τραγούδησε λόγια στη γλώσσα της μαγείας, ατενίζοντας την Ευγενία στα μάτια. Η Ευγενία δεν απομάκρυνε το βλέμμα της από το βλέμμα της Σαρλότ, γνωρίζοντας πως ήταν απαραίτητο για τη Μαγγανεία Πνευματικής Μεταβιβάσεως. Η ίδια δεν ήξερε πώς να κάνει αυτή τη μαγγανεία – δεν ήξερε τόσο περίπλοκες μαγείες – αλλά είχε πολλές θεωρητικές γνώσεις για μαγγανείες και ξόρκια.

Ο Αλκάμελ στεκόταν κοντά στην πόρτα του δωματίου, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του, παρατηρώντας τις δύο γυναίκες αμίλητος.

Η Σαρλότ’χοκ υποτονθόρυζε μαγικά λόγια για κανένα δεκάλεπτο ενώ εξακολουθούσε να έχει τα μάτια της εστιασμένα στα μάτια της Ευγενίας. Ύστερα σώπασε αλλά δεν απομάκρυνε το βλέμμα της. Η Ευγενία δεν αισθανόταν ακόμα τίποτα παράξενο, μα γνώριζε πως η Σαρλότ εργαζόταν πνευματικά και ψυχικά. Και, όταν άλλα πέντε λεπτά είχαν περάσει (η Ευγενία είχε πολύ καλή αίσθηση του χρόνου), ένιωσε ένα γαργαλητό επάνω στη δεξιά της γροθιά που τα δάχτυλά της ήταν πλεγμένα με τα δάχτυλα της Σαρλότ. Και συγχρόνως αισθάνθηκε ένα διαφορετικού είδους γαργαλητό στην ψυχή της. Η μεταφορά του πνευματοβόρου είχε ξεκινήσει.

Ο Αλκάμελ, που στεκόταν και κοίταζε τις γυναίκες, είδε τη μακριά, σπειροειδή σκιά να μετακινείται επάνω στο κοκκινόδερμο χέρι της μάγισσας, να κατεβαίνει, να γλιστρά προς τον καρπό, να περνά από τη γροθιά, και ν’ανεβαίνει, αργά, στη γροθιά της Ευγενίας. Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος... σκέφτηκε ο Αλκάμελ. Θα φρικάρω.

Η ώρα κυλούσε, και οι γυναίκες είχαν τα βλέμματά τους διασταυρωμένα, ενώ το φίδι ανέβαινε ολοένα και πιο ψηλά πάνω στο χρυσόδερμο χέρι της Ευγενίας, φεύγοντας από το χέρι της Σαρλότ’χοκ. Η μάγισσα, κάπου-κάπου, υποτονθόρυζε παράξενα λόγια, αλλά συνήθως ήταν σιωπηλή. Υπήρχε, όμως, τρομερή ένταση στην όψη της, σαν κάθε νεύρο του σώματός της να ήταν τεντωμένο, σαν το μυαλό της να φλεγόταν από υπερδιέγερση.

Ο Αλκάμελ δεν ήξερε ακριβώς πόση ώρα είχε περάσει, όταν ένας χτύπος ακούστηκε από την πόρτα του δωματίου, αλλά η Ευγενία καταλάβαινε ότι είχε περάσει μισή ώρα. Μη βλέποντας τα πολεοσημάδια δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει για να μαντέψει ποιος ήταν, αλλά υπέθετε ότι μάλλον ήταν η Γιολάντα ή ο Νόρενταμπ.

Ο Αλκάμελ στράφηκε και μισάνοιξε την πόρτα.

«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε ο Νόρενταμπ.

«Δε σου είπε η Γιολάντα;»

«Μου είπε, αλλά δεν πολυκατάλαβα.»

«Δε θέλουν να τις ενοχλήσεις.» Ο Αλκάμελ παραμέρισε προς στιγμή, ώστε ο τζογαδόρος να τις δει εκεί όπου κάθονταν, στην άκρη του κρεβατιού, με τα δάχτυλά τους ενωμένα και με το σκιερό φίδι να βρίσκεται κατά το ήμισυ στο χέρι της Σαρλότ’χοκ και κατά το άλλο ήμισυ στο χέρι της Ευγενίας.

«Εντάξει,» είπε ο Νόρενταμπ, κι έφυγε.

Ο Αλκάμελ έκλεισε την πόρτα.

Οι γυναίκες δεν είχαν κουνηθεί από τη θέση τους· η Σαρλότ’χοκ μόνο υποτονθόρυζε πάλι κάποια λόγια.

Η Ευγενία αισθανόταν κάτι να σέρνεται πάνω στο δεξί της χέρι και, συγχρόνως, κάτι να αγκαλιάζει την ψυχή της σαν να ήθελε να τη γνωρίσει. Δεν προσπάθησε να το απομακρύνει· αν το έκανε, θα χαλούσε τη μαγγανεία. Το αγκάλιασε κι εκείνη· το πήρε κοντά της. Και η πνευματική οντότητα φάνηκε να τη συμπαθεί.

Όταν καμια ώρα είχε περάσει, το γαργαλητό στο χέρι της είχε πάψει, αλλά ένιωθε ένα ελαφρύ βάρος εκεί, όπως το βάρος ενός μανικιού, τίποτα περισσότερο. Και μες στην ψυχή της αισθανόταν μια φιλική παρουσία που ήταν, ταυτόχρονα, υποτελής σ’εκείνη. Μπορούσε να την προστάξει, απλά και μόνο με τη βούλησή της.

Η Σαρλότ’χοκ ξέμπλεξε τα δάχτυλά της από τα δάχτυλα της Ευγενίας. Η Ευγενία κοίταξε το χέρι της, λυγίζοντάς το και νιώθοντάς το μουδιασμένο. Επάνω του ήταν τυλιγμένη σπειροειδώς η σκιά του πνευματοβόρου.

Η Σαρλότ σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και φόρεσε τη μπλούζα της. «Πρέπει να τον τρέφεις κάπου-κάπου,» είπε. «Τουλάχιστον δυο φορές τον μήνα, αλλιώς θα προσπαθήσει να τραφεί από εσένα· και τότε, ή θα καταφέρεις να τον αποτινάξεις και να τον διώξεις, ή θα σε μασήσει και θα φύγει – δε θα σε βλέπει πια ως αφέντρα του.»

«Τι εννοείς ‘θα τη μασήσει’;» απόρησε ο Αλκάμελ.

«Θα τραφεί από την ψυχική της ενέργεια,» είπε η Σαρλότ. «Δε θα τη σκοτώσει, κατά πάσα πιθανότητα. Αλλά μπορεί να κάνει καιρό μέχρι να συνέλθει.» Φόρεσε το πανωφόρι της.

«Κι αν θέλει να το διώξει κάποια στιγμή αυτό το πράγμα; Αν δεν το χρειάζεται πια;»

«Θα πρέπει να βρει έναν μάγο πρόθυμο να κάνει Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως.» Η Σαρλότ’χοκ φόρεσε την κάπα της, την έδεσε μπροστά της. «Τώρα θα ήθελα την υπόλοιπη αμοιβή μου.»

Ο Αλκάμελ κοίταξε την Ευγενία. Εκείνη ένευσε δίχως δισταγμό, ενώ έβαζε τα ρούχα της. Ο Αλκάμελ έδωσε στη μάγισσα τα οχτακόσια δεκάδια που της χρωστούσε. «Ελπίζω να αξίζει τα λεφτά του.»

«Σοβαρολογείς;» είπε εκείνη. «Είναι πνευματοβόρος. Όπου νάναι τους βρίσκεις, νομίζεις;»

«Τι να σου πω, δεν ξέρω από τέτοια.»

«Για να πάρεις εκπαιδευμένο πνευματοβόρο, κανονικά πληρώνεις τουλάχιστον δυόμισι χιλιάδες δεκάδια.»

«Τέλος πάντων.»

«Σ’ευχαριστούμε,» είπε η Ευγενία στη Σαρλότ’χοκ.

«Εγώ ευχαριστώ,» αποκρίθηκε η μάγισσα, κι ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου έφυγε.

«Είσαι σίγουρη ότι δεν έκανες μαλακία;» ρώτησε ο Αλκάμελ την Ευγενία.

«Στη Νερ Έρντεραγ δεν ξέρω τι μπορεί να μου χρειαστεί, Αλκάμελ,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά σκέψου: αν όλα εκεί λειτουργούν με ψυχική ενέργεια – ‘ψυχόδραση’, όπως μας την είπε ο Νόρενταμπ – ο πνευματοβόρος αναμφίβολα θα μπορεί να μας βοηθήσει ν’αντιμετωπίσουμε διάφορα προβλήματα. Ακόμα και μηχανήματα θα μπορεί να απενεργοποιήσει, υποθέτω, ρουφώντας τους την ψυχόδραση.»

«Δεν έχεις άδικο,» παραδέχτηκε ο Αλκάμελ. «Έτσι πιστεύω, τουλάχιστον. Δηλώνω πλήρη ασχετοσύνη περί του θέματος.»

Η Ευγενία μειδίασε. «Πάμε κάτω,» είπε.

(δ΄)

Σηκώθηκε όσο πιο νωρίς μπορούσε. Το σώμα του και το μυαλό του χρειάζονταν ξεκούραση, αλλά και η παράξενη υπόθεση της κυκλοικίας χρειαζόταν έρευνα. Έβγαλε μερικά βιβλία από την αρκετά μεγάλη βιβλιοθήκη του κι άρχισε να ψάχνει στα ευρετήρια, αναζητώντας κάτι – κάποια λέξη, κάποια φράση – που μπορεί να τον καθοδηγούσε στη σωστή σελίδα: τη σελίδα που, ήλπιζε, θα του έδινε μια ιδέα για το τι ήταν τα παράξενα πλάσματα που είχε συναντήσει χτες βράδυ.

Τίποτα δεν ανακάλυψε. Τα βιβλία τού έμοιαζαν τελείως άσχετα με το θέμα. Σε κανένα δεν υπήρχε καμία αναφορά σε όντα που βουτούσαν μέσα στους τοίχους των οικοδομημάτων της Μεγάλης Χώρας. Ο Κλάρεμαντ ακούμπησε την πλάτη του κουρασμένα στην πολυθρόνα του γραφείου του. Άναψε το τρίτο τσιγάρο και φύσηξε, εκνευρισμένα, καπνό προς το ταβάνι.

Πρέπει να ψάξω στο Κέντρο, σκέφτηκε. Αλλά πρώτα ας έβλεπε μήπως κανένας απ’τους γνωστούς του οικομύστες είχε συναντήσει τίποτα παρόμοιο. Όχι πως το θεωρούσε πιθανό, δηλαδή...

Ανοίγοντας τον επικοινωνιακό δίαυλο του διαμερίσματός του, κάλεσε τον Ρέσιλκοντ, που ήταν φίλος του.

«Καλημέρα, ρε· τι κάνεις;»

«Όλα καλά.»

«Ξέρεις τι θέλω να σε ρωτήσω;... Είναι περίεργο – θα τρελαθείς – αλλά άκου τι συνάντησα χτες βράδυ στην κυκλοικία που έχω αναλάβει.» Και του διηγήθηκε το περιστατικό με τα πλάσματα που έβγαιναν από τους τοίχους.

«Το έχεις αναφέρει στο Γραφείο του Άριστου Κυβερνήτη;»

«Χτες βράδυ, σου λέω, έγινε. Μόνο μ’εσένα το έχω συζητήσει και με μια δημοσιογράφο.»

«Τι δημοσιογράφο;»

Ο Κλάρεμαντ γέλασε. «Δε θα το πιστέψεις ποια... Τέλος πάντων· τυχαία τη συνάντησα, και δεν είν’ αυτή το θέμα.»

«Ποια είναι, ρε;»

«Η Σολεράτ, που βγαίνει στην Καρδιά της Μεγάλης Χώρας.»

«Τι λες, ρε; Με δουλεύεις; Τι έκανε εκεί; Για την κυκλοικία είχε έρθει;»

«Τυχαία τη συνάντησα, σου λέω. Είχε χαθεί στους δρόμους τριγύρω. Τέλος πάντων. Εκείνο που θέλω να σε ρωτήσω είναι αν έχεις ξανακούσει για τέτοια πλάσματα.»

«Σαν αυτά που είδες να βγαίνουν απ’τους τοίχους;»

«Δε συνάντησα και άλλα.»

Ο Ρέσιλκοντ αποκρίθηκε πως δεν ήξερε τίποτα για τέτοια όντα, φυσικά. Πρώτη φορά άκουγε γι’αυτά από τον Κλάρεμαντ. «Πρέπει να τα καταχωρήσεις στο Αρχείο του Κέντρου.»

«Μην ανησυχείς· θα το φροντίσουμε κι αυτό.»

Ύστερα από τον Ρέσιλκοντ, κάλεσε τη Βανμίρικ – οικομύστης κι αυτή, και φίλη του (αν και όχι τόσο καλή φίλη όσο ο Ρέσιλκοντ). Της είπε για τα πλάσματα που είχε συναντήσει και τη ρώτησε αν ήξερε τίποτα γι’αυτά. Αλλά η Βανμίρικ δεν είχε ιδέα. «Μην ξαναπάς εκεί μόνος σου,» του είπε. «Θα ερχόμουν μαζί σου, αλλά έχω τώρα αναλάβει την υπόθεση στη Μακριά Αλληλουχία» – την περιφέρεια που είχε πρόσφατα χτυπηθεί από ρεύμα της Αναδίπλωσης.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ· «δε νομίζω ότι είναι τόσο επικίνδυνα.»

«Παραλίγο να σε σκοτώσουν!»

«Δεν είχαν τέτοιο σκοπό.»

«Όπως και νάχει, καλύτερα να μην πας μόνο σου. Βρες ακόμα έναν οικομύστη. Ή, τουλάχιστον, δυο-τρεις μισθοφόρους. Βασικά, μερικούς μισθοφόρους θα ήταν συνετό να τους έχεις μαζί σου ούτως ή άλλως. Θα σ’τους δώσουν απ’το Γραφείο του Άριστου Κυβερνήτη, αν τους αναφέρεις το επεισόδιο.»

«Ναι,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Αυτό μάλλον θα το κάνω.»

Δε νόμιζε ότι είχε νόημα να καλέσει κανέναν άλλο· δεν πρόκειται να ήξεραν τίποτα. Πληκτρολόγησε τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα του Κέντρου των Οικομυστών και, όταν του ζητήθηκε στην οθόνη, πληκτρολόγησε τον προσωπικό του κώδικα για να μπει στο ευρετήριο του Αρχείου. Οι καταχωρήσεις που υπήρχαν ήταν, φυσικά, πάρα πολλές· δεν μπορούσε να τις ψάξει όλες. Ενεργοποίησε τη λειτουργία της αναζήτησης και έγραψε: ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΠΟΥ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ. Η απάντηση που έλαβε ήταν: ΚΑΜΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗ. Πώς αλλιώς μπορούσε να ψάξει γι’αυτά τα όντα; Πληκτρολόγησε στην αναζήτηση: ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΑ ΟΝΤΑ. Τώρα παρουσιάστηκαν κάποιες εγγραφές στην οθόνη. Ο Κλάρεμαντ τις κοίταξε μία-μία. Ορισμένες ήταν για περιπτώσεις που ήξερε ήδη. Καμια δεν είχε σχέση με τη δική του περίπτωση. Εκτός από μία, προς το τέλος της μεγάλης λίστας. Ο Κλάρεμαντ την είδε όταν ήταν πια σχεδόν έτοιμος να τα παρατήσει.

Η καταγραφή ήταν παλιά. Είχε γίνει από έναν οικομύστη που δεν ήταν πλέον ζωντανός. Ο τίτλος της ήταν: ΠΡΩΤΟΦΑΝΤΑ ΜΙΚΡΑ ΟΝΤΑ ΜΕ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΔΙΑ ΚΑΙ ΔΥΟ ΧΕΡΙΑ, ΟΜΟΙΑΖΟΝΤΑ ΜΕ ΕΝΤΟΜΑ. Ο Κλάρεμαντ άνοιξε την εγγραφή και διάβασε ότι ο οικομύστης είχε συναντήσει, σε μια τριγωνοικία της Διαυγούς Αντίληψης, δύο πλάσματα που θύμιζαν έντομα, δεν ήταν πάνω από τριάντα εκατοστά σε μήκος, είχαν τέσσερα πόδια, δύο χέρια, ανθρωποειδές κεφάλι, και ουρά σαν κατσαβίδι. Το δέρμα τους γυάλιζε με μια μεταλλική χροιά. Τα μάτια τους φώτιζαν σαν ψυχοδραστικές λάμπες.

«Αυτά είναι, γαμώτο!» μονολόγησε ο Κλάρεμαντ. «Αυτά είναι!» Σημείωσε σ’ένα χαρτί τον αριθμό της πλήρους αναφοράς του παλιού οικομύστη, και μετά κοίταξε και τις υπόλοιπες καταγραφές που απέμεναν στην οθόνη του, οι οποίες δεν ήταν πολλές. Καμια δεν τον ενδιέφερε.

Ο Κλάρεμαντ βγήκε από το Αρχείο του Κέντρου, απενεργοποίησε την οθόνη, και σηκώθηκε απ’το γραφείο του. Ντύθηκε, έφυγε από το διαμέρισμά του, πήρε τον ανελκυστήρα, κατέβηκε στο γκαράζ της σταυροικίας, μπήκε στο τετράκυκλο όχημά του, και κατευθύνθηκε προς τον Ταχύ Νου και το Κέντρο των Οικομυστών.

Στους δρόμους χάθηκε. Μα τον Κρόνο! Πώς είχε μπερδέψει έτσι τα σημάδια; Κατέληξε στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών ύστερα από καμια ώρα πάλης με τις κατευθύνσεις. Η αρχιτεκτονική της πόλης έμοιαζε να έχει ξαφνικά στραφεί εναντίον του· του φαινόταν πως όλες οι γωνίες βρίσκονταν σε λάθος σημεία, πως οι καθρέφτες που ήταν πάνω σε πολλούς τοίχους οικοδομημάτων αντανακλούσαν τα τελείως λάθος πράγματα. Ούτε αλλοδαπός να ήταν! Τσαντίστηκε με τον εαυτό του. Το μυαλό μου πρέπει νάναι αποπροσανατολισμένο από τις σκέψεις γι’αυτά τα πλάσματα!

Η Σολεράτ, που βρισκόταν στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών μαζί με το συνεργείο της, τον είδε μέσα στο ανοιχτό όχημά του και τον πλησίασε. «Τι κάνεις εδώ;» ρώτησε, χαμογελώντας.

«Δε χάνεσαι μόνο εσύ,» της είπε ο Κλάρεμαντ, σταματώντας τους τροχούς του.

«Πού πηγαίνεις; Θες βοήθεια;»

«Το μυαλό μου να συγκεντρώσω πρέπει. Βρήκα μια αναφορά για τα πλάσματα που συνάντησα χτες βράδυ.»

«Σοβαρά; Τι είναι;»

«Δεν ξέρω ακόμα. Αυτό ελπίζω να μάθω.»

«Θα σε καλέσω αργότερα, ίσως.»

«Εντάξει,» είπε ο Κλάρεμαντ, κι έβαλε πάλι τους τέσσερις τροχούς του σε κίνηση, φεύγοντας από την πλατεία. Αν η Σολεράτ δεν ήταν η δημοσιογράφος που ήταν, θα άρχιζε να νομίζει ότι τον προσέγγιζε ερωτικά. Και δεν ήταν καθόλου αντιπαθητική γυναίκα. Το μυαλό σου πάλι τρέχει αλλού. Παρακολούθα τα σημάδια! Ο Κλάρεμαντ είχε βρει τα σημάδια που ήξερε και δεν σκόπευε να τα ξαναχάσει. Και το γεγονός ότι τη βλέπω ερωτικά σημαίνει, μάλλον, ότι έχω πολύ καιρό να πάω με γυναίκα.

Ο Ταχύς Νους δεν ήταν μακριά από τους Φευγαλέους Συνειρμούς (την περιφέρεια όπου ανήκε η ομώνυμη πλατεία). Ο Κλάρεμαντ έφτασε στο Κέντρο σε δεκαπέντε λεπτά. Άφησε το όχημά του στο γκαράζ και πήγε στο Αρχείο, που ήταν μια τεράστια βιβλιοθήκη με αριθμημένα τμήματα και ράφια. Υπήρχαν πράγματα εδώ μέσα που ήταν παμπάλαια. Από τους πρώτους χρόνους της Μεγάλης Χώρας, έλεγαν ορισμένοι· από τότε που είχαν έρθει οι πρώτοι άνθρωποι στη Ρελκάμνια. Η βιβλιοθήκη ήταν ολόκληρη φτιαγμένη από το βασικό υλικό των οικοδομημάτων της Μεγάλης Χώρας – το βασικό υλικό που έμοιαζε με πέτρα μα κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν. Ο Κλάρεμαντ άγγιξε ένα σημείο της βιβλιοθήκης με το δεξί χέρι του – που ήταν ντυμένο, φυσικά, με ειδικό γάντι. Έστειλε το μυαλό του ν’αναζητήσει τον αριθμό της αναφοράς που έψαχνε μέσα στα ράφια, και δεν άργησε να βρει το μέρος. Πήρε το χέρι του από τη βιβλιοθήκη και βάδισε μέσα στον λαβύρινθό της. Έφτασε στο σωστό τμήμα και στο σωστό ράφι. Τεντώθηκε και τράβηξε το λεπτό βιβλίο ανάμεσα από δύο άλλους τόμους. Το πήρε μαζί του και κάθισε σ’ένα από τα γραφεία της αίθουσας ανάγνωσης, όπου βρίσκονταν κι άλλοι δύο οικομύστες οι οποίοι διάβαζαν. Ο Κλάρεμαντ άνοιξε το παλιό τομίδιο που η ράχη του έτριξε και σκόνη έπεσε από μέσα του.

Η αναφορά του παλιού οικομύστη είχε, ομολογουμένως, ενδιαφέρον. Και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για τα ίδια πλάσματα. Σε μια τριγωνοικία της Διαυγούς Αντίληψης, οδός τάδε και αριθμός τάδε (η οποία υπήρχε ακόμα, ασφαλώς· στη Μεγάλη Χώρα τα οικοδομήματα ήταν αιώνια), ο οικομύστης είχε πάει να ερευνήσει γιατί όλες οι τηλεπικοινωνιακές συσκευές προκαλούσαν προβλήματα. Μόλις οι κάτοικοι έκαναν να τις χρησιμοποιήσουν, αμέσως ρουφούσαν όλη την ψυχόδραση· πρακτικά αχρηστεύονταν. Και κανένας ψυχοτεχνουργός δεν μπορούσε να βρει το παραμικρό. Επομένως, η τριγωνοικία έφταιγε. Ο οικομύστης είχε πάει και την είχε ερευνήσει διεξοδικά.

Στην αναφορά του έγραφε:

Ποτέ πριν δεν είχα συναντήσει κάτι παρόμοιο. Οι ψυχοδραστικές δονήσεις του οικοδομήματος ήταν ένα πρωτόφαντο χάος. Δεν είχαν τη συνηθισμένη μορφή που έχουν σε μια τριγωνοικία, ούτε σε κανένα άλλο οικοδόμημα. Δεν υπήρχε καμια αίσθηση κατεύθυνσης. Αδυνατούσα να εντοπίσω από πού προερχόταν το πρόβλημα, μα, δίχως αμφιβολία, πρόβλημα υπήρχε!

Τέσσερις ημέρες και τέσσερις νύχτες πέρασα μέσα στην τριγωνοικία, προσπαθώντας να καταλάβω, να φτάσω σε κάποιο συμπέρασμα. Και από την πρώτη ημέρα κιόλας είχα αρχίσει να πειραματίζομαι με κάθε είδους τηλεπικοινωνιακή συσκευή. Δεν είχε σημασία αν ήταν πομποδέκτης που έρχεται σε επαφή με τηλεπικοινωνιακές συχνότητες, ή σταθερός δίαυλος ενωμένος με καλώδια· το ίδιο πρόβλημα παρουσιαζόταν παντού. Πλήρη απορρόφηση της ψυχόδρασης, με την ελάχιστη χρήση!

Την τέταρτη νύχτα γέμισα ένα ολόκληρο δωμάτιο με τηλεπικοινωνιακές συσκευές, πλήρως φορτισμένες, και τις ενεργοποίησα συγχρόνως.

Τότε ήταν που ο παλιός οικομύστης είχε δει τα παράξενα πλάσματα – η περιγραφή τους ήταν αναλυτική, και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν ακριβώς τα ίδια όντα που είχε αντικρίσει και ο Κλάρεμαντ. Αλλά δεν είχαν βγει μέσα από τους τοίχους. Σύμφωνα με την αναφορά του παλιού οικομύστη, είχαν βγει μέσα από τις τηλεπικοινωνιακές συσκευές! Δύο απ’αυτά είχαν ξετρυπώσει από τα μηχανήματα με εξωφρενικό τρόπο.

Ούτε ποντίκια δεν θα μπορούσαν να είχαν ξετρυπώσει έτσι! Αναρωτήθηκα αν έβλεπα παραισθήσεις. Και, αρχικά, δεν ήξερα τι να κάνω, πώς να αντιδράσω. Τα πλάσματα μού μίλησαν, σε μια γλώσσα χαμηλή και τσυριχτή, άγνωστη για εμένα τελείως. Στη συνέχεια, βυθίστηκαν πάλι μέσα στις τηλεπικοινωνιακές συσκευές, και η λειτουργία των μηχανισμών έγινε αλλόκοτη για τα επόμενα πέντε λεπτά. Κουδούνια χτυπούσαν, φωτάκια αναβόσβηναν, συρίγματα ακούγονταν, πλήκτρα πατιόνταν από μόνα τους!

Ύστερα απ’αυτό το περιστατικό, τα πλάσματα εξαφανίστηκαν και ο παλιός οικομύστης δεν τα ξαναείδε. Η τριγωνοικία θεραπεύτηκε. Όλες οι τηλεπικοινωνιακές συσκευές μέσα της άρχισαν να δουλεύουν κανονικά. Οι κάτοικοι ευχαρίστησαν τον οικομύστη, αλλά εκείνος είπε «Δεν έκανα τίποτα το σπουδαίο» και το εννοούσε. Πραγματικά, δεν ήξερε πώς είχε διώξει τα πλάσματα. Ίσως, υπέθετε, να είχαν βαρεθεί και να είχαν φύγει από μόνα τους. Ή να είχαν ολοκληρώσει όποια δουλειά κι αν είχαν εκεί.

Περατώνοντας την αναφορά μου, δεν μπορώ παρά να προσθέσω ότι αυτά τα όντα μού έφεραν στο νου τους μύθους για τους πολεοπλάστες. Θα ήταν, βέβαια, βιαστικό να τα ονομάσω «πολεοπλάστες» (δεν ξέρουμε καν αν υπάρχουν), όμως τι άλλο μπορεί να ήταν;

Πολεοπλάστες; σκέφτηκε ο Κλάρεμαντ. Τι ήταν οι πολεοπλάστες; Δεν είχε ξανακούσει γι’αυτούς. Αλλά ο παλιός οικομύστης τούς ανέφερε σαν να ήταν αρκετά γνωστός μύθος της εποχής του.

*

«Επιτέλους,» είπε η Σκιουργός, «βλέπουμε κάποια πρόοδο μ’αυτή την υπόθεση.» Βουτηγμένη στα ζεστά νερά του ατμόλουτρου, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν μισοκρυμμένα πίσω από τους ατμούς.

«Ο οικομύστης, Αρχόντισσά μου, είναι... πολύ απασχολημένος,» είπε ο Πολεοτέχνης αντίκρυ της. «Γι’αυτό, κυρίως, είχαμε δυσκολευτεί. Και η δημοσιογράφος, βέβαια, έχει πολλά στο μυαλό της. Αλλά ο οικομύστης ήταν το κύριο πρόβλημα. Η κυκλοικία με την οποία ασχολείται τελευταία τον έχει προβληματίσει πολύ. Είναι φανερό.»

Πίσω από τον Πολεοτέχνη που μιλούσε στέκονταν κι άλλοι. Μια πολεοσκόπος είπε: «Αρχόντισσά μου, ο οικομύστης ίσως να έχει καλό λόγο να είναι προβληματισμένος...»

Το χέρι της Σκιουργού έπαιξε με την επιφάνεια του νερού του ατμόλουτρου. «Τι σημαίνει αυτό, Γελράναπ; Έχεις κάτι να μας πεις;»

«Όλοι οι πολεοσκόποι το διακρίναμε, Αρχόντισσά μου. Κάτι... εξαιρετικά ασυνήθιστο συμβαίνει σ’εκείνη την κυκλοικία. Και, ώς τώρα, τα σημάδια γύρω της ήταν απλώς περίεργα· αλλά, το προηγούμενο βράδυ – το βράδυ που καταφέραμε να φέρουμε τη δημοσιογράφο κοντά στον οικομύστη – τα σημάδια ήταν... ακόμα πιο περίεργα. Διακρίναμε... παρουσίες που δεν έχουμε ξαναδιακρίνει.»

Τα μάτια της Σκιουργού γυάλισαν πίσω από τους ατμούς. «Τι παρουσίες, Γελράναπ;»

Αλλά ένας άλλος πολεοσκόπος ήταν που απάντησε: «Τα σημάδια μάς μαρτυρούσαν ότι παρουσίες βρίσκονται μέσα στους τοίχους της κυκλοικίας. Η Γελράναπ δεν τους έχει ξαναδεί, Αρχόντισσά μου, αλλά εγώ πιστεύω ότι...» Δίστασε να συνεχίσει.

«Τι πιστεύεις, Κέρκοναντ;» τον ώθησε η Σκιουργός.

«Πιστεύω ότι η κυκλοικία είναι γεμάτη με πολεοπλάστες.»

Πολεοπλάστες... μουρμούρισαν οι Πολεοτέχνες ολόγυρά του. Πολεοπλάστες... Ελάχιστοι τούς είχαν δει, μα όλοι τούς είχαν ακούσει. Οι Πολεοτέχνες δεν ήταν μια απλή συμμορία σαν άλλες της Μεγάλης Χώρας.

«Πολεοπλάστες, μέσα στους τοίχους της κυκλοικίας;» είπε η Σκιουργός.

«Έτσι νομίζω, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο Κέρκοναντ.

Η Σκιουργός γέλασε προς στιγμή. Ύστερα έμεινε σιωπηλή, και σιγή έπεσε στο δωμάτιο· κανένας δεν μιλούσε, κανένας δεν κουνιόταν. «Αυτό,» είπε τελικά, «μπορεί να έχει ενδιαφέρον.»

«Θα συνεχίσουμε κανονικά με τον οικομύστη και τη δημοσιογράφο;» ρώτησε ένας Πολεοτέχνης.

«Ασφαλώς. Τίποτα δεν αλλάζει.» Η Σκιουργός έκανε νόημα στη βοηθό της – μια Πολεοτέχνιδα που την υπηρετούσε στενά ετούτες τις ημέρες – να της φέρει το ποτήρι με την πορτοκαλάδα. Η κοπέλα υπάκουσε, και η Σκιουργός σύντομα το είχε στο χέρι της. Ήπιε μια γουλιά από το καλαμάκι. Κοίταξε τους Πολεοτέχνες αντίκρυ της. «Με την υπόθεση των δύο εταιρειών τι έγινε;»

«Είναι στα μαχαίρια, Αρχόντισσά μου, όπως είχατε προστάξει.» Ήταν πολύ πιο εύκολο να βάζεις ανθρώπους να τσακώνονται απ’το να ερωτεύονται.

Η Σκιουργός χαμογέλασε. «Μπορείτε να πηγαίνετε,» είπε, και ρούφηξε λίγη πορτοκαλάδα από το καλαμάκι.

*

Κάποιοι προσπαθούσαν να διώξουν τους ρευματοπαθείς από την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών. Έλεγαν πως προκαλούσαν προβλήματα· πως ήταν εστία ψυχικών μολύνσεων· πως ήταν πιθανοί εγκληματίες, κλέφτες· πως είχαν ήδη κάνει ζημιές τριγύρω· πως, έχοντας καταλάβει την πλατεία, την καθιστούσαν άχρηστη για οτιδήποτε άλλο – και η Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών ήταν πάντοτε χρήσιμη και όμορφη.

Οι άνθρωποι της πολιτείας που είχαν φέρει τους ρευματοπαθείς εκεί προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τους διαμαρτυρόμενους, και η Σολεράτ μίλησε με διάφορους, άλλοτε μεταδίδοντας την κουβέντα της στην Καρδιά της Μεγάλης Χώρας, άλλοτε χωρίς να τη μεταδίδει. Το κεφάλι της είχε φουσκώσει όταν το μεσημέρι ήρθε, και η υπόθεση του Κλάρεμαντ του οικομύστη ήταν μακριά από τις σκέψεις της. Ήθελε μόνο να ξεκουραστεί. Δεν πρότεινε καν στον Τερβόντ να έρθει μαζί της· τον συμπαθούσε αλλά δεν τον ήθελε πάντα κοντά της. Και σήμερα έμοιαζε κι εκείνος το ίδιο ζαλισμένος μ’αυτήν. Σε κάποια στιγμή, μερικοί είχαν προσπαθήσει να τον σπρώξουν για να τον απομακρύνουν – να μη μπορεί να μεταδώσει με τον τηλεοπτικό πομπό του ό,τι συνέβαινε – και μετά είχαν εξαφανιστεί μες στο πλήθος.

Η Σολεράτ ανέβηκε στο δίκυκλό της και έφυγε, κατευθυνόμενη προς το σπίτι της, διασχίζοντας τους δρόμους κι έχοντας πάντα κατά νου τα σημάδια που ήξερε για να μη χαθεί. Σε μια γωνία είδε κάτι καινούργιο, το οποίο παραλίγο να την αποπροσανατολίσει: μια μεγάλη τοιχογραφία που αναπαρίστανε μια σκιά ν’αγγίζει τον τοίχο με μεγάλα γάντια – ένας οικομύστης.

Οικομύστης; Τι να είχε ανακαλύψει, άραγε, ο Κλάρεμαντ; Παραλίγο να τον ξεχάσω τελείως.

Όταν ήταν στο διαμέρισμά της μέσα στη σφαιροικία, έκανε ένα ντους, διώχνοντας τον ιδρώτα της ημέρας από πάνω της, και μετά κάλεσε τον Κλάρεμαντ στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του με τον δικό της πομπό.

«Ναι;» άκουσε τη φωνή του.

Ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού της, τυλιγμένη πρόχειρα με μια μπλε ρόμπα, κοιτάζοντας την ψυχοδραστική μορφή του γύπα του Κρόνου στο ταβάνι. «Η Σολεράτ είμαι. Ελπίζω να μην καλώ ακατάλληλη ώρα.»

«Καθόλου ακατάλληλη. Ακόμα στο Κέντρο είμαι.»

«Το Κέντρο των Οικομυστών;»

«Ναι. Και βρήκα κάτι. Δε μου λες – έχεις υπόψη σου για κάποιους πολεοπλάστες;»

«Πολεοπλάστες;»

«Ναι, πολεοπλάστες.»

«Συμμορία είναι;»

«Το έχεις ξανακούσει ως λέξη;»

Η Σολεράτ προσπάθησε να θυμηθεί. Έτριψε το μέτωπό της, μορφάζοντας. «Δε νομίζω.»

«Πρέπει παλιά να υπήρχε κάποιος μύθος για τους πολεοπλάστες...»

«Και λοιπόν;»

«Τα πλάσματα που συνάντησα έτσι ονομάζονται.»

«Αυτοί είναι οι πολεοπλάστες;»

«Τουλάχιστον, έτσι υποθέτει ένας άλλος οικομύστης. Δυστυχώς, δεν είναι πια ζωντανός για να τον ρωτήσω.»

«Με μπέρδεψες,» παραδέχτηκε η Σολεράτ. «Θέλεις να έρθεις από το σπίτι μου, να μου τα πεις από κοντά;» Η υπόθεση την ενδιέφερε, και το ενδιαφέρον της (αλλά και το ντους που είχε κάνει) παραμέριζε την προηγούμενη κούρασή της. «Αν είσαι στο Κέντρο δεν είσαι μακριά μου.» Ο Ταχύς Νους ήταν ακριβώς νότια της Ευπρεπούς Νόησης.

«Έχεις φαγητό;»

«Μέχρι να έρθεις θα έχω.»

«Έρχομαι, τότε.»

Η τηλεπικοινωνία τους τερματίστηκε, και η Σολεράτ κάλεσε με τον πομπό της ένα τοπικό εστιατόριο για να παραγγείλει φαγητό.

Το γεύμα έφτασε πέντε λεπτά πριν από τον Κλάρεμαντ, και η Σολεράτ το είχε επάνω στο τραπέζι του σαλονιού όταν ο οικομύστης μπήκε στο σπίτι της. Ήταν τώρα ντυμένη με μια φαρδιά μαύρη μπλούζα κι ένα γκρίζο παντελόνι. Ξυπόλυτη. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν λυτά στους ώμους της.

«Κάθισε,» του είπε. «Τι ανακάλυψες;»

Ο Κλάρεμαντ κάθισε σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού, αφού έβγαλε το δερμάτινο πανωφόρι του το οποίο η Σολεράτ πήρε και κρέμασε στην κρεμάστρα. «Βρήκα την αναφορά ενός παλιού οικομύστη στο Αρχείο του Κέντρου.» Άναψε τσιγάρο και της διηγήθηκε όλα όσα είχε μάθει.

«Δεν καταλαβαίνω...» είπε η Σολεράτ. «Τα τηλεπικοινωνιακά μηχανήματα ήταν φτιαγμένα από γνωστά υλικά, δεν ήταν;»

«Υποθέτω. Δεν έγραφε τίποτα συγκεκριμένο γι’αυτό.» Ο Κλάρεμαντ είχε γεμίσει ένα πιάτο με ζυμαρικά σκεπασμένα με πηχτή σάλτσα λαχανικών και έτρωγε με όρεξη.

«Επομένως, τα πλάσματα αυτά δεν περνάνε μόνο μέσα από τους τοίχους των οικοδομημάτων που είναι φτιαγμένοι από άγνωστο υλικό...» είπε η Σολεράτ. «Σωστά;»

«Σωστά.»

«Αλλά πώς είναι δυνατόν να βγουν μέσα από έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό, για παράδειγμα; Θα έπρεπε να είναι πολύ μεγάλος...»

Ο Κλάρεμαντ κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω ότι ήταν πολύ μεγάλα τα μηχανήματα. Η αναφορά γράφει πως τα πλάσματα βγήκαν με τελείως παράδοξους τρόπους. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να μπορούσαν να βγουν. Ήταν σαν να αψηφούσαν την πραγματικότητα.»

«Και αυτός ο οικομύστης υποθέτει πως ήταν πολεοπλάστες...»

«Ναι, έτσι τους ονομάζει. Και σίγουρα υπάρχει κάποιος μύθος, Σολεράτ, αλλά είναι ξεχασμένος πια.»

Η Σολεράτ ήπιε μια γουλιά από το κρασί της, σκεπτική. Στο μυαλό της είχε έναν άνθρωπο που πιθανώς να ήξερε κάτι. «Ίσως καταφέρω να μάθω...»

Την κοίταξε ερωτηματικά.

«Θα ρωτήσω κάποιον.» Ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί. «Γνωρίζει πολλούς μύθους.

»Εσύ το απόγευμα θα ξαναπάς στην κυκλοικία;»

«Θα ζητήσω προστασία από το Γραφείο του Άριστου Κυβερνήτη, πρώτα. Μου το πρότεινε μια φίλη, και έχει δίκιο. Οι πολεοπλάστες μπορεί να αποδειχτούν πιο επιθετικοί την επόμενη φορά. Και θα ήθελα να ξανασυναντήσω κι εκείνο τον άντρα στο διαμέρισμα. Αναρωτιέμαι αν έχει συνέλθει πια. Αναρωτιέμαι τι θα μου πει όταν με ξαναδεί.»

«Θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ μαζί σου;» ρώτησε η Σολεράτ. Η υπόθεση της συμμορίας που είχε επιτεθεί στους ρευματοπαθείς είχε χάσει πλέον το ενδιαφέρον της για εκείνη. Τι ενδιαφέρον, άλλωστε, θα μπορούσε να έχει μπροστά σ’αυτά που έλεγε ο Κλάρεμαντ; Η υπόθεση της κυκλοικίας θα γινόταν τεράστιο ρεπορτάζ! Όχι χωρίς την έγκριση του οικομύστη, βέβαια. Αλλά δεν νόμιζε ότι θα της αρνιόταν την έγκρισή του. Είχε, μάλιστα, την εντύπωση πως ο Κλάρεμαντ τη γλυκοκοίταζε λιγάκι. Και δεν ήταν άσχημος κι ο ίδιος. Η Σολεράτ αναρωτήθηκε φευγαλέα πώς θα ήταν το σώμα του χωρίς τα ρούχα. Θα είχε κοιλιά; Δε νόμιζε. Ήταν λεπτός. Ίσως να ήταν και ελαφρώς κοκαλιάρης. Ίσως τα πλευρά του να διακρίνονταν κάτω απ’το λευκό δέρμα του...

Ο Κλάρεμαντ την ατένισε διστακτικά προς στιγμή, αναλογιζόμενος το αίτημά της. Θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ μαζί σου; Τα λόγια της αντήχησαν μες στο κεφάλι του δυο φορές περισσότερο απ’ό,τι στ’αφτιά του. Ήταν το ενδιαφέρον της τελείως δημοσιογραφικό; αναρωτήθηκε. Φυσικά. Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν; Αλλά, απ’την άλλη... γιατί όχι; Τώρα, καθώς μιλούσαν, ο Κλάρεμαντ νόμιζε ότι τον παρατηρούσε πολύ προσεχτικά, σχεδόν σαν να τον έγδυνε. Μην είσαι ανόητος! είπε στον εαυτό του. Ούτε που σε ξέρει. Απλώς τυχαία συναντηθήκατε δυο φορές στο δρ–

«Υπόσχομαι να μην προκαλέσω προβλήματα,» είπε η Σολεράτ, βλέποντάς τον δισταγμό του. «Ούτε θα φέρω τηλεοπτικούς πομπούς ή καμια συσκευή καταγραφής εικόνας ή ήχου. Το ορκίζομαι στον Κρόνο και, κυρίως, στην τιμή μου ως δημοσιογράφος.»

Ο Κλάρεμαντ μειδίασε. «Δεν το αμφιβάλλω.» Το ενδιαφέρον της ήταν δημοσιογραφικό, φυσικά, σκέφτηκε. Πώς θα μπορούσε να ήταν οτιδήποτε άλλο; «Αλλά έχε υπόψη σου ότι ίσως να παρουσιαστεί κίνδυνος.»

«Δε θα είναι η μόνη φορά που έχω βρεθεί σε κίνδυνο.»

«Εντάξει, τότε,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Θα πάμε μαζί.» Ίσως το ενδιαφέρον της να ήταν μόνο δημοσιογραφικό, αλλά δεν θα μπορούσε να εξελιχτεί και σε κάτι περισσότερο; Τι θα μπορούσα να κάνω για να εξελιχτεί σε κάτι περισσότερο; αναρωτήθηκε.

Η Σολεράτ χαμογέλασε. «Ωραία.»

Και έχει τόσο ωραίο χαμόγελο, παρατήρησε ο Κλάρεμαντ, κι άναψε ακόμα ένα τσιγάρο καθώς είχε πάψει να τρώει. «Δε θα πας, δηλαδή, στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών το απόγευμα;»

«Θα ζητήσω να με αντικαταστήσει κάποιος άλλος. Για μια φορά δεν είναι τόσο σπουδαίο,» είπε η Σολεράτ. Και σκέφτηκε: Νομίζω πως, πράγματι, με γλυκοκοιτάζει. Έπρεπε να είχα φορέσει κάτι άλλο – κάτι πιο αποκαλυπτικό – για να το επιβεβαιώσω. Άλλη φορά, ίσως...

Μετά το φαγητό, καθώς κάπνιζαν μαζί, καθισμένοι αντικριστά, του είπε δοκιμαστικά: «Μπορείς να μείνεις εδώ μέχρι το απόγευμα...»

«Δε θα ήθελα να σε ενοχλήσω...»

«Έχεις κάποια άλλη δουλειά;»

«Όχι.»

«Δεν είναι ενόχληση για εμένα, πάντως,» δήλωσε η Σολεράτ, θέλοντας να διαπιστώσει αν η υποψία της ήταν σωστή. Ήταν περίεργη, αν μη τι άλλο.

«Δε θα έρθει κανένας;» ρώτησε επιφυλακτικά ο Κλάρεμαντ.

«Τέτοια ώρα; Ποιος να έρθει;»

«Θα μείνω, τότε,» είπε ο Κλάρεμαντ· και συλλογίστηκε: Μα τον Κρόνο, είναι δυνατόν τελικά όντως να με γουστάρει; Γιατί, αλλιώς, να μου προτείνει να μείνω; Από ευγένεια; Δε νόμιζε ότι ήταν μόνο από ευγένεια.

Η Σολεράτ, συγχρόνως, σκεφτόταν υπομειδιώντας: Ναι, σίγουρα θέλει παιχνίδια. Διαφορετικά δεν θα έμενε. Αισθανόταν τον ενθουσιασμό της να φουντώνει. Πάντα ήταν συναρπαστικό να βρίσκει έναν καινούργιο εραστή. Κάποιον που της άρεσε, εννοείται.

*

Μες στο μεσημέρι, ησυχία απλωνόταν γύρω από την κυκλοικία που ερευνούσε ο Κλάρεμαντ ο οικομύστης. Η Σκιουργός πλησίασε δίχως κανείς να της δώσει σημασία. Εξάλλου, δεν φαινόταν σαν κάτι περισσότερο από μια συνηθισμένη γυναίκα – αν και δεν είχε τίποτα το συνηθισμένο επάνω της. Στάθηκε πλάι στο ψηλό οικοδόμημα κι ακούμπησε έναν από τους τοίχους του με τις παλάμες της.

Ναι, τους αισθανόταν εκεί μέσα... Τι σκάλιζαν; Τι έκαναν, τούτη τη φορά;

Χαμογέλασε και, στέλνοντας ψυχόδραση, προκάλεσε αναταράξεις στο εσωτερικό της δομής της κυκλοικίας. Αναταράξεις που δεν έμειναν απαρατήρητες απ’αυτούς για τους οποίους προορίζονταν.

Τρεις πολεοπλάστες ξεπήδησαν μέσα από τον τοίχο, αλλά παρέμειναν γαντζωμένοι επάνω του με τα τέσσερα πόδια τους. Τα μεταλλικά σώματά τους γυάλιζαν στο μεσημεριανό φως. Ένας μίλησε στη γρήγορη, συριστική γλώσσα τους.

Η Σκιουργός απάντησε στην ίδια γλώσσα, και μια σύντομη συζήτηση διεξάχθηκε.

Τελικά, η Σκιουργός έφυγε τσαντισμένη· χάθηκε μες στην πόλη.

Πώς τολμούσαν να της λένε ότι δεν ήταν δική της δουλειά το τι έκαναν στη Μεγάλη Χώρα!

Ήταν η Σκιουργός· τα πάντα εδώ ήταν το θέατρό της!

*

Η Σολεράτ τού παραχώρησε τον καναπέ στο σαλόνι. Ο Κλάρεμαντ έβγαλε τα περισσότερα ρούχα του και ξάπλωσε, κοιτάζοντας την ψυχοδραστική μορφή του γύπα του Κρόνου στο ταβάνι, να φτερουγίζει αργά αλλά ακούραστα. Μετά από λίγη ώρα, αν και προσπάθησε να κοιμηθεί, συμπέρανε ότι δεν πρόκειται να τα κατάφερνε. Στο μυαλό του ήταν η Σολεράτ, ξαπλωμένη στο υπνοδωμάτιο, γυμνή πιθανώς, ή μάλλον με τα εσώρουχά της...

Ο Κλάρεμαντ σηκώθηκε από τον καναπέ. Ίσως, τελικά, να μην ήταν καλή ιδέα που είχε μείνει στο σπίτι της. Φόρεσε τα γάντια του και άγγιξε έναν από τους τοίχους του σαλονιού, παρατηρώντας με το μυαλό του τις ψυχοδραστικές δονήσεις του διαμερίσματος και τις σφαιροικίας γύρω του. Κανονικές όλες. Συνηθισμένες. Καμια σχέση μ’αυτές στην κυκλοικία.

Η νόηση του Κλάρεμαντ γλίστρησε προς το υπνοδωμάτιο της Σολεράτ. Κι εκεί, φυσικά, οι ψυχοδραστικές δονήσεις είχαν τις συνηθισμένες τους μορφές και συχνότητες. Τίποτα δεν ήταν αλλαγμένο ή πειραγμένο. Τη Σολεράτ δεν μπορούσε να την αντιληφτεί· οι ικανότητές του δεν ήταν τέτοιου είδους. Ήταν αόρατη γι’αυτόν, όπως και οι άλλοι άνθρωποι μέσα στη σφαιροικία.

Έφερε το πνεύμα του πίσω στο σώμα του, αναστενάζοντας. Απομάκρυνε τα χέρια του από τον τοίχο. Δεν έπρεπε να είχα πάει στο δωμάτιό της, σκέφτηκε, ακόμα και νοητικά. Έβγαλε τα γάντια του και τ’άφησε πάνω στο τραπέζι. Ήπιε λίγο κρασί που απέμενε στο ποτήρι του.

Εντάξει, σκέφτηκε, το πολύ-πολύ να με βρίσει.

Έβγαλε το ελαφρύ μπλουζάκι που φορούσε και βάδισε προς το δωμάτιό της ντυμένος μόνο με το παντελόνι του. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, και μέσα είδε τη Σολεράτ ξαπλωμένη πλαγιαστά στο κρεβάτι, μ’ένα σεντόνι ριγμένο επάνω της. Το δεξί της πόδι ξεπρόβαλλε, μακρύ, καμπυλωτό, χρυσόδερμο.

«...Σολεράτ,» είπε ο Κλάρεμαντ, παραμερίζοντας την πόρτα, νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στήθος και μια φλόγωση πολύ πιο χαμηλά.

Η δημοσιογράφος γύρισε για να τον κοιτάξει μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Τα μάτια της γυάλισαν, έτσι που τον διέγειραν ακόμα περισσότερο. Ήταν βέβαιος ότι η Σολεράτ θα μπορούσε να διακρίνει τη στύση του κάτω από το παντελόνι.

Αλλά... δεν είχε ξυπνήσει πολύ γρήγορα; Κοιμόταν; ή, όπως κι εκείνος, ούτε αυτή μπορούσε να την πάρει ο ύπνος;

Η Σολεράτ χαμογέλασε. «Τι;»

«Σκεφτόμουν... αφού πρότεινες να μείνω... Ίσως να είναι ανοησία μου. Δεν αποκλείεται. Δε θέλω να με παρεξηγήσεις... Μπορώ να φύγω... απ’το δωμάτιο, εννοώ... Εκτός αν θέλεις να μείνω.»

Το χαμόγελό της βάθυνε. Τα χέρια της υψώθηκε μπροστά της, κι από τις χούφτες της μια ψυχοδραστική μορφή αναδύθηκε, αργά-αργά. Ο Κλάρεμαντ στεκόταν και την κοίταζε. Μια καρδιά από φασματικές φλόγες ήρθε φτερουγίζοντας προς το μέρος του. Τον χτύπησε στην κοιλιά, κι αισθάνθηκε ένα ελαφρύ, γαργαλιστικό ρεύμα να τον διαπερνά.

Η Σολεράτ γέλασε.

Ο Κλάρεμαντ πλησίασε, ανεβαίνοντας στο κρεβάτι.

«Πρέπει να σε προειδοποιήσω,» του είπε η Σολεράτ, «ότι είμαι πολύ κακό κορίτσι.»

Ο Κλάρεμαντ μειδίασε. «Αυτό δεν είναι προειδοποίηση.» Φίλησε το γόνατό της κι έσυρε τη γλώσσα του στον μηρό της. Σκαρφάλωσε επάνω της, στηριζόμενος στα τέσσερα, νιώθοντας τη γρήγορη, ζεστή αναπνοή της στο πρόσωπό του. «Δεν είναι προειδοποίηση για εμένα.»

Φιλήθηκαν δυνατά, επίμονα.

«Αλλά εγώ,» της είπε, «πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι είμαι λιγάκι ξεσυνηθισμένος, τελευταία...»

Η Σολεράτ γέλασε. «Δε σου φαίνεται.» Τα χέρια της τράβηξαν προς τα κάτω το παντελόνι του, και ο Κλάρεμαντ την καβάλησε, με αργούς, βαθείς λογχισμούς. Τα πόδια της τυλίχτηκαν δυνατά γύρω του. Τα χέρια της διέτρεξαν τα πλευρά του, το στήθος του. «Είσαι λιγάκι κοκαλιάρης, τελικά,» του είπε πειραχτικά.

«Φταίει η δουλειά μου,» της είπε καθώς τη φιλούσε.

«Αλήθεια;» Η αναπνοή της έβγαινε βαριά από μέσα της.

«Όχι.»

Η Σολεράτ γέλασε, και τα χέρια της έσφιξαν τους γλουτούς του κρατώντας τον κοντά της, μπήγοντας τα μικρά νύχια της μέσα του. Μετά από τρεις ακόμα λογχισμούς, κραύγασε, και το κεφάλι της, κάνοντας απότομα πίσω, χτύπησε στην άκρη του κρεβατιού. Αμφίβολο ήταν αν το κατάλαβε. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Ο Κλάρεμαντ έσκυψε και φίλησε τα βλέφαρά της, τη μύτη της, το σαγόνι της. Ύστερα, η ένταση στο σώμα της διαλύθηκε, αλλά εξακολούθησε να κρατιέται γερά επάνω του. Το ένα της χέρι απλώθηκε, πήρε κάτι από ένα συρτάρι του κομοδίνου παραδίπλα, κι έπειτα ο Κλάρεμαντ αισθάνθηκε ένα λείο, σταθερό αντικείμενο να εισβάλει ανάμεσα στους γλουτούς του. Μούγκρισε ενώ τα μάτια του προς στιγμή γούρλωναν. Η Σολεράτ μειδίασε άγρια. «Σου είπα ότι είμαι κακό κορίτσι, δεν σου είπα;» Και το άλλο της χέρι έσφιξε τα μαλλιά του και έφερε το πρόσωπό του κοντά της για να τον φιλήσει ρουφηχτά και επίμονα. Ο Κλάρεμαντ τραντάχτηκε και τελείωσε μέσα της, λες και το σώμα του να είχε ξαφνικά σπάσει σε κομμάτια.

Ήταν ο καλύτερος οργασμός που θυμόταν να έχει στη ζωή του.

Η Σολεράτ τράβηξε το εργαλείο της από μέσα του και το έριξε πίσω στο συρτάρι. Ο Κλάρεμαντ ανάσαινε βαριά, αλλά τη φίλησε ξανά, πεινασμένα. Ύστερα γύρισε στο πλάι, ξαπλώνοντας εξαντλημένος. Το ορθωμένο πέος του γυάλιζε μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο.

Η Σολεράτ έγειρε επάνω του. «Κάνεις κακά πράγματα σε κακά κορίτσια;» τον ρώτησε, και δάγκωσε το δεξί του στήθος, επώδυνα.

«Σιγά!» Ο Κλάρεμαντ, γελώντας, τη χτύπησε στα πισινά. «Πιο ήρεμα!»

«Δεν κάνεις κακά πράγματα σε κακά κορίτσια;» του ψιθύρισε.

«Σοβαρολογείς, ε;»

«Δεν αστειεύομαι ποτέ υπό τέτοιες συνθήκες.»

Ο Κλάρεμαντ αναστέναξε, προσπαθώντας να συνέλθει. «Τι έχεις κατά νου;»

Η Σολεράτ σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και του έδειξε.

Ο Κλάρεμαντ ποτέ δεν θα το πίστευε ότι η δημοσιογράφος που παρακολουθούσε στο τηλεοπτικό κανάλι Καρδιά της Μεγάλης Χώρας είχε τέτοια εργαλεία στο δωμάτιό της. Την έδεσε με χειροπέδες σε μια εσωτερική μπάρα της μεγάλης ντουλάπας και τη χτύπησε στα πισινά με μια ελαστική βέργα. Την τύλιξε μ’ένα πλαστικό που γινόταν ένα με το σώμα της, ακινητοποιώντας την μερικώς, κι άρχισε να τη γαργαλά ανελέητα επάνω στο κρεβάτι. Της έδεσε τους αστραγάλους σε μια καρέκλα, ενώ εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα, και της μαστίγωσε τις πατούσες με μια βέργα παρόμοια με την προηγούμενη αλλά πιο κοντή. Της πίεζε τις θηλές ανάμεσα στα δάχτυλά του και της ζητούσε να μαντέψει τον αριθμό που είχε στο μυαλό του· κι ακόμα κι όταν τον μάντευε σωστά, της έλεγε ότι είχε κάνει λάθος.

Τουλάχιστον μιάμιση ώρα πέρασε μ’όλα αυτά, και ο Κλάρεμαντ θα ορκιζόταν ότι η Σολεράτ είχε το λιγότερο δύο οργασμούς. Σε κάποια στιγμή, κι εκείνος την ήθελε ξανά, και γλίστρησε μέσα της, ρίχνοντάς την ανάσκελα στο κρεβάτι, με τα πόδια της στους ώμους του. Μετά από τα προηγούμενα που της είχε κάνει, δεν νόμιζε ότι η Σολεράτ αισθάνθηκε τίποτα ιδιαίτερο από τους γρήγορους λογχισμούς του.

Όταν τελείωσαν, η δημοσιογράφος ξάπλωσε μπρούμυτα κι αμέσως την πήρε ο ύπνος. Ο Κλάρεμαντ σκέπασε το γυμνό σώμα της μ’ένα σεντόνι. Ο ίδιος, ξανά, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η υπερένταση ήταν πάρα πολλή. Άναψε ένα τσιγάρο και κάπνισε καθισμένος στην καρέκλα όπου πιο πριν είχε δεμένα τα πόδια της Σολεράτ, προσπαθώντας ν’αποφασίσει αν όλα τούτα ήταν πραγματικά ή αν τα είχε ονειρευτεί.

Κεφάλαιο 17

Κοιμήθηκε ανήσυχα λιγάκι στο δωμάτιό της. Η ψυχή και το σώμα της δεν είχαν ακόμα συνηθίσει απόλυτα τον πνευματοβόρο. Του μίλησε μέσα στα όνειρά της, σε μια γλώσσα από συρίγματα και ψυχικούς συνειρμούς. Η πνευματική οντότητα προσπαθούσε να τη γνωρίσει. Ήταν η νέα του αφέντρα τώρα.

Το πρωί, ξυπνώντας, βρήκε τον Διαβολόγατο να κοιμάται πάνω στο κρεβάτι της. Τον ξύπνησε, πιέζοντας τα πλευρά του με δυο τεντωμένα δάχτυλα. «Νιαρ!» διαμαρτυρήθηκε ο μυστηριώδης αίλουρος, και τέντωσε το γκριζότριχο κορμί του ενώ χασμουριόταν ράθυμα. Η Ευγενία πλύθηκε, ντύθηκε, και πήγε στα δωμάτια των άλλων για να τους ξυπνήσει κι αυτούς, υποθέτοντας ότι είχε σηκωθεί πρώτη απ’όλους. Ο Διαβολόγατος την ακολούθησε.

Η Ευγενία χτύπησε την πόρτα του Αλκάμελ. Εκείνος άνοιξε ελάχιστα, κοιτάζοντας επιφυλακτικά από τη χαραμάδα. «Ξέρεις τι ώρα είναι;» είπε.

«Εφτά και τέταρτο, περίπου.»

Η όψη του σκοτείνιασε. «Ξέρεις...»

«Ώρα να ξεκινήσουμε,» είπε η Ευγενία.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

«Νομίζω πως συμφωνείς μαζί μου, ε;» του είπε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία πλησίασε την πόρτα του δωματίου του Νόρενταμπ και της Γιολάντας. Χτύπησε με τη γροθιά της. Ο τζογαδόρος άνοιξε. «Ώρα να πηγαίνουμε;»

«Ακριβώς.»

Ένευσε κι έκλεισε την πόρτα.

«Δε μου φάνηκε να τον πείραξε και πολύ,» παρατήρησε ο Αλκάμελ.

«Καταλαβαίνει ότι βιαζόμαστε,» είπε η Ευγενία.

Ο Αλκάμελ αναστέναξε, κι έκλεισε κι εκείνος την πόρτα του.

Σε λίγο, ήταν όλοι τους έξω από τα δωμάτια, έτοιμοι για να ταξιδέψουν.

«Δεν είμαστε μακριά ακόμα από τη Νερ Έρντεραγ, ε;» είπε ο Αλκάμελ, καθώς βάδιζαν προς το γκαράζ του πανδοχείου.

«Σήμερα, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα φτάσουμε,» αποκρίθηκε η Ευγενία.

«Αν έχεις τίποτα τελευταίες συμβουλές να μας δώσεις, Σεβασμιότατε, τώρα θα ήταν η κατάλληλη στιγμή,» είπε ο Αλκάμελ στον Νόρενταμπ.

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους καθώς περνούσαν από την τραπεζαρία του πανδοχείου. «Ό,τι ήταν να σας πω σας το είπα. Τα υπόλοιπα θα τα δείτε στην πράξη.» Το δωμάτιο γύρω τους είχε κάποιο κόσμο, παρά την πρωινή ώρα. Κυρίως έπιναν ροφήματα, εκτός από έναν χοντρό τύπο που έτρωγε, με μανία, από ένα μπολ γεμάτο ζυμαρικά. Η Γιολάντα τον κοίταξε προς στιγμή μοιάζοντας σοκαρισμένη.

«Θα τα δούμε στην πράξη;» είπε ο Αλκάμελ. «Δε μ’αρέσει καθόλου όταν κάποιος λέει κάτι σαν αυτό.»

Ο Νόρενταμπ μειδίασε. «Έχω ακούσει και χειρότερα από άλλους.»

«Δεν το αμφιβάλλω, Σεβασμιότατε.»

Μπήκαν στο γκαράζ και βάδισαν προς τα οχήματά τους.

«Μη με λες Σεβασμιότατο. Είναι ασέβεια· δεν είμαι ιερέας.»

«Αφού δεν είσαι ιερέας, τι σε νοιάζει αν είναι ασέβεια ή όχι;»

«Με νοιάζει.»

«Οι φίλοι σου είναι παράξενοι,» είπε ο Αλκάμελ στην Ευγενία.

Εκείνη χαμογέλασε λοξά προς το μέρος του. «Το ξέρω.»

«Με υπολογίζεις για φίλο;»

«Σε προσβάλλει αυτό;»

«Άσε με να το σκεφτώ λίγο.»

«Δεν έχεις άλλο χρόνο για σκέψη.» Η Ευγενία ξεκλείδωσε την πόρτα του οχήματός της με Ξόρκι Ξεκλειδώματος (δεν είχε κλειδί, φυσικά, αφού το τετράκυκλο ήταν κλεμμένο) και κάθισε στη θέση του οδηγού.

Ο Αλκάμελ κάθισε δίπλα της. Ο Διαβολόγατος πήδησε στα πίσω καθίσματα. Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα μπήκαν στο τρίκυκλο της Γιολάντας.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της Ευγενίας κουδούνισε καθώς εκείνη τον τοποθετούσε πάνω στην κονσόλα του οχήματός της. Πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής, και η φωνή του Νόρενταμπ ακούστηκε: «Εσύ μάς οδηγείς ή εγώ μάς οδηγώ;»

«Λίγο κι από τα δύο,» αποκρίθηκε η Ευγενία.

«Κατάλαβα. Πάμε.»

«Κι εγώ κατάλαβα,» σχολίασε ο Αλκάμελ. «Μπουρδέλο.»

Η Ευγενία γέλασε καθώς ενεργοποιούσε τα συστήματα του οχήματος. «Όχι τέτοιες εκφράσεις εδώ μέσα. Σοκάρομαι.»

«Ναι, σε πιστέψαμε...»

Το χαμόγελό της πλάτυνε. Αυτός ο τύπος είχε πλάκα. Τελικά, δεν είχε κάνει λάθος που τον είχε πάρει μαζί της από το Δεσμωτήριο. Όχι πως εκεί είχε και καμια άλλη επιλογή, δηλαδή. Η Πόλη τής τον είχε στείλει· οι συνθήκες ήταν τέτοιες που δεν μπορούσε να τον αγνοήσει.

Πάτησε το πετάλι και οι τροχοί του οχήματός της άρχισαν να περιστρέφονται. Τα χέρια της ήταν στο τιμόνι. Βγήκε απ’το γκαράζ και οδήγησε πάνω στη γέφυρα έξω απ’το πανδοχείο «Στάση Ανάπαυσης». Το τρίκυκλο της Γιολάντας την ακολούθησε.

Ταξίδεψαν μέσα στην Τετραφύλακτη, διασχίζοντας τους δρόμους της προς τα νότια. Σε καμια ώρα έφτασαν σε μια πελώρια λεωφόρο, από αυτές που περνούσαν από πολλές συνοικίες, που κάλυπταν μεγάλες αποστάσεις της Ρελκάμνια. Η Ευγενία ήξερε πως ονομαζόταν Ανατολική Λεωφόρος, ή απλά, συνήθως, Ανατολική. Την ακολούθησε προς τα ανατολικά.

Και ρώτησε τον Νόρενταμπ μέσω του πομπού: «Δεν έχεις καμια καλύτερη διαδρομή να προτείνεις, έτσι;»

«Δεν υπάρχει λόγος να πάμε από αλλού, εκτός αν συναντήσουμε κάποιο εμπόδιο στο δρόμο.»

«Ποιες είναι οι σχέσεις της Μεγαλόκρουστης με τη Νερ Έρντεραγ; Δε βρίσκονται σε πόλεμο, έτσι;»

«Δεν έχουν ποτέ βρεθεί σε πόλεμο, απ’ό,τι ξέρω. Η Νερ Έρντεραγ δεν έχει τίποτα που οι γείτονές της θέλουν να αποκτήσουν· για την ακρίβεια, τη φοβούνται συνήθως – δεν την καταλαβαίνουν. Και οι κάτοικοι της Νερ Έρντεραγ δεν θέλουν να επεκταθούν. Πού να πάνε; Τα ιδιαίτερα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας βρίσκονται μόνο στη Μεγάλη Χώρα· πουθενά αλλού. Ούτε είναι ληστές. Αν χρειάζονται κάτι από κάποια άλλη συνοικία, το εμπορεύονται. Η Νερ Έρντεραγ είναι, πάντως, αρκετά αυτάρκης.»

Σ’ένα σημείο της Ανατολικής σταμάτησαν για ν’αγοράσουν από ένα πανδοχείο καφέδες και πρόχειρο φαγητό. Ο Αλκάμελ επέμενε, και η Ευγενία δεν βιαζόταν τόσο που να μη μπορεί να κάνει μια μικρή στάση. Δεν άργησαν, άλλωστε. Και η αλήθεια ήταν πως ήθελε κι η ίδια έναν καφέ. Για τον Διαβολόγατο αγόρασε κάτι παστά ψάρια, που δεν φάνηκε τελικά να του αρέσουν και τόσο. Τα μύριζε κάθε λίγο και τα τσιμπούσε ελάχιστα.

«Επιλεκτικός, ο γιος του Σκοτοδαίμονος,» σχολίασε ο Αλκάμελ κοιτάζοντάς τον απ’τον καθρέφτη του οχήματος.

Περίπου δυο ώρες πριν από το μεσημέρι έφτασαν μπροστά στο πανύψηλο τείχος της Τετραφύλακτης και σε μια από τις πύλες του η οποία ήταν κλειστή με ενεργειακό πεδίο παρότι πρωί.

Η Ευγενία σταμάτησε αντίκρυ της και, απ’το παράθυρο του οχήματος, μίλησε στους φρουρούς που βρίσκονταν εκεί κοντά – τέσσερις πεζοί και τρεις καθισμένοι σε ανοιχτό τρίκυκλο. «Πρέπει να πληρώσουμε για να περάσουμε;» ρώτησε. «Μέρα-μεσημέρι;»

«Όχι,» απάντησε ένας απ’τους πεζούς που φαινόταν για αρχηγός. «Απλά πατάς το κουμπί και βγαίνεις. Την έχουμε κλειστή για να μη μπαίνουν ανεξέλεγκτα από τη Μεγαλόκρουστη. Γίνεται πόλεμος με την Ισόμοιρη εκεί, και τούτη η πύλη απέχει είκοσι-πέντε χιλιόμετρα απ’τα σύνορά τους. Δεν είναι και τόσο μακριά όσο ακούγεται. Να προσέχεις αν σκοπεύεις να πας εκεί. Τα πράγματα έχουν αγριέψει. Ακόμα και μες στην Ανατολική πέφτουν βόμβες.»

«Θα τόχω υπόψη,» αποκρίθηκε η Ευγενία. «Ευχαριστώ.»

Ο φρουρός ένευσε, αμίλητα.

Η Ευγενία βγήκε απ’το όχημά της, πλησίασε την κονσόλα πλάι στην πύλη, και πάτησε το πλήκτρο που απενεργοποιούσε το ενεργειακό πεδίο. Η πύλη άνοιξε, και η Ευγενία μπήκε γρήγορα στο όχημά της και πάτησε το πετάλι, περνώντας προτού το πεδίο κλείσει ξανά. Η Γιολάντα την ακολούθησε, οδηγώντας το τρίκυκλό της.

Από τον πομπό, είπε: «Ευγενία;»

«Ναι.»

«Ίσως θα ήταν καλύτερα να βγούμε απ’τη λεωφόρο, αν ρίχνουν βόμβες εδώ...»

«Κι εγώ το σκεφτόμουν.»

Λίγο παρακάτω είδαν μισθοφόρους συγκεντρωμένους, να κλείνουν την Ανατολική σ’όλο της το φάρδος με οδοφράγματα και βαριά, θωρακισμένα οχήματα. Και στο πλακόστρωτο του δρόμου υπήρχαν σημάδια από χτυπήματα – από εκρήξεις.

Οι μισθοφόροι τούς έκαναν νόημα να σταματήσουν. Η Ευγενία πάτησε το φρένο, και η Γιολάντα τη μιμήθηκε. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Θυγατέρα της Πόλης από το παράθυρό της.

«Από την Τετραφύλακτη έρχεστε;» είπε ένας μισθοφόρος πλησιάζοντας, ακολουθούμενος από άλλους δύο. Φορούσαν όλοι τους αλεξίσφαιρες πανοπλίες και κράνη, και είχαν όπλα στις πλάτες και στις ζώνες. Του ενός το χέρι (όχι αυτού που τώρα μιλούσε) ήταν ψεύτικο, μηχανικό: ένας γάντζος που ανοιγόκλεινε.

«Ναι,» απάντησε η Ευγενία. «Δεν επιτρέπεται;»

«Έχουν έρθει δολιοφθορείς από κει.»

«Δεν είμαστε δολιοφθορείς.»

«Βγείτε να ελέγξουμε.»

Η Ευγενία βγήκε, και οι άλλοι τη μιμήθηκαν. Μόνο ο Διαβολόγατος έμεινε μέσα, αγριοκοιτάζοντας τους μισθοφόρους από τα τζάμια.

Ένας απ’αυτούς – εκείνος που στεκόταν πλάι στον τύπο με τον μηχανικό γάντζο – ενεργοποίησε μια συσκευή, στρέφοντάς την προς τα οχήματα. «Δε βρίσκω τίποτα ύποπτο, μάστορα,» είπε στον αρχηγό.

Ο αρχηγός τούς έκανε νόημα να ψάξουν τα οχήματα, και τα έψαξαν ενώ η Ευγενία και οι σύντροφοί της περίμεναν. Μια μάγισσα των μισθοφόρων πλησίασε κι έκανε ένα ξόρκι, το οποίο η Ευγενία δεν ήξερε αλλά πρέπει να είχε σχέση με μηχανισμούς, και ήταν, αναμφίβολα, ανιχνευτικής φύσης.

«Θα πάει μακριά η βαλίτσα, ρε παλικάρια;» ρώτησε ο Αλκάμελ σε κάποια στιγμή. «Δεν έχουμε εκρηκτικά, αν για τέτοια ψάχνετε.»

«Έχετε, όμως, όπλα,» είπε ο αρχηγός.

«Τι περίμενες, να ταξιδεύουμε ξεβράκωτοι; Απ’το Εμπορικό Κέντρο της Χορδής οδηγούμε, και τούτες οι περιοχές δεν είναι και τόσο αγαθές.»

Μετά από λίγη έρευνα ακόμα, ο αρχηγός των μισθοφόρων είπε: «Εντάξει, περάστε.»

Μπήκαν στα οχήματά τους και ο Αλκάμελ μούγκρισε: «Ούτε μια συγνώμη για την καθυστέρηση.»

Η Ευγενία μειδίασε καθώς ενεργοποιούσε ξανά τη μηχανή του τετράκυκλου.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

«Δίκιο δεν έχω, ρε φίλε;» του είπε ο Αλκάμελ, κοιτάζοντας προς τα πίσω.

Ο αίλουρος δάγκωσε ένα από τα παστά ψάρια μες στην κονσέρβα, μασώντας καχύποπτα.

Οι μισθοφόροι άνοιξαν τα οδοφράγματα μπροστά τους αφήνοντάς τους να περάσουν. Πίσω από τα οχήματα της Ευγενίας και της Γιολάντας ήταν σταματημένα κι άλλα τροχοφόρα, τα οποία οι μισθοφόροι ήδη έλεγχαν – όχι η ίδια ομάδα, μια άλλη.

Η Ευγενία είπε στη Γιολάντα και στον Νόρενταμπ μέσω του πομπού: «Πάμε βόρεια της λεωφόρου, εντάξει;»

«Χωρίς δεύτερη κουβέντα,» συμφώνησε ο τζογαδόρος.

Η Ευγενία έστριψε σ’έναν δρόμο αριστερά, πηγαίνοντας βόρεια μέσα στη Μεγαλόκρουστη, και το τρίκυκλο της Γιολάντας την ακολούθησε.

Καθώς οδηγούσε, η Ευγενία κοίταζε τον χάρτη που είχαν αγοράσει από το Εμπορικό Κέντρο.

«Χρειάζονται και χάρτη οι Θυγατέρες της Πόλης;» είπε ο Αλκάμελ.

«Οι πάντες χρειάζονται χάρτη, σε πληροφορώ. Αλλά να θυμάσαι: ο χάρτης δεν είναι η πόλη· είναι απλά ο χάρτης.»

«Ευχαριστώ για τη συμβουλή.»

Το μεσημέρι σταμάτησαν σ’ένα ξενοδοχείο αρκετά βαθιά μέσα στη Μεγαλόκρουστη και αρκετά βόρεια για να μην κινδυνεύουν από τον πόλεμο με την Ισόμοιρη.

Η Μεγαλόκρουστη δεν είχε, ως συνοικία, κάτι το πολύ ιδιαίτερο εκ πρώτης όψης, αλλά οι κάτοικοί της ήταν πιο απότομοι απ’ό,τι άλλων συνοικιών. Το διαπίστωσαν αυτό όχι μόνο από το φέρσιμο των μισθοφόρων στην Ανατολική αλλά κι από το φέρσιμο των ανθρώπων στο ξενοδοχείο. Πολλά από τα οικοδομήματά της, επίσης, είχαν μια πιο αρχαία αρχιτεκτονική σε σχέση με συνοικίες προς τα βόρεια και δυτικά από εδώ.

«Έτσι είναι και στη Νερ Έρντεραγ;» ρώτησε ο Αλκάμελ τον Νόρενταμπ, δείχνοντάς του μια πολυκατοικία αντίκρυ η οποία του έμοιαζε παράξενη.

«Καμία σχέση,» αποκρίθηκε ο τζογαδόρος. Βρίσκονταν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, έχοντας μόλις φάει. Οι δυο τους στέκονταν μπροστά σ’ένα μεγάλο παράθυρο, ενώ η Ευγενία και η Γιολάντα κάθονταν στον καναπέ με κούπες καφέ στα χέρια. (Ο Διαβολόγατος είχε εξαφανιστεί.)

«Δεν έχουν επηρεαστεί καθόλου από την πατρίδα σου;»

«Δεν είμαι βέβαιος ότι πολλά από τα οικοδομήματα της πατρίδας μου μπορούν να κατασκευάσουν αλλού.»

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Ότι ίσως να μη μπορούν να σταθούν. Πρακτικά μιλώντας. Ίσως να έπεφταν.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν είμαι και αρχιτέκτονας, φυσικά.»

«Αναρωτιέμαι τι θα δούμε στη Νερ Έρντεραγ.»

«Όταν το δεις δεν θα το πιστεύεις. Κανένας που πηγαίνει για πρώτη φορά εκεί δεν το πιστεύει.»

«Δεν καταλαβαίνω το εξής, όμως: Αυτοί που έχτισαν τέτοια οικοδομήματα στη Νερ Έρντεραγ γιατί να μην τα χτίσουν κι αλλού στη Ρελκάμνια;»

«Ποιος σου είπε ότι δεν τα έχτισαν κι αλλού;»

«Τα έχτισαν; Υπάρχουν αλλού;»

«Πλέον, όχι, δεν υπάρχουν. Δε νομίζω, τουλάχιστον. Αλλά, όπως σας είπα, η Νερ Έρντεραγ είναι μια πανάρχαια συνοικία, Αλκάμελ. Όταν οικοδομήθηκε, η υπόλοιπη διάσταση δεν ήταν οικοδομημένη όπως είναι σήμερα. Γι’αυτό κιόλας οι κάτοικοι ονόμασαν την πόλη τους Νερ Έρντεραγ – Μεγάλη Χώρα. Ήταν η χώρα τους, ο τόπος τους, μέσα σε μια άγρια διάσταση.»

«Θες να πεις ότι μπορεί να έχτισαν παρόμοια οικοδομήματα κι αλλού αλλά τελικά αυτά να γκρεμίστηκαν;»

«Ναι, δεν αποκλείεται. Κατά πρώτον, χρειάζονται οικομύστες για να τα συντηρούν. Αν δεν έχεις οικομύστες, στο τέλος θα καταστραφούν, υποθέτω.»

Το απόγευμα έφυγαν από το ξενοδοχείο ταξιδεύοντας νότια, ώστε να φτάσουν στα σύνορα με τη Νερ Έρντεραγ· και βρίσκονταν εκεί όταν είχε αρχίσει πια να σκοτεινιάζει.

Ο Αλκάμελ εντυπωσιάστηκε από την αρχιτεκτονική, όπως του είχε υποσχεθεί ο Νόρενταμπ. Αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τι έβλεπε και τι αισθανόταν η Ευγενία...

(ε΄)

Οδηγώντας το τετράκυκλο όχημά του ώς το Γραφείο του Άριστου Κυβερνήτη, στην Επίπεδη Διάνοια, ο Κλάρεμαντ ρώτησε τη Γραμματέα αν θα μπορούσε να μιλήσει στον ίδιο τον Εξοχότατο Κύριο Δάλεροντ-Ορν.

«Ο Άριστος Κυβερνήτης δεν είναι εδώ, κύριε Μέλδεροθ.»

«Θα έρθει;»

«Απόψε; Δεν νομίζω. Θα μπορούσα, όμως, να σας εξυπηρετήσω εγώ στα περισσότερα θέματα,» είπε, τοποθετώντας έναν φάκελο στην αρχειοθήκη καθώς είχε σηκωθεί πίσω απ’το γραφείο της.

«Αφορά την υπόθεση της κυκλοικίας.»

Η Γραμματέας στράφηκε να τον κοιτάξει: μια γυναίκα περίπου στην ηλικία του, γύρω στα σαράντα, με δέρμα λευκό, ξανθά μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου, και στενά γυαλιά όρασης· φορούσε ένα σκούρο μπλε ταγέρ αποτελούμενο από σακάκι και κοντή φούστα. Κάθισε στην πολυθρόνα πίσω απ’το γραφείο της. «Καθίστε,» είπε, δείχνοντας την καρέκλα αντίκρυ της.

Ο Κλάρεμαντ σκέφτηκε: Δεν έχω χρόνο για σαχλαμάρες, ελπίζοντας να μην του έτρωγε την ώρα άδικα, ελπίζοντας να μπορούσε να του δώσει τους μισθοφόρους που χρειαζόταν. «Λοιπόν,» είπε, «ακούστε. Χρειάζομαι δύο ή τρεις μισθοφόρους, και τους χρειάζομαι απόψε.»

Η Γραμματέας συνοφρυώθηκε πίσω απ’τα γυαλιά της. «Για την υπόθεση της κυκλοικίας;»

«Ναι,» και της μίλησε για τα παράξενα πλάσματα που είχαν παρουσιαστεί (προτίμησε να μην τα ονομάσει πολεοπλάστες, αφού δεν ήταν ακόμα απόλυτα βέβαιος γι’αυτά), καθώς και για την επιθετική συμπεριφορά εκείνου του ενοίκου. «Όπως καταλαβαίνετε, πιθανώς να χρειάζομαι κάποια προστασία.»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε η Γραμματέας, βγάζοντας την άκρη του στυλογράφου της από το στόμα, την οποία δάγκωνε ασυναίσθητα καθώς άκουγε την ιστορία του οικομύστη. «Το καταλαβαίνω. Υφίσταται κίνδυνος. Μπορώ, αν θέλετε, να καλέσω τρεις μισθοφόρους για να σας εξυπηρετήσουν.»

«Αν έχετε την καλοσύνη...»

Η Γραμματέας άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο του γραφείου της και μίλησε με κάποιον, ο οποίος υποσχέθηκε ότι σύντομα τρεις μισθοφόροι θα βρίσκονταν στο Γραφείο του Άριστου Κυβερνήτη.

«Εντάξει,» είπε η Γραμματέας, κλείνοντας τον δίαυλο. «Να σας προσφέρω έναν καφέ μέχρι να έρθουν;»

«Ευχαριστώ, όχι,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ, και μ’ένα αχνό χαμόγελο: «Τα νεύρα μου είναι ήδη αρκετά τσιτωμένα.»

Η Γραμματέας τού επέστρεψε το χαμόγελο. «Ναι,» είπε, «ξέρω...» Και μετά ρώτησε: «Νομίζετε ότι υπάρχει κίνδυνος για τους ενοίκους της κυκλοικίας;»

«Όχι άμεσος. Αυτά τα πλάσματα – ό,τι κι αν είναι – πρέπει να βρίσκονται αρκετό καιρό μες στους τοίχους, και μέχρι στιγμής δεν έχουν επιτεθεί σε κανέναν. Εκτός από εμένα. Αν και αυτό αμφίβολο είναι...»

Τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Εννοώ ότι δεν ήταν επίθεση ουσιαστικά. Απλώς με τρόμαξαν και μετά εξαφανίστηκαν· δεν επιχείρησαν πραγματικά να μου κάνουν κακό.»

Η Γραμματέας ένευσε, και δάγκωσε πάλι την άκρια του στυλογράφου της.

Οι μισθοφόροι, όντως, δεν άργησαν να έρθουν στο Γραφείο του Άριστου Κυβερνήτη: τρεις άντρες ντυμένοι με αλεξίσφαιρους θώρακες και οπλισμένοι με πιστόλια και ξιφίδια στις ζώνες. Ο Κλάρεμαντ τούς χαιρέτησε και τους εξήγησε πώς είχαν τα πράγματα. «Κατά πάσα πιθανότητα,» τους είπε, «δεν θα χρειαστεί να πολεμήσετε. Αλλά πρέπει να είστε εκεί για περίπτωση ανάγκης. Κατανοητό;»

«Ασφαλώς, κύριε οικομύστη,» αποκρίθηκε ο επικεφαλής των τριών, που ονομαζόταν Νάρβολαμπ.

«Μπορούμε να ξεκινήσουμε, λοιπόν. Ελάτε μαζί μου.» Και προς τη Γραμματέα ένευσε σε αποχαιρετισμό.

Εκείνη ύψωσε ελαφρώς το χέρι της προς το μέρος του, κάνοντας πέρα-δώθε τον στιλογράφο της με το άλλο χέρι.

Ο Κλάρεμαντ έβαλε τους μισθοφόρους στο ανοιχτό τετράκυκλο όχημά του και οδήγησε προς την Ευπρεπή Νόηση, που ήταν βόρεια και ανατολικά της Επίπεδης Διάνοιας.

«Στον Τερπνό Λόγο δεν είναι η κυκλοικία, κύριε οικομύστη;» ρώτησε ο Νάρβολαμπ, καθισμένος δίπλα στον Κλάρεμαντ.

«Ναι.»

«Εκτός αν έχω μπερδέψει τα σημάδια μου, αντίθετα πηγαίνουμε.»

«Δεν έχεις μπερδέψει τα σημάδια σου. Πάμε να πάρουμε μια φίλη, πρώτα.» Και, ανοίγοντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, τον έφερε κοντά στ’αφτί του και κάλεσε τη Σολεράτ.

«Ναι;» άκουσε τη φωνή της.

«Εγώ είμαι. Έρχομαι προς το σπίτι σου.»

«Έτοιμη είμαι. Έχεις μισθοφόρους μαζί σου;»

«Ναι.»

«Θα είμαι κάτω.»

«Εντάξει.»

Φτάνοντας έξω από τη σφαιροικία της Σολεράτ, τη βρήκε να τον περιμένει καβάλα στο δίκυκλό της, ντυμένη με τη μπλε καπαρντίνα της, γκρίζο παντελόνι, και καφετιές μπότες. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της ήταν πιασμένα χαλαρά πίσω από το κεφάλι της.

Έκλεισε το μάτι στον Κλάρεμαντ. «Πάμε.»

Εκείνος έστριψε το όχημά του και η Σολεράτ τον ακολούθησε.

«Αυτή δεν είναι η δημοσιογράφος;» είπε ο Νάρβολαμπ. «Η δημοσιογράφος της Καρδιάς; Που βγαίνει στις οθόνες;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ, «αυτή είναι.»

«Τι θέλει μαζί μας; Θα βγούμε στο κανάλι;»

«Όχι· απλώς θέλει να δει τι γίνεται στην κυκλοικία, τίποτα περισσότερο.»

Διέσχισαν την Ευπρεπή Νόηση προς τα νότια, πέρασαν από τον Ταχύ Νου και την Εύκαμπτη Συνείδηση, και μπήκαν στον Τερπνό Λόγο όπου, τις προάλλες, είχε χαθεί η Σολεράτ. Τώρα, καθώς κοίταζε τα σημάδια ολόγυρά της, απορούσε πώς ήταν δυνατόν να είχε ποτέ χάσει τον δρόμο της, ακόμα κι ακολουθώντας αυτόν τον παράξενο πολεοσκόπο – αν ήταν καν πολεοσκόπος και δεν τη δούλευε απλώς. Πολύ περίεργη νύχτα, γενικά, εκείνη... Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά· αλλά η Σολεράτ ακόμα δεν ήταν βέβαιη τι ακριβώς.

Ο Κλάρεμαντ σταμάτησε το όχημά του μπροστά στην επίμαχη κυκλοικία, και η Σολεράτ σταμάτησε δίπλα του και κατέβηκε από τη σέλα του δίκυκλού της. Οι τρεις μισθοφόροι βγήκαν από το τετράκυκλο μαζί με τον οικομύστη.

Ο Νάρβολαμπ χαμογέλασε στη Σολεράτ. «Είσαι όντως η δημοσιογράφος! Πάντα είχα την περιέργεια να δω πώς φαίνεσαι στην πραγματικότητα – δηλαδή, όχι στην οθόνη.»

«Ικανοποιήθηκε η περιέργειά σου;» αποκρίθηκε η Σολεράτ, υπομειδιώντας, καλοπροαίρετα.

«Ναι· έτσι νομίζω,» είπε ο Νάρβολαμπ αμήχανα, ενώ οι άλλοι δύο μισθοφόροι ψιθύριζαν κάτι αναμεταξύ τους κι ο ένας χαμογελούσε.

Ο Κλάρεμαντ μπήκε πρώτος στην κυκλοικία και τον ακολούθησαν. Είχε νυχτώσει πλέον και δεν είχε τόση κίνηση· οι διάδρομοι ήταν ήσυχοι. Πήραν έναν ανελκυστήρα (που τους χωρούσε ίσα-ίσα, καθώς ήταν για μέγιστο πέντε άτομα) και ανέβηκαν.

«Πηγαίνουμε στο διαμέρισμα όπου συνάντησες τους πολεοπλάστες;» ρώτησε η Σολεράτ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ.

«Φωτογραφίες, για προσωπική χρήση, επιτρέπεται να τραβήξω;»

«Όχι. Όχι μέχρι να βεβαιωθώ με τι έχουμε να κάνουμε.»

Η Σολεράτ δεν έφερε αντίρρηση. Εν μέρει, η απόλυτη απάντησή του τη διέγειρε ερωτικά, αλλά δεν το έδειξε φυσικά. Ακόμα θυμόταν πολύ έντονα όσα είχαν κάνει στο σπίτι της πριν από μερικές ώρες. Τώρα, όμως, έπρεπε να τα διώξει όλ’ αυτά απ’το μυαλό της, και τα έδιωξε.

Η πόρτα του ανελκυστήρα άνοιξε. Βγήκαν και ο Κλάρεμαντ έστρεψε το βλέμμα του στην πόρτα στο βάθος του διαδρόμου. Εκεί ήταν το διαμέρισμα όπου είχαν παρουσιαστεί οι πολεοπλάστες. Δε θα πήγαινε αμέσως, όμως. Μια μικρή ανίχνευση, πρώτα, σκέφτηκε, κι άγγιξε έναν τοίχο με τα γαντοφορεμένα χέρια του, νιώθοντας τις ψυχοδραστικές δονήσεις της κυκλοικίας μέσα στο νευρικό του σύστημα. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλα ήταν όπως πριν. Αυτή η μυστηριώδης αναταραχή που εστιαζόταν περισσότερο στα εξωτερικά κάτοπτρα του οικοδομήματος...

Έστειλε το πνεύμα του προς το διαμέρισμα που τον ενδιέφερε, και εντόπισε εκεί μια... διαφοροποίηση στην εσωτερική δομή της κυκλοικίας. Τι μπορεί να σήμαινε αυτό; Δεν ήταν βέβαιος.

Μάζεψε πίσω το πνεύμα του και πήρε τα γαντοφορεμένα χέρια του από τον τοίχο. Βάδισε προς την εξώπορτα του διαμερίσματος, και οι άλλοι τον ακολούθησαν. Πάτησε το κουδούνι παραδίπλα. Άκουσε το έντονο ντριιιιιιιν! από το εσωτερικό. Περίμενε.

Η πόρτα άνοιξε παρουσιάζοντας τον ίδιο χρυσόδερμο, καστανομάλλη, μουσάτο άντρα που είχε παρουσιάσει και την άλλη φορά. Τώρα έμοιαζε λιγάκι πιωμένος. Η αναπνοή του μύριζε έντονα από κάποιο ποτό. Γλυκό Κρόνο, νόμιζε ο Κλάρεμαντ.

«Καλησπέρα,» χαιρέτησε ο οικομύστης. «Θα με θυμάσαι...»

Ο άντρας συνοφρυώθηκε. «Ο οικομύστης δεν είστε; Αυτός που έχει έρθει για να ελέγξει την κυκλοικία;»

«Ναι, και την προηγούμενη φορά μού επιτέθηκες,» είπε σταθερά ο Κλάρεμαντ.

Το συνοφρύωμα του άντρα βάθυνε. «Κάποιο λάθος κάνεις.»

«Χτες βράδυ είχα έρθει εδώ και μου επιτέθηκες. Προσπάθησες να με διώξεις, με το ζόρι.»

«Χτες βράδυ; Σίγουρα όχι! Βασικά, δεν έχεις έρθει ποτέ στο δικό μου διαμέρισμα. Απλώς σ’έχω δει από απόσταση, όταν–»

«Δεν θυμάσαι, λοιπόν. Σ’έχουν κάνει να ξεχάσεις...»

«Τι πράγμα;» Μετά πρόσεξε τη Σολεράτ που στεκόταν πίσω απ’τον οικομύστη. «Εσείς δεν είστε η δημοσιογράφος της Καρδιάς; Κοιτάξτε – αν αυτό είναι για να παρουσιάσετε κάτι στις οθόνες–»

«Δεν είναι για να παρουσιάσουμε τίποτα στις οθόνες,» τον πληροφόρησε ο Κλάρεμαντ. «Η κυρία Σολεράτ βρίσκεται εδώ από περιέργεια και μόνο. Αλλά χτες είχα έρθει στο σπίτι σας, κύριε, και μου επιτεθήκατε. Αναγκάστηκα να σας χτυπήσω με ψυχοδραστικό πιστόλι για να σας αδρανοποιήσω· και δεν πέσατε με την πρώτη βολή. Ήταν σαν... κάτι να σας είχε καταλάβει.»

Ο ένοικος κόμπιασε. «Η... η κυκλοικία;»

«Πολύ πιθανόν. Θα μπορούσα τώρα να μπω στο σπίτι σας να ρίξω μια ματιά;»

«Ασφαλώς. Αν και είναι λίγο ακατάστατα...» Χαμογέλασε καθώς παραμέριζε απ’το κατώφλι.

«Δεν υπάρχει πρόβλημα, και με συγχωρείτε για την ενόχληση,» είπε ο Κλάρεμαντ μπαίνοντας.

«Εμένα με συγχωρείτε αν όντως σας επιτέθηκα. Δεν ήταν από πρόθεση, σας διαβεβαιώνω.»

«Δε σας κρατάω κακία,» τον διαβεβαίωσε ο Κλάρεμαντ.

Ο ένοικος χαμογέλασε στη Σολεράτ η οποία ακολουθούσε τον οικομύστη στο εσωτερικό του σπιτιού. «Καλησπέρα,» της είπε.

«Καλησπέρα,» αποκρίθηκε εκείνη φιλικά.

Ο ένοικος κοίταξε τους μισθοφόρους, παραξενεμένος, καθώς κι αυτοί έμπαιναν. «Εεε, τι θέλουν...;»

«Μη σας ανησυχούν,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Είναι εδώ για λόγους προστασίας και μόνο. Την προηγούμενη φορά, συνάντησα στο σπίτι σας κάτι... παράξενα όντα.»

Ο ένοικος μόρφασε. «Τι παράξενα όντα; Δεν έχω δει τίποτα.»

«Ή δεν θυμάστε.»

Η όψη του ενοίκου σκοτείνιασε.

Ο Κλάρεμαντ βάδισε προς το σαλόνι–

–και στάθηκε σαστισμένος.

Μα τον Κρόνο! σκέφτηκε. Τι είν’ αυτό;

Ένας ολόκληρος τοίχος του σαλονιού είχε αλλάξει. Είχε διογκωθεί σε ορισμένα σημεία ενώ είχε βυθιστεί σε άλλα, και παντού επάνω του – ή, μάλλον, κάτω από το υλικό του – φαίνονταν χοντρά καλώδια, ή σωλήνες, ή... φλέβες.

Και ο Κλάρεμαντ θυμήθηκε, ξαφνικά, ότι και κάτω από το μεταλλικό δέρμα των πολεοπλαστών φαίνονταν κάτι τέτοια πράγματα – σαν καλώδια, σαν φλέβες...

«Τι...;» έκανε η Σολεράτ. «Αυτός ο τοίχος...»

«Δεν ήταν έτσι, την προηγούμενη φορά,» είπε ο Κλάρεμαντ, και στράφηκε πίσω του, ψάχνοντας τον ένοικο. «Κύριε, αυτός ο τοίχος σας δεν ήταν έτσι,» είπε, δείχνοντας.

«Ποιος τοίχος; Στο σαλόνι; Τίποτα δεν έχει αλλάξει.» Ο ένοικος ήρθε για να σταθεί κοντά στον Κλάρεμαντ – και κοκάλωσε. Το στόμα του έμεινε ανοιχτό. «Α... Εεε... Δε, δεν ήταν εκεί... Πριν δεν ήταν έτσι. Τώρα εμφανίστηκαν αυτά.»

«Δε νομίζω,» είπε ο Κλάρεμαντ.

«Τ’ορκίζομαι στον Κρόνο! Δεν ήταν εκεί αυτά τα... τα...»

«Ή δεν μπορούσες να τα δεις...»

«Μα... ολόκληρος τοίχος!...»

«Σε έκαναν να μη μπορείς να δεις την αλλαγή,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Μπορεί να συμβεί, σε διαβεβαιώνω. Με πολύ προσεχτική χρήση ψυχόδρασης σε ένα οικοδόμημα, μπορεί να συμβεί. Μπορείς να κάνεις τους ενοίκους να βλέπουν άλλα αντί άλλων.»

«Ποιος, όμως, χρησιμοποίησε ψυχόδραση εδώ, Κλάρεμαντ;» είπε η Σολεράτ.

«Όχι άνθρωπος, σίγουρα.»

«Κύριε οικομύστη!» φώναξε ένας μισθοφόρος. «Η πόρτα!»

Στράφηκαν όλοι, για να δουν τους πολεοπλάστες συγκεντρωμένους γύρω από την εξώπορτα του διαμερίσματος, πιασμένους με τα τέσσερα πόδια τους πάνω στον τοίχο. Οι ουρές τους κέντριζαν τον τοίχο σε διάφορα σημεία, προκαλώντας αναταραχές σαν να μην ήταν φτιαγμένος από κάποια πετροειδή ύλη αλλά από υγρή ουσία. Και τα χέρια τους έπιαναν τις άκριες του τοίχου γύρω από την πόρτα και τις τραβούσαν, και η ύλη του τοίχου εκτεινόταν σαν να ήταν πλαστική, έχοντας ήδη καλύψει σχεδόν τη μισή πόρτα.

«Μεγάλε Κρόνε!» αναφώνησε έντρομος ο ένοικος. «Το-το-το – το βλέπετε κι εσείς;»

«Το βλέπουμε,» αποκρίθηκε ψύχραιμα ο Κλάρεμαντ.

«Πρέπει να κάνουμε κάτι για να τους σταματήσουμε,» του είπε η Σολεράτ, εξίσου ψύχραιμα. «Θα κλείσουν την πόρτα, Κλάρεμαντ.»

Οι μισθοφόροι είχαν τραβήξει τα πιστόλια τους. «Μην τους ρίξετε,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Όχι ακόμα.» Και πλησίασε την εξώπορτα, κάνοντας νόημα στους άλλους να μείνουν πίσω.

Οι πολεοπλάστες συνέχιζαν να δουλεύουν. Εκτός από έναν, που έστρεψε τα φωτεινά μάτια του προς τον οικομύστη και σύριξε κάτι στη γρήγορη, αλλόκοτη γλώσσα του.

Ο Κλάρεμαντ τούς είπε, έντονα, κουνώντας τα γαντοφορεμένα χέρια του μπροστά τους: «Φύγετε! Σταματήστε!»

Εκείνοι τον αγνόησαν, συνεχίζοντας να καλύπτουν την πόρτα με την ύλη του τοίχου, την οποία τραβούσαν – εξωπραγματικά – σαν να ήταν πλαστική ενώ δεν ήταν.

Ο Κλάρεμαντ έκανε να πιάσει έναν πολεοπλάστη με το δεξί του χέρι, αλλά δεν τα κατάφερε. Ένας άλλος τον κέντρισε αστραπιαία στον καρπό με την ουρά του, και ο οικομύστης πετάχτηκε πίσω με μια κραυγή, νιώθοντας ένα ενεργειακό ρεύμα να τον έχει διαπεράσει μουδιάζοντας τα δάχτυλά του.

«Είσαι καλά;» Η Σολεράτ ήρθε δίπλα του.

«Κύριε οικομύστη, να τους ρίξουμε;» ρώτησε ο Νάρβολαμπ. «Θα κλείσουν τελείως την πόρτα!»

«Ρίξτε τους,» είπε ο Κλάρεμαντ, τρίζοντας τα δόντια, κρατώντας το δεξί του χέρι με το αριστερό.

Οι μισθοφόροι ύψωσαν τα πιστόλια τους, πάτησαν τις σκανδάλες – κρότοι και λάμψεις. Οι πολεοπλάστες δεν φάνηκε να τραυματίζονται. Ομαδικά, έστρεψαν τα φωτεινά μάτια τους προς τους μισθοφόρους, τον οικομύστη, και τη δημοσιογράφο, κι έβγαλαν θυμωμένες φωνές στη συριστική γλώσσα τους–

Τα φώτα παντού μες στο διαμέρισμα έσβησαν· μονάχα τα μάτια των πολεοπλαστών, ξαφνικά, φαίνονταν. Οι μισθοφόροι πυροβόλησαν ξανά – στιγμιαίες αναλαμπές–

Από τα φώτα του διαμερίσματος ενέργεια πετάχτηκε, σπάζοντας τις λάμπες, χτυπώντας τους μισθοφόρους, τον οικομύστη, και τη δημοσιογράφο. Ο Κλάρεμαντ αισθάνθηκε κάτι να τον λογχίζει στο πόδι και σωριάστηκε, γρυλίζοντας. Η Σολεράτ ένιωσε κάτι να της διαπερνά τον αριστερό ώμο· αναφώνησε, καθώς παραπατούσε κι έπεφτε.

«Οι γαμημένοι γιοι του Σκοτοδαίμονος!» ακούστηκε η φωνή του Νάρβολαμπ μέσα απ’το σκοτάδι.

Ο Κλάρεμαντ άναψε έναν φακό. «Είστε όλοι καλά;»

«Ζούμε,» αποκρίθηκε ένας μισθοφόρος, καθισμένος στο πάτωμα, κρατώντας το δεξί του μπράτσο. Το μανίκι του ήταν καμένο. Ο άλλος μισθοφόρος ήταν διπλωμένος και μούγκριζε· η ενεργειακή ριπή τον είχε βρει στο στήθος, καταστρέφοντας τον αλεξίσφαιρο θώρακά του. Ο Νάρβολαμπ ήταν χτυπημένος στα πλευρά και στο πόδι – φαινόταν από τα καμένα ενδύματα εκεί.

«Σολεράτ;» Ο Κλάρεμαντ έστρεψε το βλέμμα του στη δημοσιογράφο.

«Ναι,» είπε εκείνη, ξέπνοα, καθώς σηκωνόταν στα γόνατα. «Εντάξει.»

Ο ένοικος του διαμερίσματος ήταν ο μόνος που δεν είχε χτυπηθεί· στεκόταν και τους κοίταζε, κοκαλωμένος.

Ο Κλάρεμαντ έστρεψε το φως του φακού προς την πόρτα. Μονάχα ένα μικρό σημείο στο κέντρο της δεν ήταν πλέον καλυμμένο από την ύλη του οικοδομήματος. Δεκάδες πολεοπλάστες ήταν πιασμένοι πάνω στον τοίχο, κι άλλοι τόσοι ήταν επάνω στο πάτωμα, ατενίζοντας οργισμένα τον οικομύστη και την ομάδα του.

«Γιατί το κάνετε αυτό;» τους φώναξε ο Κλάρεμαντ. «Γιατί μας κλείνετε;»

Κανένα από τα παράξενα πλάσματα δεν μίλησε· κουνούσαν τις ουρές τους πέρα-δώθε, σαν σκορπιοί.

Ο Νάρβολαμπ έκανε να πιάσει το πιστόλι του από κάτω, αλλά ένας πολεοπλάστης το πρόλαβε, αρπάζοντάς το με τα δύο μικρά του χέρια και πηγαίνοντάς το ανάμεσα στους υπόλοιπους του είδους του. Ο Νάρβολαμπ γρύλισε: «Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Τι τέρατα είναι τούτα;» Και προς τον Κλάρεμαντ: «Κύριε οικομύστη, έπρεπε να είχαμε φέρει βόμβες–»

«Δε νομίζω να τους έβλαπταν. Δεν είδες ότι οι σφαίρες δεν τους έκαναν τίποτα;»

«Ίσως να μην τους ρίξαμε αρκετές. Τα σώματά τους φαίνονται μεταλλικά.»

Η πόρτα εξαφανίστηκε τελείως. Τώρα μονάχα ένας τοίχος υπήρχε εκεί. Ένας τοίχος γεμάτος πολεοπλάστες.

«Κλάρεμαντ!» είπε η Σολεράτ. «Φώτισε προς τα δω! Προς τα δω!»

Ο οικομύστης έστρεψε το φως του φακού του προς τα εκεί όπου έδειχνε η δημοσιογράφος. Ένας τοίχος του διαμερίσματος είχε αρχίσει να παραμορφώνεται σαν να ήταν από πλαστικό, σαν πίσω του να κινούνταν και να λειτουργούσαν μυστηριώδεις δυνάμεις.

«Τι συμβαίνει;» ψέλλισε ο ένοικος του διαμερίσματος. «Τι συμβαίνει; Είναι αληθινά αυτά;»

«Δεν είναι ψεύτικα, πάντως,» είπε ο Κλάρεμαντ καθώς σηκωνόταν όρθιος. Η ενεργειακή ριπή που τον είχε χτυπήσει στο πόδι δεν το είχε αχρηστέψει· απλώς το είχε μουδιάσει λίγο.

Τα φώτα του διαμερίσματος άναψαν ξανά, και όλοι είδαν ότι ένα παράθυρο είχε αρχίσει να εξαφανίζεται όπως είχε εξαφανιστεί η εξώπορτα.

«Θέλουν να μας φυλακίσουν!» φώναξε ο μισθοφόρος που είχε χτυπηθεί στο στήθος και που τώρα είχε σηκωθεί στα γόνατα. Η φωνή του έβγαινε βραχνή από μέσα του, με δυσκολία.

«Γιατί το κάνετε αυτό;» φώναξε ο Κλάρεμαντ στους πολεοπλάστες. «Καταλαβαίνετε τι σας λέω; Καταλαβαίνετε τη γλώσσα μου; Γιατί το κάνετε αυτό; Αφήστε μας να βγούμε!»

Τα πλάσματα δεν του απάντησαν, δουλεύοντας ακούραστα πάνω στα βασικά δομικά υλικά της κυκλοικίας.

Ο Κλάρεμαντ, οργισμένος, άγγιξε έναν τοίχο με το αριστερό του χέρι, που δεν είχε χτυπηθεί, και αισθάνθηκε αμέσως την αλλόκοτη αναταραχή στις ψυχοδραστικές δονήσεις του οικοδομήματος. Ήταν σαν κάτι να έπαιζε με χορδές, στρίβοντάς τες, κουνώντας τες, λυγίζοντάς τες, με τελείως μυστηριώδεις τρόπους. Κι όλ’ αυτά συνέβαιναν σε συχνότητες με τις οποίες ο Κλάρεμαντ δεν είχε συνηθίσει να έρχεται σε επαφή.

Οι πολεοπλάστες άλλαζαν τα πάντα. Το οικοδόμημα ήταν από εύπλαστη ύλη γι’αυτούς!

Ο Κλάρεμαντ έστειλε ψυχόδραση στην κυκλοικία, προσπαθώντας να δώσει τέλος στις ενέργειες των πολεοπλαστών. Αλλά εκείνοι έστρεψαν τις ψυχοδραστικές δονήσεις σαν μαστίγιο εναντίον του, τραντάζοντας βίαια το νευρικό του σύστημα. Με μια κραυγή ο οικομύστης τινάχτηκε πίσω, πέφτοντας στο πάτωμα, ανάσκελα. Στο ταβάνι από πάνω του είδε πολεοπλάστες να τον ατενίζουν με αστραφτερά μάτια: μυριάδες μικροσκοπικές λάμπες...

...που περιστρέφονταν, περιστρέφονταν, περιστρέφονταν...

...και σκοτάδι στροβιλιζόταν γύρω τους...

(«Κλάρεμαντ! Είσαι καλά, Κλάρεμαντ;»)

...μια σκιά...

Σκοτάδι σκέπασε τα πάντα.

ΜΕΡΟΣ 3
Οι Ποιητές

Κεφάλαιο 18

Η αρχιτεκτονική της Νερ Έρντεραγ ήταν, αληθινά, κάτι το πρωτόφαντο για όσους δεν ήταν από εδώ. Ο Αλκάμελ κοίταζε γύρω του τα οικοδομήματα, που φωτίζονταν από ενεργειακά φώτα μες στη νύχτα, και είχε απορήσει. Ο Σεβασμιότατος έχει δίκιο, σκέφτηκε. Κανονικά, αυτά τα πράγματα δεν θα έπρεπε να μπορούν να σταθούν. Έμοιαζαν να αψηφούν τους νόμους της πραγματικότητας. Όχι όλα. Όχι παντού. Αλλά αρκετά από αυτά. Και σε αρκετά σημεία.

Ο Αλκάμελ είδε ένα ψηλό οικοδόμημα σαν Χ – σαν δύο πολυκατοικίες που διασταυρώνονταν μεταξύ τους, γέρνοντας η μία πάνω στην άλλη. Είδε ένα οικοδόμημα που θύμιζε πελώριο μανιτάρι. Είδε μια ανάποδη πυραμίδα, που στεκόταν στη μύτη της, μα τους θεούς! Και παντού οι γωνιές και οι ακμές τού φάνταζαν πολύ παράξενες· οι δρόμοι είχαν κάτι που τού φαινόταν ότι γλιστρούσε, διέφευγε από το μυαλό του, κάτι που δεν μπορούσε να καθορίσει. Και υπήρχαν αρκετά κάτοπτρα, σε φαινομενικά τυχαία σημεία, επάνω στα οικοδομήματα. Πελώρια κάτοπτρα που αντανακλούσαν ό,τι βρισκόταν αντίκρυ τους, δίνοντας λανθασμένες εντυπώσεις, κάνοντας το όλο σκηνικό ακόμα πιο παράξενο και αποπροσανατολιστικό. Γιατί έφτιαξαν κάτοπτρα εκεί πάνω; αναρωτήθηκε ο Αλκάμελ. Τρελοί έχτισαν αυτά τα οικοδομήματα; Κι ετούτοι εδώ, οι σύγχρονοι κάτοικοι, γιατί τα διατηρούν έτσι; Τι δουλειά έχουν οι γαμημένοι καθρέφτες εκεί πάνω;

Η Ευγενία έβλεπε όλα όσα έβλεπε κι ο Αλκάμελ. Αλλά όχι μόνο. Τα πολεοσημάδια παντού είχαν αλλάξει με δραματικό τρόπο. Της ήταν τελείως, τελείως άγνωστα, και της έμοιαζαν διεστραμμένα. Δεν της έδιναν πληροφορίες ούτε για τους κατοίκους, ούτε για τα καταστήματα, ούτε για τους δρόμους, ούτε για τίποτα το κατανοητό. Νόμιζε πως απειλούσαν το μυαλό της. Ήταν σαν αιχμηρά, κοφτερά αντικείμενα που γλιστρούσαν σαδιστικά μέσα στη σκέψη της, χτυπώντας, καρφώνοντας, σκίζοντας–

Με μια κραυγή, η Ευγενία έκλεισε τα μάτια ενώ συγχρόνως πατούσε το φρένο κι έστριβε το τιμόνι. Οι μεταλλικοί τροχοί του οχήματός της ούρλιαξαν πάνω στο πλακόστρωτο, καθώς το όχημα έφευγε απ’τον μεγάλο δρόμο, βγαίνοντας σ’έναν πεζόδρομο.

«Τι σκατά κάνεις!» φώναξε ο Αλκάμελ, τρομαγμένος.

Τρεις περαστικοί έτρεχαν να φύγουν από μπροστά τους.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε δυνατά.

Το τετράκυκλο σταμάτησε λίγο προτού κοπανήσει σ’έναν τοίχο, πάνω στον οποίο υπήρχε κάτι που ο Αλκάμελ δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν ολόγραμμα ή γκράφιτι. Τα γράμματα, πάντως, έλεγαν: ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗ ΝΕΡ ΕΡΝΤΕΡΑΓ.

Σ’ευχαριστούμε, σκέφτηκε ειρωνικά ο Αλκάμελ.

Έπιασε τον ώμο της Ευγενίας, η οποία είχε διπλωθεί κρατώντας με τα δύο χέρια το κεφάλι της. «Τι έχεις; Τι συμβαίνει;»

«...Τα σημάδια,» είπε εκείνη. «Είναι... είναι όλα ανάποδα... είναι διεστραμμένα...» Τα μάτια της ήταν κλειστά.

«Τι εννοείς; Θες να οδηγήσω εγώ;»

«Ναι,» συμφώνησε, «καλύτερα εσύ. Εγώ θα μας σκοτώσω.»

«Μιλούσες σοβαρά όταν είπες ότι εδώ θα είχες πρόβλημα...»

Τα μάτια της άνοιξαν, λοξοκοιτάζοντάς τον. «Γιατί νομίζεις ότι ήθελα μαζί μου τον Νόρενταμπ; Οι Αδελφές μου μου είχαν πει–»

«Ευγενία;» Ο Νόρενταμπ ήταν κοντά στο όχημά τους και είχε μόλις πιάσει την πόρτα πλάι στη θέση του οδηγού, τραβώντας την, ανοίγοντάς την. «Είσαι καλά; Τι έγινε;» Το τρίκυκλο της Γιολάντας είχε σταματήσει παραδίπλα, και η Γιολάντα στεκόταν έξω.

Η Ευγενία είπε στον Νόρενταμπ: «Δε μπορώ να οδηγήσω. Θα οδηγήσει ο Αλκάμελ. Τα σημάδια εδώ... Είναι... Δεν πίστευα ότι θα ήταν τόσο... Οι Αδελφές μου μου το είχαν πει, αλλά δεν περίμενα ότι... Είναι χειρότερο.»

«Κάτσε πίσω,» της είπε ο Αλκάμελ, «μαζί με τον γάτο. Ξεκουράσου. Οδηγείς όλη μέρα σήμερα, εξάλλου.»

Ο Νόρενταμπ ένευσε. «Ναι. Ξεκουράσου. Θα καθοδηγήσω εγώ τον Αλκάμελ· δεν υπάρχει πρόβλημα.»

Η Ευγενία αναστέναξε. Ύψωσε το βλέμμα της κι έριξε ξανά μια ματιά έξω από το όχημα, στη Νερ Έρντεραγ. Τα πολεοσημάδια τής επιτέθηκαν: καρφιά μέσα στο μυαλό της. Τα πάντα ήταν τόσο ξένα εδώ, τόσο ψυχρά και ανάποδα, τόσο ανώμαλα, σαν η ίδια η φύση της πραγματικότητας της Ρελκάμνια να ήταν, κάπως, διαστρεβλωμένη σε τούτο το μέρος, ή τελείως διαφορετική απ’ό,τι είχε η Ευγενία συνηθίσει. Η Πόλη μού δείχνει ένα πρόσωπό της άγνωστο. Ένα πρόσωπό της τρομερό, σκέφτηκε η Ευγενία, κι έκλεισε πάλι τα μάτια, νιώθοντας το σώμα της να τρέμει, ένα παγερό ρίγος να τη διαπερνά απ’τους ώμους ώς τα πόδια, βρίσκοντας τέλος στο σημάδι στο δεξί της πέλμα – που έκαιγε ελαφρώς. Όχι τώρα. Όχι τώρα... Αν το σημάδι της άρχιζε να την πονά τώρα, είχε καταστραφεί. Πώς θα έβρισκε τον Ρίκερελ;

Αλλά ευτυχώς ο πόνος δεν ήταν από εκείνους τους έντονους που ωθούσαν μια Θυγατέρα της Πόλης να φύγει από εκεί όπου βρισκόταν και ν’αρχίσει να περιπλανιέται. Ήταν, ίσως, ένας αντανακλαστικός πόνος από τις παραδοξότητες που η Ευγενία αντίκριζε ολόγυρά της.

Σηκώθηκε από τη θέση του οδηγού και πήγε πίσω, στο ένα από τα δύο καθίσματα. Ο Διαβολόγατος την κοίταζε από το διπλανό κάθισμα, με τα ανομοιόχρωμα μάτια του.

Ο Αλκάμελ κάθισε στη θέση του οδηγού, νιώθοντάς την ακόμα ζεστή από τη θερμότητα του σώματος της Ευγενίας. «Πήγαινε εσύ μπροστά, αφεντικό,» είπε στον Νόρενταμπ, «και θα σ’ακολουθώ.»

Εκείνος ένευσε. «Και πρόσεχέ την,» είπε δείχνοντας την Ευγενία με μια κίνηση του κεφαλιού.

«Μην ανησυχείς.»

Ο Νόρενταμπ επέστρεψε κοντά στη Γιολάντα και μπήκαν μαζί στο τρίκυκλο όχημά της. Εκείνος κάθισε τώρα στο τιμόνι, παρατήρησε ο Αλκάμελ.

Το τρίκυκλο ξεκίνησε, και ο Αλκάμελ το ακολούθησε στρίβοντας και πατώντας το πετάλι. Ευτυχώς δεν είχε έρθει καμια αστυνομία για να τους μαζέψει. Δεν τραβήξαμε την προσοχή κανενός, σκέφτηκε. Καλύτερα έτσι.

(Αλλά έκανε λάθος. Είχαν τραβήξει την προσοχή των Πολεοτεχνών, που πάντα είχαν παρατηρητές στους βασικούς δρόμους που ένωναν τη Μεγάλη Χώρα με άλλες συνοικίες της Ρελκάμνια. Οι Πολεοτέχνες είδαν τον παράξενο τρόπο που έστριψε και σταμάτησε το τετράκυκλο όχημα, και κατάλαβαν αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ. Δεν υπήρχε κανένας φανερός λόγος για μια τέτοια μανούβρα. Ήταν σαν ο οδηγός να είχε ζαλιστεί. Αλλά ακόμα κι αυτό δεν έμοιαζε να δικαιολογεί σωστά το περιστατικό. Ήταν πολύ ξαφνικό.

Ακολούθησαν τα δύο οχήματα – το τετράκυκλο και το τρίκυκλο – και, συγχρόνως, κάλεσαν τηλεπικοινωνιακά έναν πολεοσκόπο. Το τρίκυκλο τώρα ήταν που φανερά καθοδηγούσε το τετράκυκλο. Ο οδηγός του πρέπει να ήταν άνθρωπος της Μεγάλης Χώρας· ήξερε να ακολουθεί σημάδια των δρόμων...)

Ο Νόρενταμπ οδηγούσε με τρόπο που έδειχνε ότι γνώριζε ακριβώς πού πήγαινε, ότι δεν είχε αμφιβολίες. Όμως η διαδρομή έμοιαζε, για κάποιο λόγο, αφύσικη στον Αλκάμελ. Είχε την εντύπωση πως σ’ορισμένα σημεία έκαναν κύκλο, πως έβλεπε τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά, ενώ αλλού οι στροφές τον τρόμαζαν χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Το όλο μέρος ήταν σαν λαβύρινθος. Η αρχιτεκτονική του... κάτι κάνει στο μυαλό μου. Αυτοί οι καθρέφτες στους τοίχους, ίσως. Αλλά όχι μόνο. Τα πάντα... τα πάντα...

Ο δρόμος που διέσχιζαν περνούσε τώρα κάτω από το ένα Τ ενός οικοδομήματος που αποτελείτο από πολλά συνεχόμενα Τ και η επάνω μεριά του, το πάνω κομμάτι των ΤΤΤ, ήταν γέφυρα όπου οχήματα φαίνονταν να κυλάνε και πεζοί να βαδίζουν ή να στέκονται με τα χέρια τους ακουμπισμένα στην κουπαστή. Στη γέφυρα αυτή υπήρχαν, επίσης, κάμποσα φυτά, αν δεν έκανε λάθος ο Αλκάμελ μες στη νύχτα, καθώς και κάτι ολογράμματα. Δεν μπορεί να ήταν τίποτ’ άλλο από ολογράμματα. Και τα είχε δει κι αλλού μέσα σε τούτη τη συνοικία – σε πινακίδες, σε διαφημίσεις. Σ’εκείνο το πρώτο γκράφιτι στον τοίχο.

Ανοίγοντας τον πομπό που ήταν πιασμένος πάνω στην κονσόλα του οχήματος, ρώτησε: «Σεβασμιότατε, γιατί τόσα ολογράμματα εδώ πέρα;»

«Μη με λες Σεβασμιότατο, Αλκάμελ! Κι αυτά που βλέπεις δεν είναι ολογράμματα· είναι ψυχοδραστικές μορφές. Δε θυμάσαι τι σας είπα για τις ψυχοδραστικές μορφές;»

«Ναι, κάτι θυμάμαι.»

«Ωραία. Η Ευγενία πώς είναι;»

Ο Αλκάμελ την κοίταξε απ’τον καθρέφτη του οχήματος. «Ξεκουράζεται.» Είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο πίσω, και τα μάτια κλειστά. Το βλέμμα του Αλκάμελ πήγε ακούσια, προς στιγμή, στα στήθη της καθώς η μπλούζα τεντωνόταν επάνω τους. «Πού ακριβώς μάς οδηγείς, αφεντικό;»

«Σε ξενοδοχείο, φυσικά.»

*

Ο ΦΙΛΟΞΕΝΟΣ, έγραφε η κυρτή πινακίδα πάνω από την είσοδο του ξενοδοχείου, με γράμματα καλλιτεχνικά. Το οικοδόμημα ήταν σφαιρικό, με πολλά παράθυρα και μπαλκόνια επάνω του, κάποια σκοτεινά, κάποια φωτεινά μες στη νύχτα. Ήταν χτισμένο κοντά σε μια μεγάλη διασταύρωση.

Η Ευγενία άνοιξε τα μάτια της και το είδε, καθώς αισθάνθηκε τον Αλκάμελ να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος. Τα πολεοσημάδια του ξενοδοχείου την τρόμαζαν, την έκαναν να θέλει να κουλουριαστεί και να κρυφτεί σ’ένα όσο πιο σκοτεινό μέρος μπορούσε να βρει. Αλλά αυτό ήταν τελείως παράλογο! Αποκλείεται το ξενοδοχείο να ήταν επικίνδυνο. Ο Νόρενταμπ δεν θα τους οδηγούσε σε επικίνδυνο χώρο.

Και ο τρόμος της Ευγενίας μεγάλωσε. Όχι εξαιτίας του ξενοδοχείου, αλλά επειδή συμπέρανε πως εδώ, στη Νερ Έρντεραγ, δεν θα μπορούσε να εμπιστεύεται κάτι που από πολλά χρόνια εμπιστευόταν: τη διαίσθησή της· τα σημάδια της Πόλης. Τα πάντα ήταν τρελά εδώ. Και η Ευγενία δεν ήξερε αν θα κατάφερνε να πηγαίνει κόντρα σε ό,τι έβλεπε, ακόμα και γνωρίζοντας πως ήταν λάθος.

Μα τον Κρόνο, πώς θα βρω τον Ρίκερελ σ’ένα τέτοιο μέρος; Αισθάνομαι άρρωστη! Αισθανόταν σαν να βρισκόταν μέσα σε καράβι, σε τρικυμία. Τίποτα σταθερό δεν υπήρχε απ’το οποίο μπορούσε να πιαστεί. Δεν είχε τίποτα για να την καθοδηγήσει.

Τίποτα εκτός από τον Νόρενταμπ.

Αλλά ο Νόρενταμπ ήταν ένας απλός άνθρωπος. Ένας ιερέας, ένας τζογαδόρος. Αλλά ένας απλός άνθρωπος. Δεν είχε τις δυνάμεις των Θυγατέρων της Πόλης.

Το ήξερες προτού έρθεις εδώ, δεν το ήξερες; είπε στον εαυτό της. Πρέπει να το αντιμετωπίσεις. Πρέπει!

Για τον Ρίκερελ.

Θα τον αφήσεις εδώ; Όχι, δεν μπορούσε ποτέ να τον αφήσει εδώ. Ο φίλος της κινδύνευε. Το γνώριζε πως κινδύνευε. Εκεί όπου είχε «διαβάσει» για τον κίνδυνο δεν έκανε λάθη· τα πολεοσημάδια τής μιλούσαν σωστά.

Ο Νόρενταμπ οδήγησε τον Αλκάμελ προς το γκαράζ στο πλάι του σφαιρικού οικοδομήματος του Φιλόξενου, και η Ευγενία έκλεισε πάλι τα μάτια της, για να ξεκουράσει το μυαλό της.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε και πήδησε στα γόνατά της. Εκείνη χάιδεψε ελαφρά τη ράχη του.

Ο Αλκάμελ είδε τον Νόρενταμπ να σταματά το τρίκυκλό του, να μιλά στον φύλακα του γκαράζ, και να τεντώνει τον ψυχοκύβο του προς αυτόν. Ο φύλακας έβγαλε έναν δικό του ψυχοκύβο, τον έφερε για λίγο σε επαφή με τον κύβο του Νόρενταμπ, και μετά τους έγνεψε να περάσουν.

Το τρίκυκλο κινήθηκε, και ο Αλκάμελ το ακολούθησε. Στάθμευσαν ανάμεσα σε μερικά άλλα οχήματα.

«Βγαίνουμε,» είπε ο Αλκάμελ στην Ευγενία. «Είσαι καλά; Μπορείς να σηκωθείς;»

«Ναι,» αποκρίθηκε βραχνά εκείνη, «μπορώ να σηκωθώ.» Άνοιξε την πόρτα πλάι της και βγήκε.

«Μπορείς να κλειδώσεις το όχημα,» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, βγαίνοντας κι αυτός, «ή θα το αφήσουμε ανοιχτό;»

«Θα το κλειδώσω,» είπε θυμωμένα η Ευγενία. «Τι νομίζεις ότι είμαι;» Τα μάτια της γυάλισαν οργισμένα.

«Δε μου φαίνεσαι καλά, πάντως–»

«Κάνε στην άκρη.» Τον έσπρωξε στο στήθος, με τα δύο χέρια, για να περάσει και να πλησιάσει την πόρτα του οδηγού, που η κλειδαριά της κλείδωνε αυτόματα και τις κλειδαριές των άλλων πορτών. Ήταν εκνευρισμένη, πολύ εκνευρισμένη, απ’αυτό που συνέβαινε. Οι Αδελφές της της είχαν πει ότι η Νερ Έρντεραγ αποπροσανατόλιζε αλλά η Ευγενία δεν ήταν έτοιμη για τέτοιο πράγμα. Άγγιξε την κλειδαριά της πόρτας και υποτονθόρυσε τα λόγια για το Ξόρκι Ξεκλειδώματος. Το μυαλό της χώθηκε σαν οργισμένο θηρίο μες στον μηχανισμό και τον γύρισε. Κλακ-κλακ έκαναν όλες οι κλειδαριές των πορτών, κλείνοντας ταυτόχρονα.

Η Ευγενία στράφηκε στον Αλκάμελ. «Με συγχωρείς,» είπε. «Είμαι... Είμαι μπερδεμένη.»

Εκείνος ένευσε. «Σε βλέπω.» Δεν φαινόταν τσαντισμένος που τον είχε σπρώξει, και δεν ήταν.

Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα τούς πλησίασαν. «Είσαι καλύτερα τώρα;» ρώτησε η δεύτερη την Ευγενία, κι εκείνη αναρωτήθηκε τι της είχε πει ο Νόρενταμπ: ότι είχε ζαλιστεί από την οδήγηση; Μάλλον.

«Σχετικά,» αποκρίθηκε. «Αλλά πρέπει να ξαπλώσω λίγο.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Νόρενταμπ, δείχνοντας ανήσυχος. «Ελάτε. Πάμε στη ρεσεψιόν να κλείσουμε δωμάτια. Θα μείνεις μαζί με τον Αλκάμελ, Ευγενία. Δε θα μείνεις μόνη σου. Εντάξει;»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε εκείνη.

Η Γιολάντα γέλασε. «Μην κάνεις έτσι,» του είπε. «Η γυναίκα απλά ζαλίστηκε λίγο! Για όνομα του Κρόνου!» Και προς την Ευγενία: «Δεν είναι πολύ υπερπροστατευτικός άντρας ορισμένες τελείως περίεργες στιγμές;»

«Ναι, σίγουρα,» απάντησε η Θυγατέρα της Πόλης.

(Οι Πολεοτέχνες ήταν συγκεντρωμένοι έξω από τον Φιλόξενο, στα όρια της Ευπρεπούς Νόησης, και ο πολεοσκόπος τους είχε μόλις έρθει επάνω σ’ένα δίκυκλο. Ένας άντρας χρυσόδερμος, με ξυρισμένο κεφάλι, μάτια γκρίζα, αφτιά μικρά, σχεδόν αόρατα, ντυμένος με μαύρα δερμάτινα ρούχα – πανωφόρι, παντελόνι, μπότες, γάντια χωρίς δάχτυλα.

Του είπαν τι είχαν δει, ενώ εκείνος ατένιζε το ξενοδοχείο μη δείχνοντας να τους δίνει σημασία· το βλέμμα του ήταν χαμένο στα σημάδια της πόλης.

«Πρέπει κάτι να συνέβη μες στο τετράκυκλο όχημα,» εξήγησε μια Πολεοτέχνιδα, λευκόδερμη, με κοντοκουρεμένα καστανά μαλλιά, ντυμένη με μακριά φούστα, κοντή κάπα, και έξωμη μπλούζα. «Κάποιος τσακωμός, ίσως. Ήταν απότομο, πάντως.»

«Δεν είναι συνηθισμένοι ταξιδιώτες αυτοί...» μουρμούρισε ο πολεοσκόπος σαν να μιλούσε στον εαυτό του.

«Τι βλέπεις;» ρώτησε ένας άλλος Πολεοτέχνης, λευκόδερμος και μαυρομάλλης, με μακριά γενειάδα, ντυμένος με κοστούμι – κόκκινο σακάκι, λευκό παντελόνι, λευκό πουκάμισο, αστραφτερά ασημένια κουμπιά παντού.

«Η πόλη αναγνωρίζει...» μουρμούρισε ο πολεοσκόπος. «Πρέπει να είναι μία από εκείνες,» είπε πιο δυνατά. «Πρέπει να το πούμε στη Σκιουργό. Μείνετε εδώ να παρακολουθείτε.»

Και, βάζοντας τους τροχούς του σε κίνηση, εξαφανίστηκε μες στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας.)

Ο Νόρενταμπ τούς οδήγησε στη ρεσεψιόν, και πλησίασε την υπάλληλο εκεί για να κλείσει δωμάτια.

Η Ευγενία είχε ναυτία. Υπήρχε κάτι που, με κάθε της βήμα, της προκαλούσε σύγχυση σε τούτο το οικοδόμημα, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς γιατί. Οφειλόταν στα ελάχιστα σημάδια που διέκρινε εδώ; Δεν ήταν τόσα πολλά όσα στους δρόμους...

Η Ευγενία σκόνταψε στην άκρη ενός χαλιού, κι ο Αλκάμελ την άρπαξε από τη μέση για να μην πέσει.

«Μα τον Κρόνο,» είπε η Γιολάντα, «έχεις όντως τα χάλια σου... Έφαγες τίποτα περίεργο;»

«Δεν ξέρω. Μπορεί.»

Η Γιολάντα ήταν συνοφρυωμένη. Πρέπει πάλι να υποπτευόταν ότι κάτι τής έκρυβαν. «Παράξενη συνοικία, πάντως,» είπε. Και χαμογέλασε. «Σαν από παραμύθι.»

«Πολύ ανάποδο παραμύθι, όμως,» σχολίασε ο Αλκάμελ.

Η Γιολάντα γέλασε. «Σοβαρολογείς; Δεν σου αρέσει;»

«Δε νομίζω ότι θα μπορούσα, με τίποτα, να βρω τον δρόμο μου εδώ αν δεν ήταν ο φίλος σου ο Νόρενταμπ.»

«Σ’αυτό έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε η Γιολάντα δίχως να γελά τώρα. «Ούτε εγώ νομίζω πως θα μπορούσα να βρω τον δρόμο μου. Αλλά και πάλι....» Μόρφασε.

Ο Νόρενταμπ, έχοντας κλείσει δωμάτια, τους έκανε νόημα να έρθουν μαζί του. Μπήκαν σ’έναν ανελκυστήρα, ανέβηκαν στον τρίτο όροφο του ξενοδοχείου, και βάδισαν σ’έναν διάδρομο που είχε ομαλή κλίση ακολουθώντας το σφαιρικό σχήμα του οικοδομήματος. Η Ευγενία προχωρούσε με επιφύλαξη, νομίζοντας πως τα πάντα σάλευαν γύρω της.

«Στρογγυλό ξενοδοχείο πρώτη φορά βλέπω,» είπε ο Αλκάμελ στον Νόρενταμπ.

«‘Σφαιροικία’ λέγεται. Και υπάρχουν πολλές σφαιροικίες στη Νερ Έρντεραγ. Ειδικά στην Ευπρεπή Νόηση.»

«Στην ποια;»

«Έτσι ονομάζεται η περιφέρεια στο άκρο της οποίας βρισκόμαστε.»

«Τρομερό όνομα!» γέλασε ο Αλκάμελ.

«Όλα τα ονόματα στη Νερ Έρντεραγ έτσι είναι.»

«Τι εννοείς;»

«Ταχύς Νους. Επίπεδη Διάνοια. Εύκαμπτη Συνείδηση.»

«Σοβαρολογείς; Αυτές είναι ονομασίες περιοχών της Νερ Έρντεραγ;»

«Ναι. Και δεν είναι μακριά από την Ευπρεπή Νόηση. Λοιπόν,» άλλαξε θέμα, «αυτό είναι το κλειδί σας.» Του έδωσε ένα κλειδί. «Εμείς θα είμαστε στο διπλανό δωμάτιο.»

Ο Αλκάμελ ξεκλείδωσε την πόρτα του δωματίου που θα μοιραζόταν με την Ευγενία και μπήκε. Εκείνη τον ακολούθησε. (Ο Διαβολόγατος κάπου είχε εξαφανιστεί, αλλά για την ώρα όλοι τον είχαν ξεχάσει.)

*

Η Σκιουργός έτρωγε μαζί μ’έναν επιχειρηματία που ήταν, προς το παρόν, εραστής της χωρίς να έχει καμια ιδέα ότι ήταν η Σκιουργός.

Ο χρυσόδερμος πολεοσκόπος με το ξυρισμένο κεφάλι και τα μαύρα ρούχα μπήκε στο εστιατόριο και στάθηκε εκεί όπου η Σκιουργός μπορούσε να τον δει. Με τις κινήσεις του σώματός του και μόνο (οι οποίες δεν είχαν τίποτα το αξιοπρόσεχτο για τους τυχαίους πολίτες) της μετέφερε το μήνυμά του.

Η Σκιουργός τού έδωσε απάντηση με μια κίνηση του χεριού της, καθώς σήκωνε το ποτήρι της με τη σαμπάνια χαμογελώντας μ’ένα αστείο που είχε κάνει ο επιχειρηματίας (ο οποίος δεν το γνώριζε αλλά της χρωστούσε το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις του τελευταία πήγαιναν τόσο καλά).

Ο πολεοσκόπος βγήκε από το εστιατόριο, και ύστερα από λίγο δημιουργήθηκε μέσα στο μαγαζί μια αναστάτωση που ανάγκασε τον επιχειρηματία να φύγει άρον-άρον.

Η αναστάτωση, φυσικά, δεν ήταν τυχαία: οι Πολεοτέχνες την είχαν προκαλέσει.

Η Σκιουργός συνάντησε τον πολεοσκόπο σ’έναν δρόμο έξω απ’το εστιατόριο, έχοντας ήδη αλλάξει την αμφίεσή της. Φορούσε τώρα μια κάπα με την κουκούλα σηκωμένη στο κεφάλι.

«Ξένη πολεοσκόπος;» είπε.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία, Αρχόντισσά μου. Το είδα καθαρά. Τα σημάδια της πόλης ήταν ίδια– ήταν παρόμοια όπως όταν είχε έρθει εκείνη η προηγούμενη.»

«Πού βρίσκεται;»

«Στον Φιλόξενο

«Μόνη;»

«Όχι. Σύμφωνα με τις αναφορές των άλλων, είναι τρεις ακόμα μαζί της – δύο άντρες, μία γυναίκα.»

«Η γυναίκα είναι κι αυτή ξένη πολεοσκόπος;»

«Δε νομίζω, Αρχόντισσά μου. Μία μόνο διέκρινα. Αν δεν λαθεύω.»

«Να βεβαιωθείς. Να μάθετε όσο περισσότερα μπορείτε γι’αυτούς τους ξένους.»

«Ο ένας πρέπει να είναι ντόπιος, Αρχόντισσά μου. Εκείνος που οδηγούσε το τρίκυκλο. Έχουν δύο οχήματα μαζί τους, μου είπαν οι άλλοι.» Και συνέχισε να μιλά.

Η Σκιουργός τον άκουσε με προσοχή.

*

Η Ευγενία έκανε ένα ντους, αφήνοντας το κρύο νερό να τη φέρει στα συγκαλά της. Βγαίνοντας, τυλίχτηκε σε μια ρόμπα. Τα κοντοκουρεμένα πράσινα μαλλιά της γυάλιζαν από την υγρασία.

«Συνήλθες;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, καθισμένος πάνω στο ένα κρεβάτι, καπνίζοντας.

«Δεν είναι τόσο εύκολο αυτό. Αλλά είμαι καλύτερα.» Κάθισε στο δικό της κρεβάτι.

«Τι ακριβώς είναι που βλέπεις, Ευγενία; Τι σε ζαλίζει έτσι;»

«Δε μπορείς να καταλάβεις. Τούτη η συνοικία... είναι... είναι μπερδεμένη.»

«Ναι, αυτό το κατάλαβα. Μερικές φορές απορούσα με την πορεία που ακολουθούσε ο Σεβασμιότατος.»

«Δεν εννοώ μόνο τους δρόμους της, την αρχιτεκτονική της... Είναι κάτι περισσότερο, Αλκάμελ. Κάτι είναι... τελείως διαφορετικό εδώ.»

Ο Αλκάμελ προσπάθησε να κοιτάξει το δεξί της πέλμα, γέρνοντας τον λαιμό του.

«Τι βλέπεις;» γέλασε εκείνη. «Λες να έχει αλλάξει το σημάδι μου;»

Το σημάδι της δεν είχε αλλάξει. Ο Αλκάμελ ανασήκωσε τους ώμους. «Ξέρω γω; Εσύ δε μου έλεγες ότι κάνει κάτι περίεργα πράγματα αυτό;»

«Ας ελπίσουμε ότι δεν θα κάνει τίποτα τώρα,» είπε η Ευγενία, αν και η αλήθεια ήταν πως το αισθανόταν ακόμα να την καίει λιγάκι. Ευτυχώς, μπορούσε εύκολα να το αγνοήσει.

«Θα το συνηθίσεις; Το περιβάλλον. Θα το συνηθίσεις;»

Η Ευγενία αναστέναξε. «Αν δεν το συνηθίσω... θα χρειαστώ πολλή βοήθεια. Και από τον Νόρενταμπ και από εσένα.»

Ο Αλκάμελ είπε μετά από δυο ρουφηξιές καπνό: «Σου χρωστάω, Ευγενία. Και σε θεωρώ φίλη μου, παρότι σε ξέρω ελάχιστα.»

Εκείνη χαμογέλασε. «Χαίρομαι που είμαι φίλη σου.»

«Θα ήθελα, βέβαια, να είμαστε και κάτι περισσότερο από φίλοι, δεν σ’το κρύβω· αλλά αφού μου έχεις πει γι’αυτόν τον τύπο που κάνει γκράφιτι....» Μόρφασε, ανασηκώνοντας πάλι τους ώμους· φύσηξε καπνό προς τα δίπλα.

«Σου είπα, επίσης, ότι δεν μπορώ να μείνω μαζί του για πολύ καιρό.»

Ο Αλκάμελ συνοφρυώθηκε. «Και τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει ότι μπορώ να συμπαθώ κι εσένα.»

Ο Αλκάμελ έσβησε το τσιγάρο του μέσα στο τασάκι. «Μπορείς να έρθεις πιο κοντά να με συμπαθήσεις όποτε θέλεις.»

Η Ευγενία μειδίασε. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι της και στάθηκε μπροστά στην πόρτα του μπαλκονιού, ατενίζοντας τη Νερ Έρντεραγ. Βλέποντας πάλι αυτά τα αποτρόπαια, άγνωστα σημάδια παντού: τα σημάδια που απειλούσαν το μυαλό της: τα σημάδια που ήταν τόσο διεστραμμένα, τόσο αλλόκοτα. Κι αυτοί οι καθρέφτες στους τοίχους... Μα τον Κρόνο, γιατί την τρόμαζαν τόσο αυτοί οι καθρέφτες στους τοίχους;

«Τι χρειάζονται οι καθρέφτες;» μουρμούρισε.

Ο Αλκάμελ την άκουσε. «Οι καθρέφτες πάνω στα οικοδομήματα; Κι εγώ το ίδιο αναρωτιόμουν. Πάω στοίχημα πως ο μόνος που ίσως να ξέρει είναι ο Σεβασμιότατος.»

Η Ευγενία άρχισε να αισθάνεται το σημάδι στο πέλμα της να την καίει λίγο περισσότερο από πριν. Πανικοβλήθηκε. Όχι! σκέφτηκε. Όχι! Αλλά ο πόνος δεν εντάθηκε άλλο. Έμεινε εκεί, στο λίγο περισσότερο από πριν. Και... νόμιζε ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι πατούσε ξυπόλυτη σε μέρος του πατώματος που δεν σκεπαζόταν από χαλί.

Πήρε τα πόδια της από την άκρη της μπαλκονόπορτας και πάτησε πάλι στο χαλί. Το κάψιμο μειώθηκε. Γιατί; Τι έχει το πάτωμα;

«Μην κοιτάς έξω, αν σ’ενοχλεί,» της είπε ο Αλκάμελ, βλέποντας τη πάλι αποπροσανατολισμένη.

Η Ευγενία σκέφτηκε: Το πάτωμα... Και οι τοίχοι; Πλησίασε έναν τοίχο και τον άγγιξε. Ακούμπησε τη δεξιά της παλάμη επάνω του. Μα τον Κρόνο – τον αισθανόταν! Αισθανόταν κάτι πίσω από τον τοίχο, μέσα στον τοίχο, μέσα στην ουσία του τοίχου, στο βασικό υλικό του. Μια δόνηση, κάτι που αντηχούσε άηχα, γαργαλώντας τα νεύρα της, κλονίζοντάς τα.

Απομάκρυνε το χέρι της προτού η αίσθηση δυναμώσει κι άλλο. Τρεκλίζοντας λιγάκι, κάθισε πάλι στο κρεβάτι.

«Τι είναι, τώρα;» ρώτησε ο Αλκάμελ. Κι άγγιξε κι εκείνος τον τοίχο πλάι του. «Έχουν κάτι οι τοίχοι; Δε νιώθω τίποτα.»

Η Ευγενία έκλεισε τα μάτια της, για να ξεκουράσει το μυαλό της. «Οι τοίχοι... Τα οικοδομήματα, Αλκάμελ. Είναι ζωντανά.»

«Τι εννοείς; Μιλάνε;» Γέλασε.

«Ο Νόρενταμπ μάς το είπε, βέβαια... Ψυχόδραση. Τα πάντα εδώ λειτουργούν με ψυχόδραση.

»Η ψυχόδραση είναι που με αποπροσανατολίζει,» μουρμούρισε, μονολογώντας.

*

Η πολεοσκόπος πανικοβλήθηκε. Άρχισε να τρέχει μες στους δρόμους. Ο γάτος την κυνήγησε, με τα ανομοιόχρωμα μάτια του να στραφταλίζουν, το ένα χρυσαφί, το άλλο γαλανό, και με τα μεγάλα αφτιά του τεντωμένα. Έμοιαζε διασκεδασμένος από την αντίδραση της γυναίκας· ήθελε να παίξει μαζί της.

Η πολεοσκόπος συνάντησε δύο Πολεοτέχνες σε μια γωνία. «Διώξτε το!» είπε, τρομαγμένη. «Διώξτε το!» δείχνοντας το γατί που πλησίαζε, γκριζότριχο με μια μαύρη λωρίδα που ξεκινούσε ανάμεσα από τ’αφτιά και έφτανε ώς τα οπίσθια.

Οι Πολεοτέχνες γέλασαν. «Τι είναι, Μίριλνατ; Φοβάσαι μια γάτα;»

«Δεν είναι κανονική γάτα – διώξτε το, γαμώτο! – έρχεται!»

Ο ένας Πολεοτέχνης τράβηξε το ψυχοδραστικό πιστόλι του και έριξε στον γάτο. Εκείνος απέφυγε τη ριπή καθώς τιναζόταν κάτω από ένα σταθμευμένο τετράκυκλο όχημα. Δεν βγήκε απ’την άλλη μεριά.

«Διώξτε το!» τσύριξε η πολεοσκόπος δείχνοντας.

«Ηρέμησε, Μίριλνατ. Μια γάτα είναι.»

«Δεν– Τι...;» Τα μάτια της ήταν εστιασμένα στο όχημα, διασταλμένα.

«Τι συμβαίνει;»

«Δεν είναι πια εκεί.»

«Ακόμα από κάτω είναι· δεν έχει βγει.»

«Δεν είναι πια εκεί!»

Ο Πολεοτέχνης γέλασε. «Θα τρελαθούμε, γαμώτο, απόψε!» Δημιούργησε μια ψυχοδραστική αναλαμπή ανάμεσα στα χέρια του και την τίναξε κάτω απ’το σταθμευμένο όχημα. Το σκοτάδι διαλύθηκε για μερικά δευτερόλεπτα.

Η γάτα δεν ήταν πουθενά.

«Θα έφυγε απ’την άλλη,» είπε ο άλλος Πολεοτέχνης.

«Εγώ δεν την είδα να φεύγει· την είδες εσύ;»

«Ούτε εγώ την είδα, αλλά πού αλλού να πήγε;»

Η πολεοσκόπος είπε, ακόμα βαριανασαίνοντας, ενώ ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό της: «Δεν ήταν γάτα αυτή.»

«Και τι ήταν;»

«Δεν ξέρω, αλλά δεν ήταν σαν καμια άλλη γάτα που έχω δει.»

«Θα τρελαθούμε απόψε, δε σου λέω εγώ;» είπε ο ένας Πολεοτέχνης στον άλλο. Και γέλασαν κι οι δύο.

Η πολεοσκόπος δεν γελούσε. Τους αγριοκοίταξε και έφυγε βιαστικά.

Ο ένας Πολεοτέχνης μόρφασε προς τον άλλο. «Πολεοσκόποι... Ξέρεις κανέναν τους που να μην είναι σαλεμένος;»

«Σωστά.»

(στ΄)

«Έλα, Κλάρεμαντ, ξύπνα! Σήκω. Σήκω.» Η Σολεράτ ήταν γονατισμένη από πάνω του, προσπαθώντας να τον συνεφέρει, κουνώντας τον, μιλώντας του. Αλλά τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να κατορθώσει.

Ωστόσο, δεν ήταν νεκρός. Ανέπνεε· δεν υπήρχε αμφιβολία πως ανέπνεε.

Ο Νάρβολαμπ τράβηξε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό από τα ρούχα του. «Πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια,» είπε. «Να έρθουν να μας βγάλουν από εδώ.» Παρατηρώντας όμως τον πομπό συνοφρυώθηκε. «Δεν έχει σήμα!»

Η Σολεράτ έβγαλε τον δικό της πομπό από την τσάντα της και κοίταξε τη μικρή οθόνη του. «Ούτε ο δικός μου έχει σήμα.»

«Μπλοκάρουν, κάπως, τα τηλεπικοινωνιακά σήματα!»

Οι πολεοπλάστες ήταν παντού γύρω τους – στους τοίχους, στο ταβάνι – και δούλευαν με τα βασικά δομικά υλικά της κυκλοικίας σαν να ήταν πλαστικές ύλες. Όλες οι επιφάνειες των τοιχωμάτων του διαμερίσματος είχαν αρχίσει να διαστρέφονται με εφιαλτικό τρόπο.

«Πού είναι ο επικοινωνιακός δίαυλος;» ρώτησε ο Νάρβολαμπ τον ένοικο.

«Εκεί.» Ο χρυσόδερμος άντρας έδειξε προς μια πόρτα. «Στην κουζίνα.»

Η Σολεράτ ήταν ήδη όρθια, και πήγε στην κουζίνα πριν από τον μισθοφόρο, για να δει ότι, αναμενόμενα, ήταν γεμάτη με πολεοπλάστες που τη μετάλλασσαν με τρόπο ονειρικό. Τον δίαυλο δεν τον είχαν πειράξει, ωστόσο. Η δημοσιογράφος πάτησε το κουμπί που τον άνοιγε. Και διαπίστωσε ότι ήταν νεκρός.

«Γιατί δεν εκπλήσσομαι;» μουρμούρισε.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Νάρβολαμπ.

Η Σολεράτ στράφηκε να τον αντικρίσει εκεί όπου εκείνος στεκόταν, στο κατώφλι της κουζίνας. «Είναι νεκρός.»

«Δε μπορεί! Έχουν μπλοκάρει τα πάντα;»

«Δε μου φαίνεται ότι είναι από εκείνους που κάνουν λάθη...»

«Και πώς θα φύγουμε από δω;» ρώτησε ο ένας από τους άλλους δύο μισθοφόρους – όχι αυτός που είχε χτυπηθεί στο στήθος· ο ξανθός, λευκόδερμος, με τα στενά μάτια και τη μικρή μύτη.

Κανένας δεν του έδωσε απάντηση.

«Τι θέλουν και μας κρατάνε εδώ;» είπε ο μισθοφόρος που είχε χτυπηθεί στο στήθος και που ακόμα ήταν γονατισμένος στο πάτωμα – ένας άντρας χρυσόδερμος, με καστανά μακριά μαλλιά δεμένα κότσο.

Ούτε αυτός έλαβε απάντηση. Έτσι στράφηκε στον ένοικο, καθώς, μετά βίας, σηκωνόταν όρθιος. «Εσύ ξέρεις, έτσι δεν είναι; Τι ξέρεις;» φώναξε. «Πες μας!» Είχε πάρει το πιστόλι του από κάτω, και τον σημάδεψε.

«Τίποτα! Τίποτα! Πρώτη φορά τα βλέπω αυτά, αυτά, αυτά τα τέρατα!» Έδειξε γύρω του, τους πολεοπλάστες.

«Μη λες ψέματα, γαμημένε! Θα σε σκοτώσω!»

«Ήρεμα, Κάζμεροντ!» είπε ο Νάρβολαμπ, πλησιάζοντας τον μισθοφόρο και πιάνοντάς του το χέρι που κρατούσε το πιστόλι. «Δε λέει ψέματα.»

«Πώς το ξέρεις, Νάρβολαμπ; Ήταν εδώ μέσα από πριν. Τον πιστεύεις ότι όντως δεν έβλεπε αυτά τα τέρατα;»

«Μπορεί να γίνει, με ψυχόδραση.»

«Και γιατί δεν επηρεαστήκαμε κι εμείς;»

«Εμείς δεν ήμασταν από ώρα μες στο διαμέρισμα· μόλις τώρα μπήκαμε.»

«Ο Νάρβολαμπ έχει δίκιο,» είπε η Σολεράτ στον Κάζμεροντ. «Ο άνθρωπος δεν φταίει σε τίποτα· κατέβασε το όπλο σου, μήπως βρούμε καμια άκρη. Κατέβασέ το.»

«Κατέβασέ το,» επέμεινε ο Νάρβολαμπ, που ακόμα του κρατούσε τον καρπό.

Ο Κάζμεροντ τράβηξε το χέρι του μακριά από τη λαβή του Νάρβολαμπ, αλλά κατέβασε το όπλο. «Τι θα κάνουμε;» ρώτησε.

«Θα δούμε.»

Ο ένοικος ξεροκατάπιε. «Δεν ξέρω τίποτα. Αλήθεια σάς λέω.»

«Σε πιστεύουμε,» τον διαβεβαίωσε ο Νάρβολαμπ· «μην ανησυχείς. Πρέπει όλοι να μείνουμε ψύχραιμοι. Να δούμε τι θέλουν από εμάς αυτά τα πλάσματα... ό,τι κι αν είναι,» πρόσθεσε κοιτάζοντας ολόγυρα.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί αλλάζουν τους τοίχους,» είπε ο άλλος μισθοφόρος – ο ξανθός.

Η Σολεράτ γονάτισε πάλι δίπλα στον Κλάρεμαντ. Τον ταρακούνησε, βάζοντας τα χέρια της στο στήθος του. «Ξύπνα! Κλάρεμαντ! Σε παρακαλώ, ξύπνα! Είσαι ο μόνος που μπορεί να μας βοηθήσει. Ξύπνα, γαμώτο!»

Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν. Άνοιξαν. Είδε τη Σολεράτ από πάνω του, αλλά θολή, και διπλή. Οι δύο Σολεράτ έγιναν, σταδιακά, μία, και η θολούρα διαλύθηκε. Μετά, ο οικομύστης διέκρινε κάτι στο ταβάνι–

«Πρόσεχε!» Έδειξε ψηλά, σηκώνοντας το χέρι του.

Η Σολεράτ κοίταξε το ταβάνι και είδε τους πολεοπλάστες. Έστρεψε ξανά το βλέμμα της στον οικομύστη. «Τι;»

Ο Κλάρεμαντ μόρφασε. Θυμήθηκε τι είχε συμβεί. «Α...» είπε, «ναι... Ναι, οι πολεοπλάστες.»

Η Σολεράτ ένευσε. «Οι πολεοπλάστες. Τι έπαθες; Αυτοί σε χτύπησαν κάπως;»

«Ναι.» Ο Κλάρεμαντ ανασηκώθηκε, νιώθοντας ακόμα τα νεύρα του κλονισμένα. «Αλλάζουν το εσωτερικό του οικοδομήματος. Το αλλάζουν τελείως. Δε μπορώ να κάνω τίποτα για να τους σταματήσω, Σολεράτ... Δε μπορώ...» Αν τον ξαναχτυπούσαν έτσι, δεν ήταν βέβαιος ότι θα το άντεχε.

Ο Νάρβολαμπ είπε: «Πώς τους αποκαλέσατε; Πολεοπλάστες; Γνωρίζετε τι είναι;»

«Δεν ξέρουμε τι είναι,» τον διαβεβαίωσε ο Κλάρεμαντ καθώς η Σολεράτ τον βοηθούσε να σηκωθεί όρθιος. «Απλώς... ένας παλιός μύθος. Οι πολεοπλάστες. Τον έχεις ακούσει;»

«Όχι,» παραδέχτηκε ο Νάρβολαμπ.

«Αυτά τα όντα ίσως να ονομάζονται πολεοπλάστες. Αλλά κανένας δεν τα έχει δει εδώ και πολλά χρόνια. Σύμφωνα με τις αναφορές που διάβασα εγώ, τουλάχιστον.»

«Μπορείς να κάνεις την πόρτα να εμφανιστεί πάλι;» τον ρώτησε ο Κάζμεροντ.

«Όχι.»

«Οικομύστης δεν είσαι, γαμώτο;»

«Οι οικομύστες δεν κάνουν εξαφανισμένες πόρτες να εμφανίζονται. Δεν είναι ταχυδακτυλουργοί.» Ο Κλάρεμαντ, καθώς μιλούσε, κοίταζε τριγύρω: οι πολεοπλάστες είχαν μεταλλάξει ακόμα περισσότερο το διαμέρισμα. «Πόση ώρα ήμουν λιπόθυμος;»

«Δέκα, δεκαπέντε λεπτά,» του είπε η Σολεράτ.

«Μα τον Κρόνο και τον γιο του τον Ηρώταλο, είναι γρήγοροι.»

«Πρέπει νάχουν μαζευτεί εκατοντάδες εδώ μέσα,» είπε ο Νάρβολαμπ. «Τι να κάνουμε, κύριε οικομύστη; Τι προτείνεις να κάνουμε;»

«Να περιμένουμε.»

«Να περιμένουμε;» φώναξε ο Κάζμεροντ. «Τι να περιμένουμε; Να μας σκοτώσουν;»

«Δε μου φαίνεται ότι θέλουν τον θάνατό μας.»

«Και τι θέλουν;»

«Πρέπει να περιμένουμε για να το ανακαλύψουμε.»

«Εγώ δεν περιμένω!» Ο Κάζμεροντ έκανε να στρέψει το πιστόλι του στους πολεοπλάστες, αλλά ο Νάρβολαμπ τού άρπαξε το χέρι, στρίβοντάς το απότομα, αναγκάζοντάς τον να ρίξει το όπλο.

«Θες να μας σκοτώσεις, ανόητε;» φώναξε. «Θες να μας σκοτώσεις; Δεν είδες ότι οι σφαίρες δεν τους βλάπτουν; Κι ακόμα κι αν τους έβλαπταν» – ελευθέρωσε το χέρι του Κάζμεροντ – «είναι πάρα πολλοί. Δε μπορούμε να τους νικήσουμε όλους· θα μας αφανίσουν.»

Ο Κάζμεροντ έτριψε το χέρι του. «Θα μας αφανίσουν ούτως ή άλλως.»

«Δεν το ξέρουμε αυτό. Ο οικομύστης έχει δίκιο. Ας περιμένουμε.»

Ο Κλάρεμαντ κάθισε σε μια πολυθρόνα του σαλονιού, έβγαλε ένα τσιγάρο, και προσπάθησε να το ανάψει, αλλά ο αναπτήρας τού έπεσε από τα γαντοφορεμένα χέρια του που έτρεμαν. Η Σολεράτ έπιασε την ψυχοδραστική συσκευή από κάτω και άναψε το τσιγάρο του οικομύστη.

«Ευχαριστώ,» είπε εκείνος, τραβώντας μια τζούρα και φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια.

«Νομίζεις ότι θα μπορούσαμε να τους επηρεάσουμε κάπως με ψυχοδραστικές μορφές;» τον ρώτησε η Σολεράτ.

«Δε θα σου πρότεινα να το επιχειρήσεις.»

«Να τους φωτογραφίσω, τουλάχιστον;»

Ο Κλάρεμαντ γέλασε.

«Είπα κάτι αστείο;»

«Επαγγελματική τυπικότητα ακόμα και σε τέτοιες στιγμές, Σολεράτ;»

Εκείνη μειδίασε, καταλαβαίνοντάς τον τώρα. «Πάντα,» αποκρίθηκε.

«Κάνε ό,τι θέλεις.»

Η Σολεράτ έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή από τη μπλε καπαρντίνα της και τράβηξε φωτογραφίες γύρω-γύρω, σ’όλο το σαλόνι. Πήγε και στα άλλα δωμάτια του διαμερίσματος και τα φωτογράφισε κι αυτά. Οι πολεοπλάστες ήταν παντού, φυσικά, όπως το περίμενε.

Επιστρέφοντας στο σαλόνι, όμως, είδε στη μικρή οθόνη της φωτογραφικής μηχανής της κάτι που δεν περίμενε: Οι πολεοπλάστες δεν είχαν φωτογραφηθεί. Τη θέση τους είχαν πάρει ποντίκια, ή έντομα, ή νυχτερίδες. «Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...» μουρμούρισε η Σολεράτ με γουρλωμένα μάτια.

«Τι;» ρώτησε ο Κλάρεμαντ.

«Δες.» Του έδωσε τη φωτογραφική μηχανή της. «Δες τι βγήκε αντί για τους πολεοπλάστες.»

«Δεν το πιστεύω...» είπε ο οικομύστης, γυρίζοντας τις φωτογραφίες μέσα στη μικρή οθόνη.

«Αυτό ξέρεις μόνο πού τόχω ξανακούσει; Από ξένους. Λένε πως οι φωτογραφίες της Μεγάλης Χώρας – των δρόμων της, των οικοδομημάτων της – εξαφανίζονται όταν φεύγουν από εδώ. Μονάχα λευκό φαίνεται επάνω τους.»

«Φήμες,» είπε ο ξανθός μισθοφόρος.

«Δεν είναι φήμες,» τους διαβεβαίωσε η Σολεράτ. «Το γνωρίζω από έγκυρη πηγή.»

Ο Κλάρεμαντ ένευσε. «Ναι, κι εγώ το ξέρω. Δεν είναι φήμες. Όντως συμβαίνει. Κάποιοι μάγοι που κατοικούν στην υπόλοιπη Ρελκάμνια το εξηγούν λόγω διαφορών στα ενεργειακά πεδία – κάτι τέτοιο. Δε γνωρίζω λεπτομέρειες· απλώς το έχω ακούσει. –Αλλά αυτό....» Κοίταξε πάλι τις φωτογραφίες στη μικρή οθόνη της φωτογραφικής μηχανής. «Αυτό είναι εξωφρενικό. Βγαίνουν άλλα αντί άλλων.»

Η Σολεράτ πήρε τη μηχανή από τα χέρια του και φωτογράφισε ξανά τους πολεοπλάστες γύρω τους: τράβηξε τρεις φωτογραφίες. Τις έλεγξε στην οθόνη. Δύο φορές τα πλάσματα είχαν φωτογραφηθεί ως ποντίκια, και μία ως γιγάντιες αράχνες. «Δε μπορώ να το πιστέψω...» είπε η δημοσιογράφος κουνώντας το κεφάλι.

«Τα ίδια πάλι;» ρώτησε ο Κλάρεμαντ.

«Ναι.» Η Σολεράτ κάθισε στον καναπέ.

Οι μισθοφόροι έμειναν όρθιοι. Ο ένοικος του διαμερίσματος κάθισε σε μια καρέκλα στο τραπέζι.

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε ο Κλάρεμαντ.

«Νόρενταμπ.»

«Μένεις μόνος εδώ;»

«Ναι.»

«Τι δουλειά κάνεις;»

«Στους Ψυχοτροχούς δουλεύω.» Μια βιομηχανία παραγωγής οχημάτων.

«Μπορείς να κάνεις καμια υπόθεση γιατί οι πολεοπλάστες ήρθαν στο δικό σου διαμέρισμα;»

«Αυτά τα τέρατα; Πού να ξέρω;»

«Είχες παρατηρήσει τίποτα παράξενο εδώ;»

Ο Νόρενταμπ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Τι παράξενο;»

«Οτιδήποτε.»

«Δε μπορούσα να κοιμηθώ καλά, τελευταία. Έβλεπα όνειρα. Αλλά ήταν από το πρόβλημα της κυκλοικίας αυτό· κι άλλοι ένοικοι δεν μπορ–»

«Τι όνειρα;»

Ο Νόρενταμπ συνοφρυώθηκε. «Ότι... Ήταν ένα συγκεκριμένο, βασικά. Ήταν ότι...» Ξεροκατάπιε. «Ίσως νάναι τυχαίο...»

«Τι έβλεπες;» επέμεινε ο Κλάρεμαντ.

«Ότι κάτι πλάσματα έβγαιναν μεσ’ από τους τοίχους–»

«Είσαι σίγουρος ότι ήταν όνειρο;» τον διέκοψε ο Νάρβολαμπ.

«Άσ’ τον να μιλήσει,» του είπε ο Κλάρεμαντ. Και προς τον Νόρενταμπ: «Πλάσματα σαν αυτά; Σαν τους πολεοπλάστες;»

Εκείνος ήταν ακόμα συνοφρυωμένος. «Εκεί είν’ η πλάκα. Δε θυμάμαι ακριβώς. Πάντως, ήταν κάτι πλάσματα που έβγαιναν μέσ’ από τους τοίχους.»

Ο Κλάρεμαντ θυμήθηκε εκείνο τον μεσημεριανό εφιάλτη που είχε δει κι ο ίδιος: ότι μυστηριώδη πλάσματα σέρνονταν πίσω από τους τοίχους κάποιου οικοδομήματος.

«Και μετά,» συνέχισε ο Νόρενταμπ, «βρισκόμουν μέσα σ’ένα... σ’έναν θάλαμο με μηχανήματα. Πολύ περίεργα μηχανήματα. Καμια σχέση μ’αυτά που βλέπω στους Ψυχοτροχούς. Δε νομίζω ότι υπάρχουν τέτοια πράγματα. Και αισθανόμουν ότι κάπου πήγαινα...»

«Πού πήγαινες;»

«Δεν ξέρω. Κάπου.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Όνειρο ήταν.»

«Δεν ήταν ένα απλό όνειρο, Νόρενταμπ,» τον διαβεβαίωσε ο Κλάρεμαντ. «Και καλό θα ήταν τώρα να είχαμε έναν ψυχοτεχνουργό εδώ. Αλλά, δυστυχώς, δεν έχουμε.»

Η Σολεράτ είπε: «Οι άλλοι ένοικοι έβλεπαν παρόμοια όνειρα;»

«Δεν τους ρώτησα για τα όνειρά τους,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ.

«Τίποτα απ’αυτά δεν μας βοηθά για να ξεφύγουμε,» παρατήρησε ο Νάρβολαμπ.

«Θα περιμένουμε,» είπε ο οικομύστης, «και θα δούμε. Δε μπορεί να μας κρατάνε τυχαία εδώ.»

*

Έμειναν ξύπνιοι όλο το βράδυ, τρώγοντας ό,τι τρόφιμα και πίνοντας ό,τι ποτά είχε ο Νόρενταμπ. Η ύδρευση εξακολουθούσε να λειτουργεί κανονικά στο διαμέρισμα. Το ίδιο και οι περισσότερες συσκευές που χρειάζονταν ενέργεια για να λειτουργήσουν. Αλλά δεν δούλευε τίποτα που είχε σχέση με επικοινωνία: ούτε οι πομποί τους, ούτε ο δίαυλος του διαμερίσματος, ούτε ο τηλεοπτικός δέκτης, ούτε το ραδιόφωνο. Οι πολεοπλάστες τούς είχαν αποκλείσει.

Και έκαναν τον χώρο γύρω τους ολοένα και πιο παράξενο. Δεν φαινόταν να μπορούν να επηρεάσουν τα έπιπλα, αλλά τα βασικά υλικά της κυκλοικίας τα μεταχειρίζονταν με τρόπους αδιανόητους. Τα δωμάτια του διαμερίσματος άρχισαν να παίρνουν άλλες μορφές· γίνονταν πιο κυρτά, πιο στρογγυλά, με περίεργες αποφύσεις. Σε ορισμένα σημεία, μηχανήματα είχαν ξεκινήσει να σχηματίζονται. Μηχανήματα που κανείς δεν αναγνώριζε.

Τα ρολόγια τους έδειχναν ότι είχε ξημερώσει, όταν ο Κλάρεμαντ ρώτησε τον Νόρενταμπ: «Τέτοια μηχανήματα είχες δει στο όνειρό σου;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, «θα μπορούσαν να ήταν τέτοια... Θα μπορούσαν...» Δεν έμοιαζε βέβαιος. «Είναι παράξενα... Καταλαβαίνεις τι κάνουν;»

«Όχι.» Ο Κλάρεμαντ στεκόταν μπροστά σ’ένα απ’αυτά, το οποίο είχε βγει κατά το ήμισυ από έναν τοίχο. Είχε, στη σειρά, τρία όρθια ραβδιά με κυρτές πλευρές· ανάμεσα στο πρώτο και στο δεύτερο αιωρείτο μια μικρή, πορφυρή σφαίρα· το ίδιο κι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο. Ο οικομύστης δεν τολμούσε ν’αγγίξει τίποτα.

Η Σολεράτ είπε: «Θ’αρχίσουν να μας αναζητούν τώρα στον έξω κόσμο.»

«Και πώς θα μας βρουν;» είπε ο Νάρβολαμπ.

«Δε θα καταλάβουν ότι ολόκληρο διαμέρισμα εξαφανίστηκε εδώ μέσα;» είπε απότομα ο Σόλιρβακ – ο ξανθός μισθοφόρος. «Αν είναι δυνατόν!»

«Δεν εξαφανίστηκε ακριβώς,» είπε ο Κλάρεμαντ.

«Έκλεισαν οι πόρτες, έκλεισαν τα παράθυρα, κύριε οικομύστη! Θα έρθουν εδώ κάποιοι με εκρηκτικά, θα σπάσουν τον τοίχο, και θα μας ελευθερώσουν.»

Ο Κλάρεμαντ δεν μίλησε, μοιάζοντας προβληματισμένος. Παρατηρούσε τα μηχανήματα τα οποία δημιουργούσαν σταδιακά οι πολεοπλάστες.

Η Σολεράτ τα φωτογράφισε. Οι φωτογραφίες βγήκαν κανονικές. Δηλαδή, τα μηχανήματα φαίνονταν κανονικά. Αντί για τους πολεοπλάστες, άλλα όντα παρουσιάζονταν.

Κεφάλαιο 19

Τα όνειρά της ήταν μπερδεμένα. Όχι ακριβώς εφιαλτικά. Μια ατέρμονη ροή σύγχυσης από εικόνες, αισθήσεις, εντυπώσεις... Από τότε που είχε αναγεννηθεί – από τότε που πρωτοείχε εμφανιστεί επάνω στο δεξί της πέλμα το σημάδι των Θυγατέρων – είχε να δει τέτοια όνειρα.

Τα μάτια της, κάποτε, άνοιξαν, και το ατέρμονο έλαβε τέλος.

Και η Ευγενία νόμιζε ότι, ξαφνικά, πολλοί δυνατοί ήχοι είχαν πάψει να ακούγονται και μια αλλόκοτη, παραφυσική σιγαλιά είχε απλωθεί παντού.

Ψευδαίσθηση, φυσικά.

Η σιγαλιά δεν ήταν καν τόσο απόλυτη. Στο διπλανό κρεβάτι, ο Αλκάμελ ροχάλιζε ελαφρά, ξαπλωμένος ανάσκελα. Το φως της αυγής που γλιστρούσε από το μισάνοιχτο παντζούρι της μπαλκονόπορτας γέμιζε το δωμάτιο του ξενοδοχείου με σκιές, και φανέρωνε, δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει η Ευγενία, ότι το πουλί του Αλκάμελ ήταν ορθωμένο κάτω από το χράμι που τον σκέπαζε.

Υπομειδιώντας αχνά, σηκώθηκε από το κρεβάτι της και πήγε να πλυθεί και να ετοιμαστεί. Το σημάδι στο δεξί της πέλμα την έκαιγε όποτε πατούσε επάνω στα βασικά δομικά υλικά της σφαιροικίας του Φιλόξενου. Πρέπει να με έκαιγε και την πρώτη φορά που είχα έρθει στο μπάνιο για να πλυθώ, δεν πρέπει; σκέφτηκε. Αλλά τότε δεν το είχε προσέξει· ήταν πολύ αποπροσανατολισμένη από τούτη την αλλόκοτη συνοικία της Ρελκάμνια. Έτσι το πρόσεξε τελικά όταν είχε σταθεί μπροστά στη μπαλκονόπορτα, εκεί όπου το χαλί του δωματίου τελείωνε.

Η Ευγενία δεν άργησε να βγει από το μπάνιο, τυλιγμένη σε μια ρόμπα, και πλησίασε ξανά τη μπαλκονόπορτα. Άνοιξε το παντζούρι και, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, κοίταξε έξω.

Τα σημάδια της Πόλης είχαν τα ίδια αποτελέσματα επάνω της. Της προκαλούσαν σύγχυση. Και τρόμο. Και αποστροφή. Πάλεψε με το μυαλό της για να το φέρει σε μια τέτοια νοητική κατάσταση που, τουλάχιστον, θα μπορούσε να τα αντέξει, αν όχι να τα κατανοήσει όπως κατανοούσε τα πολεοσημάδια στην υπόλοιπη Ρελκάμνια.

Ζαλίστηκε.

Έκλεισε τα μάτια της και πήρε κι άλλες βαθιές ανάσες. Επικαλέστηκε τεχνικές που ήξερε προκειμένου να αντεπεξέρχεται σε δύσκολες, τρομαχτικές καταστάσεις στις ταχυδακτυλουργίες της – όπως όταν ήταν δεμένη και κλεισμένη μέσα σ’ένα διαφανές μπαούλο που γέμιζε νερό και έπρεπε να ξεφύγει από τα δεσμά της· όπως όταν ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα και πάνω στο σώμα της έντομα σκαρφάλωναν για ώρα, επικίνδυνα να την τσιμπήσουν και να τη δηλητηριάσουν. (Όχι πως κινδύνευε αληθινά από τα έντομα· οι Θυγατέρες της Πόλης δεν επηρεάζονταν από τα περισσότερα δηλητήρια: ο οργανισμός τους τα απέβαλλε.)

Άνοιξε πάλι τα μάτια της, κοιτάζοντας τώρα στο εσωτερικό του δωματίου. Δεν ζαλιζόταν πλέον.

Ώρα να ξεκινήσουμε την αναζήτησή μας, σκέφτηκε. Δεν υπήρχε λόγος να χάνει άλλο χρόνο. Χτες ο Νόρενταμπ είχε επιμείνει να ξεκουραστούν, να μην αρχίσουν να ψάχνουν για τον Ρίκερελ μες στη νύχτα, αλλά τώρα η ξεκούραση είχε φτάσει στο τέλος της.

Η Ευγενία άγγιξε το ορθωμένο όργανο του Αλκάμελ πάνω από το χράμι. Εκείνος τινάχτηκε, ξαφνιασμένος.

«Πρέπει να ετοιμαστούμε,» του είπε η Ευγενία. «Ξημέρωσε.»

«Αρχίσαμε τις οικειότητες, ώστε,» μούγκρισε ο Αλκάμελ. Και χαμογέλασε. Της έκανε νόημα να έρθει κοντά του.

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Βιαζόμαστε.»

«Γιατί βιάζεται μια γυναίκα που δεν θα γεράσει ποτέ;»

«Ξέρεις γιατί βιάζομαι.» Η Ευγενία έβγαλε τη ρόμπα της κι άρχισε να ντύνεται.

Ο Αλκάμελ ανασηκώθηκε. «Σε μισώ,» είπε. «Πρώτα παίζεις με το πουλί μου, και μετά συνεχίζεις να παίζεις με το πουλί μου.» Της πέταξε το μαξιλάρι του.

Η Ευγενία έσκυψε, γελώντας.

«Τουλάχιστον έχεις καλά αντανακλαστικά,» παραδέχτηκε ο Αλκάμελ, και σηκώθηκε από το κρεβάτι πηγαίνοντας στο μπάνιο.

Όταν βγήκε, της είπε: «Πρέπει, πάντως, να αισθάνεσαι καλύτερα σήμερα, ε;»

«Όχι,» παραδέχτηκε εκείνη, ντυμένη τώρα.

«Τι όχι; Με δουλεύεις;»

«Τα ίδια αισθάνομαι· απλώς έχω αρχίσει να συνηθίζω.»

«Μια κάποια πρόοδος δεν είν’ αυτή;»

«Ντύσου,» του είπε η Ευγενία, και άνοιξε τον εσωτερικό δίαυλο του ξενοδοχείου, καλώντας το δωμάτιο του Νόρενταμπ και της Γιολάντας.

Ο Αλκάμελ άρχισε να ντύνεται. «Πού εξαφανίστηκε ο γάτος μας, αλήθεια; Όχι πως τον επιθυμώ και τόσο.»

«Δεν ξέρω,» είπε η Ευγενία.

«Ναι;» ακούστηκε η φωνή του Νόρενταμπ από τον δίαυλο.

«Εγώ είμαι. Σας ξύπνησα;»

«Ναι.»

«Συγνώμη γι’αυτό, αλλά πρέπει να ξεκινήσουμε. Έχει ξημερώσει.»

«Δεν είσαι ο εαυτός σου, Ευγενία.»

«Τι εννοείς;»

«Είσαι αγχωμένη. Ποτέ άλλοτε δεν σε θυμάμαι αγχωμένη.»

Εκείνη έκανε μερικές στιγμές μέχρι ν’απαντήσει. «Ναι,» παραδέχτηκε, «δεν είμαι ο εαυτός μου εδώ. Αλλά θα με βρω ξανά. Μαζί με τον Ρίκερελ. Δεν θα φύγω χωρίς αυτόν.»

«Θα τον βρούμε,» τη διαβεβαίωσε ο Νόρενταμπ.

*

Συναντήθηκαν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Η Γιολάντα είχε στο χέρι της μια τυλιχτή σοκολάτα και μασούσε. Ο Νόρενταμπ κρατούσε μια σακούλα που πρέπει να περιείχε κι άλλα πρόχειρα φαγητά. «Φαντάστηκα,» είπε στην Ευγενία, «ότι δεν θα ήθελες να καθίσουμε να πάρουμε πρωινό.»

Εκείνη ένευσε. «Είχες δίκιο.»

Η Γιολάντα τη ρώτησε: «Τι έχεις; Ο Νόρενταμπ δεν θέλει να μου πει, αλλά το καταλαβαίνω ότι κάτι συμβαίνει. Τι εννοούσες ότι δεν είσαι ο εαυτός σου; Μέχρι να φτάσουμε στη Νερ Έρντεραγ ήσουν μια χαρά.»

Ο Αλκάμελ κοίταξε την Ευγενία μορφάζοντας. Εκείνη τον αγνόησε.

«Τι;» είπε η Γιολάντα στον Αλκάμελ. «Είπα κάτι που δεν έπρεπε; Εσύ ξέρεις τι της συμβαίνει;»

Εκείνος δεν μίλησε.

«Θα σου πω,» της υποσχέθηκε η Ευγενία, «αλλά αργότερα. Εντάξει; Είμαστε σύμφωνες;»

Η Γιολάντα δίστασε ν’απαντήσει. Κοίταξε ερωτηματικά τον Νόρενταμπ.

«Μη μου παραπονιέσαι πάλι,» της είπε εκείνος. «Ήθελες νάρθεις μαζί μας, στους δρόμους, και θα έρθεις ενώ κανονικά δεν έπρεπε. Μη ζητάς από την Ευγενία να σου αποκαλύψει πράγματα που είναι προσωπική της υπόθεση. Δεν είναι σωστό. Έχει ήδη κάνει πολλά για εμάς.»

Η Γιολάντα αναστέναξε. «Με συγχωρείς αν σε πρόσβαλα,» είπε στην Ευγενία, «αλλά–»

«Δε με πρόσβαλες. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Απλώς είναι... μπερδεμένη ιστορία. Κάποια άλλη στιγμή θα σου πω περισσότερα. Εντάξει;»

Η Γιολάντα ένευσε, και δάγκωσε μια μπουκιά από την τυλιχτή σοκολάτα της.

«Τι έχεις μέσα, Σεβασμιότατε;» ρώτησε ο Αλκάμελ τον Νόρενταμπ κοιτάζοντας τη σακούλα που εκείνος κρατούσε. «Τίποτα νόστιμο;»

«Επειδή με είπες όπως δεν πρέπει να μες λες, κανονικά δεν θα έπρεπε να πάρεις τίποτα. Αλλά είμαι αγαθός άνθρωπος, κατά βάθος.» Ο Νόρενταμπ έστρεψε το άνοιγμα της σακούλας προς το μέρος του.

Ο Αλκάμελ πήρε μια τυλιχτή σοκολάτα· δάγκωσε το ζυμάρι και γεύτηκε τη λιωμένη σοκολάτα που ήταν κρυμμένη μέσα του, ζεστή και νόστιμη.

Η Ευγενία είπε πως δεν ήθελε κάτι να φάει τώρα. «Από πού θα ξεκινήσουμε;» ρώτησε τον Νόρενταμπ.

«Από εδώ. Από το ξενοδοχείο. Περνάνε πολλοί ξένοι από τον Φιλόξενο· μπορεί να πέρασε κι ο Ρίκερελ. Μπορεί, μάλιστα, να έχει ακόμα δωμάτιο κλεισμένο εδώ. Πώς είναι το επώνυμό του;»

«Ρίκερελ-Λάντι.»

«Ευγενής; Είναι ευγενής;»

«Ναι.»

«Ένα-ένα μάς τα λες...»

«Γιατί, τι διαφορά έχει αν είναι ευγενής;»

«Καμία, απλώς λέω.»

«Συνήθως δεν δίνει και πολύ σημασία στην καταγωγή του. Είναι από τον Οίκο των Λάντι’θρελ, αλλά σπάνια συστήνεται ως Ρίκερελ-Λάντι. Πιο συχνά συστήνεται ως Ρίκερελ Ζωγράφος. Ψευδώνυμο, φυσικά. Όμως υπάρχει μια πιθανότητα να το έχει δώσει ως κανονικό όνομα στο ξενοδοχείο.»

Ο Νόρενταμπ ένευσε και πλησίασε τον άντρα που ήταν στον πάγκο της ρεσεψιόν. Τον ρώτησε αν κάποιος Ρίκερελ-Λάντι, ή Ρίκερελ Ζωγράφος, είχε κλείσει δωμάτιο εδώ. Ο άντρας τού απάντησε ότι τέτοιες πληροφορίες ήταν, φυσικά, εμπιστευτικές. «Φίλος μας είναι,» τον διαβεβαίωσε ο Νόρενταμπ, κι έβαλε πάνω στον πάγκο δύο χαρτονομίσματα των είκοσι δεκάδιων. «Σε παρακαλώ· τον ψάχνουμε.»

Ο άντρας της ρεσεψιόν μόρφασε. «Λοιπόν,» είπε. «Επειδή δεν είμαι κλέφτης, δεν μπορώ να πάρω τα λεφτά σας, κύριε. Ο άνθρωπος που ζητάτε δεν είναι εδώ.»

«Και ούτε πέρασε παλιότερα από εδώ;»

«Δεν κρατάμε αρχείο των πελατών μας.»

«Μήπως, όμως, τον θυμάσαι; Ρίκερελ-Λάντι, ή Ρίκερελ Ζωγράφος.»

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. «Δεν μου λέει κάτι το όνομα. Ειλικρινά μιλάω.»

Ο Νόρενταμπ ένευσε. «Σ’ευχαριστώ.» Του άφησε ένα χαρτονόμισμα των δέκα δεκάδιων πάνω στον πάγκο και πλησίασε πάλι την Ευγενία, τον Αλκάμελ, και τη Γιολάντα, οι οποίοι είχαν βέβαια ακούσει όλη τη συζήτηση· δεν στέκονταν και τόσο μακριά.

«Αν δεν έμεινε στον Φιλόξενο,» είπε ο Νόρενταμπ, «πρέπει να έμεινε σε κάποιο άλλο από τα ξενοδοχεία που συνήθως φιλοξενούν ξένους.»

«Είναι πολλά;» ρώτησε ο Αλκάμελ, έχοντας τελειώσει την τυλιχτή σοκολάτα του.

«Δύο, βασικά: ο Σταθερός Οίκος και ο Μακρινός Ξένος.»

«Εδώ κοντά;»

«Ο Μακρινός Ξένος δεν είναι μακριά. Στην Επίπεδη Διάνοια βρίσκεται, προς τα νότια. Ο Σταθερός Οίκος είναι στα κεντρικά της Νερ Έρντεραγ, κοντά στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών.»

«Τα ονόματά σας εδώ πέρα θα με τρελάνουν,» σχολίασε ο Αλκάμελ.

«Προσπάθησε να μην τρελαθείς όσο είσαι μαζί μου, τουλάχιστον,» του είπε ο Νόρενταμπ, υπομειδιώντας.

Βάδισαν προς το γκαράζ του ξενοδοχείου, όπου είχαν αφήσει τα οχήματά τους. Η Ευγενία εξακολουθούσε να βλέπει πολεοσημάδια που δεν καταλάβαινε και που της προκαλούσαν παράξενες αισθήσεις. Την τρόμαζαν, την πανικόβαλλαν, τη ζάλιζαν. Προσπάθησε να καταπολεμήσει την αρνητική επίδραση, επικαλούμενη τις τεχνικές που ήξερε ως ταχυδακτυλουργός. Μπορούσε ν’αντέξει πολλή ώρα υπό αντίξοες συνθήκες· θα το συνήθιζε αυτό. Θα το συνήθιζε. Τις τεχνικές της, άλλωστε, της τις είχε μάθει ένας μάγος του τάγματος των Διαλογιστών, κι αυτοί ήταν πολύ καλοί σε τέτοια πράγματα.

Στο γκαράζ, ο Νόρενταμπ είπε: «Δε χρειάζεται τώρα να πάρουμε και τα δύο οχήματα. Καλύτερα να είμαστε όλοι μέσα στο τετράκυκλο.»

«Συμφωνώ,» αποκρίθηκε η Ευγενία, και ούτε η Γιολάντα ούτε ο Αλκάμελ έφεραν αντίρρηση.

Πλησίασαν το ασημόχρωμο όχημα, και η Ευγενία άγγιξε την πόρτα του οδηγού, μουρμούρισε τα λόγια για το Ξόρκι Ξεκλειδώματος, και οι κλειδαριές άνοιξαν.

«Δεν έχεις κλειδιά;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Είναι κλεμμένο, Γιολάντα.»

«Δε μου είχες πει, πάντως, ότι είσαι μάγισσα... Αυτό που κάνεις δεν είναι απλή ταχυδακτυλουργία, σωστά;»

«Σωστά,» αποκρίθηκε μόνο η Ευγενία και, βαδίζοντας γύρω από το όχημα, κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Ο Νόρενταμπ κάθισε πίσω απ’το τιμόνι.

Ο Αλκάμελ κάθισε στη μία από τις δύο πισινές θέσεις – και αναφώνησε. «Γαμώ...!»

Ο Διαβολόγατος ήταν εδώ. Ξεπρόβαλε κάτω από τα πίσω καθίσματα, με τα ανομοιόχρωμα μάτια του να γυαλίζουν.

Η Γιολάντα κάθισε στη δεύτερη πίσω θέση, και ο γάτος πήδησε στα γόνατά της. Η Γιολάντα γέλασε. «Μα πώς είναι δυνατόν να βρέθηκες εσύ εδώ;»

«Νιάαααο...» έκανε ο Διαβολόγατος.

«Τώρα κατάλαβες;» είπε ο Αλκάμελ.

Η Γιολάντα γέλασε ξανά. «Εσείς τον βάλατε εδώ, έτσι;»

«Καθόλου έτσι.»

«Ε, πώς μπήκε τότε;»

«Μη ρωτάς. Ούτε στη φυλακή καταλαβαίναμε πώς έμπαινε οπουδήποτε ο Διαβολόγατος.»

Ο Νόρενταμπ ενεργοποίησε τα συστήματα του οχήματος και το έβγαλε από το γκαράζ του Φιλόξενου. Οδήγησε μέσα στους δρόμους της Νερ Έρντεραγ.

Η Ευγενία παρακολουθούσε την Πόλη με στενεμένα μάτια, νιώθοντας το μυαλό της πιεσμένο, νιώθοντας παγερές αιχμές να προσπαθούν να το διαλύσουν. Πώς μπορούσε ποτέ να καταλάβει αυτά τα σημάδια εδώ; Η νόησή της πονούσε και μόνο που ερχόταν σε επαφή μαζί τους.

Γιατί, όμως; Γιατί διέφεραν τόσο από τα πολεοσημάδια που έβλεπε στην υπόλοιπη Ρελκάμνια; Έφταιγε η ψυχόδραση; Μπορεί – αλλά εν μέρει μόνο. Δεν ήταν η ψυχόδραση η κύρια αιτία, ήταν βέβαιη η Ευγενία. Κάτι δεν πήγαινε καλά με την ίδια την αρχιτεκτονική εδώ. Ή, μήπως, το νόμιζε αυτό επειδή η ψυχόδραση επηρέαζε το μυαλό της;

Από την άλλη, βέβαια, δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία ότι η αρχιτεκτονική ήταν, αντικειμενικά, παράξενη. Γιγάντια κάτοπτρα στους εξωτερικούς τοίχους, μα τον Κρόνο; Γωνίες και καμπύλες και κυρτώσεις εκεί όπου, κανονικά, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν; Σχήματα οικοδομημάτων που έμοιαζαν να έχουν βγει από ψυχεδελικό όνειρο; Ούτε μια συνηθισμένη, παραλληλόγραμμη πολυκατοικία δεν υπήρχε! Τι μέρος ήταν αυτό;

Η Ευγενία έκλεισε ξανά τα μάτια, τρίβοντας τους κροτάφους της με τα δάχτυλά της.

«Τι νιώθεις;» τη ρώτησε ο Νόρενταμπ.

Δεν άνοιξε τα βλέφαρα. «Τα ίδια. Θα το συνηθίσω, όμως. Πρέπει να το συνηθίσω.»

«Δε μου λες,» ρώτησε ο Αλκάμελ τον Νόρενταμπ, «πώς δεν μπερδεύεσαι εδώ πέρα; Το μέρος έχει κάτι το...» Κόμπιασε.

«Τίποτα δεν έχει. Στο μυαλό σου είναι. Αν ήταν αυτό που νόμιζες, δεν θα μπορούσε να χαρτογραφηθεί.»

«Πού ξέρεις τι νομίζω;»

«Νομίζεις ότι τα πάντα αλλάζουν θέσεις, ότι υπάρχει κάτι το αχανές και ανεξέλεγκτο ολόγυρά σου. Αυτό δεν νομίζεις;»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Αλκάμελ.

«Σας εξήγησα και τις προάλλες: οι πολίτες της Μεγάλης Χώρας ακολουθούν σημάδια στους δρόμους της. Όταν ακολουθείς τα σημάδια, αρχίζουν όλα πάλι να βγάζουν νόημα.»

«Και τι σημάδια είν’ αυτά που ακολουθείς τώρα;»

Η Ευγενία άνοιξε τα μάτια της, περίεργη να δει αν ο Νόρενταμπ θα έδειχνε κάτι. Και ο Νόρενταμπ, όντως, άρχισε να δείχνει διάφορα πράγματα: συγκεκριμένες κινήσεις οχημάτων και ανθρώπων, που (όπως είπε) επαναλαμβάνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα· τις θέσεις που βρίσκονταν κάποιες πόρτες σε σχέση με κάποια παράθυρα, ένα φαινόμενο που πάλι παρουσιαζόταν κατ’επανάληψη· σκιές που έπεφταν με συγκεκριμένο τρόπο.

«Δεν έχουμε στρίψει πουθενά,» πρόσθεσε. «Όλο ευθεία πάμε από τότε που φύγαμε απ’τον Φιλόξενο.»

«Αποκλείεται!» είπε ο Αλκάμελ.

«Σε είδα να στρίβεις!» είπε η Γιολάντα.

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Μια μικρή στροφή έκανα· δεν άλλαξα δρόμο.»

«Μα...»

«Το μυαλό σας σας παίζει παιχνίδια. Έτσι είναι η Νερ Έρντεραγ. Παρακολουθήστε τα σημάδια που σας είπα και θα δείτε ότι όλα αρχίζουν να βγάζουν νόημα.»

Η Ευγενία είχε ήδη αρχίσει να τα παρακολουθεί, αν και δυσκολευόταν να εστιαστεί επάνω τους· τα υπόλοιπα πολεοσημάδια που διέκρινε την αποπροσανατόλιζαν. Ήταν σαν αιμοβόρα τρωκτικά που πετάγονταν από γύρω για να δαγκώσουν τα μάτια της, να ροκανίσουν το μυαλό της. Για μια Θυγατέρα είναι πολύ πιο κοπιαστικό να πλοηγηθεί μέσα στη Νερ Έρντεραγ απ’ό,τι για έναν φυσιολογικό άνθρωπο... Οι Αδελφές της της το είχαν πει, και ήταν αλήθεια. Ήταν χειρότερο απ’ό,τι περίμενε ότι θα ήταν.

Τα σημάδια που είχε δείξει ο Νόρενταμπ, όμως, τη βοηθούσαν ομολογουμένως. Τη βοηθούσαν για να καταλάβει ότι όντως ακολουθούσαν μία και μόνο λεωφόρο, δεν έστριβαν πουθενά, δεν έμπαιναν σε άλλους δρόμους. Αλλά, συγχρόνως, τα σημάδια τής έκαναν κακό. Το μυαλό της είχε αρχίσει να πονά.

Ο Αλκάμελ είπε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω...»

«Εγώ δεν καταλαβαίνω,» παραπονέθηκε η Γιολάντα.

Ο Νόρενταμπ τής έδειξε πάλι τα σημάδια, καθώς οδηγούσε. «Δώσε προσοχή,» της είπε. «Δεν είναι και τόσο δύσκολο. Αν και, βέβαια, εσείς οι ξένοι μπορεί να χαθείτε εύκολα ακόμα κι αν ξέρετε τα σημάδια. Χρειάζεται να τα εμπεδώσεις για να είσαι σίγουρος ότι συνήθως δεν θα χάνεσαι.»

«Κι άμα χαθείς, τι γίνεται;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Μπορεί να κάνεις γύρω-γύρω σε μια γειτονιά για κάνα δίωρο χωρίς να βρίσκεις τον δρόμο σου.»

«Αν είναι δυνατόν!»

«Κι όμως, είναι δυνατόν. Το έχουν πάθει ακόμα και οι καλύτεροι πολίτες της Μεγάλης Χώρας, πίστεψέ με.»

Η Ευγενία ήταν έτοιμη να κλείσει πάλι τα μάτια της, για να ξεκουράσει το μυαλό της, όταν ο Νόρενταμπ σταμάτησε μπροστά σ’ένα οικοδόμημα σαν γιγάντιο μανιτάρι, που η πινακίδα του έγραφε: Ο ΜΑΚΡΙΝΟΣ ΞΕΝΟΣ.

«Πώς λέγεται αυτό το χτίριο;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Δεν ξέρεις να διαβάζεις;» του είπε η Γιολάντα.

«Δεν εννοώ το όνομα του ξενοδοχείου. Εννοώ το σχήμα του οικοδομήματος. Το άλλο λεγόταν σφαιροικία, δεν λεγόταν;»

«Αυτό,» είπε ο Νόρενταμπ, «λέγεται ‘υπεροικία’.»

«Υπεροικία;»

«Ναι. Το μεγαλύτερό της μέρος είναι πάνω από το έδαφος· σχεδόν αιωρείται, δεν βλέπεις;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έβγαλα εγώ τα ονόματα, Αλκάμελ.»

Ο Αλκάμελ δεν έκανε άλλα σχόλια· άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε από το όχημα. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.

Η Ευγενία παραπατούσε, και ο Νόρενταμπ έπιασε τον αγκώνα της, στηρίζοντάς την.

«Εντάξει είμαι,» είπε εκείνη.

«Στο δρόμο,» τη ρώτησε, χωρίς να την αφήσει, «είδες μήπως κανένα γκράφιτι του Ρίκερελ;»

«Όχι.»

«Θα το αναγνώριζες αν το έβλεπες;»

«Οπωσδήποτε.»

«Ακόμα κι εδώ;»

«Ακόμα και σε μια διάσταση όπου τα πάντα είναι ανάποδοι αντικατοπτρισμοί.»

«Καλό αυτό. Μπορεί, τελικά, να μας χρειαστεί.»

Μπήκαν στο ξενοδοχείο και πλησίασαν την παχιά γυναίκα στη ρεσεψιόν, η οποία τους καλωσόρισε ευγενικά, χαμογελώντας. Ο Νόρενταμπ τής έκανε την ίδια ερώτηση για τον Ρίκερελ που είχε κάνει και στον άντρα της ρεσεψιόν του Φιλόξενου. Εκείνη έδωσε παρόμοια απάντηση με τον συνάδελφό της. Ο Νόρενταμπ έβγαλε δύο εικοσάρικα και τα άφησε πάνω στον πάγκο. «Είναι φίλος μας,» είπε επίμονα. «Σε παρακαλώ, αν είναι εδώ....»

Η γυναίκα πήρε το ένα χαρτονόμισμα, κάπως διστακτικά. «Δεν είναι εδώ. Όχι πλέον. Αλλά ήταν εδώ.»

«Πριν από πόσο καιρό;» ρώτησε αμέσως η Ευγενία, νιώθοντας τα πόδια της να τρέμουν – όχι από την ανησυχία της για τον Ρίκερελ, ούτε από άγχος, αλλά εξαιτίας της τρομώδους ατμόσφαιρας που δημιουργούσαν τα πολεοσημάδια γύρω της.

«Πριν από κανένα μήνα, αν θυμάμαι καλά.» Η γυναίκα της ρεσεψιόν έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της και το άναψε μ’έναν αναπτήρα που η Ευγενία δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Πρέπει να ήταν ψυχοδραστικός.

«Και μετά;» ρώτησε ο Νόρενταμπ. «Έφυγε;»

«Προφανώς.»

«Είπε πού θα πήγαινε;»

Η γυναίκα μόρφασε. «Όχι σ’εμένα.»

«Είχε κανέναν γνωστό εδώ; Συναντιόταν με κάποιον που θυμάσαι; Είναι πολύ σημαντικό να τον βρούμε.» Έσπρωξε προς το μέρος της το χαρτονόμισμα που απέμενε πάνω στον πάγκο.

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω,» είπε. «Δε θυμάμαι κάτι. Το μόνο που...» Τράβηξε καπνό απ’το τσιγάρο, συνοφρυωμένη. Τον έβγαλε απ’τη μύτη. «Το μόνο που θυμάμαι είναι – είναι μια εντύπωση που είχα. Όταν ήρθε να μου δώσει το κλειδί του για να φύγει, μου φαινόταν κάπως αλλαγμένος.»

«Αλλαγμένος;» είπε η Ευγενία. «Πώς ακριβώς;»

«Δεν ξέρω. Κάτι στο βλέμμα του, στην όψη του. Αν δεν κάνω λάθος, δηλαδή.» Δεν πήρε το χαρτονόμισμα. «Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας πω. Δεν τον γνώριζα τον άνθρωπο.»

«Τι όνομα είχε δώσει; Ρίκερελ-Λάντι, ή Ρίκερελ Ζωγράφος;»

«Ζωγράφος.» Η γυναίκα τίναξε στάχτη απ’το τσιγάρο της μέσα σ’ένα τασάκι.

«Σ’ευχαριστούμε,» της είπε η Ευγενία.

«Τίποτα,» ανασήκωσε τους ώμους η γυναίκα. Και ρώτησε: «Θέλετε να σας κλείσω δωμάτια;»

Η Ευγενία, κανονικά, θα ζητούσε το δωμάτιο του Ρίκερελ, για να δει τι μπορούσε να διακρίνει στα πολεοσημάδια εκεί. Αλλά, έτσι όπως ήταν τα πολεοσημάδια στη Νερ Έρντεραγ, αισθανόταν βέβαιη ότι αυτό δεν θα της έκανε καθόλου καλό. Και πληροφορίες δεν πρόκειται να έπαιρνε.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ στη γυναίκα της ρεσεψιόν. «Απλώς να ρωτήσουμε θέλαμε. Είναι φίλος μας,» επανέλαβε, «και φοβόμαστε ότι μπορεί νάχει χαθεί.»

«Ήταν ξένος,» είπε η γυναίκα. «Πολλοί ξένοι χάνονται στη Νερ Έρντεραγ. Να προσέχετε. Και να βρείτε οδηγό... αν δεν είσαι εσύ οδηγός των φίλων σου.»

«Από τη Μεγάλη Χώρα είμαι,» τη διαβεβαίωσε ο Νόρενταμπ.

«Γνωρίζω κάμποσους οδηγούς. Εσένα δεν σε είχα ξαναδεί. Είσαι καινούργιος;»

«Δεν είμαι οδηγός στο επάγγελμα. Έχεις να μου συστήσεις κάποιους;»

«Ναι, φυσικά.» Του έδωσε τέσσερις κάρτες.

«Ευχαριστούμε.»

«Τίποτα.»

Βγήκαν απ’το ξενοδοχείο, επιστρέφοντας στο όχημά τους. Ο Διαβολόγατος τούς περίμενε εκεί.

«Λοιπόν,» είπε ο Νόρενταμπ. «Λέω να πάμε και στον Σταθερό Οίκο, να ρωτήσουμε. Δε χάνουμε κάτι.»

«Κι αν δεν τον βρούμε ούτε εκεί;» ρώτησε η Ευγενία.

«Θα πρέπει να ψάξουμε στους δρόμους. Δεν υπάρχει άλλη λύση.»

*

Διέσχισαν την περιφέρεια που ονομαζόταν Επίπεδη Διάνοια – με τον Νόρενταμπ, φυσικά, στο τιμόνι του τετράκυκλου οχήματος – και έφτασαν σε μια άλλη περιφέρεια που ο τζογαδόρος τούς είπε ότι λεγόταν Εύκαμπτη Συνείδηση.

«Και η δική μου συνείδηση είναι αρκετά εύκαμπτη, σε αρκετές περιπτώσεις,» σχολίασε ο Αλκάμελ.

Η Γιολάντα γέλασε.

«Επίσης,» πρόσθεσε ο Αλκάμελ, «νομίζω πως έχω αρχίσει να χάνομαι πάλι, να τα μπερδεύω.»

«Κι εγώ,» συμφώνησε η Γιολάντα.

«Μην ανησυχείτε,» τους είπε ο Νόρενταμπ· «φυσιολογικό είναι. Δεν είναι τόσο εύκολο να μάθεις να πλοηγείσαι μέσα στη Μεγάλη Χώρα. Θέλει εξάσκηση. Κι εσείς, επιπλέον, είστε ξένοι· δεν πρόκειται ποτέ να γίνετε τόσο ικανοί στην περιπλάνηση όσο ένας ντόπιος.»

Η Ευγενία καθόταν δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, και κοίταζε τους δρόμους ελπίζοντας πως ίσως κάπου να έβλεπε κάποιο γκράφιτι του Ρίκερελ. Μέχρι στιγμής, όμως, κανένα δεν είχε τύχει να δει, αν και είχε εντοπίσει διάφορα άλλα γκράφιτι τα οποία σίγουρα – χωρίς την παραμικρή αμφιβολία – δεν ήταν δικά του.

Τα πολεοσημάδια εξακολουθούσαν να ταλαιπωρούν το μυαλό της, να τη ζαλίζουν, να την τρομοκρατούν, να την κάνουν να πονά. Μονάχα οι τεχνικές που ήξερε ως ταχυδακτυλουργός τη βοηθούσαν ν’αντέχει. Αλλά ώς πότε;

Η Εύκαμπτη Συνείδηση δεν ήταν μεγάλη περιοχή· σύντομα τη διέσχισαν και βρέθηκαν σε μια περιφέρεια που ο Νόρενταμπ τούς πληροφόρησε ότι ονομαζόταν Φευγαλέοι Συνειρμοί. «Εδώ είναι ο Σταθερός Οίκος.»

«Αρκετά μακριά από τον Μακρινό Ξένο, σωστά;» είπε ο Αλκάμελ.

«Γύρω στα τριάντα χιλιόμετρα.»

«Ευτυχώς δεν έχω ακόμα χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου εδώ πέρα.»

Γύρω τους τα οικοδομήματα είχαν σχήματα που έμοιαζαν βγαλμένα από σουρεαλιστικό πίνακα. «Πώς ονομάζεται αυτό το όρθιο δαχτυλίδι;» ρώτησε η Γιολάντα, δείχνοντας ένα χτίριο που είχε το εν λόγω σχήμα.

«Κυκλοικία,» απάντησε ο Νόρενταμπ.

«Κι αυτή η ανάποδη πυραμίδα;» Μια πυραμίδα που στεκόταν στην κορυφή της, και το πώς δεν έπεφτε φαινόταν εξωπραγματικό.

«Αντιτριγωνοικία.»

«Θα φοβόμουν να μπω εκεί μέσα,» είπε ο Αλκάμελ.

«Τα χτίρια αυτά στέκονται στη Μεγάλη Χώρα εδώ και αιώνες· δε θα πέσουν όταν περάσεις εσύ την είσοδό τους, Αλκάμελ.»

Εκείνος μειδίασε. «Ποτέ δεν ξέρεις. Λένε πως έχω τα πόδια του Σκοτοδαίμονος.»

Ο Νόρενταμπ σταμάτησε το όχημά τους μπροστά σε μια μεγάλη πυραμίδα – κανονική, όχι ανάποδη – που η πινακίδα πάνω από την είσοδό της έγραφε: ΣΤΑΘΕΡΟΣ ΟΙΚΟΣ.

«Οι κανονικές πυραμίδες πώς ονομάζονται;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Τριγωνοικίες.»

Βγήκαν από το όχημά τους και η Ευγενία πάλι παραπατούσε. Ο Νόρενταμπ την έπιασε από τον αγκώνα για να τη στηρίξει. «Μπορείς να καθίσεις μέσα, όσο εμείς θα πάμε να–»

«Όχι, θα έρθω μαζί σας.»

Η Γιολάντα είπε: «Δεν καταλαβαίνω τι σ’έχει πιάσει. Είναι λίγο περίεργα όλ’ αυτά γύρω μας, αλλά και πάλι....»

«Αυτό που την έχει πιάσει δεν οφείλεται στην περιεργοσύνη του τοπίου,» τη διαβεβαίωσε ο Αλκάμελ, αγγίζοντας τον ώμο της.

«Γνωρίζεις τι ακριβώς έχει, έτσι; Και εσύ και ο Νόρενταμπ. Μόνο εγώ δεν ξέρω!»

«Θα μάθεις όταν είναι η ώρα,» της είπε ο Νόρενταμπ.

«Βλέπεις πώς με ταλαιπωρεί;» είπε η Γιολάντα στον Αλκάμελ.

«Επειδή είναι ιερέας του Κρόνου, μάλλον. Είναι πολύ πειθαρχημένοι, έχω ακούσει,» αποκρίθηκε εκείνος, αστειευόμενος.

«Δεν είμαι ιερέας,» είπε ο Νόρενταμπ, σοβαρά, και τους οδήγησε στο εσωτερικό του ξενοδοχείου.

Η ρεσεψιόν δεν διέφερε και πολύ από τις άλλες δύο που είχαν δει. Στον πάγκο καθόταν ένας άντρας και διάβαζε εφημερίδα. Τον πλησίασαν και ο Νόρενταμπ ρώτησε πάλι για τον Ρίκερελ-Λάντι, ή Ρίκερελ Ζωγράφο.

«Γιατί τον ψάχνετε;»

«Φίλος μας είναι.»

«Δεν έχουμε εδώ κάποιον μ’αυτά τα ονόματα, κύριε.»

«Ούτε παλιότερα είχε περάσει από τον Σταθερό Οίκο

«Δε θυμάμαι κάτι. Περιμένετε λίγο να ρωτήσω.» Έφυγε από τον πάγκο του, πλησίασε μια κοπέλα στο διπλανό δωμάτιο (τραπεζαρία, όπου τώρα κάποιοι έπαιρναν πρωινό), και της μίλησε. Μετά μπήκε σε μια πόρτα και χάθηκε απ’τα μάτια τους. Όταν τελικά επέστρεψε κοντά τους τους είπε ότι κανένας δεν είχε ακούσει για κάποιον Ρίκερελ-Λάντι ή Ρίκερελ Ζωγράφο. «Δε νομίζω ότι ήταν ποτέ εδώ.»

Ο Νόρενταμπ τον ευχαρίστησε και έφυγαν από τον Σταθερό Οίκο.

*

Οι Πολεοτέχνες τούς παρακολουθούσαν, φυσικά, από την αρχή της ημέρας, και είχαν ειδοποιήσει τη Σκιουργό για τις κινήσεις τους. Τώρα, καθώς οι ξένοι έβγαιναν από τον Σταθερό Οίκο, η Σκιουργός στεκόταν στην πόρτα μιας κυλινδροικίας αντίκρυ του ξενοδοχείου και τους κοίταζε, με τρεις από τους Πολεοτέχνες κοντά της.

«Αυτή,» είπε ο πολεοσκόπος χωρίς να δείχνει, ξέροντας πως η Αρχόντισσά του έβλεπε κι εκείνη τα σημάδια – «αυτή είναι η ξένη πολεοσκόπος.»

«Ναι,» ψιθύρισε η Σκιουργός, νεύοντας ανεπαίσθητα.

«Και ο γάτος που έχουν μαζί τους είναι... Δεν είναι σαν κανέναν άλλο γάτο που έχω ξαναδεί, Αρχόντισσά μου!»

Η Σκιουργός γέλασε. «Είναι από ένα πολύ σπάνιο είδος.»

«Τον αναγνωρίζετε;»

«Αναγνωρίζω το είδος του. Είχα συναντήσει έναν τέτοιο γάτο, πριν από πολλά χρόνια.»

«Είναι επικίνδυνος;»

«Αναλόγως.»

«Οι ξένοι, πάντως, αναζητούν κάποιον στη Μεγάλη Χώρα,» είπε ο πολεοσκόπος, αλλάζοντας θέμα. «Είναι καταφανές. Κάποιον που νομίζω πως είναι γνωστός της ξένης πολεοσκόπου.»

«Μη ‘νομίζεις’. Είναι σίγουρα γνωστός της. Όλα τα σημάδια το δείχνουν ξεκάθαρα. Πολύ αγαπημένο της πρόσωπο. Που έχει χαθεί εδώ. Αναρωτιέμαι...» Άφησε τη φράση της ανολοκλήρωτη.

«Αρχόντισσά μου;»

«Αναρωτιέμαι αν τον γνωρίζουμε. Δεν υπάρχει κανένας που να έχει ‘χαθεί’ στη Μεγάλη Χώρα και να μην ξέρουμε πού βρίσκεται, υπάρχει;»

Ένας άλλος Πολεοτέχνης μίλησε: «Αρχόντισσά μου, γιατί δεν προσπαθούμε να προσαρτήσουμε την ξένη πολεοσκόπο;»

«Δε σας έχω πει ότι οι ξένες πολεοσκόποι είναι επικίνδυνες;» αποκρίθηκε απότομα η Σκιουργός, στρέφοντας το βλέμμα της επάνω του.

Ο Πολεοτέχνης κόμπιασε. «Ναι, αλλά... γιατί;»

«Δεν αρκεί που σας το λέω; Δεν ξέρετε πώς είναι ο κόσμος πέρα από τη Μεγάλη Χώρα· εγώ ξέρω!»

Ο πολεοσκόπος είπε στον άλλο Πολεοτέχνη: «Μην είσαι ανόητος. Δε θα μπορούσε ποτέ νάναι δική μας. Η Μεγάλη Χώρα τής προκαλεί σύγχυση. Η Αρχόντισσά μας έχει, όπως πάντα, δίκιο. Είναι σοφή.»

*

Μπήκαν στο τετράκυκλο όχημα και έκλεισαν τις πόρτες.

«Θα τριγυρίσουμε, λοιπόν, στους δρόμους;» ρώτησε η Ευγενία. «Ελπίζοντας πως θα βρούμε έτσι τον Ρίκερελ;» Αισθανόταν τόσο χαμένη εδώ. Φοβόταν ότι ποτέ δεν θα κατόρθωνε να τον εντοπίσει. Και ο Ρίκερελ βρισκόταν σε κίνδυνο – δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο!

«Αν είχε έρθει για να κάνει γκράφιτι,» είπε ο Νόρενταμπ, «πιθανώς να έχει μιλήσει μ’άλλους ανθρώπους που κάνουν γκράφιτι στη Νερ Έρντεραγ, είτε κανονικό είτε ψυχοδραστικό.»

«Ψυχοδραστικό;»

«Με ψυχοδραστικές μορφές. Δεν διαρκεί τόσο όσο το κανονικό, συνήθως, εκτός αν κάποιος αφιερώσει πολλή ψυχόδραση και είναι πολύ ικανός καλλιτέχνης. Τέλος πάντων. Ο Ρίκερελ ίσως να ήρθε σε επαφή με κάποιους από αυτούς. Θ’αρχίσω να οδηγώ κι εσύ θα κοιτάς τριγύρω, μήπως δεις καμια από τις δικές του τοιχογραφίες, εντάξει; Μέχρι στιγμής δεν έχεις δει καμία...;»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Κι αν συναντήσουμε τίποτα άτομα που κάνουν γκράφιτι, θα σταματήσουμε και θα τους ρωτήσουμε.»

«Ναι,» συμφώνησε η Ευγενία.

«Θες να περιμένουμε λίγο, να ξεκουραστείς πρώτα;»

«Ναι.» Έκλεισε τα μάτια κι ακούμπησε το κεφάλι της πίσω, στο κάθισμα. «Λίγο.»

Ο Νόρενταμπ, γυρίζοντας να κοιτάξει τα πισινά καθίσματα, είπε στη Γιολάντα: «Θα είσαι μαζί μας, για τώρα. Αλλά, αν η αναζήτησή μας συνεχιστεί και αύριο, θα πρέπει να μείνεις στο ξενοδοχείο, όπως είπαμε.»

Εκείνη αναστέναξε. «Γιατί είσαι τόσο περίεργος; Δε βλέπω να υπάρχει κανένας κίνδυνος!»

«Επειδή δεν τον βλέπεις δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κιόλας. Στη Νερ Έρντεραγ είμαστε. Και ο Ρίκερελ είναι κάπου μπλεγμένος – κάπου που κινδυνεύει.»

«Ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς το ξέρετε αυτό!»

«Το ξέρουμε. Θα σου εξηγήσει περισσότερα η Ευγενία, όταν εκείνη θέλει. Δε μπορώ να πω άλλα.»

«Με κάνετε να αισθάνομαι χαζή! Όλοι σας!»

«Μην το παίρνεις προσωπικά· σε αγαπάμε,» την πείραξε ο Αλκάμελ.

Μετά από κανένα τέταρτο (είχε πολύ καλή αίσθηση του χρόνου, όπως οι περισσότερες Θυγατέρες της Πόλης) η Ευγενία άνοιξε τα μάτια της, νιώθοντας να έχει κάπως ξεζαλιστεί, τα νεύρα της να έχουν ηρεμήσει. «Πάμε,» είπε στον Νόρενταμπ.

Εκείνος έβαλε σε κίνηση τους τροχούς του οχήματος κι άρχισε πάλι να οδηγεί. Στον Αλκάμελ και στη Γιολάντα είπε: «Εσείς δεν ξέρετε ποια γκράφιτι μπορεί νάναι του Ρίκερελ, αλλά έχετε το νου σας για τοιχογραφίες γενικά, καθώς και γι’ανθρώπους που κάνουν τοιχογραφίες.»

«Ό,τι πεις, αφεντικό,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία κοίταζε πάλι έξω απ’τα παράθυρα, νιώθοντας πολιορκημένη από τα χαοτικά πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ που την περιγελούσαν και την τρομοκρατούσαν. Εδώ οι δυνάμεις στις οποίες είχε συνηθίσει να βασίζεται, όχι μόνο αχρηστεύονταν, αλλά στρέφονταν εναντίον της. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να το καταπολεμήσω αυτό; Δεν υπάρχει τρόπος να το στρέψω προς όφελός μου; Τα μάτια της έψαχναν για γκράφιτι του Ρίκερελ ενώ τούτες οι σκέψεις περνούσαν απ’το μυαλό της.

Το όχημά τους δεν άργησε να φτάσει σε μια μεγάλη πλατεία όπου πολύς κόσμος ήταν συγκεντρωμένος και πολλές σκηνές και παραπήγματα ήταν στημένα.

«Τι γίνετ’ εδώ;» είπε ο Αλκάμελ. «Πρόσφυγες;»

«Ρευματοπαθείς, μάλλον,» εξήγησε ο Νόρενταμπ.

«Τι είν’ αυτό πάλι;»

«Δε σας είπα ότι οι ρευματοπαθείς είναι άνθρωποι που η περιοχή τους έχει χτυπηθεί από κάποιο ρεύμα της Αναδίπλωσης;»

«Ναι, τώρα που το λες, το θυμάμαι...»

Ο Νόρενταμπ έκανε τον κύκλο της πλατείας, περνώντας ανάμεσα από άλλα οχήματα.

«Θα τη δούμε την Αναδίπλωση;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Μπορούμε να πάμε προς τα εκεί...»

«Να πάμε! Θέλω να τη δω.»

«Ας πάμε. Ούτως ή άλλως δεν έχουμε κανένα στοιχείο που να μας οδηγεί προς άλλη κατεύθυνση.»

«Υπάρχουν πάντως κάμποσα γκράφιτι εδώ γύρω,» παρατήρησε ο Αλκάμελ.

«Κανένα του Ρίκερελ,» είπε η Ευγενία. Θα τα αναγνώριζε παντού, ακόμα κι εδώ· ήταν βέβαιη.

Ο Νόρενταμπ απομακρύνθηκε από την πλατεία – που τους πληροφόρησε ότι ονομαζόταν Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών – και οδήγησε μέσα σε άλλες συνοικίες.

«Πηγαίνεις προς την Αναδίπλωση;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Ναι.»

«Έχω μπερδευτεί τελείως!» γέλασε.

«Μη φοβάσαι όσο είσαι μαζί μου.»

Η Γιολάντα ακούμπησε το σαγόνι της στην άκρη του καθίσματός του και τον φίλησε στο μάγουλο.

Στο δρόμο έβλεπαν διάφορες τοιχογραφίες – και κανονικές και ψυχοδραστικές – αλλά η Ευγενία πάντα έλεγε ότι δεν ήταν του Ρίκερελ. Και το μυαλό της πονούσε από τα πολεοσημάδια που την πολιορκούσαν από παντού. Νόμιζε ότι ζούσε μέσα σ’έναν εφιάλτη.

Σ’ένα σημείο είδαν δυο νεαρούς να βάφουν έναν τοίχο, σκαρφαλωμένοι πάνω σ’ένα δώμα. Τα μακριά πινέλα τους είχαν αρχίσει να σχηματίζουν ένα μεγάλο όχημα με ουρά φιδιού.

«Να ρωτήσουμε αυτούς τους μάγκες;» είπε ο Αλκάμελ.

Ο Νόρενταμπ σταμάτησε από κάτω τους· άνοιξαν τις πόρτες και βγήκαν.

Οι νεαροί έστρεψαν τα βλέμματά τους για να τους κοιτάξουν. Κι οι δύο ήταν χρυσόδερμοι και μελαχρινοί, αλλά κατά τα άλλα δεν έμοιαζαν καθόλου στην εμφάνιση. «Τι πρόβλημα υπάρχει;» ρώτησε ο ένας.

«Κανένα πρόβλημα,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ· «δεν είμαστε εδώ για να σας διώξουμε. Μια ερώτηση μόνο θέλουμε να κάνουμε.»

«Ευχαρίστως. Πες.» Ο τύπος σκούπισε την άκρη του πινέλου του πάνω σ’ένα πανί που κρεμόταν από τη ζώνη του.

«Ψάχνουμε κάποιον με τ’όνομα Ρίκερελ Ζωγράφος, ή Ρίκερελ-Λάντι.»

«Αριστοκράτης;»

«Ναι. Κάνει γκράφιτι, σαν εσάς.»

Οι νεαροί γέλασαν. «Μας δουλεύεις; Οι αριστοκράτες δεν κάνουν γκράφιτι!»

«Δεν είναι ντόπιος, όπως θα καταλαβαίνεις, φίλε. Ρίκερελ τον λένε, σας είπα.»

«Ξένος; Και ήρθε στη Μεγάλη Χώρα για να βάψει τοίχους;» είπε ο άλλος νεαρός. «Την έχει άσχημα, μάστορα. Θα τον φάνε οι Πολεοτέχνες.»

«Δεν αστειεύομαι,» είπε ο Νόρενταμπ. «Είχε έρθει εδώ για να κάνει γκράφιτι. Είναι περίπου τόσο ψηλός» – έδειξε με το χέρι του – «έχει καστανά, μακριά μαλλιά, και κόκκινο δέρμα.»

«Δεν τον έχουμε δει, μάστορα.»

«Και είναι λίγο απίθανο,» πρόσθεσε ο νεαρός που είχε μιλήσει πριν, «νάναι ξένος και να βάφει τοίχους εδώ. Απλά σ’το λέμε, να πούμε, χωρίς παρεξήγηση· δεν τρέχει τίποτα.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Ευχαριστούμε.»

«Στο καλό.»

Μπήκαν πάλι στο όχημά τους, και η Ευγενία ρώτησε: «Ποιοι είναι οι Πολεοτέχνες για τους οποίους μίλησε;»

«Ένας μύθος,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Μια συμμορία που υποτίθεται ότι είναι εξαπλωμένη σ’όλη τη Νερ Έρντεραγ και ελέγχει τα πάντα από τις σκιές. Δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.»

Ο Αλκάμελ είπε: «Έχω μια απορία. Γιατί όλοι όσοι βλέπουμε έχουν ή χρυσό δέρμα ή λευκό-ροζ;»

«Γιατί αυτοί είναι οι δερματικοί χρωματισμοί των ντόπιων. Όλα τα άλλα χρώματα δείχνουν ότι είσαι ξένος.»

«Την Ευγενία, δηλαδή, και τη Γιολάντα θα μπορούσε κάποιος να τις περάσει για ντόπιες...»

«Ναι, αν και είναι τελείως άσχετες από τη Μεγάλη Χώρα – κι αυτό πάντα φαίνεται. Εσένα, όμως, με τίποτα δεν θα μπορούσε κάποιος να σε περάσει για ντόπιο.»

«Το φαντάζομαι.» Το δέρμα του Αλκάμελ ήταν πράσινο – ένας δερματικός χρωματισμός σπάνιος ακόμα και στην υπόλοιπη Ρελκάμνια.

Ο Νόρενταμπ τούς απομάκρυνε από τους δύο νεαρούς που ζωγράφιζαν τον τοίχο και οδήγησε πάλι στους δρόμους της Νερ Έρντεραγ, επάνω σε γέφυρες, και μέσα σε σήραγγες. Είδαν ξανά κάμποσα γκράφιτι, αλλά η Ευγενία πάντα έλεγε ότι δεν ήταν του Ρίκερελ.

«Είναι δυνατόν να έμπλεξε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβε να κάνει ούτε ένα γκράφιτι;» απόρησε ο Αλκάμελ.

«Δεν έχουμε ψάξει ακόμα όλη τη Νερ Έρντεραγ, Αλκάμελ,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Πού ακριβώς βρισκόμαστε τώρα, σε σχέση με... με κάποιο σημείο του ορίζοντα, τέλος πάντων;»

«Βορειοανατολικά είμαστε. Πλησιάζουμε στην Αναδίπλωση. Ετούτη η περιφέρεια που θα μπούμε λέγεται Μικρή Διάνοια– Ας ρωτήσουμε κι αυτούς,» είπε, βλέποντας ξαφνικά τρεις άλλους που έκαναν γκράφιτι στο πλάι μιας παλιάς αποθήκης η οποία ήταν τμήμα ενός οικοδομήματος αποτελούμενου από πολλά Τ.

«Πώς ονομάζεται τούτο το σχήμα, Νόρενταμπ;» ρώτησε η Γιολάντα δείχνοντας το μεγάλο χτίριο.

«Γεφυροικία.»

«Δεν υπάρχουν μεμονωμένα σπίτια εδώ; Που να μην είναι μέρος κάποιου μεγαλύτερου οικοδομήματος;»

«Όχι.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω· δεν έφτιαξα εγώ τη Νερ Έρντεραγ, αγάπη μου. Κι εκείνοι που την έφτιαξαν δεν είναι πια ζωντανοί – εδώ και πολλούς αιώνες.» Σταμάτησε το όχημά του κοντά σ’αυτούς που έκαναν γκράφιτι – δυο κοπέλες κι έναν μεγαλύτερο άντρα.

Οι καλλιτέχνες πήραν τους κουβάδες με τις μπογιές από κάτω κι άρχισαν να τρέχουν.

«Ε, περιμένετε!» τους φώναξε ο Νόρενταμπ βγαίνοντας απ’το όχημα. «Μια ερώτηση θέλουμε να κάνουμε μόνο! Δε θέλουμε να σας διώξουμε! Περιμένετε!»

Αλλά δεν περίμεναν· είχαν ήδη στρίψει πίσω από μια γωνία.

«Πάμε στο κατόπι τους!» είπε ο Αλκάμελ, μέσα από το όχημα. «Βιάσου!»

Ο Νόρενταμπ κάθισε στη θέση του οδηγού, πάτησε το πετάλι, και κυνήγησε τους καλλιτέχνες, στρίβοντας στη γωνία. Τους είδε ν’ανεβαίνουν μια σκάλα στο πλάι μιας τριγωνοικίας με πολλές ταράτσες. «Ε!» τους φώναξε απ’το παράθυρο. «Μια ΕΡΩΤΗΣΗ μόνο! Δεν έχουμε πρόβλημα μαζί σας! Μια ΕΡΩΤΗΣΗ!»

Οι καλλιτέχνες στάθηκαν για λίγο πάνω στη μεταλλική σκάλα. «Τι θες;» φώναξε ο άντρας.

Ο Νόρενταμπ βγήκε από το όχημα. «Ρε φίλε, κατεβείτε μια στιγμή. Μια ερώτηση θέλουμε να σας κάνουμε, όχι να σας διώξουμε. Δε μας ενοχλεί που βάφετε τον τοίχο.»

Ο άντρας και οι δύο κοπέλες αλληλοκοιτάχτηκαν. Εκείνος ήταν λευκόδερμος, εκείνες χρυσόδερμες, η μία πρασινομάλλα, η άλλη κοκκινομάλλα. Δίχως να μιλάνε φάνηκαν να συμφωνούν μεταξύ τους, και κατέβηκαν τη σκάλα, αν και με κάποια επιφύλαξη.

«Τι είναι;» ρώτησε ο άντρας.

«Ψάχνουμε κάποιον,» είπε ο Νόρενταμπ, καθώς κι οι υπόλοιποι είχαν τώρα βγει από το όχημα. «Τον λένε Ρίκερελ. Δεν είναι ντόπιος.» Τον περιέγραψε ξανά, και έδωσε και τα δύο πιθανά ονόματά του. Είπε ότι είχε έρθει εδώ για να κάνει γκράφιτι.

«Νομίζω πως κάτ’ είχ’ ακούσει για δαύτον,» είπε ο άντρας. «Ένας ξένος πούχε έρθει για να βάψει στη Μεγάλη Χώρα.»

«Ναι,» συμφώνησε η κοκκινομάλλα, «αλλά όχι εδώ στα βόρεια.»

Ο άντρας ένευσε. «Νομίζω πως κάπου προς τα νότια λέγανε πως είχε πα να βάψει. Διαυγής Αντίληψη, Παλιά Νόηση, Στιλπνός Λόγος.»

«Μάλιστα... Δεν ξέρετε κάτι άλλο;»

Ο άντρας μόρφασε. «Εμείς δε βάφουμε από κει.»

Η Ευγενία ρώτησε: «Ξέρετε πού μένει, μήπως;»

«Δεν τον έχουμε συναντήσει τον τύπο, δίκια μου. Απλώς τον έχουμ’ ακούσει.» Έδειξε το αφτί του σαν να υπήρχε αμφιβολία με ποιο όργανο του σώματός του μπορεί να τον είχε ακούσει.

«Εντάξει,» είπε ο Νόρενταμπ. «Ευχαριστούμε. Και συγνώμη που σας τρομάξαμε· δεν είχαμε τέτοιο σκοπό.»

«Δεν τρέχει τίποτα, φίλε· όλα καλά.»

Μπήκαν πάλι στο όχημά τους, ενώ οι τρεις καλλιτέχνες επέστρεφαν προς τον τοίχο που έβαφαν πριν, μεταφέροντας τους κουβάδες και τα πινέλα τους.

«Να στρίψουμε;» είπε ο Νόρενταμπ. «Να πάμε νότια;»

«Από κει θα δούμε την Αναδίπλωση;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Όχι.»

«Πάμε, τότε, να δούμε την Αναδίπλωση πρώτα!»

«Ευγενία;» Ο Νόρενταμπ κοίταξε τη Θυγατέρα της Πόλης ερωτηματικά.

«Είναι μακριά η Αναδίπλωση από εδώ;»

«Σε καμια ώρα θα είμαστε εκεί, αν δεν κάνουμε λοξοδρομήσεις.»

«Πάμε, τότε. Ίσως στο δρόμο να συναντήσουμε και κανέναν άλλο που να ξέρει κάτι.»

Ο Νόρενταμπ έβαλε τους τροχούς σε κίνηση. Μπήκαν στην περιφέρεια που ονομαζόταν Μικρή Διάνοια, τη διέσχισαν, και συνέχισαν μέσα από δρόμους που προκαλούσαν μεγάλη σύγχυση στον Αλκάμελ και στη Γιολάντα, κι ακόμα μεγαλύτερη σύγχυση – και πόνο – στην Ευγενία. Τα γκράφιτι που είδαν δεν ήταν του Ρίκερελ· η Θυγατέρα της Πόλης δεν είχε καμια αμφιβολία γι’αυτό. Και ούτε συνάντησαν κανέναν άλλο καλλιτέχνη.

Από ένα σημείο και μετά, ο ορίζοντας αντικρύ τους, ο ουρανός που διακρινόταν ανάμεσα από τα ψηλά οικοδομήματα, άρχισε να φαίνεται περίεργος. Στρεβλός. Σαν κάτι σίγουρα να μην πήγαινε καλά.

«Αυτή είναι η Αναδίπλωση,» τους είπε ο Νόρενταμπ. «Περιμένετε να πλησιάσουμε κι άλλο, για να τη δείτε καλύτερα.»

Σταμάτησε το όχημά του εκεί όπου ένας δρόμος τελείωνε και μαζί τελείωναν και τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας. Από κει και έπειτα, τίποτα δεν ήταν χτισμένο – πράγμα περίεργο για τη Ρελκάμνια. Ο τόπος ήταν ανοιχτός: ένα πεδίο όλο χώμα, χόρτα, χαμόδεντρα, και παράξενα πλάσματα που περιφέρονταν ανάμεσά τους – πλάσματα που κανένας τους (εκτός από τον Νόρενταμπ) δεν είχε ξαναδεί. Αλλά το πιο περίεργο δεν ήταν τα πλάσματα· ήταν ότι πέρα, μακριά, ο ουρανός και η γη αναδιπλώνονταν όπως ένα κομμάτι χαρτί που το γυρίζεις κυλινδρικά στην άκρη του. Αυτός ήταν ο μόνος ικανοποιητικός τρόπος για να περιγράψουν με λέξεις τα μυαλά τους εκείνο που έβλεπαν τα μάτια τους, αν και δεν ήταν απόλυτα σωστός. Δεν ήταν ακριβώς έτσι η Αναδίπλωση, αλλά έμοιαζε. Η πραγματικότητα αναδιπλωνόταν.

«Μέχρι εδώ πάμε,» είπε ο Νόρενταμπ. «Είναι ανοησία να πλησιάσεις περισσότερο.»

«Γιατί;» ρώτησε η Γιολάντα, που κοίταζε με τα μάτια γουρλωμένα, φανερά ενθουσιασμένη από το φαινόμενο. Για έναν κάτοικο της Ρελκάμνια δεν ήταν καταπληκτικό μόνο το ότι η πραγματικότητα αναδιπλωνόταν αλλά και το γεγονός ότι τόσο μεγάλη έκταση γης ήταν ανοικοδόμητη. Έμοιαζε με σκηνή από άλλη διάσταση.

«Διότι,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ, «η Αναδίπλωση ασκεί τρομερές ελκτικές δυνάμεις. Σε τραβά προς το μέρος της, ασχέτως πόσο βαρύς είσαι. Αν οδηγήσω το όχημά μας καμια εκατοστή μέτρα προς τα εκεί, θα μας ρουφήξει μέσα.»

«Και μετά;»

«Κανείς δεν γνωρίζει τι γίνεται μετά, Γιολάντα. Κανείς δεν έχει επιστρέψει από την Αναδίπλωση. Ίσως να πεθαίνεις. Ίσως να μεταφέρεσαι σε άλλη διάσταση που δεν συνδέεται με το Γνωστό Σύμπαν. Δεν ξέρω.»

Ο Αλκάμελ είπε: «Αυτά τα πλάσματα, πάντως, δεν φαίνεται να τα πειράζουν οι ελκτικές δυνάμεις που λες.»

«Ναι, αυτά τα πλάσματα δεν παρασέρνονται από τις ελκτικές δυνάμεις, για κάποιο λόγο.»

«Δεν τα έχω ξαναδεί πουθενά αλλού.»

«Ούτε κανένας άλλος. Και δεν έρχονται ποτέ προς τη Νερ Έρντεραγ. Περιφέρονται μόνο εδώ, στο πεδίο πριν από την Αναδίπλωση... βόσκοντας, υποθέτω. Και ορισμένοι λένε πως τα έχουν δει να πηγαίνουν μέσα στην Αναδίπλωση ή να βγαίνουν από την Αναδίπλωση.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Προφανώς, είναι τελείως διαφορετικές μορφές ζωής.»

Η Γιολάντα τραβούσε φωτογραφίες.

Ο Αλκάμελ τής είπε: «Οι φωτογραφίες θα εξαφανιστούν όταν φύγουμε απ’τη Νερ Έρντεραγ. Δε θυμάσαι τι μας είπε ο Σεβασμιότατος;»

«Οι φωτογραφίες της Νερ Έρντεραγ εξαφανίζονται,» τόνισε ο Νόρενταμπ, «όχι της Αναδίπλωσης. Και μη με λες Σεβασμιότατο, γαμώτο!» Κοπάνησε το τιμόνι με τη γροθιά του και γύρισε για να αγριοκοιτάξει τον Αλκάμελ.

«Καλά, ντε, μην τσαντίζεσαι έτσι.»

«Είναι ασέβεια προς τον Κρόνο και το ιερατείο του.» Η όψη του Νόρενταμπ εξακολουθούσε να είναι άγρια.

«Εντάξει,» είπε ο Αλκάμελ, «μη δαγκώνεις.» Και ρώτησε, για να αποφορτίσει το κλίμα: «Γιατί η Αναδίπλωση δεν εξαφανίζεται στις φωτογραφίες;»

Ο Νόρενταμπ στράφηκε πάλι μπροστά. «Δεν είναι μέρος της Μεγάλης Χώρας, Αλκάμελ. Κάτι συμβαίνει μέσα στη Μεγάλη Χώρα και εξαφανίζονται οι φωτογραφίες όταν φύγεις από εδώ. Κάτι συμβαίνει με τα οικοδομήματά της.

»Πάμε πίσω τώρα;»

«Πάμε,» συμφώνησε η Γιολάντα.

«Προς τα νότια,» είπε η Ευγενία, που παρατηρούσε ότι δεν έβλεπε κανένα σημάδι προς την Αναδίπλωση. Κανένα σημάδι απολύτως. Το μυαλό της είχε ξεκουραστεί για λίγο.

«Προς τα νότια,» ένευσε ο Νόρενταμπ, κι έστριψε το τιμόνι, πατώντας το πετάλι.

*

Προτού φτάσουν στον προορισμό τους, ενώ διέσχιζαν την ανατολική περιφέρεια γνωστή ως Καθαρή Γνώση, είδαν δύο γυναίκες να κάνουν ψυχοδραστικά γκράφιτι, σκαρφαλωμένες έξω απ’το περβάζι ενός παραθύρου, δίπλα από τη γέφυρα όπου οδηγούσε τώρα το τετράκυκλο όχημα ο Νόρενταμπ.

«Να της ρωτήσουμε κι αυτές, έτσι;» είπε.

«Ναι,» συμφώνησε η Ευγενία.

Ο Νόρενταμπ πάτησε το φρένο και βγήκαν από το όχημα. «Συγνώμη!» φώναξε στις δύο γυναίκες. «Να κάνουμε μια ερώτηση;»

Η μία στράφηκε να τον κοιτάξει, λέγοντας: «Τι;» ενώ η άλλη σχημάτιζε έναν γυαλιστερό κύκλο επάνω στον τοίχο, με μοναδικό εργαλείο τα δάχτυλά της. Το σχήμα παρουσιαζόταν σαν χρωματική αναλαμπή, σαν δισδιάστατο ολόγραμμα.

«Κατεβαίνεις λίγο; Θέλω να σε ρωτήσω αν ξέρεις κάποιον που είναι φίλος μας. Τον ψάχνουμε.»

Η γυναίκα κατέβηκε από εκεί όπου ήταν σκαρφαλωμένη, πηδώντας στη γέφυρα· η άλλη έμεινε στη θέση της, αλλά δεν έκανε σχήματα πλέον: τους κοίταζε πάνω απ’τον ώμο της.

Η Ευγενία έβλεπε πολεοσημάδια που ήταν τόσο διεστραμμένα και αλλόκοτα ώστε να την έχουν γεμίσει με μια αίσθηση τρόμου που έτρωγε τα σωθικά της, δένοντας τη γλώσσα της, μην αφήνοντάς την να βγάλει άχνα. Το μόνο που τη βοηθούσε να μη λιποθυμήσει κατευθείαν ήταν οι νοητικές τεχνικές που ήξερε.

Γιατί τόσο μεγάλος φόβος εδώ; Ο νους της είχε παραλύσει. Τα γόνατά της έτρεμαν. Το σημάδι στο δεξί της πέλμα την έκαιγε. Το στόμα της είχε στεγνώσει.

Ο Νόρενταμπ είπε στη γυναίκα που είχε πηδήσει στη γέφυρα: «Ψάχνουμε έναν τύπο που ονομάζεται Ρίκερελ Ζωγράφος, ή Ρίκερελ-Λάντι.» Και τον περιέγραψε πάλι, και είπε ότι έκανε κι αυτός γκράφιτι.

«Ξένος που βάφει; Στη Μεγάλη Χώρα; Μάλλον κάποιο λάθος κάνεις.»

«Δεν κάνω λάθος. Εδώ είναι.»

«Δεν τον έχω ξανακούσει.»

«Αποκλείεται να έμεινε για πολύ εδώ!» γέλασε η άλλη γυναίκα, που ήταν ακόμα σκαρφαλωμένη στον τοίχο αλλά άκουγε τι έλεγαν.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Νόρενταμπ. «Ευχαριστούμε.»

«Μη χάνετε το χρόνο σας,» του είπε η γυναίκα που είχε πηδήσει στη γέφυρα, και ανέβηκε στην κουπαστή για να πιαστεί ξανά στον τοίχο. «Μάλλον έχει ήδη φύγει απ’τη Μεγάλη Χώρα.»

«Οι ξένοι δεν βάφουν τοίχους!» είπε η άλλη, ακόμα γελώντας.

Ο Νόρενταμπ και οι υπόλοιποι μπήκαν πάλι στο όχημα. Η Ευγενία αισθανόταν την ένταση να έχει ξαφνικά ελαττωθεί. Γιατί πριν είχε τρομάξει τόσο; Γιατί τα πολεοσημάδια ήταν πιο περίεργα εδώ; Κάποιου είδους προειδοποίηση; Μάλλον όχι. Δεν έπρεπε να εμπιστεύεται τις αισθήσεις της στη Νερ Έρντεραγ. Όχι μέχρι να καταλάβει κάτι – οτιδήποτε – για τούτη τη συνοικία. Αν ήταν καν εφικτό.

Ο Νόρενταμπ απομακρύνθηκε από τις ψυχοδραστικές καλλιτέχνιδες, οδηγώντας πάνω στη γέφυρα.

Οι δύο γυναίκες κοίταζαν το τετράκυκλο όχημα ώσπου εξαφανίστηκε. Μετά μπήκαν στο παράθυρο έξω απ’το οποίο κρατιόνταν. Στο εσωτερικό ήταν ένα δωμάτιο πρόχειρα επιπλωμένο. Ο πολεοσκόπος είχε την πλάτη του ακουμπισμένη στον τοίχο, και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του.

Η Σκιουργός στεκόταν στο πλάι του παραθύρου.

«Τον Ρίκερελ ψάχνουν, Αρχόντισσά μου,» της είπε η Πολεοτέχνιδα που είχε μιλήσει με τον άντρα που είχε βγει από το όχημα μαζί με τους άλλους. «Τον Ζωγράφο.»

«Γιατί;»

«Λένε πως είναι φίλος τους.»

«Φίλος της ξένης πολεοσκόπου,» είπε ο πολεοσκόπος, χωρίς να κινηθεί από τη θέση του.

Η Σκιουργός μειδίασε αχνά. «Για φαντάσου... Τι τους απάντησες, Γελράναπ;»

«Ότι δεν τον έχω ξανακούσει,» είπε η Πολεοτέχνιδα. «Και ότι κανένας ξένος δεν βάφει τοίχους στη Μεγάλη Χώρα για πολύ. Τους πρότεινα να φύγουν.»

«Αποκλείεται να τα παρατήσουν τόσο γρήγορα,» είπε η Σκιουργός. «Αλλά καλά έκανες και τους έδωσες τέτοια απάντηση. Δεν πρόκειται ποτέ να τον βρουν, ούτως ή άλλως.»

(ζ΄)

Οι πολεοπλάστες δούλευαν παντού μέσα στο διαμέρισμα, τραβώντας με τα χέρια τους τα βασικά υλικά του σαν να ήταν πλαστικά, κεντρίζοντάς τα με τις ουρές τους και κάνοντας μυστηριώδεις αναταράξεις επάνω τους. Το μέρος μετά δυσκολίας θύμιζε πλέον το σπίτι του ενοίκου που είχε συστηθεί ως Νόρενταμπ. Και τα μηχανήματα που δημιουργούσαν οι πολεοπλάστες έπαιρναν ολοένα και πιο τέλεια μορφή, και τα περισσότερα βρίσκονταν στο σαλόνι, όπου ήταν συγκεντρωμένοι η Σολεράτ, ο Κλάρεμαντ, ο Νόρενταμπ, και οι τρεις μισθοφόροι.

Οι ώρες περνούσαν. Δεν υπήρχαν παράθυρα πια στο διαμέρισμα για να μπορούν να κοιτάξουν έξω, αλλά τα ρολόγια τους εξακολουθούσαν να λειτουργούν σωστά – ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευαν.

Οι ώρες περνούσαν. Αλλά κανένας δεν ερχόταν για να τους βοηθήσει.

Ήταν μεσημέρι πλέον. «Δεν είναι δυνατόν να μην έχουν καταλάβει ότι το διαμέρισμα εξαφανίστηκε!» είπε ο Σόλιρβακ, ο ξανθός μισθοφόρος. «Γιατί δεν έρχονται να μας βγάλουν από εδώ;»

«Ίσως να μη μπορούν,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ.

«Μα δεν έχουν ούτε καν χτυπήσει τον τοίχο! Έχει ακούσει κανείς χτυπήματα στον τοίχο;»

«Ίσως να μη μπορούμε να τα ακούσουμε,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Ίσως οι πολεοπλάστες να έχουν δημιουργήσει ηχομόνωση–»

«Μα, αν χτυπάνε τον τοίχο με εργαλεία...!»

«Ποιος σου είπε ότι τον χτυπάνε με εργαλεία;»

«Πώς αλλιώς θα μας βγάλουν, γαμώτο;»

«Ηρέμησε, Σόλιρβακ,» είπε ο Νάρβολαμπ, που καθόταν σε μια καρέκλα, δείχνοντας κουρασμένος – ψυχικά περισσότερο παρά σωματικά. «Πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι. Δε γίνεται διαφορετικά.»

Ο Κλάρεμαντ είπε: «Μην ξεχνάτε ότι κανένας δεν ξέρει πως βρισκόμαστε ακόμα μες στην κυκλοικία. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι έχουμε εξαφανιστεί–»

«Και ότι έχει εξαφανιστεί κι ετούτο δω το διαμέρισμα!» τόνισε ο Σόλιρβακ.

«Ναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε κλεισμένοι μέσα του. Δεν σημαίνει ότι, μόλις ανακαλύψουν την εξαφάνισή του, θα γκρεμίσουν αμέσως τους τοίχους για να μπουν εδώ. Κι ακόμα κι αν χτυπάνε για να τους ακούσουμε, ακόμα κι αν μας φωνάζουν, μάλλον ο ήχος δεν περνά. Οι πολεοπλάστες θα έχουν φροντίσει γι’αυτό.»

Η Σολεράτ είπε: «Δε θα μπορούσε να συμβαίνει το ίδιο και σ’άλλα διαμερίσματα;» Ήταν καθισμένη στον καναπέ, και τραβούσε πού και πού καμια φωτογραφία των ημιτελών μηχανημάτων που οι πολεοπλάστες δημιουργούσαν μέσα από τους τοίχους του δωματίου.

«Εννοείς να έχουν εξαφανιστεί;» ρώτησε ο Νάρβολαμπ. «Να έχουν κλείσει όλες οι πόρτες και τα παράθυρά τους;»

«Ναι.»

«Γιατί να το κάνουν αυτό σ’άλλα διαμερίσματα;»

«Γιατί να το κάνουν εδώ;»

«Εδώ είναι ο οικομύστης. Είναι προφανές ότι μας έκλεισαν επειδή φοβούνται τον οικομύστη!»

«Τον φοβούνται;» Η Σολεράτ ύψωσε ένα φρύδι. «Γιατί; Τι μπορεί να τους κάνει;»

«Η αλήθεια,» είπε ο Κλάρεμαντ, «είναι ότι δεν μπορώ να τους κάνω τίποτα. Και νομίζω πως το καταλαβαίνουν. Αν υπάρχει κάποιος λόγος που μας έχουν κλεισμένους εδώ – κάποιος λόγος κατανοητός για εμάς – μάλλον είναι επειδή τους είδαμε. Δε θέλουν κανείς να ξέρει για την παρουσία τους· γι’αυτό κιόλας είχαν παίξει με το μυαλό του Νόρενταμπ.»

«Τι σκοπό, όμως, μπορεί να έχουν σε τούτη την κυκλοικία, Κλάρεμαντ; Να τη μεταμορφώσουν δεν θέλουν; Και ίσως να τη μεταμορφώνουν διαμέρισμα ανά διαμέρισμα.»

«Αν αυτός είναι όντως ο σκοπός τους, το συγκεκριμένο διαμέρισμα είναι το πρώτο που έχουν πειράξει...»

Η Σολεράτ ανασήκωσε τους ώμους. «Από κάπου έπρεπε ν’αρχίσουν. Ίσως απλά εμείς να τους δώσαμε την ευκαιρία – την αφορμή.»

«Δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε ο Κλάρεμαντ. «Τίποτα δεν αποκλείεται.» Και σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα του για να κοιτάξει πάλι εκείνο το παράξενο μηχάνημα. Στην αρχή, τρεις όρθιες ράβδοι με κυρτές πλευρές βρίσκονταν επάνω του, κι ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη αιωρείτο μια πορφυρή σφαίρα, όπως κι ανάμεσα στη δεύτερη και στην τρίτη. Τώρα πλέον η κονσόλα (γιατί, όντως, με κονσόλα έμοιαζε) είχε μεγαλώσει και άλλες τρεις παρόμοιες ράβδοι είχαν παρουσιαστεί πίσω από τις προηγούμενες και παράλληλα ως προς αυτές· κι ανάμεσά τους αιωρούνταν πάλι δύο πορφυρές σφαίρες. Το υπόλοιπο μηχάνημα ήταν όλο παράξενες καλωδιώσεις και σχηματισμούς που θύμιζαν μυστηριώδεις γραφές. Και τα πάντα ήταν φτιαγμένα, ασφαλώς, από τη βασική ύλη της κυκλοικίας. Σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύει; αναρωτιόταν ο Κλάρεμαντ. Αλλά ακόμα δεν τολμούσε να το αγγίξει με τα γαντοφορεμένα χέρια του. Φοβόταν ότι πιθανώς οι πολεοπλάστες να του επιτίθονταν όπως πριν.

Ο Κάζμεροντ, ο καστανομάλλης μισθοφόρος, είπε: «Πρέπει, πάντως, να κάνουμε κάτι. Δε μπορούμε να καθόμαστε έτσι. Πρέπει κάπως να χτυπήσουμε τους τοίχους – να τους σπάσουμε – να βγούμε!»

«Μην είσαι ανόητος,» του είπε ο Κλάρεμαντ. «Οι πολεοπλάστες δεν θα μας αφήσουν.»

«Στο στόμα του Χάροντα του Ανόφθαλμου οι γαμημένοι πολεοπλάστες, οικομύστη!» φώναξε ο Κάζμεροντ, αναφέροντας το όνομα του γιου του Κρόνου που θεωρείτο γρουσουζιά να αναφέρεις. «Θα σπάσουμε και τους τοίχους και αυτούς μαζί, για να βγούμε από δω!»

«Ηρέμησε–» άρχισε ο Νάρβολαμπ, αλλά ο Κλάρεμαντ τον διέκοψε, στρεφόμενος ν’αντικρίσει τον Κάζμεροντ: «Και πώς προτείνεις να το κάνουμε αυτό; Θες να μας πεις; Δεν έχετε εκρηκτικές ύλες μαζί σας. Με τα πιστόλια θα σπάσετε τους τοίχους; Ούτε τους πολεοπλάστες δεν βλάπτουν οι σφαίρες σας!»

Ο Κάζμεροντ, που έκανε πέρα-δώθε μες στο σαλόνι σαν παγιδευμένο θηρίο, κοπάνησε τη γροθιά του στο τραπέζι, άγρια. (Τα έπιπλα δεν τα είχαν πειράξει οι πολεοπλάστες· μόνο με τα βασικά υλικά της κυκλοικίας φαινόταν να μπορούν να παίξουν.) «Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, γαμώ! Εσύ είσαι οικομύστης, εσύ θα έπρεπε να μπορείς να μας βγάλεις από εδώ!»

«Λυπάμαι,» είπε ο Κλάρεμαντ ψύχραιμα, «δεν μπορώ.» Και στράφηκε ξανά στο περίεργο μηχάνημα των πολεοπλαστών.

Αισθανόταν το νευρικό του σύστημα ξεκούραστο πλέον, θεραπευμένο από την επίθεση που είχε δεχτεί πριν από ώρες, το προηγούμενη βράδυ. Ας το κάνω, σκέφτηκε. Ας το κάνω και βλέπουμε. Αν λιποθυμούσε ξανά, οι άλλοι θα τον φρόντιζαν. Δε νομίζω οι πολεοπλάστες να με σκοτώσουν. Αν με ήθελαν νεκρό, θα ήμουν ήδη νεκρός.

Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, άπλωσε το δεξί του χέρι και άγγιξε το μηχάνημα. Το μυαλό του ήρθε σε επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις της κυκλοικίας. Δονήσεις που ήταν τελείως ανέγνωρες, τελείως καινούργιες γι’αυτόν. Ένα στροβιλιζόμενο, μεταλλασσόμενο χάος. Τώρα, όμως, μπορούσε να διακρίνει την εργασία των πολεοπλαστών μέσα του· μπορούσε να διακρίνει την επίδρασή τους. Σαν χιλιάδες έντομα μέσα σε ένα ξύλινο κατασκεύασμα. Μόνο που δεν ήταν έντομα, ούτε η κυκλοικία είχε τις ιδιότητες ξύλινου κατασκευάσματος.

Τι αποσκοπούν να επιτύχουν; Προσπάθησε να κατανοήσει τη στρατηγική τους, και κατάλαβε ότι είχαν αντιληφτεί την παρουσία του, μα δεν έκαναν την παραμικρή κίνηση να τον αποτινάξουν αυτή τη φορά. Γιατί, άραγε;

Επιχείρησε να επικοινωνήσει, νοητικά, μαζί τους. Ποιοι είστε; Γιατί μας έχετε κλεισμένους εδώ; Καμια απάντηση δεν έλαβε. Ή δεν τον καταλάβαιναν (πιθανώς επειδή το μυαλό του λειτουργούσε τόσο διαφορετικά από το δικό τους) ή δεν ήθελαν να του μιλήσουν.

Ο Κλάρεμαντ άπλωσε τη νόησή του μέσα στο παράξενο μηχάνημα, και διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατόν να– Ή, μάλλον, για στάσου! Νόμιζε ότι κάτι μπορούσε να κατανοήσει. Το μηχάνημα είχε κάποια σχέση με πλοήγηση. Δεν ήξερε ακριβώς πώς το είχε ανακαλύψει αυτό, αλλά το είχε ανακαλύψει. Το μηχάνημα ήταν, ίσως, κάτι σαν οδηγός, ή σαν τιμόνι... Τι δουλειά μπορεί να είχε ένα τιμόνι μέσα σε μια κυκλοικία;

Ο Κλάρεμαντ άπλωσε τη νόησή του πέρα από το μηχάνημα και πέρα από το υπό μετάλλαξη διαμέρισμα, και αισθάνθηκε ότι το οικοδόμημα ολόγυρά του βρισκόταν σε μια κατάσταση έντονης αλλαγής. Όχι τόσο έντονης όσο το σπίτι του Νόρενταμπ, μα αρκετά έντονης: περισσότερο έντονης απ’ό,τι τις προηγούμενες φορές που το είχε αγγίξει με τα γαντοφορεμένα χέρια του.

Θα μπορούσε η Σολεράτ νάχει δίκιο; Μεταμορφώνουν κι άλλα διαμερίσματα εδώ μέσα; Ο οικομύστης έψαξε – με το μυαλό του να τρέχει μέσα στους τοίχους της κυκλοικίας, πλήρως εστιασμένος στη δουλειά του, έχοντας τελείως ξεχάσει το σώμα του. Αυτή τη στιγμή, ακόμα κι αν κάποιος τράνταζε τους τοίχους του σπιτιού του Νόρενταμπ με τρυπάνι, εκείνος πιθανώς να μην άκουγε τίποτα, να μην αισθανόταν τίποτα. Στεκόταν σαν ξύλινη κούκλα μπροστά στο παράξενο μηχάνημα των πολεοπλαστών, αγγίζοντάς το με το ένα χέρι.

Το μυαλό του εξερευνούσε το διαρκώς μεταλλασσόμενο χάος της εσωτερικής δομής της κυκλοικίας, και νόμιζε πως έβρισκε κάποιους ρυθμούς, κάποιες επιμέρους συμμετρίες, στη δουλειά των πολεοπλαστών. Πράγματι, υπήρχε κάποιου είδους λογική εδώ· απλώς δεν ήταν μια λογική την οποία εκείνος είχε συνηθίσει. Οι πολεοπλάστες ήταν πολύ ευφυείς, αναμφίβολα, και πολύ μεθοδικοί.

Ο Κλάρεμαντ εντόπισε ένα σημείο πιο έντονης μετάλλαξης. Ένα μεγάλο σημείο. Πρέπει να ήταν ολόκληρο διαμέρισμα, και δεν ήταν μακριά από το σπίτι του Νόρενταμπ. Το μεταμορφώνουν κι αυτό οι πολεοπλάστες, σκέφτηκε, έχοντας μάλλον παγιδέψει μέσα τους ενοίκους. Ο Κλάρεμαντ προσπάθησε να υπολογίσει πόσα μέτρα απείχε αυτό το διαμέρισμα από του Νόρενταμπ. Όμως δεν μπορούσε. Όχι επειδή ήταν άπειρος οικομύστης, αλλά εξαιτίας του χάους που προκαλούσαν οι πολεοπλάστες, μπερδεύοντας τα πάντα. Το άλλο διαμέρισμα, πάντως, δεν ήταν μακριά. Σίγουρα, δεν ήταν μακριά. Ήταν δίπλα; Μάλλον όχι. Πρέπει να παρεμβάλλονταν ένα, δύο, ή τρία διαμερίσματα ανάμεσα σ’αυτό και στο σπίτι του Νόρενταμπ, και βρισκόταν... προς τα πάνω στον μεγάλο, όρθιο τροχό της κυκλοικίας, νόμιζε ο Κλάρεμαντ. Αν δεν κάνω λάθος. Πράγμα που δεν ήταν απίθανο, έτσι όπως ήταν τα πράγματα...

Απομάκρυνε τη νόησή του από εκεί, ακολούθησε μια συχνότητα που πρώτη φορά στη ζωή του εντόπιζε μέσα σε οικοδόμημα της Μεγάλης Χώρας, και–

Τι είν’ αυτό;

Είχε ξαφνικά ανιχνεύσει μια αντίστροφη μετάλλαξη. Μια αλλαγή διαφορετικού είδους μέσα στα δομικά υλικά της κυκλοικίας. Εξίσου χαοτική, εξίσου παράξενη για εκείνον, αλλά διαφορετικού είδους. Σαν να υπήρχαν δύο δυνάμεις που κινούνταν εδώ μέσα. Η μία δύναμη ήταν οι πολεοπλάστες... και η άλλη; Τι ήταν η άλλη;

Ο Κλάρεμαντ την παρατήρησε. Η δράση της δεν διέφερε και τόσο από τη δράση των πολεοπλαστών. Βασικά, ήταν σχεδόν ίδια, απλώς αντίστροφη. Θα μπορούσαν κι αυτοί να ήταν πολεοπλάστες;

Ό,τι κι αν ήταν, τον πρόσεξαν. Έστρεψαν την προσοχή τους επάνω στη νόηση του οικομύστη. Εκείνος αισθάνθηκε έναν ακούσιο φόβο, αλλά έμεινε σταθερός στη νοητική του θέση μέσα στην κυκλοικία.

Ποιος είσαι; τον ρώτησε μια άγνωστη παρουσία. Κι άλλη μία είπε: Πόσο μακριά ουρά έχεις... (μάλλον εννοώντας ότι αλλού ήταν το σώμα του οικομύστη, αλλού είχε φτάσει το μυαλό του) Και η πρώτη παρουσία μίλησε ξανά: Τι θέλεις εδώ;

Τι γίνεται εδώ; ζήτησε να μάθει ο Κλάρεμαντ. Είμαι κλεισμένος σ’ένα διαμέρισμα, μαζί με μερικούς άλλους–

Αισθάνθηκε ξαφνικά τους πολεοπλάστες – αυτούς που έκαναν τη μετάλλαξη της κυκλοικίας που παρατηρούσε ώς τώρα – να έρχονται γρήγορα. Άκουσε – «άκουσε» με τη νόησή του – οργισμένες φωνές ολόγυρα, και κατάλαβε πως κάποια άγρια πάλη είχε ξεκινήσει μέσα στα δομικά υλικά της κυκλοικίας. Κάποια θυελλώδης σύγκρουση.

Και οι δύο πλευρές ήταν πολεοπλάστες! συνειδητοποίησε. Πολεοπλάστες πολεμούσαν πολεοπλάστες. Πολεοπλάστες διαφορετικών παρατάξεων, μα τον Κρόνο!

Κάτι τον χτύπησε δυνατά, τραντάζοντας τη νόησή του. Και τον ξαναχτύπησε – αυτό ή κάτι άλλο. Και ξανά. Και ξανά.

Ο Κλάρεμαντ τινάχτηκε μακριά, στροβιλιζόμενος μέσα στο λαβυρινθώδες χάος των ψυχοδραστικών δονήσεων της κυκλοικίας.

Χαμένος...

*

Ο οικομύστης στεκόταν κάμποση ώρα μπροστά στο παράξενο μηχάνημα, αγγίζοντάς το με το δεξί χέρι, ενώ τα μάτια του ήταν κλειστά. Οι άλλοι δεν μιλούσαν· τον παρατηρούσαν, περιμένοντας μήπως βρει κάτι που μπορεί να τους βοηθούσε να δραπετεύσουν από τούτη τη φυλακή.

Η Σολεράτ, όμως, ανησυχούσε γι’αυτόν. Την προηγούμενη φορά, ο Κλάρεμαντ είχε λιποθυμήσει. Οι πολεοπλάστες, κάπως, τον είχαν χτυπήσει. Και η Σολεράτ ήξερε πως ένας οικομύστης μπορούσε να πάθει ζημιά αν ήταν απρόσεχτος. Μπορούσε να πάθει ζημιά το μυαλό του. Είχε δει περιπτώσεις πολύ άσχημες, ως δημοσιογράφος: οικομύστες που είχαν τυφλωθεί, είχαν κουφαθεί, είχαν χάσει την ικανότητα της ομιλίας· οικομύστες που είχαν χάσει ακόμα και κάθε επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον...

Δε συνέβαιναν συχνά, βέβαια, αυτά τα πράγματα. Και, όταν συνέβαιναν, ήταν από κάποιο τραγικό λάθος του οικομύστη. Αλλά μπορούσαν να συμβούν. Κι αυτό, τώρα, τρόμαζε τη Σολεράτ, γιατί ήξερε πως ο Κλάρεμαντ τα έβαζε με δυνάμεις που δεν είχε ξαναντιμετωπίσει.

Τον περίμενε με αγωνία ν’απομακρύνει το γαντοφορεμένο χέρι του από το μηχάνημα.

Η ώρα περνούσε.

Η Σολεράτ κοίταξε το ρολόι της. Πέντε λεπτά πρέπει να ήταν από τότε που είχε κλείσει τα μάτια του, σωστά;

...Ξανακοίταξε το ρολόι, όταν κι άλλος χρόνος είχε κυλήσει. Δέκα λεπτά, τώρα. Αναστέναξε και πήρε το βλέμμα της από το ρολόι.

«Τι κάνει τόση ώρα;» είπε ο Κάζμεροντ.

«Μην κάνεις φασαρία, ρε,» του είπε ο Σόλιρβακ. «Ίσως νάχει βρει κάτι. Μην τον ενοχλείς τώρα που–»

Ο Κλάρεμαντ κατέρρευσε στο πάτωμα, διακόπτοντάς τον.

Πάραυτα, όλοι πετάχτηκαν όρθιοι, πλησιάζοντας τον ξαπλωμένο οικομύστη. Η Σολεράτ γονάτισε δίπλα του. Έβαλε το χέρι της μπροστά στη μύτη του. Αναπνέει. Ευτυχώς αναπνέει.

«Κλάρεμαντ!» είπε, κουνώντας τους ώμους του. «Ξύπνα, Κλάρεμαντ!»

Εκείνος δεν κινήθηκε καθόλου· δεν έδωσε κανένα σημάδι ότι την είχε ακούσει.

«Κλάρεμαντ!» Η Σολεράτ τον τράνταξε δυνατότερα. Και ήταν λες και ταρακουνούσε μια ψεύτικη κούκλα. Τον χαστούκισε ελαφρά στο μάγουλα. «Κλάρεμαντ; Με καταλαβαίνεις; Η Σολεράτ είμαι. Με καταλαβαίνεις;» Καμια απάντηση. Τον χαστούκισε πιο δυνατά, και το κεφάλι του έγειρε απ’την άλλη. «Κλάρεμαντ!» Εκείνος ούτε μίλησε ούτε κινήθηκε.

Η Σολεράτ καταπολέμησε τον πανικό που αισθανόταν να προσπαθεί να την κυριεύσει. «Φέρτε μου λίγο νερό!» πρόσταξε τους μισθοφόρους και τον Νόρενταμπ. «Φέρτε μου νερό.»

Ο Νόρενταμπ έτρεξε στην κουζίνα (όπου η ύδρευση εξακολουθούσε να λειτουργεί κανονικά, όπως και στο μπάνιο) κι επέστρεψε μ’ένα γεμάτο ποτήρι. Το έδωσε στη Σολεράτ κι εκείνη πιτσίλησε το πρόσωπο του Κλάρεμαντ, λέγοντας ξανά το όνομά του. Ο οικομύστης δεν συνήλθε· δεν έδειξε ότι κατάλαβε τίποτα. Η Σολεράτ τον ανάγκασε να πιει λίγο από το νερό, στηρίζοντας το κεφάλι του με το ένα της χέρι, αλλά ξανά ο Κλάρεμαντ βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους ύπνωσης.

Δε μπορεί, σκέφτηκε η Σολεράτ. Δε μπορεί να συμβαίνει αυτό! Κρόνε, σε παρακαλώ, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό! Δεν μπορεί ο Κλάρεμαντ να είχε χάσει το μυαλό του.

Έμοιαζε, όμως, να βρίσκεται σε κώμα. Δεν αντιδρούσε σε τίποτα.

«Κλάρεμαντ!» φώναξε η Σολεράτ κοντά στ’αφτί του. «Κλάρεμαντ!» Και άδειασε όλο το ποτήρι στο κεφάλι του. Τα μακριά μαύρα μαλλιά του νοτίστηκαν, ρυάκια νερού έτρεξαν στο σαγόνι του, στον λαιμό του· αλλά ο οικομύστης δεν κινήθηκε. Τα βλέφαρά του δεν τρεμόπαιξαν, παρέμειναν κλειστά.

Η Σολεράτ τού άνοιξε το ένα μάτι με το ζόρι, αλλά με προσοχή, χρησιμοποιώντας μόνο τον αντίχειρά της. Και η αναπνοή της κόπηκε. Η κόρη του Κλάρεμαντ είχε εξαφανιστεί· πρέπει να ήταν γυρισμένη προς τα πάνω, εκεί όπου δεν φαινόταν. Η Σολεράτ άφησε το βλέφαρο να κλείσει πάλι, φοβούμενη μην του κάνει, άθελά της, κακό. Δεν είμαι γιατρός, ούτε ψυχοτεχνουργός.

Πώς να τον βοηθήσω, Κρόνε; Πώς να τον βοηθήσω;

«Δε μου φαίνεται καλά,» είπε ο Κάζμεροντ.

Η Σολεράτ, υψώνοντάς το βλέμμα της, τον αγριοκοίταξε. Αλλά δεν μίλησε. Αναστέναξε, προσπαθώντας να διώξει τον πανικό. Δεν θα είχε νόημα να ξεσπάσει στους μισθοφόρους, ακόμα κι αν έλεγαν μαλακίες, γαμώτο.

Σηκώθηκε όρθια, νιώθοντας τα γόνατά της αδύναμα. «Βοηθήστε με,» είπε, «να τον πάμε ώς τον καναπέ.»

Ο Νάρβολαμπ έπιασε τα πόδια του Κλάρεμαντ. «Δε θα μείνει κοιμισμένος, έτσι; Θα ξυπνήσει...»

Η Σολεράτ έπιασε τον οικομύστη κάτω απ’τις μασχάλες. «Ναι,» αποκρίθηκε, «πρέπει να ξυπνήσει.» Μαζί με τον μισθοφόρο, σήκωσαν τον Κλάρεμαντ από το πάτωμα και τον ξάπλωσαν στον καναπέ.

«Κι αν δεν ξυπνήσει;» είπε ο Κάζμεροντ. «Τόσο νερό τού έριξες· δε μου φάνηκε να ξυπνά.»

«Σκασμός!» φώναξε η Σολεράτ, νιώθοντας τα νεύρα της τσιτωμένα πέρα από κάθε όριο. «Θα ξυπνήσει. Λιπόθυμος είναι, όχι νεκρός.» Κάθισε πλάι του στον καναπέ. «Θα περιμένουμε, και θα ξυπνήσει,» πρόσθεσε με πιο ήρεμη φωνή. «Ίσως, μάλιστα, να ανακάλυψε κάτι εξερευνώντας την κυκλοικία. Ίσως να μπορεί να μας βοηθήσει να βγούμε από δω, όταν ανοίξει τα μάτια του.»

Το αμφέβαλλε όμως. Αμφέβαλλε ότι οποιοσδήποτε μπορούσε να τους βοηθήσει να βγουν.

Το βλέμμα της πήγε στους πολεοπλάστες, που εργάζονταν μανιωδώς πάνω στους τοίχους του διαμερίσματος.

Η μορφή του σπιτιού είχε πλέον αλλάξει τελείως. Όλες οι γωνίες είχαν γίνει κυρτώσεις, όλες οι πόρτες είχαν γίνει στρογγυλές (και τα ξύλινα θυρόφυλλα είχαν φύγει από τις θέσεις τους), ορισμένα δωμάτια είχαν βυθιστεί και βρίσκονταν πιο χαμηλά, ορισμένα είχαν υπερυψωθεί. Το μόνο που θύμιζε το παλιό σπίτι του Νόρενταμπ ήταν τα έπιπλα που υπήρχαν από δω κι από κει· κατά τα άλλα, το σχήμα του είχε μεταβληθεί σε τεράστιο βαθμό. Μονάχα οι ίδιοι χώροι έμεναν με τη γενική έννοια – το σαλόνι, το μπάνιο, η κουζίνα, το υπνοδωμάτιο – ως υποδιαιρέσεις. Αλλά η Σολεράτ υποπτευόταν ότι, σύντομα, πιθανώς κι αυτές οι υποδιαιρέσεις να άλλαζαν...

Κεφάλαιο 20

Σ’έναν δρόμο οδοφράγματα ήταν στημένα, διακόπτοντας τη διέλευση οχημάτων προς τα εκεί. Φρουροί στέκονταν κοντά τους. Μια πινακίδα έγραφε, με μεγάλα γράμματα:

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ

(ΛΟΓΩ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗΣ)

Ο Νόρενταμπ έστριψε, αποφεύγοντας να πάει προς εκείνη τη μεριά.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Η περιοχή έχει χτυπηθεί από ρεύμα προερχόμενο από την Αναδίπλωση; Είναι επικίνδυνα.» Λίγο παρακάτω, είδαν κι άλλα οδοφράγματα, κι άλλους φρουρούς, κι ακόμα μία απαγορευτική πινακίδα. «Για φαντάσου... Όλη η Μακριά Αλληλουχία πρέπει νάχει χτυπηθεί.»

«Περιφέρεια είναι αυτή;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Ναι,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Και τι γίνεται άμα έχει χτυπηθεί;»

«Πολλά παράξενα πράγματα. Τα οικοδομήματα τρελαίνονται. Νομίζω πως κι αυτό σάς το είχα πει προτού έρθουμε στη Νερ Έρντεραγ. Όταν τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας χτυπηθούν από ρεύμα της Αναδίπλωσης, αρχίζουν να δημιουργούν διάφορα περίεργα αποτελέσματα στα μυαλά των ανθρώπων. Κατά πρώτον, κανείς δεν μπορεί να παρακολουθήσει με ασφάλεια τα σημάδια που ξέρει στους δρόμους. Οι άνθρωποι που είδαμε στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών – οι ρευματοπαθείς – από εδώ πρέπει να είναι, από τη Μακριά Αλληλουχία.»

«Και πώς είναι αυτό το ρεύμα;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Το βλέπεις σαν ενέργεια; Σαν άνεμο; Σαν τι;»

«Σαν τίποτα. Δεν είναι ορατό. Ούτε αισθητό. Μόνο τα αποτελέσματά του πάνω στα οικοδομήματα είναι αισθητά.»

Η Ευγενία, έχοντας κοιτάξει προς τη μεριά όπου ήταν τοποθετημένα τα οδοφράγματα, δεν μπορούσε να παρατηρήσει καμια διαφορά στα πολεοσημάδια. Για εκείνη ήταν το ίδιο ξένα με τα υπόλοιπα που έβλεπε γύρω της.

Ο Νόρενταμπ είπε: «Πρέπει να αποφύγουμε τελείως τη Μακριά Αλληλουχία.» Και σε λίγο τούς ενημέρωσε ότι τώρα είχαν μπει στην περιφέρεια που λεγόταν Στιλπνός Λόγος και κατευθύνονταν προς τα νότια.

Όλοι κοίταζαν γύρω τους για τοιχογραφίες και για ανθρώπους που έφτιαχναν γκράφιτι. Πλησίαζε μεσημέρι πλέον. Οι δρόμοι ήταν, για τη Γιολάντα και τον Αλκάμελ, σαν να είχαν βγει από όνειρο· και για την Ευγενία σαν να είχαν βγει από εφιάλτη. Κανένα από τα γκράφιτι που έβλεπε δεν της θύμιζαν αυτά του Ρίκερελ.

Ο Νόρενταμπ οδηγούσε χωρίς βιασύνη, με έκδηλη αυτοπεποίθηση. Δεν κινδύνευε να χαθεί μέσα στην ίδια του την πατρίδα.

Επάνω σε μια τριγωνοικία ένα γκράφιτι απεικόνιζε ένα παράξενο πλάσμα να τρώει χορτάρι – ένα από τα πλάσματα που είχαν δει στο ανοιχτό, ανοικοδόμητο πεδίο πριν από την Αναδίπλωση. Και η Ευγενία αμέσως αναγνώρισε το ύφος: ήταν του Ρίκερελ!

«Αυτό!» είπε δείχνοντας την τοιχογραφία. «Αυτό είναι δικό του!»

Ο Νόρενταμπ σταμάτησε το όχημα. «Το πλάσμα της Αναδίπλωσης;»

«Ναι, είμαι σίγουρη. Ο Ρίκερελ το έκανε.» Ακόμα κι εδώ, με τόσα διεστραμμένα πολεοσημάδια να προσπαθούν να την αποπροσανατολίσουν και να την τρομοκρατήσουν, δεν μπορούσε να μπερδέψει μια δική του καλλιτεχνική δημιουργία. Και, υπό κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε ίσως να πάρει πληροφορίες κιόλας απ’αυτό το γκράφιτι. Αλλά τώρα όχι· της ήταν αδύνατον. Το έβλεπε μονάχα ως μια εικόνα, προσπαθώντας να παραμερίσει απ’το μυαλό της τα σημάδια που την πολιορκούσαν.

«Είμαστε σε καλό δρόμο, λοιπόν,» είπε ο Αλκάμελ. «Ας κοιτάξουμε εδώ γύρω.»

Ο Νόρενταμπ συμφώνησε, και οδήγησε στους τριγυρινούς δρόμους. Είδαν κι άλλα γκράφιτι – μέσα σε μια σήραγγα, ειδικώς, υπήρχαν πάρα πολλά – αλλά η Ευγενία τούς είπε ότι δεν ήταν του Ρίκερελ. Μετά, όμως, ενώ είχαν βγει από τη σήραγγα κι ανεβεί σε μια γέφυρα, αντίκρισε μια τοιχογραφία που δεν μπορεί παρά να ήταν δική του. «Εκεί,» είπε δείχνοντας μια γεφυροικία απέναντί τους. «Αυτό είναι του Ρίκερελ. Σίγουρα.» Ένα τρένο με πολύχρωμα βαγόνια, που άνθρωποι στέκονταν πάνω τους σαν να χόρευαν. Κάποιοι, μάλιστα, ήταν γυρισμένοι ανάποδα, στηριζόμενοι στα χέρια, ή ακόμα και στο ένα χέρι.

«Δεν είναι, όμως, κανένας εδώ για να τον ρωτήσουμε,» είπε ο Αλκάμελ.

«Είναι μεσημέρι,» του θύμισε η Γιολάντα.

Ο Νόρενταμπ συνέχισε να οδηγεί μες στους δρόμους, και σύντομα πληροφόρησε τους άλλους ότι είχαν μπει στην περιφέρεια που ονομαζόταν Διαυγής Αντίληψη. Καμια από τις τοιχογραφίες που είδαν δεν θύμιζε στην Ευγενία αυτές του Ρίκερελ, και το μυαλό της είχε πλέον αρχίσει να κουράζεται πολύ από τα πολεοσημάδια που αντίκριζε. Έκλεισε τα βλέφαρά της κι ακούμπησε το κεφάλι της πίσω, αναστενάζοντας.

«Θες να ξεκουραστείς;» τη ρώτησε ο Νόρενταμπ. «Να σταματήσουμε;»

«Ναι.»

«Να πάμε να φάμε κάπου;»

«Ας πάμε.»

«Εσείς τι λέτε;» ρώτησε ο Νόρενταμπ τους πίσω.

«Πεινασμένος είμαι,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ.

«Κι εγώ,» συμφώνησε η Γιολάντα· και ο Διαβολόγατος νιαούρισε, καθισμένος στην αγκαλιά της.

Ο Νόρενταμπ τούς πήγε σ’ένα πανδοχείο της Διαυγούς Αντίληψης, το οποίο ήταν συγχρόνως και μικρό εμπορικό κέντρο. Καμια σχέση, βέβαια, με τα άλλα Εμπορικά Κέντρα της Ρελκάμνια, που ήταν ολόκληρες συνοικίες από μόνα τους και εκτείνονταν για δεκάδες χιλιόμετρα. Αυτό εδώ δεν ήταν ούτε ένα χιλιόμετρο απ’τη μια άκρη ώς την άλλη.

Ο Αλκάμελ είπε, αφού κάθισαν σ’ένα τραπεζάκι και παράγγειλαν φαγητό: «Αν μας τελειώσουν οι ενεργειακές φιάλες, από πού θα πάρουμε; Δεν είδα κανένα ενεργειακό κέντρο, ούτε καμια αποθήκη.»

«Επειδή όλα τα οχήματα εδώ λειτουργούν με ψυχόδραση,» απάντησε ο Νόρενταμπ. «Μπορείς, ωστόσο, να βρεις ενεργειακές φιάλες, αλλά είναι πιο ακριβές, και πιο σπάνιες.»

Το φαγητό τους ήρθε και έφαγαν χωρίς πολλές συζητήσεις, κουρασμένοι όλοι τους από την περιπλάνηση. Αν και η Ευγενία ήταν πιο κουρασμένη από τους υπόλοιπους. Είχε τώρα το βλέμμα της εστιασμένο στο πιάτο της, κυρίως, αποφεύγοντας να κοιτάζει τριγύρω, για να μην εξαντλείται το μυαλό της από τα τυχαία πολεοσημάδια. Αν είχα τις κανονικές μου δυνάμεις, σκεφτόταν, θα μπορούσα να εντοπίσω τον Ρίκερελ, ειδικά αφού βρήκαμε δύο δημιουργίες του. Αλλά εδώ είμαι τελείως άχρηστη! Αισθανόταν αβοήθητη, κι αυτή η αίσθηση τής προκαλούσε οργή. Πρέπει να βρω τρόπο να συνηθίσω τα σημάδια της Νερ Έρντεραγ. Τι τρόπος, όμως, θα μπορούσε να ήταν αυτός; Το μυαλό της ήταν τώρα τόσο εξουθενωμένο που αδυνατούσε να σκεφτεί...

Όταν οι υπόλοιποι είχαν τελειώσει το φαγητό τους, το δικό της ήταν ακόμα μισοτελειωμένο στο πιάτο της. Ο Νόρενταμπ πρότεινε να κλείσουν δωμάτια στο πανδοχείο και να αναπαυθούν μερικές ώρες. «Το ξενοδοχείο μας είναι μακριά,» είπε, «στην άλλη άκρη της Μεγάλης Χώρας, πάνω από πενήντα χιλιόμετρα απόσταση από εδώ.»

Κανένας δεν έφερε αντίρρηση. Έκλεισαν δύο δίκλινα δωμάτια – ένα για τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα, και ένα για την Ευγενία και τον Αλκάμελ – και ανέβηκαν στον όροφο πάνω από την τραπεζαρία.

Η Ευγενία έβγαλε τα περισσότερα ρούχα της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Πολύ σύντομα, την πήρε ο ύπνος, και βούλιαξε μέσα σε λαβυρινθώδη όνειρα, χαμένη στους δρόμους του μυαλού της.

Ο Αλκάμελ καθόταν και κάπνιζε, κοιτάζοντάς την, αναρωτούμενος τι έβλεπε η Θυγατέρα της Πόλης, τι διέκριναν τα μάτια της που την εξουθένωνε τόσο. Μάλλον ποτέ δεν θα καταλάβω...

Πήρε το βλέμμα του από πάνω της, ρίχνοντας μια ματιά στο δωμάτιο, ψάχνοντας για τον Διαβολόγατο. Πού πήγε πάλι ο καταραμένος; σκέφτηκε. Από την τραπεζαρία του πανδοχείου και μετά, τον είχε χάσει.

Ο Αλκάμελ έβγαλε το βιβλίο που του είχε αγοράσει η Ευγενία – Παλιά και Καινούργια Μυστήρια της Ρελκάμνια – και διάβασε για κανένα μισάωρο. Ύστερα, καταλήγοντας ότι οι άνθρωποι που τα έγραφαν αυτά δεν ήταν καθόλου καλά στα μυαλά τους, έκλεισε το βιβλίο και ξάπλωσε. Λίγος ύπνος δεν θα τον έβλαπτε.

*

Η Ευγενία αισθάνθηκε ένα γαργαλητό στο δεξί πέλμα, και ήταν βέβαιη πως δεν ήταν το σημάδι εκεί που την ενοχλούσε. Γύρισε ανάσκελα, μουγκρίζοντας, ανοίγοντας τα βλέφαρά της.

Ο Αλκάμελ, καθισμένος πλάι της, χαμογέλασε. «Νομίζω ότι ίσως να ήθελες να ξυπνήσεις.»

«Τι ώρα είναι;» ρώτησε η Ευγενία τρίβοντας τα μάτια.

«Απόγευμα. Πέντε και τέταρτο.»

«Ο Νόρενταμπ;»

«Πριν από λίγο μάς χτύπησε την πόρτα. Δεν τον άκουσες;»

Η Ευγενία έγνεψε αρνητικά, κι ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι.

«Σου χρειαζόταν ο ύπνος,» παρατήρησε ο Αλκάμελ. «Είχες τα χάλια σου.»

Η Ευγενία διέτρεξε το χέρι της μέσα στα κοντά πράσινα μαλλιά της. «Ευχαριστώ,» είπε ειρωνικά, υπομειδιώντας. Ύστερα, με το ίδιο χέρι – εξαιτίας μιας παρόρμησης και μόνο – άγγιξε τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι. Αισθάνθηκε πάλι τα νεύρα της να αντιλαμβάνονται το οικοδόμημα σαν ζωντανή οντότητα. Η ψυχόδραση μέσα του... Τόσες πολλές ροές, τόσες πολλές συχνότητες... ένα πελώριο πλέγμα... Το μέγεθός του της προκαλούσε δέος. Αλλά δεν την τρόμαζε όπως την τρόμαζαν τα πολεοσημάδια στους δρόμους. Ήταν κάτι το διαφορετικό.

«Ευγενία;» άκουσε τη φωνή του Αλκάμελ – απόμακρα, καθώς ήταν απορροφημένη. «Είσαι ’ντάξει;»

Υπήρχε, άραγε, τίποτα που μπορούσε να διδαχθεί από τα ζωντανά οικοδομήματα της Νερ Έρντεραγ; Μπορούσαν να τη βοηθήσουν, κάπως, να συνηθίσει τα πολεοσημάδια στους δρόμους; Απομάκρυνε προς το παρόν το χέρι της από τον τοίχο. «Ναι,» είπε στον Αλκάμελ. «Ναι.» Και σηκώθηκε από το κρεβάτι, πατώντας ξυπόλυτη στο πάτωμα του δωματίου που δεν ήταν στρωμένο με χαλί. Τα βασικά υλικά της τριγωνοικίας (του μεγάλου οικοδομήματος μέσα στο οποίο βρίσκονταν το πανδοχείο και το εμπορικό κέντρο) ήρθαν σε επαφή με το δέρμα της ξανά, ήρθαν σε επαφή με το σημάδι στο δεξί της πέλμα, και το σημάδι άρχισε να την καίει, αν και όχι ανυπόφορα. Η Ευγενία αισθάνθηκε, προς στιγμή, σαν να ήταν προέκταση του οικοδομήματος... Ή, όχι... όχι προέκταση. Προσάρτημα, περισσότερο. Κάτι που κολλά επάνω σε κάτι άλλο, και μόνο προσωρινά αποτελεί τμήμα του. Όπως ένας μαγνήτης. Το οικοδόμημα τη μαγνήτιζε· ή ίσως εκείνη να μαγνήτιζε αυτό.

«Σίγουρα είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, βλέποντάς τη να στέκεται ακίνητη, ντυμένη μόνο με το τσαλακωμένο πουκάμισό της.

«Ναι,» αποκρίθηκε πάλι η Ευγενία. Καθάρισε τον λαιμό της. «Ναι, καλά είμαι.» Έπιασε τις κάλτσες της από κάτω και τις φόρεσε βιαστικά. Δεν ήταν έτοιμη ακόμα να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την τριγωνοικία. Πήγε στο μπάνιο και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Όταν βγήκε, φόρεσε τα ρούχα της και τις μπότες της, συλλογισμένη. Αναρωτούμενη αν η επαφή με τα οικοδομήματα της Νερ Έρντεραγ θα μπορούσε να ήταν η λύση για να συνηθίσει ό,τι κι αν ήταν αυτό που συνέβαινε εδώ. Καμια από τις Αδελφές μου, όμως, δεν μου έχει πει ποτέ για τίποτα παρόμοιο.

Ίσως να μην προσπάθησαν αρκετά. Ίσως να μην τις ενδιέφερε αρκετά. Αλλά εκείνη έπρεπε να βρει τον Ρίκερελ και να τον σώσει.

«Πάμε;» είπε ο Αλκάμελ.

«Πάμε.» Η Ευγενία σηκώθηκε από την άκρη του κρεβατιού όπου είχε καθίσει για να φορέσει τις μπότες της.

Στην τραπεζαρία του πανδοχείου συνάντησαν τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα.

«Ο γάτος πού πήγε;» τους ρώτησε ο Αλκάμελ, ενώ η Ευγενία κοιτάζοντας ολόγυρα διαπίστωνε ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει ανάμεσα σ’εκείνη και στα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ. Εξακολουθούσαν να είναι σαν παγερά, κοφτερά λεπίδια για το μυαλό της.

«Δεν ήταν μαζί σας;» είπε ο Νόρενταμπ.

«Όχι.»

«Τότε, θα μας βρει εκείνος μάλλον.»

«Το πιθανότερο.»

Η Γιολάντα γέλασε καθώς άρχιζαν να βαδίζουν προς το γκαράζ. «Μα τι είναι, τέλος πάντων, αυτός ο Διαβολόγατος;»

«Ο Διαβολόγατος είναι ο Διαβολόγατος,» της είπε ο Αλκάμελ. «Χωρίς εξηγήσεις.»

Στο γκαράζ, η Ευγενία έκανε ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος και άνοιξε τις πόρτες του οχήματός τους.

Ο Αλκάμελ είπε: «Πρέπει κάποτε να βγάλουμε κανονικά κλειδιά.»

Το εσωτερικό του τετράκυκλου ήταν άδειο· ο Διαβολόγατος δεν τους περίμενε μέσα. Επιβιβάστηκαν όπως και πριν – ο Νόρενταμπ στο τιμόνι, η Ευγενία δίπλα του, και ο Αλκάμελ κι η Γιολάντα στα πίσω καθίσματα – και έφυγαν από το γκαράζ, οδηγώντας μες στους δρόμους της Νερ Έρντεραγ.

«Πηγαίνω προς την Παλιά Νόηση, νότια,» είπε ο Νόρενταμπ, λες και οι άλλοι ήξεραν τι ήταν όλες αυτές οι περιοχές.

Δεν άργησαν να δουν πάλι διάφορες τοιχογραφίες, που η Ευγενία τούς διαβεβαίωνε ότι δεν ήταν του Ρίκερελ. Και μετά συνάντησαν τρεις άντρες που έφτιαχναν γκράφιτι μέσα σε μια σήραγγα, δίπλα απ’την οποία περνούσαν οι ράγες ενός τρένου διασχίζοντας μια άλλη σήραγγα.

Ο Νόρενταμπ σταμάτησε το όχημα και βγήκαν.

Οι καλλιτέχνες τούς αγνόησαν· δεν φοβήθηκαν από την παρουσία τους, όπως οι άλλοι.

«Συγνώμη,» τους είπε ο Νόρενταμπ. «Να κάνουμε μια ερώτηση;»

Ένας απ’αυτούς στράφηκε να τον κοιτάξει. «Τι είναι;» Οι άλλοι δύο συνέχιζαν να βάφουν.

«Ψάχνουμε έναν φίλο μας που μας έχουν πει ότι κάνει γκράφιτι σε τούτες τις περιοχές, στα νότια της Μεγάλης Χώρας...»

«Ναι, και;»

«Τον λένε Ρίκερελ Ζωγράφο, ή Ρίκερελ-Λάντι. Τον έχεις ακουστά;»

«Ο ξένος;»

«Ναι,» είπε ο Νόρενταμπ, «δεν είναι από δω. Έχει κόκκινο δέρμα και καστανά μαλλιά, μακριά.»

«Τον είχα συναντήσει μια φορά. Έχει εξαφανιστεί εδώ και κάνα μήνα, νομίζω. Κανείς δεν τον έχει δει από τότε. Έτσι ξέρω.»

«Γιατί; Του συνέβη κάτι;»

Ο καλλιτέχνης ανασήκωσε τους ώμους. Ήταν κοντός στο ανάστημα, χρυσόδερμος, και φορούσε κουκούλα· τα μάτια του γυάλιζαν πράσινα σαν γάτας μέσα απ’τις σκιές της. «Ξέρω γω; Ξένος ήταν. Οι ξένοι πολλές φορές έχουν χαθεί και κανείς δεν τους έχει ξαναδεί. Εσύ είσαι ντόπιος, δεν είσαι;»

Ο Νόρενταμπ ένευσε. «Από τη Μεγάλη Χώρα είμαι.»

«Τα ξέρεις, λοιπόν.»

«Πού έμενε ο Ρίκερελ προτού εξαφανιστεί;»

«Δεν είμαι σίγουρος. Σε κάποιο ξενοδοχείο, νομίζω, αλλά όχι εδώ, στην Παλιά Νόηση. Απλά ερχόταν εδώ γύρω για να βάφει.»

Η Ευγενία μίλησε ξαφνικά: «Τι μπορεί να του συνέβη; Πού μπορεί να εξαφανίστηκε;»

Ο καλλιτέχνης την ατένισε από πάνω ώς κάτω. «Εσύ δεν είσαι ντόπια, ε;»

«Και λοιπόν;»

«Δεν ξέρω τι έγινε ο τύπος, δικιά μου. Κυκλοφορούν οι γνωστές φήμες, έχω ακούσει: ότι τον έφαγε το Πλανόδιο Στοιχειό, ότι τον πήραν οι Πολεοτέχνες, ότι τον ερωτεύτηκαν οι δρόμοι...»

«Με ποιους σύχναζε, όταν ερχόταν εδώ για να βάφει;» ρώτησε η Ευγενία. «Δε συναντούσε κανέναν;»

«Απ’ό,τι ξέρω, συναναστρεφόταν την Τάρελμαπ και την παρέα της. Είναι όλες παράξενες αυτές· δεν έχουν πρόβλημα με τους ξένους.»

«Πού μπορούμε να τις βρούμε;»

«Στον Τρελοπόταμο γυροφέρνουν, συνήθως.»

Η Ευγενία κοίταξε τον Νόρενταμπ ερωτηματικά.

«Ξέρω πού είναι,» δήλωσε εκείνος.

Η Ευγενία ρώτησε τον καλλιτέχνη: «Θα τις βρούμε εκεί τώρα;»

«Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Παίζει.»

«Πού αλλού μπορούμε να τις βρούμε;»

«Στα σπίτια τους· αλλά μη ρωτάς εμένα πού είν’ αυτά.»

Δεν είχαν τίποτ’ άλλο να συζητήσουν μαζί του, έτσι τον ευχαρίστησαν κι επέστρεψαν στο όχημά τους.

«Τι είναι το Πλανόδιο Στοιχειό;» ρώτησε η Ευγενία τον Νόρενταμπ.

«Ένα στοιχειό του Σκοτοδαίμονος που υποτίθεται ότι περιφέρεται στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας κάνοντας άσχημα πράγματα. Μύθος, φυσικά, όπως και οι Πολεοτέχνες.»

«Και η έκφραση ‘τον ερωτεύτηκαν οι δρόμοι’ τι πάει να πει;»

«Χρησιμοποιείται για ανθρώπους που μένουν στους δρόμους, μαγνητισμένοι για κάποιο λόγο από τα σημάδια της Μεγάλης Χώρας.»

«Θα μπορούσαν, δηλαδή, να είχαν σπίτι αλλά δεν θέλουν να έχουν;»

«Αυτό λένε οι φήμες, όμως δεν ξέρω κατά πόσο αληθεύει. Πολλοί απ’αυτούς είναι φτωχοί. Από την άλλη, βέβαια, ίσως να είναι φτωχοί επειδή το μόνο που κάνουν είναι να περιπλανιούνται στους δρόμους... Τέλος πάντων. Πάμε στον Τρελοπόταμο;»

«Ναι.»

*

Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει πια, και οι λάμπες της Νερ Έρντεραγ είχαν ανάψει στους δρόμους. Τα πολεοσημάδια ήταν ακόμα πιο εφιαλτικά για την Ευγενία· οι σκιές τη χλεύαζαν, την προκαλούσαν, την πολιορκούσαν.

Ο Τρελοπόταμος δεν ήταν μακριά από την Παλιά Νόηση. Ήταν μια γειτονιά μέσα της. Μια γειτονιά γύρω από ένα ποτάμι που γέφυρες περνούσαν από πάνω του. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, και ούτε φαινόταν βαθύ, αλλά τα νερά του αναπηδούσαν σαν να έβραζαν. Στρεβλά δέντρα φύτρωναν στις επικλινείς όχθες του.

«Κάτι δε μ’αρέσει σ’αυτό το ποτάμι,» παρατήρησε ο Αλκάμελ. «Μολυσμένο είναι;»

«Δεν είναι μολυσμένο,» τον διαβεβαίωσε ο Νόρενταμπ, «αλλά δεν θα σου πρότεινα και να πιεις απ’αυτό. Λένε πως έρχεται από την Αναδίπλωση, υπογείως. Τα ρεύματα από εκεί είναι που κάνουν τα νερά του να φουσκώνουν με τέτοιο τρόπο. Ή, τουλάχιστον, έτσι φημολογείται.»

Η Ευγενία κοίταζε τα γκράφιτι που υπήρχαν σε διάφορους τοίχους της γειτονιάς, και αναγνώρισε τρία από αυτά. Ήταν, δίχως αμφιβολία, του Ρίκερελ: μια γυναίκα με κεφάλι γάτας και μια καραμπίνα στα χέρια· μια βάρκα παραγεμισμένη με επιβάτες, που πλοκάμια έρχονταν από κάτω της για να την αρπάξουν· ένα παράξενο μηχάνημα που φως το τύλιγε και φως έβγαινε από μέσα του. Η Ευγενία τα έδειξε στους υπόλοιπους.

Κανένας, όμως, εδώ γύρω δεν φαινόταν να κάνει γκράφιτι τώρα. Κανένας δεν υπήρχε για να τον ρωτήσουν. Αν μπορούσα να διαβάσω τα πολεοσημάδια όπως συνήθως, θα βρίσκαμε κάποιον, σκέφτηκε η Ευγενία, στεναχωρημένη, νιώθοντας το κεφάλι της να πονά. Τούτη η συνοικία ήταν τόσο εχθρική προς αυτήν. Γιατί;

Ο Νόρενταμπ έκανε μερικούς κύκλους στις οδούς του Τρελοπόταμου, μήπως βρουν κάποιον άνθρωπο στον οποίο μπορούσαν να μιλήσουν· αλλά δεν είδαν κανέναν που να μοιάζει για καλλιτέχνης των δρόμων. Και η περιοχή ήταν, γενικά, ήσυχη· δεν είχε πολλή κίνηση: τα οχήματα που περνούσαν ήταν λίγα, και οι διαβάτες ακόμα λιγότεροι. Μια ψυχοδραστική μορφή φτερούγιζε πέρα-δώθε πάνω απ’την πόρτα ενός μπαρ που έβλεπε τον ποταμό, φωτίζοντας την πινακίδα η οποία έγραφε: Ο ΤρεΛοπΟταμΟΣ.

«Πάμε εκεί,» πρότεινε ο Αλκάμελ. «Ίσως να ξέρουν αυτή την Τάρελμαπ και την παρέα της.»

Η Ευγενία και ο Νόρενταμπ συμφώνησαν, έτσι σταμάτησαν το όχημά τους πλάι στο μπαρ και βγήκαν. Πέρασαν κάτω από την ιπτάμενη ψυχοδραστική μορφή (που το σχήμα της μόνο με πολλή φαντασία θύμιζε πουλί ή γιγάντιο έντομο) και βρέθηκαν στο εσωτερικό του καταστήματος. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός και οι πελάτες λίγοι. Το ηχοσύστημα έπαιζε ένα τραγούδι που η Ευγενία δεν είχε ξανακούσει· και στα εξήντα χρόνια της ζωής της είχε ακούσει πολλά τραγούδια της Ρελκάμνια. Στη Νερ Έρντεραγ, μάλλον, είχαν τη δική τους, ιδιαίτερη μουσική που δεν κυκλοφορούσε και πολύ έξω από τούτη τη συνοικία.

Ο Νόρενταμπ ρώτησε τον άντρα που στεκόταν πίσω από τον πάγκο του μπαρ αν ήξερε πού μπορούσαν να βρουν την Τάρελμαπ και την παρέα της. «Μου έχουν πει ότι τριγυρίζουν εδώ και κάνουν γκράφιτι.»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, «τις ξέρω. Περνάνε καμια φορά κι απ’το μαγαζί, για κάνα ποτό. Δεν είναι εδώ τώρα.»

«Πού θα μπορούσα να τις βρω;»

«Αν έχουν έρθει για να βάψουν τοίχους, ρίξε μια ματιά τριγύρω. Δε θάναι μακριά.»

«Έχω ήδη ρίξει μια ματιά τριγύρω.»

«Τότε, δεν είναι στα μέρη μας απόψε.»

«Δεν κατοικούν στον Τρελοπόταμο;» ρώτησε ο Νόρενταμπ.

«Δεν ξέρω πού ακριβώς μένουν, φίλε μου· δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Θα πιείτε κάτι, εσύ κι η παρέα σου;» Τους κοίταξε όλους ερευνητικά, και το βλέμμα του έμεινε περισσότερο στον Αλκάμελ, αναμφίβολα λόγω του πράσινου δέρματός του.

Ο Νόρενταμπ ατένισε ερωτηματικά την Ευγενία. «Γιατί όχι;» είπε εκείνη, και παράγγειλαν ποτά από τον άντρα του μπαρ, ο οποίος ήξερε αμέσως τι ήταν ο Γλυκός Κρόνος (που ζήτησε η Γιολάντα), ο Κρύος Ουρανός (που ζήτησαν η Ευγενία και ο Νόρενταμπ), και η Αφρισμένη Κυρά (που ζήτησε ο Αλκάμελ). Τα ποτά της Νερ Έρντεραγ, μάλλον, δεν διέφεραν από τα ποτά της υπόλοιπης Ρελκάμνια. Κάποια πράγματα ήταν αρκετά διαδεδομένα, ακόμα κι αν βρισκόσουν σε μια απομακρυσμένη άκρη της διάστασης, κυριολεκτικά κοντά σ’ένα από τα τέλη της.

Η Ευγενία προσπαθούσε να αγνοεί τα απειλητικά πολεοσημάδια που διέκρινε μέσα στο μπαρ, τα οποία έμοιαζαν να θέλουν να της δώσουν την εντύπωση ότι κάποιος τρομερός κίνδυνος την πλησίαζε. Δεν μπορεί να ήταν αλήθεια. Αποκλείεται να ήταν αλήθεια.

Για να διαλύσει αυτές τις παράξενες αισθήσεις, αποφάσισε να μιλήσει στον άντρα του μπαρ. «Ξέρεις γιατί είμαστε εδώ; Ψάχνουμε έναν φίλο μας. Ίσως να τον έχεις υπόψη σου. Έχουμε ακούσει ότι τριγύριζε σε τούτα τα μέρη.»

Ο άντρας την κοίταξε ερωτηματικά, δίχως να μιλήσει.

«Ρίκερελ τον λένε. Έκανε παρέα με την Τάρελμαπ. Έφτιαχνε κι αυτός γκράφιτι. Μετά εξαφανίστηκε, μάθαμε...»

«Ρίκερελ, είπες;»

Η Ευγενία ήπιε μια γουλιά απ’τον Κρύο Ουρανό της. «Ναι.»

«Δε μου λέει κάτι το όνομα. Δε νομίζω ότι είναι όνομα της Μεγάλης Χώρας, μάλιστα...»

«Δεν είναι,» τον διαβεβαίωσε η Ευγενία.

Τα μάτια του άντρα στένεψαν. «Ούτε εσύ είσαι από εδώ, ε;»

«Όχι, δεν είμαι από εδώ.»

«Να προσέχεις στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας. Και εσύ και οι φίλοι σου. Μπορεί να χαθείτε. Έχετε οδηγό μαζί σας;»

«Έχουμε,» είπε η Ευγενία. «Τον φίλο μας τον Ρίκερελ σίγουρα δεν τον έχεις ακουστά;» επέμεινε.

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. «Σίγουρα. Αλλά, αν ήταν ξένος κι ερχόταν εδώ για να βάψει τοίχους» – ρουθούνισε – «αυτή δεν ήταν καθόλου καλή ιδέα, με το συμπάθιο. Δε με παραξενεύει που λένε πως χάθηκε.»

*

Δεν έμειναν πολύ στο μπαρ. Δεν ήπιαν καν όλα τους τα ποτά. Σύντομα βγήκαν απ’το κατάστημα, επιβιβάστηκαν στο όχημά τους, κι ύστερα από ακόμα έναν κύκλο στον Τρελοπόταμο, έφυγαν από τούτη τη γειτονιά.

Ο Νόρενταμπ πρότεινε να πάνε πίσω, στο ξενοδοχείο. «Είναι νύχτα, και είμαστε όλοι κουρασμένοι. Εγώ οδηγώ όλη μέρα· σε λίγο θ’αρχίσω να μπερδεύω τα σημάδια μου.»

Η Ευγενία συμφώνησε. Στα πίσω καθίσματα, η Γιολάντα κάπνιζε μισοκοιμισμένη, και ο Αλκάμελ κοίταζε έξω απ’το παράθυρο σαν να ονειρευόταν ξύπνιος. Κι οι δυο ήταν σιωπηλοί.

Ο Διαβολόγατος ακόμα δεν είχε παρουσιαστεί, και η Ευγενία αναρωτιόταν πού μπορεί να είχε πάει. Υπήρχε περίπτωση να χάθηκε κι αυτός στη Νερ Έρντεραγ, όπως οι άλλοι ξένοι; Για κάποιο λόγο δεν το νόμιζε. Δε νόμιζε πως τον μυστηριώδη γάτο τον ενοχλούσε η ψυχόδραση της περιοχής, ούτε η παράξενη αρχιτεκτονική της.

Η Ευγενία έκλεισε τα μάτια...

...και τα άνοιξε πάλι όταν άκουσε τον Νόρενταμπ να καταριέται στο όνομα του Σκοτοδαίμονος. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε.

«Έχω χαθεί, γαμώτο! Έχω μπλέξει τα σημάδια μου.»

«Και τι κάνουμε τώρα;» είπε ο Αλκάμελ, από πίσω.

«Θα βρω το δρόμο μας,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ, «αλλά θέλει υπομονή. Και είμαι κουρασμένος...» Αναστέναξε, κι έστριψε σε μια γωνία.

Ο λαβύρινθος της πόλης έμοιαζε να τους καταπίνει ολοένα και πιο βαθιά, και η Ευγενία έβλεπε παντού εχθρικά πολεοσημάδια, χλευαστικά πολεοσημάδια, ή πολεοσημάδια τόσο αλλόκοτα, τόσο ακατανόητα, που έκαναν το μυαλό της να πονά και μόνο από την παρουσία τους.

«Τι γίνεται, ρε φίλε;» είπε ο Αλκάμελ, σε κάποια στιγμή. «Βλέπεις τι ώρα είναι; Μεσάνυχτα πλησιάζουν!»

«Το ξέρω,» μούγκρισε ο Νόρενταμπ· «λες να μην το ξέρω;»

«Ακόμα και η ενέργεια μάς τελειώνει.» Ο Αλκάμελ έδειξε τον μετρητή στην κονσόλα, που ήταν στο 18%.

«Μην τον αγχώνεις,» είπε η Γιολάντα.

«Τι να μην τον αγχώνω; Δε φαίνεται να καταλήγουμε πουθενά!»

Ο Νόρενταμπ σταμάτησε το όχημά τους σ’έναν τυχαίο δρόμο.

«Τι κάνεις;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Δεν πρόκειται να ξεμπλέξουμε απόψε,» είπε ο Νόρενταμπ. «Καλύτερα να διανυκτερεύσουμε εδώ.»

«Σοβαρολογείς; Μες στο δρόμο;»

«Το πρωί θα βρω πάλι τα σημάδια που ξέρω και θα φύγουμε. Θα έχει φως και θα είμαι ξεκούραστος.»

«Σοβαρολογείς,» είπε ο Αλκάμελ.

«Ναι, σοβαρολογώ. Βολευτείτε όσο μπορείτε.» Πάτησε ένα κουμπί στην κονσόλα του οχήματος το οποίο κλείδωνε τις πόρτες.

«Συγνώμη,» είπε η Γιολάντα, «αλλά θέλω να κατουρήσω. Δεν υπάρχει, τουλάχιστον, κάποιο πανδοχείο;» Γύρω τους ορθώνονταν παράξενα οικοδομήματα, αλλά δεν φαινόταν πουθενά κανένα φιλόξενο μέρος.

«Πάμε έξω.» Ο Νόρενταμπ ξεκλείδωσε πάλι τις πόρτες, με το πάτημα του κουμπιού, και βγήκε.

Η Γιολάντα τον ακολούθησε προς έναν στενό δρόμο, πίσω από μια γωνία.

Ο Διαβολόγατος πήδησε στη θέση του οδηγού, περνώντας από την πόρτα που ο Νόρενταμπ είχε αφήσει ανοιχτή. Νιαούρισε επίμονα. Βγήκε από το όχημα ξανά κι έτρεξε μπροστά. Σταμάτησε και γύρισε να κοιτάξει την Ευγενία με τα ανομοιόχρωμα μάτια του. Νιαούρισε πάλι.

«Νομίζω ότι θέλει να τον ακολουθήσουμε,» είπε η Θυγατέρα της Πόλης.

«Κι εγώ,» συμφώνησε ο Αλκάμελ, «την ίδια εντύπωση έχω.»

Όταν ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα επέστρεψαν, η Ευγενία τούς έδειξε τον γάτο και τους είπε ότι αν τον ακολουθούσαν ίσως να τους οδηγούσε σε κάποιο μέρος για να διανυκτερεύσουν.

Ο Νόρενταμπ αποκρίθηκε: «Είμαι τόσο κουρασμένος που... δεν ξέρω... Δε θα εμπιστευόμουν τον Διαβολόγατο για να με οδηγήσει μες στη Μεγάλη Χώρα...»

«Εγώ θα τον εμπιστευόμουν απόλυτα,» είπε η Ευγενία.

Ο Νόρενταμπ την κοίταξε αναποφάσιστος.

Ο Αλκάμελ πρότεινε: «Να οδηγήσω εγώ;»

«Τι λες, ρε;» του είπε η Γιολάντα. «Εδώ ο Νόρενταμπ χάθηκε!»

«Απλά θ’ακολουθώ τον γάτο· δε μπορεί να χαθώ! Δεν είμαι και τελείως ηλίθιος.»

Ο Νόρενταμπ είπε: «Εντάξει· έλα να οδηγήσεις, να δούμε. Έτσι κι αλλιώς χαμένοι είμαστε.» Βγήκε από το όχημα και άλλαξαν θέσεις με τον Αλκάμελ.

Εκείνος, ανοίγοντας το παράθυρο πλάι του, σφύριξε στον Διαβολόγατο και του έδειξε μπροστά. Ύστερα έβαλε τους τροχούς σε κίνηση.

Ο μυστηριώδης αίλουρος άρχισε να τρέχει, πηδώντας απ’το ένα σημείο στο άλλο, σαν στοιχειακό της Ρελκάμνια. Ο Αλκάμελ τον ακολουθούσε πιστά, ακόμα κι όταν νόμιζε ότι έκαναν κύκλους ή ότι πήγαιναν προς μεριές τόσο λαβυρινθώδεις και αλλόκοτες που ποτέ δεν θα κατόρθωναν να ξαναβρούν τον δρόμο τους.

Μετά από καμια ώρα, έφτασαν έξω στην είσοδο του Φιλόξενου. Ο Διαβολόγατος πήδησε πάνω στη μπροστινή μεριά του οχήματός τους νιαουρίζοντας, σαν να ήθελε να διαμαρτυρηθεί ότι τον είχαν πονέσει οι πατούσες του από το τρέξιμο.

Ο Αλκάμελ γελούσε. «Κοίτα να δεις ο γαμημένος! Δε χάνεται αυτός εδώ πέρα.»

«Δε με εκπλήσσει,» είπε η Ευγενία, χαμογελώντας. Όσο ταξίδευαν υπό την καθοδήγηση του Διαβολόγατου, είχε τα μάτια της συνεχώς εστιασμένα σ’αυτόν, παρακολουθώντας τον έντονα, αγνοώντας τα πολεοσημάδια που την πολιορκούσαν από γύρω· και νόμιζε πως το μυαλό της είχε βρει μια κατεύθυνση, μια σταθερή, πολύ σταθερή κατεύθυνση. Νόμιζε, μάλιστα, πως ίσως να είχε να διδαχθεί κάτι από τον γάτο – κάτι για να βρίσκει τον δρόμο της μέσα στη Νερ Έρντεραγ.

Ο Διαβολόγατος έριχνε πολλαπλές αντανακλάσεις πάνω στην πραγματικότητα της Ρελκάμνια – αντανακλάσεις που συνέκλιναν σε μία και μόνο γατίσια μορφή. Η Ευγενία ακόμα κι εδώ μπορούσε να το διακρίνει αυτό, κι έβλεπε πως, εξαιτίας της πολλαπλής φύσης του, ο Διαβολόγατος προσπερνούσε αβίαστα όλα τα εμπόδια της Νερ Έρντεραγ. Έμοιαζε ήδη νάχει μάθει τούτη την αλλόκοτη συνοικία απέξω κι ανακατωτά.

Θα μπορούσες, άραγε, εσύ να με βοηθήσεις να βρω τον Ρίκερελ;

«Με αντικαταστήσατε με καλύτερο οδηγό, μου φαίνεται,» είπε αστειευόμενος ο Νόρενταμπ.

Ο Αλκάμελ πήγε το όχημά τους προς το γκαράζ του ξενοδοχείου. «Μην αρχίσεις να μας γκρινιάζεις τώρα.»

*

«Αυτός ο γάτος τους είναι επικίνδυνος, ίσως, Αρχόντισσά μου,» είπε ο πολεοσκόπος που είχε παρακολουθήσει το μυστηριώδες αιλουροειδές να καθοδηγεί τους ξένους στον Φιλόξενο. «Είναι... είναι σαν να βρίσκεται έξω από τη Μεγάλη Χώρα ενώ συγχρόνως είναι μέσα της! Με τρομάζει. Είναι σαν να είναι εδώ αλλά και να μην είναι εδώ. Δε... δε μπορώ να το περιγράψω καλύτερα.»

Η Σκιουργός, καθισμένη στον φουσκωτό καναπέ ενός υπόγειου μπαρ, ντυμένη μ’ένα μαύρο αστραφτερό φόρεμα διακοσμημένο με ψυχοδραστικά σχήματα, γέλασε. Ένας όμορφος άντρας ήταν καθισμένος στα δεξιά της, χαϊδεύοντας το δεξί της πόδι που ήταν ριγμένο νωχελικά πάνω στο γόνατό του. Ένας άλλος όμορφος άντρας ήταν καθισμένος στ’αριστερά της, έχοντας το κεφάλι γερμένο και φιλώντας αργά τον εκτεθειμένο ώμο της.

Η Σκιουργός κρατούσε ένα ποτό στο χέρι· ρούφηξε μια γουλιά από το καλαμάκι και είπε: «Τον θέλω αυτόν τον γάτο. Να μου τον φέρετε.»

«...Αρχόντισσά μου,» κόμπιασε ο πολεοσκόπος. «Εγώ δεν τολμώ να τον πλησιάσω.»

«Βρες, τότε, κάποιους που θα τολμήσουν!» πρόσταξε η Σκιουργός με μια ξαφνική γυαλάδα στα μάτια της. «Θέλω να τον πιάσετε και να μου τον φέρετε. Μου αρέσει.» Ρούφηξε ακόμα μια γουλιά από το καλαμάκι και, με το ελεύθερό της χέρι, έσπρωξε τον άντρα στ’αριστερά της, απομακρύνοντας τα χείλη του από τον ώμο της.

(η΄)

Οι ώρες περνούσαν και ο οικομύστης δεν ξυπνούσε. Ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ, ακίνητος, με τα μάτια κλειστά. Μονάχα ανέπνεε. Δεν ανταποκρινόταν σε τίποτα: ούτε στο άκουσμα του ονόματός του, ούτε σε τραντάγματα.

Ο μικροσκοπικός μετρητής ενέργειας του ρολογιού της Σολεράτ έδειχνε ότι απέμενε στον μηχανισμό το ένα τρίτο μιας πλήρους φόρτισης. Η δημοσιογράφος άγγιξε το ρολόι στον αριστερό καρπό της και του έστειλε 2 ψ από τον εαυτό της, φορτίζοντάς το πλήρως.

Ήταν βράδυ πλέον.

Οι πολεοπλάστες εξακολουθούσαν να εργάζονται μέσα στο διαμέρισμα του Νόρενταμπ. Το είχαν κάνει αγνώριστο. Ακόμα και οι γενικές υποδιαιρέσεις είχαν τώρα αρχίσει ν’αλλάζουν· το υπνοδωμάτιο είχε συνδεθεί με το σαλόνι, το μπάνιο είχε προεκταθεί. Τα μηχανήματα στο σαλόνι βρίσκονταν σε αρκετά τέλεια μορφή· κανείς, όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι ίσως να χρησίμευαν. Με διακοσμητικά στοιχεία έμοιαζαν, αλλά σίγουρα δεν ήταν τέτοια.

Οι μισθοφόροι δεν έκρυβαν τη νευρικότητά τους, ούτε ο Νόρενταμπ έκρυβε τον φόβο του. Όλοι τους είχαν προσπαθήσει πολλάκις να χρησιμοποιήσουν τηλεπικοινωνιακές συσκευές, μα τίποτα δεν δούλευε – ούτε οι μηχανισμοί που λειτουργούσαν με κεραία ούτε οι μηχανισμοί που λειτουργούσαν με καλώδια.

Η Σολεράτ ανησυχούσε κυρίως για τον Κλάρεμαντ. Φοβόταν ότι οι πολεοπλάστες τού είχαν κάνει κάτι ανεπανόρθωτο, ότι ποτέ δεν θα συνερχόταν. Παρότι δεν τον ήξερε για πολύ καιρό – δεν τον ήξερε παρά ελάχιστα, βασικά – αισθανόταν να έχει συνδεθεί μαζί του. Κι αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι είχαν κάνει έρωτα· δεν ήταν τόσο συναισθηματικά αφελής. Νόμιζε ότι, για κάποιο λόγο, ταίριαζε με τον οικομύστη, σαν να τον γνώριζε από παλιά, σαν κάποιος να της είχε πει, κάποτε – σε κάποιο όνειρο, ίσως – ότι θα τον συναντούσε στον δρόμο της, τυχαία αλλά, συγχρόνως, όχι τυχαία... Ήταν μια παράξενη αίσθηση, όφειλε να παραδεχτεί η Σολεράτ· και, πιθανώς, απατηλή. Αλλά δεν έπαυε να νιώθει μια σύνδεση με τον Κλάρεμαντ.

Ενώ ήταν καθισμένη δίπλα του, με τα πόδια της διπλωμένα και ανεβασμένα στον καναπέ (έχοντας από ώρα βγάλει τις μπότες και την καπαρντίνα της), αναρωτιόταν τι μπορούσε να κάνει για να τον βοηθήσει. Έφερνε στο μυαλό της διάφορα που είχε ακούσει και δει για τους οικομύστες· αλλά όλ’ αυτά το μόνο αποτέλεσμα που είχαν ήταν να της προκαλούν μεγαλύτερη απόγνωση–

Το βλέμμα της πήγε προς τ’αριστερά. Οι πολεοπλάστες εκεί, από το ταβάνι ώς το πάτωμα, είχαν αρχίσει να κινούνται πιο γρήγορα, έτσι δεν ήταν; Ή μάλλον, όχι· δεν κινούνταν απλώς πιο γρήγορα. Πάλευαν αναμεταξύ τους! Μάχονταν. Χτυπιόνταν με τα μικροσκοπικά χέρια τους και με τις αιχμηρές ουρές τους, κι από τα χτυπήματά τους μικρές ενεργειακές εκκενώσεις, μικρές λάμψεις, δημιουργούνταν. Τα μάτια τους φώτιζαν οργισμένα. Συριστικές φωνές ακούγονταν. Ορισμένοι κρατούσαν όπλα, παρατήρησε η Σολεράτ: μικρά ραβδιά που στις άκριές τους ενέργεια τρεμόπαιζε.

Σηκώθηκε όρθια, παραξενεμένη.

«Δείτε εκεί!» είπε ο Σόλιρβακ. «Τι συμβαίνει εκεί;»

«Χτυπιούνται, μα τον Κρόνο!» αναφώνησε ο Νόρενταμπ.

Οι πολεοπλάστες μάχονταν ξέφρενα, τώρα, σ’όλη την αριστερή μεριά του σαλονιού, και η σύγκρουσή τους εξαπλωνόταν. Η Σολεράτ παρατήρησε ότι κάποιοι απ’αυτούς έβγαιναν μέσα από τους τοίχους και επιτίθονταν σε εκείνους που βρίσκονταν στο δωμάτιο. Γιατί συνέβαινε αυτό; Είχαν τσακωθεί αναμεταξύ τους; Για ποιο λόγο;

«Τώρα,» είπε ο Κάζμεροντ τραβώντας το πιστόλι του, «είναι η ευκαιρία μας!»

Ο Νάρβολαμπ τού έπιασε τον καρπό. «Μην είσαι ανόητος!»

«Όσο σκοτώνονται αναμεταξύ τους–»

«Αν τους πυροβολήσεις, θα πάψουν να σκοτώνονται αναμεταξύ τους και θα γυρίσουν να σκοτώσουν εμάς!»

Ο Κάζμεροντ κατέβασε το πιστόλι του. Αλλά δεν το θηκάρωσε.

Η Σολεράτ ταρακούνησε τον Κλάρεμαντ από τον ώμο, ελπίζοντας τώρα – τώρα που ήταν τόσο σημαντικό – να ξυπνήσει. «Κλάρεμαντ! Κλάρεμαντ, σήκω! Οι πολεοπλάστες πολεμάνε ο ένας τον άλλο! Σήκω!» Όμως εκείνος έμεινε ακίνητος, όπως πριν, και η Σολεράτ αναστέναξε ηχηρά.

Ύστερα αναγκάστηκε να τιναχτεί πίσω, καθώς οι πολεοπλάστες έρχονταν μαζικά προς τα καλτσοντυμένα πόδια της, σαν ποταμός που έχει φουσκώσει. Περιτριγύρισαν τον καναπέ, ενώ χτυπιόνταν αναμεταξύ τους. Μεταλλικά σώματα κοπανούσαν μεταλλικά σώματα, μικρές ενεργειακές εκκενώσεις γίνονταν, στιγμιαίες λάμψεις. Η Σολεράτ είδε κάποιους πολεοπλάστες να πέφτουν και να βουλιάζουν στο πάτωμα, σαν το πάτωμα να ήταν από λάσπη. Είδε έναν πολεοπλάστη να χάνει το αριστερό του χέρι από το χτύπημα ενός ραβδιού που τίναζε ενέργεια από την άκρη του. Είδε την ουρά ενός άλλου να σπάει, καθώς ένας εχθρός του την άρπαζε ανάμεσα στα χέρια του και την έστριβε βίαια. Ο πολεοπλάστης με την κατεστραμμένη ουρά τσύριξε, πονεμένα, και ένας τρίτος πολεοπλάστης έπεσε πάνω σ’αυτόν που του είχε επιτεθεί και τον καβάλησε και με τα τέσσερα πόδια, γρονθοκοπώντας τον στην πλάτη και στο κεφάλι. Μια δυνατή λάμψη πετάχτηκε από το χτυπημένο κρανίο του πλάσματος, και ο πολεοπλάστης κατέρρευσε.

Ένα από τα μεταλλικά όντα βρέθηκε κοντά στο δεξί πόδι της Σολεράτ, καθώς η παλίρροια της μάχης το τίναξε εκεί, κουτρουβαλώντας. Ο πολεοπλάστης σηκώθηκε αμέσως στα τέσσερα πόδια του και, οργισμένος, χτύπησε με το ραβδί του τον αστράγαλο της Σολεράτ. Η δημοσιογράφος αισθάνθηκε ένα ξαφνικό ενεργειακό ρεύμα να τη διαπερνά. Κραυγάζοντας, τινάχτηκε πίσω, παραπάτησε, νιώθοντας ολόκληρο το πόδι της νάχει μουδιάσει. Ο Νάρβολαμπ την έπιασε στα χέρια του προτού πέσει.

«Τι...;»

«Με χτύπησε στο πόδι,» είπε η Σολεράτ. «Αυτό εκεί.» Έκανε να δείξει το πλάσμα, αλλά είχε ήδη εξαφανιστεί ανάμεσα στα υπόλοιπα. Και της έμοιαζαν όλα ίδια, σαν τα ποντίκια· δεν μπορούσε να τα ξεχωρίσει.

«Ποιο;» μουρμούρισε ο Νάρβολαμπ.

Η Σολεράτ κοίταξε κάτω, το πόδι της. Είδε ότι η μαύρη κάλτσα είχε καταστραφεί στο σημείο του αστραγάλου, και το χρυσαφένιο δέρμα της είχε κοκκινίσει. Ακόμα αισθανόταν μουδιασμένη. Τα δάχτυλά της δεν τα ένιωθε καθόλου.

«Μπορείς να σταθείς;» τη ρώτησε ο Νάρβολαμπ.

«Δεν ξέρω.»

«Κρατήσου επάνω μου.»

Η Σολεράτ κρατήθηκε από τους ώμους του.

Οι μαχόμενοι πολεοπλάστες είχαν πλημμυρίσει το δωμάτιο. Χτυπούσαν ο ένας τον άλλο και τινάζονταν από δω κι από κει. Κάποιοι προσπαθούσαν να καταστρέψουν τα μηχανήματα που οι υπόλοιποι είχαν φτιάξει μέσα από τους τοίχους· κάποιοι προσπαθούσαν να τα προστατέψουν. Οι ουρές τους έμοιαζαν με τρομερά όπλα, το ίδιο και τα ραβδιά στα χέρια τους. Ειδικά τα ραβδιά στα χέρια τους. Εκτόξευαν ενέργεια από τα άκρα τους με κάθε χτύπημα· ενέργεια που έκανε τα μάτια της Σολεράτ να πονάνε όταν κοίταζε τις ξαφνικές λάμψεις.

Το βλέμμα της πήγε στον Κλάρεμαντ. Ο οικομύστης εξακολουθούσε νάναι ξαπλωμένος, μην καταλαβαίνοντας τίποτα απ’όσα συνέβαιναν, ενώ οι πολεοπλάστες βρίσκονταν παντού γύρω από τον καναπέ και μερικοί απ’αυτούς, μάλιστα, είχαν σκαρφαλώσει πάνω στο μακρύ κάθισμα και συγκρούονταν στη ράχη του. Κανείς, όμως, δεν πείραζε τον Κλάρεμαντ. Γιατί, άραγε; Η Σολεράτ αναρωτιόταν αν ένα από τα ενεργειακά χτυπήματά τους θα μπορούσε, ίσως, να τον συνεφέρει...

Η δημοσιογράφος, οι μισθοφόροι, και ο ένοικος του διαμερίσματος ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στη μια άκρη του σαλονιού, κοντά-κοντά, και δεν κινούνταν, καθώς ο πόλεμος των πολεοπλαστών μαινόταν ολόγυρά τους. Ήταν το πιο παράξενο θέαμα που η Σολεράτ είχε αντικρίσει. Και, μάλλον, όχι μόνο αυτή.

Άκουσε τον Σόλιρβακ να λέει: «Μα τον Κρόνο, κανείς ποτέ δεν θα με πιστέψει όταν το διηγούμαι τούτο...»

«Νομίζεις ότι θα επιζήσουμε για να το διηγηθείς;» μούγκρισε ο Κάζμεροντ.

«Φυσικά και θα επιζήσουμε,» είπε ο Νάρβολαμπ ενθαρρυντικά. «Δε μπορούν να μας κρατάνε για πάντα κλεισμένους εδώ.»

«Μπορούν, όμως, να μας κρατάνε μέχρι να πεθάνουμε της πείνας.»

«Δε θα μας αφήσουν να πεθάνουμε της–»

«Πού το ξέρεις; Τι είσαι; Μάντης; Είναι τέρατα, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Ίσως νάναι τέρατα του Σκοτοδαίμονος–»

«Αν μας ήθελαν νεκρούς θα μας είχαν ήδη–»

«Μπορεί να τους είναι αδιάφορο το πότε θα πεθάνουμε.»

«Μπορεί,» συμφώνησε ο Νάρβολαμπ. «Αλλά, τουλάχιστον, δεν είναι ανάγκη να μοιράζεσαι μαζί μας τις υπέροχες σκέψεις σου, Κάζμεροντ.»

«Εγώ θα τους πυροβολήσω προτού τους αφήσω να μας σκοτώσουν από την πείνα! Δεν πρόκειται να πεθάνω έτσι, απ’αυτά τα γαμημένα τέρατα, σ’το λέω!»

Ο Νάρβολαμπ δεν έδωσε απάντηση, αγνοώντας τον.

Η Σολεράτ ακόμα κρατιόταν από τους ώμους του Νάρβολαμπ. Το βλέμμα της πήγε προς τις μπότες της, που είχε αφήσει κοντά στον καναπέ. Αλλά δεν μπορούσε να τις δει πουθενά μες στη σύγκρουση των πολεοπλαστών. Ίσως να τις είχαν παρασύρει κάπου, ίσως να τις είχαν καταστρέψει. Η καπαρντίνα της, που ήταν ριγμένη στην άκρη του καναπέ, παρατήρησε ότι ήταν καψαλισμένη στην κάτω μεριά από τις εκτινασσόμενες ενέργειες των παράξενων πλασμάτων.

Αναπάντεχα, μια μονομαχία ξεχώρισε μέσα στη συμπλοκή. Δύο πολεοπλάστες χτυπιόνταν άγρια, με τα ραβδιά τους, με τις ουρές τους, με τα χέρια και τα πόδια τους. Συριστικές κραυγές αντήχησαν σαν ηχητικό κύμα που έκανε τ’αφτιά της Σολεράτ να πονέσουν, και οι πολεοπλάστες χώρισαν γύρω από τους μονομάχους, διαιρέθηκαν. Δύο ξεκάθαρες παρατάξεις. Η Σολεράτ τούς παρατήρησε, προσπαθώντας να διακρίνει κάποια διαφορά στους μεν και στους δε. Αλλά όλοι ίδιοι τής έμοιαζαν, όπως και πριν.

Ο ένας από τους δύο μονομάχους ύψωσε το ραβδί του και φώναξε κάτι που, για τους ανθρώπους μες στο σαλόνι, ήταν ακατανόητο. Οι πολεοπλάστες όμως τον κατάλαβαν, και οι φωνές τους αντήχησαν ως απάντηση. Ο άλλος μονομάχος τινάχτηκε, και κλότσησε με δύο από τα πόδια του τον πρώτο μονομάχο στο στήθος, πετώντας τον πίσω, να κουτρουβαλήσει. Εκείνος σηκώθηκε πάραυτα, σαν ο ίδιος να είχε ζητήσει την κλοτσιά, σαν να μην ήταν παρά μια γυμναστική άσκηση. Πήρε πολεμική στάση με τα τέσσερα πόδια του, έχοντας το ραβδί του υψωμένο πάνω απ’το κεφάλι. Και με την ουρά του, νόμιζε η Σολεράτ, έκανε νόημα στον αντίπαλό του: ένα νόημα που πρέπει, λογικά, να έλεγε Έλα, πλησίασε. Πλησίασε!

Ο άλλος πολεοπλάστης γρύλισε μερικές λέξεις που θα μπορούσαν να ήταν βρισιές, και ζύγωσε τον πρώτο, γρήγορα, διαγράφοντας ένα ενεργειακό ημικύκλιο με το ραβδί του. Τα δύο ραβδιά διασταυρώθηκαν, και μια αρκετά δυνατή λάμψη τινάχτηκε – η Σολεράτ απέστρεψε το βλέμμα της. Κι όταν ξαναγύρισε να κοιτάξει τους δύο πολεοπλάστες εκείνοι μάχονταν μανιασμένα, πετάγονταν από δω κι από κει μέσα στον κύκλο που είχαν διαμορφώσει γι’αυτούς οι υπόλοιποι. Και η δημοσιογράφος δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει ποιος ήταν ποιος.

Ποιος είναι αυτός που έκανε νόημα στον άλλο; Ποιος είναι αυτός που δέχτηκε την αρχική κλοτσιά; Τους παρατήρησε πολύ προσεχτικά, ενώ είχε τα μάτια της μισόκλειστα για να τα προστατεύει από τις ενεργειακές αναλαμπές. Και, καθώς τους παρατηρούσε, νόμιζε ότι άρχιζε να μπορεί να διακρίνει κάποιες διαφορές επάνω τους. Δεν ήταν ίδιοι. Όχι τελείως. Ο ένας, κατά πρώτον, ήταν ψηλότερος από τον άλλο. Και ο άλλος είχε πιο μακριά ουρά από τον ψηλό, και πιο μακρουλό πρόσωπο.

Ο Ψηλός στροβίλιζε τώρα το ραβδί του πάνω απ’το κεφάλι του (κι αυτός πρέπει να ήταν που είχε αρχικά γνέψει με την ουρά), ενώ ο Άλλος έκανε κύκλους γύρω του, αναζητώντας άνοιγμα ίσως. Ο Ψηλός τού έγνεψε ξανά με την ουρά – κοροϊδευτικά, νόμιζε η Σολεράτ – και τσυριχτές φωνές ακούστηκαν από το πλήθος ολόγυρα. Καθώς και... γέλια ήταν αυτά;

Τα μάτια του Άλλου φώτισαν δυνατότερα από πριν. Μ’ένα ξαφνικό τίναγμα, γύρισε στο πλάι κι επιτέθηκε με τη μακριά ουρά του, στοχεύοντας τα πόδια του Ψηλού. Αλλά συνάντησε το ραβδί του–

μια ενεργειακή λάμψη!

Ο Άλλος πετάχτηκε πίσω, συρίζοντας αγριεμένα· η ουρά του ήταν καψαλισμένη. Και τώρα ο Ψηλός ερχόταν καταπάνω του, τρέχοντας και πηδώντας, στροβιλίζοντας το ραβδί του. Ο Άλλος ύψωσε το δικό του ραβδί κι απέκρουσε το χτύπημα που πήγαινε για το κεφάλι του. Ο Ψηλός τον κλότσησε με τα δύο μπροστινά πόδια, και ο Άλλος κουτρουβάλησε τυλιγμένος σε ενεργειακές εκκενώσεις.

Το πλήθος είχε ξετρελαθεί. Φώναζαν, χοροπηδούσαν, κουνούσαν τις ουρές τους, τίναζαν ενεργειακές λάμψεις προς κάθε κατεύθυνση, τα μάτια τους αναβόσβηναν (από ενθουσιασμό ίσως). Τρεις απ’αυτούς είχαν ανεβεί στη ράχη του καναπέ όπου κοιμόταν ο Κλάρεμαντ και δημιουργούσαν ενεργειακές εκκενώσεις ανάμεσα στα υψωμένα χέρια τους και στις υψωμένες ουρές τους – λες και ήταν κάποιου είδους μπαταρίες! (Η Σολεράτ γνώριζε ότι υπήρχαν μπαταρίες. Χρησίμευαν κυρίως έξω από τη Μεγάλη Χώρα, στην υπόλοιπη Ρελκάμνια, όπου ο κόσμος δεν χρησιμοποιούσε ψυχόδραση.)

Ο Ψηλός έτρεξε καταπάνω στον πεσμένο αντίπαλό του, στροβιλίζοντας πάλι το ραβδί του που έμοιαζε νάναι τώρα ολόκληρο φωτεινό στα χέρια του, απ’τη μια άκρη ώς την άλλη. Ο Άλλος είχε χάσει το δικό του ραβδί· βρισκόταν ριγμένο παραδίπλα. Αλλά η ουρά του ήταν μακριά και ευέλικτη· καθώς ο Ψηλός ζύγωνε, τον χτύπησε στα πόδια, ύπουλα ίσως. Λάμψεις τινάχτηκαν. Ο Ψηλός, κραυγάζοντας, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε.

(Φωνές από το πλήθος, τσακωμοί, μερικά χτυπήματα.)

Ο Άλλος σηκώθηκε γρήγορα, αλλά δεν έκανε τον κόπο να πιάσει το πεσμένο ραβδί του. Χίμησε στον αντίμαχό του καρφώνοντας προς τα κάτω με την ουρά του – καρφώνοντάς τον στο ένα από τα τέσσερα πόδια του. Ο Ψηλός κλονίστηκε, τραντάχτηκε. Έκανε να στρέψει το ραβδί του προς τον Άλλο, αλλά εκείνος το άρπαξε με το ένα χέρι, και με το άλλο γρονθοκόπησε τον Ψηλό καταπρόσωπο. Τα μάτια του Ψηλού αναβόσβησαν. Ο Άλλος τού πήρε το ραβδί και κατέβασε, εκδικητικά, την ενεργειακή άκρη του καταπάνω στο στήθος του Ψηλού. Εκείνος ούρλιαξε και τραντάχτηκε ξανά, καθώς λάμψεις και σπίθες τινάζονταν γύρω τους.

Τα μάτια του Ψηλού έσβησαν, μετατράπηκαν σε δύο κατάμαυρες τρύπες πάνω στο μικροσκοπικό κεφάλι του, κι έμεινε ακίνητος στο δάπεδο. Ο Άλλος ύψωσε το ραβδί με τα δύο χέρια, κραυγάζοντας νικητήρια. Και η μία από τις δύο παρατάξεις κραύγασε μαζί του, επευφημώντας τον προφανώς. Η άλλη παράταξη έβγαζε διαφορετικού είδους φωνές, κι έκαναν σχήματα με τις ουρές τους που η Σολεράτ νόμιζε πως πρέπει να ήταν προσβλητικά. Δύο απ’αυτούς ήρθαν και σήκωσαν τον πεσμένο Ψηλό από το πάτωμα, παίρνοντάς τον μαζί τους, μέσα στο πλήθος τους. Οι εχθροί τους φώναζαν δυνατότερα τώρα, και ο Άλλος έδειχνε την παράταξη του Ψηλού με το ραβδί που είχε αρπάξει από τον ηττημένο αντίμαχό του. Ένα δυνατό αστέρι ενέργειας τινάχτηκε από την άκρη του.

Η νικημένη παράταξη βούλιαξε μες στο πάτωμα και στους τοίχους, υποχωρώντας.

Οι άλλοι πολεοπλάστες άρχισαν να χοροπηδάνε και να ζητωκραυγάζουν, και να κουνάνε τις ουρές τους στον αέρα, και να εξαπολύουν ενέργεια ανάμεσα στο τρίγωνο που σχημάτιζαν οι ουρές τους και τα υψωμένα χέρια τους.

Η Σολεράτ, οι μισθοφόροι, και ο ένοικος του διαμερίσματος παρακολουθούσαν αμίλητοι, ακίνητοι. Η δημοσιογράφος δεν έκανε καν τον κόπο να τραβήξει φωτογραφίες, ξέροντας ότι δεν θα φωτογράφιζε αυτό που έβλεπε αλλά ποντίκια ή αράχνες ή νυχτερίδες ή κάτι τέτοιο.

Ύστερα από ένα σύντομο πανηγύρι, που δεν κράτησε παραπάνω από πέντε, δέκα λεπτά, οι πολεοπλάστες έπιασαν πάλι δουλειά, μεταλλάσσοντας τον χώρο γύρω απ’τους ανθρώπους και επιδιορθώνοντας τις ζημιές που είχε προκαλέσει η άλλη παράταξη στα μηχανήματά τους.

«Τι ακριβώς έγινε, γαμώ τα μούσια του Κρόνου;» μουρμούρισε ο Σόλιρβακ.

Η Σολεράτ είχε τώρα αφήσει τους ώμους του Νάρβολαμπ· μπορούσε πλέον να νιώσει τα δάχτυλα του ποδιού της και είχε ακουμπήσει το πέλμα της στο πάτωμα χωρίς να πονά. «Νομίζω,» είπε, «πως κάποιοι από τους πολεοπλάστες ήρθαν να μας σώσουν, να μας βγάλουν από εδώ. Αλλά ηττήθηκαν.»

Κεφάλαιο 21

Τα όνειρά της ήταν όλο δρόμους, πιο μπερδεμένους και πιο εφιαλτικούς ακόμα κι από της Νερ Έρντεραγ. Αλλά δεν ήταν τελείως χαμένη. Και ένας γάτος ερχόταν σαν πιστός σύντροφος και της έδειχνε ποια πορεία ν’ακολουθήσει. Και άκουγε, επίσης, τις αντηχήσεις μέσα από τους τοίχους, κι έμοιαζαν να έχουν νόημα γι’αυτήν.

Αντιλαμβανόταν, βέβαια, ότι κάποιοι την παρακολουθούσαν από τα σκοτάδια και τις σκιές, από τα μέρη της καθημερινότητας που κανείς δεν γυρίζει να κοιτάξει, λανθασμένα πιστεύοντας ότι τα γνωρίζει. Είχε την εντύπωση ότι ανάμεσα σ’αυτούς ίσως να βρισκόταν κρυμμένη η απάντησή της...

Και μετά ξύπνησε, νιώθοντας κάτι μαλακό και μαλλιαρό να έχει ανεβεί στο κρεβάτι της. Τα μάτια της άνοιξαν και, στο αχνό φως του πρωινού που γλιστρούσε από το παντζούρι της μπαλκονόπορτας, είδε ένα σώμα γεμάτο γκρίζες τρίχες επάνω στο πάπλωμα. Ένα σώμα που μια μαύρη λωρίδα ξεκινούσε από το κεφάλι του, διέσχιζε τη ράχη, και κατέληγε στην ουρά, που ήταν ολόκληρη μαύρη. Ο Διαβολόγατος.

Έστρεψε τα μάτια του να την κοιτάξει, το ένα χρυσαφί, το άλλο γαλανό.

Η Ευγενία ανασηκώθηκε. Ρίχνοντας μια ματιά παραδίπλα, είδε ότι ο Αλκάμελ κοιμόταν στο κρεβάτι του, γυρισμένος στο πλάι. Το μυαλό της το αισθανόταν καθαρό αλλά κουρασμένο από τη χτεσινή μέρα. Τόσα πολλά εχθρικά και αλλόκοτα πολεοσημάδια...

Και σήμερα θα δούμε ακόμα περισσότερα.

Η Ευγενία σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο, για να πλυθεί και να κάνει τις πρωινές της ανάγκες. Τα ξυπόλυτα πόδια της ήρθαν σε επαφή με το γυμνό πάτωμα του ξενοδοχείου και αισθάνθηκε τις ψυχοδραστικές δονήσεις μέσα στα βασικά υλικά του. Το σημάδι στο δεξί της πέλμα την έκαιγε λιγάκι ξανά.

Όταν βγήκε από το μπάνιο, κάθισε στο κρεβάτι της και άγγιξε τον τοίχο με τα δύο χέρια, νιώθοντας τις δυνάμεις που τον διέτρεχαν, αφήνοντας τον εαυτό της να γίνει σαν ένας μαγνήτης επάνω του. Δεν ήξερε αν αυτό μπορούσε να τη βοηθήσει σε τίποτα, αλλά δεν έβλαπτε να προσπαθήσει. Δε νόμιζε ότι η επαφή με τη σφαιροικία τής έκανε κακό. Οι ψυχοδραστικές δονήσεις αντηχούσαν μέσα της με τρόπο σχεδόν ευχάριστο. Η ίδια τους η ύπαρξη τής προκαλούσε ένα κάποιο δέος, μα δεν την τρομοκρατούσαν όπως τα πολεοσημάδια. Και είχε την αίσθηση ότι κάτι μπορούσε να διδαχθεί από αυτές, γιατί σίγουρα η ψυχόδραση έφταιγε που στη Νερ Έρντεραγ τα σημάδια της Πόλης ήταν τόσο αλλόκοτα. Ή, τουλάχιστον, η ψυχόδραση ήταν ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος, αν όχι ολόκληρο το πρόβλημα.

Η Ευγενία καθόταν και άγγιζε τον τοίχο, αφουγκραζόμενη με τα χέρια – με τα νεύρα στις παλάμες και στα δάχτυλά της – με το μυαλό όπου κατέληγαν όλα τα νεύρα. Μυριάδες ψυχοδραστικές χορδές αποτελούσαν το οικοδόμημα, μυριάδες συνδυασμοί, σε μυριάδες συχνότητες . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Ευγενία;» Η φωνή του Αλκάμελ. Πόση ώρα είχε περάσει;

«Τι;» Αισθανόταν το στόμα της μουδιασμένο καθώς σχημάτιζε αυτή την απλή λέξη. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει· τα μάτια της ήταν κλειστά.

«Είσαι καλά;»

«Ναι.»

Τον άκουσε να σηκώνεται και να πηγαίνει στο μπάνιο, ενώ εκείνη εξακολουθούσε να κρατά τον εαυτό της σε επαφή με τη σφαιροικία. Τη μάγευε, όφειλε να παραδεχτεί. Και νόμιζε, επίσης, ότι ίσως να είχε αρχίσει να διακρίνει κάποια πράγματα μέσα στην ψυχόδραση: κάποιες συγκεκριμένες συχνότητες, κάποιες επαναλαμβανόμενες μορφές...

Ο Αλκάμελ βγήκε από το μπάνιο. «Θα κάθεσαι εκεί όλη μέρα;»

Η Ευγενία σκέφτηκε: Έχει δίκιο. Πρέπει να πάμε να ψάξουμε για τον Ρίκερελ. Δεν ήξερε αν η επαφή με τη σφαιροικία θα τη βοηθούσε να φέρει σε πέρας την αποστολή της. Μπορεί να ήταν απλά μια ευχάριστη εμπειρία και τίποτα περισσότερο. Ένα παιχνίδι. Και τώρα δεν υπήρχε χρόνος για παιχνίδια. Ο Ρίκερελ κινδύνευε· ήταν σίγουρη.

Απομάκρυνε τα χέρια της από τον τοίχο και άνοιξε τα μάτια. Τα έστρεψε στον Αλκάμελ.

«Τι έκανες τόση ώρα;» τη ρώτησε εκείνος, καθίζοντας στο κρεβάτι της, ντυμένος με το παντελόνι του κι ένα μπλουζάκι. Ο Διαβολόγατος ήταν κουλουριασμένος ανάμεσα σ’αυτόν και την Ευγενία, κοιτάζοντας μια τον έναν μια την άλλη.

«Προσπαθούσα να καταλάβω κάποια πράγματα. Για τα οικοδομήματα της Νερ Έρντεραγ.»

«Και σε τι συμπέρασμα έφτασες;»

«Τα οικοδομήματα δεν είναι εχθρικά.»

«Είναι δυνατόν τα οικοδομήματα να ήταν εχθρικά;»

«Τα πάντα είναι δυνατά.» Η Ευγενία σηκώθηκε απ’το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

Ο Αλκάμελ έκανε να του χαϊδέψει το κεφάλι. Ο Διαβολόγατος έβγαλε τα νύχια του. Ο Αλκάμελ απομάκρυνε το χέρι του. «Είσαι και περίεργος, κωλοαληταρά.»

*

Συνάντησαν τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα στο ισόγειο του ξενοδοχείου, και πήραν πρωινό καθισμένοι σ’ένα τραπεζάκι, αποφασίζοντας αυτή τη φορά να μη φύγουν αμέσως.

Η Ευγενία είπε στον Νόρενταμπ, καθώς έτρωγαν: «Θέλω να μου δείξεις τα σημάδια που παρακολουθείς στους δρόμους. Θέλω να τα μάθω.»

«Εντάξει. Καθώς θα πηγαίνουμε προς την Παλιά Νόηση–»

«Δεν εννοώ έτσι. Εννοώ ενώ κάποια στιγμή θα βαδίζουμε στο δρόμο, με τα πόδια, οι δυο μας. Θέλω να τα παρατηρήσω πολύ, πολύ προσεχτικά.»

«Εντάξει,» είπε πάλι ο Νόρενταμπ. «Όταν επιστρέψουμε από την Παλιά Νόηση, τότε. Εκτός αν έχουμε ήδη βρει τον Ρίκερελ.»

«Δε νομίζω νάναι τόσο εύκολο, Νόρενταμπ. Ακούσαμε ότι έχει εξαφανιστεί...»

Η Γιολάντα ρώτησε την Ευγενία: «Ακόμα σ’ενοχλεί αυτό που σε ενοχλούσε;»

Εκείνη κατένευσε, πίνοντας μια γουλιά απ’τον καφέ της.

Η Γιολάντα έμοιαζε να περιμένει περισσότερες εξηγήσεις, αλλά η Ευγενία δεν εξήγησε τίποτα, και η Γιολάντα πήρε δυσαρεστημένη όψη.

Ο Νόρενταμπ τής είπε: «Σήμερα καλύτερα να μην έρθεις μαζί μας στην Παλιά Νόηση–»

«Τι; Γιατί, αγάπη μου;»

«Γιατί, όπως σου έχουμε ήδη πει, ο Ρίκερελ είναι μπλεγμένος και–»

«Δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος την προηγούμενη φορά!»

«Ίσως να υπάρξει τώρα, Γιολάντα. Θα ψάξουμε γι’αυτή την Τάρελμαπ και την παρέα της, και ίσως...» Μόρφασε. «Δεν ξέρω πού μπορεί να καταλήξουμε.»

«Σαχλαμάρες! Δε με θέλεις μαζί σας. Γιατί;»

Ο Νόρενταμπ έκλεισε το χέρι της μέσα στο δικό του. «Το ξέρεις ότι δεν είναι έτσι. Η Νερ Έρντεραγ, όμως, μπορεί να αποδειχτεί πολύ επικίνδυνη συνοικία. Χτες βράδυ, είδες ότι χάθηκα. Αν δεν ήταν ο Διαβολόγατος, τώρα θα επιστρέφαμε στο ξενοδοχείο, το πρωί.»

«Δε με νοιάζει,» είπε η Γιολάντα. «Θέλω να έρθω.»

Ο Νόρενταμπ αναστέναξε. «Συμφώνησες να κάνεις ό,τι θα σου λέω στη Νερ Έρντεραγ,» της θύμισε.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε απότομα η Γιολάντα, φανερά παρεξηγημένη. «Αν θέλεις να μείνω, θα μείνω.»

Ο Νόρενταμπ ένευσε. «Καλύτερα έτσι.» Και φίλησε το μάγουλό της. «Θα αισθάνομαι καλύτερα ξέροντας πως είσαι σε ασφαλές μέρος.»

Εκείνη ήταν μουτρωμένη.

«Θα σου αγοράσω περιοδικά προτού φύγουμε,» της είπε.

Εκείνη εξακολουθούσε να είναι μουτρωμένη.

«Και εφημερίδες. Και μυθιστορήματα που κυκλοφορούν μόνο στη Μεγάλη Χώρα.»

Εκείνη εξακολουθούσε να είναι μουτρωμένη. Αλλά είπε: «Υπέροχα,» και ήπιε μια γουλιά απ’το τσάι της.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε, σηκωμένος στα δύο πισινά πόδια και πιασμένος στο γόνατο του Αλκάμελ με τα δύο μπροστινά. «Όλο φαγητό θες εσύ, καριόλη,» του είπε ο Αλκάμελ, και του έδωσε λίγο απ’το ψωμί του.

*

Ο Νόρενταμπ βγήκε απ’το ξενοδοχείο, αγόρασε τρεις εφημερίδες, τέσσερα περιοδικά, και τρία μυθιστορήματα από ένα τοπικό περίπτερο κι επέστρεψε ξανά στον Φιλόξενο και στο τραπέζι όπου κάθονταν οι άλλοι. Έδωσε τα έντυπα στη Γιολάντα και της είπε: «Έχουν μερικούς παράξενους αρχαϊσμούς στη γλώσσα τους οι κάτοικοι της Νερ Έρντεραγ. Είμαι σίγουρος ότι θα τους βρεις διασκεδαστικούς.»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, κοιτάζοντας τον τίτλο ενός μυθιστορήματος. Ακόμα ήταν μουτρωμένη.

«Μην πας πουθενά αλλού,» τόνισε ο Νόρενταμπ. «Στο ξενοδοχείο και μόνο στο ξενοδοχείο.»

«Ναι.»

«Εντάξει;»

«Εντάξει, γαμώτο! Δεν είμαι διανοητικά καθυστερημένη. Με κάνεις να ντρέπομαι.» Πήρε τα έντυπα, σηκώθηκε από το τραπέζι, και βάδισε προς τον ανελκυστήρα.

«Την τσάντισες, νομίζω,» είπε ο Αλκάμελ στον Νόρενταμπ.

Εκείνος αναστέναξε. «Δε μπορούμε να την έχουμε μαζί μας τώρα.»

«Σιγά,» είπε ο Αλκάμελ. «Τι πρόκειται να γίνει;»

«Δεν ξέρω. Γι’αυτό κιόλας δεν τη θέλω μαζί μας. Πάμε;»

Σηκώθηκαν απ’το τραπέζι και βάδισαν ώς το γκαράζ. Η Ευγενία ξεκλείδωσε, με Ξόρκι Ξεκλειδώματος, τις πόρτες του τετράκυκλου οχήματος τους και μπήκαν – με τον Νόρενταμπ στο τιμόνι, φυσικά.

«Τα έχεις συνηθίσει καθόλου τα σημάδια της Πόλης σήμερα;» ρώτησε την Ευγενία, που ήταν καθισμένη δίπλα του.

«Λιγάκι, ίσως. Αλλά δεν τα καταλαβαίνω, Νόρενταμπ. Απλώς... απλώς το μυαλό μου έχω οχυρώσει καλύτερα εναντίον τους, θα μπορούσες να πεις.» Οι τεχνικές που ήξερε ως ταχυδακτυλουργός είχαν αποδώσει. «Γι’αυτό κιόλας σού λέω ότι πρέπει κάποια στιγμή να μου δείξεις πολύ προσεχτικά τα σημάδια που ακολουθείς. Ίσως αυτά να αποτελέσουν αρχή για ν’αρχίσω να καταλαβαίνω. Αν καταλάβαινα τα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ, θα βρίσκαμε τον Ρίκερελ πολύ γρήγορα· είμαι σίγουρη.»

Ο Νόρενταμπ άλλαξε ενεργειακή φιάλη στο όχημά τους και ενεργοποίησε τα συστήματά του. Πάτησε το πετάλι και ξεκίνησε τους τροχούς, οδηγώντας έξω από το γκαράζ του Φιλόξενου και μέσα στους δρόμους της Νερ Έρντεραγ.

Καθώς οδηγούσε, έδειχνε στον Αλκάμελ και στην Ευγενία τα σημάδια που ακολουθούσε.

«Δεν είναι και τόσο δύσκολο,» παρατήρησε ο πρώτος.

«Δεν είναι δύσκολο,» συμφώνησε ο Νόρενταμπ. «Συνήθεια χρειάζεται απλώς.»

Η Ευγενία, φυσικά, αισθανόταν πάλι πολιορκημένη από παντού. Παγερές λεπίδες προσπαθούσαν να διεισδύσουν στο μυαλό της. Η παρακολούθηση των σημαδιών του Νόρενταμπ, όμως, τη βοηθούσε να αντιμετωπίζει τον εχθρό.

Όταν έφτασαν στην Παλιά Νόηση και στον Τρελοπόταμο, περίπου δυο ώρες είχαν περάσει. Έκαναν έναν κύκλο της γειτονιάς ψάχνοντας για ανθρώπους που ζωγράφιζαν τοίχους, μα κανέναν δεν είδαν.

«Μια απ’τα ίδια,» παρατήρησε ο Αλκάμελ. «Δεν είν’ εδώ.»

«Να περιμένουμε;» πρότεινε ο Νόρενταμπ.

«Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;» είπε η Ευγενία. «Σταμάτα το όχημα όπου νομίζεις κι ας βαδίσουμε λίγο.»

Ο Νόρενταμπ δεν έφερε αντίρρηση· σταμάτησε κοντά στο παράξενο ποτάμι της γειτονιάς και, ανοίγοντας τις πόρτες τους, βγήκαν μαζί με τον Διαβολόγατο, ο οποίος κοίταζε τα τρεχούμενα νερά με περιέργεια.

Η Ευγενία ρώτησε: «Θα μου δείξεις τα σημάδια που ακολουθείς ενώ περπατάμε;»

Ο Νόρενταμπ ένευσε, και ξεκίνησαν. Καθώς βάδιζαν στους δρόμους του Τρελοπόταμου (όπου η κίνηση ήταν λίγη), της έδειχνε τα σημάδια που ακολουθούσε, και η Ευγενία προσπαθούσε να τα συνηθίσει και, κυρίως, να τα κατανοήσει. Δε νόμιζε, όμως, ότι αυτό το τελευταίο είχε κανένα νόημα. Το μόνο που κατόρθωνες ακολουθώντας τα σημάδια του Νόρενταμπ ήταν να διακρίνεις ένα μονοπάτι για να μη χάνεσαι. Μια Θυγατέρα της Πόλης, ωστόσο, είχε μάθει να διακρίνει πολύ περισσότερα. Στην υπόλοιπη Ρελκάμνια δεν υπήρχε ανάγκη να βρίσκεις «μονοπάτι» για να μετακινείσαι.

Εκείνη κι ο Νόρενταμπ προχωρούσαν πρώτοι, και ο Αλκάμελ ακολουθούσε καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Ο Διαβολόγατος περιφερόταν γύρω τους, και στον Αλκάμελ έμοιαζε, για κάποιο λόγο, πιο νευρικός απ’ό,τι άλλες φορές. Γιατί, άραγε; αναρωτήθηκε. Διαισθανόταν κάτι, το δαιμονικό γατί; Ο Αλκάμελ δεν μπορούσε απλά να αγνοήσει αυτό που παρατηρούσε στον γάτο, γιατί δεν ήταν ένας φυσιολογικός γάτος. Χτες βράδυ, αν δεν ήταν αυτός, δε θα είχαν ποτέ βρει τον δρόμο τους. Επιπλέον, τον έχω συμπαθήσει τον καριόλη.

Απρόσμενα, ο Αλκάμελ διέκρινε μια παράξενη σκιά πάνω σ’ένα δώμα στ’αριστερά του. Αρχικά νόμισε πως ήταν κάποιο πουλί, αλλά αμέσως μετά κατάλαβε ότι ήταν άνθρωπος – την ίδια στιγμή που ο άνθρωπος πηδούσε, καταλήγοντας πλάι στον Διαβολόγατο και κάνοντας να τον αρπάξει. Ο αίλουρος τινάχτηκε, γρυλίζοντας, ξεφεύγοντας.

«Ε!» φώναξε ο Αλκάμελ. «Τι κάνεις, ρε φίλε;»

Από την αντίθετη μεριά, ένας άλλος άντρας πετάχτηκε κλείνοντας τον δρόμο του Διαβολόγατου. Στα χέρια του βαστούσε έναν σάκο που στραφτάλιζε περίεργα, και ήταν έτοιμος να τον χρησιμοποιήσει για να κουκουλώσει τον γάτο, να τον απαγάγει.

Ο Αλκάμελ πήδησε καταπάνω στον άντρα, γρονθοκοπώντας τον στο πλάι του κεφαλιού, κι εκείνος παραπάτησε και κοπάνησε σ’έναν τοίχο, ενώ ο σάκος έφευγε απ’τα χέρια του, καταλήγοντας στο πλακόστρωτο.

Ο Νόρενταμπ και η Ευγενία στράφηκαν.

Οι δύο άντρες που είχαν επιτεθεί στον Διαβολόγατο γύρισαν κι άρχισαν να τρέχουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Αλκάμελ έκανε να κυνηγήσει αυτόν που είχε γρονθοκοπήσει, αλλά η φωνή του Νόρενταμπ τον σταμάτησε: «Αλκάμελ! Μείνε πίσω – θα χαθείς!»

Ο Αλκάμελ στάθηκε, βλέποντας τον λεχρίτη να εξαφανίζεται πίσω από μια γωνία. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στον Νόρενταμπ. «Τι σκατά ήταν αυτοί; Κλέφτες γατών;»

«Κλέφτες γατών;» είπε ο τζογαδόρος.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε, και τρίφτηκε πάνω στο δεξί πόδι της Ευγενίας.

«Ναι,» είπε ο Αλκάμελ. «Προσπαθούσαν ν’αρπάξουν τον γάτο μας. Ο ένας πήδησε από κει» – έδειξε το δώμα – «κι έκανε να τον πιάσει με τα χέρια του. Ο Διαβολόγατος τού ξεγλίστρησε, και τότε ένας άλλος πούστης πήδησε απ’την άλλη μεριά – δεν ξέρω από πού ακριβώς – και νομίζω πως θα κατόρθωνε να χώσει το γατί εκεί μέσα» – έδειξε τον πεσμένο σάκο που στραφτάλιζε περίεργα – «αν δεν τον σταματούσα εγώ. Και τι σκατά σακούλα είν’ αυτή; Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράμα!»

Ο Νόρενταμπ έσκυψε και σήκωσε τον σάκο από κάτω. «Ψυχοδραστική μορφή,» είπε. «Και πολύ καλά πλεγμένη, νομίζω. Αριστοτεχνική.»

«Ψυχοδραστική μορφή; Αυτό δεν είναι ολόγραμμα!»

«Δεν είναι όλες οι ψυχοδραστικές μορφές σαν ολογράμματα, Αλκάμελ. Μπορούν να έχουν ύλη. Πιάσ’ το, να δεις πώς είναι.» Του έδωσε τον σάκο.

Ο Αλκάμελ τον ψηλάφησε. Η υφή του ήταν σαν μαλακό πλαστικό, και έδινε την εντύπωση πως ήταν ανθεκτική. Ο γάτος μάλλον δεν θα μπορούσε να σκίσει εύκολα το ψυχοδραστικό ύφασμα.

Η Ευγενία πλησίασε και άγγιξε κι εκείνη τον σάκο–

–και συνειδητοποίησε ότι ήταν σαν ν’άγγιζε τους τοίχους του ξενοδοχείου! Ή, μάλλον, όχι. Όχι ακριβώς. Αυτό ήταν πολύ... πολύ πιο γυμνό. Ήταν σαν να συναντούσε όλες εκείνες τις ψυχοδραστικές δονήσεις έξω από τους τοίχους κάποιου οικοδομήματος. Και νόμιζε πως ξυπνούσαν κάτι μέσα της. Ή, ίσως, την έκαναν να κατανοήσει, ενστικτωδώς – αδύνατον να περιγραφεί με λόγια – κάτι βαθύ για τον εαυτό της, για την ψυχή της. Μια λειτουργία που δεν είχε συνειδητοποιήσει παλιότερα ότι είχε.

Η ψυχή της μπορούσε να κινηθεί μ’έναν τρόπο που παλιά δεν είχε υπολογίσει. Και η Ευγενία την κίνησε.

Μια φωτεινή χάντρα κύλησε πάνω στον σάκο, γυαλίζοντας σαν μικρό άστρο προτού εξαφανιστεί.

«Τι...;» έκανε ο Αλκάμελ, συνοφρυωμένος.

«Ευγενία...» είπε ο Νόρενταμπ. «Του έστειλες ψι;» Την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Του έστειλες ψυχόδραση;»

«Νομίζω,» αποκρίθηκε εκείνη, αβέβαια.

«Χωρίς να σ’έχει διδάξει ψυχοτεχνουργός...» μουρμούρισε ο Νόρενταμπ σαν να μονολογούσε.

«Τι να με διδάξει;»

«Κανονικά πρέπει να σε διδάξει ψυχοτεχνουργός για να μπορείς να το κάνεις αυτό. Ίσως, βέβαια, να τα καταφέρεις και μόνος σου, αλλά... και πάλι, καλύτερα να σ’έχει διδάξει ψυχοτεχνουργός.»

Η Ευγενία άγγιξε και με τα δύο χέρια τον ψυχοδραστικό σάκο. «Νομίζω ότι θα μπορούσα να τον διαλύσω, αν ήθελα,» είπε. «Αλλά δεν θέλω.» Έστειλε ακόμα λίγη ψυχόδραση επάνω του, κι αυτή τη φορά οι αναλαμπές ήταν δυνατότερες.

«Πρόσεχε,» την προειδοποίησε ο Νόρενταμπ. «Μην του στέλνεις πολλά ψι άσκοπα. Θα εξαντληθείς. Και δεν είναι κάτι που η ψυχή σου το ανακτά αμέσως.»

«Πόσα ψι τού έστειλα τώρα;»

«Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα ήταν παραπάνω από ένα. Κανονικά, εσύ θα έπρεπε να ξέρεις πόσα.»

Η Ευγενία πήρε τα χέρια της από τον σάκο. «Δεν έχω ιδέα,» παραδέχτηκε.

«Καλά όλ’ αυτά τα παιχνίδια,» είπε ο Αλκάμελ. «Αλλά τι ήθελαν εκείνοι οι λεχρίτες με τον γάτο μας; Είναι συνηθισμένο αυτό;» ρώτησε τον Νόρενταμπ. «Να κυνηγάνε γάτους; Τους τρώτε στη Νερ Έρντεραγ;»

«Με σάλτσα ντομάτα είναι υπέροχοι, σε πληροφορώ.»

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε, σαν να είχε θορυβηθεί από την απάντηση του τζογαδόρου.

«Με δουλεύεις, έτσι;» είπε ο Αλκάμελ.

«Όλα τα καταλαβαίνεις,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Δεν ξέρω ποιοι μπορεί να ήταν αυτοί οι τύποι. Ούτε ξέρω γιατί μπορεί να ήθελαν τον γάτο μας.» Κοίταξε τον μυστηριώδη αίλουρο. «Εκτός, βέβαια, από τον προφανή λόγο ότι είναι πολύ παράξενος...»

«Και πού το ξέρουν αυτοί αν είναι παράξενος ή όχι;»

«Καλό ερώτημα.»

«Πρέπει να μας παρακολουθούσαν. Αλλά από πότε; Αν μας παρακολουθούσαν εδώ γύρω, στον Τρελοπόταμο, πώς είναι δυνατόν να κατάλαβαν ότι ο Διαβολόγατος δεν είναι μια συνηθισμένη γάτα; Αν δεν τον δεις να κάνει τα τρελά του, συνηθισμένος μοιάζει – εκτός ότι έχει δυο μάτια διαφορετικού χρώματος: αλλ’ αυτός σίγουρα δεν είναι λόγος για να θέλουν να τον κλέψουν.»

Ο Νόρενταμπ σταύρωσε τα χέρια μπροστά του, συλλογισμένος.

Η Ευγενία σκέφτηκε: Για να καταλάβει κάποιος ότι ο Διαβολόγατος είναι κάτι το ασυνήθιστο, πρέπει να μπορεί να τον δει όπως τον βλέπω εγώ. Αλλά δεν το θεωρούσε πιθανό αυτοί οι τυχαίοι αλήτες να είχαν δυνάμεις παρόμοιες με μιας Θυγατέρας της Πόλης.

Από την άλλη, ίσως να μην ήταν τυχαίοι αλήτες.

Και τι να ήταν;...

Ο Νόρενταμπ είπε: «Τέλος πάντων. Ας το αγνοήσουμε. Κάποια συμμορία ήταν, προφανώς–»

«Συμμορία δύο ατόμων;» είπε ο Αλκάμελ, τυλίγοντας τον ψυχοδραστικό σάκο μέσα στα χέρια του.

«Δε θα ήρθαν όλοι για να πιάσουν έναν γάτο.»

«Ας την κοπανήσουμε από δω, λοιπόν, προτού έρθουν και οι υπόλοιποι.»

«Καθόλου άσχημη ιδέα.»

*

Δεν έφυγαν, όμως, από τον Τρελοπόταμο. Απομακρύνθηκαν από το σημείο της επίθεσης εναντίον του Διαβολόγατου, αλλά συνέχισαν να περιφέρονται στη γειτονιά· απλώς τώρα ήταν πολύ πιο προσεχτικοί. Ο Νόρενταμπ εξακολουθούσε να δείχνει τα σημάδια στην Ευγενία, κι εκείνη προσπαθούσε να τα μάθει ενώ, συγχρόνως, τα υπόλοιπα πολεοσημάδια την πολιορκούσαν σαν σπαθιά και λόγχες. Όταν άρχισε να ζαλίζεται, σταμάτησαν για να ξεκουραστούν. Κάθισαν σε μια καφετέρια που είχαν δει κάτω από δύο πελώρια δέντρα. Η καφετερία βρισκόταν στο ισόγειο μιας μικρής τριγωνοικίας, που η μια της μεριά ήταν γεμάτη γκράφιτι, απ’την κορφή ώς τη βάση – κανένα απ’τα οποία δεν ήταν του Ρίκερελ, η Ευγενία ήταν βέβαιη.

Παράγγειλαν καφέδες, και ο Αλκάμελ ρώτησε τη σερβιτόρα: «Ρε κοπελιά, κυκλοφορεί καμια συμμορία εδώ η οποία κλέβει γάτες;»

Εκείνη γέλασε. «Όχι.»

«Σίγουρα;»

«Φοβάσαι μη σ’την κλέψουν;» Κοίταξε τον Διαβολόγατο που στεκόταν πλάι στην καρέκλα του Αλκάμελ.

«Γάτος είναι.»

«Συγνώμη,» είπε η κοπέλα χαριτωμένα, μειδιώντας· «δεν ήθελα να προσβάλω.» Και πήγε να φέρει τους καφέδες τους.

Ο Αλκάμελ είπε: «Αυτοί που μας επιτέθηκαν δεν ήταν ντόπιοι, λοιπόν.»

Ο Νόρενταμπ ανασήκωσε τους ώμους, σιωπηλά.

Η Ευγενία είχε τα μάτια της κλειστά, για να ξεκουράσει το μυαλό της από τα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ. Είναι δυνατόν να ήταν τυχαία η προσπάθεια ν’αρπάξουν τον Διαβολόγατο; αναρωτήθηκε. Δυσκολευόταν να το πιστέψει. Αν μπορούσα να διαβάσω τα σημάδια της Πόλης όπως συνήθως, θα ήξερα πολύ περισσότερα... Αισθανόταν άσχημα εδώ, στη Νερ Έρντεραγ. Αισθανόταν άρρωστη.

Πώς να διαλύσει αυτή την καταραμένη αρρώστια από πάνω της;

Άνοιξε τα μάτια. «Δος μου τον σάκο,» είπε στον Αλκάμελ, κι εκείνος τής τον έδωσε.

Η σερβιτόρα επέστρεψε, αφήνοντας τους καφέδες τους και φεύγοντας.

Η Ευγενία κρατούσε τον ψυχοδραστικό σάκο μέσα στα χέρια της, νιώθοντας την ψυχόδραση που τον είχε δημιουργήσει, διακρίνοντας με το μυαλό της τα πλέγματά της, τη σύνθεσή της. Σαν κλωστές ήταν. Σαν πολλές κλωστές. Και αναμφίβολα δεν ήταν εύκολο να φτιάξεις τέτοιο πράγμα. Σίγουρα απαιτούσε αρκετή τεχνική ικανότητα, πολλή προσπάθεια, και κάμποσα ψ.

Ναι, σκέφτηκε η Ευγενία, αυτοί που μας επιτέθηκαν δεν μπορεί να ήταν τυχαίοι. Για την ώρα, όμως, δεν είπε τίποτα στον Νόρενταμπ και στον Αλκάμελ. Συνέχισε ν’αγγίζει τον ψυχοδραστικό σάκο, κλείνοντας πάλι τα βλέφαρα, νομίζοντας ότι διδασκόταν από την επαφή μαζί του. Διδασκόταν πράγματα για τον εαυτό της.

Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια της και απομάκρυνε το μυαλό της από τον σάκο, μίλησε στον Νόρενταμπ και στον Αλκάμελ για την υποψία της.

Ο τζογαδόρος αποκρίθηκε: «Έχεις δίκιο. Δε θα μπορούσε ο καθένας να φτιάξει τέτοιο πράγμα. Είναι φτιαγμένο από κάποιον ψυχοδραστικό καλλιτέχνη.»

«Ψυχοτεχνουργό;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

Ο Νόρενταμπ κούνησε το κεφάλι. «Δε χρειάζεται νάσαι ψυχοτεχνουργός για να χειριστείς την ψυχόδραση με δημιουργικό τρόπο. Πολλοί ψυχοτεχνουργοί, μάλιστα, δεν είναι καθόλου καλοί καλλιτέχνες.»

«Δε θα μπορούσαν να φτιάξουν ένα τέτοιο σακούλι;»

«Μπορεί ναι, μπορεί όχι.»

«Και σε τι συμπέρασμα μάς οδηγούν όλ’ αυτά;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Ποιοι μπορεί να επιτέθηκαν στον γάτο μας;»

«Κάποιοι που έχουν τουλάχιστον έναν ανάμεσά τους ο οποίος ξέρει καλά πώς να πλέκει ψυχόδραση.»

«Δηλαδή;»

Ο Νόρενταμπ μόρφασε. «Αυτό. Τίποτ’ άλλο... Κυκλοφορούν τέτοιες συμμορίες στη Νερ Έρντεραγ.»

Μετά από λίγο, ο Αλκάμελ έκανε νόημα πάλι στη σερβιτόρα κι εκείνη πλησίασε. Τη ρώτησε: «Γνωρίζεις κάποια που λέγεται Τάρελμαπ κι έρχεται εδώ και κάνει γκράφιτι μαζί με την παρέα της;»

Η κοπέλα ένευσε. «Ναι, τις ξέρω. Γιατί; Δεν κλέβουν γάτους, πάντως,» πρόσθεσε χαμογελώντας.

«Ξέρεις πού μπορούμε να τις βρούμε τώρα;» είπε ο Αλκάμελ. «Θέλουμε να τις ρωτήσουμε κάτι για έναν φίλο μας που κάνει κι αυτός γκράφιτι.»

Η κοπέλα τον κοίταξε ερευνητικά. «Εσύ είσαι ξένος, όμως, δεν είσαι;»

«Και λοιπόν;»

«Ποιος φίλος σου κάνει γκράφιτι;»

«Δικός μου φίλος είναι, βασικά,» είπε η Ευγενία. «Ξέρεις πού μπορώ να βρω την Τάρελμαπ; Ξέρεις πού είναι το σπίτι της;»

«Δεν ξέρω πού μένει,» είπε η σερβιτόρα. «Αλλά έρχεται εδώ τ’απογεύματα συνήθως, όχι τα πρωινά.»

«Σήμερα θα έρθει;»

Η κοπέλα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν την ξέρω και τόσο καλά,» είπε κι απομακρύνθηκε απ’το τραπέζι τους.

«Θα περιμένουμε ώς το απόγευμα;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Καλύτερα να πάμε στο ξενοδοχείο και να ξανάρθουμε,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Μην αφήσουμε τη Γιολάντα τόσες ώρες μόνη.» Και κοίταξε την Ευγενία ερωτηματικά.

Εκείνη κατένευσε, συμφωνώντας.

*

Η Γιολάντα ήταν φρόνιμη. Τους περίμενε στο ξενοδοχείο, όπως είχε υποσχεθεί, καθισμένη στην τραπεζαρία, παρέα με μια κούπα καφέ και τα έντυπα που της είχε αγοράσει ο Νόρενταμπ.

«Τι έγινε;» τους ρώτησε. «Τίποτα το συνταρακτικό;»

«Πήγαν να κλέψουν τον γάτο μας,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ, και ο Διαβολόγατος ύψωσε τα ανομοιόχρωμα μάτια του για να του ρίξει ένα ίσως επικριτικό βλέμμα.

Το βλέμμα της Γιολάντας φανέρωνε μόνο δυσπιστία. Ήταν ένα βλέμμα που, ξεκάθαρα, έλεγε Μη με δουλεύεις.

«Σοβαρά,» είπε ο Αλκάμελ. «Πήγαν να τον κλέψουν.»

«Δε σου λέει ψέματα,» επιβεβαίωσε ο Νόρενταμπ, καθώς όλοι τους κάθονταν στο τραπέζι της Γιολάντας.

«Τι να τον κάνουν; Να τον πουλήσουν; Συνηθίζεται αυτό εδώ, στη Νερ Έρντεραγ;»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Το ίδιο με ρώτησε κι ο Αλκάμελ. Όχι, δεν συνηθίζεται στη Μεγάλη Χώρα να κλέβουν γάτους. Δε μπορούμε να καταλάβουμε τι τον ήθελαν.» Και της διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί.

Ο Διαβολόγατος, εν τω μεταξύ, πήδησε στα γόνατα της Ευγενίας, κι εκείνη τον χάιδευε νωχελικά στη ράχη. Συλλογισμένη. Η απόπειρα απαγωγής του ήταν, ομολογουμένως, πολύ παράξενο συμβάν.

«Μπορεί τα πράγματα να έχουν αλλάξει εδώ, όσο έλειπες, αγάπη μου,» είπε η Γιολάντα. «Μπορεί τώρα ορισμένα άτομα να κλέβουν γάτες, για κάποιο λόγο.»

«Δεν το νομίζω,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ.

«Μια κυκλοικία διάβασα πως έχει αρχίσει ν’αλλάζει,» του είπε η Γιολάντα σαν να ήθελε ν’αποδείξει πως είχε δίκιο. «Τα διαμερίσματά της εξαφανίζονται· το ίδιο κι οι κάτοικοι που είναι μέσα τους.»

«Τι εννοείς;»

Η Γιολάντα είχε ήδη στα χέρια της την εφημερίδα που ονομαζόταν Ατέρμονοι Δρόμοι και, γυρίζοντας μερικά φύλλα και διπλώνοντάς την, την έδωσε στον Νόρενταμπ. «Δες και μόνος σου. Μια κυκλοικία στον Τερπνό Λόγο. Είχε, λέει, παρουσιάσει προβλήματα τον τελευταίο καιρό, κι ένας οικομύστης με το όνομα... πώς τον λέει; Τον γράφει εκεί.»

«Κλάρεμαντ Μέλδεροθ,» διάβασε ο Νόρενταμπ, κοιτάζοντας την εφημερίδα συνοφρυωμένος.

«Ναι. Όλοι παράξενα ονόματα έχετε εδώ!»

«Η κυκλοικία,» είπε ο Νόρενταμπ, εξακολουθώντας να κοιτάζει την εφημερίδα, «είχε παρουσιάσει προβλήματα, προκαλώντας στους ενοίκους αϋπνίες, βαθύ ύπνο, τρόμο, αποπροσανατολισμό, και τα λοιπά. Ο οικομύστης προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε μ’αυτήν, αλλά δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει τίποτα. Και τώρα–»

«–τέσσερα διαμερίσματα εξαφανίστηκαν,» τον διέκοψε η Γιολάντα. «Και ο οικομύστης επίσης. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, και κάποιοι εικάζουν ότι ίσως νάναι παγιδευμένος μες στην κυκλοικία.»

«Τι εννοείτε, τέσσερα διαμερίσματα εξαφανίστηκαν;» απόρησε ο Αλκάμελ. «Πού πήγαν; Πέταξαν;»

«Χάθηκαν οι πόρτες και τα παράθυρά τους,» είπε ο Νόρενταμπ, «απ’ό,τι γράφει εδώ. Και οι ένοικοί τους έχουν χαθεί επίσης. Ίσως να είναι κλεισμένοι μέσα.»

«Είναι φυσιολογικό αυτό;» ρώτησε η Ευγενία. «Μπορεί, δηλαδή, να συμβεί; Από ρεύματα της Αναδίπλωσης, ίσως;»

Ο Νόρενταμπ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν είναι καθόλου φυσιολογικό. Πρώτη φορά το ακούω να συμβαίνει.» Πήρε το βλέμμα του από την εφημερίδα. «Τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας βρίσκονται εδώ από αιώνες, Ευγενία – από τότε που οι πρώτοι άνθρωποι ήρθαν στη Ρελκάμνια – και δεν έχουν αλλάξει. Αυτό είναι το πρώτο που μαθαίνω να αλλάζει, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο! Τα διαμερίσματα υποτίθεται πως εξαφανίστηκαν μέσα σε μια βραδιά, χωρίς να γίνει φασαρία, χωρίς καμία προειδοποίηση.»

Ο Αλκάμελ λοξοκοίταξε την Ευγενία. «Μάλλον, κάποιος είναι πολύ καλός ταχυδακτυλουργός σε τούτη τη συνοικία...»

Εκείνη είπε: «Δε νομίζω ότι μπορεί να γίνει αυτό με ταχυδακτυλουργία.»

«Και ούτε μοιάζει για αστείο,» πρόσθεσε ο Νόρενταμπ. «Απ’ό,τι φαίνεται, πολύς κόσμος έχει ανησυχήσει – και δικαιολογημένα.»

«Τότε,» είπε ο Αλκάμελ, «μπορώ μόνο να υποθέσω ότι φταίει ο ερχομός μας εδώ.»

Οι άλλοι τον αγνόησαν.

«Σοβαρά. Σκεφτείτε το. Μόλις ερχόμαστε εμείς στη Νερ Έρντεραγ, οικοδομήματα αρχίζουν ν’αλλάζουν με θαυματουργικό τρόπο και κλέφτες αρχίζουν να κυνηγάνε γάτες. Πρέπει νάχουμε τα πόδια του Σκοτοδαίμονος!»

*

Έφαγαν σ’ένα εστιατόριο έξω από τον Φιλόξενο, όχι μακριά όμως: στην Ευπρεπή Νόηση. Ο Διαβολόγατος ήταν συνεχώς μαζί τους, και η Ευγενία είχε την αίσθηση πως κάτι φοβόταν. «Νομίζω ότι ακόμα θυμάται πως προσπάθησαν να τον κλέψουν,» είπε ο Αλκάμελ. Κι αυτό προβλημάτιζε την Ευγενία. Ο Διαβολόγατος δεν της είχε δώσει ώς τώρα την εντύπωση φοβητσιάρικου ζώου· και ήταν, αναμφίβολα, ένα πλάσμα που καταλάβαινε πολλά. Τι είχε καταλάβει για εκείνους τους κλέφτες; Αν δεν ήμουν έτσι αποπροσανατολισμένη, ίσως να μπορούσα να ανακαλύψω...

Μετά το φαγητό, επέστρεψαν στο ξενοδοχείο και ο Διαβολόγατος ήρθε στο δωμάτιο της Ευγενίας και του Αλκάμελ. «Δε μας αφήνει καθόλου,» παρατήρησε ο δεύτερος.

Η Ευγενία, έχοντας βγάλει τα υποδήματά της, κάθισε στο κρεβάτι της οκλαδόν. «Θα ταΐσω το ζωάκι μου,» είπε στον Αλκάμελ. «Μην τρομάξεις.»

«Ποιο ζωάκι σου; Δεν τον ταΐσαμε;» Έριξε ένα βλέμμα στον Διαβολόγατο.

«Δεν εννοώ αυτόν.» Η Ευγενία σήκωσε το μανίκι της, αποκαλύπτοντας τον πνευματοβόρο που ήταν τυλιγμένος στο χέρι της, από το μπράτσο ώς τον πήχη: μια σκιά που θύμιζε δερματοστιξία. «Πρέπει να τον τρέφω κάθε τόσο, για να μην αρχίσει να τρέφεται από μένα.»

«Και πού σκέφτεσαι να τον στρέψεις; Εναντίον μου;» Την κοίταζε συνοφρυωμένος.

«Φυσικά και όχι.» Τίναξε το χέρι της προς τον τοίχο, και ο πνευματοβόρος ξεδιπλώθηκε απ’το δέρμα της – ένα μακρύ, ημιδιαφανές φίδι που στραφτάλιζε. Το κεφάλι του ήρθε σε επαφή με τον τοίχο και φάνηκε να τον δαγκώνει, μένοντας εκεί σαν να ρουφούσε κάτι.

«Τι...;» έκανε ο Αλκάμελ.

«Ψυχόδραση,» είπε η Ευγενία. «Ψυχική ενέργεια. Μ’αυτό τρέφεται ο πνευματοβόρος.»

«Δε θα διαμαρτυρηθεί ο ιδιοκτήτης;»

«Δε νομίζω να καταλάβει τίποτα.»

«Κι αν πέσει ο τοίχος;»

Η Ευγενία γέλασε. «Δεν το θεωρώ πιθανό. Τα οικοδομήματα μπορεί να φορτίζονται με ψυχόδραση μα οι τοίχοι είναι κανονικοί τοίχοι· απλώς από κάποιο άγνωστο υλικό που μοιάζει με πέτρα.»

Μετά από λίγο ο πνευματοβόρος επέστρεψε στο τεντωμένο χέρι της Ευγενίας και τυλίχτηκε εκεί, σαν δερματοστιξία. Εκείνη κατέβασε το μανίκι της.

Ο Αλκάμελ ρώτησε: «Είναι ανάγκη να σηκώνεις το μανίκι σου; Δεν είναι άυλος;»

«Για κάποιο λόγο, δεν μπορεί να βγει από πάνω σου όταν το χέρι σου είναι σκεπασμένο. Ούτε μπορεί να επιστρέψει. Το ξέρω γιατί το είχα δοκιμάσει παλιότερα, με άλλο πνευματοβόρο. Υποθέτω ότι αυτό συμβαίνει επειδή το δέρμα σου δεν είναι άυλο. Και ούτε ο πνευματοβόρος είναι τελείως άυλος. Είναι, ουσιαστικά, ημιϋλικός. Μπορεί να περάσει μέσα από στέρεα αντικείμενα αλλά η ταχύτητά του μειώνεται. Το καταλαβαίνεις αν πας να περάσεις το χέρι σου από μέσα του· νιώθεις μια κάποια αντίσταση, σαν να συναντάς παχύρευστο αέρα.»

«Μάλιστα,» είπε ο Αλκάμελ, έχοντας καθίσει στο κρεβάτι του. «Τώρα είμαι λιγάκι πιο μορφωμένος από πριν.»

Ο Διαβολόγατος, που είχε κρυφτεί κάτω απ’το κρεβάτι του Αλκάμελ μόλις ο πνευματοβόρος παρουσιάστηκε, τώρα ξεπρόβαλε, με κάποια επιφύλαξη.

Η Ευγενία άγγιξε τον τοίχο πλάι της. Ένιωσε τις ψυχοδραστικές δονήσεις εκεί. Νόμιζε ότι μπορούσε να αντιληφτεί το μικρό «τραύμα» που είχε προκαλέσει το δάγκωμα του πνευματοβόρου. Δεν ήταν και τόσο σπουδαίο για ένα τόσο μεγάλο οικοδόμημα όπως ετούτη η σφαιροικία. Αναρωτήθηκε γιατί ολόκληρη η Νερ Έρντεραγ να μην έχει γεμίσει πνευματοβόρους· σίγουρα υπήρχε αρκετό φαγητό γι’αυτούς εδώ. Κάτι τούς έδιωχνε; Οι οικομύστες, ίσως; Ή τίποτ’ άλλο; Κάποια φυσική δύναμη της περιοχής;

Δεν είχε σημασία.

Η Ευγενία απομάκρυνε το χέρι της από τον τοίχο. Θα ήθελε να μείνει κι άλλο σε επαφή μαζί του – νόμιζε ότι της έκανε καλό, ότι ξυπνούσε κάτι μέσα της, ότι έτσι το μυαλό της συνήθιζε τη Νερ Έρντεραγ – αλλά τώρα της χρειαζόταν περισσότερο να κοιμηθεί. Ήταν κουρασμένη από την πρωινή τους βόλτα, από τα άγνωστα πολεοσημάδια.

Έβγαλε μερικά ρούχα ακόμα και ξάπλωσε, τραβώντας το πάπλωμα επάνω της.

*

Το απόγευμα πήγαν πάλι στην Παλιά Νόηση, αφήνοντας τη Γιολάντα στο ξενοδοχείο. Έκαναν έναν γύρο της περιοχής, μέσα στο όχημά τους, αλλά δεν είδαν καμια παρέα από γυναίκες να φτιάχνει γκράφιτι. Έναν νεαρό είδαν μόνο ο οποίος δημιουργούσε ένα ψυχοδραστικό σχέδιο σ’έναν τοίχο με τα δάχτυλά του. Ο Νόρενταμπ σταμάτησε το όχημα κοντά του και τον ρώτησε μήπως ήξερε αν η Τάρελμαπ και η παρέα της θα έρχονταν εδώ απόψε. Εκείνος αποκρίθηκε πως δεν ήταν σίγουρος.

«Τις γνωρίζεις;» είπε ο Νόρενταμπ.

«Ναι· τις έχω συναντήσει πολλές φορές.»

«Ξέρεις πού μπορούμε να τις βρούμε;»

«Όταν δεν είν’ εδώ; Όχι, φίλε, δεν ξέρω.»

«Μια άλλη ερώτηση: Έχεις υπόψη σου έναν τύπο που ονομάζεται Ρίκερελ Ζωγράφος; Είναι ξένος· κοκκινόδερμος, καστανομάλλης. Κάνει κι αυτός γκράφιτι.»

«Ο ξένος, λες. Ναι, τον ξέρω. Τον ήξερα, μάλλον. Έχει εξαφανιστεί, φίλε.»

«Πού έχει πάει;»

«Οι Πολεοτέχνες τον έχουν αρπάξει.»

«Δε μ’ενδιαφέρουν οι μύθοι. Δεν έχεις ακούσει τίποτ’ άλλο;»

«Οι Πολεοτέχνες δεν είναι μύθος, φίλε· μην ακούς τι λένε. Οι Πολεοτέχνες υπάρχουν. Μας παρακολουθούν όλους και ρυθμίζουν τα πράγματα όπως γουστάρουν. Τον ξένο αυτοί τον άρπαξαν. Δεν είν’ ο πρώτος ξένος που έχουν αρπάξει.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Νόρενταμπ. «Σ’ευχαριστούμε.»

«Να προσέχετε, φίλε. Ειδικά άμα είστε ξένοι εδώ.»

Ο Νόρενταμπ έβαλε ξανά τους τροχούς του σε κίνηση.

Η Ευγενία ρώτησε: «Δε θα μπορούσε να υπάρχει κάποια αλήθεια σ’αυτό τον μύθο των Πολεοτεχνών;»

«Δε νομίζω, Ευγενία. Ανέκαθεν έλεγαν γι’αυτούς, αλλά κανείς ποτέ δεν μπορεί να δώσει καμια συγκεκριμένη πληροφορία.»

«Πράγμα που δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια αλήθεια στον μύθο. Πολλοί μύθοι μοιάζουν φανταστικοί, όμως, αν ψάξεις, διαπιστώνεις ότι είναι βασισμένοι στην πραγματικότητα.»

Ο Αλκάμελ είπε: «Όπως οι Θυγατέρες της Πόλης;»

«Ακριβώς. Έχετε ζωντανό παράδειγμα μπροστά σας, κύριοι. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να υπάρχω.»

«Εγώ ακόμα δεν πιστεύω ότι υπάρχεις, Ευγενία.»

«Κι εγώ σ’αγαπώ, Αλκάμελ.»

Εκείνος μειδίασε. «Το ήξερα.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Νόρενταμπ. «Δεν ξέρω πώς μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με τους Πολεοτέχνες, Ευγενία, αν γι’αυτό ενδιαφέρεσαι. Ούτε μύθος δεν υπάρχει για το πώς να έρθεις σε επαφή μαζί τους. Υποτίθεται ότι μόνο αυτοί μπορούν να σε βρουν, και πάντοτε κρυφά, φυσικά.»

Η Ευγενία είπε: «Ας βαδίσουμε λίγο στη γειτονιά, όπως το πρωί. Θέλω πάλι να μου δείξεις τα σημάδια. Εκτός αν έχεις κάτι άλλο να προτείνεις για να κάνουμε.»

«Οι ιδέες μου έχουν τελειώσει. Το μόνο άλλο που θα μπορούσα να προτείνω είναι ν’αρχίσουμε πάλι να περιπλανιόμαστε σ’όλη τη Μεγάλη Χώρα, ελπίζοντας να μάθουμε κάτι για τον Ρίκερελ από ανθρώπους που κάνουν γκράφιτι.»

«Δε νομίζω να μας ωφελήσει σε τίποτα. Ας βαδίσουμε.»

Ο Νόρενταμπ σταμάτησε το όχημά τους και βγήκαν, αρχίζοντας πάλι να περπατάνε στους δρόμους του Τρελοπόταμου, καθώς οι σκιές πλήθαιναν γύρω τους και το απόγευμα έδινε τη θέση του στη νύχτα. Ο Αλκάμελ κοίταζε γύρω-γύρω, παρατηρώντας μήπως κανείς τούς παρακολουθούσε. Ο Διαβολόγατος ήταν πάντοτε κοντά τους· δεν απομακρυνόταν καθόλου. Και ο Αλκάμελ ήταν βέβαιος πως το ζώο φοβόταν μην πεταχτεί ξανά κάποιος και προσπαθήσει να το αρπάξει.

Ο Νόρενταμπ δεν άργησε να πει: «Κάτι δεν πάει καλά...» Και στάθηκε ακίνητος.

«Ναι,» συμφώνησε η Ευγενία. «Γιατί, όμως;» Το είχε διακρίνει κι εκείνη: τα σημάδια που της έδειχνε ο φίλος της δεν βρίσκονταν εκεί όπου θα έπρεπε.

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε ο Νόρενταμπ. «Κάποιο λάθος θα έκανα...» Και συνέχισε να βαδίζει.

Ο Αλκάμελ ήταν απλά μπερδεμένος. Ο Διαβολόγατος νιαούρισε ανήσυχα.

Η Ευγενία αισθανόταν σαν να προσπαθούσε να επικεντρωθεί σ’ένα και μόνο συγκεκριμένο σημείο ενώ μια θύελλα μαινόταν ολόγυρά της – μια θύελλα από πολεοσημάδια, εχθρικά όλα, απειλητικά – μαχαίρια της νόησης.

Ο Νόρενταμπ έστριψε σε μια γωνία κι έφτασαν στην αρχή ενός μικρού, αδιέξοδου δρόμου που στο τέλος του στεκόταν μια γυναίκα βάφοντας έναν τοίχο.

Ο Αλκάμελ είπε: «Η Τάρελμαπ; Ή κάποια γνωστή της;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ, σαν χαμένος. «Κανονικά δεν θάπρεπε να είμαστε εδώ, Αλκάμελ... Δεν... Είναι σαν κάτι νάχει αλλάξει τα σημάδια γύρω μας...»

Η γυναίκα γύρισε και τους κοίταξε από το βάθος του δρόμου. Ήταν ψηλή, χρυσόδερμη, και είχε κοντά, κόκκινα μαλλιά με μια μαύρη τούφα. Ήταν ντυμένη σαν αλήτισσα, και στο χέρι κρατούσε ένα σπρέι για βάψιμο. «Θέλετε κάτι;» ρώτησε. «Μου φαίνεστε... χαμένοι.»

Ο Νόρενταμπ βάδισε προς το μέρος της, και η Ευγενία κι ο Αλκάμελ τον ακολούθησαν, με τον Διαβολόγατο μπλεγμένο στα πόδια τους.

«Καλησπέρα,» είπε ο Νόρενταμπ. «Να κάνουμε μια ερώτηση;»

«Ναι. Πείτε μου,» αποκρίθηκε η άγνωστη, φιλικά.

Δύο άντρες πετάχτηκαν από τα δεξιά, πηδώντας, κι άλλοι δύο από τ’αριστερά. Από τα ενωμένα χέρια του ενός μια στραφταλίζουσα σκόνη τινάχτηκε, τυλίγοντας την Ευγενία, τον Αλκάμελ, και τον Νόρενταμπ, δημιουργώντας γύρω τους ένα περιβάλλον σαν από ονειρικό ουρανό γεμάτο άστρα. Συγχρόνως, η γυναίκα ύψωσε το σπρέι της κι έριξε μπογιά καταπάνω στον Νόρενταμπ· εκείνος ίσα που πρόλαβε να σηκώσει το χέρι του για να προστατέψει τα μάτια του, και η γυναίκα αμέσως τον κλότσησε στην κοιλιά, διπλώνοντάς τον.

Ο Αλκάμελ άρπαξε το ρόπαλο του άντρα που του ορμούσε και τον έσπρωξε πίσω και κάτω, κλοτσώντας τον στο γόνατο.

«Τον γάτο, ρε! Τον γάτο!» φώναξε κάποιος. Κι ένας από τους επιτιθέμενους έβγαλε ένα μεγάλο σακούλι, προσπαθώντας να τυλίξει μέσα του τον Διαβολόγατο, ο οποίος τινάχτηκε για να του ξεφύγει. Η Ευγενία – αν και ζαλισμένη από τα άστρα ολόγυρά της, που καταλάβαινε ότι ήταν ψυχοδραστικά – κλότσησε τον αλήτη στο κεφάλι καθώς ήταν σκυμμένος, ρίχνοντάς τον στο πλακόστρωτο. Έβγαλε το πανωφόρι της με μια γρήγορη κίνηση και το πέταξε στη μούρη ενός άλλου, που ερχόταν να τη χτυπήσει με ρόπαλο.

Ο τύπος που είχε τινάξει την ψυχοδραστική μορφή από τα χέρια του τράβηξε στιλέτο που η λεπίδα του άνοιξε μ’ένα ηχηρό κλικ, γυαλίζοντας. «Δώστε μας τον γάτο κι όλα τελείωσαν,» είπε.

«Φιλικότατα, να πας να γαμηθείς,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ, κλοτσώντας ξανά τον άντρα που είχε ρίξει στο πλακόστρωτο και που τώρα έκανε να σηκωθεί. «Είναι φίλος μας και μας αρέσει.»

Η γυναίκα με το σπρέι επιχείρησε να το στρέψει εναντίον της Ευγενίας, αλλά εκείνη είχε ήδη σηκώσει το μανίκι της μπλούζας της και πέταξε τον πνευματοβόρο καταπάνω της. Η γυναίκα ούρλιαξε, τρομαγμένη, καθώς το πνευματικό φίδι την τύλιγε· σωριάστηκε κάτω, παλεύοντας με τον πνευματοβόρο, μοιάζοντας σαν να τη χτυπούσε κάποιου είδους ενεργειακό ρεύμα.

Ο άντρας που είχε δεχτεί το πανωφόρι της Ευγενίας καταπρόσωπο το πέταξε παραδίπλα και της όρμησε προσπαθώντας να τη γρονθοκοπήσει. Εκείνη απέφυγε τη γροθιά του, και ο Νόρενταμπ τον κοπάνησε στα πλευρά με τον ώμο του. Ο άντρας διπλώθηκε, και η Ευγενία τον κλότσησε στο κεφάλι, σωριάζοντάς τον αναίσθητο.

Ο άντρας με το στιλέτο επιτέθηκε στον Αλκάμελ· εκείνος απέφυγε τη λεπίδα και τράβηξε το δικό του στιλέτο.

Τρεις άλλοι – δυο άντρες, μια γυναίκα – ήρθαν τρέχοντας. Ο ένας άντρας και η μία γυναίκα κρατούσαν πιστόλια, και τα ύψωσαν.

Ο Αλκάμελ τινάχτηκε παραδίπλα, και είδε – παραξενεμένος – πορφυρόχρωμα κύματα να εκτοξεύονται από τις κάννες των πιστολιών. Το ένα πέρασε μερικά εκατοστά από δίπλα του, αστοχώντας τον. Το άλλο πήγαινε προς την Ευγενία, αλλά κι εκείνη το απέφυγε κάνοντας τούμπα στο πλακόστρωτο.

«Πού είν’ ο γάτος;» φώναξε ο άντρας που δεν κρατούσε πιστόλι. «Πού σκατά είν’ ο γάτος;»

Ο άντρας με το στιλέτο κοίταξε τριγύρω. «Δεν ξέρω – χάθηκε!»

Η Ευγενία σηκώθηκε στο ένα γόνατο, και ο πνευματοβόρος επέστρεψε στο χέρι της. Η γυναίκα με το σπρέι (που δεν κρατούσε σπρέι πια· το είχε πετάξει) ήταν μισολιπόθυμη, κουλουριασμένη κοντά στον τοίχο που πριν έβαφε, τρέμοντας και κλαψουρίζοντας. Έμοιαζε πολύ ψυχόκοπη για να σηκωθεί.

Ο Νόρενταμπ τράβηξε το πιστόλι του και σημάδεψε αυτούς που στέκονταν αντίκρυ τους. «Το δικό μου όπλο δεν είναι ψυχοδραστικό!» τους φώναξε. «Σκοτώνει. Φύγετε προτού τραβήξω τη σκανδάλη!»

«Ποιοι είστε, γαμώτο;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Τι θέλετε τον γάτο μας;»

Ο άντρας που δεν κρατούσε πιστόλι είπε: «Τον πουλάτε;»

«Όχι, δεν τον πουλάμε. Ούτε τον χαρίζουμε.»

«Είμαστε πρόθυμοι να προσφέρουμε έως και πέντε χιλιάδες ψι

«Δεν τον πουλάμε, αφεντικό. Τράβα αλλού. Δεν είναι δικός μας για να τον πουλήσουμε. Και δε νομίζω να καθόταν ήσυχος για να πουληθεί, ούτως ή άλλως.»

Ο άντρας τούς έκανε νόημα προς έναν δρόμο. «Φύγετε,» είπε μόνο.

«Δεν απάντησες στην ερώτησή μου,» είπε ο Αλκάμελ. «Ποιοι είστε;»

«Μην παίζεις με την τύχη σου, ξένε. Φύγετε!»

Ο Νόρενταμπ είπε: «Ας πηγαίνουμε, Αλκάμελ.»

Η Ευγενία έπιασε το πανωφόρι της από κάτω και το πήρε στο χέρι. Δεν το φόρεσε γιατί ήθελε να είναι έτοιμη να πετάξει πάλι τον πνευματοβόρο, αν χρειαζόταν. «Πάμε,» είπε.

*

«Τι ήταν αυτοί οι καριόληδες; Τους ξέρεις;» ρώτησε ο Αλκάμελ όταν είχαν απομακρυνθεί κάμποσο από εκείνο τον αδιέξοδο δρόμο.

«Δεν έχω ιδέα,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Κάποια συμμορία, υποθέτω.»

«Και τα πιστόλια τους; Τι πιστόλια ήταν; Τι πετούσαν;»

«Ψυχοδραστικά ήταν. Κλονίζουν το νευρικό σύστημα. Δεν είναι θανατηφόρα.»

«Και μπήκαν σε τόσο κόπο για να κλέψουν τον Διαβολόγατο;» είπε ο Αλκάμελ. «Ή τρελοί είναι, ή κάτι δεν πάει καθόλου καλά εδώ.»

«Το δεύτερο, αναμφίβολα,» είπε η Ευγενία, που ακόμα κρατούσε το πανωφόρι της στο χέρι.

«Έχεις καταλάβει κάτι που δεν μας λες;»

«Τίποτα παραπάνω από εσάς.»

Ο Αλκάμελ ρώτησε τον Νόρενταμπ: «Είσαι ακόμα χαμένος εσύ;»

«Τα σημάδια τώρα μού φαίνονται κανονικά.»

«Μπορεί αυτοί να σε έκαναν να τα μπερδέψεις πριν;»

«Δεν το νομίζω. Θα μου φαινόταν απίθανο. Πρέπει να επηρεάσεις τα οικοδομήματα με πολύ συγκεκριμένους τρόπους για να επιτύχεις τέτοιο αποτέλεσμα, απ’ό,τι έχω ακούσει. Περισσότερο θεωρητικό είναι, παρά πρακτικό.»

«Και θα σε παραξένευε, ύστερα απ’όσα έχουμε δει;»

«Τι έχουμε δει, Αλκάμελ;»

«Εκτός απ’το ότι αυτή η συνοικία είναι τελείως τρελή γενικά; Κάποιοι ανώμαλοι κυνηγάνε τον Διαβολόγατο για άγνωστο λόγο· ένα από τα οικοδομήματά σας έχει αρχίσει να εξαφανίζει τα διαμερίσματά του· ο Ρίκερελ έχει χαθεί και κανένας δεν ξέρει πού μπορεί να βρίσκεται. Τι άλλο θέλεις;»

«Ας μη μπερδεύουμε τα πράγματα...»

«Μπερδεμένα είναι, ήδη.»

Η Ευγενία είπε: «Ο Αλκάμελ έχει κάποιο δίκιο, Νόρενταμπ.»

Ο Νόρενταμπ δεν μίλησε· απλά τους οδηγούσε, παρατηρώντας τα σημάδια στους δρόμους.

Πλησίασαν το όχημά τους. Ήταν εκεί όπου το είχαν αφήσει.

«Θα φύγουμε χωρίς τον γάτο;» είπε ο Αλκάμελ.

«Θες να μείνουμε να τον ψάξουμε;» ρώτησε ο Νόρενταμπ.

Ο Αλκάμελ έριξε μια ματιά στους δρόμους του Τρελοπόταμου γύρω τους. «Καλύτερα όχι. Μπορεί να μας ξαναβρεί όποτε θέλει, είμαι σίγουρος.»

«Κι εγώ.»

*

Η Σκιουργός καθόταν επάνω σε μια ταράτσα του Τρελοπόταμου και κάπνιζε. «Σας ξέφυγε,» είπε όταν οι τρεις Πολεοτέχνες ανέβηκαν αντίκρυ της. Το ήξερε ήδη. Πράγμα που δεν τους εξέπληττε.

«Αρχόντισσά μου... η ξένη πολεοσκόπος και οι δικοί της... είναι αρκετά αξιόμαχοι, κατά πρώτον. Και ο γάτος εξαφανίστηκε. Κανείς δεν ξέρει πού πήγε.»

«Και έχουν μαζί τους κι ένα επικίνδυνο όπλο που δεν έχουμε ξαναδεί,» πρόσθεσε ένας άλλος.

«Τι όπλο;» ρώτησε η Σκιουργός.

«Η ξένη πολεοσκόπος πέταξε απ’το χέρι της ένα φίδι που τύλιξε τη Μορμίλικ και της ρούφηξε την ψυχόδραση! Τώρα δεν μπορεί να σηκωθεί. Είναι εξουθενωμένη. Θα κάνει μέρες να συνέλθει, υποθέτω.»

«Φίδι; Τι φίδι;» είπε η Σκιουργός.

«Δεν το είδα καλά, Αρχόντισσά μου, αλλά η Μορμίλικ μού είπε ότι ήταν τυλιγμένο πάνω στο χέρι της ξένης πολεοσκόπου, κι όταν εκείνη σήκωσε το μανίκι της πετάχτηκε.»

Τα μάτια της Σκιουργού γυάλισαν. «Πνευματοβόρος.»

Ο Πολεοτέχνης συνοφρυώθηκε.

«Δεν υπάρχουν στη Μεγάλη Χώρα,» τον πληροφόρησε η Σκιουργός. «Είναι πνευματικές οντότητες.»

«Τι είναι οι πνευματικές οντότητες;» ρώτησε ο πρώτος που της είχε μιλήσει – ο πολεοσκόπος.

«Οντότητες χωρίς υλική υπόσταση. Δεν πλησιάζουν εδώ. Εκτός αν κάποιος τις φέρει... Αλλά ακόμα απορώ πώς είναι δυνατόν να μη μπορείτε να μου πιάσετε έναν γάτο!»

«Δεν είναι συνηθισμένος γάτος, Αρχόντισσά μου–»

«Ακριβώς γι’αυτό με ενδιαφέρει!»

«Δεν είναι μαζί τους τώρα,» είπε ο άλλος Πολεοτέχνης. «Έχει εξαφανιστεί... κάπου.»

«Βρείτε τον! Και πιάστε τον προτού τον ξανασυναντήσουν.»

(θ΄)

Η Σολεράτ αποκοιμήθηκε στον καναπέ, καθισμένη πλάι στον Κλάρεμαντ, ο οποίος ακόμα δεν είχε συνέλθει. Όταν ξύπνησε, οι πολεοπλάστες εξακολουθούσαν να εργάζονται μέσα στο δωμάτιο, και φαινόταν να έχουν επιδιορθώσει το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών που είχαν προκληθεί από τη συμπλοκή με τους άλλους πολεοπλάστες – τους εχθρούς τους.

Η Σολεράτ κοίταξε το ρολόι στον καρπό της. Ήταν πρωί. Ξημερώματα.

Οι υπόλοιποι κοιμόνταν: ο Νάρβολαμπ καθισμένος σε μια πολυθρόνα, με το κεφάλι γερμένο στον ώμο του· ο Σόλιρβακ στο τραπέζι, με το κεφάλι του ακουμπισμένο μπροστά, στα διπλωμένα χέρια του· το ίδιο κι ο Νόρενταμπ· ο Κάζμεροντ καθισμένος στο πάτωμα, σε μια γωνία αλλαγμένη από τους πολεοπλάστες έτσι ώστε να είναι καμπυλωτή και φιλική για την ανθρώπινη πλάτη (αν και, μάλλον, δεν είχαν αυτό στο μυαλό τους όταν την έφτιαξαν).

Η Σολεράτ αναστέναξε. Ήταν η δεύτερη μέρα που βρίσκονταν φυλακισμένοι εδώ. Ή, ίσως, η τρίτη – αν μετρούσε και την πρώτη τους νύχτα.

Συνοφρυώθηκε. Τι έκαναν αυτοί εκεί οι δύο πολεοπλάστες; Είχαν δημιουργήσει ένα βαθούλωμα στον τοίχο και ήταν χωμένοι μέσα του. Ο ένας ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα· ο άλλος ήταν από πάνω του, καβαλώντας τον με τα τέσσερα πόδια του, κοιτάζοντας προς την πίσω μεριά του, προς την ουρά του. Και η ουρά του ξαπλωμένου έκανε πέρα-δώθε μπροστά στο πρόσωπο του καβαλάρη, από το στόμα ώς το μέτωπο, δημιουργώντας μικρές αναλαμπές. Συγχρόνως, η ουρά του καβαλάρη έπαιζε το ίδιο παιχνίδι μπροστά στο πρόσωπο του ξαπλωμένου. Έτσι όπως ήταν, έμοιαζαν να σχηματίζουν έναν κύκλο οι δυο τους. Τα μάτια τους αναβόσβηναν έντονα, σαν λαμπάκια που ήθελαν να προειδοποιήσουν για κάτι.

Αλλά τι έκαναν; Ήταν δυνατόν να έκαναν εκείνο που η Σολεράτ υποψιαζόταν; Ερωτοτροπούσαν; Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κανέναν ως θηλυκό ή αρσενικό. Είχαν δύο φύλα, ή ήταν όλοι ενός φύλου; Κι αν ήταν όλοι ενός φύλου, τι νόημα είχε να ερωτοτροπούν; Σίγουρα δεν αναπαράγονταν έτσι...

Η Σολεράτ τούς κοίταζε παραξενεμένη. Το παιχνίδι φαινόταν να γίνεται, κυρίως, με τις ουρές τους. Οι οποίες, σε άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνταν ως εργαλεία για να μεταμορφώνουν τους τοίχους ή τα μηχανήματα. Ή χρησιμοποιούνταν ως όπλα, όταν αντιμετώπιζαν τους άλλους πολεοπλάστες, ή όταν είχαν χτυπήσει τη Σολεράτ και τους συντρόφους της. Της φάνταζε περίεργο που ένα τέτοιο εργαλείο ήταν χρήσιμο και για ερωτικούς σκοπούς. Πολύ περίεργο.

Αλλά γιατί; αναρωτήθηκε. Και οι άνθρωποι το ίδιο περίεργοι δεν ήταν; Τα όργανα που χρησιμοποιούσαν για να ερωτοτροπούν ήταν τα ίδια όργανα που χρησιμοποιούσαν και για ούρηση...

Ενεργειακές σπίθες τρεμόπαιζαν μπροστά στα πρόσωπά τους, καθώς οι δύο πολεοπλάστες κινούσαν παιχνιδιάρικα τις ουρές τους... Η Σολεράτ αναρωτήθηκε τι θα γινόταν όταν έφταναν σε οργασμό. Έκρηξη; Ή κάτι μη φανερό για εκείνη;

«Τι κάνουν εκεί;» άκουσε τη φωνή του Νάρβολαμπ από δίπλα.

Γύρισε να τον κοιτάξει, και παρατήρησε ότι έβλεπε κι αυτός τους ερωτοτροπούντες πολεοπλάστες. Η Σολεράτ μειδίασε λοξά. «Τι νομίζεις εσύ;»

Ο Νάρβολαμπ ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας. «Πού να ξέρω;» Ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στη Σολεράτ. «Όχι... δεν μπορεί...» είπε, δυσπιστώντας, έχοντας μάλλον αρχίσει να καταλαβαίνει.

Το μειδίαμά της πλάτυνε. «Τι άλλο;»

«Δεν είναι δυνατόν. Δεν είναι βιολογικοί οργανισμοί – είναι από μέταλλα!»

Η Σολεράτ δεν μίλησε. Κοίταζε ξανά τους δύο πολεοπλάστες μες στο κοίλωμα του τοίχου. Σε κάποια στιγμή, νόμισε ότι είδε μια αλλαγή στη δραστηριότητά τους, και ίσως τότε να ήταν που έφτασαν σε κορύφωση, γιατί ύστερα έπαψαν το παιχνίδι τους και κουλουριάστηκαν μέσα στο βαθούλωμα, φαινομενικά κουρασμένοι. Τα μάτια τους αναβόσβηναν, αλλά όχι έντονα πλέον· αργά, και καθόλου ρυθμικά.

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε ο Νάρβολαμπ. «Αναπαράγονται αυτά τα τερατάκια;»

«Ποιος ξέρει;»

«Τι λέτε εκεί;» ρώτησε ο Κάζμεροντ, έχοντας μόλις ξυπνήσει. «Έγινε τίποτα;»

«Τίποτα ακόμα,» του είπε ο Νάρβολαμπ.

*

Όταν όλοι είχαν ξυπνήσει και φέρει φαγητό από την κουζίνα για να φάνε, ο Νόρενταμπ τούς πληροφόρησε πως αύριο τα τρόφιμα θα τους τελείωναν. «Δεν είχα υπόψη μου ότι θα έρχονταν τόσοι άνθρωποι να παγιδευτούν μες στο σπίτι μου.»

«Το έλεγα ότι θα μας αφήσουν να πεθάνουμε της πείνας, δεν το έλεγα;» μούγκρισε ο Κάζμεροντ, μασώντας μια φρυγανιά που έτριζε έντονα ανάμεσα στα δόντια του.

Η Σολεράτ, όμως, δεν είχε τώρα το μυαλό της στο φαγητό αλλά στον Κλάρεμαντ. Ο οικομύστης ακόμα δεν είχε ξυπνήσει. Τον είχε ταρακουνήσει πριν από λίγο, είχε φωνάξει το όνομά του δυνατά μες στ’αφτί του, αλλά εκείνος δεν είχε ανταποκριθεί. Δεν είχε σαλέψει καθόλου.

«Αν μας ήθελαν νεκρούς θα μας είχαν σκοτώσει,» είπε ο Νάρβολαμπ.

«Όλο τις ίδιες μαλακίες λες, Νάρβολαμπ!» παρατήρησε ο Κάζμεροντ. «Μπορεί να μην το καταλαβαίνουν ότι έχουμε ανάγκη από τροφή, το ξέρεις; Τους έχεις δει αυτούς τους γαμημένους να τρώνε ποτέ;» Έδειξε τους πολεοπλάστες που δούλευαν ακούραστα.

«Δε νομίζω ότι–»

«Μαλακίες!» Ο Κάζμεροντ χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι, γύρω απ’το οποίο κάθονταν όλοι τους. «Πρέπει κάτι να κάνουμε για να φύγουμε!»

«Μπορείς να σπάσεις τους τοίχους;»

«Θα βρω έν–»

«Ψυχραιμία. Αν δεν κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, έχουμε χαθεί.»

«Ούτως ή άλλως έχουμε χαθεί, Νάρβολαμπ! Κανείς δεν έρχεται να μας σώσει!»

Ο Νόρενταμπ είπε: «Ίσως να έρθουν οι άλλοι πολεοπλάστες. Οι εχθροί ετούτων εδώ.»

«Ήρθαν κι έφαγαν ξύλο. Λες να ξανάρθουν, για να φάνε περισσότερο ξύλο;» μούγκρισε ο Κάζμεροντ.

«Μπορεί να έχουν διαφορετικό σχέδιο αυτή τη φορά,» είπε ο Νάρβολαμπ.

Ο Κάζμεροντ ρουθούνισε αποδοκιμαστικά. «Ναι, καλά...» Δάγκωσε το τελευταίο κομμάτι της φρυγανιάς του, μασώντας ηχηρά – χρατς χρουτς χρατς...

Η Σολεράτ αναρωτιόταν πώς μπορούσε να ξυπνήσει τον Κλάρεμαντ. Κάποιο σοκ ίσως να τον συνέφερνε. Αν χτες οι πολεοπλάστες τον είχαν χτυπήσει, μπορεί αυτό να τον κλόνιζε αρκετά ώστε ν’ανοίξει τα μάτια του. Αλλά δεν τον είχαν χτυπήσει. Ήταν, μάλιστα, πολύ προσεχτικοί μαζί του. Δεν είχαν πολεμήσει επάνω του· μονάχα στη ράχη του καναπέ είχαν συγκρουστεί.

Αφού δεν κάνουν αυτοί τίποτα, πρέπει να κάνω εγώ κάτι, αποφάσισε η Σολεράτ, έχοντας μια ιδέα. Σηκώθηκε από το τραπέζι και κάθισε στον καναπέ, πλάι στον Κλάρεμαντ. Ένωσε τα χέρια της σχηματίζοντας διπλή χούφτα κι άρχισε να δημιουργεί μέσα τους μια ψυχοδραστική μορφή, στέλνοντας ψ από τον εαυτό της. Τα μετρούσε καθώς καίγονταν, όπως την είχε διδάξει η ψυχοτεχνουργός της πριν από χρόνια. Ένα... δύο... τρία... τέσσερα... Και, συγχρόνως, χρησιμοποιούσε όλη της την ικανότητα ως ψυχοδραστική καλλιτέχνιδα για να φτιάξει εκείνο που είχε στο μυαλό της. Αν και δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο, τίποτα το ιδιαίτερο. Το σχήμα του ήταν πολύ απλό. Το αποτέλεσμά του ήθελε απλώς να είναι ισχυρό. Αρκετά ισχυρό για να ξυπνήσει τον Κλάρεμαντ.

Όταν είχε δώσει στην ψυχοδραστική μορφή 10 ψ – και αισθανόταν ψυχικά κουρασμένη, σαν κάποιος να την είχε στεναχωρήσει βαθιά – ανάμεσα στις χούφτες της ήταν ένα φωτεινό βέλος που τρεμόπαιζε. Η Σολεράτ σηκώθηκε όρθια, κι ανοίγοντας ξαφνικά τα χέρια της το εκτόξευσε καταπάνω στον Κλάρεμαντ, χτυπώντας τον στο στήθος.

Το σώμα του οικομύστη τραντάχτηκε. Έβηξε.

Τα μάτια του άνοιξαν. Κοίταξαν ανήσυχα.

Η Σολεράτ χαμογέλασε. «Κλάρεμαντ!» είπε, καθίζοντας πλάι του ξανά.

Ο οικομύστης ανασηκώθηκε, μουγκρίζοντας. «Πού...;»

«Στο διαμέρισμα είμαστε ακόμα,» του είπε η δημοσιογράφος. «Παγιδευμένοι από τους πολεοπλάστες. Είχες λιποθυμήσει.»

Ο Κλάρεμαντ συνοφρυώθηκε, νιώθοντας το κεφάλι του να πονά και το μυαλό του αργοκίνητο – όλες του τις αισθήσεις θολωμένες. «Ναι...» μουρμούρισε.

«Τι σου συνέβη; Είχες αγγίξει εκείνο το μηχάνημα» – η Σολεράτ το έδειξε – «και μετά έχασες τις αισθήσεις σου. Φοβήθηκα για σένα!» Τον αγκάλιασε σφιχτά.

«...Είναι,» μουρμούρισε εκείνος, νιώθοντας τη γλώσσα του πελώρια και δυσκίνητη μες στο στόμα του, «είναι κι άλλοι... Μες στην κυκλοικία είναι κι άλλοι πολεοπλάστες... Μια άλλη... φυλή. Παράταξη...»

Η Σολεράτ τον άφησε απ’την αγκαλιά της, ατενίζοντάς τον καταπρόσωπο. «Το κατάλαβες; Κατάλαβες τι γινόταν εδώ χτες βράδυ; Ότι συγκρούονταν;»

Ο Κλάρεμαντ ξεροκατάπιε. «Τι;»

Η Σολεράτ ζήτησε να της φέρουν νερό, και ο Νάρβολαμπ τής έφερε ένα ποτήρι, το οποίο εκείνη πλησίασε στα χείλη του οικομύστη. Ο Κλάρεμαντ δεν την άφησε να τον ποτίσει σαν να ήταν ανάπηρος· έπιασε το ποτήρι με το χέρι του και ήπιε μια μικρή γουλιά.

Η Σολεράτ είπε: «Χτες βράδυ, κάποιοι άλλοι πολεοπλάστες μπήκαν εδώ. Τους κατάλαβες;»

«Όχι.»

«Επιτέθηκαν σ’αυτούς που είναι στο δωμάτιο. Έγινε μάχη. Αλλά τελικά ηττήθηκαν και υποχώρησαν. Νομίζω πως είχαν έρθει για να μας σώσουν, Κλάρεμαντ.»

«Τους είχα βρει μέσα στους τοίχους,» είπε εκείνος. «Με το μυαλό μου. Ναι... μια άλλη φυλή πολεοπλαστών. Εχθροί ετούτων εδώ. Με ρωτούσαν ποιος είμαι. Τους ρώτησα τι συμβαίνει στο οικοδόμημα. Τους είπα ότι είμαστε κλεισμένοι σ’ένα διαμέρισμα. Αλλά δεν πρόλαβα να επικοινωνήσω περισσότερο μαζί τους, γιατί οι άλλοι πολεοπλάστες ήρθαν και σύγκρουση ξέσπασε μες στους τοίχους. Και κάτι με χτύπησε, και έχασα τις αισθήσεις μου.»

«Γι’αυτό ήρθαν να μας σώσουν...» είπε ο Νάρβολαμπ, σαν να μονολογούσε.

«Μπορεί,» συμφώνησε η Σολεράτ.

Ο Κλάρεμαντ ήπιε ακόμα μια γουλιά νερό. «Τι ακριβώς έγινε;» ρώτησε. «Πόσες ώρες έχουν περάσει;»

Η Σολεράτ τού διηγήθηκε όλα όσα είχε χάσει, χαρούμενη που ο οικομύστης δεν είχε πάθει κάτι το σοβαρό. Χαρούμενη σαν να τον ήξερε χρόνια και να μην ήθελε με τίποτα να πάθει κάτι το σοβαρό. «Κατά τα άλλα,» είπε τελειώνοντας την αφήγησή της, «η μόνη ζημιά που προκάλεσαν είναι στις μπότες μου.» Τις έδειξε εκεί όπου ήταν αφημένες παραδίπλα, καψαλισμένες και κουρελιασμένες. «Τις παρέσυραν από κάτω τους καθώς πολεμούσαν.»

Ο Νάρβολαμπ ρώτησε τον Κλάρεμαντ: «Έχεις καμια ιδέα για να βγούμε από δω; Θα μπορούσαμε, ίσως, να χρησιμοποιήσουμε κάπως τους εχθρούς των πολεοπλαστών – τους άλλους πολεοπλάστες;»

«Δεν ξέρω...» αποκρίθηκε ο οικομύστης, κουρασμένα. «Δεν έχω ιδέες...» Και πήρε καθιστή θέση πάνω στον καναπέ, βάζοντας τα πόδια του στο πάτωμα. Το κεφάλι του εξακολουθούσε να πονά, λες και μια πληγή νάχε ανοίξει μες στο κρανίο του. Μούγκρισε κι ακούμπησε το μέτωπό του στην παλάμη του.

«Είσαι καλά;» ρώτησε η Σολεράτ.

«Περίπου.»

«Μην ξαναγγίξεις τα μηχανήματα. Ούτε τους τοίχους.»

«Οικομύστης είναι!» παρενέβη ο Κάζμεροντ. «Αν δεν αγγίξει τους τοίχους, πώς θα μας βοηθήσει να βγούμε από δω;»

Η Σολεράτ αγριοκοίταξε τον μισθοφόρο. Πώς τολμούσε να μιλά έτσι, ο μαλάκας, ύστερα απ’ό,τι είχε συμβεί στον Κλάρεμαντ; «Δε μπορεί να μας βοηθήσει ούτως ή άλλως! Δεν το καταλαβαίνεις; Χαζός είσαι;»

*

Οι ώρες περνούσαν. Πήγαινε βράδυ, αν τους έλεγαν αλήθεια τα ρολόγια τους – γιατί, βέβαια, δεν υπήρχαν παράθυρα για να κοιτάξουν έξω, ούτε υπήρχε καμια άλλη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Σόλιρβακ είπε: «Τα τρόφιμα μάς τελειώνουν, και δε βλέπω να μας φέρνουν άλλα.»

«Θα σταματήσουμε να τρώμε,» είπε ο Νάρβολαμπ.

«Μα δεν τρώμε πολύ,» παρατήρησε ο Κάζμεροντ.

«Δε θα τρώμε καθόλου!» έκανε απότομα ο Νάρβολαμπ· όλων τα νεύρα ήταν τσιτωμένα, και τα δικά του επίσης. «Όσο μπορούμε να μην τρώμε, δεν θα τρώμε.»

«Τουλάχιστον,» είπε ο Νόρενταμπ, «έχει ακόμα νερό.» Οι βρύσες έτρεχαν κανονικά.

«Αυτό σημαίνει ότι καταλαβαίνουν τις ανάγκες μας,» συμπέρανε ο Κλάρεμαντ. «Δε θα μας αφήσουν να πεθάνουμε. Θα μας φέρουν φαγητό.»

Αλλά ο Σόλιρβακ και ο Κάζμεροντ δεν τον κοίταζαν σαν να τον πίστευαν.

Η Σολεράτ φωτογράφιζε το σαλόνι γι’ακόμα μια φορά. Αν και δεν θα μπορούσες πλέον να το αποκαλέσεις «σαλόνι»· είχε χάσει τελείως το παλιό του σχήμα. Ήταν γεμάτο καμπύλες, σχεδόν σφαιρικό. Και παράξενα μηχανήματα ήταν σ’όλους τους τοίχους. Στους υπόλοιπους χώρους του διαμερίσματος δεν υπήρχαν τόσα πολλά μηχανήματα. Οι πολεοπλάστες έμοιαζαν να θέλουν να διαμορφώσουν ετούτο το μέρος ως κέντρο κάποιου είδους.

Ο Κλάρεμαντ είπε: «Πιο πριν, ξέχασα να σας αναφέρω κάτι.»

Η Σολεράτ στράφηκε να τον κοιτάξει, καθώς όλοι τους ήταν καθισμένοι γύρω απ’το τραπέζι.

«Το διαμέρισμά μας δεν είναι το μόνο που μεταμορφώνουν,» συνέχισε ο οικομύστης.

«Είσαι σίγουρος;» είπε ο Νάρβολαμπ.

«Ναι. Το διαισθάνθηκα, όταν το μυαλό μου ήταν απλωμένο μες στην κυκλοικία. Υποθέτω, λοιπόν, ότι κι άλλοι ένοικοι είναι παγιδευμένοι.»

«Ίσως όλοι οι ένοικοι...»

«Δε νομίζω,» είπε ο Κλάρεμαντ. «Δε νομίζω ότι μεταμορφώνουν όλα τα διαμερίσματα. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.»

Ο Κάζμεροντ είπε: «Καλά, και πώς είναι δυνατόν κανείς να μην τα βλέπει αυτά; Πώς είναι δυνατόν να μην έχουν έρθει ακόμα για να μας σώσουν;»

«Θα τα έχουν δει. Οι αλλαγές δεν μπορεί να έχουν περάσει απαρατήρητες. Ούτε η απουσία μας μπορεί να έχει περάσει απαρατήρητη. Αλλά τι μπορούν να κάνουν;»

«Ας γκρεμίσουν τους τοίχους, γαμώτο!»

«Αυτό που λες το ξέρεις ότι δεν γίνεται ποτέ στα αρχαία οικοδομήματα–»

«Έχει γίνει, οικομύστη.»

«Ναι, αλλά σε πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις.» Ήταν έγκλημα να γκρεμίσεις μέρος των αρχαίων οικοδομημάτων, και η ποινή ήταν θάνατος. «Επιπλέον, δεν είναι εύκολο να γκρεμιστούν οι τοίχοι. Μπορεί το υλικό να μοιάζει με πέτρα αλλά είναι πέντε φορές πιο ανθεκτικό.»

Ο Κάζμεροντ κοπάνησε τη γροθιά του στο τραπέζι. «Γαμώ τα παπάρια του Κρόνου, γαμώ! Δε μπορούν να μας αφήσουν κλεισμένους εδώ μέσα! Οικομύστης είσαι, γαμώτο – κάνε κάτι!»

Ο Κλάρεμαντ αναστέναξε. Κοίταξε προς τα παράξενα μηχανήματα των πολεοπλαστών.

Η Σολεράτ έπιασε τον ώμο του. «Όχι,» είπε. «Μην τα αγγίξεις. Είναι επικίνδυνο.»

«Και πώς θα βγούμε, γαμώτο;» μούγκρισε ο Κάζμεροντ. «Ο οικομύστης–»

«Δε μπορεί να μας βοηθήσει έτσι!» τον διέκοψε, οργισμένα, η Σολεράτ. «Απλά θα πάθει τίποτα άσχημο. Ίσως αυτή τη φορά να τον σκοτώσουν!»

Ο Κάζμεροντ κοπάνησε ξανά τη γροθιά του στο τραπέζι και σηκώθηκε όρθιος.

«Ε!» είπε ο Νάρβολαμπ. «Ψύχραιμα.»

Ο Κάζμεροντ άρχισε να βηματίζει πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο (αν πλέον μπορούσε να ονομαστεί δωμάτιο).

Δύο πολεοπλάστες έπαψαν να δουλεύουν και του έκαναν νόημα με τις ουρές τους. Νόημα να έρθει προς το μέρος τους. Ο Κάζμεροντ κοκάλωσε, έμεινε ακίνητος. «Οικομύστη;...»

Οι πολεοπλάστες συνέχισαν να του γνέφουν.

«Μην πλησιάσεις,» του είπε ο Κλάρεμαντ, καθώς εκείνος κι οι υπόλοιποι σηκώνονταν γύρω απ’το τραπέζι.

Οι πολεοπλάστες – όχι αυτοί που είχαν κάνει νόημα· κάποιοι άλλοι· αρκετοί άλλοι – άρχισαν να τραβάνε τον τοίχο αντίκρυ στον Κάζμεροντ, και μια είσοδος δημιουργήθηκε. Οι δύο τού έγνεψαν ξανά να πλησιάσει.

Ο μισθοφόρος έριξε ένα βλέμμα στον οικομύστη, πάνω απ’τον ώμο του.

Ο Κλάρεμαντ κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Αλλά ο Κάζμεροντ τον αγνόησε· πέρασε μέσα από το άνοιγμα, μπαίνοντας σε μια σήραγγα η οποία φαινόταν να κυρτώνει.

«Στάσου!» του φώναξε ο Κλάρεμαντ, κι έκανε να τον ακολουθήσει.

Η Σολεράτ άρπαξε τον οικομύστη από τον αγκώνα. «Όχι!»

Πολεοπλάστες πετάχτηκαν ξαφνικά στο διάβα του Κλάρεμαντ, κουνώντας απειλητικά τις ουρές τους. Τα μικροσκοπικά μάτια τους φώτιζαν έντονα. Οι παράξενες, συριστικές φωνές τους αντηχούσαν.

Η είσοδος έκλεισε σαν ποτέ να μην είχε εμφανιστεί, και μια άλλη άνοιξε σ’έναν τοίχο παραδίπλα, ανάμεσα στα μηχανήματα. Μέσα της μια σκάλα φαινόταν. Οι πολεοπλάστες έγνεψαν στον Κλάρεμαντ να πάει προς τα εκεί.

Η Σολεράτ συνέχιζε να τον κρατά από τον αγκώνα. «Όχι,» του είπε. «Μείνε εδώ.» Φοβόταν πως κάτι πολύ άσχημο θα συνέβαινε. Ό,τι κι αν είχαν στα μικροσκοπικά, ενεργειακά μυαλά τους αυτά τα πλάσματα δεν της άρεσε καθόλου.

Ο Κλάρεμαντ δεν κινήθηκε, διστακτικός κι ίδιος. Καταλάβαινε, βέβαια, ότι βρίσκονταν στο έλεος των πολεοπλαστών, καταλάβαινε ότι μπορούσαν να τους σκοτώσουν αν ήθελαν. Αλλά αυτό τού έμοιαζε με παγίδα...

Οι πολεοπλάστες έδειχναν τώρα πιο έντονα προς το άνοιγμα, και οι συριστικές φωνές τους αντηχούσαν.

«Κλάρεμαντ,» είπε ο Νάρβολαμπ, «μην πας. Ίσως να θέλουν να μας χωρίσουν.»

Οι πολεοπλάστες έχασαν την υπομονή τους: τρεις απ’αυτούς τινάχτηκαν προς τη Σολεράτ, και οι ουρές τους χτύπησαν τα καλτσοντυμένα πόδια της. Εκείνη κραύγασε, νιώθοντας έντονα τσιμπήματα, νιώθοντας ενέργεια να τη διαπερνά και να μουδιάζει τα κάτω άκρα της. Σωριάστηκε στο πάτωμα, χτυπώντας επώδυνα τον ώμο της.

Ο Κλάρεμαντ γονάτισε δίπλα της. «Σολεράτ!»

«Οι καριόληδες...» γρύλισε εκείνη, στηριζόμενη στον αγκώνα της για να ανασηκωθεί.

Οι πολεοπλάστες τούς περικύκλωσαν, δείχνοντας στον οικομύστη το άνοιγμα που είχαν δημιουργήσει.

«Εντάξει,» τους είπε εκείνος. «Θα έρθω.»

«Όχι!» Η Σολεράτ άρπαξε τα ρούχα του μες στις γροθιές της.

«Πρέπει. Είμαστε στο έλεός τους.» Σηκώθηκε όρθιος, ξεφεύγοντας βίαια από τη λαβή της.

«Θα έρθω μαζί σου, τότε,» είπε η Σολεράτ, αν και δεν μπορούσε ακόμα να σηκωθεί.

«Θα πάω μόνος,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ. «Θα σας ξανασυναντήσω σύντομα,» πρόσθεσε, αν και δεν αισθανόταν καθόλου βέβαιος γι’αυτό.

«Οικομύστη!» είπε ο Νάρβολαμπ. «Μη φεύγεις. Αν χωριστούμε....»

Ο Κλάρεμαντ είδε ότι και αυτός και ο Σόλιρβακ είχαν τραβήξει τα πιστόλια τους. «Μην κάνετε καμια ανοησία,» τους είπε. «Δε μπορούμε να τα βάλουμε μαζί τους. Όχι ακόμα. Όχι έτσι.»

Και πέρασε το άνοιγμα, ανέβηκε τη σκάλα.

Ο τοίχος έκλεισε πίσω του σαν να ήταν κουρτίνα.

Η Σολεράτ κραύγασε, οργισμένη, προσπαθώντας να χτυπήσει με τις γροθιές της τους πολεοπλάστες που την περικύκλωναν. Εκείνοι εύκολα απέφευγαν τα χέρια της, κι έμοιαζαν να τη χλευάζουν, να την κοροϊδεύουν, κουνώντας τις ουρές τους πέρα-δώθε, αναβοσβήνοντας τα μάτια τους, βγάζοντας συριστικές φωνές. Και ένας πήδησε στον ώμο της και την κέντρισε, με την ουρά του, στο πλάι του λαιμού–

Η Σολεράτ ούρλιαξε, καθώς το σώμα της τρανταζόταν, και λιποθύμησε.

Κεφάλαιο 22

Μπήκαν στο τετράκυκλο όχημα και ο Νόρενταμπ άρχισε να οδηγεί, απομακρύνοντάς τους από τον Τρελοπόταμο.

«Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι αυτοί, όποιοι κι αν είναι, έκαναν τέτοια φασαρία για ν’αρπάξουν τον Διαβολόγατο,» είπε ο Αλκάμελ. «Εντάξει, ο γάτος είναι περίεργος, αλλά τι να τον κάνουν; Και πώς ξέρουν για τις αλλόκοτες ιδιότητές του; Δε βγάζει νόημα, Σεβασμιότατε–»

«Μη με λες Σεβασμιότατο.»

«–Είναι σαν να μας παρακολουθούσαν από καιρό. Από πριν από τη Νερ Έρντεραγ, θα έλεγε κανείς. Σαν να έχουν απίστευτα πολλές πληροφορίες για εμάς. Τι είναι; Μάντεις;»

Ο Νόρενταμπ δεν μίλησε. Ούτε και η Ευγενία, αλλά όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Αλκάμελ είχε δίκιο. Πώς είχαν τέτοιες πληροφορίες γι’αυτούς; Δε μπορεί να ήταν μια τυχαία συμμορία των δρόμων. Μόνο κάποια σαν εμένα θα μπορούσε να διακρίνει ότι κάτι περίεργο συμβαίνει με τον Διαβολόγατο, εκτός αν τον έχει παρατηρήσει από πολύ κοντά. Και η Ευγενία δεν νόμιζε ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι τον είχαν παρατηρήσει από κοντά. Αλλά είναι δυνατόν να έχουν δυνάμεις παρόμοιες με τις δικές μου; Ακόμα και η μαγεία δεν ήταν αρκετή για να εντοπίσεις ότι κάτι το ασυνήθιστο συνέβαινε με τον Διαβολόγατο. Είχε αποδειχτεί αυτό στην Τετραφύλακτη, με τη Σαρλότ’χοκ. Δεν μπορούσες να καταλάβεις τίποτα μ’ένα απλό ξόρκι ανίχνευσης.

Η Ευγενία κρατούσε τα βλέφαρά της κλειστά, καθώς τούτες οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της, για να ξεκουράζεται, να μη βλέπει τα ανέγνωρα, απειλητικά πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ. Τώρα, όμως, άνοιξε πάλι τα μάτια της. Πρέπει να συνηθίσω εδώ, συλλογίστηκε. Πρέπει να ξαναβρώ τις δυνάμεις μου, να πάψω να μπερδεύομαι από τα σημάδια της Πόλης και να τα κάνω δικά μου. Αλλιώς ποτέ δεν θα καταλάβω τι συμβαίνει στη Νερ Έρντεραγ. Ούτε πρόκειται να βρω τον Ρίκερελ...

*

Όταν έφτασαν στον Φιλόξενο, συνάντησαν τη Γιολάντα να τους περιμένει στο δίκλινο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Νόρενταμπ. Είχε την οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη ανοιχτή και παρακολουθούσε μια τοπική εκπομπή. Ο Διαβολόγατος δεν ήταν εδώ· ακόμα δεν είχε εμφανιστεί. Η Ευγενία ανησυχούσε λιγάκι γι’αυτόν, κι ο Αλκάμελ το ίδιο.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Γιολάντα, ντυμένη με το μεσοφόρι της και καθισμένη στο κρεβάτι, με τα πόδια της τυλιγμένα από κάτω της και την κουβέρτα ολόγυρά της.

«Ευτυχώς που δεν ήρθες,» είπε ο Νόρενταμπ. «Μας επιτέθηκαν.»

Τα μάτια της στένεψαν. «Τι;»

«Μας επιτέθηκαν,» επανέλαβε ο Νόρενταμπ, «για να κλέψουν τον γάτο.» Και της διηγήθηκε τι είχε συμβεί, ενώ ο Αλκάμελ άναβε τσιγάρο, με την πλάτη ακουμπισμένη σ’έναν τοίχο, και η Ευγενία καθόταν στην άκρη του κρεβατιού της Γιολάντας.

Ο Νόρενταμπ είχε καθίσει στο δικό του κρεβάτι, καθώς τελείωνε την ιστορία του, και τώρα είπε: «Βλέπεις, λοιπόν, που σου λέω ότι η πατρίδα μου μπορεί νάναι επικίνδυνη;»

Η Γιολάντα τούς κοίταξε όλους, τον έναν μετά τον άλλο. «Μου λέτε αλήθεια, έτσι; Δε μου τα λέτε αυτά απλά για να με τρομάξετε;»

Ο Αλκάμελ ρουθούνισε, φυσώντας καπνό. «Εντάξει,» είπε. «Αν θέλαμε να σε τρομάξουμε θα σκεφτόμασταν τίποτα πιο πειστικό, όχι ότι κάτι ανώμαλοι κυνηγάνε τον Διαβολόγατο.»

«Μα,» είπε η Γιολάντα, «γιατί να τον κυνηγάνε;»

Μετά από λίγη κουβέντα σχετικά μ’αυτό, δεν έφτασαν σε κανένα συμπέρασμα. Ο Νόρενταμπ δεν είχε ποτέ ξανά ακούσει να κυνηγάνε γάτους στη Νερ Έρντεραγ, για κανέναν λόγο, και δεν είχε να δώσει καμια πληροφορία. Η μόνη υπόθεση που, γενικά, μπορούσαν να κάνουν ήταν ότι κυνηγούσαν τον Διαβολόγατο λόγω των παράξενων ιδιοτήτων του. Αλλά πώς ήξεραν γι’αυτές τις ιδιότητες;

Η Γιολάντα, εν τω μεταξύ, κοίταζε την Ευγενία με περιέργεια, έκδηλα απορώντας για τις δικές της παράξενες ιδιότητες.

Η Ευγενία τη ρώτησε, φιλικά: «Γιατί με βλέπεις έτσι;»

«Ξέρεις γιατί σε βλέπω έτσι. Κάτι μού κρύβεις. Δε μπορώ να καταλάβω τι, αλλά κάτι μού κρύβεις, Ευγενία.»

«Πιστεύεις σε μύθους, Γιολάντα;»

Η γκαλερίστα συνοφρυώθηκε. «Τι σχέση έχει αυτό;»

«Έχεις ακούσει για τον μύθο των Θυγατέρων της Πόλης;»

Κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω.»

«Αλκάμελ,» ζήτησε η Ευγενία, «μπορείς να της φέρεις το βιβλίο που σου αγόρασα;»

«Πηγαίνω.» Ο Αλκάμελ είχε πια τελειώσει το τσιγάρο του, κι έφυγε από το δωμάτιο.

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε η Γιολάντα. «Γιατί να πρέπει να ξέρω για μύθους και γι’αυτές τις Θυγατέρες της Πόλης;»

Η Ευγενία έβγαλε τη δεξιά της μπότα και την κάλτσα της και, ακόμα καθισμένη στο κρεβάτι, έστρεψε το πέλμα της προς τη Γιολάντα. Το σημάδι των Θυγατέρων φαινόταν ανάγλυφο, όπως πάντα, λαμπυρίζοντας ελαφρά.

«Τι είν’ αυτό;» είπε η Γιολάντα.

«Το σημάδι που έχουν όλες οι Θυγατέρες της Πόλης.»

Η Γιολάντα την κοίταξε απορημένη.

«Είμαι μία από αυτές,» είπε η Ευγενία.

«Τι είναι; Κάποια οργάνωση;»

«Δεν είμαστε οργάνωση. Είμαστε μύθος.»

Ο Αλκάμελ, τότε, επέστρεψε μαζί με το βιβλίο Παλιά και Καινούργια Μυστήρια της Ρελκάμνια, και ο Διαβολόγατος τον ακολουθούσε. «Μαντέψτε ποιος φίλος με συνάντησε στο δωμάτιό μας;» είπε ο Αλκάμελ χαμογελώντας.

Ο γάτος πήδησε στην αγκαλιά της Ευγενίας.

«Κανείς δεν μπορεί να τον πιάσει αυτόν, αν δεν θέλει ο ίδιος να πιαστεί!» γέλασε ο Αλκάμελ, κι έδωσε το βιβλίο στη Γιολάντα.

Η γκαλερίστα ρώτησε: «Τι είν’ όλ’ αυτά, Ευγενία; Τι προσπαθείς να μου πεις;»

Η Θυγατέρα της Πόλης τής εξήγησε, με αρκετές λεπτομέρειες. Η Γιολάντα την άκουγε μοιάζοντας να μη μπορεί να την πιστέψει.

«Είναι αλήθεια,» τη διαβεβαίωσε η Ευγενία. «Όλα όσα σού λέω είναι αλήθεια.»

«Είσαι, δηλαδή, αθάνατη...»

«Δεν πεθαίνω από φυσικές αιτίες, αλλά μια σφαίρα μπορεί να με σκοτώσει όπως κι εσένα.» Η Ευγενία τράβηξε ένα στιλέτο μέσα απ’το πανωφόρι της, έσκισε την παλάμη της, κι έδειξε στη Γιολάντα πώς το τραύμα θεραπευόταν.

Εκείνη κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.

Η Ευγενία μειδίασε.

«Βλέπεις τι καλή ταχυδακτυλουργός είναι;» είπε ο Αλκάμελ.

«Με δουλεύετε, γαμώτο!» φώναξε η Γιολάντα, αναπηδώντας πάνω στο κρεβάτι της λες και την είχαν τσιμπήσει μαμούνια.

Ο Αλκάμελ γέλασε. «Ηρέμησε· πλάκα σού κάνω. Η Ευγενία όντως είναι αυτό που σου λέει. Μην της ζητήσεις να σ’το αποδείξει κι άλλο, γιατί θα μας βάλει πάλι να τη γδάρουμε απ’τους ώμους μέχρι τις πατούσες.»

Η Γιολάντα μόρφασε. «Τι;»

Η Ευγενία χαμογελούσε. «Σαχλαμάρες...» Και προς τη Γιολάντα: «Θα το εκτιμούσα αν δεν έλεγες σε κανέναν τίποτα για όσα σού είπα. Όχι πως κανένας πρόκειται να σε πιστέψει, ούτως ή άλλως. Οι Θυγατέρες της Πόλης είναι μύθος.»

*

Τα ξημερώματα, γλίστρησε έξω από το κρεβάτι της και ανέβηκε στο κρεβάτι του Αλκάμελ, μέσα στο πάπλωμά του. Είχε μια ημιονειρική όρεξη για έρωτα καθώς ξυπνούσε, κι εκείνος είχε ήδη δηλώσει παραπάνω από πρόθυμος να την ικανοποιήσει με την πρώτη ευκαιρία. Θα κρατούσε την υπόσχεσή του; Η Ευγενία τον φίλησε στην άκρη του στόματος ενώ ο Αλκάμελ ξυπνούσε από την παρουσία της δίπλα του. «Τι;» μουρμούρισε. Η Ευγενία τον φίλησε ξανά, στα χείλη, και ο Αλκάμελ γύρισε και την αγκάλιασε. Το χέρι του διέτρεξε τη ράχη της, γλίστρησε κάτω απ’την περισκελίδα, και την κατέβασε. Η Ευγενία έπιασε το όργανό του – ήταν ήδη ορθωμένο – και το οδήγησε μέσα της. Έκαναν έρωτα γυρισμένοι στο πλάι, γαντζωμένοι δυνατά ο ένας πάνω στον άλλο. Το δεξί της πόδι ήταν τυλιγμένο γύρω από τη μέση του. Όταν έφτασε σε οργασμό γρύλισε κοντά στ’αφτί του, και μετά τον αισθάνθηκε να τελειώνει μέσα της.

Έμειναν ακίνητοι για μερικές στιγμές, αγκαλιασμένοι, βαριανασαίνοντας.

Ύστερα, ο Αλκάμελ γύρισε ανάσκελα, γλιστρώντας έξω από την αγκαλιά της. «Ροχάλιζα και ήθελες να με σταματήσεις;» ρώτησε.

Η Ευγενία γέλασε· τράβηξε απότομα το μαξιλάρι κάτω απ’το κεφάλι του και ξάπλωσε μπρούμυτα, αγκαλιάζοντάς το. «Όχι,» είπε, «δεν ροχάλιζες.»

«Μάλιστα...» Ο Αλκάμελ έτριψε το πρόσωπό του, μουγκρίζοντας, και τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι. Μετά, σηκώθηκε και πήγε στο μπάνιο.

Η Ευγενία λαγοκοιμήθηκε για λίγο, μέχρι που τον άκουσε να επιστρέφει. Τότε άνοιξε τα μάτια της και πήγε κι εκείνη στο μπάνιο. Όταν τελείωσε, κάθισε στο κρεβάτι της κι άγγιξε τον τοίχο.

«Δε μ’αρέσει που με αντικαθιστάς με τοίχο,» είπε ο Αλκάμελ, καπνίζοντας.

Η Ευγενία γέλασε κοφτά. «Μη μ’ενοχλείς.»

«Συγνώμη...»

Η Ευγενία βρισκόταν πάλι σε επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις του οικοδομήματος, προσπαθώντας να τις κατανοήσει – τις μορφές τους, τις συχνότητές τους, την όλη τους ύπαρξη... Μετά από λίγο, συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να ταξιδέψει μέσα τους αν ήθελε. Όχι σωματικά. Νοητικά. Και το έκανε. Αισθάνθηκε το μυαλό της – τη νόησή της – να γλιστρά μέσα από τα χέρια της, από τις παλάμες της και τις άκριες των δαχτύλων της, και να τρέχει στο εσωτερικό των δομικών υλικών της κυκλοικίας. Ήταν... μια μαγευτική εμπειρία. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε συναντήσει κάτι παρόμοιο. Παρασύρθηκε. Έχασε την αίσθηση του χρόνου . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Ευγενία» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ένα ταρακούνημα στον ώμο. «Ευγενία!» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Είσαι καλά, γαμώτο;»

Μάζεψε το μυαλό της πίσω στο σώμα της και γύρισε να κοιτάξει τον Αλκάμελ, παίρνοντας τα χέρια της από τον τοίχο. «Τι;» ρώτησε, βραχνά, μουδιασμένα.

«Καλά, δεν ακούς που σου μιλάω;»

«Σε άκουσα.»

«Τον Νόρενταμπ τον άκουσες;»

Συνοφρυώθηκε, παραξενεμένη. Είχε τόσο πολύ απομακρυνθεί από το σώμα της; «Τον Νόρενταμπ;»

«Μας κάλεσε στον δίαυλο. Ρωτά τι θα κάνουμε σήμερα. Θα ξαναπάμε στον Τρελοπόταμο;»

Η Ευγενία ήταν σκεπτική. Θα είχε κανένα νόημα; Η Τάρελμαπ έτσι κι αλλιώς πηγαίνει εκεί μόνο τα απογεύματα. «Δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος, Αλκάμελ. Και ίσως νάναι κι επικίνδυνο–»

«Το ίδιο νομίζω κι εγώ. Εκείνοι οι παλαβοί μπορεί να μας παραφυλάνε.»

Η Ευγενία σηκώθηκε απ’το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται. «Πες στον Νόρενταμπ να έρθει εδώ. Θέλω να του μιλήσω.»

«Ορίστε,» σχολίασε ο Αλκάμελ, «μια φορά κάναμε έρωτα κι αμέσως μου κάνεις κουμάντο!»

Η Ευγενία γέλασε. «Άσε τις σαχλαμάρες.»

«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε σοβαρά.

«Τι;»

«Όταν βρούμε τον Ρίκερελ... θα του πεις για εμένα; Ή καλύτερα όχι; Εγώ δεν θα–»

«Περίμενε να τον βρούμε πρώτα, Αλκάμελ. Περίμενε να τον βρούμε πρώτα. Γιατί,» αναστέναξε, «δε νομίζω ότι θα είναι εύκολο. Κάτι δεν πάει καθόλου καλά σε τούτη τη συνοικία.»

«Σώπα.»

«Κι έχω την αίσθηση ότι εμείς, που η Νερ Έρντεραγ δεν είναι πατρίδα μας, το βλέπουμε πιο καθαρά αυτό απ’ό,τι ο Νόρενταμπ.»

Ο Αλκάμελ ένευσε. «Σίγουρα. Να τον καλέσω τώρα;»

«Ναι, κάλεσέ τον.» Είχε σχεδόν τελειώσει με το ντύσιμό της. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού για να βάλει τις κάλτσες της, κρύβοντας το σημάδι των Θυγατέρων κάτω από μαλακό ύφασμα.

Ο Νόρενταμπ δεν άργησε να έρθει, και ήταν κι αυτός ντυμένος και έτοιμος.

«Τι σου λέει η Γιολάντα;» τον ρώτησε η Ευγενία.

Εκείνος γέλασε. «Ακόμα δεν μπορεί να το πιστέψει. Και με κατακρίνει που δεν της είχα πει τίποτα από παλιά. ‘Γνωρίζεις ζωντανούς μύθους,’ μου είπε, ‘και δε μου λες τίποτα!’»

«Δίκιο έχει η γυναίκα,» σχολίασε ο Αλκάμελ, καθισμένος στο κρεβάτι του, με την πλάτη στον τοίχο και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του. «Παρεμπιπτόντως, ο Διαβολόγατος είναι μαζί σας;»

«Ναι, στο δωμάτιό μας.»

«Πώς βγήκε απ’το δικό μας δωμάτιο μες στη νύχτα είναι ένα από τα συνηθισμένα θαύματά του, υποθέτω...»

«Όπως και το πώς μπήκε στο δικό μας δωμάτιο,» είπε ο Νόρενταμπ. Και ρώτησε την Ευγενία: «Τι θα κάνουμε σήμερα;»

«Εσύ πες μου. Τι θα πρότεινες;»

«Φοβάμαι πως δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να προτείνω, Ευγενία. Θα μπορούσαμε να τριγυρίσουμε στους δρόμους... Να ρωτήσουμε, ίσως, και κάποιους παλιούς γνωστούς μου εδώ – αν και δεν νομίζω αυτοί να μπορούν να μας καθοδηγήσουν πουθενά...»

«Καλύτερα, λοιπόν, να με μάθεις τα σημάδια της Νερ Έρντεραγ. Θέλω να τα καταλάβω τέλεια, όπως ένας ντόπιος – κι ακόμα καλύτερα αν γίνεται.»

«Τότε,» είπε ο Νόρενταμπ ύστερα από μια στιγμή σκέψης, «χρειαζόμαστε έναν ψυχοτεχνουργό. Και γνωρίζω μία που θα μπορούσε να μας εξυπηρετήσει. Χωρίς κόστος, ελπίζω.»

«Παλιά αγαπημένη, ή απλώς φίλη;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

«Ξαδέλφη μου, βασικά.»

*

Το όνομά της ήταν Μίριλνατ Ζάοχαρ, και ο Νόρενταμπ την κάλεσε με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του. Εκείνη ακούστηκε από το μεγάφωνο να χαίρεται που τον άκουγε.

«Έχω να σε δω από τότε που ήσουν μικρός, Νόρενταμπ!»

«Δεν έχω ψηλώσει πολύ, πάντως.»

Η Μίριλνατ γέλασε. «Ναι, επειδή δεν ήσουν και τόσο μικρός. Αλλά έχουμε να μιλήσουμε πάνω από δέκα χρόνια, μα τον Κρόνο! Κι ακόμα απορώ γιατί έφυγες από τη Μεγάλη Χώρα. Κάποιοι μού λένε ότι έρχεσαι από δω κάπου-κάπου, αλλά ποτέ δεν με επισκέπτεσαι εμένα.»

«Συγνώμη γι’αυτό, Μίριλνατ. Η ζωή μου είναι... πολύ διαφορετική από των περισσότερων πολιτών της Μεγάλης Χώρας.»

«Φαντάζομαι...»

«Χρειάζομαι κάποια βοήθεια τώρα. Σχετική με το επάγγελμά σου.»

«Τι βοήθεια;»

«Έχω μια φίλη μαζί μου» – ο Νόρενταμπ λοξοκοίταξε την Ευγενία καθώς κρατούσε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό ανοιχτό μπροστά του – «η οποία θέλει να τη διδάξεις τα σημάδια των δρόμων. Δεν είναι από τα μέρη μας, κι αισθάνεται πολύ μπερδεμένη.»

Η Μίριλνατ αποκρίθηκε ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε – «αν και οι ξένοι ποτέ δεν μαθαίνουν τα σημάδια τόσο καλά όσο εμείς,» τόνισε – και τους έκλεισε ραντεβού μεθαύριο το απόγευμα.

«Πιο νωρίς δεν γίνεται;»

«Έχω άλλες δουλειές, Νόρενταμπ. Είναι ήδη κανονισμένες.»

«Εντάξει. Μεθαύριο το απόγευμα, τότε.»

«Επιτέλους θα σε ξαναδώ,» γέλασε η Μίριλνατ.

Όταν ο Νόρενταμπ έκλεισε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό, η Ευγενία είπε: «Χάνουμε χρόνο.» Ήταν καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού της, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο, ενώ εκείνος στεκόταν όρθιος. Είχε έρθει και η Γιολάντα τώρα στο δωμάτιο, και καθόταν κι αυτή στο κρεβάτι της Ευγενίας.

Ο Νόρενταμπ αποκρίθηκε: «Δε γίνεται να μάθεις γρήγορα τα σημάδια των δρόμων.»

Η Ευγενία αναστέναξε. «Μακάρι να ήμουν σίγουρη ότι ο Ρίκερελ είναι καλά, τουλάχιστον... Κι εδώ, έτσι όπως είναι η κατάσταση, δεν μπορώ να είμαι σίγουρη...» Καθάρισε τον λαιμό της. «Λοιπόν. Ας πάμε μια βόλτα, Νόρενταμπ. Γύρω από το ξενοδοχείο. Με τα πόδια. Και μου δείχνεις ό,τι μπορείς, ό,τι ξέρεις.»

Εκείνος ένευσε. «Εντάξει.»

Η Γιολάντα ρώτησε: «Να έρθω;»

«Έλα,» είπε ο Νόρενταμπ.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε, ξεπροβάλλοντας κάτω από το κρεβάτι του Αλκάμελ, ο οποίος είπε: «Αυτός μάλλον δεν θέλει νάρθει μαζί σας.»

«Και θα μείνεις εδώ για να τον φυλάς;» ρώτησε η Γιολάντα.

Ο Αλκάμελ δεν έμεινε πίσω· τους ακολούθησε. Και τελικά κι ο Διαβολόγατος ήρθε· απ’ό,τι φαινόταν, το νιαούρισμά του δεν ήταν διαμαρτυρία εναντίον της βόλτας.

Καθώς βάδιζαν στους δρόμους της Νερ Έρντεραγ, ο Νόρενταμπ τούς έδειχνε τα σημάδια με μεγάλη προσοχή, και η Ευγενία τα παρατηρούσε με εξίσου μεγάλη προσοχή, πιστεύοντας ότι, αν τα κατανοούσε απόλυτα, ίσως μετά να μπορούσε να καταλάβει και τ’άλλα πολεοσημάδια. Αν και αυτό, όσο η ώρα περνούσε, της έμοιαζε ολοένα και πιο απίθανο. Τα σημάδια του Νόρενταμπ ήταν καλά μόνο για να τ’ακολουθείς ως μονοπάτι· τίποτα περισσότερο.

Ή μήπως όχι; Μήπως απλά φοβάμαι να τα κοιτάξω με άλλο τρόπο; Μέχρι στιγμής η Ευγενία μπλόκαρε με το μυαλό της – με τις νοητικές τεχνικές που ήξερε – την επίδραση των πολεοσημαδιών για να μπορεί ν’αντέξει εδώ, να μην παραφρονήσει. Αν δεν το έκανε, πανικός θα την καταλάμβανε. Ίσως ακόμα και να λιποθυμούσε. Η αμυντική τακτική της, όμως, δεν την άφηνε να δει τις άλλες όψεις των σημαδιών που της έδειχνε ο Νόρενταμπ, συνειδητοποίησε τώρα.

Πρέπει ν’αλλάξω τον τρόπο που κοιτάζω την Πόλη, σκέφτηκε, καθώς το μεσημέρι πλησίαζε. Άφησε το μυαλό της ελεύθερο αλλά εστιασμένο στα σημάδια του Νόρενταμπ και μόνο. Τα υπόλοιπα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ άρχισαν αμέσως να τη χτυπούν βάναυσα – παγερές νοητικές λόγχες, παρανοϊκές συχνότητες, παράλογες αλληλουχίες, καταστροφικοί συλλογισμοί – αλλά η Ευγενία τα αγνόησε, όσο μπορούσε, ενώ συγχρόνως ένιωθε έναν τρομερό πονοκέφαλο να ξεκινά από την πίσω μεριά του κεφαλιού της. Έμεινε επικεντρωμένη στα σημάδια του Νόρενταμπ: και, ναι, όντως, δεν ήταν μονόπλευρα· δεν έδειχναν μόνο ένα μονοπάτι μες στην Πόλη. Είχαν κι άλλες όψεις, φυσικά. Αλλά οι πληροφορίες που έδιναν στην Ευγενία ήταν σκόρπιες και ελάχιστες. Αυτά τα σημάδια δεν ήταν αρκετά για να μπορέσει να κάνει τους συνειρμούς που έκανε συνήθως.

Ωστόσο, αυτή ήταν μια κάποια πρόοδος, νόμιζε. Ορισμένα πολεοσημάδια, τουλάχιστον, μπορώ να τα διαβάσω χωρίς το μυαλό μου να διαλύεται.

Όταν ο Νόρενταμπ πρότεινε να πάνε κάπου να φάνε για μεσημέρι, εκείνη διαφώνησε. Είπε ότι ήθελε να επιστρέψει στο ξενοδοχείο, να ξαπλώσει. Το κεφάλι της την πονούσε φριχτά, και ζαλιζόταν. «Πηγαίνετε εσείς να φάτε· εγώ θα ξεκουραστώ.»

«Ευγενία,» είπε ο Νόρενταμπ, «αν σε ενοχλεί αυτό που κάναμε, ίσως δεν θα έπρεπε να το ξανακάνουμε.»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Πρέπει να το ξανακάνουμε. Πολλές φορές. Πρέπει να συνηθίσω. Νομίζω ότι ίσως νάχω αρχίσει να καταλαβαίνω κάποια πράγματα. Πρέπει, Νόρενταμπ. Αλλιώς ποτέ δεν θα βρω τον Ρίκερελ.»

«Θα πάω μαζί της,» δήλωσε ο Αλκάμελ. «Πηγαίνετε εσείς να φάτε, και θα συναντηθούμε μετά.»

Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα συμφώνησαν. «Το ξενοδοχείο είναι προς τα εκεί,» είπε ο πρώτος, δείχνοντας.

Ο Αλκάμελ ένευσε. «Ναι, έχω καταλάβει πια πώς δουλεύει το σύστημα.»

Καθώς έκαναν να χωρίσουν, διάφορα οχήματα ήρθαν καταπάνω τους – και όχι μόνο οχήματα, αλλά και πεζοί. Ήταν σαν ξαφνικά ένας μαγνήτης να είχε παρουσιαστεί ανάμεσά τους ο οποίος παρέσερνε τους πάντες προς το μέρος του. Ο Αλκάμελ τράβηξε την Ευγενία μαζί του για να την πάρει από τον δρόμο ενός τετράκυκλου που ο οδηγός του πατούσε βιαστικά το φρένο κάνοντας τους μεταλλικούς τροχούς να ουρλιάζουν πάνω στο πλακόστρωτο. Ένα δίκυκλο πέρασε ανάμεσα από τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα, κι εκείνος βρέθηκε ξαφνικά πίσω από ένα φορτηγό. Φωνές αντηχούσαν από τους οδηγούς αλλά και από τους πεζούς: βρισιές, διαμαρτυρίες: Τι κάνεις, ρε; – Πού πας; – Τι γίνεται εδώ, τρελαθήκατε; – Ε! προσέχετε, κύριε!

Η Ευγενία παραπάτησε. Ζαλισμένη, άπλωσε το χέρι της και πιάστηκε από έναν στύλο, στηρίχτηκε εκεί. Τα πολεοσημάδια γύρω της είχαν γίνει δέκα φορές πιο τρομαχτικά από πριν, όπως και κάποια άλλη στιγμή τις προηγούμενες μέρες – πότε, όμως; πότε; – δεν θυμόταν – ήταν τόσο μπερδεμένη ξανά...

Αλλά ο Αλκάμελ δεν ήταν το ίδιο μπερδεμένος, παρότι η ξαφνική κίνηση στον δρόμο τού είχε προκαλέσει, ομολογουμένως, αρκετή σύγχυση. Είδε δύο άντρες να πηδάνε έξω από ένα τετράκυκλο όχημα και να τρέχουν, ενώ συγχρόνως δύο γυναίκες κι ένας άλλος άντρας έρχονταν από την αντίθετη μεριά. Τι σκατά κάνουν; απόρησε ο Αλκάμελ. Τι...; Αλλά μετά διέκρινε τον Διαβολόγατο μες στην αναταραχή. Ο Διαβολόγατος ήταν ανάμεσα σ’αυτούς που έτρεχαν. Έτρεχαν για να τον πιάσουν ξανά! Ήταν οι ίδιοι καριόληδες που είχαν παρουσιαστεί και τις άλλες φορές.

«Εεεε!» φώναξε ο Αλκάμελ, «σταματήστε!» κι έτρεξε καταπάνω τους. «Ο γάτος δεν είναι δικός σας!» Μια γυναίκα βρέθηκε απρόσμενα μπροστά του, και κουτρουβάλησαν μαζί στο πλακόστρωτο ενώ εκείνη ούρλιαζε τρομαγμένη. «Συγνώμη,» της είπε ο Αλκάμελ, αποπροσανατολισμένος, «συγνώμη.» Αλλά, όταν σηκώθηκε, οι παράξενοι τύποι είχαν γίνει άφαντοι. Και ούτε ο Διαβολόγατος φαινόταν πουθενά.

Τον είχαν απαγάγει αυτή τη φορά;

*

«Χα-χα-χα-χα!» γέλασε η Σκιουργός, καθισμένη μες στο φορτηγάκι, κρατώντας στον αέρα τον γάτο με τα ανομοιόχρωμα μάτια, με τα χέρια της κάτω από τα μπροστινά του πόδια. «Είσαι δικός μου τώρα, γλυκέ μου,» του χαμογέλασε. «Κανένας γάτος δεν μου λέει όχι εμένα. Ξέρεις ποια είμαι; Είμαι η Σκ–»

Ο παράξενος αίλουρος έβγαλε τα νύχια του και της γρατσούνισε τους πήχεις και τους καρπούς, σκίζοντας τα μανίκια της, κόβοντας ένα βραχιόλι και το λουράκι ενός ρολογιού, τινάζοντας αίματα. Η Σκιουργός τσύριξε, πιο πολύ από οργή παρά από πόνο, κι ο γάτος τής ξέφυγε και τινάχτηκε προς τη μπροστινή μεριά του οχήματος.

«Πιάστε τον!» ούρλιαξε η Σκιουργός.

Ο οδηγός αναφώνησε, ξαφνιασμένος, καθώς ο γάτος περνούσε πάνω απ’τον ώμο του και πηδούσε έξω απ’το μισάνοιχτο παράθυρο.

«Τι κάνεις, ρε ηλίθιε;» φώναξε η Σκιουργός. «Πιάστε τον, σας είπα! Πιάστε τον! Στρίψε! Στρίψε! Ακολούθησέ τον!»

Ο οδηγός έστριψε, προσπαθώντας ν’ακολουθήσει τον γάτο μες στην κίνηση των δρόμων της Μεγάλης Χώρας. Αλλά σύντομα τον έχασε. «Αρχόντισσά μου... είναι σαν... σαν να εξαφανίστηκε πίσω απ’τα σημάδια... πίσω από...»

«Σταμάτα το όχημα, βλάκα! Σταμάτα το όχημα,» πρόσταξε η Σκιουργός, που κοίταζε πάνω απ’τον ώμο του, αγνοώντας τα χέρια της που αιμορραγούσαν.

Ο οδηγός πάτησε το φρένο και οι μεταλλικοί τροχοί γρύλισαν πάνω στο πλακόστρωτο.

«Θα τον βρω μόνη μου,» είπε η Σκιουργός, και πήδησε έξω απ’το φορτηγάκι, έχοντας ήδη ανοίξει μια πλαϊνή πόρτα.

Μέσα στο πλήθος δεν ήταν τίποτα περισσότερο από άλλη μια γυναίκα, φαινομενικά. Αλλά δεν έπαυε να είναι η Σκιουργός· τα πολεοσημάδια την καθοδηγούσαν. Την καθοδηγούσαν προς τον γάτο. Θα τον έβρισκε! Θα τον έπιανε! Ήταν η Σκιουργός, και η Μεγάλη Χώρα ήταν το θέατρό της – το προσωπικό της θέατρο! Αν ήθελε αυτό το καταραμένο γατί να είναι δικό της, θα γινόταν δικό της!

Αλλά δεν άργησε να δει να συμβαίνει εκείνο που ο οδηγός είχε περιγράψει πριν από λίγο. Ο παράξενος αίλουρος έμοιαζε να γλιστρά πίσω από τα πολεοσημάδια. Μα δεν θα της ξέφευγε τόσο εύκολα! Για κάποια ώρα η Σκιουργός κατάφερνε να τον ακολουθεί, αν και ποτέ να τον πλησιάσει. Τελικά, όμως, τον έχασε. Η Μεγάλη Χώρα τον είχε καταπιεί.

Η Σκιουργός έσφιξε τις γροθιές της.

Τα χέρια της δεν αιμορραγούσαν πλέον. Δεν είχαν μείνει ούτε ουλές κάτω από τα κουρελιασμένα μανίκια της...

(ι΄)

Ο οικομύστης ανέβηκε τη σκάλα που ήταν λαξεμένη μέσα από τα βασικά υλικά της κυκλοικίας. Το βάδισμά του δεν ήταν αργό, αλλά ήταν, αναμφίβολα, επιφυλακτικό. Φοβόταν τι μπορεί να συναντούσε επάνω, μα ήξερε ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί την πρόσκληση των πολεοπλαστών. Θα τον ανάγκαζαν να έρθει, αν ήθελαν. Επιπλέον, μπορεί να έκαναν κακό στη Σολεράτ και στους άλλους. Και ο Κλάρεμαντ δεν θα το ανεχόταν αυτό. Δε θα επέτρεπε να πάθουν κακό εξαιτίας του – ειδικά η Σολεράτ. Κανονικά, κανένας τους δεν θα έπρεπε να βρισκόταν εδώ· η κυκλοικία ήταν δική του υπόθεση.

Φτάνοντας στην κορυφή της σκάλας, βρέθηκε σ’ένα δωμάτιο που αμφέβαλλε ότι υπήρχε στο αρχικό σχέδιο της κυκλοικίας – οι πολεοπλάστες είχαν αλλάξει πολύ τους χώρους του οικοδομήματος, δίχως αμφιβολία. Το δωμάτιο δεν είχε καμια διακόσμηση· έμοιαζε, αν μη τι άλλο, με σπηλιά σκαμμένη μέσα στη γη της Ρελκάμνια. Αλλά δεν υπήρχαν πέτρες τριγύρω, ούτε χώμα· μόνο τα βασικά υλικά του αρχαίου οικοδομήματος. Στο κέντρο του δωματίου ήταν ένα τραπέζι χωρίς πόδια· βωμό θύμιζε περισσότερο. Πλάι του, από τη μια μεριά, βρισκόταν μια καρέκλα, κι απ’την άλλη μεριά ένα πράγμα σαν σκαμνί. Κανένα από τα καθίσματα δεν είχε πόδια. Και όλα αυτά τα μονοκόμματα έπιπλα ήταν, φυσικά, καμωμένα από τα βασικά υλικά της κυκλοικίας.

Επάνω στο σκαμνί στεκόταν ένας πολεοπλάστης. Τα φωτεινά μάτια του ατένιζαν τον Κλάρεμαντ διαπεραστικά, και το χέρι του έδειξε την καρέκλα. Τριγύρω βρίσκονταν κι άλλοι πολεοπλάστες: στους τοίχους, στο ταβάνι, στο πάτωμα.

Τι είναι αυτός; Ο αρχηγός τους; αναρωτήθηκε ο Κλάρεμαντ. Θέλει να μιλήσουμε οι δυο μας; Πλησίασε την καρέκλα και κάθισε, με προσοχή, αν και ήξερε ότι ήταν ουσιαστικά ανόητο να είναι προσεχτικός: βρισκόταν πλήρως στο έλεός τους.

Ο πολεοπλάστης αντίκρυ του έδειξε τώρα το τραπέζι-βωμό ανάμεσά τους. Το ακούμπησε και με τα δύο χέρια.

Θέλει να το αγγίξω... Ο οικομύστης υπάκουσε. Έβαλε και τα δύο γαντοφορεμένα χέρια του πάνω στο τραπέζι, και το μυαλό του ήρθε σε επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις του αρχαίου οικοδομήματος. Αλλά όχι μόνο μ’αυτές. Ήρθε, επίσης, σε επαφή με τον νου του πολεοπλάστη αντίκρυ του.

Σε χαιρετώ, είπε το παράξενο πλάσμα, νοητικά, μιλώντας μια μη-γλώσσα την οποία ο Κλάρεμαντ κατανοούσε χωρίς λόγια στην πραγματικότητα, απλώς το μυαλό του, συνηθισμένο να καταλαβαίνει με λέξεις, τη μετέφραζε σε λόγια.

Σε χαιρετώ, αποκρίθηκε αμήχανα ο οικομύστης, με τον ίδιο εγκεφαλικό τρόπο.

Είσαι ο αρχηγός τους; ρώτησε ο πολεοπλάστης.

Ποιων;

Των άλλων ανθρώπων;

Δεν είμαι αρχηγός τους, απλώς είμαι οικομύστης.

Σε σέβονται, όμως· το καταλαβαίνουμε.

Επειδή είμαι οικομύστης.

Επειδή είσαι οικομύστης μπορείς να επικοινωνήσεις και μαζί μας και μαζί τους.

Έτσι φαίνεται. Τι είστε; Είστε οι πολεοπλάστες; Έχω διαβάσει μονάχα μια αναφορά για εσάς. Μια παλιά, πολύ παλιά αναφορά.

Οι άνθρωποι συχνά μας αποκαλούν έτσι – «πολεοπλάστες». Εμείς ονομάζουμε τους εαυτούς μας Ποιητές.

Ο πολεοπλάστης δεν χρησιμοποίησε καμια συγκεκριμένη λέξη, αλλά τη νοητική έννοια το μυαλό του Κλάρεμαντ τη μετέφρασε ως Ποιητές – κάποιοι που φτιάχνουν κάτι το οποίο θεωρούν έργο τέχνης. Με κεφαλαίο πι, πάντα με κεφαλαίο.

Είσαι ο αρχηγός τους;

Ο αρχηγός της φυλής μου.

Τι θέλετε από εμάς; Γιατί μας έχετε παγιδεύσει; Οι φίλοι μου θα πεθάνουν μες στο διαμέρισμα χωρίς τροφή – και τα τρόφιμά μας τελειώνουν.

Θα σας φέρουμε τρόφιμα· μη φοβάστε.

Γιατί μας κρατάτε εδώ; Έχετε παγιδεύσει κι άλλους μέσα στην κυκλοικία, έτσι δεν είναι;

Το γέλιο του πολεοπλάστη αντήχησε μέσα στο μυαλό του οικομύστη. Θα καταλάβεις. Μη βιάζεσαι. Εκείνο που θέλουμε από εσένα είναι να αποτελείς σύνδεσμο ανάμεσα σ’εμάς και τους ανθρώπους. Είσαι ο μόνος που μπορεί να το κάνει εδώ μέσα, απ’ό,τι καταλαβαίνουμε. Ο μόνος οικομύστης. Κανείς άλλος δεν μπορεί να έρθει σε νοητική επαφή μαζί μας, και τη φυσική γλώσσα μας δεν τη γνωρίζετε.

Ο Κλάρεμαντ είπε: Εντάξει, θα είμαι σύνδεσμός σας, αν θέλετε· δεν έχω πρόβλημα. Αλλά γιατί μας κρατάτε εδώ; Πες μου! Τι κάνετε στην κυκλοικία;

Ένα παιχνίδι. Ένα καινούργιο ποίημα, γέλασε ο πολεοπλάστης.

Δεν καταλαβαίνω.

Φτιάχνουμε ένα σκάφος, εξήγησε ο πολεοπλάστης: ένα πολύ μεγάλο, υπέροχο σκάφος!

Προσπαθείτε να μετατρέψετε την κυκλοικία σε σκάφος; Δεν είναι δυνατόν!

Δεν είσαι σε θέση να μας πεις τι είναι δυνατόν και τι όχι, οικομύστη· εμείς ποιήσαμε την πόλη σου!

...Τι εννοείς; Θες... θες να πεις ότι εσείς φτιάξατε τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας;

Πριν από πολύ καιρό.

Ο Κλάρεμαντ δεν ήξερε αν έπρεπε να το πιστέψει ή όχι. Οι πολεοπλάστες, πάντως, σίγουρα μπορούσαν πολύ εύκολα να... πλάσουν τα βασικά δομικά υλικά της κυκλοικίας. Ρώτησε το πλάσμα αντίκρυ του: Κι όταν έχετε μεταμορφώσει την κυκλοικία σε σκάφος, τότε τι θα κάνετε;

Θα δεις, ήταν η μόνη απάντηση που έδωσε ο φύλαρχος, και η ουρά του κουνήθηκε πέρα-δώθε, από ενθουσιασμό ίσως. Ή, μήπως, απειλητικά;

Εμάς γιατί δεν μας αφήνετε να φύγουμε; Φοβάστε ότι θα ειδοποιήσουμε κάποιους; Τις αρχές της Μεγάλης Χώρας;

Όχι, είπε ο πολεοπλάστης. Σας χρειαζόμαστε.

Γιατί;

Για καύσιμα.

Ο Κλάρεμαντ ήταν σίγουρος πως το μυαλό του κάτι δεν είχε μεταφράσει σωστά. Αποκλείεται ο φύλαρχος των πολεοπλαστών να έλεγε αυτό το πράγμα. Κάτι άλλο, αναμφίβολα, εννοούσε.

Δεν καταλαβαίνω. Τι καύσιμα; Τι εννοείς λέγοντας «καύσιμα»;

Θα προσφέρετε κινητική δύναμη στο σκάφος μας, εξήγησε ο πολεοπλάστης. Αστείρευτη κινητική δύναμη. Θα ταξιδέψουμε μαζί σας σ’όλη τη Ρελκάμνια!

Ο Κλάρεμαντ αισθάνθηκε τρόμο να τον διατρέχει, γιατί νόμιζε ότι τώρα καταλάβαινε. Οι πολεοπλάστες θα χρησιμοποιούσαν την ψυχόδραση των παγιδευμένων ανθρώπων της κυκλοικίας για να την κινούν αφού την είχαν μετατρέψει σε κάποιου είδους σκάφος!

Ο φύλαρχος, έχοντας μάλλον κατανοήσει κάτι από τους βαθύτερους συλλογισμούς του οικομύστη μέσω της νοητικής επαφής τους, γέλασε. Θα είσαι ο αρχηγός των ανθρώπων, του είπε. Θα είσαι η γέφυρα ανάμεσα σ’εμάς και σ’αυτούς. Είναι μεγάλη τιμή για εσένα, οικομύστη. Είμαστε οι Ποιητές. Είμαστε εκείνοι που έφτιαξαν το περιβάλλον όπου εξελίσσονται οι ζωές που θεωρείτε τόσο σημαντικές.

Κι αν αρνηθώ να είμαι... γέφυρα ανάμεσα σ’εσάς και τους ανθρώπους; ρώτησε ο Κλάρεμαντ.

Τόσο το χειρότερο... για όλους σας, αποκρίθηκε ο φύλαρχος, και τα φωτεινά του μάτια άστραψαν, ενώ η ουρά του πήρε κλίση σαν λεπίδα έτοιμη να σπαθίσει.

Ο Κλάρεμαντ αναστέναξε. Δε φαίνεται να έχω και πολλές επιλογές... Άρχοντά μου.

Έχεις αρχίσει να αντιλαμβάνεσαι πλήρως τη θέση σου, οικομύστη, αποκρίθηκε ο πολεοπλάστης.

Μπορώ να φύγω τώρα; Να κατεβώ στους άλλους;

Όχι. Θα μείνεις εδώ. Θα τους ξαναεπισκεφτείς όταν υπάρχει λόγος να επικοινωνήσουμε μαζί τους.

Χρειάζομαι τροφή, και νερό. Τίποτα απ’αυτά δεν φαίνεται να υπάρχει εδώ.

Μην ανησυχείς, οικομύστη· οι Ποιητές θα φροντίσουν για όλες σου τις ανθρώπινες ανάγκες. Και οι πολεοπλάστες που βρίσκονταν τριγύρω άρχισαν να εργάζονται, κεντρίζοντας τους τοίχους με τις ουρές τους, τραβώντας τους με τα χέρια τους, αναμορφώνοντάς τους. Θα έχεις ό,τι ζητήσεις. Αρκεί να είσαι συνεργάσιμος.

Να κάνω μια ερώτηση;

Φυσικά.

Τον Κάζμεροντ – τον μισθοφόρο που πήρατε πριν από εμένα – που τον πήγατε;

Τον είδαμε... ανήσυχο.

Ήταν φυσικό να έχει πανικοβληθεί. Πού τον πήγατε; Μην τον σκοτώσετε· δεν μπορεί να σας–

Κανέναν δεν πρόκειται να σκοτώσουμε, οικομύστη. Αυτό θα ήταν πολύ αντιοικονομικό. Και δεν θα είχε καθόλου καλό γούστο.

Πού τον πήγατε; επέμεινε ο Κλάρεμαντ.

Ο φύλαρχος των πολεοπλαστών γέλασε. Μαζί με μερικούς άλλους ανήσυχους. Θα είναι οι πρώτοι που θα δώσουν καύσιμα στο σκάφος μας.

Θα απομυζήσετε την ψυχόδρασή τους...

Θα τους αφήσουμε να ζήσουν, σε διαβεβαιώνω. Η ψυχική δύναμη των ανθρώπων αναπληρώνεται από μόνη της, με τον χρόνο. Είναι μια καταπληκτική μορφή ενέργειας. Δυστυχώς, όχι τόσο ισχυρή όσο άλλες, πιο... δραστικές· αλλά και πάλι – μας κάνει. Το σκάφος μας θα είναι φτιαγμένο για να κινείται μ’αυτήν, όπως η κυκλοικία ήταν φτιαγμένη για να τη δέχεται. Ξεκουράσου όμως τώρα, οικομύστη. Θα ξανασυζητήσουμε άλλη στιγμή.

Πώς είναι το όνομά σου;

Όπως με είπες πριν, αποκρίθηκε το πλάσμα και πήδησε από το σκαμνί, απομακρυνόμενο από τον Κλάρεμαντ. Βούλιαξε μες στο πάτωμα κι εξαφανίστηκε.

Πώς τον είχε πει πριν; Α, ναι. Άρχοντά μου...

Ο Κλάρεμαντ πήρε τα χέρια του από το μονοκόμματο τραπέζι, κι έστρεψε το βλέμμα του προς την είσοδο από την οποία είχε έρθει– Δεν υπήρχε κανένα άνοιγμα πλέον εκεί. Ήταν παγιδευμένος.

Οι πολεοπλάστες εργάζονταν πυρετωδώς ολόγυρά του...

*

Η Σολεράτ συνήλθε.

Ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, και τώρα μπορούσε να αισθανθεί τα πόδια της. Δεν ήταν τελείως μουδιασμένα πια. Αλλά ένιωθε ακόμα κάτι ξαφνικά τσιμπήματα επάνω τους. Ανασηκώθηκε, στηριζόμενη στους αγκώνες, και είδε ότι οι κάλτσες της ήταν κουρελιασμένες από την ενέργεια των πολεοπλαστών που την είχε χτυπήσει.

«Σολεράτ.» Ο Νάρβολαμπ σηκώθηκε από την πολυθρόνα και την πλησίασε. «Πώς αισθάνεσαι;»

«Πού είναι ο Κλάρεμαντ;»

«Έφυγε. Τον πήραν οι πολεοπλάστες.»

Ναι, σωστά... Τον είχε δει να περνά το άνοιγμα και ν’ανεβαίνει τη σκάλα, προτού τη χτυπήσουν και λιποθυμήσει. «Δεν έχει επιστρέψει ακόμα...» είπε σαν να μονολογούσε.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Νάρβολαμπ. «Δυστυχώς.»

«Ούτε ο Κάζμεροντ;»

«Ούτε αυτός.»

«Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος.» Η Σολεράτ κατέβασε τα πόδια της στο πάτωμα κι αισθάνθηκε σαν δεκάδες βελόνες να τσίμπησαν τις πατούσες και τους αστραγάλους της. Ωστόσο, μπορούσε να κινήσει τα δάχτυλά της άνετα, κι ένιωθε κανονικά το δάπεδο από κάτω της. «Τι θα κάνουμε, Νάρβολαμπ;» Αναστέναξε. «Πρέπει να βρούμε τον Κλάρεμαντ.»

«Δε νομίζω ότι αυτό είναι εφικτό,» είπε ο μισθοφόρος, και κάθισε ξανά στην πολυθρόνα.

«Ας περιμένουμε, λοιπόν, να μας ξεπαστρέψουν όλους, έναν-έναν!» αντήχησε η φωνή του Σόλιρβακ από δίπλα· και η Σολεράτ στράφηκε για να τον δει καθισμένο στο τραπέζι μαζί με τον Νόρενταμπ.

Ο Νάρβολαμπ δεν του μίλησε.

Οι πολεοπλάστες εργάζονταν σ’ολόκληρο το δωμάτιο, όπως και πριν, μεταμορφώνοντάς το, τελειοποιώντας το. Ήταν πλέον σφαιρικό, παρατήρησε η Σολεράτ. Και ρώτησε τον Νάρβολαμπ: «Πόσες ώρες ήμουν λιπόθυμη;»

«Μιάμιση ώρα, περίπου.»

«Ας κάνουμε υπομονή,» είπε ο Νόρενταμπ. «Μπορεί ο οικομύστης και ο Κάζμεροντ να επιστρέψουν–»

«Δεν πρόκειται να επιστρέψουν· τους πήραν για να τους σκοτώσουν, μάλλον!» τον διέκοψε ο Σόλιρβακ.

«Γιατί;» είπε ο Νάρβολαμπ. «Ντρέπονταν να τους σκοτώσουν μπροστά μας;»

«Δεν τους πήραν, πάντως, για κανέναν καλό λόγο, είμαι σίγ–»

«Δεν το ξέρεις αυτό!» γρύλισε η Σολεράτ, οργισμένη. Φοβόταν για τον Κλάρεμαντ. «Δεν ξέρεις τι τους θέλουν! Δε μπορείς ούτε καν να υποθέσεις!»

«Ας κάνουμε υπομονή,» επέμεινε ο Νόρενταμπ.

«Ναι,» γέλασε νευρικά ο Σόλιρβακ – το γέλιο του ανθρώπου που βρίσκεται στα όρια της παραφροσύνης – «λες κι έχουμε κι άλλη επιλογή...»

*

Ακόμα μια μέρα πέρασε, ενώ ήταν όλοι τους κλεισμένοι στο διαμέρισμα, και ώς το βράδυ οι πολεοπλάστες είχαν τελειοποιήσει τον χώρο. Αποτελείτο από τέσσερις αλληλοσυνδεόμενες σφαίρες: η μία (κάποτε το σαλόνι) ήταν γεμάτη με τα παράξενα μηχανήματα· η δεύτερη ήταν θάλαμος για να κοιμούνται οι άνθρωποι (είχε τέσσερα κρεβάτια καμωμένα από τα υλικά της κυκλοικίας, και στρώματα και μαξιλάρια από τα υπάρχοντα του Νόρενταμπ είχαν μεταφερθεί εκεί)· η τρίτη σφαίρα ήταν τουαλέτα και μπάνιο· η τέταρτη ήταν κουζίνα – την οποία οι πολεοπλάστες γέμισαν με φαγητά: από άλλα διαμερίσματα της κυκλοικίας, πιθανώς. Το πιο παράξενο απ’όλα, ωστόσο, ήταν ότι μέσα στις τέσσερις σφαίρες δεν υπήρχαν οι συνηθισμένες ελκτικές δυνάμεις που θα περίμενε κανείς. Δεν μπορούσες να βαδίσεις μόνο στο πάτωμα. Μπορούσες να βαδίσεις σ’ολόκληρη τη σφαίρα. Οι έννοιες πάτωμα, τοίχος, ταβάνι είχαν μπλεχτεί μεταξύ τους.

Παρ’όλ’ αυτά τα θαύματα που έκαναν, όμως, οι πολεοπλάστες δεν επέστρεψαν τον Κάζμεροντ και τον Κλάρεμαντ, και η Σολεράτ αισθανόταν τα νεύρα της τσιτωμένα κι έναν κόμπο μέσα στα σωθικά της από την ανησυχία της για τον οικομύστη. Δεν μπορούσε να φάει τίποτα από τα φαγητά που τους είχαν φέρει, παρότι οι άλλοι έπεσαν πάνω τους σαν πεινασμένα σκυλιά των δρόμων. Χρησιμοποιώντας τη φωτογραφική μηχανή της, τράβηξε μερικές ακόμα φωτογραφίες. Όχι πως είχε πολλές ελπίδες ότι πρόκειται να ζούσε για να τις δημοσιεύσει...

*

Στον έξω κόσμο, στη Μεγάλη Χώρα, οι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε με την κυκλοικία. Ούτε καν οι οικομύστες. Ήταν τελείως μπερδεμένοι.

Κι ακόμα τέσσερα διαμερίσματα είχαν εξαφανιστεί, παγιδεύοντας ανθρώπους μέσα.

Πολλοί από τους ενοίκους της κυκλοικίας είχαν ήδη εγκαταλείψει το μεγάλο οικοδόμημα, και τώρα, που κι άλλα διαμερίσματα χάθηκαν, το εγκατέλειψαν περισσότεροι. Πήγαν σε ξενοδοχεία.

Και οι πολεοπλάστες αποφάσισαν πως ήταν ώρα να σφραγίσουν την είσοδο της κυκλοικίας. Την έκλεισαν ενώ ήταν νύχτα και οι άνθρωποι του Άριστου Κυβερνήτη εξακολουθούσαν να βρίσκονται μέσα. Επίσης, άρχισαν να κλείνουν όλα τα παράθυρα κι όλες τις μπαλκονόπορτες που μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει για να δραπετεύσει από το οικοδόμημα.

Πανικός επικράτησε μέσα στην κυκλοικία, καθώς απομονωνόταν από τον έξω κόσμο. Και όσοι επιχειρούσαν να επικοινωνήσουν με τη χρήση τηλεπικοινωνιακών συσκευών ανακάλυπταν ότι οι συσκευές τους είχαν πάψει να λειτουργούν, σαν τα καλώδια να είχαν κοπεί, ή σαν να υπήρχε κάτι γύρω τους που μπλόκαρε κάθε τηλεπικοινωνιακή συχνότητα.

Ο οικομύστης που ήταν, αυτή την ώρα, μαζί με τους ανθρώπους του Άριστου Κυβερνήτη άγγιξε τους τοίχους του οικοδομήματος, προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε. Οι σύντροφοί του, τότε, τον είδαν να κραυγάζει άναρθρα και να τραντάζεται, σαν κάποιου είδους ενεργειακό ρεύμα να τον είχε χτυπήσει, προτού σωριαστεί στο πάτωμα και μείνει ακίνητος.

Ένας άντρας γονάτισε δίπλα του, αγγίζοντας τον λαιμό του. «Ζωντανός είναι,» είπε.

Αλλά αυτό δεν καθησύχασε κανέναν τους.

Κεφάλαιο 23

Το σχέδιο άλλαξε. Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα δεν πήγαν σε εστιατόριο για φαγητό· επέστρεψαν στο ξενοδοχείο μαζί με τον Αλκάμελ και την Ευγενία. Ανέβηκαν όλοι στο δίκλινο δωμάτιό τους.

«Οι γαμιόληδες άρπαξαν τον γάτο!» είπε ο Αλκάμελ.

«Πού το ξέρεις ότι ήταν αυτοί που τον ήθελαν;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Αυτοί ήταν, οι γαμημένοι αδελφοί του Σκοτοδαίμονος! Τους είδα να βγαίνουν και να τρέχουν καταπάνω στον γάτο από δυο μεριές.»

«Και τους είδες, επίσης, να τον πιάνουν, Αλκάμελ;» είπε ο Νόρενταμπ. «Είσαι σίγουρος ότι δεν τους ξέφυγε ξανά;»

«Δεν τους είδα να τον πιάνουν, γιατί σκόνταψα πάνω σε μια τυχαία γυναίκα, αλλά, ναι, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι τον έπιασαν.»

Η Ευγενία δεν μιλούσε· ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, γυρισμένη στο πλάι, με τα γόνατα υψωμένα και τα χέρια της να κρατάνε το κεφάλι της, υποφέροντας ακόμα από τον πονοκέφαλο.

«Μπορεί και να μην τον έπιασαν, όμως,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Τον βλέπεις νάναι εδώ;»

«Και χτες είχε εξαφανιστεί, αλλά μετά εμφανίστηκε πάλι.»

«Εγώ δεν καταλαβαίνω κάτι,» παρενέβη η Γιολάντα. «Όποιοι κι αν είναι αυτοί που θέλουν τον γάτο, πώς δημιούργησαν όλη εκείνη την αναστάτωση στο δρόμο; Είναι δυνατόν νάχουν τόσους πολλούς πράκτορες εδώ;» Και κοίταζε τον Νόρενταμπ καθώς το ρωτούσε αυτό.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος, προβληματισμένα. «Ίσως να ήταν τυχαίο... Δεν ξέρω.»

Ο Αλκάμελ ρουθούνισε. «Τυχαίο; Αποκλείεται.» Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της Ευγενίας. «Δεν μπορεί. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Είναι εξωφρενικό. Όλ’ αυτά τα οχήματα και οι πεζοί ήρθαν καταπάνω μας, σαν... σαν κάτι να τους τραβούσε εκεί. Με παραφυσική δραστηριότητα έμοιαζε. Ή έχω άδικο;» ρώτησε τον Νόρενταμπ.

Ο τζογαδόρος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν έχεις άδικο. Όντως, ήταν πολύ παράξενο...» Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του Αλκάμελ. «Μόνο μύθοι υπάρχουν για τέτοια πράγματα. Ότι κάποιοι μπορούν, χρησιμοποιώντας ψυχόδραση, να επηρεάσουν τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας έτσι ώστε να δημιουργήσουν τέτοιου είδους παράδοξα αποτελέσματα, αλλοιώνοντας ουσιαστικά τα σημάδια που βλέπουμε στους δρόμους.»

Η Γιολάντα κάθισε δίπλα στον Νόρενταμπ, αμίλητα, διπλώνοντας το ένα της πόδι από κάτω της. Ο Αλκάμελ ήταν επίσης σιωπηλός.

Ο Νόρενταμπ συνέχισε: «Τέτοια πράγματα φημολογείται ότι μπορούν να κάνουν οι Πολεοτέχνες και η Σκιουργός...»

«Η Σκιουργός;» είπε ο Αλκάμελ.

«Η αρχηγός των Πολεοτεχνών, σύμφωνα με τον μύθο.»

«Είσαι σίγουρος ότι είναι μύθος;»

«Μύθος είναι, Αλκάμελ· δεν μπορεί νάναι τίποτ’ άλ–»

«Και η Ευγενία ‘μύθος’ είναι, Σεβασμιότατε.»

«Μη με λες Σεβασμιότατο.»

«Οι Θυγατέρες της Πόλης είναι μύθος. Αλλά υπάρχουν.»

Ο Νόρενταμπ αναστέναξε, κουνώντας πάλι το κεφάλι. «Οι Πολεοτέχνες θέλουν τον Διαβολόγατο... αν όντως υπάρχουν. Γιατί να τον θέλουν;»

«Επειδή είναι περίεργοι αυτοί και είναι περίεργος κι αυτός;»

«Δεν ξέρω, Αλκάμελ. Μου μοιάζει... μη πραγματικό.»

Η Ευγενία, παρά τον πονοκέφαλό της, τους άκουγε· και τώρα ρώτησε, με βραχνή, κουρασμένη φωνή: «Νόρενταμπ, οι Πολεοτέχνες θα μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο Διαβολόγατος έχει τις ιδιότητες που διακρίνω κι εγώ;»

«Τι να σου πω; Δεν...» Κόμπιασε.

Η Ευγενία είπε: «Αν οι Πολεοτέχνες είναι πραγματικοί, Νόρενταμπ, ίσως να βλέπουν πολύ περισσότερα σημάδια απ’ό,τι έχεις μάθει να βλέπεις εσύ για να βρίσκεις τον δρόμο σου εδώ πέρα.»

«Δεν... Δεν ξέρω. Δε νομίζω, Ευγενία. Τα μόνα σημάδια που διδασκόμαστε από τους ψυχοτεχνουργούς είναι αυτά που μας χρειάζονται για να διασχίζουμε με ασφάλεια τη Μεγάλη Χώρα. Ούτε οι ίδιοι οι ψυχοτεχνουργοί δεν βλέπουν σημάδια σαν αυτά που εννοείς εσύ – σημάδια της Πόλης, πολεοσημάδια. Μόνο...» Σταμάτησε, συλλογισμένος.

«Τι;» ρώτησε η Ευγενία, κι ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι.

«Μόνο οι πολεοσκόποι ίσως να βλέπουν τέτοια σημάδια. Αλλά κι αυτοί μύθος είναι,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Πολεοσκόποι;»

«Ναι. Δεν είναι κάποιου είδους μυθική οργάνωση, όπως οι Πολεοτέχνες. Είναι, υποτίθεται, όπως οι οικομύστες ή οι ψυχοτεχνουργοί. Παρακολουθώντας τα σημάδια στη Μεγάλη Χώρα μπορούν να κάνουν διάφορες μαντείες και προβλέψεις. Αλλά ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που ισχυρίζονται πως έχουν δει πολεοσκόπο, και οι περισσότεροι τούς θεωρούν μύθο.»

«Πολλοί μύθοι υπάρχουν στη Νερ Έρντεραγ,» σχολίασε ο Αλκάμελ.

«Πολλοί μύθοι υπάρχουν παντού στην Ατέρμονη Πολιτεία,» του είπε ο Νόρενταμπ.

Η Ευγενία είπε: «Αν οι πολεοσκόποι είναι αληθινοί, τότε πιθανώς να διακρίνουν τα πολεοσημάδια που διακρίνω κι εγώ στην υπόλοιπη Ρελκάμνια· ή παρόμοια πολεοσημάδια. Επομένως, θα μπορούν να δουν ότι ο Διαβολόγατος δεν είναι ένας κανονικός γάτος.»

«Κι εγώ το βλέπω αυτό,» είπε ο Αλκάμελ.

«Όχι, όμως, με μια τυχαία μάτια. Το βλέπεις εκ του αποτελέσματος.»

«Το συμπέρασμα είναι, λοιπόν, ότι πολεοσκόποι κυνηγάνε τον Διαβολόγατο;»

«Ή, τουλάχιστον, αυτοί που τον κυνηγάνε έχουν πολεοσκόπους μαζί τους.»

«Μισό λεπτό,» είπε ο Νόρενταμπ. «Δεν είναι βέβαιο ότι οι πολεοσκόποι υπάρχουν.»

«Ούτε για τη Νερ Έρντεραγ ήμουν βέβαιος ότι υπήρχε,» είπε ο Αλκάμελ, «μέχρι που ήρθα εδώ.»

«Αυτό δεν είναι καθόλου το ίδιο.»

«Τι διαφορά έχει;»

Για μερικές στιγμές, έμειναν όλοι σιωπηλοί.

Μετά, η Γιολάντα είπε, ξαφνιάζοντάς τους: «Τι θα γίνει τώρα; Θα πάμε να φάμε ή όχι;»

*

Παράγγειλαν φαγητό στο δωμάτιο και έφαγαν εκεί. Η Ευγενία άρχισε να αισθάνεται καλύτερα· ο πονοκέφαλός της υποχωρούσε. «Το απόγευμα,» είπε στον Νόρενταμπ, «θα βγούμε πάλι να κάνουμε βόλτα.»

«Θα μπορείς;»

«Θα μπορώ.» Δε νόμιζε ότι θα έβρισκε τον Ρίκερελ αν δεν κατάφερνε να διακρίνει τα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ όπως και τα πολεοσημάδια στην υπόλοιπη Ρελκάμνια.

Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα έφυγαν τελικά απ’το δωμάτιο της Ευγενίας και του Αλκάμελ, πηγαίνοντας στο δικό τους. Αλλά ο τζογαδόρος σύντομα επέστρεψε, χτυπώντας την πόρτα.

Ο Αλκάμελ τού άνοιξε. «Τι είναι;»

«Ο Διαβολόγατος είναι στο δωμάτιό μας.»

Ο Αλκάμελ γέλασε. «Το ήξερα! Κανείς δεν μπορεί να τον πιάσει αυτόν. Είναι χτυπημένος;» ρώτησε.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ, κι έφυγε.

Ο Αλκάμελ έκλεισε την πόρτα κι επέστρεψε στο κρεβάτι του. «Τον άκουσες, έτσι;»

«Ναι,» είπε η Ευγενία, κουκουλωμένη στο πάπλωμά της.

Σύντομα την πήρε ο ύπνος, και ξύπνησε όταν ήταν απόγευμα. Το κεφάλι της δεν την πονούσε πια.

Ο Αλκάμελ καθόταν στο κρεβάτι του και διάβαζε τα Παλιά και Καινούργια Μυστήρια της Ρελκάμνια. «Πώς είσαι;» τη ρώτησε.

«Καλά.»

«Ξέρεις τι ψάχνω;»

«Τι;»

«Μήπως έχει καμια αναφορά εδώ μέσα γι’αυτούς τους Πολεοτέχνες και τη Σκιουργό τους.»

«Δεν έχει.»

«Το ξέρεις, ε;»

«Το έχω διαβάσει το βιβλίο παραπάνω από μια φορά.»

Ο Αλκάμελ το έκλεισε και το άφησε παραδίπλα. «Ο κόσμος, πάντως, πιστεύει σε τρελές μαλακίες,» παρατήρησε, αναφερόμενος προφανώς σ’αυτά που είχε διαβάσει.

Η Ευγενία μειδίασε. «Όπως τον μύθο για τις Θυγατέρες της Πόλης;»

«Ακριβώς.» Άναψε τσιγάρο.

Και η Ευγενία άναψε τσιγάρο. Όταν το τελείωσε, το έσβησε στο τασάκι στο κομοδίνο και άγγιξε τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι της. Ήρθε σε επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις της σφαιροικίας του ξενοδοχείου, κι έμεινε γι’αρκετή ώρα εκεί, μαζί τους. Προσπαθώντας να τις συνηθίσει. Δεν τις αισθανόταν εχθρικές, όπως τα πολεοσημάδια στους δρόμους· απλώς ήταν κάτι το καινούργιο για εκείνη. Και ήταν βέβαιη πως συνδέονταν με τα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ. Επομένως, συνηθίζοντας την ψυχόδραση των οικοδομημάτων, ίσως να συνήθιζε και τα σημάδια των δρόμων.

Ο Αλκάμελ καθόταν στο κρεβάτι του και την έβλεπε να ακουμπά τον τοίχο με τα μάτια της κλειστά. Απορούσε τι καταλάβαινε. Και είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η Νερ Έρντεραγ αλλοίωνε σταδιακά το μυαλό της Θυγατέρας της Πόλης ώσπου να την τρελάνει. Ήταν να αποκλείεις οτιδήποτε σ’αυτή την παράδοξη συνοικία; Ο Αλκάμελ σκέφτηκε: Ακολούθησα την Ευγενία μήπως βρω τίποτα να κάνω με τη ζωή μου, τώρα που δραπέτευσα, αλλά έτσι όπως πάει το πράγμα η Ευγενία θα καταλήξει να χρειάζεται τη βοήθειά μου περισσότερο απ’ό,τι εγώ χρειάζομαι τη δική της.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε. Η Ευγενία δεν φάνηκε να τον ακούει. Ο Αλκάμελ τον άνοιξε. «Ναι;»

«Εγώ είμαι,» είπε ο Νόρενταμπ απ’το μεγάφωνο. «Τι λέει η Ευγενία;»

«Δείχνει μια έντονη προτίμηση στον τοίχο, σε σύγκριση μ’εμένα.»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Δεν την πονά πια το κεφάλι της;»

«Δε νομίζω. Αλλά αμφιβάλλω αν τώρα μας ακούει να μιλάμε. Είναι... απορροφημένη. Ανησυχώ γι’αυτήν, να σου πω την αλήθεια.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω. Δε βλέπεις τι της συμβαίνει εδώ, στην πατρίδα σου; Το θεωρείς φυσιολογικό;»

«Μόνο η Ευγενία γνωρίζει τι είναι φυσιολογικό για εκείνη. Πες της πως, όταν με θελήσει, μπορεί να με ειδοποιήσει· είμαι έτοιμος.»

«Εντάξει. Ο Διαβολόγατος μαζί σας είναι;»

«Ναι. Αυτός και η Γιολάντα τα πάνε πολύ καλά.» Ένα νιαούρισμα ακούστηκε πίσω απ’τη φωνή του Νόρενταμπ.

«Δε θέλω να μάθω πικάντικες λεπτομέρειες,» είπε ο Αλκάμελ, και τερμάτισε την επικοινωνία τους με το πάτημα ενός κουμπιού.

Η Ευγενία, πραγματικά, δεν φαινόταν να έχει πάρει είδηση τίποτα. Ο Αλκάμελ αισθάνθηκε τις τρίχες του να ορθώνονται, για κάποιο λόγο.

*

Όταν η Ευγενία αποσύρθηκε από την ψυχοδραστική πραγματικότητα στο εσωτερικό των τοίχων της σφαιροικίας, όταν μάζεψε ξανά τη νόησή της μέσα στο σώμα της, άκουσε φασαρία από γύρω. Φωνές να μιλάνε. Και, προς στιγμή, θορυβήθηκε. Μετά κατάλαβε ότι ήταν ο τηλεοπτικός δέκτης, τον οποίο ο Αλκάμελ είχε ανοίξει και καθόταν στο κρεβάτι του παρακολουθώντας ενώ κάπνιζε και μασούσε κάτι μπισκότα από ένα κουτί δίπλα του. Μπισκότα της Νερ Έρντεραγ – η Ευγενία δεν είχε ξαναδεί τη μάρκα τους πουθενά αλλού.

Απομάκρυνε τα χέρια της από τον τοίχο. Παρατήρησε πως έξω απ’τη μπαλκονόπορτα φαινόταν σκοτάδι και τεχνητά φώτα. «Τι ώρα είναι;»

Ο Αλκάμελ στράφηκε να την κοιτάξει. «Νύχτα.»

Η Ευγενία σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, νιώθοντας πιασμένη. Το μυαλό της, ωστόσο, δεν ήταν κουρασμένο. Το κεφάλι της δεν πονούσε. Το μυητικό ταξίδι επάνω στις ψυχοδραστικές δονήσεις της σφαιροικίας ήταν ευχάριστο: μια ψυχική κρουαζιέρα. «Ο Νόρενταμπ;»

«Μας κάλεσε για να ρωτήσει αν θα πάμε βόλτα. Του είπα ότι είσαι αγκαλιασμένη με τον τοίχο. Μου είπε να τον ειδοποιήσεις όποτε θέλεις.»

Η Ευγενία πλησίασε τη μπαλκονόπορτα, παραμέρισε την κουρτίνα, κι αγνάντεψε έξω, τη Μεγάλη Χώρα: τα παράξενα οικοδομήματά της, τις γέφυρές της, και τους δρόμους της, μέσα στη νύχτα, φωτισμένα όλα από τα φεγγάρια της Ρελκάμνια κι από τεχνητά φώτα που λειτουργούσαν με ψυχόδραση. Σε κάποια σημεία, ψυχοδραστικές μορφές φαίνονταν να κυματίζουν σαν οπτασίες.

Τα πολεοσημάδια εξακολουθούσαν να είναι ξένα και παράδοξα για την Ευγενία, αλλά τώρα όχι και τόσο εχθρικά πλέον. Νόμιζε πως το ταξίδι μέσα στις ψυχοδραστικές δονήσεις της σφαιροικίας την είχε βελτιώσει. Είχε αρχίσει να συνηθίζει την ύπαρξη των πολεοσημαδιών της Νερ Έρντεραγ, που ήταν τόσο διαφορετικά από τα πολεοσημάδια της υπόλοιπης Ατέρμονης Πολιτείας.

Καθώς πατούσε ξυπόλυτη στο πάτωμα, πέρα από το χαλί του δωματίου, η Ευγενία δεν αισθανόταν πλέον το σημάδι στο πέλμα της να την καίει παρά ελάχιστα. Ακόμα μια ένδειξη ότι ο εαυτός της συνήθιζε να βρίσκεται σε τούτη τη συνοικία.

Αναρωτήθηκε γιατί καμια άλλη από τις Αδελφές της – ή, τουλάχιστον, καμια άλλη με την οποία είχε μιλήσει εκείνη – δεν είχε προσπαθήσει να συνηθίσει τη Νερ Έρντεραγ. Μπορούσε να γίνει· η Ευγενία ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να γίνει. Ίσως δεν είχαν αρκετά ισχυρό κίνητρο, σκέφτηκε. Το δικό της κίνητρο, όμως, ήταν ισχυρό. Θα έβρισκε τον Ρίκερελ. Θα τον έβρισκε!

Πλησίασε τον επικοινωνιακό δίαυλο του δωματίου και κάλεσε το δωμάτιο του Νόρενταμπ. Κανείς δεν απάντησε.

«Δεν είν’ εκεί ο σεβάσμιος χαρτοπαίχτης;» είπε ο Αλκάμελ.

«Έτσι φαίνεται.» Η Ευγενία έπιασε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από το πανωφόρι της και κάλεσε τον Νόρενταμπ στον δικό του πομπό.

Εκείνος απάντησε. «Ναι;»

«Εγώ είμαι, Νόρενταμπ. Πού είσαι;»

«Έχουμε βγει μια βόλτα με τη Γιολάντα.»

«Είστε μακριά;»

«Όχι.»

«Να έρθω κι εγώ;»

«Έλα. Θα σε συναντήσουμε στην είσοδο του ξενοδοχείου. Γιατί άργησες τόσο;»

«Είχα δουλειές.»

Πίσω της ο Αλκάμελ ρουθούνισε. «Δουλειές με τον τοίχο...»

Η Ευγενία μειδίασε λοξοκοιτάζοντάς τον. «Σκασμός εσύ.»

*

Ντυμένοι για βραδινό περίπατο, βγήκαν από το δωμάτιό τους, πλησίασαν τον ανελκυστήρα, και τον κάλεσαν. Η πόρτα του άνοιξε. Μέσα ήταν ένας γκρίζος γάτος με ανομοιόχρωμα μάτια.

«Πού πηγαίνετε, κύριε;» ρώτησε ο Αλκάμελ καθώς έμπαιναν.

«Νιάαορρ...»

«Στο ίδιο μέρος πηγαίνουμε, λοιπόν. Όπως το είχα υποψιαστεί.» Ο Αλκάμελ πάτησε το κουμπί για το ισόγειο. Και είπε στην Ευγενία: «Τι κάνει αυτός εδώ; Νόμιζα ότι θα ήταν με τον Σεβασμιότατο.»

Η Θυγατέρα της Πόλης ανασήκωσε τους ώμους, αμίλητα.

Όταν βγήκαν από τον ανελκυστήρα συνάντησαν τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα στην είσοδο του ξενοδοχείου.

«Πήγατε απ’το δωμάτιό μας;» ρώτησε η δεύτερη, βλέποντας τον Διαβολόγατο.

«Τον βρήκαμε στον ανελκυστήρα,» είπε ο Αλκάμελ.

«Ήταν το δωμάτιό μας κλειστό;» Υπήρχε μια κάποια ανησυχία στη φωνή της.

«Από πότε ο Διαβολόγατος χρειάζεται ανοιχτή πόρτα για να βγει;»

Έφυγαν από τον Φιλόξενο και βάδισαν προς τα νότια, στους δρόμους της περιφέρεια που ονομαζόταν Επίπεδη Διάνοια. Ο Νόρενταμπ, εκτός από τα σημάδια, τους έδειχνε και διάφορα αξιοθέατα της πατρίδας του. Η Ευγενία συμπέρανε ότι δεν ήταν ψευδαίσθηση που νόμιζε ότι είχε αρχίσει να συνηθίζει τη Νερ Έρντεραγ. Όντως είχε αρχίσει να τη συνηθίζει. Τα πολεοσημάδια εξακολουθούσαν να της είναι ανέγνωρα, αλλά όχι και επώδυνα. Όχι τόσο όσο πριν. Δεν τα αισθανόταν να πολιορκούν το μυαλό της. Ένιωθε απλώς σαν να ήταν χαμένη σε σκοτεινούς δρόμους γεμάτους καπνό.

Τον Διαβολόγατο τον κρατούσε στην αγκαλιά της καθώς βάδιζαν. Ο ίδιος επέμενε. Πιανόταν κάθε τρεις και λίγο στο πόδι της σαν να προσπαθούσε να σκαρφαλώσει επάνω της, μέχρι που εκείνη τον έπιασε από κάτω και τον σήκωσε. Πρέπει ο καημένος να αισθανόταν τρομερή ανασφάλεια εξαιτίας αυτών που τον κυνηγούσαν εδώ πέρα.

Και ποιοι μπορεί να ήταν αυτοί; Μπορεί, όντως, να ήταν οι Πολεοτέχνες; Πρέπει, πάντως, να μπορούν κάπως να τον δουν όπως τον βλέπω εγώ· αλλιώς, γιατί να τον θέλουν; Η Ευγενία αναρωτιόταν αν θα ξαναπροσπαθούσαν να τον αρπάξουν και σε τούτη τη βόλτα... Θα είμαστε έτοιμοι γι’αυτούς τώρα, σκέφτηκε. Και, κοιτάζοντας τους φίλους της, ήταν βέβαιη ότι κι εκείνοι το ίδιο είχαν στο μυαλό τους.

(Από τους δρόμους και τα οικοδομήματα της Επίπεδης Διάνοιας, οι Πολεοτέχνες τούς παρακολουθούσαν. Είχαν εντολές από τη Σκιουργό να μην τους πειράξουν, αλλά να την κρατάνε συνεχώς ενήμερη για τη θέση τους.

Οι πολεοσκόποι συμφωνούσαν ότι, απόψε, κάποια αλλαγή έμοιαζε να υπήρχε επάνω στην ξένη πολεοσκόπο. Τα σημάδια γύρω της ήταν... κάπως διαφορετικά, δεν ήταν;)

Η Γιολάντα πρότεινε: «Δεν πηγαίνουμε σε κανένα μπαρ; Αυτό εκεί, για παράδειγμα;» Έδειξε ένα μπαρ στον δεύτερο όροφο μιας σταυροικίας.

Ο Νόρενταμπ κοίταξε ερωτηματικά τη Ευγενία.

«Πάμε,» συμφώνησε εκείνη.

«Είσαι καλύτερα απόψε, ή είναι η ιδέα μου;»

«Δεν είναι η ιδέα σου.»

«Έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις τα πολεοσημάδια;»

«Όχι. Όχι ακριβώς. Όχι όπως στην υπόλοιπη Ρελκάμνια. Αλλά δεν με ενοχλούν και τόσο, πλέον.»

Ο Νόρενταμπ είπε: «Προτού πάμε στο μπαρ, πάμε ν’αλλάξουμε μερικά δεκάδια σε ψι. Θα μας χρειαστούν.»

«Θα δώσουμε πραγματικά λεφτά για να πάρουμε αέρα κοπανιστό;» είπε ο Αλκάμελ.

«Ο κοπανιστός αέρας δεν κάνει μηχανές να κινούνται,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ, και τους οδήγησε προς ένα μεγάλο περίπτερο στο ισόγειο μιας γεφυροικίας. Ο περιπτεράς είχε μάθει να συναλλάσσεται με ξένους (κοντά στην περιοχή όπου βρισκόταν υπήρχαν ξενοδοχεία που φιλοξενούσαν ταξιδιώτες από άλλες συνοικίες της Ρελκάμνια) και αμέσως άλλαξε σε ψ τα δεκάδια που του έδωσε ο Νόρενταμπ. Πήρε τα χαρτονομίσματα, ακούμπησε τον ψυχοκύβο του πάνω στον ψυχοκύβο του Νόρενταμπ, και του έστειλε την αντίστοιχη αναλογία σε άυλα νομίσματα. «Ευχαριστούμε,» είπε ο τζογαδόρος, κι αγόρασε μερικές μαστίχες και δυο αναπτήρες που λειτουργούσαν με ψυχόδραση.

Ύστερα πήγαν προς το μπαρ που είχε δείξει η Γιολάντα. Στο πλάι της σταυροικίας υπήρχε ένας ανοιχτός ανελκυστήρας με μόνο ένα κιγκλίδωμα γύρω-γύρω για προστασία. Τον κάλεσαν κάτω, πάτησαν επάνω του, και τους ανέβασε στον δεύτερο όροφο. Η πόρτα του μπαρ ήταν μερικά βήματα παραδίπλα, στο μπαλκόνι. Πλήρωσαν τον πορτιέρη με ψ και μπήκαν. Τους έκοψαν και αποδείξεις για δωρεάν ποτά.

(Οι Πολεοτέχνες εξακολουθούσαν να τους παρακολουθούν. Και δεν ήταν σύμπτωση που είχαν ανθρώπους τους ήδη μέσα στο μπαρ. Ο πολεοσκόπος είχε μαντέψει προς τα πού πήγαιναν οι στόχοι τους· κι επιπλέον, οι Πολεοτέχνες είχαν, ούτως ή άλλως, μέλη τους σε πολλά μπαρ της Μεγάλης Χώρας.

Απογοητεύτηκαν όταν είδαν την ξένη πολεοσκόπο να συνεχίζει να κρατά στην αγκαλιά της τον μυστηριώδη αίλουρο, καθώς καθόταν μαζί με τους φίλους της στα μαλακά καθίσματα γύρω από ένα τραπεζάκι.

Ο πολεοσκόπος κάλεσε τηλεπικοινωνιακά τη Σκιουργό και της είπε τι συνέβαινε...)

Το εσωτερικό του καταστήματος δεν ήταν και τόσο διαφορετικό από παρόμοια καταστήματα σε άλλες συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας· η πιο βασική διαφορά ήταν οι ψυχοδραστικές μορφές που περιφέρονταν στο ταβάνι: δύο πουλιά και μια γιγάντια αράχνη. Αλλού στη Ρελκάμνια αυτά, ίσως, θα τα αντικαθιστούσαν ολογράμματα σε διαφορετικό σημείο του μαγαζιού. Η Ευγενία, ο Αλκάμελ, ο Νόρενταμπ, και η Γιολάντα πήραν τα δωρεάν ποτά τους και βολεύτηκαν στα χαμηλά, μαλακά καθίσματα γύρω από ένα τραπεζάκι.

«Τη φοβάμαι αυτή την αράχνη!» παραδέχτηκε η Γιολάντα, μιλώντας δυνατά για ν’ακουστεί πάνω από τη μουσική – που δεν ήταν τοπική· ήταν από ένα συγκρότημα γνωστό σε πολλά μέρη της Ρελκάμνια, τις Κακοπροαίρετες Ιεραρχίες. Το τραγούδι που τώρα έπαιζε το ηχοσύστημα ονομαζόταν Χρηματιστές και Διάβολοι. Λιγάκι παλιό, όφειλε να παρατηρήσει η Ευγενία, αλλά της άρεσε.

«Μην τη φοβάσαι,» είπε ο Αλκάμελ στη Γιολάντα, «δεν δαγκώνει.»

«Πού το ξέρεις;» Κοίταζε το μεγάλο ψυχοδραστικό έντομο που, επί του παρόντος, κρεμόταν από πάνω τους αλλά συνέχιζε να βαδίζει με φανερό σκοπό να απομακρυνθεί.

Η Ευγενία ήπιε μια γουλιά από το Αργυρό Νεφέλωμά της, ενώ με το άλλο χέρι χάιδευε τη ράχη του Διαβολόγατου, που ήταν κουλουριασμένος πάνω στους μηρούς της, γουργουρίζοντας σαν χαλασμένο μηχάνημα.

Τα σημάδια της Πόλης ήταν περίεργα μέσα στο μπαρ, όπως και παντού στη Νερ Έρντεραγ, αλλά η Ευγενία δεν είχε πρόβλημα μαζί τους. Στην αρχή, τουλάχιστον. Μετά, καθώς το ηχοσύστημα έπαιζε Ο Ερχομός των Νυχτερινών Αρχόντων, του συγκροτήματος Μεταμεσονύκτιες Διαδρομές, κάτι άλλαξε στον χώρο. Τα πολεοσημάδια έγιναν, ξαφνικά, απειλητικά για την Ευγενία, όπως παλιότερα. Αισθάνθηκε την καρδιά της να χτυπά δυνατά κάτω απ’το στήθος της, την αναπνοή της να γίνεται γρήγορη... Τι σκατά συμβαίνει; Ήπιε μια γουλιά Αργυρό Νεφέλωμα, προσπαθώντας να συνέλθει.

Ο Αλκάμελ διηγείτο κάποιο περιστατικό από τη ζωή του στη Γιολάντα και στον Νόρενταμπ, και η Γιολάντα γελούσε. Όλοι τους κάπνιζαν. Κανείς δεν έμοιαζε νάχει καταλάβει τίποτα.

Η Ευγενία κοίταξε μέσα στον κόσμο του μπαρ. Τι συμβαίνει; Τι άλλαξε;

Μια γυναίκα ξεπρόβαλε δίπλα της, πολύ ξαφνικά ίσως, πολύ απότομα, κάνοντας ένα ρίγος να τη διαπεράσει. Ήταν ψηλή και είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, μαλλιά σγουρά, μαύρα, μακριά ώς τους ώμους, και ήταν ντυμένη με πέτσινη τουνίκα διακοσμημένη με ψυχοδραστικά σχήματα, εφαρμοστό παντελόνι, και κοντές μπότες.

Χαμογέλασε στην Ευγενία. «Τι ωραίο γατάκι που έχεις εκεί!» είπε.

Η Ευγενία αισθάνθηκε τον Διαβολόγατο να μαζεύεται μέσα στην αγκαλιά της, σαν να προσπαθούσε να εξαφανιστεί στο εσωτερικό του σώματός της, να κρυφτεί εκεί και να βρει ασφάλεια. Τον άκουσε να γρυλίζει υπόκωφα.

Χαμογέλασε κι εκείνη προς την άγνωστη γυναίκα. «Ναι, είναι πολύ ωραίο γατάκι,» είπε, νιώθοντας τα πολεοσημάδια να την πολιορκούν σαν παγερές λεπίδες από κάθε μεριά.

«Πού το βρήκες;»

«Στη φυλακή.»

Η γυναίκα γέλασε. «Ήταν κατάδικος;»

«Εγώ ήμουν.»

Η γυναίκα την κοίταξε με στενεμένα μάτια, αν και εξακολουθώντας να χαμογελά. «Δεν είσαι από τα μέρη μας, έτσι;»

Η Ευγενία διαισθανόταν ότι αυτή η άγνωστη ήταν επικίνδυνη. Θα μπορούσε να ήταν μία από τους Πολεοτέχνες; Ή κάποια πολεοσκόπος, ίσως;

Ο Αλκάμελ μίλησε, τότε: «Ποια είναι η κυρία;»

Η άγνωστη έστρεψε το βλέμμα της επάνω του. «Συγνώμη,» είπε ευχάριστα, με τη φωνή της μισοχαμένη μες στη μουσική, «δεν ήθελα να ενοχλήσω. Απλώς είδα το γατάκι σας και μου φάνηκε συμπαθητικό.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ, «κι εμείς τον συμπαθούμε...» Την ατένιζε καχύποπτα.

«Είστε ξένοι, έτσι;»

«Όχι όλοι,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Είσαι οδηγός τους;»

Ο Νόρενταμπ κατένευσε.

«Κι εγώ οδηγός είμαι,» είπε η άγνωστη.

«Δεν είναι το επάγγελμά μου,» εξήγησε ο Νόρενταμπ.

«Α, μάλιστα... Ίσως, τότε, να χρειαζόσασταν μια πραγματική οδηγό...» Κι έστρεψε το βλέμμα της στην Ευγενία.

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε εκείνη, «αλλά όχι.»

«Κρίμα,» είπε η γυναίκα. «Αν πάντως αλλάξετε γνώμη....» Της έδωσε μια κάρτα.

Η Ευγενία την πήρε από το χέρι της, ενώ ο Διαβολόγατος απομακρυνόταν όσο μπορούσε, εξακολουθώντας να βρίσκεται μες στην αγκαλιά της.

«Κάλεσέ με,» είπε η άγνωστη, «ό,τι ώρα θέλεις.» Και γλίστρησε μέσα στο πλήθος του μπαρ, χάθηκε πολύ γρήγορα απ’τα μάτια της Ευγενίας.

Και τα πολεοσημάδια έπαψαν να πολιορκούν την Ευγενία τόσο έντονα όσο πριν.

Κοίταξε την κάρτα, η οποία έγραφε: Ρικάλαπ Σόρβεναθ – Οδηγός Ξένων – Ψυχοτεχνουργός, και μετά είχε έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικα.

Ο Αλκάμελ είπε: «Λέτε αυτή να ήταν...;» Δεν χρειαζόταν να συνεχίσει· όλοι καταλάβαιναν τι εννοούσε.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ.

«Ο Διαβολόγατος τη φοβόταν,» είπε η Ευγενία. Ο γάτος τώρα είχε καταφανώς ηρεμήσει.

«Τι γράφει η κάρτα;» ρώτησε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία τού την έδωσε.

«Δεν πιστεύω να την καλέσεις. Ίσως να είναι παγίδα για να μας κλέψει τον γάτο.»

«Κι εγώ αυτό σκέφτηκα. Αλλά, και πάλι, είμαι περίεργη.»

«Μπορεί να ποντάρει στο γεγονός ότι θα είσαι περίεργη.»

«Ναι, μπορεί,» συμφώνησε η Ευγενία, και ήπιε μια γουλιά από το Αργυρό Νεφέλωμα.

(ια΄)

Οι πολεοπλάστες έφτιαξαν γι’αυτόν ολόκληρο διαμέρισμα γύρω από εκείνο το κεντρικό δωμάτιο. Ήταν μικρό, αλλά έγινε μέσα σε μια μέρα, αν το ρολόι του Κλάρεμαντ τού έλεγε αλήθεια. Δημιούργησαν έναν θάλαμο για υπνοδωμάτιο, ο οποίος χωρούσε τον οικομύστη μόνο όταν εκείνος έσκυβε για να ξαπλώσει στο στενό κρεβάτι· και δημιούργησαν, επίσης, έναν χώρο με νεροχύτη, λουτρό, και απόπατο. Στο κεντρικό δωμάτιο (σαλόνι, θα μπορούσε κανείς να το αποκαλέσει ίσως) έφτιαξαν μερικά μονοκόμματα έπιπλα από τα βασικά υλικά της κυκλοικίας. Σε μια γωνία κατασκεύασαν ένα ψυγείο, από μηχανικά κομμάτια που πρέπει να είχαν πάρει από άλλα διαμερίσματα: και η κατασκευή έγινε εκπληκτικά γρήγορα. Καμια ντουζίνα πολεοπλάστες συνεργάστηκαν, προσαρμόζοντας και συγκολλώντας κομμάτια, χτυπώντας τα διάφορα τμήματα με ενέργεια από τις ουρές τους. Κι όταν το ψυγείο ήταν έτοιμο, το γέμισαν με τρόφιμα – κι αυτά παρμένα από άλλα διαμερίσματα δίχως αμφιβολία.

Ο Κλάρεμαντ, ωστόσο, αισθανόταν σαν φυλακισμένος. Και είμαι φυλακισμένος, σκεφτόταν. Είμαι αιχμάλωτός τους. Και δεν ήξερε τι μπορούσε να κάνει για να ελευθερωθεί, και να ελευθερώσει και τους υπόλοιπους που ήταν παγιδευμένοι στην κυκλοικία.

Μέσα στο μυαλό του γυρόφερναν πολλά ερωτήματα για τη φύση των πολεοπλαστών και για το σχέδιό τους. Τι είδους πλάσματα ήταν, ακριβώς; Ήταν αθάνατοι; Ζούσαν από τον καιρό που οι πρώτοι άνθρωποι της Ρελκάμνια είχαν φτιάξει τη Μεγάλη Χώρα; Αναπαράγονταν, ή ήταν σαν μηχανές; Το δέρμα τους (αν η λέξη δέρμα ήταν σωστή ονομασία γι’αυτό) φαινόταν μεταλλικό, γεμάτο γραμμές και ραβδώσεις που θα μπορούσαν να ήταν καλώδια. Αν ήταν μηχανές κι όχι βιολογικοί οργανισμοί, ποιος τους είχε φτιάξει; Τους είχαν φτιάξει οι πρώτοι άνθρωποι της Ρελκάμνια, προκειμένου να χτίσουν τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας; Και τι σχεδίαζαν τώρα οι πολεοπλάστες; Όταν μεταμόρφωναν την κυκλοικία σε σκάφος, πού ήθελαν να πάνε; Είχαν κατά νου κάποια κατάκτηση να κάνουν; Θα στρέφονταν, ίσως, εναντίον των ανθρώπων; Ή ήθελαν να φτάσουν κάπου, να ταξιδέψουν κάπου, όπου αλλιώς αδυνατούσαν να πάνε;

Σκύβοντας για να μπει στο στενό υπνοδωμάτιο και να ξαπλώσει στο κρεβάτι, ο Κλάρεμαντ προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό του από τις σκέψεις που το γέμιζαν, γιατί δεν νόμιζε ότι κατάφερνε τίποτα έτσι· απλώς προκαλούσε σύγχυση στον εαυτό του. Έβγαλε τα γάντια του και, ξαπλωμένος, σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο στήθος του, αναστενάζοντας. Το κρεβάτι ήταν απρόσμενα μαλακό από κάτω του, αν σκεφτόταν κανείς ότι ήταν φτιαγμένο από τα βασικά υλικά της κυκλοικίας, που ήταν λιθοειδή. Επίσης ήταν αρκετά ζεστό· θερμότητα το διαπερνούσε, η οποία ο Κλάρεμαντ δεν μπορούσε να ξέρει από πού ακριβώς προερχόταν. Από το κεντρικό σύστημα θέρμανσης του οικοδομήματος, ίσως; Ή οι πολεοπλάστες χρησιμοποιούσαν κάποια άλλη, δική τους, παράξενη μέθοδο;

Τελικά, τον πήρε ο ύπνος.

Όταν ξύπνησε δεν μπορούσε ούτε να δει ούτε ν’ακούσει κανέναν πολεοπλάστη έξω από το στενό υπνοδωμάτιο. Σύρθηκε πάνω στο κρεβάτι ώστε να βγει από τον μικρό θάλαμο και να σταθεί όρθιος στο κεντρικό δωμάτιο. Πράγματι, διαπίστωσε, κανένας πολεοπλάστης δεν ήταν εδώ. Μάλλον είχαν δουλειές αλλού. Αλλά αποκλείεται να μ’έχουν αφήσει τελείως αφύλαχτο. Αν μη τι άλλο, πιθανώς να φοβούνται ότι ίσως η εχθρική φυλή να έρθει για να με πάρει από εδώ.

Ο Κλάρεμαντ άνοιξε το ψυγείο και έπιασε ένα μπουκάλι γάλα. Γέμισε ένα ποτήρι, το οποίο βρήκε σε κάτι ράφια πάνω από το ψυγείο, και ύστερα επέστρεψε το μπουκάλι στη θέση του. Στα ράφια βρήκε, επίσης, ένα κουτί με μπισκότα. Το άνοιξε και έφαγε μερικά καθώς έπινε το γάλα καθισμένος στο τραπέζι όπου χτες είχε συνομιλήσει με τον φύλαρχο των πολεοπλαστών.

Μετά άναψε τσιγάρο. Το μέρος αυτό χρειαζόταν μια κουζίνα, παρατήρησε. Θα ήθελα να φτιάξω καφέ τώρα. Τον χρειάζομαι, παρότι τα νεύρα μου είναι τσιτωμένα.

Όταν τελείωσε το τσιγάρο, άφησε τη γόπα πάνω στο τραπέζι. (Ούτε τασάκια υπήρχαν.) Τράβηξε τα ειδικά γάντια του οικομύστη από τη ζώνη του και τα φόρεσε. Πλησίασε τον τοίχο όπου κάποτε είχε παρουσιαστεί η πόρτα απ’την οποία είχε έρθει εδώ και τον άγγιξε με τα δύο χέρια. Οι ψυχοδραστικές δονήσεις του οικοδομήματος γέμισαν τη νόησή του, και μπορούσε να αντιληφτεί τις αλλαγές που έκαναν οι πολεοπλάστες, παρότι ήταν τελείως παράξενες για τον νου του.

Επίσης, κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνος. Μέσα στους τοίχους, γύρω από το διαμέρισμα-φυλακή του, υπήρχαν φρουροί. Θέλω να μιλήσω με τον αρχηγό σας! είπε, στέλνοντας την επιθυμία του μέσα από τις ψυχοδραστικές δονήσεις. Κανείς δεν του απάντησε. Και ο Κλάρεμαντ δεν επανέλαβε το αίτημά του, ξέροντας πολύ καλά πως το είχαν λάβει.

Πήρε τα χέρια του από τον τοίχο, έβγαλε τα γάντια του, και τα κρέμασε στη ζώνη του. Άρχισε να βηματίζει νευρικά μέσα στο διαμέρισμα, μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνει. Ανησυχούσε για τη Σολεράτ και τους άλλους – κυρίως για τη Σολεράτ – αλλά, τουλάχιστον, ήξερε ότι οι πολεοπλάστες δεν θα τους σκότωναν, ούτε θα τους έκαναν κανένα μεγάλο κακό, γιατί τους χρειάζονταν για ψυχόδραση.

Πώς μπορούμε να δραπετεύσουμε; Πώς μπορούμε να τους σταματήσουμε; Πού είναι τώρα εκείνη η αντίπαλη φυλή πολεοπλαστών; Έχει ηττηθεί τελείως; Έχει φύγει από την κυκλοικία; Ή βρίσκεται κρυμμένη κάπου μέσα στα τοιχώματά της σχεδιάζοντας επόμενη επίθεση;

Και γιατί, άραγε, υπήρχε αυτή η αντιπαλότητα ανάμεσα στις δύο φυλές; Ποια ήταν η διαφορά τους; Ήθελαν και οι δύο να ελέγχουν εξολοκλήρου την κυκλοικία, προκειμένου να τη μεταμορφώσουν σε σκάφος; Ή η μία φυλή ήθελε να μεταμορφώσει την κυκλοικία ενώ η άλλη ήθελε να την αφήσει όπως ήταν;

Ο φύλαρχος ήρθε μετά από δύο ώρες. Βγήκε μέσα απ’το ταβάνι, βάδισε πάνω του σαν αράχνη, και πήδησε στο σκαμνί όπου στεκόταν και την προηγούμενη φορά που είχαν μιλήσει οι δυο τους. Έκανε, με την ουρά του, νόημα στον Κλάρεμαντ να καθίσει αντίκρυ του.

Ο οικομύστης κάθισε στην καρέκλα, φόρεσε τα γάντια του, κι άγγιξε το μονοκόμματο τραπέζι ανάμεσά τους. Ο πολεοπλάστης το άγγιζε ήδη, με τα δύο από τα τέσσερα πόδια του.

Μου είπαν ότι με ζήτησες, οικομύστη...

Έχω διάφορες απορίες.

Το γέλιο του πολεοπλάστη αντήχησε μέσα στη νόηση του Κλάρεμαντ. Είμαι σίγουρος. Τι είδους απορίες;

Πού θα πάμε, όταν έχετε ολοκληρώσει το σκάφος;

Αυτό δεν σε αφορά.

Θα ελευθερωθούμε ποτέ από εδώ, εγώ και οι άλλοι άνθρωποι;

Ούτε αυτό σε αφορά.

Φυσικά και με αφορά!

Τα φωτεινά μάτια του πολεοπλάστη άστραψαν. Θα κάνεις ό,τι σου λέμε, αν θέλεις το καλό σου και το καλό των υπολοίπων.

Ο Κλάρεμαντ αναρωτήθηκε πώς ήταν ποτέ δυνατόν να πολεμήσει κανείς αυτά τα τέρατα. Προσπάθησε να διώξει τον πανικό που απειλούσε να τον κυριαρχήσει. Ρώτησε: Θα μπορούσα, τουλάχιστον, να μάθω κάποια... ακαδημαϊκά πράγματα;

Όπως;

Είπες ότι εσείς – οι Ποιητές – φτιάξατε τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας. Εννοείς ότι ήσουν ζωντανός όταν οι πρώτοι άνθρωποι της Ρελκάμνια ήρθαν στη διάστασή μας; Εσύ και η φυλή σου ζείτε από τότε;

Οι πρόγονοί μας ήταν εδώ τότε.

Δεν είστε αθάνατοι, επομένως.

Τίποτα δεν είναι αθάνατο, οικομύστη. Ό,τι κινείται πεθαίνει. Ο χρόνος τρώει τα πάντα. Ο Κρόνος, ο ύψιστος θεός τούτης της διάστασης, το διδάσκει καλά αυτό, δεν το διδάσκει;

Είστε βιολογικοί οργανισμοί; Γερνάτε; Ρωτάω επειδή μου μοιάζετε με μηχανές.

Δεν γερνάμε, οικομύστη, όπως θα περίμενες εσύ. Η όψη μας δεν αλλοιώνεται όσο τα χρόνια περνάνε. Αλλά το ενεργειακό μας φορτίο ελαττώνεται.

Το ενεργειακό σας φορτίο;

Ο κάθε Ποιητής έχει ένα πολύ ισχυρό ενεργειακό φορτίο, σταθερό εντός του. Με τα χρόνια, αυτό το ενεργειακό φορτίο φθίνει. Στο τέλος αφανίζεται, και ο Ποιητής πεθαίνει. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους, δεν αναπληρώνουμε τη φυσική μας ενέργεια. Αλλά η φυσική μας ενέργεια είναι πολύ ισχυρότερη από τη δική σας.

Είστε μηχανές, λοιπόν...

Ο φύλαρχος δεν το σχολίασε αυτό.

Γιατί δεν έχετε εξαφανιστεί ακόμα; ρώτησε ο Κλάρεμαντ. Αναπαράγεστε, όπως τους ανθρώπους; Πώς γεννιούνται καινούργιοι από εσάς;

Σου αρέσει να μαθαίνεις, οικομύστη, παρατήρησε ο φύλαρχος. Αναρωτιέσαι αν θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις τις γνώσεις σου εναντίον μας;

Δε νομίζω ότι μπορώ να κάνω κάτι για να ελευθερωθώ. Ωστόσο, αν φοβάσαι ότι θα αποκτήσω ευαίσθητες πληροφορίες, δεν είσαι υποχρεωμένος φυσικά να μου πεις τίποτα. Εν μέρει ήθελε να τον προκαλέσει· το έκανε επίτηδες.

Ο φύλαρχος γέλασε σαν να καταλάβαινε την πρόθεσή του. Οικομύστη, είπε, οι Ποιητές δεν γεννιούνται όπως εσείς. Οι Ποιητές ποιούν το είδος τους από το ενεργειακό τους φορτίο. Συγκεντρώνοντας διάφορα υλικά, τέσσερις από εμάς συνήθως τα διαμορφώνουν και τους προσφέρουν μέρος της ενέργειάς τους· και μέσα από αυτά τα υλικά βγαίνει ο νέος Ποιητής. Δεν είναι νεογνό, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους. Είναι ένας κανονικός Ποιητής, έχοντας ήδη αρκετές γνώσεις για τη φυλή του.

Δηλαδή, καθένας από εσάς έχει τέσσερις γονείς;

Γονείς; Ο φύλαρχος γέλασε. Δεν χρησιμοποιούμε τέτοιους όρους. Αλλά, ναι, συνήθως τέσσερις άλλοι Ποιητές συνεργάζονται για να ποιήσουν έναν καινούργιο. Έτσι, ο καθένας δεν χρειάζεται να δώσει μεγάλο μέρος του ενεργειακού του φορτίου. Οι Ποιητές που φτιάχνουν τον καινούργιο επιταχύνουν, ουσιαστικά, τον θάνατό τους. Αυτούς που σε έχουν ποιήσει τούς αποκαλείς ζωοδότες σου, και τους οφείλεις σεβασμό για την ενέργεια που σου έδωσαν. Καταλαβαίνεις, οικομύστη;

Καταλαβαίνω, αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ, μη μπορώντας παρά να παραδεχτεί ότι έβρισκε συναρπαστικά όλα όσα άκουγε. Αλλά θα ήταν πολύ καλύτερα να τα μάθαινε ενώ δεν ήταν φυλακισμένος.

Ωραία.

Ήρθατε μαζί με τους πρώτους ανθρώπους της Ρελκάμνια; Αυτοί σάς έφτιαξαν;

Ο πολεοπλάστης γέλασε ξανά, κι ετούτη τη φορά έμοιαζε πραγματικά διασκεδασμένος, αν έκρινε ο Κλάρεμαντ σωστά από τη νοητική επαφή μαζί του. Ήμασταν εδώ πριν από αυτούς, οικομύστη! Οι άνθρωποι ήρθαν από την Αναδίπλωση.

Δεν είναι δυνατόν. Η Αναδίπλωση... δεν είναι δρόμος. Δεν είναι διαστασιακή δίοδος. Είναι–

Τότε ήταν δρόμος. Ή, τουλάχιστον, από μέσα της περνούσε ένας δρόμος που διέσχιζε διάφορες διαστάσεις. Μετά, με το πέρασμα των αιώνων, αλλοιώθηκε· πολλά άλλαξαν. Το είδος σου από εκεί ήρθε, αναζητώντας πατρίδα. Συνάντησε τους προγόνους μου κι άρχισαν να τα πηγαίνουν καλά μεταξύ τους. Είμαστε φιλόξενοι, ξέρεις.

Συγνώμη που σ’το λέω, Άρχοντά μου, αλλά δεν σας φαίνεται.

Γέλιο ξανά. Γιατί όχι; Δεν σου προσφέρουμε ό,τι θέλεις εδώ;

Χρειάζομαι κουζίνα. Χρειάζομαι καφέ. Και χρειάζομαι και τασάκι για τα τσιγάρα μου. Επίσης, χρειάζομαι τσιγάρα, εδώ που τα λέμε.

Θα φροντίσουμε για όλα· μην σε απασχολούν τέτοιες λεπτομέρειες.

Πες μου κι άλλα για τότε που ήρθαν οι πρώτοι άνθρωποι. Η περιέργεια του Κλάρεμαντ είχε κεντριστεί. Και, αλήθεια, πώς τα θυμάσαι αυτά; Έχετε γραπτά κείμενα; Έχετε κάποιου είδους αρχεία;

Τι θέλεις να σου απαντήσω πρώτα; Έχουμε και δουλειές, ξέρεις.

Πες μου για την εποχή των πρώτων ανθρώπων. Πώς αποφασίσατε να τους φτιάξετε τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας; Αυτοί είχαν φέρει τα υλικά μαζί τους; Από κάποια άλλη διάσταση;

Όχι· τα υλικά τα είχαμε εμείς–

Είναι γηγενή; Από τη Ρελκάμνια; Κανένας άλλος δεν έχει βρει–

Έπεσαν από τον ουρανό, όταν η Ουλή δημιουργήθηκε.

Δεν υπήρχε η Ουλή τότε;

Όχι. Μια μέρα, όμως, ολόκληρο το στερέωμα σείστηκε, και τρομεροί σεισμοί έγιναν στη γη, και ο άνεμος έπαιρνε τα πάντα σ’ολάκερη τη διάσταση, και διάφορα παράξενα πράγματα έπεφταν από ψηλά, ενώ ό,τι βρισκόταν στο έδαφος παρασυρόταν από δω κι από κει. Μετά, ο ουρανός σκίστηκε και η Ουλή δημιουργήθηκε, εκεί όπου τη βλέπεις και τώρα· αλλά, καθώς αυτό γινόταν, λιθοειδή υλικά εκτοξεύτηκαν καταλήγοντας στη γη. Τα συγκεντρώσαμε και τα μελετήσαμε. Είχαν – και έχουν – πολύ ενδιαφέρον. Δεν είχαμε ακόμα αποφασίσει τι να τα κάνουμε, όταν οι πρώτοι άνθρωποι ήρθαν. Και, με την άφιξή τους, μας γεννήθηκε η ιδέα να τους φτιάξουμε σπίτια. Τα οικοδομήματα που υπάρχουν ακόμα στη Μεγάλη Χώρα, οικομύστη.

Εκείνη την εποχή, πώς ήταν η Ρελκάμνια; Δεν ήταν οικοδομημένη, έτσι; Πώς ήταν;

Δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή της όψη, οικομύστη. Ήταν... πολύ άσχημη. Όλο δέντρα σε τυχαία σημεία, χόρτα, και βλάστηση. Και νερά που έτρεχαν όπου μπορούσες να φανταστείς. Εμάς πάντα μάς ενοχλούσαν αυτά. Αλλά δεν μπορούσαμε να αναμορφώσουμε τη διάσταση όπως θα θέλαμε γιατί τότε κυκλοφορούσαν εδώ άλλα πλάσματα που μας απέτρεπαν. Οι πρώτοι άνθρωποι μάς βοήθησαν να τα εξολοθρεύσουμε σταδιακά. Το έκαναν χωρίς να χρειαστεί καν να τους το ζητήσουμε, γιατί κι εκείνοι αισθάνονταν απειλημένοι από αυτά. Εμείς απλώς τους προσφέραμε κάποιες τεχνικές εξυπηρετήσεις...

Τα διηγείσαι σαν να έγιναν χτες, παρατήρησε ο Κλάρεμαντ. Τα θυμάσαι; Είναι σαν αναμνήσεις για εσένα;

Περίπου. Αν και δεν ξέρω τι ακριβώς εννοείς εσύ με αυτούς τους ορούς. Ένα μέρος της ενέργειας των προγόνων μου βρίσκεται μέσα μου, κι αυτή η ενέργεια θυμάται.

Ο Κλάρεμαντ ρώτησε: Πόσα χρόνια ζει ο μέσος πολεοπλάστης, Άρχοντά μου;

Μέχρι το ενεργειακό φορτίο του να διαλυθεί; Αν τίποτα, εν τω μεταξύ, δεν τον σκοτώσει; Γύρω στα τριακόσια χρόνια, υπό κανονικές συνθήκες.

Μα τα μούσια του Κρόνου! Τριακόσια χρόνια! Εσύ πόσο χρονών είσαι, Άρχοντά μου;

Δεν απαντώ σε αγενείς ερωτήσεις, οικομύστη! Και τώρα, έχω άλλες δουλειές να κάνω. Δεν μπορώ να κάθομαι όλη μέρα να συζητάω για τα περασμένα–

Στάσου λίγο.

Θα φροντίσω να έχεις αυτά που ζήτησες στο διαμέρισμά σου, είπε ο φύλαρχος και πήδησε από το σκαμνί. Βούλιαξε μες στο πάτωμα και εξαφανίστηκε.

Κεφάλαιο 24

Ο Αλκάμελ ήταν ξαπλωμένος στο διπλανό κρεβάτι και κοιμόταν σιωπηλά. Αλλά η Ευγενία δεν κοιμόταν· καθισμένη πάνω στο δικό της κρεβάτι, κρατούσε στα χέρια της την κάρτα που της είχε δώσει η μυστηριώδης γυναίκα στο μπαρ, και την κοίταζε συνοφρυωμένη.

Ρικάλαπ Σόρβεναθ... Αποκλείεται να ήταν τυχαία. Ήταν από αυτούς που ήθελαν, για κάποιο λόγο, ν’αρπάξουν τον Διαβολόγατο (ο οποίος τώρα κοιμόταν κουλουριασμένος στην κάτω άκρη του κρεβατιού της Ευγενίας). Και μάλλον το ήξερε ότι η Ευγενία και οι φίλοι της θα το καταλάβαιναν· δεν μπορεί να ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει πως θα περνούσαν για σύμπτωση τη συνάντηση μαζί της. Ειδικά από τη στιγμή που έκανε σχόλια για τον γάτο!

Το ήξερε πως θα την καταλάβω, κι όμως ήρθε. Νομίζει ότι θα θέλω ούτως ή άλλως να τη συναντήσω; Γιατί;

Αυτοί που προσπαθούσαν να απαγάγουν τον Διαβολόγατο, αναμφίβολα, δεν ήταν συνηθισμένοι πολίτες της Μεγάλης Χώρας. Είχαν δυνάμεις παρόμοιες με μιας Θυγατέρας της Πόλης. Πιθανώς να ήταν πολεοσκόποι. Πιθανώς να ήταν οι Πολεοτέχνες. Η Ευγενία δεν θεωρούσε ότι αυτοί οι μύθοι ήταν αβάσιμοι – όχι ύστερα απ’όσα είχε δει, τις τελευταίες ημέρες. Η γυναίκα που συναντήσαμε, η Ρικάλαπ Σόρβεναθ – αν αυτό είναι καν το αληθινό της όνομα – είναι Πολεοτέχνιδα, ή πολεοσκόπος, ή και τα δύο. Πρέπει να καταλαβαίνει, κάπως, ότι είμαι μπερδεμένη. Και πρέπει να υποθέτει πως θα την αναζητήσω, όχι επειδή στην κάρτα της γράφει «Οδηγός Ξένων» αλλά επειδή γράφει «Ψυχοτεχνουργός». Καταλαβαίνει ότι, λογικά, θα θέλω να ξεμπερδευτώ.

Μα τον Κρόνο, μάλλον είναι πολεοσκόπος· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Αν ήταν μια απλή ψυχοτεχνουργός, δεν θα αντιλαμβανόταν τίποτα για εμένα. Από ό,τι είχε πει, τουλάχιστον, ο Νόρενταμπ για τους ψυχοτεχνουργούς, μόνο σ’αυτό το συμπέρασμα μπορούσε να καταλήξει η Ευγενία.

Αν δεν ήμασταν στη Νερ Έρντεραγ, θα έλεγα ότι αυτή η γυναίκα είναι Αδελφή μου! Μια Θυγατέρα της Πόλης, σε ορισμένες περιπτώσεις – όχι συχνά – μπορούσε να αντιληφτεί μια άλλη χωρίς να δει το σημάδι στο πέλμα της. Εδώ, όμως, ήταν η Νερ Έρντεραγ. Αυτή η γυναίκα αποκλείεται να ήταν Αδελφή της Ευγενίας. Πρέπει, επομένως, να ήταν πολεοσκόπος.

Και θέλει να με φέρει κοντά της – μάλλον για να βρει τρόπο ν’αρπάξει τον Διαβολόγατο.

Η κοινή λογική έλεγε ότι η Ευγενία δεν έπρεπε να δεχτεί την πρόσκληση της άγνωστης. Η κοινή λογική έλεγε ότι έπρεπε να την αποφύγει πάση θυσία.

Ήταν, όμως, κι ο Ρίκερελ στη μέση. Πώς θα βρω τον Ρίκερελ χωρίς κάποια βοήθεια; Και ο Νόρενταμπ, όσο κι αν ήθελε, δεν μπορούσε να προσφέρει αυτή τη βοήθεια. Ούτε εκείνος ούτε οι γνωστοί που είχε εδώ. Ο Ρίκερελ έλεγαν πως είχε χαθεί, πως τον είχε καταπιεί η Νερ Έρντεραγ, πως τον είχαν πάρει οι Πολεοτέχνες. Ακόμα κι αν η Ευγενία κατόρθωνε να συνηθίσει τα πολεοσημάδια της Μεγάλης Χώρας, ώστε να μπορεί να καθοδηγηθεί από αυτά όπως στην υπόλοιπη Ρελκάμνια, θα εξακολουθούσε να της είναι πολύ δύσκολο να βρει τον αγαπημένο της καλλιτέχνη.

Αν όμως η μυστηριώδης γυναίκα ήταν Πολεοτέχνιδα – αν ήταν έστω και μια πολεοσκόπος που δεν ανήκε στη μυθική μυστική οργάνωση της Νερ Έρντεραγ – πιθανώς να μπορούσε να βοηθήσει την Ευγενία να εντοπίσει τον Ρίκερελ. Αν μη τι άλλο, ίσως η Ευγενία να μάθαινε κάτι από αυτήν το οποίο θα την καθοδηγούσε με κάποιον τρόπο.

Πρέπει να τη συναντήσω.

Πρέπει να είμαι, σίγουρα, πολύ προσεχτική μαζί της. Αλλά πρέπει να τη συναντήσω.

Άφησε την κάρτα στο κομοδίνο και ξάπλωσε για να κοιμηθεί. Ο Διαβολόγατος αναδεύτηκε από τη θέση του, νιώθοντας το πάπλωμα να κινείται από κάτω του.

Ο ύπνος άργησε να πάρει την Ευγενία, και τα όνειρά της ήταν γεμάτα λαβυρινθώδεις δρόμους, αλλόκοτες γωνίες και κυρτώσεις, και ανθρώπους κρυμμένους στις σκιές οικοδομημάτων ασυνήθιστης αρχιτεκτονικής...

*

«Δεν είναι δυνατόν να σοβαρολογείς!» είπε ο Αλκάμελ την επόμενη μέρα, όταν η Ευγενία είχε εξηγήσει σ’εκείνον, τον Νόρενταμπ, και τη Γιολάντα το σχέδιό της. «Υποθέτεις ότι αυτή η Ρικάλαπ Σόρβεναθ είναι κάτι άλλο από εκείνο που φαίνεται αλλά θες να πας να πέσεις στα δίχτυα της;»

«Ακριβώς.»

«Δεν πρόκειται να σ’αφήσουμε,» της είπε ο Αλκάμελ. «Η Νερ Έρντεραγ έχει ταρακουνήσει το μυαλό σου. Θα σε δέσουμε, προτού σ’αφήσουμε να πας σ’αυτή την καριόλα. Έτσι δεν είναι;» ρώτησε τον Νόρενταμπ και τη Γιολάντα. «Θα τη δέσουμε, δε θα τη δέσουμε;»

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε, κουλουριασμένος πάνω στο κρεβάτι της Ευγενίας, κι έκανε πέρα-δώθε την ουρά του.

Ο Νόρενταμπ είπε στην Ευγενία: «Είναι παρακινδυνευμένο. Τα σημάδια της Νερ Έρντεραγ σού προκαλούν σύγχυση. Τουλάχιστον, άσε καλύτερα εγώ να την καλέσω–»

«Εσύ το ξέρει ότι είσαι ντόπιος.»

«Θα της πούμε ότι χρειαζόμαστε έναν καλύτερο οδηγό για τη Μεγάλη Χώρα.»

«Σας εξήγησα ότι δεν θα τη ζητήσω ως οδηγό αλλά ως ψυχοτεχνουργό. Θα της πω ότι θέλω να με μάθει τα σημάδια των δρόμων,» επανέλαβε η Ευγενία.

«Την άλλη φορά ζαλιζόσουν, μα τα μούσια του Κρόνου!» μούγκρισε ο Αλκάμελ.

«Τώρα είμαι καλύτερα–»

«Αλλά όχι αρκετά καλά για να κάνεις μια τόσο μεγάλη μαλακία, γαμώτο! Αυτή η γυναίκα – όποια κι αν είναι – ξέρει καλύτερα τη Νερ Έρντεραγ απ’ό,τι εσύ. Την ξέρει καλύτερα ακόμα κι από τον Νόρενταμπ, είμαι σίγουρος.»

«Ούτε εγώ το αμφιβάλλω,» συμφώνησε ο τζογαδόρος. «Η εμφάνισή της, όντως, δεν μπορεί να ήταν τυχαία – ειδικά αφού μιλούσε για τον γάτο.»

«Δεν έχω άλλο τρόπο να εντοπίσω τον Ρίκερελ–» άρχισε η Ευγενία.

«Θα βρούμε τρόπο. Αυτή δεν είναι λύση–»

«Δεν έχεις, όμως, τίποτα να προτείνεις, Νόρενταμπ. Έχεις;»

«Θα βρούμε τρόπο,» επανέλαβε εκείνος.

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι. «Θα την καλέσω–»

«Τουλάχιστον, άσε εγώ να–»

«Εσύ το ξέρει ότι είσαι από εδώ. Επομένως γνωρίζεις τα σημάδια· δε μπορείς να της ζητήσεις να σ’τα μάθει. Επιπλέον–»

«Θα την καλέσω εγώ, τότε!» είπε ο Αλκάμελ.

«Μη λες βλακείες,» διαφώνησε η Ευγενία. «Εγώ πρέπει να το κάνω. Και θα το κάνω. Εσείς να έχετε το νου σας στον γάτο. Αυτόν είναι που θέλουν ν’αρπάξουν, και η Ρικάλαπ απλά προσπαθεί να μας προσεγγίσει.»

Ο Αλκάμελ αναστέναξε. Κοίταξε τον Νόρενταμπ, περιμένοντας μια λύση απ’αυτόν. Αλλά ο τζογαδόρος απλά ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας.

«Εντάξει πια,» είπε η Γιολάντα, που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλή. «Τι το τόσο κακό μπορεί να συμβεί;»

«Αυτοί οι άνθρωποι,» της θύμισε ο Αλκάμελ, «ανήκουν σε κάποια περίεργη μυστική οργάνωση που ούτε ο Νόρενταμπ δεν ξέρει. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί.»

*

Χρησιμοποιώντας τον πομπό της κάλεσε τον τηλεπικοινωνιακό κώδικα που ήταν τυπωμένος πάνω στην κάρτα.

Προς στιγμή, ένας χτύπος ακούστηκε. Και μετά μια γυναικεία φωνή: «Μάλιστα;»

«Η Ρικάλαπ Σόρβεναθ;»

«Μάλιστα.»

«Χτες βράδυ, μου είχες δώσει την κάρτα σου, στο μπαρ. Με θυμάσαι;»

«Φυσικά. Δεν έδωσα και σ’άλλη την κάρτα μου χτες. Το ξανασκεφτήκατε; Νομίζετε ότι με χρειάζεστε ως οδηγό;»

«Όχι ακριβώς ως οδηγό. Ως ψυχοτεχνουργό σε χρειάζομαι. Εγώ, προσωπικά.»

«Για ποιο λόγο;»

«Θα ήθελα να μου διδάξεις τα σημάδια των δρόμων, ώστε να μπορώ να πλοηγηθώ στη Μεγάλη Χώρα. Αλλά βιάζομαι. Θα προτιμούσα, αν ήταν δυνατόν, να συναντηθούμε σήμερα...»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα. Πού μένεις; Θα έρθω να σε συναντήσω εκεί.»

«Στον Φιλόξενο, το ξενοδοχείο.»

«Μπορώ να είμαι εκεί σε μιάμιση ώρα. Συμφωνείς;»

«Θα σε περιμένω στη ρεσεψιόν.»

«Ωραία. Πώς είναι το όνομά σου;»

«Ευγενία.»

«Ευγενία...» Γέλασε. «Περίεργα ονόματα έχετε εσείς που ζείτε έξω απ’τη Μεγάλη Χώρα!» Και μετά τερμάτισε την τηλεπικοινωνία τους.

Η Ευγενία έκλεισε τον πομπό της.

Όσο μιλούσε είχε την ένταση ανεβασμένη ώστε ν’ακούνε κι οι άλλοι τι της έλεγε η ψυχοτεχνουργός.

Τώρα ο Νόρενταμπ είπε: «Συνήθως οι ψυχοτεχνουργοί έχουν δουλειές. Παράξενο που δέχτηκε να σε δει αμέσως.»

«Έλα τώρα,» είπε ο Αλκάμελ. «Δε μπορεί να μην το έχει καταλάβει ότι την έχουμε καταλάβει. Η Ευγενία έχει δίκιο σ’αυτό. Ποντάρει ότι θα πέσουμε ηθελημένα στην παγίδα της. Απορώ πώς είναι δυνατόν να πιστεύει ότι είμαστε τόσο ηλίθιοι. Και απορώ πώς είναι δυνατόν να είμαστε τόσο ηλίθιοι!»

«Αλκάμελ,» είπε η Ευγενία, «δεν καταλαβαίνει μόνο ότι την έχουμε καταλάβει. Καταλαβαίνει και τι είμαι εγώ.»

«Ότι είσαι Θυγατέρα της Πόλης; Πώς να το καταλαβαίνει αυτό, Ευγενία;»

«Με τον ίδιο τρόπο που καταλαβαίνει ότι ο Διαβολόγατος δεν είναι ένας συνηθισμένος γάτος. Αυτή η γυναίκα πιθανώς να είναι πολεοσκόπος.»

«Ευγενία,» είπε ο Νόρενταμπ, «εγώ... είμαι πολύ σκεπτικός σχετικά με το αν όντως υπάρχουν πολεοσκόποι· σ’το είπα ήδη... Είναι ένα θέμα που...» Κόμπιασε, μη συνεχίζοντας.

Ο Αλκάμελ ρώτησε την Ευγενία: «Οι Θυγατέρες της Πόλης δεν πλησιάζουν τη Νερ Έρντεραγ, έτσι δεν είναι; Επομένως, πώς μπορεί αυτή η Ρικάλαπ να γνωρίζει για τις Θυγατέρες;»

«Ίσως να μη με βλέπει ως ‘Θυγατέρα της Πόλης’ αλλά ως κάτι... ασυνήθιστο. Όπως τον γάτο.»

«Γιατί τότε δεν προσπαθεί να κλέψει εσένα αντί για–; Για στάσου λίγο! Πού το ξέρουμε ότι δεν προσπαθεί να κλέψει εσένα; Μπορεί τούτο το κάλεσμα να είναι ακριβώς γι’αυτό το σκοπό!»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι. «Δεν το νομίζω.»

«Οι Θυγατέρες της Πόλης τα ξέρουν όλα;»

«Σε καμια από τις προηγούμενες συναντήσεις μας μαζί τους δεν επιχείρησαν να με απαγάγουν. Πάντα στόχος τους ήταν αποκλειστικά και μόνο ο Διαβολόγατος.»

«Ακόμα κι έτσι...» είπε ο Αλκάμελ, σμίγοντας τα χείλη και κάνοντας πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του. «Ακόμα κι έτσι, γαμώτο...»

Ο Νόρενταμπ είπε: «Ευγενία, πριν από οτιδήποτε άλλο, ζήτησέ της ταυτότητα ψυχοτεχνουργού. Όλοι οι ψυχοτεχνουργοί έχουν ειδική ταυτότητα, που αποδεικνύει την ιδιότητά τους. Αν δεν έχει ταυτότητα, τότε είναι παράνομη ψυχοτεχνουργός. Ή ίσως να μην είναι καν ψυχοτεχνουργός.»

«Κι αν μου δείξει ψεύτικη ταυτότητα, πώς θα την αναγνωρίσω; Δεν έχω ξαναδεί ποτέ–»

«Θα είμαι μαζί σου, φυσικά. Δε θα τη συναντήσεις μόνη σου στη ρεσεψιόν.»

«Και είσαι σίγουρος,» τον ρώτησε ο Αλκάμελ, «ότι εσύ θ’αναγνωρίσεις την πλαστή ταυτότητα; Ιερέας είσαι, και τζογαδόρος, όχι πλαστογράφος.»

«Ναι, δυστυχώς, δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Όμως τουλάχιστον εγώ έχω ξαναδεί ταυτότητα ψυχοτεχνουργού.»

«Υπέροχα...» μουρμούρισε ο Αλκάμελ.

*

Η Ρικάλαπ ήταν στην ώρα της. Διασχίζοντας τη ρεσεψιόν, βάδισε προς τα εκεί όπου κάθονταν η Ευγενία και οι φίλοι της, με τον Διαβολόγατο κουλουριασμένο στην αγκαλιά του Αλκάμελ. Η ψυχοτεχνουργός (αν ήταν όντως τέτοια) φορούσε μαύρο πέτσινο πανωφόρι πάνω από λευκή μπλούζα, μαύρο δερμάτινο παντελόνι, και κοντές μαύρες μπότες. Τα χέρια της σκέπαζαν μαύρα γάντια με μισά δάχτυλα. Τα σγουρά μαύρα μαλλιά της έπεφταν καλοχτενισμένα γύρω απ’το λευκόδερμο πρόσωπό της. Τα χείλη της χαμογελούσαν.

Η Ευγενία διέκρινε πάλι απειλητικά πολεοσημάδια παντού γύρω, όπως κι όταν την είχε δει χτες στο μπαρ. Γιατί; Ήταν τόσο επικίνδυνη; Ή το μυαλό της της έπαιζε παιχνίδια, όπως συνέχεια εδώ, στη Νερ Έρντεραγ;

«‘Ευγενία’,» είπε η Ρικάλαπ, «σωστά;»

Η Ευγενία είχε ήδη σηκωθεί από τη θέση της. «Σωστά.»

Αντάλλαξαν μια χειραψία. «Πάντα με μπερδεύουν τα ονόματα των ξένων!» γέλασε η Ρικάλαπ.

«Κι εμάς το δικό σου μας φαίνεται λιγάκι περίεργο,» είπε ο Αλκάμελ, έχοντας κι αυτός σηκωθεί όρθιος, με τον γάτο στην αγκαλιά του.

«Σοβαρά; Μου μοιάζει απίστευτο, χα-χα-χα!»

Ο Νόρενταμπ (που επίσης είχε σηκωθεί όρθιος μαζί με τη Γιολάντα) ρώτησε: «Έχεις ταυτότητα ψυχοτεχνουργού;»

«Φυσικά! Νόμιζες ότι είμαι παράνομη, ε; Επειδή σας συνάντησα τυχαία στο μπαρ;» Έβγαλε την ταυτότητα μέσα από το πανωφόρι της και την έδωσε στον Νόρενταμπ.

Εκείνος την κοίταξε προσεχτικά, την ψηλάφησε, και της την επέστρεψε. «Πράγματι, έχεις ταυτότητα ψυχοτεχνουργού,» είπε.

«Και ταλαιπωρήθηκα πολύ για να την πάρω,» αποκρίθηκε ευχάριστα η Ρικάλαπ, κρύβοντάς την ξανά μες στο πανωφόρι της. «Θέλετε να δείξω σε όλους σας πώς να ακολουθείτε τα σημάδια των δρόμων;»

«Όχι,» είπε η Ευγενία· «μόνο σ’εμένα.»

«Οι άλλοι, δηλαδή, γνωρίζετε;» Τους έριξε μια ματιά.

«Έχουμε κάποιες... βασικές γνώσεις,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ. Ο Διαβολόγατος κοίταζε εχθρικά την ψυχοτεχνουργό από την αγκαλιά του.

Η Ρικάλαπ μειδίασε. «Πολύ συμπαθητικό αυτό το γατάκι σας.»

«Είμαι βέβαιος ότι τα συναισθήματα είναι αμοιβαία,» είπε ο Αλκάμελ, επιστρέφοντάς της το μειδίαμα.

Η Ευγενία ρώτησε: «Μπορούμε να ξεκινήσουμε σήμερα;»

«Ασφαλώς και μπορούμε,» αποκρίθηκε η Ρικάλαπ. «Ακόμα και τώρα. Νομίζεις πως είσαι έτοιμη;»

«Δε θα είμαι ποτέ πιο έτοιμη,» είπε η Ευγενία, αν και ήξερε πως αυτό ήταν ψέμα. Νόμιζε πως, με τον χρόνο, και με την επαφή με την ψυχόδραση μέσα στους τοίχους, ίσως να συνήθιζε περισσότερο τα παράξενα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ. Ωστόσο, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Ο Ρίκερελ κινδύνευε.

«Έλα μαζί μου, τότε.»

«Πού θα πάτε;» ρώτησε ο Νόρενταμπ.

«Εδώ γύρω,» είπε η Ρικάλαπ.

«Μπορώ να έρθω μαζί σας;»

Άλλα είχαμε συμφωνήσει, Νόρενταμπ! σκέφτηκε θυμωμένα η Ευγενία.

«Μπορείς, αν θέλεις,» αποκρίθηκε η Ρικάλαπ. «Είσαι πολίτης της Μεγάλης Χώρας, είπαμε, έτσι; Γνωρίζεις ήδη τα σημάδια.»

«Τα γνωρίζω.»

«Δε θα σας χρεώσω, επομένως, τίποτα επιπλέον για σένα.»

«Πόσα θα πληρώσουμε;» ρώτησε η Ευγενία.

«Δεκαπέντε δεκάδια, για σήμερα. Τιμή γνωριμίας.»

«Και αύριο;»

«Είκοσι-πέντε.»

«Εντάξει,» είπε η Ευγενία, και εκείνη κι ο Νόρενταμπ ακολούθησαν τη Ρικάλαπ έξω από τον Φιλόξενο, στους δρόμους της Ευπρεπούς Νόησης.

Η ψυχοτεχνουργός άρχισε να δείχνει διάφορα σημάδια στη Θυγατέρα της Πόλης, ενώ εκείνη απομάκρυνε απ’το μυαλό της κάθε ενόχληση από τα υπόλοιπα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ. Παρατήρησε, μάλιστα, πως η Ρικάλαπ δεν της έδειχνε μόνο ένα σημάδι για κάθε κατεύθυνση, αλλά και δυο-τρία εναλλακτικά, και της είπε ότι μπορούσε ν’ακολουθεί όποιο τη βόλευε. Ο Νόρενταμπ δεν της το είχε αναφέρει αυτό. Μάλλον επειδή δεν ξέρει εναλλακτικά σημάδια. Ξέρει μόνο κάποια συγκεκριμένα κι αυτά ακολουθεί συνεχώς για να βρίσκει τον δρόμο του. Αλλά, ως συνήθως, υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να πας σ’ένα μέρος – κάτι που οι Θυγατέρες της Πόλης γνώριζαν πολύ καλά. Ίσως τα εναλλακτικά σημάδια να με βοηθήσουν ν’αρχίσω να κατανοώ και τα υπόλοιπα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ...

Αλλά τώρα δεν είμαι γι’αυτό μαζί με τη Ρικάλαπ...

«Να σου κάνω μια ερώτηση;» της είπε ύστερα από καμια ώρα περιπλάνησης στους δρόμους.

«Ελεύθερα.»

«Έχω ακούσει ότι υπάρχουν κάποιοι στη Νερ Έρντεραγ που ονομάζονται πολεοσκόποι...»

«Ένας μύθος.»

«Είναι όντως μύθος;»

«Δεν έχω ποτέ συναντήσει πολεοσκόπο, Ευγενία. Ξέρεις τι υποτίθεται πως είναι;»

«Άνθρωποι που μαντεύουν διάφορα μέσα από τα σημάδια της Νερ Έρντεραγ.»

«Ναι. Κάτι που, προφανώς, δεν γίνεται. Τα σημάδια είναι απλά για να βρίσκεις τον δρόμο σου.»

«Κρίμα...»

«Τι κρίμα;»

«Που δεν υπάρχουν πολεοσκόποι. Γιατί, αν υπήρχαν, ίσως μπορούσαν να με βοηθήσουν να βρω έναν φίλο μου που έχει χαθεί εδώ...» Λοξοκοίταξε τη Ρικάλαπ.

Εκείνη σταμάτησε να βαδίζει. «Φίλο σου που έχει χαθεί εδώ;» Ύψωσε ένα της φρύδι.

«Λένε πως ίσως να τον έχουν αρπάξει οι Πολεοτέχνες...» Ήθελε να δει την αντίδραση της Ρικάλαπ.

«Ακόμα ένας μύθος,» είπε εκείνη, ανέκφραστα.

«Μια μυστική οργάνωση...»

«Γνωρίζεις πολλούς μύθους, Ευγενία.»

«Αν κάποιοι απ’αυτούς τους μύθους αληθεύουν, ίσως να μπορούσαν να με βοηθήσουν να βρω τον φίλο μου. Και θα το εκτιμούσα πολύ να δεχτώ τη βοήθειά τους.»

Η Ρικάλαπ ρώτησε: «Πώς τον λένε τον φίλο σου;»

«Ρίκερελ Ζωγράφος, ή Ρίκερελ-Λάντι.»

«Είναι ευγενής ή δεν είναι;»

«Ευγενής είναι, αλλά συνήθως χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Ζωγράφος. Είχε έρθει στη Νερ Έρντεραγ για να κάνει γκράφιτι.»

«Επικίνδυνη ενασχόληση... για ξένο.»

«Γιατί; Ποιος μπορεί να τον άρπαξε;»

Η Ρικάλαπ γέλασε. «Οι Πολεοτέχνες, φυσικά!»

Η Ευγενία δεν ήταν βέβαιη ότι αστειευόταν. «Πρέπει να τον βρω. Οπωσδήποτε. Δεν είναι αστείο.»

«Γιατί τον ψάχνεις; Τον κυνηγάς;»

«Τον αγαπώ,» είπε η Ευγενία. «Δε θα φύγω από εδώ αν δεν τον βρω. Μπορείς να με βοηθήσεις; Είμαι πρόθυμη να πληρώσω.»

Η Ρικάλαπ κούνησε το κεφάλι. «Δυστυχώς, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, Ευγενία. Μια απλή ψυχοτεχνουργός είμαι–»

«Ποιος μπορεί να τον απήγαγε;»

«Γιατί κάποιος να τον απήγαγε;»

«Πώς εξαφανίστηκε, τότε; Πού πήγε;»

«Πολλοί ξένοι εξαφανίζονται στη Μεγάλη Χώρα.»

«Γιατί;» ρώτησε έντονα η Ευγενία.

«Γιατί δεν μπορούν να βρουν τον δρόμο τους.»

«Μέχρι πότε; Μερικές ώρες, το πολύ! Μερικές μέρες;»

«Όταν έχεις χαθεί στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας,» είπε η Ρικάλαπ, «οτιδήποτε μπορεί να σου συμβεί, Ευγενία. Να το ξέρεις αυτό. Και να προσέχεις. Τώρα: να συνεχίσουμε το μάθημά μας;»

Μου λέει ψέματα, σκέφτηκε η Ευγενία. Σίγουρα γνωρίζει περισσότερα. Είναι από αυτούς που ήθελαν τον Διαβολόγατο. Να της μιλούσε ευθέως, ή–;

Η Ρικάλαπ άρχισε απότομα να περπατά ξανά, και η Ευγενία δεν είχε άλλη επιλογή απ’το να την ακολουθήσει. Το βάδισμα της ψυχοτεχνουργού (πολεοσκόπου;) ήταν γρήγορο, και τα πολεοσημάδια γύρω της μπερδεμένα – και άγρια, απειλητικά. Εξακολουθούσαν να είναι απειλητικά από τότε που η Ευγενία την είχε συναντήσει στη ρεσεψιόν. Τίποτα δεν είχε αλλάξει ώς τώρα.

Η Ρικάλαπ έστριψε σε μια γωνία. «Βλέπεις τη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται τα οχήματα στο βάθος του δρόμου;» είπε, δείχνοντας, προσπαθώντας να εξηγήσει ακόμα ένα σημάδι.

«Δε μ’ενδιαφέρουν τα σημάδια,» τη διέκοψε η Ευγενία. «Το ξέρω πως δεν είσαι εδώ για να με διδάξεις, και το ξέρεις ότι το ξέρω.»

«Μα τον Κρόνο, τι εννοείς; Αν τα σημάδια έχουν αρχίσει να σου προκαλούν σύγχυση–»

«Καμια σύγχυση δεν μου προκαλούν, Ρικάλαπ. Κάποιοι προσπαθούν να μας κλέψουν τον γάτο μας από τότε που ήρθαμε στη Νερ Έρντεραγ, και είσαι μία από αυτούς, έτσι δεν είναι;»

Η Ρικάλαπ δεν έπαψε να βαδίζει. Τα σημάδια των δρόμων είχαν πάλι γίνει μια χαοτική θύελλα γύρω της και γύρω από την Ευγενία. Έστριψε σ’ακόμα μια γωνία.

«Περίμενε!» είπε η Ευγενία. «Θέλω να μιλήσουμε!»

Η Ρικάλαπ στράφηκε απότομα να την αντικρίσει, μ’ένα τίναγμα σγουρών μαλλιών. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Αν δεν θέλεις πλέον να–»

«Μπορείς και διακρίνεις ότι ο γάτος μας δεν είναι ένας συνηθισμένος γάτος. Πώς το καταφέρνεις αυτό;»

«Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς!»

«Μου έδωσες την κάρτα σου για να μας προσεγγίσεις–»

Η Ρικάλαπ βάδιζε ξανά, γρήγορα.

Η Ευγενία την κυνήγησε μέσα στους μπερδεμένους δρόμους της Νερ Έρντεραγ, ανάμεσα σε παράδοξες αρχιτεκτονικές και οικοδομήματα που έμοιαζαν βγαλμένα από όνειρα. «Περίμενε, Ρικάλαπ! Δε σε κατηγορώ για τίποτα! Αν γνωρίζεις περισσότερα απ’ό,τι λες, θέλω να ζητήσω τη βοήθειά σου!»

Η Ρικάλαπ σταμάτησε και γύρισε πάλι να την κοιτάξει. «Τι είδους βοήθεια;» Δίπλα τους περνούσαν οχήματα, πολλά οχήματα – μηχανές μούγκριζαν, μεταλλικοί τροχοί αντηχούσαν πάνω στο πλακόστρωτο του δρόμου.

«Να βρω τον Ρίκερελ.»

«Τον άνθρωπο που ψάχνεις...»

«Ναι. Αν είσαι πολεοσκόπος, ή αν ανήκεις σε κάποια κρυφή οργάνωση εδώ πέρα, ίσως μπορείς να με καθοδηγήσεις ώστε να τον βρω. Είμαι πρόθυμη να διαπραγματευτούμε.»

Η Ρικάλαπ γέλασε. Στράφηκε απ’την άλλη και βάδισε γρήγορα.

«Περίμενε!» Η Ευγενία, γι’ακόμα μια φορά, την ακολούθησε. Τα σημάδια των δρόμων είχαν μετατραπεί σ’ένα στροβιλώδες χάος ολόγυρά της. Το μυαλό της, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της ταχυδακτυλουργού που γνώριζε, κρατούσε μακριά όλους τους απειλητικούς σχηματισμούς. Αλλά η Ευγενία αισθανόταν τη νόησή της πολιορκημένη, βάναυσα. (Πού ήταν ο Νόρενταμπ, αλήθεια; Γιατί τόση ώρα ήταν αμίλητος;)

Η θύελλα των σημαδιών της Νερ Έρντεραγ αγρίεψε γύρω της. Η Ευγενία τώρα ζαλιζόταν. Νόμιζε ότι πραγματικά άνεμος είχε σηκωθεί, νόμιζε ότι όλος ο χώρος κύρτωνε παράξενα και μονάχα η Ρικάλαπ ήταν σταθερή καθώς βάδιζε, καθώς απομακρυνόταν–

Ίλιγγος

(ένα σκοτάδι πέρασε)

Η Ευγενία κρατήθηκε από έναν τοίχο, κι αισθάνθηκε τις ψυχοδραστικές δονήσεις μέσα στο οικοδόμημα. Τις χρησιμοποίησε σαν σωσίβιο μέσα στη θύελλα των πολεοσημαδιών. Γραπώθηκε, νοητικά, επάνω τους, κλείνοντας τα μάτια, αναπνέοντας ρυθμικά. Το μυαλό της ήρθε στη θέση του.

Τα βλέφαρά της άνοιξαν πάλι, βέβαιη ότι τώρα θα είχε χάσει τη Ρικάλαπ.

Και πράγματι, η μυστηριώδης γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Δεν φαινόταν πουθενά. Οχήματα περνούσαν, πεζοί, αλλά όχι η Ρικάλαπ.

Το βλέμμα της Ευγενίας έπεσε στο πλακόστρωτο μπροστά της, και είδε ένα γυαλιστερό χαρτάκι εκεί. Τι...; Δεν της ήταν άγνωστο. Η ταυτότητα! Έσκυψε και σήκωσε την ταυτότητα της ψυχοτεχνουργού.

Δε μπορεί να της έπεσε τυχαία... Μας κορόιδευε από την αρχή, και τώρα αποφάσισε πως το παιχνίδι τελείωσε.

Η Ευγενία θυμήθηκε τον Νόρενταμπ. Πού ήταν ο Νόρενταμπ; Κοίταξε προς κάθε κατεύθυνση. Ούτε αυτός φαινόταν πουθενά!

Αισθάνθηκε, ξαφνικά, τελείως χαμένη. Για πρώτη φορά εδώ και τόσα χρόνια, από τότε που είχε αναγεννηθεί ως Θυγατέρα της Πόλης, αισθάνθηκε τελείως χαμένη στους δρόμους μιας συνοικίας της Ρελκάμνια...

Κεφάλαιο 25

Η Ευγενία προσπάθησε να βρει τα σημάδια των δρόμων που της είχε δείξει η Ρικάλαπ· προσπάθησε να βρει τα σημάδια που της είχε δείξει ο Νόρενταμπ. Αλλά τίποτα δεν κατάφερε. Ήταν χαμένη. Τελείως χαμένη.

Πανικός την κατέλαβε, καθώς επιθετικά πολεοσημάδια την πολιορκούσαν από κάθε μεριά. Τον καταπολέμησε, απωθώντας τον μακριά από το μυαλό της, ενώ επικαλείτο κάθε τεχνική που ήξερε ως ταχυδακτυλουργός για να γαληνέψει τον εαυτό της. Η κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί δεν διέφερε και πολύ, άλλωστε, από όταν ήταν δεμένη με αλυσίδες μέσα σ’ένα δοχείο που γέμιζε με νερό...

Τα πολεοσημάδια ήταν ολόκληρη πλημμύρα. Ή, τουλάχιστον, έτσι της φάνταζαν. Ποτέ άλλοτε δεν τα είχε δει έτσι. Μόνο όταν είχε αναγεννηθεί ως Θυγατέρα της Πόλης· όταν οι δυνάμεις της είχαν πρωτοξυπνήσει.

Η Ευγενία άρχισε να βαδίζει τυχαία μέσα στην ανέγνωρη πόλη. Και σκέφτηκε: Γιατί να μην κάνω ό,τι θα έκανα οπουδήποτε; Ρώτησε έναν περαστικό: «Συγνώμη. Ξέρετε προς τα πού είναι το ξενοδοχείο Ο Φιλόξενος’;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Προς τα εκεί.» Έδειξε, και ανέφερε τα ονόματα μερικών δρόμων. «Είσαι ξένη;»

Η Ευγενία κατένευσε.

«Γνωρίζεις πώς ν’ακολουθείς τα σημάδια των δρόμων; Αν δεν γνωρίζεις, θα δυσκολευτείς να φτάσεις· κι εγώ τώρα δεν έχω χρόνο να σε πάω ώς εκεί.»

«Γνωρίζω,» είπε η Ευγενία.

«Εντάξει,» είπε ο άντρας. «Πήγαινε. Προσεχτικά.» Και έφυγε, διασχίζοντας έναν δρόμο κάθετα, μπαίνοντας στην είσοδο μιας τριγωνοικίας.

Η Ευγενία έστρεψε το βλέμμα της προς τα εκεί όπου της είχε δείξει, έφερε τα ονόματα των δρόμων στο μυαλό της, και προσπάθησε να βρει κάποια από τα σημάδια που γνώριζε – να τα διακρίνει μέσα στο υπόλοιπο χάος των πολεοσημαδιών... Τα κατάφερε: εντόπισε ένα απ’αυτά που της είχε μάθει ο Νόρενταμπ. Το ακολούθησε, και το σημάδι την οδήγησε σ’ένα άλλο, και σ’ένα άλλο–

«Ευγενία!» Ο Νόρενταμπ! Στράφηκε και τον είδε να έρχεται προς το μέρος της, περνώντας ανάμεσα από δύο σταματημένα τετράκυκλα οχήματα. «Μα τον Κρόνο! Σας έχασα! Ένα μικρό πλήθος πέρασε ανάμεσά μας και μετά είχες εξαφανιστεί – και εσύ και η Ρικάλαπ.»

Η Ευγενία συνοφρυώθηκε. «Μικρό πλήθος;»

«Δεν το είδες;»

«Όχι...» μουρμούρισε. Ήμουν τόσο μπερδεμένη; Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Ποτέ ξανά στη ζωή της δεν είχε αισθανθεί έτσι αβοήθητη μέσα στους δρόμους της Ρελκάμνια. Εκείνη, μια Θυγατέρα της Πόλης! Εν μέρει, ο φόβος της την εξόργιζε. Δεν έπρεπε να φοβάται!

«Πού είναι η Ρικάλαπ;» ρώτησε ο Νόρενταμπ. «Σ’εγκατέλειψε;»

«Δεν άκουσες τι λέγαμε; Πότε μας έχασες; Τι λέγαμε όταν μας έχασες;»

«Εεε... νομίζω ότι λέγατε, ότι τη ρωτούσες τι μπορεί να συνέβη στον Ρίκερελ κι αν η Ρικάλαπ θα μπορούσε να σε βοηθήσει.»

«Αποκλείεται να ήταν τυχαίο ότι μας έχασες τότε,» είπε η Ευγενία.

«Εννοείς ότι...;»

«Ήταν σκηνοθετημένο, Νόρενταμπ – όπως κι εκείνη η ιστορία που έγινε χτες το μεσημέρι, όταν προσπαθούσαν ν’αρπάξουν τον Διαβολόγατο πάλι.»

«Ίσως,» παραδέχτηκε εκείνος, συλλογισμένα. «Τι είπατε μετά, Ευγενία;»

«Της είπα ότι ξέρω πως ανήκει σε κάποια οργάνωση που θέλουν να μας πάρουν τον γάτο, και της είπα ότι δεν μ’ενδιαφέρει αυτό, μ’ενδιαφέρει να με βοηθήσει να βρω τον Ρίκερελ αν μπορεί.»

«Τι απάντησε;»

«Αρνήθηκε τα πάντα κι άρχισε να φεύγει. Έκανα να την ακολουθήσω, αλλά... ζαλίστηκα. Παραλίγο να πέσω.»

«Είσαι καλά τώρα;»

«Πιο καλά από τότε. Και μάντεψε τι βρήκα μπροστά στα πόδια μου μόλις συνήλθα.» Έβγαλε την ταυτότητα της ψυχοτεχνουργού από το πανωφόρι της.

Ο Νόρενταμπ την πήρε στο χέρι του. «Για φαντάσου...»

«Πλαστή είναι, Νόρενταμπ. Αλλιώς, γιατί να την πετάξει;»

Ο τζογαδόρος την ψηλάφησε, την κοίταξε προσεχτικά. «Αληθινή μοιάζει. Αλλά... ναι, σίγουρα πλαστή είναι.» Ύψωσε το βλέμμα του στο πρόσωπο της Ευγενίας. «Λες να μην ήταν καν ψυχοτεχνουργός;»

«Μπορεί να ήταν πολεοσκόπος.»

«Ευγενία, σου έχω πει, δεν–»

«–είσαι σίγουρος αν υπάρχουν πολεοσκόποι. Ναι, μου το έχεις πει. Αλλά εγώ πιστεύω ότι υπάρχουν.»

«Τέλος πάντων. Ελπίζω να μη θες τώρα να την αναζητήσουμε στους δρόμους...»

«Δε νομίζω να τη βρούμε, ακόμα κι αν την αναζητήσουμε.»

«Ούτε εγώ το νομίζω.»

Βάδισαν προς το ξενοδοχείο.

*

«Αφού δεν σας σκότωσαν, τυχεροί είστε,» παρατήρησε ο Αλκάμελ, όταν του διηγήθηκαν την περιπέτειά τους, βρισκόμενοι όλοι στο δίκλινο δωμάτιο που μοιραζόταν με την Ευγενία. Η Γιολάντα καθόταν πάνω στο κρεβάτι της Ευγενίας, οκλαδόν, έχοντας βγάλει τα παπούτσια της. Ο Διαβολόγατος έκανε γύρω-γύρω, σ’όλο το δωμάτιο, σαν τα πάντα να είχαν γίνει τόσο καυτά που δεν μπορούσε να σταθεί πουθενά.

«Δε μου μοιάζουν για φονιάδες, Αλκάμελ,» είπε η Ευγενία.

«Την άλλη φορά είχαν τραβήξει στιλέτα. Δεν είναι φονιάδες οι μαχαιροβγάλτες τώρα;»

«Κι εμείς είχαμε τραβήξει όπλα,» του θύμισε η Ευγενία.

«Οι πάντες γίνονται φονιάδες όταν βρεθούν στην ανάγκη,» μειδίασε ο Αλκάμελ. Και προς τον Νόρενταμπ: «Η ταυτότητα ούτε που το κατάλαβες ότι ήταν ψεύτικη...»

«Δε μοιάζει για ψεύτικη.» Ακόμα την κρατούσε στο χέρι του. «Είναι πολύ προσεχτικά φτιαγμένη. Ή κλεμμένη.»

«Προσπάθησε κανένας να πάρει τον Διαβολόγατο, όσο λείπαμε;» ρώτησε η Ευγενία.

«Η Γιολάντα,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ. «Συνέχεια τον γρατσούνιζε· είχα τρομάξει. Γι’αυτό τώρα δεν μπορεί να κάτσει πουθενά,» είπε δείχνοντας τον γάτο.

Η Γιολάντα γελούσε. «Σταμάτα, αλήτη, να με διασύρεις!»

Ο Αλκάμελ είπε στην Ευγενία και στον Νόρενταμπ: «Μάλλον δεν θα ξαναδούμε, λοιπόν, την κυρία Ρικάλαπ Σόρβεναθ...»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ευγενία, δυσανασχετώντας.

«Σε στεναχωρεί το γεγονός;»

«Θα προτιμούσα να είχα τη βοήθειά της. Για να βρω τον Ρίκερελ.»

«Θα τον βρούμε αλλιώς, Ευγενία,» είπε ο Νόρενταμπ. «Σ’το είχα πει και πριν· δεν ήταν αυτός τρόπος.»

Η Ευγενία κάθισε στο κρεβάτι της, πλάι στη Γιολάντα. «Είχες δίκιο. Ήταν ανοησία αυτό που έκανα. Απλώς... αν υπήρχε έστω και μια πιθανότητα να λάβω τη βοήθεια κάποιας που ξέρει πολλά για τη Νερ Έρντεραγ....»

«Πώς το ξέρεις ότι ξέρει πολλά;» είπε ο Αλκάμελ. «Το υποθέτεις· τίποτα περισσότερο.»

Η Ευγενία διαφωνούσε, αλλά δεν είχε όρεξη να μιλήσει. Ήταν πολύ κουρασμένη.

*

Την υπόλοιπη μέρα την πέρασαν ήσυχα. Η Ευγενία κοιμήθηκε δυο ώρες, και μετά ξύπνησε και έφαγε, μαζί με τον Αλκάμελ και τον Διαβολόγατο, φαγητό που είχαν παραγγείλει στο δωμάτιό τους. Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα, εν τω μεταξύ, είχαν πάει σ’ένα εστιατόριο, κι όταν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο κάλεσαν την Ευγενία για να βεβαιωθούν ότι όλα εξακολουθούσαν να είναι καλά. Ύστερα απ’αυτό, η Ευγενία έπεσε ξανά για ύπνο. Αισθανόταν μεγάλη υπνηλία. Η περιπέτειά της είχε κουράσει πολύ το μυαλό της· περισσότερο απ’όσο αρχικά νόμιζε. Λιποθύμησα για μια στιγμή μες στο δρόμο; αναρωτήθηκε. Όχι, δεν μπορεί, αφού μετά ήμουν όρθια. Εκείνη η αίσθηση, όμως... ήταν σαν όντως να είχε λιποθυμήσει. Αλλά δεν είχε λιποθυμήσει. Προφανώς. Αλλιώς κάποιος θα την έβρισκε ξαπλωμένη στο πλακόστρωτο.

Κοιμήθηκε ξανά, κι όταν ξύπνησε μίλησε στον Αλκάμελ, στον Νόρενταμπ, και στη Γιολάντα για την ιδέα της να καλέσει τη Ρικάλαπ και να της ζητήσει να τη διδάξει τα σημάδια των δρόμων. Εκείνοι διαφώνησαν αλλά η Ευγενία επέμεινε να προχωρήσει με το σχέδιό της. Κάλεσε τη Ρικάλαπ με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της κι αυτή ήρθε στο ξενοδοχείο ύστερα από ένα μισάωρο. Ο Νόρενταμπ τής ζήτησε την ταυτότητά της και η ψυχοτεχνουργός τού την έδειξε. Δεν ήταν πλαστή. Η Ευγενία τη ρώτησε αν μπορούσαν να ξεκινήσουν από σήμερα το μάθημα· η Ρικάλαπ δέχτηκε, και ο Νόρενταμπ επέμεινε να έρθει μαζί τους. Βάδισαν στους δρόμους και η Ευγενία, ύστερα από καμια ώρα, άρχισε να μιλά στη Ρικάλαπ για τον Ρίκερελ, ζητώντας τη βοήθειά της. Τελικά, της είπε ότι ήξερε πως ήταν μαζί μ’αυτούς που ήθελαν να αρπάξουν τον Διαβολόγατο. Η Ρικάλαπ το αρνήθηκε κι έφυγε: και η Ευγενία βούλιαξε σε μια άγρια θύελλα από εχθρικά πολεοσημάδια και–

Τα βλέφαρά της άνοιξαν. Η αναπνοή της ήταν γρήγορη. Αισθανόταν το σώμα της να κολλά από τον ιδρώτα.

Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό που νόμιζε ότι είχε ξαναζήσει όλα όσα είχαν συμβεί το πρωί. Το στόμα της το ένιωθε ξερό, τη γλώσσα της κολλημένη.

Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, που καθόταν στο δικό του κρεβάτι και διάβαζε ένα περιοδικό της Νερ Έρντεραγ.

«Ναι.»

Η Ευγενία πήγε στο μπάνιο και πλύθηκε. Βγαίνοντας, είδε ότι τώρα ο Αλκάμελ παρακολουθούσε μια εκπομπή στον τηλεοπτικό δέκτη του δωματίου. Τον αγνόησε. Κάθισε στο κρεβάτι της, οκλαδόν, και άγγιξε τον τοίχο. Ήρθε σε επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις στο εσωτερικό της σφαιροικίας. Και συμπέρανε ότι, όπως και τις άλλες φορές, της έκαναν καλό. Αισθανόταν σαν ένας μαγνήτης που έχει κολλήσει πάνω στο πανάρχαιο οικοδόμημα, παίζοντας μαζί του. Και το μυαλό της άρχισε να απλώνεται μέσα στους τοίχους του, να το εξερευνά. Άρχισε να καταλαβαίνει κάποιες βασικές υποδιαιρέσεις των χώρων του. Αυτό έκαναν και οι οικομύστες, άραγε; Θα μπορούσα να ήμουν οικομύστης εδώ;

Όταν απομάκρυνε τελικά τα χέρια της από τον τοίχο, νόμιζε ότι είχε αποκτήσει ακόμα περισσότερη εξοικείωση με τη Νερ Έρντεραγ απ’ό,τι πριν. Αμφέβαλλε, βέβαια, ότι θα μπορούσε να κατανοήσει τα πολεοσημάδια όπως αλλού στη Ρελκάμνια, αλλά σίγουρα είχε κάνει πρόοδο.

Ο Αλκάμελ ακόμα παρακολουθούσε την οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη. «Σ’ενδιαφέρουν οι τοπικές ειδήσεις, ή μόνο ο τοίχος;» τη ρώτησε.

«Τα πάντα μ’ενδιαφέρουν.»

«Πριν από λίγο άκουσες τι λέγανε;»

«Όχι.»

«Εκείνη η κυκλοικία που τέσσερα διαμερίσματά της είχαν εξαφανιστεί; Τη θυμάσαι;»

«Ναι.»

«Εξαφανίστηκαν κι άλλα πράγματα εκεί. Η είσοδός της, πολλά παράθυρα, και πολλά μπαλκόνια. Έχει απομονωθεί από τον έξω κόσμο, λένε. Οι τηλεπικοινωνίες δεν περνάνε: ούτε οι καλωδιακές ούτε οι ασύρματες. Και στο εσωτερικό έχουν παγιδευτεί και μερικοί άνθρωποι του Άριστου Κυβερνήτη, συμπεριλαμβανομένου ενός οικομύστη. Ο Άριστος Κυβερνήτης εδώ είναι ο Πολιτάρχης, ουσιαστικά.»

«Μάλιστα. Και;»

«Τι ‘και’; Είναι περίεργο, δεν είναι; Ακόμα και στη Νερ Έρντεραγ, τα οικοδομήματα δεν αλλάζουν έτσι στα ξαφνικά!»

«Δε με βοηθάει να βρω τον Ρίκερελ.»

«Μόνο γι’αυτόν σ’ενδιαφέρει, ε;» Δεν ήταν ειρωνικό· την κοίταζε σαν να την καταλάβαινε.

Η Ευγενία ένευσε. «Γι’αυτόν ήρθα,» μουρμούρισε. «Και φοβάμαι ότι ίσως να μη μπορέσω να...» Δε συνέχισε.

«Θα τον βρούμε–»

«Μη μου λες κι εσύ τα ίδια με τον Νόρενταμπ!»

«Τι να σου πω; ότι δεν θα τον βρούμε;»

Η Ευγενία σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, βαδίζοντας ξυπόλυτη ώς τη μπαλκονόπορτα. Την άνοιξε και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο Διαβολόγατος την ακολούθησε έξω, τρίφτηκε πάνω στα γυμνά πόδια της, μαλακός και ζεστός, σα να μην ήθελε να την αφήσει να παγώσει μες στο φθινόπωρο.

Ήταν νύχτα, και τα οικοδομήματα της Νερ Έρντεραγ απλώνονταν μπροστά της. Τα πολεοσημάδια ήταν παράξενα, τόσο παράξενα, αλλά όχι απειλητικά.

Και η Ευγενία σκέφτηκε ξαφνικά: Γιατί όποτε παρουσιαζόταν η Ρικάλαπ τα πολεοσημάδια γίνονταν απειλητικά; Τόσο επικίνδυνη ήταν; Υπήρχε κάποια διαφορά επάνω της; Κάποια διαφορά απ’ό,τι στους άλλους ανθρώπους; Μήπως επειδή ήταν πολεοσκόπος; Ή είναι όλα στο μυαλό μου;

Την έφερνε σε απόγνωση το γεγονός ότι δεν μπορούσε εδώ να εμπιστευτεί τον εαυτό της.

Αύριο είχαν κλείσει ραντεβού με την ξαδέλφη του Νόρενταμπ, την ψυχοτεχνουργό, τη Μίριλνατ Ζάοχαρ. Λες αυτή να μπορεί να με βοηθήσει;

*

Μετά από μερικές ώρες, η Ευγενία είχε πάλι μια τρομερή υπνηλία. Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα είχαν έρθει στο δωμάτιό της και συζητούσαν όλοι τους ενώ εκείνη χασμουριόταν κάθε τόσο. Ο Νόρενταμπ είχε αγοράσει μια καινούργια τράπουλα και πρότεινε να παίξουν χαρτιά. «Αλλά μην κλέψεις,» είπε στην Ευγενία, γνωρίζοντας τα κόλπα της. Εκείνη μειδίασε. «Εντάξει,» αποκρίθηκε, και σκέφτηκε: Και να ήθελα να κλέψω, έτσι όπως νυστάζω θα ήταν δύσκολο τώρα. Αν και, βέβαια, το ήξερε πως μπορούσε. Ήταν καλή ταχυδακτυλουργός, και δεν υποτιμούσε τις ικανότητές της.

«Λοιπόν,» είπε ο Νόρενταμπ, ανακατεύοντας την τράπουλα επιδέξια μες στα χέρια του, «θα παίξουμε Κρυφούς Δρόμους, ένα παιχνίδι τοπικό της Νερ Έρντεραγ.»

«Δεν είναι δίκαιο· θα το ξέρεις καλύτερα από εμάς,» είπε ο Αλκάμελ.

«Εγώ θέλω να παίξω κάτι καινούργιο!» διαφώνησε η Γιολάντα.

«Θα σας εξηγήσω τους κανόνες αναλυτικά,» είπε ο Νόρενταμπ, και το έκανε. Δεν ήταν δύσκολοι, άλλωστε. Χρησιμοποιώντας την τράπουλα έπρεπε να δημιουργήσεις σειρές από κλειστά φύλλα (κρυφούς δρόμους) και σειρές από ανοιχτά φύλλα (φανερούς δρόμους). Στο τέλος του παιχνιδιού, οι κρυφοί δρόμοι αποκαλύπτονταν και από αυτούς, κυρίως, καθοριζόταν ο νικητής.

Η Ευγενία χασμουριόταν.

«Ακόμα νυστάζεις;» τη ρώτησε η Γιολάντα.

«Ναι.»

Ωστόσο, το μυαλό της δεν ήταν θολωμένο. Στους περισσότερους γύρους του παιχνιδιού νικούσε ο Νόρενταμπ, και στους υπόλοιπους η Ευγενία. Ο Αλκάμελ διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας ότι ο τζογαδόρος έκλεβε. Εκείνος είπε: «Δεν κλέβω–»

«Κάτι κάνεις, πάντως.»

«Δεν κλέβω. Η εύνοια του Κρόνου είναι που με οδηγεί.»

«Μην αρχίσουμε τώρα τα θρησκευτικά...»

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

Η Ευγενία είπε: «Ο Νόρενταμπ δεν κλέβει.»

«Πού το ξέρεις;»

«Το ξέρω.»

«Δε μας έλεγες ότι εδώ δεν έχεις μαντικές δυνάμεις;»

«Το ξέρω επειδή εγώ κλέβω,» γέλασε η Ευγενία και τράβηξε δυο χαρτιά που είχε κρύψει στο μανίκι της.

«Ορίστε, γαμώ τα μούσια του Κρόνου! Το έλεγα, δεν το έλεγα!»

Η Ευγενία και η Γιολάντα γελούσαν σαν χαζές. Τη δεύτερη δεν φαινόταν να την έχει πειράξει που δεν είχε κερδίσει ούτε έναν γύρο. Ο Νόρενταμπ τούς κοίταζε όλους υπομειδιώντας πίσω από τα φύλλα στο χέρι του.

«Αυτή κλέβει και στον ύπνο της,» συνέχισε ο Αλκάμελ. «Πού να ήταν και τελείως ξύπνια απόψε!»

Όταν ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα έφυγαν από το δωμάτιο, αφήνοντας πίσω τους πρόχειρα φαγητά, μπουκάλια από ποτά, και τον Διαβολόγατο, ο Αλκάμελ επιχείρησε να στριμώξει την Ευγενία σε μια γωνία του δωματίου και να τη φιλήσει. Εκείνη δεν τον απώθησε, όχι αμέσως τουλάχιστον· μετά, όμως, αρνήθηκε να παρασυρθεί στο κρεβάτι του.

«Μας έκλεβες,» της θύμισε ο Αλκάμελ. «Μου χρωστάς κάτι!»

«Δε νομίζω.» Η Ευγενία ξάπλωσε μπρούμυτα στο δικό της κρεβάτι.

«Δε νομίζεις ότι έκλεβες ή ότι μου χρωστάς κάτι;» Της γαργάλησε την πατούσα με το σημάδι των Θυγατέρων.

«Διάλεξε και πάρε.»

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε.

Ο Αλκάμελ έγειρε το κεφάλι για να τον κοιτάξει εκεί όπου ήταν κουλουριασμένος κάτω απ’το κρεβάτι του. «Λυπάμαι, αγαπητέ, δεν έχει να δεις τολμηρές ερωτικές σκηνές απόψε.»

Την Ευγενία την είχε ήδη μισοπάρει ο ύπνος. Τράβηξε το πάπλωμα επάνω της και κοιμήθηκε. Γλίστρησε αβίαστα σε μια ονειρική πόλη, όλο μπερδεμένους δρόμους, παράξενες σκιές, κι ακόμα πιο παράξενους ανθρώπους. Περνούσαν από δίπλα της και της ψιθύριζαν διάφορα μυστικά τα οποία εκείνη αμέσως ξεχνούσε σαν η μνήμη της να μη μπορούσε να συγκρατήσει τίποτα. Σε κάποια στιγμή, ανάμεσα στον κόσμο, είδε τη Ρικάλαπ, και η Ρικάλαπ είδε εκείνη, δίχως αμφιβολία· τα μάτια της γυάλισαν, κι έκανε ένα νόημα με τα δάχτυλα του χεριού της. Τι νόημα ήταν αυτό; Τι σήμαινε;

Η Ρικάλαπ βρέθηκε δίπλα της και της ψιθύρισε στ’αφτί–

Η Ευγενία ξύπνησε.

*

Ένα έντονο νιαούρισμα.

Ο Αλκάμελ, σε διαφορετική περίπτωση, θα το είχε αγνοήσει, αλλά όχι τώρα. Ύστερα απ’όσα είχαν συμβεί με τον Διαβολόγατο, σίγουρα όχι.

Τα μάτια του άνοιξαν και, μες στο σκοτεινό δωμάτιο, είδε μια φιγούρα να κρατά τον γάτο στην αγκαλιά της – να τον κρατά με δύναμη, βίαια, ενώ εκείνος πάλευε να της ξεφύγει.

Είχαν εισβάλει στο δωμάτιό τους, οι καταραμένοι γιοι του Σκοτοδαίμονος!

Ο Αλκάμελ τινάχτηκε από το κρεβάτι του, πέφτοντας με τον ώμο πάνω στον εισβολέα, και βρέθηκε στο κρεβάτι της Ευγενίας – με την Ευγενία πλάι του.

Προς στιγμή σάστισε. Πού ήταν ο εισβολέας;

Η Ευγενία σηκώθηκε αμέσως, πάτησε τον διακόπτη του φωτός, και έτρεξε προς τον Διαβολόγατο ο οποίος ήταν τώρα πάνω στο κρεβάτι του Αλκάμελ.

«Τι σκατά κάνεις;» είπε ο Αλκάμελ. «Τι...;»

Ο γάτος πετάχτηκε μακριά της, προς την πόρτα. Αλλά ήταν κλειστή· δεν μπορούσε να φύγει. (Πώς εξαφανίζεται τις άλλες φορές; αναρωτήθηκε φευγαλέα ο Αλκάμελ. Πώς μπαίνει και βγαίνει από κλειστά δωμάτια;) Η Ευγενία τον άρπαξε, με το ένα χέρι από την ουρά, με το άλλο από την κοιλιά. Ο γάτος τής γρατσούνισε τους καρπούς και τα δάχτυλα, μα εκείνη δεν τον άφησε.

«Τι κάνεις, γαμώτο;» φώναξε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία τον αγνόησε· και το πιο παράξενο ήταν πως αγνοούσε και τις νυχιές του γάτου. Το εξαγριωμένο ζώο έσκιζε τα ρούχα και το δέρμα της, τινάζοντας αίμα. Δεν πονούσε η ανώμαλη; Την άλλη φορά θεραπευόταν γρήγορα αλλά πονούσε.

«Ευγενία!» φώναξε ο Αλκάμελ.

Εκείνη άνοιξε την πόρτα του δωματίου– Ο Διαβολόγατος τη χτύπησε στο δεξί μάτι με τα νύχια του κι έφυγε από την αγκαλιά της· έτρεξε και χώθηκε κάτω απ’το κρεβάτι της.

Η Ευγενία παραπάτησε, ενώ ο Αλκάμελ κοίταζε τρομοκρατημένος το πρόσωπό της. Το μάτι της ήταν γεμάτο αίμα. Ύψωσε το χέρι της για να το αγγίξει· είδε το αίμα πάνω στους καρπούς, στους πήχεις, στα στήθη της.

Ούρλιαξε σαν τώρα να είχε ξυπνήσει, σαν τόση ώρα να υπνοβατούσε.

*

Ο Νόρενταμπ κοίταζε την Ευγενία με γουρλωμένα μάτια και ανησυχία έκδηλη στο πρόσωπό του. Η Γιολάντα είχε το ένα της χέρι μπροστά στο στόμα της, και η όψη της ήταν, αν μη τι άλλο, ακόμα πιο σοκαρισμένη.

Είχαν έρθει στο δωμάτιο ύστερα από το ουρλιαχτό που ακούστηκε, βρίσκοντας την πόρτα ανοιχτή και βλέποντας την Ευγενία ζαρωμένη πάνω στο κρεβάτι της, ματωμένη, και τον Αλκάμελ καθισμένο πλάι της, με το ένα χέρι του γύρω από τους ώμους της.

«Το μάτι σου...» είπε ο Νόρενταμπ.

«Θα θεραπευτεί,» αποκρίθηκε η Ευγενία, κρατώντας μια πετσέτα μπροστά στο χτυπημένο δεξί μάτι της.

«Είναι...;»

«Δε βλέπει, για τώρα. Αλλά θα θεραπευτεί.» Η φωνή της ήταν ξερή, επίπεδη· κατέβαλλε φανερή προσπάθεια για να μην τρέμει.

«Τι έγινε, Ευγενία; Ποιος σας επιτέθηκε;»

«Ο Διαβολόγατος τη χτύπησε,» είπε ο Αλκάμελ.

«Τι!»

«Αλλά δεν ήταν ο εαυτό της... Δε μπορεί να ήταν ο εαυτός της.» Ούτε εκείνος δεν είχε ακόμα καταλάβει ακριβώς τι είχε συμβεί· η Ευγενία δεν είχε προλάβει να του εξηγήσει τίποτα.

Τώρα είπε: «Η Ρικάλαπ... εκείνη πρέπει να το έκανε αυτό... Όταν, όταν την κυνηγούσα, ζαλίστηκα, και μετά, για λίγο, τα πάντα ήταν σκοτεινά... Η μνήμη μου. Έσβησε...» Ξεροκατάπιε. «Και κάτι συνέβη σ’αυτό το διάστημα. Τώρα θυμάμαι κάπως, αμυδρά. Θυμάμαι ανθρώπους να είναι γύρω μου, ψιθυρίζοντάς μου. Και η Ρικάλαπ. Και μετά έφυγαν και μ’άφησαν, και τότε άρχισα να συνέρχομαι. Αλλά δεν θυμόμουν ότι βρίσκονταν εκεί πριν από λίγο.»

«Τι σχέση έχουν αυτά;» ψέλλισε η Γιολάντα.

«Με υπνώτισαν,» είπε η Ευγενία, «ώστε να σηκωθώ μες στη νύχτα και να απαγάγω τον γάτο γι’αυτούς.»

Η Γιολάντα κοίταξε τον Νόρενταμπ. «Μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα;»

«Όχι, απ’ό,τι ξέρω εγώ τουλάχιστον. Όχι από μια απλή ψυχοτεχνουργό.»

«Η Ρικάλαπ δεν είναι μια απλή ψυχοτεχνουργός,» είπε η Ευγενία. «Δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι, αλλά σίγουρα δεν είναι μια απλή ψυχοτεχνουργός.»

«Δεν έπρεπε να την είχες συναντήσει ποτέ,» είπε ο Αλκάμελ· και ρώτησε: «Το χτύπημα στο μάτι ήταν που σ’έκανε να συνέλθεις ή οι φωνές μου;»

«Το χτύπημα στο μάτι. Δεν άκουγα καν ότι φώναζες.»

«Πού είναι τώρα ο γάτος;» ρώτησε η Γιολάντα. «Καλύτερα να τον πάρουμε στο δικό μας δωμάτιο.»

«Κάτω απ’το κρεβάτι,» είπε ο Αλκάμελ.

Η Γιολάντα έσκυψε· κοίταξε κάτω απ’το κρεβάτι της Ευγενίας, κοίταξε κάτω απ’το κρεβάτι του Αλκάμελ. «Δεν είναι εδώ.»

«Δε μπορεί!» Ο Αλκάμελ σηκώθηκε, έσκυψε, και έψαξε κι εκείνος για τον γάτο. «Κι όμως,» παραδέχτηκε, «δεν είν’ εδώ ο λεχρίτης...» Ορθώθηκε ξανά. «Τον τρομάξαμε.»

«Δεν πρόκειται να τον βρουν για να τον πιάσουν,» είπε η Ευγενία, εξακολουθώντας να κρατά την πετσέτα πάνω στο τραυματισμένο μάτι της. Οι πληγές στα χέρια και στα στήθη της είχαν ήδη αρχίσει να επουλώνονται.

*

Η Σκιουργός περίμενε απέναντι από τον Φιλόξενο, μες στη νύχτα. Γύρω της ήταν μερικοί Πολεοτέχνες. Βλέποντάς τους, κανείς δεν θα υποπτευόταν ότι ήταν αυτοί που ήταν. Έμοιαζαν με μια παρέα που καθόταν στα σκαλοπάτια μιας σταυροικίας κι έπινε ποτά, καπνίζοντας και λέγοντας αστεία.

Όταν οι ώρες είχαν περάσει, η Σκιουργός είπε: «Αποτύχαμε. Πρέπει κάποιος να την ξύπνησε. Εκτός αν η ίδια.... Αλλά όχι, δεν μπορεί. Κάποιος την ξύπνησε.» Σηκώθηκε από το σκαλοπάτι όπου καθόταν. «Κρίμα. Άλλη φορά.»

Κι οι υπόλοιποι σηκώθηκαν. «Αν φύγουν από τη Μεγάλη Χώρα, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε μια Πολεοτέχνιδα.

«Δε θα φύγουν. Όχι από τώρα. Η ξένη πολεοσκόπος δεν θα τα παρατήσει εύκολα.»

Καθώς απομακρύνονταν, ένας γάτος με ανομοιόχρωμα μάτια τούς παρακολουθούσε. Δεν τον πρόσεξαν ούτε για μια στιγμή.

Κεφάλαιο 26

«Πώς είναι το μάτι;»

Η Ευγενία, ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι, έβγαλε την πετσέτα μπροστά από το δεξί της μάτι, αφήνοντάς το να γυαλίσει στο πρωινό φως που γλιστρούσε από τη μπαλκονόπορτα. Βλεφάρισε, έντονα.

Ο Αλκάμελ χαμογέλασε. «Μοιάζει εντάξει!» είπε. Δε μπορούσε να το πιστέψει ότι η Ευγενία είχε γίνει καλά τόσο γρήγορα. Όταν κάποιου το μάτι χτυπιόταν έτσι, οι συνέπειες ήταν συνήθως πολύ άσχημες. Αν δεν πήγαινε αμέσως σε γιατρό, μπορεί να το έχανε – αν δεν το είχε ήδη χάσει. «Είναι όντως εντάξει;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, «είναι.» Το έτριψε ελαφρά με το δάχτυλό της. «Βλέπω. Και δεν πονάω πια.» Σηκώθηκε από το κρεβάτι, ρίχνοντας την αιματοβαμμένη πετσέτα επάνω του.

«Ο γάτος δεν έχει επιστρέψει ακόμα,» είπε ο Αλκάμελ. «Λες να μας αποφεύγει μόνιμα από δω και στο εξής; Όχι πως θα με πείραζε ιδιαίτερα, γενικά μιλώντας· αλλά εδώ, στη Νερ Έρντεραγ, έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμος φίλος.»

«Δε νομίζω ότι παρεξηγείται τόσο εύκολα ο Διαβολόγατος,» αποκρίθηκε η Ευγενία. «Κι επίσης, δε νομίζω πως δεν κατάλαβε τι συνέβη.»

«Ότι ήσουν υπνωτισμένη; Πώς να...; Ένας γάτος είναι, για όνομα του Κρόνου!»

Η Ευγενία γέλασε καθώς πλησίαζε την πόρτα του μπάνιου. «Ακόμα κι ένας απλός γάτος θα μπορούσε να το είχε καταλάβει αυτό – πόσω μάλλον ένας γάτος σαν τον Διαβολόγατο.»

«Σοβαρολογείς;»

Η Θυγατέρα της Πόλης δεν απάντησε· άνοιξε την πόρτα, μπήκε στο μπάνιο, και έκλεισε πίσω της. Ο Αλκάμελ άκουσε σύντομα νερό να τρέχει.

Όταν η Ευγενία βγήκε ήταν πλυμένη και τα πράσινα, κοντά μαλλιά της νωπά. Τα σκούπιζε με μια μικρή πετσέτα, ενώ το χρυσόδερμο σώμα της ήταν τυλιγμένο με μια άλλη, μεγαλύτερη.

«Τι θα κάνουμε σήμερα;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, καθισμένος στο κρεβάτι του, καπνίζοντας το πρώτο πρωινό τσιγάρο.

«Το απόγευμα θα πάω να γνωρίσω την ξαδέλφη του Νόρενταμπ.»

«Ναι, σωστά, είναι κι αυτό. Και το πρωί;»

«Έχω άλλες δουλειές.» Η Ευγενία φόρεσε καθαρά εσώρουχα χωρίς να βγάλει την πετσέτα. Ύστερα την έβγαλε και ντύθηκε. Κάθισε οκλαδόν πάνω στο κρεβάτι της και άγγιξε τον τοίχο και με τα δύο χέρια.

«Κατάλαβα πού το πηγαίνεις...» μούγκρισε ο Αλκάμελ. «Τι ακριβώς γίνεται μ’εσένα και το ξενοδοχείο, θες να μου εξηγήσεις;»

Η Ευγενία μειδίασε λοξά. «Πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα.»

«Ζηλεύω.»

«Χαίρομαι.»

«Μη με βασανίζεις!»

Το μειδίαμα της Ευγενίας πλάτυνε. Έκλεισε τα μάτια και εστιάστηκε πλήρως στις ψυχοδραστικές δονήσεις μέσα στη σφαιροικία. Πίσω της άκουσε τη φωνή του Αλκάμελ, κάπως απόμακρα, καθώς το μυαλό της είχε ήδη ταξιδέψει στο εσωτερικό του οικοδομήματος: «Τι να πω στον Νόρενταμπ;»

*

Το απόγευμα, πήραν το τετράκυκλο όχημα από το γκαράζ του ξενοδοχείου (αφού η Ευγενία άνοιξε πάλι τις κλειδαριές με Ξόρκι Ξεκλειδώματος – ακόμα δεν είχαν προλάβει να φτιάξουν κλειδιά) σκοπεύοντας να πάνε στη Στέρεα Φρόνηση: μια περιφέρεια στα βόρεια της Μεγάλης Χώρας. Δεν ήταν μακριά από τον Φιλόξενο. Βρισκόταν ανατολικά της Ευπρεπούς Νόησης.

Η Ευγενία επέμεινε εκείνη να οδηγήσει αυτή τη φορά, ενώ ο Νόρενταμπ θα καθόταν δίπλα της για να της δίνει κατευθύνσεις.

«Μην καταλήξουμε σε καμια τρύπα, όμως, έτσι;» είπε ο Αλκάμελ, καθισμένος στο ένα από τα δύο πίσω καθίσματα. Η Γιολάντα, που καθόταν στο άλλο, γέλασε.

«Γιατί τον έχουμε πάρει αυτό τον τύπο μαζί μας;» ρώτησε ρητορικά η Ευγενία τον Νόρενταμπ, ο οποίος χαμογελούσε και αποκρίθηκε: «Νομίζω ότι ήταν δική σου ιδέα.»

«Έχω κάτι ηλίθιες ιδέες, ώρες-ώρες.» Πάτησε το πετάλι και το όχημα ξεκίνησε. Βγήκαν από το γκαράζ, και η Ευγενία κοίταζε με προσοχή τα πολεοσημάδια μπροστά της. Δεν την ξένιζαν και τόσο πλέον, και ήταν βέβαιη πως γι’αυτό έφταιγε η ψυχόδραση του ξενοδοχείου με την οποία ερχόταν σε επαφή ξανά και ξανά. Είχε αρχίσει να συνηθίζει το περιβάλλον της Νερ Έρντεραγ. Ήταν παράξενο, σαν μια άγνωστη γραφή, αλλά δεν ήταν αδύνατον να το μάθεις.

Η Ευγενία διέκρινε εύκολα τα σημάδια των δρόμων που της είχε διδάξει ο Νόρενταμπ, καθώς και κάποια που της είχε δείξει η Ρικάλαπ προτού εξαφανιστεί. Δίπλα της είχε ανοιχτό τον χάρτη της Νερ Έρντεραγ και παρακολουθούσε τις οδούς όπου οδηγούσε.

«Καλά πηγαίνω;» ρώτησε.

«Με εκπλήσσεις, για να είμαι ειλικρινής,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Δεν κάνουμε κύκλους, έτσι;»

«Όχι. Φαίνεται νάχεις μάθει καλά τα σημάδια σου.»

«Τα δικά σου σημάδια, θες να πεις.» Τα υπόλοιπα πολεοσημάδια της Νερ Έρντεραγ εξακολουθούσαν να μην της λένε τίποτα, δυστυχώς. Αλλά ήλπιζε πως κι αυτό σύντομα θα διορθωνόταν. Απλά χρειάζεται να έρθω σε περισσότερη επαφή μαζί τους. Στο τέλος θ’αρχίσουν να μου μιλάνε όπως και τα σημάδια της υπόλοιπης Πόλης. Δεν μπορεί να μη συμβεί. Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στη Ρελκάμνια, άλλωστε· δεν έχουμε ταξιδέψει σ’άλλη διάσταση.

«Ο Διαβολόγατος δεν έχει εμφανιστεί ακόμα;» ρώτησε η Γιολάντα.

«Όχι μπροστά μας, τουλάχιστον,» είπε ο Αλκάμελ.

«Ο καημένος· θα τρόμαξε πολύ. Κρίμα αν τελικά δεν ξανάρθει.»

«Θα ξανάρθει,» είπε η Ευγενία.

«Πού το ξέρεις;»

«Το διαισθάνομαι.» Τυχαία το έλεγε, φυσικά. Εδώ η Πόλη δεν της αποκάλυπτε τίποτα.

Ο Νόρενταμπ τής είπε: «Πρόσεχε τα σημάδια.»

«Δεν πηγαίνω καλά;»

«Καλά πας. Αλλά πρόσεχε τα σημάδια.»

Μετά από καμια ώρα, είχαν διασχίσει την Ευπρεπή Νόηση, είχαν φτάσει στη Στέρεα Φρόνηση, και είχαν σταματήσει μπροστά σε μια σταυροικία. Το μέρος όπου έμενε η Μίριλνατ Ζάοχαρ.

Ο Νόρενταμπ έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και την κάλεσε.

«Ναι;» ακούστηκε η φωνή της, ενώ από πίσω μουσική αντηχούσε.

«Εγώ είμαι, Μίριλνατ, ο Νόρενταμπ. Να ανεβούμε στο σπίτι σου, ή θα κατεβείς εσύ;»

«Θα σας έλεγα να ανεβείτε, κανονικά· αλλά ο γιος μου έχει κανονίσει πάρτι σήμερα. Οπότε θα κατεβώ εγώ.»

Βγήκαν από το όχημα και την περίμεναν. Σε λίγο την είδαν να έρχεται από τη μία από τις δύο εισόδους της σταυροικίας, ντυμένη μ’ένα μακρύ, μπλε φόρεμα και λευκή κάπα, με την κουκούλα ριγμένη στους ώμους. Ήταν μετρίου αναστήματος, με δέρμα χρυσό, και μαλλιά ξανθά και μακριά, πιασμένα στους κροτάφους με γυαλιστερά τσιμπιδάκια. Πρέπει να ήταν καμια πενηνταριά χρονών· σίγουρα μεγαλύτερη από τον Νόρενταμπ.

«Καλησπέρα,» χαιρέτησε πλησιάζοντάς τους. «Συγνώμη που δε σας είπα να έρθετε πάνω, αλλά έχει πολλή φασαρία· και ο γιος μου δεν θέλει να φέρνω ξένους όταν κάνει πάρτι – είναι περίεργος.» Χαμογέλασε. Κι ύστερα αγκάλιασε τον Νόρενταμπ. «Τι κάνεις εσύ; Παραλίγο να μη σε γνωρίσω!» Φίλησε το μάγουλό του, ηχηρά.

Κι εκείνος φίλησε το δικό της μάγουλο, λιγότερο ηχηρά. Γελούσε. «Καλά είμαι, Μίριλνατ. Κι εγώ παραλίγο να μη σε γνωρίσω.»

«Εσύ φταις, όχι εγώ!» του είπε, πιέζοντας το δάχτυλό της στο στήθος του. «Θάπρεπε να έρχεσαι πιο συχνά στην πατρίδα σου. Πώς αντέχεις εκεί έξω;»

«Είναι... διαφορετικά,» είπε ο Νόρενταμπ. «Μ’αρέσει. Τώρα έχω συνηθίσει πια. Δε θα μπορούσα να περιοριστώ εδώ.»

«Να περιοριστείς; Τι το περιορισμένο έχει η Μεγάλη Χώρα, καλέ μου;»

«Δεν είναι και τόσο ‘μεγάλη’, Μίριλνατ. Σε σύγκριση με όλη την υπόλοιπη Ρελκάμνια, δηλαδή.»

«Τέλος πάντων. Ποια είναι η κυρία που θέλεις να τη διδάξω τα σημάδια των δρόμων;»

«Η Ευγενία,» είπε ο Νόρενταμπ, δείχνοντάς την με το βλέμμα του.

Η Ευγενία έτεινε το χέρι της προς τη Μίριλνατ, κι αντάλλαξαν μια σύντομη χειραψία. «Χαίρω πολύ,» είπε.

«Παρομοίως,» αποκρίθηκε η ψυχοτεχνουργός. «Είσαι σύζυγος του Νόρενταμπ;»

Η Ευγενία γέλασε. «Όχι. Δεν είναι παντρεμένος ο Νόρενταμπ.»

«Σου είπα, Μίριλνατ, φίλη μου είναι,» της θύμισε ο τζογαδόρος. «Απλά φίλη.»

«Μάλιστα,» είπε η Μίριλνατ. «Έχετε δουλειές στη Μεγάλη Χώρα, ή είστε εδώ για τουρισμό;»

«Ψάχνω έναν φίλο,» εξήγησε η Ευγενία. «Έχει χαθεί στη Νερ Έρντεραγ.»

«Δεν είχε οδηγό;»

«Είχε έρθει για να κάνει γκράφιτι. Τον λένε Ρίκερελ-Λάντι, αλλά συνήθως χρησιμοποιεί το όνομα Ρίκερελ Ζωγράφος.»

«Δεν τον έχω ακούσει,» παραδέχτηκε η Μίριλνατ. «Δεν συναντώ πολλούς ξένους. Ρώτησες στα ξενοδοχεία; Ρώτησες–;»

«Έχω ρωτήσει σε διάφορα μέρη. Μόνο μύθους μού έχουν πει. Ότι ίσως να τον έχουν αρπάξει οι Πολεοτέχνες και τέτοια πράγματα...»

«Κοίτα,» είπε η Μίριλνατ νηφάλια, «είναι γνωστό ότι ορισμένοι ξένοι εξαφανίζονται μυστηριωδώς στη Μεγάλη Χώρα. Δε γνωρίζουν τα σημάδια των δρόμων και χάνονται, και μετά... μετά είναι πια αργά. Κανείς δεν τους ξαναβλέπει. Ωστόσο,» πρόσθεσε, «κάποιους τους βρίσκουν κιόλας. Πόσες μέρες λείπει ο φίλος σου;»

«Αρκετό καιρό. Έχει περάσει μήνας.»

Η όψη της Μίριλνατ σκοτείνιασε. «Τότε...»

«Αλλά θα τον βρω,» είπε η Ευγενία. «Δε θα φύγω από εδώ αν δεν τον βρω.»

«Να προσέχεις, πάντως.» Η Μίριλνατ πήρε το βλέμμα της απ’την Ευγενία και το έστρεψε προς στιγμή στον Νόρενταμπ, ο οποίος έμεινε σιωπηλός.

Η Ευγενία ρώτησε: «Μπορείς να με διδάξεις τα σημάδια των δρόμων;»

«Αυτή είναι η δουλειά μου. Όχι μόνο, δηλαδή, αλλά είναι μέρος της δουλειάς μου. Θέλεις να ξεκινήσουμε απόψε;»

«Ναι.»

Η Μίριλνατ είπε στον Νόρενταμπ: «Θα πάμε μια βόλτα εγώ κι η Ευγενία. Θα σας συναντήσουμε πάλι εδώ, σε» – κοίταξε το μικρό ρολόι στον καρπό της – «κανένα δίωρο. Εντάξει;»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο τζογαδόρος.

Η Ευγενία ακολούθησε τη Μίριλνατ μέσα στους δρόμους της Στέρεας Φρόνησης, ενώ είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

«Γνωρίζεις τίποτα,» ρώτησε η ψυχοτεχνουργός, «ή είσαι τελείως άσχετη;»

«Γνωρίζω κάποια σημάδια.»

«Ποιος σου τα έμαθε; Ο Νόρενταμπ;»

«Ναι.» Δεν ήθελε ν’αναφέρει τίποτα για τη Ρικάλαπ.

«Για δείξε μου.»

Η Ευγενία άρχισε να της δείχνει καθώς περπατούσαν, ενώ το μυαλό της απέκλειε τη θύελλα των υπόλοιπων πολεοσημαδιών που απειλούσε να την αποπροσανατολίσει.

«Δεν είσαι και τελείως άσχετη, λοιπόν,» παρατήρησε η Μίριλνατ. Ύψωσε το χέρι της. «Αυτές τις σκιές εκεί τις βλέπεις; Βλέπεις πώς τις δημιουργεί η αρχιτεκτονική του χώρου;»

«Ναι.» Ήταν αναμφίβολα σημάδι, η Ευγενία το καταλάβαινε αυτό, και η Μίριλνατ τής εξήγησε πώς μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, σε συνδυασμό με άλλα, προκειμένου να βρίσκει τον δρόμο της.

Συνέχισαν να βαδίζουν ενώ η ψυχοτεχνουργός τής μάθαινε κι άλλα σημάδια. Ύστερα της ζητούσε να τα βρίσκει μόνη της και να της τα δείχνει· και η Ευγενία το έκανε, κάποιες φορές πιο εύκολα, κάποιες φορές πιο δύσκολα. Κι αισθανόταν σαν η Νερ Έρντεραγ να ερχόταν ολοένα και πιο κοντά της. Δεν ήταν και τόσο παράξενη, τελικά. Απλώς διαφορετική.

Προς στιγμή η Ευγενία νόμισε πως διάβασε ένα πολεοσημάδι όπως συνήθως. Κάποιος θα έβγαινε από εκείνο εκεί το σοκάκι.

Και όντως βγήκε! Ένας άντρας με καπαρντίνα, βαδίζοντας βιαστικά, καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Κάτω από τη μασχάλη του ήταν ένα τυλιγμένο δέμα.

Διάβασα τα πολεοσημάδια! σκέφτηκε η Ευγενία, έκπληκτη. Για πρώτη φορά από τότε που είχε έρθει εδώ, οι ιδιότητές της ως Θυγατέρα της Πόλης είχαν αρχίσει να λειτουργούν – αν και σε υπολανθάνουσα κατάσταση.

Σε κάποια άλλη στιγμή, η Μίριλνατ τη ρώτησε: «Ξέρεις πώς να στέλνεις ψυχόδραση;»

«Εννοείς για πληρωμές και τέτοια; Όχι. Και ο Νόρενταμπ είπε ότι δεν θα ήταν ασφαλές εκείνος να με διδάξει.»

«Έχει δίκιο. Πρέπει ψυχοτεχνουργός να σου μάθει πώς να το κάνεις, ειδικά αφού είσαι ξένη. Θέλει προσοχή.»

«Θα μου το μάθεις;»

«Αν θέλεις. Αλλά όχι απόψε· καλύτερα άλλη φορά. Θα ξανασυναντηθούμε. Χρειάζεται μια κάποια εξάσκηση· δε γίνεται αμέσως. Πρέπει, κατ’αρχήν, να μπορέσεις να αισθανθείς την κίνηση της ψυχόδρασης μέσα στον εαυτό σου.»

«Και μέσα στα οικοδομήματα;»

«Τι μέσα στα οικοδομήματα;»

«Υπάρχει ψυχόδραση εκεί, δεν υπάρχει;»

«Υπάρχει. Αλλά αυτό δεν έχει καμια σχέση μ’εσένα.»

«Μπορείς να την αισθανθείς, δεν μπορείς;»

«Μερικές φορές, ναι. Μπορείς και να στείλεις ψυχόδραση στα οικοδομήματα, για συγκεκριμένες δουλειές. Αλλά αυτά είναι εξειδικευμένα πράγματα, όχι για εσένα. Οι οικομύστες είναι που ασχολούνται περισσότερο με την ψυχόδραση των οικοδομημάτων.»

«Κάποιος που δεν είναι οικομύστης δεν μπορεί να αγγίξει έναν τοίχο και να νιώσει την ψυχόδραση μέσα στο οικοδόμημα;»

«Μόνο σε πολύ ιδιαίτερες περιπτώσεις.»

«Εσύ μπορείς να το κάνεις;»

«Εγώ δεν ασχολούμαι με τα οικοδομήματα, Ευγενία· με τους ανθρώπους ασχολούμαι. Αλλά ακόμα και οι οικομύστες φοράνε ειδικά κατασκευασμένα γάντια για να φέρνουν το νευρικό τους σύστημα σε πλήρη επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις των οικοδομημάτων και να ταξιδεύουν μέσα τους με το μυαλό τους.» Χαμογέλασε. «Θα σου ακούγονται πολύ περίεργα όλ’ αυτά, το ξέρω.»

«Αποκλείεται, δηλαδή, ένας συνηθισμένος πολίτης ν’αγγίξει έναν τοίχο και να στείλει το μυαλό του μες στο οικοδόμημα;»

«Εννοείται. Αλλά γιατί με ρωτάς τέτοια πράγματα; Τι σου έλεγε ο Νόρενταμπ;»

«Απλώς έτυχε ν’ακούσω διάφορα...»

«Μην πιστεύεις ό,τι λέει ο καθένας. Κυκλοφορούν πολλές φήμες. Πρέπει να είσαι οικομύστης για να κάνεις σοβαρή δουλειά με την ψυχόδραση των οικοδομημάτων. Κι ακόμα και οι οικομύστες φοράνε ειδικά γάντια γι’αυτό, όπως σου είπα.»

«Ποιος φτιάχνει τα γάντια;»

«Ψυχοτεχνουργοί.»

«Σαν εσένα;»

«Ναι. Αλλά εκεί τελειώνει η δουλειά μου με τα οικοδομήματα. Χρειάζεται πολλή εξάσκηση για να μπορείς να έχεις σωστή επαφή μαζί τους. Μόνο οι οικομύστες το κάνουν.»

Τότε, απόρησε η Ευγενία, γιατί εμένα μού μοιάζει τόσο φυσικό; Γιατί μου μοιάζει πολύ πιο φυσικό απ’το να παρακολουθώ τα σημάδια που μου δείχνεις τώρα;

«Μην απασχολείσαι με τέτοια,» της είπε η Μίριλνατ. «Δε σου χρειάζονται. Απλά θα μπερδευτείς.»

*

Όταν επέστρεψαν μπροστά στη σταυροικία, ο Νόρενταμπ, ο Αλκάμελ, και η Γιολάντα τούς περίμεναν εκεί.

«Πώς τα πηγαίνει;» ρώτησε ο τζογαδόρος την ξαδέλφη του.

«Άψογα,» αποκρίθηκε εκείνη. «Ήξερε ήδη κάποια σημάδια. Της δίδαξα και κάποια ακόμα. Τα καταλαβαίνει εύκολα. Θα ξανασυναντηθούμε αύριο την ίδια ώρα· δεν έχω άλλη δουλειά.»

«Σ’ευχαριστούμε, Μίριλνατ. Πόσο θέλεις για τον κόπο σου;» Ο Νόρενταμπ έβγαλε τον ψυχοκύβο του.

«Εννοείται πως είναι δωρεάν. Τι είμαστε, άγνωστοι;»

«Η δουλειά σου είναι εξειδικευμένη. Δεν θα ήθελ–»

«Όχι,» είπε η ψυχοτεχνουργός κουνώντας το κεφάλι. «Κρύψ’ το αυτό, αμέσως.» Έσπρωξε τον ψυχοκύβο προς τον Νόρενταμπ.

«Δεν αισθάνομαι καλά να σ’αφήσω απλήρωτη.»

«Μπορείς να με κεράσεις, αν δεν έχετε κανονίσει τίποτ’ άλλο γι’απόψε.»

Ο Νόρενταμπ κοίταξε ερωτηματικά τους υπόλοιπους, και όλοι κατένευσαν. «Σύμφωνοι,» είπε στη Μίριλνατ.

«Πάω μόνο να ειδοποιήσω τον άντρα μου,» είπε εκείνη, «και ξανακατεβαίνω.» Βάδισε προς την είσοδο της σταυροικίας απ’την οποία είχε βγει, διασχίζοντας τον μικρό κήπο γύρω της, που ήταν γεμάτος φυτά.

Ο Αλκάμελ είπε στην Ευγενία: «Δε συνέβη τίποτα το απρόοπτο...;»

«Όχι, τίποτα.» Δεν το έβρισκε σκόπιμο να τους αναφέρει ακόμα ότι είχε καταφέρει να διαβάσει για πρώτη φορά τα σημάδια της Πόλης στη Νερ Έρντεραγ.

«Είδες τον Διαβολόγατο πουθενά;» είπε η Γιολάντα.

«Δυστυχώς όχι.»

«Ούτε εμείς.» Η Γιολάντα έδειχνε στεναχωρημένη.

*

Η Μίριλνατ κάθισε στην πίσω μεριά του τετράκυκλου οχήματος, ανάμεσα στον Αλκάμελ και στη Γιολάντα, εν μέρει στο ένα κάθισμα, εν μέρει στο άλλο, ενώ εκείνοι τής έκαναν χώρο. Η Ευγενία οδήγησε ξανά, συμβουλευόμενη τον χάρτη τους και τον Νόρενταμπ.

«Οδηγείς καλά,» παρατήρησε η Μίριλνατ. «Οδηγούσες έτσι και πριν από το μάθημά μας;»

«Απόψε μόνο,» είπε ο Αλκάμελ. «Μέχρι στιγμής ζαλιζόταν και μόνο που έβλεπε τους δρόμους.»

Η Μίριλνατ χαμογέλασε, νομίζοντας ότι ο Αλκάμελ αστειευόταν, ότι μιλούσε μεταφορικά.

Ταξιδεύοντας νότια, έφτασαν στους Φευγαλέους Συνειρμούς, που ήταν πολύ κεντρική περιφέρεια της Μεγάλης Χώρας, και η Μίριλνατ τούς καθοδήγησε σ’ένα αρκετά μεγάλο εστιατόριο εκεί, αφού άφησαν το όχημά τους σ’ένα γκαράζ στον δεύτερο όροφο μιας πελώριας κυλινδροικίας. Το εστιατόριο ονομαζόταν Τακτικές Γεωμετρίες, και βρισκόταν στον τρίτο όροφο μιας υπεροικίας, με καλή θέα προς την Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, όπου ακόμα βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οι ρευματοπαθείς.

«Θα έχεις μάθει τι συνέβη στη Μακριά Αλληλουχία,» είπε η Μίριλνατ στον Νόρενταμπ, όταν κάθισαν σ’ένα τραπέζι και παράγγειλαν φαγητό. Δίπλα τους ήταν ένα μεγάλο παράθυρο που από κάτω του φαίνονταν οι δρόμοι των Φευγαλέων Συνειρμών και η πλατεία.

«Ναι, το διάβασα.»

«Ήταν από τα χειρότερα ρεύματα που έχουν χτυπήσει τη Μεγάλη Χώρα τα τελευταία χρόνια. Και αμέσως μετά απ’αυτό, στον Τερπνό Λόγο, έγινε κάτι που εγώ τουλάχιστον ποτέ δεν έχω ξαναδεί να συμβαίνει – ούτε κανένας άλλος που ξέρω.»

«Μιλάς για την κυκλοικία που αποκλείστηκε από τον έξω κόσμο...»

«Ναι. Αυτό δεν μπορεί να γίνει από ρεύμα της Αναδίπλωσης, Νόρενταμπ. Ούτε από ρεύμα ούτε από... από οτιδήποτε άλλο. Τα οικοδομήματα της Μεγάλης Χώρας δεν αλλάζουν. Είναι, κατά βάση, ακριβώς όπως ήταν όταν πρωτοχτίστηκαν πριν από αιώνες.»

«Δεν υπάρχει και κανένας που να καταλαβαίνει τι συνέβη σ’αυτή την κυκλοικία,» είπε ο Νόρενταμπ. «Τα έχω διαβάσει, και τα έχω ακούσει. Όλοι γι’αυτό το θέμα λένε, Μίριλνατ. Εσύ τι νομίζεις;»

«Δεν μπορώ να κάνω καμία υπόθεση. Ούτε οι οικομύστες δεν μπορούν να κάνουν καμία υπόθεση. Είναι σαν η κυκλοικία να ζωντάνεψε.»

«Όλα τα οικοδομήματα εδώ είναι λιγάκι ζωντανά.»

«Αλλά δεν εξαφανίζουν τις εισόδους τους, Νόρενταμπ! Ούτε μπλοκάρουν τις τηλεπικοινωνίες.»

«Μπορούν, όμως, να προκληθούν παρεμβολές στις τηλεπικοινωνίες. Έχει ξαναγίνει.»

«Ναι, αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο πράγμα. Κανονικά, ένας οικομύστης μπορεί να το επιδιορθώσει. Τώρα, όμως, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Και έχει αποκλειστεί κόσμος εκεί μέσα. Ένας είναι γνωστός μου, μάλιστα.»

«Ποιος;»

«Ο οικομύστης που είχε στείλει ο Άριστος Κυβερνήτης μαζί με μερικούς άλλους ανθρώπους για να ερευνήσουν.»

«Αυτός ο Κλάρεμαντ Μέλδεροθ;»

«Όχι αυτός. Εκείνος που παγιδεύτηκε τώρα που η κυκλοικία έχασε κάθε επαφή με τον έξω κόσμο.»

Ένας σερβιτόρος πλησίασε το τραπέζι, τότε, φέρνοντας μερικά από τα φαγητά τους και το μπουκάλι με το κρασί. «Σε λίγο έρχονται και τα άλλα,» υποσχέθηκε.

Η υπόλοιπη βραδιά πέρασε με συζητήσεις σχετικά με την κυκλοικία, κυρίως, και με κάποια άλλα γεγονότα που είχαν συμβεί τον τελευταίο καιρό στη Νερ Έρντεραγ. Η Ευγενία άκουγε προσεχτικά τις κουβέντες της Μίριλνατ, μήπως από αυτά που έλεγε η ψυχοτεχνουργός μπορούσε να βοηθηθεί για να βρει τον Ρίκερελ. Αλλά οι ελπίδες της αποδείχτηκαν μάταιες. Η Μίριλνατ ήταν, αναμφίβολα, καλή στη δουλειά της μα δεν είχε καμια σχέση με τα πραγματικά μυστήρια της Νερ Έρντεραγ, όπως τους πολεοσκόπους, τους Πολεοτέχνες, και το πού πήγαιναν οι ξένοι που εξαφανίζονταν.

(ιβ΄)

Δυο μέρες είχαν περάσει από τότε που μίλησε τελευταία φορά με τον φύλαρχο των πολεοπλαστών, αν το ρολόι του δεν τον γελούσε. Οι πολεοπλάστες είχαν μεγαλώσει τους χώρους της φυλακής του (το υπνοδωμάτιο είχε επεκταθεί, το ίδιο και το μπάνιο) και είχαν, επίσης, δημιουργήσει έναν καινούργιο χώρο για να βάλουν μια κουζίνα την οποία κατασκεύασαν με μηχανικά κομμάτια, όπως είχαν κατασκευάσει το ψυγείο. Του έφεραν και καφέ, και τσιγάρα, και τασάκι. Όλα όσα είχε ζητήσει από τον φύλαρχο. Του έφεραν κι άλλα πράγματα: φαγητά, ποτά, ρούχα και υποδήματα που του έκαναν (λες και είχαν μετρήσει ακριβώς το μέγεθος και το ανάστημά του). Τον περιποιούνταν, δίχως αμφιβολία.

Όπως θα περιποιείτο κανείς το κατοικίδιό του, σκέφτηκε ο Κλάρεμαντ. Ή έναν δούλο που του είναι χρήσιμος. Όχι μια ευχάριστη σκέψη.

Το πρωί της τρίτης ημέρας, άγγιξε γι’ακόμα μια φορά έναν τοίχο της φυλακής του και ζήτησε να μιλήσει στον φύλαρχο. Κανένας από τους φρουρούς που βρίσκονταν κρυμμένοι μέσα στα βασικά δομικά υλικά του οικοδομήματος δεν του απάντησε, μα εκείνος ήταν βέβαιος πως τον είχαν «ακούσει».

Ο αρχηγός παρουσιάστηκε κατά το μεσημέρι, βγαίνοντας μέσα από τον τοίχο πάνω από το ψυγείο. Βάδισε στο ψυγείο, πήδησε κάτω, ανέβηκε στο μονοκόμματο σκαμνί σαν αράχνη, κι άγγιξε με τα δύο μπροστινά πόδια του το τραπέζι. Ο Κλάρεμαντ ήταν ήδη καθισμένος στην καρέκλα αντίκρυ στο σκαμνί, καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Το έσβησε στο τασάκι. Φόρεσε τα ειδικά γάντια του και άγγιξε κι εκείνος το τραπέζι. Το μυαλό του ήρθε σε επαφή με το μυαλό του πολεοπλάστη.

Έχω μέρες να δω το φως του ήλιου, Άρχοντά μου, του είπε.

Δεν είναι αρκετά φωτεινός ο χώρος; Δεν βλέπεις;

Έχω μέρες να πάρω αέρα!

Νόμιζα πως υπήρχε αρκετός εξαερισμός εδώ μέσα. Δεν υπάρχει; Έχουμε δημιουργήσει αεραγωγούς–

Δεν εννοώ αυτό!

Δεν μπορούμε να σου φτιάξουμε μπαλκόνι, οικομύστη, ούτε παράθυρο, αν αυτό είναι που ζητάς. Για την ώρα, απαγορεύεται.

Τι συμβαίνει στον έξω κόσμο, Άρχοντά μου; Μπορώ να μάθω;

Τίποτα ιδιαίτερο. Κάποιοι άνθρωποι είχαν ανησυχήσει από τα διαμερίσματα που εξαφανίζονταν· ο Άριστος Κυβερνήτης έστειλε άτομα για να ερευνήσουν. Φυσικά δεν βρήκαν τίποτα. Τώρα έχουμε απομονώσει ολόκληρη την κυκλοικία, παγιδεύοντας μέσα της μερικούς από τους απεσταλμένους του Άριστου Κυβερνήτη και πολλούς ενοίκους. Δεν γινόταν αλλιώς. Ορισμένοι ένοικοι είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν, και μπορεί να έφευγαν κι άλλοι αν δεν την απομονώναμε. Θα μας χρειαστούν όλοι. Ο ένας από τους ανθρώπους του Άριστου Κυβερνήτη είναι οικομύστης, παρεμπιπτόντως, σαν εσένα...

Ο Κλάρεμαντ δεν μπορούσε ν’αποφασίσει αν αυτό ήταν απειλή ή όχι. Δεν μπορούσε ν’αποφασίσει αν ο πολεοπλάστης, ουσιαστικά, του έλεγε Μη νομίζεις ότι σε χρειαζόμαστε και τόσο. Ο Κλάρεμαντ τον ρώτησε: Οι άνθρωποι με τους οποίους ήμουν τι κάνουν;

Ζουν στον χώρο που τους έχουμε φτιάξει. Τους περιποιούμαστε, μην ανησυχείς.

Η Σολεράτ – η γυναίκα ανάμεσά τους – είναι καλά;

Ναι.

Αυτοί που σας επιτέθηκαν την προηγούμενη φορά, Άρχοντά μου, ποιοι ήταν; Άλλη φυλή πολεοπλαστών;

Μια πολύ μοχθηρή φυλή, οικομύστη. Ήθελαν να σας σκοτώσουν όλους. Μισούν τους ανθρώπους. Ήσασταν τυχεροί που σας προστατέψαμε.

Ο Κλάρεμαντ δεν ήταν καθόλου βέβαιος αν έπρεπε να το πιστέψει αυτό. Του έμοιαζε με ψέμα για δυσφήμηση του εχθρού.

Σαν να είχε διαβάσει τις βαθύτερες σκέψεις του, ο φύλαρχος είπε: Δε σου λέω ψέματα, οικομύστη. Είναι πολύ άγρια φυλή.

Και τώρα την έχετε διώξει από το οικοδόμημα;

Ναι. Δεν πρόκειται να μας ξαναενοχλήσει.

Η δουλειά σας εδώ τελειώνει; Το σκάφος ετοιμάζεται;

Δεν είμαστε στην αρχή, πάντως.

Ο Άριστος Κυβερνήτης τι κάνει τώρα που έχετε αποκλείσει ολόκληρη την κυκλοικία; Υποθέτω πως έχετε μπλοκάρει κιόλας τις τηλεπικοινωνίας, σωστά;

Σωστά.

Τι κάνει ο Άριστος Κυβερνήτης; επέμεινε ο Κλάρεμαντ.

Ο πολεοπλάστης γέλασε. Τι μπορεί να κάνει, οικομύστη; Τίποτα!

Έχει βάλει ανθρώπους να προσπαθούν να σπάσουν τους τοίχους;

Όχι. Μόνο μερικοί οικομύστες τούς αγγίζουν. Κανένας δεν έχει πάρει καμια σημαντική πληροφορία, και ορισμένοι έχουν... κλονιστεί. Μη σκέφτεσαι ότι ο Άριστος Κυβερνήτης πρόκειται να σας βγάλει από εδώ, οικομύστη. Και μην ξεχνάς ότι συμφώνησες να συνεργαστείς μαζί μας. Θες ν’αλλάξουμε τη συμφωνία μας;

Η συμφωνία μας, είπε ο Κλάρεμαντ, εξακολουθεί να υφίσταται, Άρχοντά μου.

Πολύ χαίρομαι γι’αυτό, οικομύστη.

Θα μπορούσα να μιλήσω στη Σολεράτ και τους άλλους; Να τους εξηγήσω τι συμβαίνει;

Όχι.

Γιατί; Γι’αυτό δεν υποτίθεται πως είμαι εδώ; Για να επικοινωνώ με τους ανθρώπους που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν απευθείας μαζί σας;

Ναι. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι ακόμα η ώρα.

Πότε θα είναι;

Σύντομα, αποκρίθηκε ο φύλαρχος, και πήδησε από το σκαμνί στο πάτωμα.

Περίμενε! φώναξε ο Κλάρεμαντ μέσα από την ψυχόδραση του οικοδομήματος. Αλλά, αν ο πολεοπλάστης τον άκουσε, τον αγνόησε. Χώθηκε μέσα σ’έναν τοίχο σαν και εκείνος και ο τοίχος να ήταν από λάσπη, όχι από στέρεα ύλη.

*

Οι άνθρωποι του Άριστου Κυβερνήτη προσπαθούσαν να καθησυχάσουν τους ταραγμένους, παγιδευμένους ενοίκους της κυκλοικίας, αν και οι ίδιοι ήταν αρκετά πανικόβλητοι από ό,τι είχε συμβεί. Κάθε επαφή με τον έξω κόσμο είχε χαθεί, και συνεχώς έβλεπαν αυτά τα παράξενα πλάσματα να εμφανίζονται μέσα από τους τοίχους και να αλλοιώνουν τους χώρους του οικοδομήματος. Καμια τηλεπικοινωνιακή συσκευή δεν λειτουργούσε σωστά, και πουθενά δεν υπήρχε ανοιχτό παράθυρο ή μπαλκονόπορτα. Είχαν εξαφανιστεί: είχαν μετατραπεί σε τοίχοι.

Ο οικομύστης είχε συνέλθει πλέον, ύστερα από εκείνο το αρχικό τράνταγμα, και όλοι μαζί οι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη ερευνούσαν τους χώρους της κυκλοικίας, πηγαίνοντας από το ένα διαμέρισμα στο άλλο, προσπαθώντας όχι μόνο να ηρεμήσουν τους τρομοκρατημένους ενοίκους αλλά να βρουν και καμια πιθανή διέξοδο από εδώ. Σε κάποια στιγμή εντόπισαν ένα παράθυρο στο πλάι μιας σκάλας, όμως τα δαιμονικά πλάσματα, που έμοιαζαν με αμάλγαμα ανθρώπου, εντόμου, και μηχανής, το έκλεισαν γρήγορα, τραβώντας τον τοίχο γύρω του σαν να ήταν κουρτίνα (!) – πράγμα που άφησε άφωνους τους απεσταλμένους του Άριστου Κυβερνήτη, καθώς δεν είχαν δει, ώς τώρα, πώς αυτά τα όντα εξαφάνιζαν τα ανοίγματα. (Μόνο αναφορές από τους ενοίκους είχαν ακούσει, μα δεν ήξεραν αν έπρεπε να τις πιστέψουν· τους φαίνονταν εξωφρενικές, παραισθησιακές – ώσπου το είδαν να συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους!) Τράβηξαν πιστόλια κι έκαναν να πυροβολήσουν τα μικρά τέρατα με τα φωτεινά μάτια και τις παράξενες ουρές. Αλλά οι σφαίρες τους δεν τα έβλαπταν.

Και ξεπρόβαλαν κι άλλα από τους τοίχους κι από τα σκαλοπάτια κι από το ταβάνι, και επιτέθηκαν στους απεσταλμένους του Άριστου Κυβερνήτη, τσιμπώντας τους με ουρές που τους χτυπούσαν με ενέργεια. Οι απεσταλμένοι σωριάστηκαν στα σκαλιά, με κραυγές. Τα πιστόλια έπεσαν από τα χέρια των περισσότερων, και τα πλάσματα τα άρπαξαν και τα εξαφάνισαν μες στους τοίχους. Το παράθυρο είχε ήδη κλείσει.

Σήμερα – πρωί της τρίτης ημέρας από τότε που είχαν αποκλειστεί εδώ μέσα, απ’ό,τι υπολόγιζαν – οι απεσταλμένοι άκουσαν φασαρία από κάπου. Οι ένοικοι ούρλιαζαν, φώναζαν. Από ψηλά – δύο ή τρία πατώματα προς τα πάνω.

«Κάτι συμβαίνει!» είπε μία από τους ενοίκους που φιλοξενούσαν τους απεσταλμένους στο διαμέρισμά τους. Τα διαμερίσματα είχαν γίνει πλέον κοινόβια: πολλοί άνθρωποι κατοικούσαν μαζί, για προστασία, φοβισμένοι απ’αυτό που συνέβαινε. Πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα αρκετά διαμερίσματα να έχουν εγκαταλειφθεί τελείως.

«Ήρθαν να μας σώσουν!» είπε μια άλλη ένοικος.

«Αν ήταν άνθρωποι του Άριστου Κυβερνήτη,» είπε ένας από τους απεσταλμένους, που ονομαζόταν Βόρεκαμπ, «δεν θα έρχονταν από κάτω, λογικά; Είμαστε στον τρίτο όροφο.»

«Πάμε να κοιτάξουμε!» τους προέτρεψε η απεσταλμένη που ονομαζόταν Σίρκιλκατ. «Όχι άλλα λόγια!» Κι έτρεξε προς την έξοδο του διαμερίσματος.

Οι άλλοι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη την ακολούθησαν, κάνοντας νόημα στους ενοίκους να μείνουν στις θέσεις τους, να μην πάνε πουθενά. Εξάλλου, μπορεί να υπήρχε κίνδυνος έξω.

Δίχως καθυστέρηση, ανέβηκαν σκάλες έχοντας στα χέρια τους όσα πιστόλια τούς απέμεναν, καθώς και ξιφίδια, παρότι γνώριζαν πως αυτά τα όπλα ήταν, μάλλον, τελείως άχρηστα εναντίον των τεράτων που έλεγχαν τώρα την κυκλοικία.

Όταν είχαν ανεβεί δύο πατώματα, συνάντησαν συγκεντρωμένους ενοίκους σ’έναν διάδρομο. «Σκοτώνονται!» τους είπε ένας, ενώ ένα μωρό έκλαιγε γοερά παραδίπλα. «Σκοτώνονται αναμεταξύ τους!»

«Ποιοι;» ρώτησε ο Βόρεκαμπ. «Γιατί;»

Και πολλοί ένοικοι απάντησαν μαζί: «Τα τέρατα!» «Χτυπιούνται το ένα με τ’άλλο!» «Τα τέρατα πολεμάνε μεταξύ τους!» «Χτυπιούνται!»

Οι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη παραμέρισαν τον πανικόβλητο κόσμο και πλησίαζαν το κατώφλι του διαμερίσματος που φαινόταν να είναι η εστία της αναταραχής. Τα παράξενα πλάσματα, πράγματι, χτυπιόνταν αναμεταξύ τους εκεί μέσα. Είχαν γεμίσει τον χώρο και συγκρούονταν, πολεμώντας με τις ουρές τους και με ραβδιά που οι άκριές τους στραφτάλιζαν. Μικρές ενεργειακές εκκενώσεις γίνονταν παντού. Συριστικές κραυγές ακούγονταν.

«Τι συμβαίνει, οικομύστη;» ρώτησε η Σίρκιλκατ.

«Πού να ξέρω;» αποκρίθηκε ο Ζόρμελβακ.

Και έμειναν στη θέση τους, ακίνητοι, παρακολουθώντας τα πλάσματα να μάχονται. Η σύγκρουση δεν άργησε να τελειώσει, και τα παράξενα όντα βγήκαν μέσα απ’τον τοίχο, έξω από το διαμέρισμα, και έκλεισαν την είσοδό του τραβώντας τα υλικά της κυκλοικίας σαν να ήταν πηλός.

Ο Ζόρμελβακ δεν είχε ξανατολμήσει ν’αγγίξει το οικοδόμημα ύστερα από εκείνο το πρώτο σοκ που είχε δεχτεί. Αλλά τώρα το άγγιξε πάλι, φέρνοντας το πνεύμα του σε επαφή με τις ψυχοδραστικές δονήσεις της κυκλοικίας, διακρίνοντας τις παράδοξες αλλοιώσεις που προκαλούσαν αυτά τα όντα.

Μια δυνατή, οργισμένη φωνή γέμισε ξαφνικά το κεφάλι του: ΠΙΣΩ ΕΣΥ! ΘΑ ΣΕ ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΣΕ ΧΡΕΙΑΣΤΟΥΜΕ! ΠΙΣΩ!

Ο Ζόρμελβακ απομακρύνθηκε, μαζεύοντας το πνεύμα του στον εαυτό του, παίρνοντας τα γαντοφορεμένα χέρια του από τον τοίχο. Με αγριεμένη όψη, είπε στους συντρόφους του: «Μου μίλησαν...»

Κεφάλαιο 27

Η Ευγενία πέρασε την ημέρα βρισκόμενη, κυρίως, σε επαφή με τη σφαιροικία του ξενοδοχείου. Καθόταν απλά και άγγιζε τον τοίχο, και το μυαλό της ταξίδευε πάνω στις ψυχοδραστικές δονήσεις. Χτες βράδυ είχε καταφέρει για πρώτη φορά να διαβάσει τα πολεοσημάδια όπως τα διάβαζε αλλού στην Ατέρμονη Πολιτεία, και ήταν βέβαιη πως η επαφή με την ψυχόδραση του οικοδομήματος είχε συμβάλει σ’αυτό – στο ν’αρχίσει να συνηθίζει τη Νερ Έρντεραγ. Και όσο πιο γρήγορα κατάφερνε να εξοικειωθεί με τα άγνωστα πολεοσημάδια τόσο πιο γρήγορα θα μπορούσε να βρει τον Ρίκερελ. Δεν φαινόταν να υπάρχει άλλος τρόπος.

Ο Αλκάμελ, φυσικά, βαριόταν. Δεν είχε τι να κάνει πέρα απ’το να διαβάζει τοπικά έντυπα και να παρακολουθεί τοπικές εκπομπές στον τηλεοπτικό δέκτη του δωματίου. Δε μπορούσε, όμως, ν’αφήσει την Ευγενία και να φύγει, γιατί η κατάστασή της ήταν... ιδιαίτερη εδώ πέρα.

Ο Νόρενταμπ και η Γιολάντα ήρθαν να του κάνουν παρέα, και έπαιξαν Κρυφούς Δρόμους μαζί του, ενώ η Ευγενία δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει το παραμικρό· ήταν τελείως χαμένη μέσα στον τοίχο.

«Στην ξαδέλφη σου δεν είπε τίποτα γι’αυτό.» Ο Αλκάμελ κοίταξε προς τη μεριά της Θυγατέρας της Πόλης. «Δεν της είπε ότι αγγίζει τα οικοδομήματα και... μπαίνει μέσα τους – νοητικά μιλώντας.»

«Και να της το έλεγε, η Μίριλνατ δε νομίζω να μπορούσε να τη βοηθήσει, Αλκάμελ. Είναι ψυχοτεχνουργός, όχι οικομύστης. Αυτό που κάνει η Ευγενία, τώρα, μόνο οικομύστες έχω δει να το κάνουν. Και με ειδικά κατασκευασμένα γάντια, όχι με τα χέρια τους.»

«Θες να πεις ότι μπορεί να το κάνει επειδή είναι Θυγατέρα της Πόλης;»

«Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.»

«Οι δυνάμεις της, επομένως, δεν παρακωλύονται εδώ. Απλώς είναι διαφορετικές.»

«Ίσως,» είπε ο Νόρενταμπ. «Δεν ξέρω από τέτοια. Η ίδια θα μας πει, σύντομα, είμαι σίγουρος.»

«Πιστεύεις ότι θα συνηθίσει τη Νερ Έρντεραγ;»

«Τα πάντα μπορούν να γίνουν.» Ο Νόρενταμπ έβαλε ένα κλειστό φύλλο πάνω στον κρυφό δρόμο του. «Και η Ευγενία είναι, αναμφίβολα, αποφασισμένη. Τον αγαπά τον Ρίκερελ. Δε θα φύγει από εδώ αν δεν τον βρει.»

«Ο γάτος μας ακόμα δεν έχει έρθει,» είπε η Γιολάντα, ξαφνιάζοντάς τους και τους δύο με την απότομη αλλαγή θέματος.

«Δεν πιστεύω να τον έχουν πιάσει,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ. «Ξεγλιστρά εύκολα αυτός ο καριόλης.» Και κοίταξε συνοφρυωμένος τα φύλλα στο χέρι του, καθώς τώρα ήταν η δική του σειρά να παίξει. Νόμιζε πως είχε αρχίσει να το μαθαίνει αυτό το παιχνίδι. Και νόμιζε επίσης πως, επιτέλους, θα τον νικούσε τον Νόρενταμπ. Μειδίασε, λοξά, και πρόσθεσε ένα φύλλο σ’έναν φανερό δρόμο κι ένα φύλλο σ’έναν κρυφό δρόμο.

*

Ο γάτος με τα ανομοιόχρωμα μάτια είχε αντικρίσει πράγματα που λίγοι άνθρωποι αντίκριζαν μέσα στη Μεγάλη Χώρα, και κανείς δεν τον είχε δει. Είχε μπει στις περιοχές των Πολεοτεχνών απαρατήρητος· τους είχε κατασκοπεύσει στις μυστηριώδεις δουλειές τους. Τελικά, όμως, μια πολεοσκόπος τον είχε προσέξει και, τρομαγμένη, τον είχε δείξει σε τρεις άλλους Πολεοτέχνες που ήταν κοντά της. Είχαν αμέσως αρχίσει να τον κυνηγάνε. Και το κυνηγητό είχε συνεχιστεί για κάμποση ώρα, ενώ ακόμα περισσότεροι άνθρωποι της μυστικής οργάνωσης μπλέκονταν. Ο γάτος τα έβρισκε όλα τούτα αρκετά διασκεδαστικά, αν και διαισθανόταν τον κίνδυνο. Γλιστρώντας εκεί όπου δεν μπορούσαν να τον δουν, μέσα στις αναδιπλώσεις, στις ρωγμές, και στα αποπίσω, τους ξέφυγε στο τέλος. Χαμογελώντας πίσω από τα περήφανα μουστάκια του.

Τώρα, καθώς ο ήλιος έδυε πίσω από τα οικοδομήματα της Νερ Έρντεραγ, στεκόταν επάνω σε μια ταράτσα μιας αντιτριγωνοικίας, νιώθοντας τον φθινοπωρινό άνεμο να χαϊδεύει το γκρίζο τρίχωμά του και τα πεταχτά του αφτιά.

Είχε αρχίσει να έχει μια επιθυμία να επισκεφτεί μια πολύ ιδιαίτερη φίλη η οποία δεν ήταν σαν κανένα άλλο ψηλό δίποδο που είχε συναντήσει στη ζωή του.

Εκτός, βέβαια, από εκείνη την άλλη: το κακό, ψηλό θηλυκό δίποδο που είχε προσπαθήσει να τον φυλακίσει και, αργότερα, είχε κλέψει το μυαλό της φίλης του για να τη βάλει να στραφεί εναντίον του.

Ο γάτος έγλειψε τις πατούσες του, συλλογισμένα. Αυτά τα ψηλά δίποδα ποτέ δεν θα έβαζαν μυαλό...

Πήδησε από την ταράτσα, ευέλικτος σαν λάστιχο. Και ο νυχτερινός αέρας τον αγκάλιασε... και τον κατάπιε.

*

(«Είστε τόσο παλιάτσοι που δεν μπορείτε να πιάσετε έναν γαμημένο γάτο;» φώναξε η Σκιουργός, αναμιγνύοντας ένα κοκτέιλ πίσω από το μπαρ.

«Δε μπορούμε να καταλάβουμε πώς εξαφανίζεται έτσι, Αρχόντισσά μου...»

«Αλλά θα τον πιάσουμε. Θέμα χρόνου είναι.»

«Όσο βρίσκεται ακόμα μέσα στη Μεγάλη Χώρα, δεν μπορεί να μας ξεφύγει.»

«Μαλακίες!» είπε η Σκιουργός. «Φέρτε μου τον γάτο, κι όχι άλλες μαλακίες!» Τελειώνοντας το κοκτέιλ, έβαλε μέσα ένα καλαμάκι και ρούφηξε λίγο ποτό.

Χαμογέλασε. Τέλειο το είχε κάνει.)

*

Το απόγευμα πήγαν πάλι να επισκεφτούν τη Μίριλνατ. Και τώρα εκείνη τους περίμενε ήδη μπροστά από την είσοδο της σταυροικίας όπου έμενε.

«Πάρτι έχει πάλι ο γιος σου;» τη ρώτησε ο Νόρενταμπ, καθώς έβγαιναν από το τετράκυκλο όχημα, το οποίο ξανά η Ευγενία είχε οδηγήσει ώς εδώ – και, μάλιστα, με αξιοσημείωτη ευκολία. Δεν είχε πλέον κανένα πρόβλημα ν’ακολουθεί τα απλά σημάδια των δρόμων που χρησίμευαν για να κατευθύνεται κανείς μέσα στη Μεγάλη Χώρα.

«Η κόρη μου,» αποκρίθηκε η Μίριλνατ. «Και μ’έδιωξε άρον-άρον από το σπίτι.»

Ο Νόρενταμπ γέλασε. «Τι οικογένεια είν’ αυτή που έχεις; Πρέπει ν’αγοράσεις στον καθένα προσωπικό διαμέρισμα μού φαίνεται.»

Η Μίριλνατ μειδίασε. «Δεν έχεις άδικο. Μπορεί και να το κάνω, σύντομα.»

«Απόψε θα σε πληρώσω,» της είπε ο Νόρενταμπ σοβαρά. «Και όχι διαφωνίες.»

«Ούτε που να το σκέφτεσαι.»

«Μίριλνατ–»

«Ούτε που να το σκέφτεσαι. Αν θέλεις μπορείς να με κεράσεις πάλι.»

«Κάθε βράδυ αυτή τη δουλειά θα κάνουμε;» γέλασε ο Νόρενταμπ.

«Είναι τόσο δυσάρεστη η παρέα μου, ξάδελφε;» τον πείραξε η Μίριλνατ.

«Δεν εννοούσα αυτό. Απλώς...»

Η Μίριλνατ έκανε νόημα στην Ευγενία. «Πάμε;»

«Πάμε,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Αυτή τη φορά θα με πας βόλτα μες στο όχημά μου. Συμφωνείς;»

«Δε διαφωνώ.»

Η Μίριλνατ ένευσε πάλι. Και προς τον Νόρενταμπ: «Θα συναντηθούμε σε κάνα δίωρο στη Διαυγή Αντίληψη, στο Μακρύ Λαγούμι. Ξέρεις πού είναι;»

«Το ξέρω.»

«Το φανταζόμουν. Είναι παλιό κέντρο. Κι ακόμα βάζει πολύ καλή μουσική.»

Ύστερα, η Μίριλνατ χαιρέτησε τον Αλκάμελ και τη Γιολάντα και οδήγησε την Ευγενία στο υπόγειο γκαράζ, κάτω από τη σταυροικία, όπου βρισκόταν το τετράκυκλο όχημά της. Οι τροχοί του ήταν μικρότεροι από αυτού που είχε κλέψει η Ευγενία, και δεν είχε οροφή· έκλεινε με γυάλινο σκέπαστρο. Η Μίριλνατ ξεκλείδωσε το σκέπαστρο, το σήκωσε, και μπήκαν. Η Ευγενία, φυσικά, κάθισε στο τιμόνι και η ψυχοτεχνουργός δίπλα της.

«Πρώτα, θα δούμε τι θυμάσαι από τα σημάδια που σου έμαθα χτες. Θα βγούμε και θα μου τα δείχνεις καθώς θα πηγαίνουμε προς τα νότια.»

Η Ευγενία έβαλε τους τροχούς σε κίνηση. Ανέβηκαν μια ράμπα και έφυγαν από το υπόγειο γκαράζ. Οδήγησε μέσα στις οδούς της Νερ Έρντεραγ, δείχνοντας στη Μίριλνατ τα σημάδια.

Η Μεγάλη Χώρα, είχε παρατηρήσει ώς τώρα η Ευγενία, είχε κυρίως δρόμους πάνω από το έδαφος. Δεν είχε παρά ελάχιστες σήραγγες, σε σχέση με την υπόλοιπη Ρελκάμνια, η οποία ήταν οικοδομημένη και πάνω και κάτω από το έδαφος. Το ένα χτίριο πάνω στο άλλο, πάνω στο άλλο, πάνω στο άλλο. Δύσκολο να διακρίνεις πού το ένα τελείωνε και πού το άλλο άρχιζε. Αλλά στη Νερ Έρντεραγ τα πάντα ήταν πιο ευδιάκριτα, πιο συγκεκριμένα, παρότι η αρχιτεκτονική ήταν τόσο αλλόκοτη, και τα πολεοσημάδια επίσης.

Η Μίριλνατ δήλωσε ικανοποιημένη από αυτά που της έδειχνε η Ευγενία. «Δεν έχεις κανένα πρόβλημα,» είπε. «Τα μαθαίνεις εύκολα.» Κι άρχισε να τη διδάσκει κι άλλα σημάδια καθώς εκείνη οδηγούσε. «Βλέπεις; Υπάρχουν σημάδια που είναι διακριτά, ή εύχρηστα, μόνο όταν οδηγείς όχημα. Αν περπατούσαμε δεν θα είχαν κανένα νόημα.»

Η Ευγενία ένευσε. «Ναι.» Δεν της έκανε εντύπωση αυτό, ασφαλώς. Ήταν Θυγατέρα της Πόλης.

«Πολλές συχνότητες αλλάζουν αναλόγως την ταχύτητα με την οποία κινείσαι.»

«Ναι,» είπε ξανά η Ευγενία.

«Καταλαβαίνεις, έτσι;»

«Φυσικά.»

«Πήγαινέ μας στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών.»

Η Ευγενία έστριψε και ακολούθησε τα σημάδια των δρόμων. Το μυαλό της κρατούσε σε απόσταση τα υπόλοιπα πολεοσημάδια. Ήταν σαν να τα κοίταζε μόνο περιφερειακά, για να μην τη μπερδεύουν. Για λίγο, όμως, ορισμένες στιγμές, εστιαζόταν επάνω τους, ελπίζοντας πως, ίσως, θα της έλεγαν κάτι.

Αλλά τίποτα.

Και μετά, ξαφνικά–

Συμφόρηση στην επόμενη διασταύρωση!

Το είδε πολύ συγκεκριμένα στα πολεοσημάδια. Παρότι ξένα για το μυαλό της, είχαν επιτέλους αρχίσει να της μιλάνε. Τα συνήθιζε!

Και δεν τα είχε διαβάσει λάθος, όπως σύντομα διαπίστωσε. Στην επόμενη διασταύρωση ήταν, όντως, συγκεντρωμένα πολλά οχήματα. Ένα φορτηγό είχε σταματήσει μες στη μέση του δρόμου, και κάποιοι προσπαθούσαν να βγάλουν κάτι μεγάλο από την καρότσα του, τυλιγμένο με χαρτιά – έπιπλο, ίσως. Τα άλλα τροχοφόρα δυσκολεύονταν να περάσουν. Κόσμος φώναζε, κόρνες αντηχούσαν.

Η Ευγενία έστριψε για ν’αποφύγει αυτό το μέρος.

«Τι σημάδια ακολουθείς τώρα;» τη ρώτησε η Μίριλνατ.

Η Ευγενία τής έδειξε.

«Ωραία.»

Όταν έφτασαν στην Πλατεία Φευγαλέων Συνειρμών, η ψυχοτεχνουργός είπε: «Εντάξει. Σταμάτα εδώ. Ας βγούμε λίγο.»

Η Ευγενία σταμάτησε, και βγήκαν.

Περπάτησαν, βλέποντας άλλου είδους σημάδια των δρόμων, καθώς επίσης και τους ρευματοπαθείς που ήταν συγκεντρωμένοι στις σκηνές τους και γύρω από αυτές. Κάποιοι ζεσταίνονταν κοντά σε μηχανικές εστίες, κάποιοι κοντά σε μαγκάλια. Ορισμένες από τις σκηνές στραφτάλιζαν περίεργα.

Η Ευγενία ρώτησε τη Μίριλνατ γι’αυτές. «Είναι από ψυχόδραση;»

«Ναι.»

Η Ευγενία, φυσικά, το είχε ήδη καταλάβει. Οι σκηνές έμοιαζαν μ’εκείνο τον σάκο που είχαν χρησιμοποιήσει οι άνθρωποι που προσπαθούν ν’αρπάξουν τον Διαβολόγατο. Ο σάκος είχε τελικά διαλυθεί ύστερα από δυο μέρες· η πλεγμένη ψυχόδραση είχε διασκορπιστεί.

«Δε θα διαλυθούν;» ρώτησε η Ευγενία τη Μίριλνατ.

«Γνωρίζεις, λοιπόν, από ψυχοδραστικές μορφές...»

«Μου έχει πει κάποια πράγματα ο Νόρενταμπ.»

«Στο τέλος,» απάντησε η Μίριλνατ, «θα διαλυθούν, ασφαλώς· δεν είναι μόνιμες. Αλλά αυτοί που τις έχουν πλέξει πρέπει να το έχουν κάνει αρκετά καλά, ώστε να κρατήσουν για κάποιο καιρό. Υπάρχουν άνθρωποι πολύ ικανοί στο πλέξιμο ψυχόδρασης.»

«Εσύ φτιάχνεις ψυχοδραστικές μορφές;»

«Κάποια βασικά πράγματα, ναι, μπορώ να τα κάνω. Αλλά δεν έχω ασχοληθεί και τόσο πολύ. Δεν έχει σχέση με το γεγονός ότι είμαι ψυχοτεχνουργός, Ευγενία.» Η Μίριλνατ έφερε τα χέρια της το ένα κοντά στο άλλο, κι ανάμεσά τους δημιουργήθηκε μια λαμπερή, φασματική σφαίρα. Μέσα της δυνάμεις φαίνονταν να πάλλονται και σύντομα ένα χαμογελαστό πρόσωπο διαμορφώθηκε. Η σφαίρα υψώθηκε πάνω από τα χέρια της Μίριλνατ και αιωρήθηκε μπροστά τους. Η ψυχοτεχνουργός χαμογέλασε. «Σε δυο-τρία λεπτά θα εξαφανιστεί.»

«Μπορείς να με μάθεις να το κάνω;» ρώτησε η Ευγενία.

Η Μίριλνατ γέλασε. «Μη βιάζεσαι. Θα σε μάθω πρώτα κάτι πιο βασικό: πώς να αισθάνεσαι την ψυχόδραση μέσα σου.» Την οδήγησε σ’ένα παγκάκι ενώ το χαμογελαστό πρόσωπο τις ακολουθούσε. Μόλις κάθισαν, η ψυχόδραση που το αποτελούσε διασκορπίστηκε.

«Κλείσε τα μάτια σου,» είπε η ψυχοτεχνουργός, «και πάρε άνετη θέση, όσο πιο άνετη μπορείς.»

Η Ευγενία το έκανε.

«Ανέπνεε σταθερά.»

Η Ευγενία είχε ήδη αρχίσει να νιώθει μέσα της κάτι να κινείται, σαν ολόκληρο το σώμα της να ήταν από ρευστή ενέργεια. Αυτή ήταν η ψυχόδραση, δεν είχε καμια αμφιβολία: το ίδιο που αισθανόταν και αγγίζοντας τους τοίχους του ξενοδοχείου. Δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, βασικά. Ψυχική ενέργεια· σ’όλους τους έμψυχους οργανισμούς υπήρχε.

«Προσπάθησε να εστιαστείς πλήρως επάνω στο σώμα σου,» είπε η ψυχοτεχνουργός. «Διώξε όλες τις άλλες σκέψεις από το μυαλό σου· οι σκέψεις απλώς σε παρεμποδίζουν απ’το να έρθεις σε επαφή με την ψυχόδρασή σου.»

«Νομίζω ότι την αισθάνομαι, Μίριλνατ.»

«Τόσο γρήγορα;»

«Ναι.»

«Μην είσαι βιαστική. Εστιάσου πάνω στο σώμα σου. Πλήρως. Διώξε κάθε είδους σκέψη.»

Η Ευγενία δεν μίλησε, παριστάνοντας πως τα έκανε όλ’ αυτά. Αν και, πραγματικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος. Μπορούσε στιγμιαία να έρθει σε επαφή με την «ψυχόδρασή» της, όπως αρέσκονταν να τη λένε οι κάτοικοι της Νερ Έρντεραγ.

Η Μίριλνατ συνέχισε να της δίνει οδηγίες που της ήταν ουσιαστικά άχρηστες. Και ύστερα από κάποια ώρα τη ρώτησε: «Τι νιώθεις τώρα;»

Αυτό που ένιωθα και πριν. «Ότι το σώμα μου είναι... ρευστό.»

«Τα κατάφερες, λοιπόν. Ήρθες σε επαφή με την ψυχόδρασή σου. Για ξένη είσαι πολύ καλή, Ευγενία. Οι ξένοι, συνήθως, δυσκολεύονται να έρθουν σε επαφή με την ψυχόδρασή τους. Άνοιξέ τα μάτια σου.»

Η Ευγενία τα άνοιξε.

«Εξακολουθείς να μπορείς να έρθεις σε επαφή με την ψυχόδρασή σου;»

«Νομίζω,» είπε η Ευγενία, εσκεμμένα κάπως αβέβαια, για να μη δείξει ότι η διαδικασία τής ήταν πανεύκολη.

Η Μίριλνατ έβγαλε έναν ψυχοκύβο από την τσάντα της. «Λοιπόν,» είπε. «Αφού είσαι τόσο καλή, ας δούμε αν μπορείς να μου στείλεις ένα – και μόνο ένα – ψι. Πρόσεχε τώρα. Εστιάσου στο δεξί σου χέρι. Νιώθεις την ψυχόδραση εκεί;»

Η Ευγενία ύψωσε το χέρι της. «Ναι.»

«Είναι σαν νερό, δεν είναι;»

«Ναι...»

«Φαντάσου ότι τα δάχτυλά σου είναι σαν βρύση. Και μπορείς ν’ανοίξεις αυτή τη βρύση όσο θέλεις. Άγγιξε τώρα τον ψυχοκύβο μου, ακριβώς έτσι όπως σου δείχνω. Πάρ’ τον στο χέρι σου. Και μην κάνεις τίποτ’ άλλο ακόμα!»

Η Ευγενία πήρε τον κύβο στο χέρι της, πιάνοντάς τον όπως της είχε δείξει η Μίριλνατ, βάζοντας τα δάχτυλά της στις ειδικές εγκοπές.

«Πρόσεχε τι θα σου πω τώρα. Νιώθεις ότι κάτι προσπαθεί να ρουφήξει την ψυχόδρασή σου μέσα από το χέρι σου;»

«Ναι.» Όντως το ένιωθε.

«Αυτός είναι ο ψυχοκύβος. Είναι μαγνήτης ψυχόδρασης, ουσιαστικά. Μην τον αφήσεις να σου κλέψει την ψυχόδρασή σου. Κράτα τη ροή του χεριού σου ‘κλειστή’ – κομμένη προς τα έξω.»

Η Ευγενία έγνεψε καταφατικά. Ο κύβος τραβούσε την ψυχόδρασή της προς τη μεριά του, αλλά δεν μπορούσε να την πάρει χωρίς τη θέλησή της. Έπρεπε η ίδια να το επιτρέψει.

«Τώρα,» είπε η Μίριλνατ, «είναι το πιο δύσκολο. Προσπάθησε ν’ανοίξεις λίγο τη ροή της ψυχόδρασης μέσα από το χέρι σου. Λίγο. Έτσι ώστε να ‘στάξει’ μόνο μία ‘σταγόνα’ ψυχόδρασης. Φαντάσου τη σαν νερό· θα σε βοηθήσει. Αν αισθανθείς ότι ο κύβος πάει να σε παρασύρει κάπως – με τον οποιονδήποτε τρόπο – αν αισθανθείς γενικά οτιδήποτε που δεν σ’αρέσει, που σε κάνει να νιώθεις άσχημα ή άβολα – διάκοψε αμέσως τη ροή της ψυχόδρασης. Με καταλαβαίνεις; Είναι επικίνδυνο.»

Η Ευγενία ένευσε πάλι.

«Εντάξει,» είπε η Μίριλνατ. «Ας το κάνουμε. Στείλε ένα – μόνο ένα – ψι

Η Ευγενία άνοιξε τη ροή της ψυχόδρασης στο χέρι της. Ήταν, πράγματι, σαν νερό. Προσπάθησε ν’αφήσει μόνο μία «σταγόνα» να φύγει, αλλά κατάλαβε αμέσως ότι απέτυχε. Πρέπει να της έφυγαν περισσότερες. Έκλεισε τη ροή.

«Τι έγινε;» ρώτησε.

Η Μίριλνατ χαμογέλασε κοιτάζοντας τη μικρή οθόνη στο πλάι του κύβου. «Μου έστειλες τρία ψι. Αισθάνθηκες κάτι άσχημο; Να ζαλίζεσαι; Να πονάς;»

«Το μόνο που αισθάνθηκα ήταν να στέλνω κατά λάθος περισσότερη ψυχόδραση απ’ό,τι θα ήθελα.»

Η Μίριλνατ ένευσε σαν να περίμενε αυτή την απάντηση, και πήρε τον ψυχοκύβο από το χέρι της Ευγενίας. «Συνηθισμένο λάθος για αρχάριους,» είπε. «Καλά τα πήγες. Έχω δει κόσμο να στέλνει ακόμα και δεκαπέντε ψι την πρώτη του φορά. Φταίει το γεγονός ότι ο κύβος είναι μαγνήτης. Θα προσπαθήσουμε πάλι αύριο. Σου έχει πει ο Νόρενταμπ ότι είναι επικίνδυνο να στέλνεις πολλή ψυχόδραση κάπου, έτσι; Σε εξαντλεί.»

«Το ξέρω–»

Μια σκιά από τα δεξιά! Η Ευγενία έστρεψε το βλέμμα της και είδε τον Διαβολόγατο να περνά μερικά μέτρα παραδίπλα, ατενίζοντάς την με τα ανομοιόχρωμα μάτια του.

Η Ευγενία χαμογέλασε.

«Τι;» είπε η Μίριλνατ.

«Τίποτα. Νόμιζα ότι είδα κάποιον γνωστό. Αλλά αποκλείεται να ήταν αυτός· δεν μένει στη Νερ Έρντεραγ.»

Ο Διαβολόγατος τής έκλεισε το γαλανό του μάτι κι εξαφανίστηκε μέσα στις σκιές, σαν οι σκιές να ήταν κουρτίνα.

Η Μίριλνατ είπε: «Ας κάνουμε καμια βόλτα ακόμα εδώ γύρω, και μετά θα μπούμε πάλι στο όχημά μου, να οδηγήσουμε, προτού πάμε να βρούμε τον Νόρενταμπ στο Μακρύ Λαγούμι.» Σηκώθηκε από το παγκάκι, κρύβοντας τον ψυχοκύβο μες στην τσάντα της, και η Ευγενία την ακολούθησε.

(ιγ΄)

Η Σκιουργός στεκόταν σ’ένα μπαλκόνι και, μέσα στο απόγευμα, ατένιζε τη σκηνή που είχε στηθεί από κάτω: τους δρόμους και τα οικοδομήματα που είχαν ετοιμάσει οι Πολεοτέχνες της. Ακόμα κι ένα καινούργιο γκράφιτι είχαν φτιάξει: ένα πολύ ικανοποιητικό γκράφιτι. Αυτός ο ξένος που είχαν προσθέσει στην οργάνωσή τους τελευταία ήταν ικανότατος, όφειλε να παραδεχτεί η Σκιουργός, και πλήρως αφοσιωμένος. Όσα τού είχαν δείξει οι Πολεοτέχνες τον είχαν κάνει πιστό ακόλουθο για πάντα–

Η Σκιουργός στράφηκε, καταλαβαίνοντας ότι κάποιοι βρίσκονταν πίσω της, και πάνω στο περβάζι του παραθύρου είδε δύο πολεοπλάστες να την ατενίζουν με τα φωτεινά τους μάτια, κουνώντας τις ουρές τους πέρα-δώθε, νευρικά.

«Εσείς...» μουρμούρισε η Σκιουργός, και μετά τους μίλησε στη δική τους, συριστική γλώσσα, ρωτώντας τους ουσιαστικά τι ήθελαν εδώ.

Εκείνοι τής εξήγησαν, της είπαν γιατί χρειάζονταν τη βοήθειά της, και γιατί η υπόθεση θα έπρεπε να την ενδιαφέρει – άμεσα.

Η Σκιουργός θύμωσε λίγο που είχαν το θράσος να υποθέτουν τι την ενδιέφερε και τι όχι, αλλά απλά τους απάντησε ότι την προηγούμενη φορά που είχε ζητήσει να μάθει τι γινόταν την είχαν διώξει.

Οι πολεοπλάστες τής είπαν ότι δεν ήταν εκείνοι που την είχαν διώξει! Η άλλη φυλή ήταν!

Η Σκιουργός τούς είπε ότι δεν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει για να βοηθήσει. Οι πολεοπλάστες φρόντιζαν πάντα μόνοι τους τις δουλειές τους, και όλο ανακατεύονταν εκεί που δεν έπρεπε να ανακατευτούν.

Οι δύο επάνω στο περβάζι του παραθύρου επέμειναν ότι αυτό δεν ήταν ένα απλό παιχνίδι, ότι κάποιοι είχαν παρεκτραπεί, ότι, αν η Σκιουργός δεν βοηθούσε, πολύ άσχημα πράγματα θα συνέβαιναν.

Η Σκιουργός τούς απάντησε πως, αν ήθελαν να ταξιδέψουν, ας ταξίδευαν! Δεν ήταν εκείνη φύλακας της Μεγάλης Χώρας· απλώς η Μεγάλη Χώρα ήταν το θέατρό της. Και είχε τώρα άλλες δουλειές να κάνει.

Οι πολεοπλάστες έφυγαν τσαντισμένοι· εξαφανίστηκαν μέσα στον τοίχο πλάι στο παράθυρο.

«Ζωύφια!» γρύλισε η Σκιουργός. Και μετά σκέφτηκε: Γι’αυτό, λοιπόν, δουλεύουν τόσο πυρετωδώς μέσα σ’εκείνη την κυκλοικία. Γέλασε. Μπορεί και νάχει πλάκα να το δούμε αυτό! Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε κάπως να το προσθέσει στο θέατρό της...

Κρίμα που ο οικομύστης και η δημοσιογράφος είχαν παγιδευτεί εκεί μέσα, πάντως. Ήταν δύο πολύ ωραίοι ηθοποιοί. Και πάνω που είχαν αρχίσει να συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα μεταξύ τους...

Κεφάλαιο 28

Η Ευγενία πέρασε ακόμα μια μέρα σε επαφή με την ψυχόδραση της σφαιροικίας του Φιλόξενου, και το απόγευμα πήγε πάλι για μάθημα με τη Μίριλνατ. Ύστερα από λίγη οδήγηση μέσα στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας, της ζήτησε να της δείξει πώς μπορούσε να φτιάξει ψυχοδραστικές μορφές. Η ψυχοτεχνουργός τής απάντησε να μη βιάζεται. «Δεν είσαι ακόμα έτοιμη για κάτι τέτοιο, Ευγενία.»

«Μπορεί και να είμαι.»

«Καλύτερα να επικεντρωθούμε, πρώτα, στο να μάθεις πώς να στέλνεις ακριβώς τα ψι που θέλεις σ’έναν ψυχοκύβο.»

Είχαν σταματήσει στην άκρη μιας γέφυρας, στην Καθαρή Γνώση, έχοντας αρκετά καλή θέα από κάτω τους. Δίπλα τους ορθωνόταν μια πελώρια τριγωνοικία γεμάτη φωτεινά παράθυρα μες στη νύχτα. Ένα γιγάντιο ψυχοδραστικό γκράφιτι ήταν επάνω σε μια μεριά της, στραφταλίζοντας παιχνιδιάρικα στην ακτινοβολία των τεχνητών λαμπών και των φεγγαριών της Ρελκάμνια.

Η Ευγενία είπε: «Νομίζω ότι είμαι έτοιμη, Μίριλνατ.» Ύψωσε τα χέρια της μπροστά της, το δεξί λίγο πιο ψηλά από το αριστερό, και προσπάθησε να σπρώξει ψυχόδραση έξω από την παλάμη του δεξιού. Δεν ήταν τόσο εύκολο όπως όταν άγγιζε τον κύβο· οι ψυχοκύβοι ήταν μαγνήτες ψυχόδρασης, ο αέρας δεν ήταν – αν και, αναμφίβολα, ήταν φορτισμένος με ψυχόδραση εδώ, στη Νερ Έρντεραγ, θα μπορούσες να πεις, όπως πουθενά αλλού στη Ρελκάμνια. Ένα κύμα σπειροειδούς φωτός βγήκε ανάμεσα από τα δάχτυλα του δεξιού χεριού της Ευγενίας, κατερχόμενο προς την παλάμη του αριστερού. Κι ανάμεσα στα δύο χέρια της ένα οχτάρι σχηματίστηκε, λαμπυρίζοντας και στραφταλίζοντας. Η Ευγενία πρόσεχε να μην του στείλει πολλή ψυχόδραση και εξαντληθεί. Ακόμα είχε δυσκολία να μετρά τα ψι που έστελνε. Αν και τώρα κανένας μαγνήτης δεν τα τραβούσε, χρειαζόταν πάλι αρκετή προσοχή για να υπολογίζει πόσες «σταγόνες» έπεφταν από τη «βρύση».

Τα μάτια της Μίριλνατ γούρλωσαν. «Ευγενία!» είπε. «Είναι... είναι... Έχεις ξανάρθει στη Μεγάλη Χώρα;»

Η Ευγενία ένωσε τις παλάμες της, διαλύοντας την ψυχοδραστική μορφή ανάμεσά τους. «Όχι.»

«Τότε, πώς...; Είναι η πρώτη φορά, μα τον Κρόνο, που βλέπω μια ξένη να χρησιμοποιεί ψυχόδραση τόσο εύκολα!»

«Μου έρχεται φυσικά, ίσως,» είπε η Ευγενία.

Η Μίριλνατ γέλασε. «Είσαι, σίγουρα, περίπτωση ατόμου. Υποπτεύομαι ότι δεν έχω και πολλά να σε διδάξω.»

«Κι όμως, έχεις. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη φυσική τάση και στην εμπειρία, Μίριλνατ.»

Η ψυχοτεχνουργός χαμογέλασε. «Δεν είσαι τυχαία. Καθόλου τυχαία.» (Σίγουρα όχι, σκέφτηκε η Ευγενία, υπομειδιώντας. Είμαι πολεοτύχη.) «Τι δουλειά κάνεις έξω από τη Μεγάλη Χώρα;»

«Ταχυδακτυλουργός είμαι.»

«Ταχυδακτυλουργός;» Η Μίριλνατ έμοιαζε να το βρίσκει διασκεδαστικό αυτό. «Αναρωτιέμαι αν έχει καμια σχέση με την ευκολία σου να χειρίζεσαι ψυχόδραση.»

«Μπορεί και να έχει.» Αλλά ήξερε ότι έλεγε ψέματα. Το μόνο που είχε σχέση ήταν ότι ήταν Θυγατέρα της Πόλης· δεν είχε καμια αμφιβολία γι’αυτό.

«Δε θα κάνουμε μάθημα αύριο–»

«Όχι, Μίριλνατ· μη νομίζεις ότι επειδή–»

«Δεν είναι γι’αυτό,» τη διαβεβαίωσε η ψυχοτεχνουργός. «Έχω κάποιες άλλες δουλειές αύριο, τις οποίες δεν γίνεται να αναβάλω. Αλλά εσύ μπορείς να εξασκηθείς μόνη σου, αν θέλεις. Βάδισε λίγο γύρω από τους δρόμους του Φιλόξενου· δε νομίζω να χαθείς. Αν φοβάσαι, πάρε και τον Νόρενταμπ μαζί σου. Ωστόσο, θα πρότεινα να το κάνεις μόνη, για να ξεπεράσεις τον φόβο σου. Μην προσπαθήσεις, όμως, τίποτα περίεργο με την ψυχόδραση. Μπορεί να σου μοιάζει με διασκεδαστικό παιχνίδι αλλά είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Αν εξαντληθείς, δεν συνέρχεσαι μετά εύκολα.»

«Θα το θυμάμαι, Μίριλνατ. Και σ’ευχαριστώ για όλα όσα μού έχεις μάθει.»

Η ψυχοτεχνουργός γέλασε. «Δεν ήταν δύσκολη η διδασκαλία σου, Ευγενία! Πάμε τώρα μια βόλτα ακόμα, προτού τελειώσουμε το αποψινό μας μάθημα.»

Η Ευγενία έβαλε σε κίνηση τους τροχούς του τετράκυκλου οχήματος της Μίριλνατ, και οδήγησε μέσα στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας.

Πιο πριν, καθώς διέσχιζαν την περιφέρεια που ονομαζόταν Γόνιμο Πνεύμα, είχε καταφέρει πάλι να διαβάσει κάποια πολεοσημάδια όπως σε άλλα μέρη της Ρελκάμνια. Οι πληροφορίες που της έδιναν δεν ήταν και πολύ σημαντικές – ανούσιες τελείως, βασικά – αλλά ήταν ακριβείς· η Ευγενία δεν αμφέβαλλε καθόλου γι’αυτό. Το μυαλό της προσαρμοζόταν στη Νερ Έρντεραγ· ή ίσως η Νερ Έρντεραγ να προσαρμοζόταν στο μυαλό της. Όπως και νάχε, γίνονταν ένα. Όπως ένα ήταν παντού στη Ρελκάμνια η Πόλη και οι Θυγατέρες της.

Και τώρα που η Μίριλνατ τής είχε πει ότι αύριο δεν θα έκαναν μάθημα, η Ευγενία είχε μια αίσθηση που είχε και πολλές άλλες φορές στην υπόλοιπη Ατέρμονη Πολιτεία μα μέχρι στιγμής δεν είχε νιώσει καθόλου στη Νερ Έρντεραγ. Είχε την αίσθηση ότι βρισκόταν ακριβώς στον σωστό τόπο, ακριβώς στον σωστό χρόνο. Πολεοτύχη.

Ήρθε η ώρα ν’αφήσω την Πόλη να με καθοδηγήσει.

Και ευχόταν να την οδηγούσε στον Ρίκερελ.

*

«Τον γάτο τον ξαναείδες;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, όταν επέστρεψε στο δωμάτιό τους στον Φιλόξενο. Αυτή τη φορά, η Μίριλνατ είχε έρθει να την πάρει από το ξενοδοχείο, και ο Αλκάμελ, ο Νόρενταμπ, και η Γιολάντα είχαν μείνει εκεί.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Ευγενία, έχοντας κρεμάσει το πανωφόρι της στην κρεμάστρα και βγάζοντας τα παπούτσια της το ένα μετά το άλλο.

«Αναρωτιέμαι αν εσκεμμένα μας σνομπάρει, ο καριόλης, και δεν έρχεται από δω.» Ο Αλκάμελ δάγκωσε ένα κομμάτι από το μισοφαγωμένο μήλο που κρατούσε στο χέρι του καθώς ήταν καθισμένος πάνω στο κρεβάτι. Αντίκρυ του ο τηλεοπτικός δέκτης ήταν ανοιχτός, αλλά με την ένταση του ήχου χαμηλωμένη.

«Δε μπορείς να φανταστείς κανέναν άλλο λόγο;» είπε η Ευγενία, αρχίζοντας να βγάζει τα ρούχα της.

«Όπως;»

«Όπως ότι μπορεί να μη θέλει να μας βάλει σε μπελάδες μ’αυτούς που τον κυνηγάνε;»

«Επίτηδες το κάνεις αυτό;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ, δείχνοντάς την από πάνω ώς κάτω, καθώς ολοένα και λιγότερα ρούχα έμεναν για να καλύπτουν το χρυσόδερμο σώμα της.

«Ναι,» χαμογέλασε η Ευγενία, και, ντυμένη πλέον μόνο με τα εσώρουχά της, μπήκε στο μπάνιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Ο Αλκάμελ άκουσε νερό να τρέχει. Συνέχισε να τρώει το μήλο του, κοιτάζοντας αυτά που έδειχνε η οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη. Οι διαφημίσεις είχαν μια αρκετά διαφορετική αισθητική στη Νερ Έρντεραγ, είχε παρατηρήσει. Αν και δεν μπορούσε να την περιγράψει με λόγια.

Όταν είχε τελειώσει το μήλο του, η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και η Ευγενία βγήκε, χωρίς το παραμικρό ρούχο επάνω της, με νερό να κυλά από το κεφάλι ώς τα πόδια της.

«Τώρα,» είπε ο Αλκάμελ, «νομίζω ότι το παρακάνεις.»

Η Ευγενία βάδισε ώς τον τηλεοπτικό δέκτη και πάτησε το κουμπί που τον έκλεινε· πάτησε το κουμπί στον τοίχο που έσβηνε το φως στο ταβάνι· πλησίασε το κρεβάτι του Αλκάμελ, ανεβαίνοντας επάνω, στα τέσσερα. Η μόνη ακτινοβολία που φώτιζε τώρα το δωμάτιο ερχόταν από τη γυάλινη μπαλκονόπορτα.

Ο Αλκάμελ τύλιξε τα χέρια του γύρω από το υγρό χρυσόδερμο σώμα της Ευγενίας, χάιδεψε τις καμπύλες του, τσίμπησε έναν γλουτό. «Το μάθημα που κάνεις με τη Μίριλνατ πρέπει να είναι ευχάριστο, ε;» είπε.

Η Ευγενία γέλασε. «Αρχίζω να αισθάνομαι σαν τον εαυτό μου ξανά,» είπε, και τον φίλησε κρατώντας το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της.

Κυλίστηκαν πάνω στο κρεβάτι, υγραίνοντας τα σκεπάσματά του ενώ η Ευγενία στέγνωνε.

Αργότερα, ο Αλκάμελ τη ρώτησε: «Έχεις ξανά τις κανονικές σου δυνάμεις;» καθώς ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα επάνω της, με τα μακριά της πόδια τυλιγμένα γύρω του.

Η Ευγενία έπαιζε με τα μαλλιά του. «Περίπου.» Και πρόσθεσε: «Εδώ έχω δυνάμεις που δεν είχα αλλού.»

«Τι δυνάμεις;»

«Σχετικές με τους τοίχους.»

Ο Αλκάμελ γέλασε. «Τι συμβαίνει, τελικά, με τους τοίχους, γαμώτο;»

«Μπορώ να χρησιμοποιήσω ψυχόδραση,» είπε η Ευγενία, «αρκετά εύκολα. Δε νομίζω ότι αυτό γίνεται τόσο εύκολα αλλού στη Ρελκάμνια. Εδώ... ο αέρας είναι φορτισμένος με ψυχόδραση, Αλκάμελ.»

«Δεν αισθάνομαι καμια διαφορά στον αέρα, καρδιά μου.»

«Κι όμως υπάρχει.» Η Ευγενία κράτησε το χέρι της μπροστά στο πρόσωπό του, κι έκανε μια φωτεινή φιγούρα να παρουσιαστεί πάνω στην παλάμη της, η οποία έμοιαζε με άνθρωπο που χορεύει στριφογυριστά. Μετά η φιγούρα εξαφανίστηκε.

Η Ευγενία γέλασε. «Δεν είμαι και τόσο καλή, βέβαια, όπως βλέπεις. Κάποιος που ξέρει πραγματικά πώς να χειρίζεται την ψυχόδραση θα έφτιαχνε έναν πολύ πιο ευδιάκριτο χορευτή.»

«Μπορώ κι εγώ να το προσπαθήσω;» Ο Αλκάμελ ύψωσε το χέρι του, μορφάζοντας. «Μπορώ;»

«Πρέπει να νιώσεις την ψυχόδραση να ρέει μέσα σου.»

«Δε νιώθω τίποτα.»

«Δεν είναι απλό. Χρειάζεται μια κάποια εκπαίδευση.»

«Μάλλον όχι για εσένα.»

«Η Πόλη με καθοδηγεί,» είπε η Ευγενία.

«Αρχίσαμε τα περίεργα ξανά, ε;»

Η Ευγενία γέλασε. Μετά είπε: «Αύριο δεν θα κάνουμε μάθημα με τη Μίριλνατ.»

«Γιατί;»

«Έχει δουλειές, μου είπε.»

«Είσαι σίγουρη ότι δεν προσπαθεί να σε αποφύγει;»

Η Ευγενία τον χαστούκισε ελαφρά στο δεξί μάγουλο. «Παλιάνθρωπε.»

Ο Αλκάμελ έπιασε το χέρι της και φίλησε τα δάχτυλά της.

«Αύριο, λοιπόν,» είπε η Ευγενία, «θα κάνω άλλα πράγματα.»

«Περιπτύξεις με τον τοίχο, πάλι;»

Γέλασε. «Όχι.»

«Μ’εμένα;»

«Ούτε.»

«Αισθάνομαι άσχημα από την απόρριψη.»

«Μπορείς να έρθεις μαζί μου, αν θέλεις.»

«Πού θα πας;»

«Στον Τρελοπόταμο, κατά πρώτον.»

«Αναζητώντας πάλι αυτή την Τάρελμαπ;»

«Ναι, και τώρα ίσως τα πολεοσημάδια να με οδηγήσουν σ’αυτήν, ακόμα κι αν δεν είναι εκεί. Επίσης,» πρόσθεσε, «θέλω να πάω σ’εκείνη την κυκλοικία για την οποία λένε στις ειδήσεις.»

«Την κυκλοικία που έχει αποκλειστεί από τον έξω κόσμο;»

«Ναι.»

«Γιατί; Για να την αγγίξεις;»

«Το μάντεψες.» Τον φίλησε πίσω από τ’αφτί.

«Βλέπω κι εγώ πολεοσημάδια.»

«Ναι; Πού;»

Ο Αλκάμελ έπιασε τον δεξί της αστράγαλο και γύρισε το πέλμα της προς το μέρος του. «Να ένα.»

«Αυτό δεν είναι σημάδι της Πόλης, έξυπνε.»

«Και τι είναι; Οι Θυγατέρες της Πόλης είναι μέρος της Πόλης. Επομένως, το σημάδι τους δεν είναι πολεοσημάδι;»

«Όχι.»

«Δεν μιλάς λογικά, τώρα,» είπε, αφήνοντας τον αστράγαλό της.

«Επειδή το αφτί σου είναι όργανο και η κιθάρα είναι όργανο, αυτό δεν σημαίνει πως το αφτί σου είναι κιθάρα, Αλκάμελ.»

Τη λοξοκοίταξε, λυγίζοντας τον λαιμό του προς τα πίσω και επάνω. «Να μιλάς για τον εαυτό σου. Το δικό μου αφτί είναι και κιθάρα, άμα θέλω.»

Η Ευγενία έκανε το αφτί του πέρα-δώθε, με τη γλώσσα της.

«Ακριβώς,» είπε ο Αλκάμελ. «Βλέπεις; Είναι κιθάρα!»

*

Οι πιθανότητες να επισκεφτεί η Τάρελμαπ τον Τρελοπόταμο ήταν περισσότερες το απόγευμα, επομένως τότε θα πήγαινε εκεί η Ευγενία, όχι πιο νωρίς. Το πρωί θα πλησίαζε την κυκλοικία που είχε αλλάξει· είχε την περιέργεια να δει τι θα αισθανόταν αγγίζοντάς την.

Το είπε στον Νόρενταμπ, όταν εκείνος και η Γιολάντα ήρθαν στο δωμάτιό της, λίγο αφότου ξημέρωσε. Ο τζογαδόρος φάνηκε προβληματισμένος. «Δεν ξέρω...» αποκρίθηκε. «Ίσως να ήταν παρακινδυνευμένο, Ευγενία.»

Εκείνη όμως επέμενε. «Δε νομίζω ότι κινδυνεύω από την ψυχόδραση μέσα στα οικοδομήματα, Νόρενταμπ. Αν μη τι άλλο, με έχει βοηθήσει.»

«Κάτι το ασυνήθιστο συμβαίνει με το συγκεκριμένο οικοδόμημα.»

«Ακριβώς γι’αυτό θα έχει ενδιαφέρον να το αγγίξω.»

«Τι να πω; Εσύ ξέρεις καλύτερα. Πάμε. Θα μας οδηγήσεις;»

«Φυσικά. Αλλά σε θέλω κοντά μου. Ακόμα μπορεί να χαθώ.»

Πήραν το τετράκυκλο όχημα από το γκαράζ του Φιλόξενου και η Ευγενία οδήγησε προς τα νοτιοανατολικά. Και δεν είχε άδικο ότι χρειαζόταν τη βοήθεια του Νόρενταμπ. Σ’ένα σημείο παραλίγο να χάσει τελείως τον δρόμο της και ν’αρχίσει να κάνει κύκλους μέσα σε μια γειτονιά που δεν ήταν, στην πραγματικότητα, και πολύ μπερδεμένη. Ο τζογαδόρος τη βοήθησε εύκολα να βγουν από εκεί και να συνεχίσουν την πορεία τους, χωρίς καμια ιδιαίτερη καθυστέρηση.

Ο Τερπνός Λόγος, όπου βρισκόταν η αποκλεισμένη κυκλοικία, δεν ήταν κοντά στον Φιλόξενο. Η βόρεια άκρη του απείχε γύρω στα τριάντα-πέντε χιλιόμετρα από το ξενοδοχείο. Η Ευγενία έκανε λιγότερο από μια ώρα μέχρι να φτάσει εκεί, διασχίζοντας την Ευπρεπή Νόηση, τον Ταχύ Νου, και την Εύκαμπτη Συνείδηση. Μέσα στον Τερπνό Λόγο οδήγησε κανένα τέταρτο ακόμα και, καθώς πλησίαζε το μέρος όπου έλεγαν ότι βρισκόταν η αποκλεισμένη κυκλοικία, άρχισε να παραξενεύεται με τα σημάδια των δρόμων που της είχαν διδάξει. Αλλά και τα υπόλοιπα πολεοσημάδια ήταν πολύ περίεργα εδώ – ακόμα και για τη Νερ Έρντεραγ.

«Νόρενταμπ...»

«Ναι. Κάτι δεν πάει καλά· το παρατηρώ κι εγώ.»

Η Ευγενία χάθηκε, και ο Νόρενταμπ δεν μπορούσε να τη βοηθήσει γιατί κι εκείνος αισθανόταν χαμένος. «Τα σημάδια...» είπε, «είναι σαν νάχουν αλλάξει. Όπως και τότε στον Τρελοπόταμο, όταν μας επιτέθηκαν εκείνοι που ήθελαν ν’αρπάξουν τον Διαβολόγατο.»

«Οι ίδιοι καριόληδες είναι, πάλι;» είπε ο Αλκάμελ. «Τι θέλουν τώρα;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ, «δεν είναι οι ίδιοι. Δεν μπορεί. Δε νομίζω. Αυτό είναι διαφορετικό.»

«Σίγουρα είναι διαφορετικό,» είπε η Ευγενία, με βεβαιότητα στη φωνή της. Μια βεβαιότητα που ένιωθε. Επειδή μπορούσε να διακρίνει πληροφορίες μέσα από τα πολεοσημάδια της περιοχής. Μπορούσε να διακρίνει μια αναστάτωση, κάτι το ασυνήθιστο, κάτι που προκαλούσε αναταράξεις γύρω του όπως το σημείο όπου έχεις πετάξει μια πέτρα σε μια λίμνη. Δεν ήταν δύσκολο να φτάσεις στο επίκεντρο όταν έβλεπες τις αναταράξεις.

Και η Ευγενία τις ακολούθησε, αποφασιστικά, στρίβοντας σε μια γωνία.

Ο Νόρενταμπ κατάλαβε ότι η φίλη του δεν πήγαινε προς τυχαία κατεύθυνση. «Τι κάνεις;»

«Το βρήκα.»

«Τι βρήκες;»

«Το επίκεντρο.»

«Το ποιο;»

«Θα δεις.»

Σε λιγότερο από πέντε λεπτά βρέθηκαν αντίκρυ σε μια μεγάλη κυκλοικία που μια γέφυρα περνούσε από το κέντρο του ψηλού δαχτυλιδιού της σαν διάμετρος. Κανένα παράθυρο ή μπαλκονόπορτα δεν φαινόταν επάνω της, και οι καθρέφτες των τοίχων της γυάλιζαν περίεργα, όχι όπως άλλων οικοδομημάτων της Νερ Έρντεραγ. Δεν γυάλιζαν σαν να αντανακλούσαν το φως του ήλιου, αλλά σαν να ακτινοβολούσαν από μέσα, με κάποιο μυστηριώδες εσωτερικό φως.

Η κίνηση γύρω από την κυκλοικία ήταν ελάχιστη. Ο κόσμος είχε, προφανώς, φοβηθεί. Τρία οχήματα της Αστυφυλακής της Νερ Έρντεραγ ήταν σταματημένα σε μια γωνία, και αστυφύλακες στέκονταν γύρω τους. Πέντε άνθρωποι (ανάμεσα στους οποίους και δύο αστυφύλακες) είχαν ζυγώσει το αποκλεισμένο οικοδόμημα, και η μία το άγγιζε με τα γαντοφορεμένα χέρια της. Οικομύστης, αναμφίβολα.

Η Ευγενία είπε: «Δε θέλω να με δουν να πλησιάζω,» κι έστριψε. «Απαγορεύεται, μάλλον.» Ή το είχε διαβάσει στα πολεοσημάδια; Δεν ήταν σίγουρη. Μπορεί και να το είχε διαβάσει στα πολεοσημάδια...

«Ναι, μάλλον,» συμφώνησε ο Νόρενταμπ.

«Τι ‘μάλλον’;» είπε ο Αλκάμελ. «Το έλεγαν στις ειδήσεις. Μόνο οι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη και οι αστυφύλακες επιτρέπεται να πλησιάσουν. Θεωρείται επικίνδυνη περιοχή.»

Η Ευγενία σταμάτησε σ’έναν μικρό δρόμο απ’όπου φαινόταν η πίσω μεριά της κυκλοικίας – αν υποθέσει κανείς ότι μπροστινή μεριά ήταν η μεριά όπου στέκονταν η οικομύστης και οι άλλοι, γιατί, έτσι όπως όλα τα ανοίγματα είχαν εξαφανιστεί πάνω στο οικοδόμημα, δεν μπορούσες να πεις εύκολα ποια ήταν η πρόσοψη.

«Πώς κατάφερες να ξεμπλέξεις, πιο πριν;» ρώτησε ο Νόρενταμπ. «Ακολούθησες σημάδια που εγώ δεν έβλεπα;»

«Περίπου. Βασικά, ναι, αλλά όχι τα σημάδια των δρόμων που εννοείς εσύ, Νόρενταμπ. Η αλλαγή που συμβαίνει σ’αυτή την κυκλοικία προκαλεί αναταράξεις σ’όλη την περιοχή γύρω της, και οι αναταράξεις είναι διακριτές στα πολεοσημάδια. Αν τις ακολουθήσεις προς το κέντρο τους, φτάνεις στην κυκλοικία. Απλό είναι.»

«Θα τρελαθούμε τελείως, στο τέλος,» μούγκρισε ο Αλκάμελ, μη δείχνοντας να καταλαβαίνει.

Η Γιολάντα γέλασε. «Η Ευγενία δε νομίζω ότι χρειάζεται πια εσένα, Νόρενταμπ, για να κινείται μες στην πατρίδα σου.»

«Δεν έχεις δίκιο,» της είπε η Ευγενία, ανοίγοντας την πόρτα πλάι της και βγαίνοντας.

Οι υπόλοιποι τη μιμήθηκαν.

Η Ευγενία παρατήρησε την περιοχή γύρω από την κυκλοικία. Κανένας αστυφύλακας δεν ήταν από τούτη τη μεριά. Η απαγόρευση ήταν, μάλλον, τυπική· έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν θα ήθελε να πλησιάσει εδώ. Η Ευγενία δεν νόμιζε ότι θα την έβλεπαν αν τώρα πήγαινε προς την κυκλοικία. Τα πολεοσημάδια δεν της αποκάλυπταν και πολλά πράγματα – εξακολουθούσαν να τη μπερδεύουν· δεν τα διάβαζε όπως στην υπόλοιπη Ρελκάμνια – αλλά, αν είχαν να της πουν κάτι, δεν πίστευε πως αυτό θα ήταν προειδοποίηση για τα βλέμματα αστυφυλάκων.

«Μείνετε εδώ, αν θέλετε,» είπε στους φίλους της, και βάδισε γρήγορα προς την κυκλοικία.

Ο Αλκάμελ την ακολούθησε. Και ο Νόρενταμπ κι η Γιολάντα ακολούθησαν αυτόν.

Η Ευγενία στάθηκε μπροστά σ’έναν από τους τοίχους της κυκλοικίας. Άπλωσε τα χέρια της και τον άγγιξε.

Οι ψυχοδραστικές δονήσεις ήταν τρελές εδώ! Δεν έμοιαζαν να έχουν καμια σχέση μ’αυτές της σφαιροικίας του Φιλόξενου. Και η Ευγενία διέκρινε έντονη δραστηριότητα μέσα στους τοίχους, όπως μέσα σ’ένα καζάνι που το νερό του βρίσκεται σε βρασμό. Κάτι, αναμφίβολα, μεταμόρφωνε το οικοδόμημα. Το άλλαζε. Από μέσα προς τα έξω. Όχι μονάχα τη μορφή του – ίσως καθόλου τη μορφή του, ή ελάχιστα – αλλά κυρίως τις εσωτερικές του ιδιότητες. Ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Και η Ευγενία δεν ήταν βέβαιη τι ακριβώς μπορεί να σήμαινε. Πώς μπορούσαν να μεταβληθούν οι εσωτερικές ιδιότητες ενός οικοδομήματος; Τι θα γινόταν, δηλαδή; Δε θα ήταν πια οικοδόμημα; Δεν καταλάβαινε...

Και μετά αισθάνθηκε τις παρουσίες μέσα στα βασικά δομικά υλικά της κυκλοικίας. Τις παρουσίες που έπαιζαν με την ψυχόδραση επειδή, ουσιαστικά, τροποποιούσαν τα βασικά δομικά υλικά. Τι γίνεται εδώ; απόρησε η Ευγενία. Ποιοι είναι αυτοί; Τότε αντιλήφτηκε να την προσεγγίζουν και να προσπαθούν να τη χτυπήσουν με ενεργειακά μαστίγια. Απομάκρυνε τη νόησή της από εκεί, γρήγορα. Αλλά την ακολούθησαν. Την καταδίωκαν, τώρα! Εξαπολύοντας απειλές εναντίον της. Μακριά, οικομύστη! της έλεγαν. Μακριά! Μακριά, αν θες το καλό σου! Το πνεύμα της Ευγενίας έτρεξε προς το σώμα της. Μια άλλη φωνή αντήχησε: Δεν είσαι οικομύστης εσύ!

Η Ευγενία επέστρεψε στο σώμα της, και τα χέρια της απομακρύνθηκαν από τον τοίχο.

«Τι είδες;» τη ρώτησε ο Αλκάμελ. «Τι ένιωσες;» διόρθωσε τον εαυτό του, συμπεραίνοντας ότι μάλλον η Ευγενία δεν έβλεπε τίποτα εκεί μέσα. Τοίχος ήταν, άλλωστε!

Η Ευγενία δάγκωσε τα χείλη της, προβληματισμένη.

«Τι;» είπε ο Αλκάμελ, παρατηρώντας την έκφρασή της.

«Κάποιοι είναι εκεί μέσα.»

«Ναι, έχει αποκλειστεί κόσμος–»

«Δεν εννοώ αυτό,» τον διέκοψε κουνώντας το κεφάλι της. «Εννοώ, μέσα στα βασικά δομικά υλικά της κυκλοικίας.»

«Μες στους τοίχους;»

«Μες στους τοίχους.»

«Μπορεί νάναι άλλοι οικομύστες που–»

«Δεν είναι οικομύστες, Αλκάμελ. Αυτά τα... όντα δεν είναι οικομύστες.» Η Ευγενία δεν είχε καμια αμφιβολία για τούτο.

«Τι είναι;»

«Δεν ξέρω. Δεν τα έχω ξανασυναντήσει ποτέ. Θα έλεγα ότι... μοιάζουν με έντομα που μπαίνουν μες στο ξύλο και το τρώνε. Αλλά ούτε αυτό τα περιγράφει ακριβώς. Δεν τρώνε την κυκλοικία. Την αλλάζουν. Αλλάζουν κάτι πολύ βασικό στη φύση της.»

«Δηλαδή;»

Η Ευγενία ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Αλλά δεν είναι φιλικά όντα, πάντως. Προσπάθησαν να με χτυπήσουν.»

«Να σε χτυπήσουν; Πώς;»

«Να χτυπήσουν τη νόησή μου. Αλλά τους ξέφυγα.»

Ο Αλκάμελ την κοίταξε ανήσυχα. «Αν τα είχαν καταφέρει; Τι θα είχε συμβεί;»

«Κάτι άσχημο, υποθέτω.»

Η Ευγενία βάδισε πάλι προς το όχημά τους, και οι άλλοι την ακολούθησαν. Ο Αλκάμελ κοίταξε τον Νόρενταμπ, περιμένοντας ο τζογαδόρος να πει κάτι, αλλά εκείνος ήταν αχαρακτήριστα σιωπηλός. Και με όψη συλλογισμένη. Η Γιολάντα έμοιαζε απλά μπερδεμένη από όλ’ αυτά.

Κεφάλαιο 29

Το μεσημέρι, έφαγαν σ’ένα εστιατόριο κοντά στον Φιλόξενο, ενώ συζητούσαν για τις παράξενες παρουσίες που είχε αισθανθεί η Ευγενία μέσα στα βασικά δομικά υλικά της κυκλοικίας, καθώς και για την Τάρελμαπ και την παρέα της που έκαναν γκράφιτι στον Τρελοπόταμο της Παλιάς Νόησης.

«Αν δεν τις βρούμε πάλι εκεί,» ρώτησε ο Αλκάμελ, «νομίζεις ότι θα μπορείς να τις εντοπίσεις μέσα από τα σημάδια που βλέπεις;»

Η Ευγενία ήταν διστακτική να δώσει απάντηση, γιατί κι η ίδια δεν ήταν βέβαιη, καθόλου βέβαιη. «Ίσως,» αποκρίθηκε τελικά. «Ίσως.» Εξάλλου, ούτε και στην υπόλοιπη Ρελκάμνια κάτι τέτοιο μπορούσε ποτέ να θεωρηθεί βέβαιο· αλλά τουλάχιστον εκεί η Ευγενία ήταν σίγουρη για τις ικανότητές της.

*

Ο απογευματινός ήλιος της Ρελκάμνια έκανε τα μέταλλα, τα τζάμια, και τα εξωτερικά κάτοπτρα των παράξενων οικοδομημάτων της Νερ Έρντεραγ να γυαλίζουν κοκκινωπά, καθώς ο Νόρενταμπ οδηγούσε το τετράκυκλο όχημα μπαίνοντας στην Παλιά Νόηση. Αυτή τη φορά, η Ευγενία είχε προτιμήσει να μην οδηγήσει εκείνη, για να είναι πιο ξεκούραστη όταν θα παρατηρούσε τα σημάδια της Πόλης στον Τρελοπόταμο.

Δεν άργησαν να φτάσουν κοντά στο αλλόκοτο ποτάμι που ερχόταν από την Αναδίπλωση φουσκώνοντας και αναπηδώντας σαν τα νερά του να έβραζαν από μυστηριώδεις δυνάμεις. Ο Νόρενταμπ σταμάτησε το όχημα πλάι σε μια γέφυρα του ποταμού και κατέβηκαν.

«Δε νομίζω κανείς να μας επιτεθεί, τώρα που ο Διαβολόγατος δεν είναι μαζί μας,» είπε ο Αλκάμελ. «Δεν έπρεπε νάχες αφήσει τη Γιολάντα στο ξενοδοχείο. Την τσάντισες πάλι, Σεβασμιότατε.»

«Το τι κάνω με τη Γιολάντα δεν είναι δική σου δουλειά, Αλκάμελ. Και μη με λες Σεβασμιότατο.» Του έριξε ένα γυαλιστερό βλέμμα που τον τρόμαξε.

«Καλά, μη δαγκώνεις, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος...»

Η Ευγενία άρχισε να βαδίζει, και την ακολούθησαν. Οι δρόμοι του Τρελοπόταμου ήταν ήσυχοι, όπως και τις άλλες φορές, και κατευθύνθηκε προς τα εκεί όπου θυμόταν πως βρίσκονταν κάποιες τοιχογραφίες του Ρίκερελ – ελπίζοντας να μη μπερδέψει τα σημάδια και χαθεί. Συγχρόνως, παρατηρούσε και τα υπόλοιπα πολεοσημάδια της περιοχής, αλλά με προσοχή, για να μην προκαλέσει σύγχυση στον εαυτό της. Αν το πάθαινε αυτό, όλη τούτη η εξόρμηση δεν θα είχε κανένα θετικό αποτέλεσμα.

Τα πολεοσημάδια δεν της αποκάλυπταν καμια σημαντική πληροφορία: δεν της αποκάλυπταν καμια πληροφορία γενικά· μες στο μυαλό της ήταν σαν παράσιτα που ακούς στο ραδιόφωνο: μια σύγχυση. Αλλά πλησίασε, τελικά, ένα από τα γκράφιτι του φίλου της – και, μάλιστα, χωρίς να χρειαστεί τη βοήθεια του Νόρενταμπ. Εκείνο το γκράφιτι που απεικόνιζε μια γυναίκα με κεφάλι γάτας η οποία κρατά καραμπίνα στα χέρια.

Η Ευγενία στάθηκε μπροστά του και το παρατήρησε, πολύ προσεχτικά, αφήνοντας τον νου της να εξερευνήσει όσο μπορούσε τα σημάδια της Πόλης επάνω του και γύρω του. Στην αρχή, τα «παράσιτα» εξακολουθούσαν να γεμίζουν το μυαλό της. Μετά, όμως, σταδιακά, ο «ήχος» καθάρισε. Τα πολεοσημάδια τής αποκάλυψαν έναν έντονο φόβο, καθώς και ότι αυτή η τοιχογραφία δεν ήταν τυχαία. Ο Ρίκερελ κάποια προσπαθούσε να απεικονίσει. Κάποια υπαρκτή γυναίκα. Ή– Όχι, όχι υπαρκτή ακριβώς. Έναν μύθο.

«Τι μύθο;» μουρμούρισε η Ευγενία. Δεν υπήρχε καμια άλλη πληροφορία για να αντλήσει από τα σημάδια της Πόλης.

«Τι είπες;» ρώτησε ο Νόρενταμπ.

«Υπάρχει κανένας τέτοιος μύθος στη Νερ Έρντεραγ;» Η Ευγενία έδειξε τη γυναίκα με το κεφάλι γάτας.

«Σαν αυτό το πλάσμα;»

«Ναι.»

«Δε νομίζω. Αν υπάρχει, εγώ τουλάχιστον δεν τον έχω ακούσει.»

Παράξενο, σκέφτηκε η Ευγενία.

«Γιατί ρωτάς;» είπε ο Νόρενταμπ.

«...Από περιέργεια.» Η Ευγενία άρχισε να βαδίζει ξανά, και οι δύο άντρες την ακολούθησαν, παραξενεμένοι, βέβαιοι ότι δεν τους είχε πει όλη την αλήθεια. Βέβαιοι πως η Θυγατέρα της Πόλης κάτι είχε διακρίνει για το οποίο δεν ήθελε να μιλήσει καθαρά.

«Αν με δεις να χάνομαι, ειδοποίησέ με, Νόρενταμπ.»

«Εξαρτάται από το πού θες να πας...»

«Στο άλλο γκράφιτι που έχει κάνει ο Ρίκερελ εδώ: εκείνο με το φωτεινό μηχάνημα. Το θυμάσαι;»

«Το θυμάμαι.»

Η Ευγενία βάδιζε με προσοχή στους δρόμους του Τρελοπόταμου, παρατηρώντας τα σημάδια για να μη χαθεί. Ο Νόρενταμπ σ’ένα σημείο διόρθωσε την κατεύθυνσή της, για να αποφύγουν να κάνουν κύκλο, και έφτασαν μπροστά στην τοιχογραφία που εκείνη αναζητούσε: ένα μυστηριώδες μηχάνημα που φως το τύλιγε και φως έβγαινε από μέσα του.

Η Ευγενία παρατήρησε τα πολεοσημάδια ολόγυρά του, και διέκρινε μόνο κάποιον ενθουσιασμό από τη μεριά του καλλιτέχνη. Τίποτα περισσότερο. «Πάμε στο επόμενο,» είπε. Υπήρχε άλλο ένα γκράφιτι του Ρίκερελ στον Τρελοπόταμο: μια βάρκα που πλοκάμια έρχονταν κάτω από το νερό για να την αρπάξουν.

Καθοδόν, όμως, η Ευγενία σταμάτησε απότομα. Όχι επειδή είχε χάσει τα σημάδια των δρόμων – όπως αμέσως νόμισε ο Νόρενταμπ, αρχίζοντας να της δείχνει τη σωστή κατεύθυνση – αλλά επειδή είχε διακρίνει κάτι ενδιαφέρον στα υπόλοιπα πολεοσημάδια της γειτονιάς. «Για ελάτε από δω,» είπε.

«Πηγαίνεις λάθος, Ευγενία,» την προειδοποίησε ο Νόρενταμπ.

«Το ξέρω. Αλλά νομίζω ότι από εκεί είναι κάποιοι που κάνουν γκράφιτι. Ίσως η Τάρελμαπ.»

Ο Νόρενταμπ και ο Αλκάμελ δεν μπορούσαν να φέρουν αντίρρηση. Εκτός από τα σημάδια των δρόμων, δεν έβλεπαν άλλα σημάδια.

Η Ευγενία τούς οδήγησε ανάμεσα από τα οικοδομήματα του Τρελοπόταμου, σ’έναν μικρό δρόμο που ήταν πιο ήσυχος από άλλους. Απομονωμένος και αδιέξοδος από μια μεριά. Και θα ήταν και σκοτεινός, επίσης, γιατί δεν μπορούσε να φτάσει παρά ελάχιστο από το απογευματινό φως εδώ, αλλά μια λάμπα ήταν αναμμένη. Όχι δημόσια λάμπα. Αυτή που κρεμόταν πάνω στον στύλο ήταν σπασμένη. Η λάμπα που φώτιζε ήταν αφημένη στο πλακόστρωτο του δρόμου, και παραδίπλα τρεις γυναίκες στέκονταν βάφοντας έναν τοίχο, με μεγάλα πινέλα που βουτούσαν σε κουβάδες γεμάτους μπογιές. Οι δύο από αυτές, τουλάχιστον· η τρίτη σχημάτιζε ψυχοδραστικά σχέδια με τα δάχτυλά της, συμπληρώνοντας την τοιχογραφία που οι φίλες της έφτιαχναν.

Η Ευγενία αισθάνθηκε ότι βρισκόταν στον σωστό τόπο και στον σωστό χρόνο. Η Τάρελμαπ! σκέφτηκε, δίχως να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό της.

Βημάτισε προς τις τρεις καλλιτέχνιδες, κι εκείνες, καταλαβαίνοντας ότι κάποιοι πλησίαζαν, στράφηκαν να κοιτάξουν την Ευγενία και τους φίλους της. Συνοφρυωμένες. Έτοιμες να τραβήξουν όπλα, ίσως. Η Ευγενία έβλεπε ότι η μία, τουλάχιστον, είχε στιλέτο περασμένο μες στο παντελόνι της.

«Συγνώμη,» τους είπε. «Δε θέλουμε να σας ανησυχήσουμε. Ψάχνω για έναν φίλο. Είναι κάποια από εσάς η Τάρελμαπ; Μου έχουν πει ότι η Τάρελμαπ τον γνωρίζει.»

«Εγώ είμαι η Τάρελμαπ. Ποιον ψάχνεις;» Η γυναίκα που μίλησε είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, και ξανθά σπαστά μαλλιά που έπεφταν ώς τους ώμους και μια μαύρη κορδέλα τα συγκρατούσε μακριά από το πρόσωπό της. Τα ρούχα της ήταν απλά: μια άσπρη μπλούζα όλο λεκέδες από μπογιές, κι ένα φαρδύ γκρίζο παντελόνι, εξίσου λερωμένο. Στα πόδια της φορούσε μαλακά υφασμάτινα παπούτσια, και τα χέρια της ήταν γεμάτα δερμάτινα, πέτσινα, και μεταλλικά βραχιόλια και περικάρπια, που φαίνονταν άνετα καθώς τα μανίκια της μπλούζας της ήταν σηκωμένα ώς τον αγκώνα. Δεν ήταν αυτή με το στιλέτο στο παντελόνι.

«Το όνομά του είναι Ρίκερελ-Λάντι. Αλλά πιθανώς να τον γνωρίζεις ως Ρίκερελ Ζωγράφο.»

Η Τάρελμαπ την ατένισε καχύποπτα. «Γιατί τον ψάχνεις;»

«Γιατί τον έχω χάσει. Δεν είμαι από εδώ· δεν είμαι από τη Νερ Έρντεραγ. Ήρθα για να τον βρω. Είναι πολύ καλός μου φίλος.»

Η Τάρελμαπ έσμιξε τα χείλη προς στιγμή, σαν να δίσταζε να μιλήσει. Μετά είπε: «Κι εμείς τον έχουμε χάσει. Όλοι τον έχουν χάσει.»

«Πού είναι; Ξέρεις;»

Η γυναίκα με το στιλέτο στο παντελόνι ψιθύρισε κάτι στ’αφτί της Τάρελμαπ. Η έκφραση εκείνης δεν άλλαξε· εξακολουθούσε να είναι το ίδιο καχύποπτη. Είπε στην Ευγενία: «Μην τον ψάχνεις, δεν θα τον βρεις. Οι Πολεοτέχνες τον έχουν.»

«Το έχω ξανακούσει αυτό. Αλλά είναι μύθος.»

Η Τάρελμαπ γέλασε κοφτά, νευρικά. «Δεν είναι μύθος, κοπελιά μου. Υπάρχουν. Εμείς που τριγυρίζουμε στους δρόμους το ξέρουμε καλά. Υπάρχουν οι Πολεοτέχνες.»

Η Ευγενία την πλησίασε κι άλλο, για να σταθεί μπροστά της. «Πες μου για τον Ρίκερελ. Πες μου πώς χάθηκε. Τι ακριβώς συνέβη; Κάνατε παρέα, έτσι δεν είναι; Ήταν καιρό μαζί σας;»

Η Τάρελμαπ την κοίταξε από πάνω ώς κάτω, ερευνητικά. «Τ’όνομά σου;»

«Ευγενία.»

«Κι αυτοί;» Η Τάρελμαπ κοίταξε τον Νόρενταμπ και τον Αλκάμελ πάνω απ’τον ώμο της Ευγενίας.

«Δυο φίλοι μου,» αποκρίθηκε εκείνη, και τους σύστησε.

«Ο Ρίκερελ είχε έρθει για να βάψει τοίχους στη Μεγάλη Χώρα. Το ξέρεις αυτό, υποθέτω.»

Η Ευγενία κατένευσε.

Η Τάρελμαπ συνέχισε: «Αλλά ήταν ξένος. Και οι άλλοι καλλιτέχνες, γενικά, δεν γουστάρουν να κάνουν παρέα με ξένους. Οι ξένοι που έχουν τέτοιες τάσεις – όπως να βάφουν τοίχους – μπλέκουν σε παράξενους μπελάδες. Αλλά εμείς» – έριξε μια ματιά στις άλλες δυο γυναίκες – «είμαστε μυστήριες, μπορείς να πεις· μας αρέσουν τα παράξενα. Βρήκαμε τον φίλο σου να βάφει έναν τοίχο εδώ, στον Τρελοπόταμο, και τον πλησιάσαμε. Ήταν αρκετά ενθουσιώδης ο τύπος.» Χαμογέλασε. «Και καλό παιδί. Συστηθήκαμε και σύντομα αρχίσαμε να κάνουμε παρέα και να βάφουμε τοίχους μαζί. Του είπαμε, βέβαια, να προσέχει. Τον προειδοποιήσαμε ότι πολλοί ξένοι που έρχονται εδώ χάνονται. Νόμιζε κι αυτός ότι αυτά είναι μύθοι. Αλλά, ακόμα κι όταν τον κάναμε να καταλάβει ότι δεν είναι μύθοι, δεν σηκώθηκε να φύγει. Συνέχισε να βάφει. Ήταν μαγεμένος από την αρχιτεκτονική εδώ, έλεγε–»

«Δεν είχε οδηγό μαζί του;» τη διέκοψε ο Νόρενταμπ. «Βάδιζε στη Μεγάλη Χώρα μόνος του; Δεν είναι δυνατόν.»

«Ναι,» είπε η Τάρελμαπ, «είχε οδηγό. Εσύ οδηγός είσαι;»

«Όχι επαγγελματικά. Ποιος ήταν ο οδηγός του; Τον ξέρεις;»

«Ένας τύπος που λέγεται Ζόρκολαμπ Μαένζαρ. Τον έφερνε ώς εδώ και μετά έφευγε. Γύριζε πάλι όταν ήταν ο Ρίκερελ να επιστρέψει στο ξενοδοχείο του, τον Μακρινό Ξένο. Αλλά ο Ρίκερελ δεν πήγαινε πάντα μαζί του· μερικές φορές έμενε μαζί μας, και τον πηγαίναμε εμείς στο ξενοδοχείο, το πρωί.»

«Και μετά τι έγινε;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Ήρθαν κάποιοι και τον άρπαξαν;»

«Όχι,» είπε η Τάρελμαπ, «δεν γίνεται έτσι με τους Πολεοτέχνες. Στην αρχή, παρατηρήσαμε κάτι... περίεργα πράγματα. Χανόμασταν σε δρόμους που ξέραμε καλά· μπερδεύαμε τα σημάδια μας. Και καταλαβαίναμε ότι δεν ήταν φυσιολογικό, ότι κάτι μυστηριώδες συνέβαινε. Οι Πολεοτέχνες τα κάνουν αυτά: έτσι σε προειδοποιούν για την παρουσία τους· έτσι μπορούν να σε οδηγήσουν σε πολύ επικίνδυνα μονοπάτια, χωρίς τη θέλησή σου. Και χωρίς ποτέ να τους δεις.»

«Τι είναι πια αυτοί οι Πολεοτέχνες;» ρουθούνισε ο Αλκάμελ. «Πνεύματα;»

Η Τάρελμαπ τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε κάτι βασικό στα λόγια του.

Ο Νόρενταμπ τού είπε: «Δεν υπάρχουν πνεύματα στη Νερ Έρντεραγ όπως τα εννοούν αλλού.»

Ο Αλκάμελ μόρφασε.

Η Ευγενία είπε στην Τάρελμαπ: «Συνέχισε. Πες μας τι έγινε.»

«Είχαμε καταλάβει ότι οι Πολεοτέχνες βρίσκονταν γύρω μας, και γύρω από τον Ρίκερελ επίσης. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι γι’αυτόν ήταν κοντά μας. Συναντήσαμε κι οι τρεις μας μυστηριώδεις αγνώστους που μας ρωτούσαν για τον ‘καινούργιο φίλο μας’, ή που μας προειδοποιούσαν – όλως τυχαίως – ότι δεν είναι συνετό να συναναστρέφεσαι ξένους που τριγυρίζουν στους δρόμους αν δεν θες κι εσύ να καταντήσεις περιπλανώμενος. Αλλά είμαστε μυστήριες, όπως σου είπα, και δεν διώξαμε τον Ρίκερελ, αν και εύκολα θα μπορούσαμε· δεν πάψαμε να κάνουμε παρέα μαζί του. Τον είχαμε συμπαθήσει–»

«Ναι,» είπε η καλλιτέχνιδα που δεν είχε μιλήσει καθόλου μέχρι στιγμής, αυτή που πριν από λίγο έκανε τα ψυχοδραστικά σχήματα, «ήταν πολύ συμπαθητικός τύπος.» Τα μάτια της ήταν λιγάκι θολά και πράσινα. Όχι μόνο οι κόρες τους. Ολόκληρα. Σαν μια πράσινη ομίχλη να τα τύλιγε εκ των έσω. Τα πολεοσημάδια γύρω της ήταν αινιγματικά, μια συγχορδία από παράσιτα· η Ευγενία δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα για το τι της συνέβαινε.

Η Τάρελμαπ συνέχισε: «Μετά, ένα απόγευμα, ενώ βάφαμε τοίχους, όχι εδώ, αλλά στον Στιλπνό Λόγο – για ν’αλλάξουμε, ξέρεις – ο Ρίκερελ εξαφανίστηκε. Είχαμε κάνει διάλειμμα για να πάμε να πάρουμε κάνα ποτό από ένα μπαρ εκεί κοντά, και βαδίζαμε προς το μπαρ όταν η Ζιρθινάτ» – έδειξε με το βλέμμα της τη γυναίκα με τα θολά, πράσινα μάτια – «είπε ‘Πού είν’ ο Ρίκερελ, ρε σεις;’ Και κοιτούσαμε τριγύρω αλλά δεν τον βρίσκαμε πουθενά.»

«Και χαθήκαμε κιόλας,» πρόσθεσε η γυναίκα με το στιλέτο στο παντελόνι. «Χάσαμε τελείως τα σημάδια μας.»

Η Τάρελμαπ ένευσε. «Ναι. Κάναμε καμια ώρα να φτάσουμε στο μπαρ, που δεν απείχε πάνω από δέκα λεπτά δρόμο. Τα είχαμε παίξει, σου λέω. Το ξέραμε πως οι Πολεοτέχνες μάς παρακολουθούσαν.»

«Και ο Ρίκερελ;» ρώτησε η Ευγενία.

«Τον βρήκαμε τελικά στο μπαρ, να κάθεται σ’ένα τραπέζι και να πίνει μόνος του, και είχε κάτι το πολύ περίεργο στο βλέμμα του, κοπελιά μου. Και δεν ήθελε να μας πει τι του συνέβη. ‘Χάθηκα,’ είπε μόνο. ‘Για λίγο χάθηκα αλλά μετά βρήκα τον δρόμο μου, και σας περίμενα.’»

«Δε μας τα έλεγε όλα, όμως,» είπε η γυναίκα με το στιλέτο στο παντελόνι· «φαινόταν.»

«Του είχαν μιλήσει οι Πολεοτέχνες,» πρόσθεσε η Ζιρθινάτ με τα πράσινα μάτια. «Τον είχαν τρομάξει και είχαν βάλει μυστήριες ιδέες στο μυαλό του.»

«Κι αυτό συνέβη άλλες δυο φορές,» είπε η Τάρελμαπ. «Άλλες δυο φορές τον χάσαμε έτσι. Και ήμασταν ολοένα και πιο φρικαρισμένες, σου λέω, κοπελιά μου.» (Παρότι έμοιαζε πιο νέα από την Ευγενία, επέμενε να την αποκαλεί κοπελιά μου.) «Αλλά δεν του είπαμε να φύγει, γιατί είμαστε μυστήριες και δεν παρατάμε έτσι τους φίλους μας.»

«Ακόμα κι αν είναι ξένοι,» τόνισε η Ζιρθινάτ.

«Προτού χαθεί για πάντα,» είπε η Τάρελμαπ, «ο Ρίκερελ είχε αρχίσει ν’αλλάζει. Είχε μια... γυαλάδα στα μάτια του, και όλο χαμογελούσε παράξενα. Κοίταζε γύρω-γύρω σαν νάβλεπε τα πάντα διαφορετικά, σαν για τα δικά του μάτια νάχαν αλλάξει. Και μια φορά που βάδιζε μαζί μας είχαμε χαθεί πάλι, και οι τρίχες μας είχαν σηκωθεί, κοπελιά μου, γιατί είχαμε φρικάρει τελείως, σου λέω αλήθεια, μα τον Κρόνο. Οι Πολεοτέχνες έπαιζαν μ’εμάς σαν να ήμασταν μαριονέτες τους. Αλλά ο Ρίκερελ χαμογελούσε σαν κάτι να ήξερε, και μας είχε φρικάρει κι αυτός.»

«Όμως δεν ήθελε να μας πει τίποτα,» πρόσθεσε η γυναίκα με το στιλέτο στο παντελόνι, «παρότι τον ρωτήσαμε.»

«Και μετά συναντήσαμε έναν άγνωστο κάτω από μια είσοδο. Ο Ρίκερελ τού ζήτησε να μας δείξει τον δρόμο, κι εκείνος ύψωσε το χέρι του και είπε ‘Προς τα κει’, και ξαφνικά βλέπαμε πάλι τα σημάδια μας κανονικά! Ήταν Πολεοτέχνης!

»Ρωτούσαμε, μετά, τον Ρίκερελ να μας πει αν ήταν γνωστός του, να μας πει τι ήξερε γι’αυτούς, μα εκείνος δεν απαντούσε τίποτα, και μας φαινόταν πολύ αινιγματικός. Κι αυτό μάς άρεσε, γιατί είμαστε μυστήριες, κοπελιά μου, όπως σου έχω πει.»

Η Ζιρθινάτ χαμογέλασε. «Ναι,» είπε. «Μας έφτιαχνε περισσότερο τώρα που ήταν πιο παράξενος από πριν. Περιμέναμε να μας πει σύντομα κάποιο μυστικό των δρόμων, κάτι που του είχαν αποκαλύψει οι Πολεοτέχνες – κάτι από την ίδια τη φύση της Μεγάλης Χώρας! Δεν είμαστε απλές καλλιτέχνιδες που βάφουν τοίχους· θέλουμε να καταδυθούμε στην καρδιά της Μεγάλης Χώρας.»

Η Τάρελμαπ και η γυναίκα με το στιλέτο στο παντελόνι την κοίταξαν με βλέμματα που έμοιαζαν να της ζητούν να κλείσει το στόμα της, είτε επειδή, ίσως, έλεγε περισσότερο απ’όσα έπρεπε είτε επειδή έλεγε ανοησίες. Η Ευγενία αναρωτήθηκε αν για τα λόγια της Ζιρθινάτ έφταιγε αυτή η πράσινη θολούρα στα μάτια της.

Η Τάρελμαπ είπε: «Τον χάσαμε, μετά, τον Ρίκερελ. Βάφαμε έναν τοίχο στη Διαυγή Αντίληψη, και τη μια στιγμή ήταν κοντά μας ενώ την άλλη στιγμή είχε χαθεί. Και δεν τον ξαναείδαμε. Ρωτήσαμε στον Μακρινό Ξένο, τελικά, και μας είπαν ότι είχε φύγει.»

«Οι Πολεοτέχνες τον πήραν,» τόνισε η γυναίκα με το στιλέτο στο παντελόνι. «Είναι βέβαιο.»

«Γιατί να τον πάρουν;» ρώτησε ο Αλκάμελ. «Τι να τον κάνουν;»

«Ίσως έναν απ’αυτούς, φίλε. Ποιος ξέρει;»

Η Ευγενία είπε: «Θα μπορούσατε να μας οδηγήσετε σ’αυτό το γκράφιτι που κάνατε στη Διαυγή Αντίληψη;»

«Δεν το τελειώσαμε ποτέ,» είπε η Τάρελμαπ. «Φρικάραμε και φύγαμε όταν ο Ρίκερελ εξαφανίστηκε.»

«Θα μπορούσατε, όμως, να μας οδηγήσετε εκεί;» Η Ευγενία σκεφτόταν ότι ίσως κατάφερνε να διαβάσει τίποτα χρήσιμο στα πολεοσημάδια.

Η Τάρελμαπ και οι φίλες της αλληλοκοιτάχτηκαν. Ύστερα εκείνη είπε: «Ναι, άμα θες. Αλλά όχι τώρα. Αύριο, κατά το μεσημεράκι, εντάξει;»

«Εντάξει.»

Η Τάρελμαπ τής είπε πού να τη συναντήσει μέσα στη Διαυγή Αντίληψη, και η Ευγενία ήλπιζε ο Νόρενταμπ να το άκουσε καλά και να ήξερε πού ήταν αυτό το μέρος. Μετά ρώτησε την καλλιτέχνιδα: «Ένα γκράφιτι που έχει κάνει ο Ρίκερελ εδώ – μια γυναίκα με κεφάλι γάτας και καραμπίνα – τι υποτίθεται πως είναι; Ποια δείχνει;»

«Τη Σκιουργό, φυσικά,» είπε η γυναίκα με το στιλέτο στο παντελόνι.

«Τη Σκιουργό;»

«Ναι, την αρχηγό των Πολεοτεχνών. Τα πάντα στη Μεγάλη Χώρα είναι μαριονέτες γι’αυτήν. Κάνει ό,τι θέλει.»

*

Όταν επέστρεψαν στο όχημά τους, δεν έφυγαν αμέσως από τον Τρελοπόταμο. Κάθισαν για λίγο εκεί, συζητώντας.

«Ορίστε,» είπε ο Αλκάμελ στον Νόρενταμπ· «εσύ που μας έλεγες ότι οι Πολεοτέχνες είναι μύθος...»

«Μύθος είναι, Αλκάμελ. Δεν ξέρω τι νομίζουν αυτές οι γυναίκες, αλλά μύθος είναι.»

«Κι εκείνοι που κυνηγούσαν τον Διαβολόγατο; Βγήκαν επίσης από κανένα παραμύθι; Μπορεί νάναι οι ίδιοι, εγώ σού λέω! Πολεοτέχνες.»

«Δε μπορώ να το πιστέψω τόσο εύκολα,» δήλωσε ο Νόρενταμπ, χτυπώντας νευρικά τα δάχτυλα του χεριού του πάνω στο τιμόνι.

«Τι λες εσύ, Ευγενία;» Εκείνη δεν μίλησε· ήταν συλλογισμένη· οπότε ο Αλκάμελ συνέχισε, απευθυνόμενος πάλι στον Νόρενταμπ: «Και γιατί εκείνη η τύπισσα στον Μακρινό Ξένο δεν μας είπε για τον οδηγό του Ρίκερελ όταν τη ρωτήσαμε; Δεν ανέφερε καθόλου κανέναν που να ονομάζεται... Πώς τον είπε η Τάρελμαπ;»

«Ζόρκολαμπ Μαένζαρ.»

«Ναι. Δεν τον ανέφερε καθόλου αυτή στο ξενοδοχείο, ενώ η Τάρελμαπ είπε ότι ο οδηγός έπαιρνε τον Ρίκερελ από το ξενοδοχείο και τον έφερνε εδώ, στον Τρελοπόταμο, και μετά τον ξαναγύριζε.»

«Μπορεί να μην ήθελε να εκθέσει τον οδηγό,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Δεν μας ήξερε, άλλωστε. Και οι οδηγοί κι οι ξενοδόχοι συνεργάζονται μεταξύ τους, και προστατεύουν ο ένας τον άλλο. Μας έδωσε, όμως, κάποιες κάρτες οδηγών.» Τις έβγαλε από μια εσωτερική τσέπη του πανωφοριού του. Τέσσερις ήταν, και τις κοίταξε γρήγορα τη μία μετά την άλλη. «Να,» είπε, «εδώ είναι. Ζόρκολαμπ Μαένζαρ. Και έχει έναν τηλεπικοινωνιακό κώδικα για να μπορείς να τον καλέσεις.»

«Ας τον καλέσουμε. Ίσως να ξέρει κάτι περισσότερο.»

«Δε νομίζω, Αλκάμελ,» είπε η Ευγενία, ξαφνιάζοντάς τους και τους δύο, καθώς τόση ώρα ήταν σιωπηλή.

«Γιατί όχι; Είναι οδηγός. Σίγουρα ξέρ–»

«Ο Ρίκερελ εξαφανίστηκε ενώ έκανε ένα γκράφιτι μαζί με την Τάρελμαπ και τις φίλες της. Ο οδηγός δεν ήταν εκεί.»

«Ο Ρίκερελ, όμως, πήγε στο ξενοδοχείο μετά. Δε θυμάσαι; Η ξενοδόχος μάς το είπε. Και μας ανέφερε, επίσης, ότι της φάνηκε περίεργος προτού φύγει.»

«Και νομίζεις ότι τότε ήταν μαζί μ’αυτόν τον Ζόρκολαμπ Μαένζαρ; Το αμφιβάλλω, Αλκάμελ.»

«Ακόμα κι έτσι. Δε βλάπτει να τον ρωτήσουμε.»

Η Ευγενία είπε: «Δεν πρόκειται να ξέρει τίποτα. Εκτός αν είναι κι ο ίδιος Πολεοτέχνης – οπότε δεν πρόκειται να μας αποκαλύψει τίποτα.»

«Πιστεύεις κι εσύ ότι όντως τον πήραν οι Πολεοτέχνες;» είπε ο Νόρενταμπ.

«Δε μπορώ να βγάλω κανένα άλλο λογικό συμπέρασμα. Και ύστερα απ’αυτά που είδαμε με τον γάτο... υπάρχει καμια αμφιβολία, Νόρενταμπ, ότι στη Νερ Έρντεραγ δρουν μυστικές οργανώσεις που κινούνται πέρα από τα καθημερινά πλαίσια των πολιτών της;»

Ο τζογαδόρος δεν αποκρίθηκε, μη μπορώντας να διαφωνήσει μαζί της. Αλλά, κρίνοντας από την όψη του, έμοιαζε ακόμα να δυσκολεύεται να το πιστέψει.

«Αυτή η Ρικάλαπ Σόρβεναθ – που αποκλείεται να λέγεται έτσι στην πραγματικότητα – γνωρίζει,» είπε η Ευγενία. «Είμαι σίγουρη ότι γνωρίζει πολλά... Αλλά δεν πρόκειται να την ξαναδούμε...»

«Θα μπορούσες να την καλέσεις πάλι,» πρότεινε ο Αλκάμελ.

«Σιγά μην απαντήσει. Το όλο σκηνικό ήταν απάτη για να κλέψουν τον Διαβολόγατο.»

«Ναι,» είπε ο Αλκάμελ. «Και η ιδέα μου ήταν ηλίθια, ούτως ή άλλως. Ξέχνα την. Είπα μαλακία. Δεν χρειάζεται να την ξανασυναντήσουμε. Όχι ύστερα απ’αυτό που σου έκανε την τελευταία φορά.»

«Τώρα,» είπε η Ευγενία, «ίσως να μη μπορεί να μου το κάνει το ίδιο εύκολα. Ή ίσως και να μπορεί... Τέλος πάντων. Ξέρετε τι νομίζω; Ότι η φίλη της Τάρελμαπ – εκείνη με το στιλέτο – πιθανώς να έχει δίκιο: οι ξένοι που εξαφανίζονται ίσως να γίνονται Πολεοτέχνες. Ίσως οι Πολεοτέχνες να τους επιστρατεύουν. Η Τάρελμαπ μάς είπε ότι ο Ρίκερελ τούς έμοιαζε αλλαγμένος προς το τέλος· και η ξενοδόχος στον Μακρινό Ξένο το ίδιο ανέφερε. Οι Πολεοτέχνες έπαιξαν κάπως με το μυαλό του, χρησιμοποιώντας τα πολεοσημάδια μάλλον, προκειμένου να τον κάνουν να θέλει να γίνει ένας από αυτούς και να μείνει για πάντα στη Νερ Έρντεραγ.

»Κι αν είναι έτσι, αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσα εγώ να τον μεταστρέψω...» Αισθανόταν μια ξαφνική μελαγχολία να την έχει πλακώσει. Θα έχανε για πάντα τον φίλο της εδώ, στους δρόμους ετούτης της αλλόκοτης συνοικίας;

«Υποθέσεις είναι αυτά, Ευγενία,» της είπε ο Νόρενταμπ. «Μόνο υποθέσεις. Και πολύ ακραίες, νομίζω.»

«Έχεις να κάνεις καμια καλύτερη υπόθεση, όμως; Τι άλλο μπορεί να συνέβη στον Ρίκερελ, έτσι όπως περιέγραψαν τα γεγονότα η Τάρελμαπ και οι φίλες της; Σίγουρα δεν ήταν μια κανονική απαγωγή. Σίγουρα δεν τον κυνήγησε κανένας όπως κυνηγούσαν τον Διαβολόγατο. Δεν τον πήραν παρά τη θέλησή του, Νόρενταμπ,» επέμεινε η Ευγενία. «Τον έκαναν να θέλει να πάει μαζί τους.»

Κεφάλαιο 30

Αν ο Ρίκερελ ήταν μέσα στους Πολεοτέχνες με τη θέλησή του – υπνωτισμένος από την επίδρασή τους, πιθανώς – τι πιθανότητες μπορεί να είχε η Ευγενία να διαλύσει αυτή την επιρροή από το μυαλό του; Ως ταχυδακτυλουργός, βέβαια – αλλά και ως Θυγατέρα της Πόλης – γνώριζε πως τέτοιου είδους υπνωτισμοί βασίζονταν σε εντυπώσεις· και σίγουρα δεν ήταν δύσκολο να δημιουργήσεις σε κάποιον ξένο πολύ ζωηρές εντυπώσεις εδώ, στη Νερ Έρντεραγ, αν ήξερες τι έκανες. Τούτη η συνοικία ήταν αρκετά εντυπωσιακή, αρκετά υπνωτιστική, από μόνη της άλλωστε· και οι Πολεοτέχνες δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήξεραν ακριβώς τι έκαναν. Για να ελευθερώσει η Ευγενία το μυαλό του Ρίκερελ, θα έπρεπε πρώτα να τον βρει. Και, για να τον βρει, θα έπρεπε να έρθει σε σύγκρουση με τους Πολεοτέχνες.

Το ένα πιο δύσκολο από το άλλο. Μπορεί να ήταν Θυγατέρα της Πόλης, αλλά αυτό δεν τη βοηθούσε και πολύ εδώ. Αντιθέτως, την παρακώλυε. Οι Πολεοτέχνες είχαν ανάμεσά τους πολεοσκόπους που γνώριζαν τα σημάδια της Νερ Έρντεραγ καλύτερα από εκείνη· η Ευγενία ήταν σίγουρη. Πολεοσκόπους όπως τη Ρικάλαπ Σόρβεναθ. Γιατί αποκλείεται αυτή να ήταν μια απλή ψυχοτεχνουργός· δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα· ό,τι κι αν έλεγε ο Νόρενταμπ.

Πρέπει να γίνω καλύτερη από αυτούς για να βρω τον Ρίκερελ και να τον ελευθερώσω από την επιρροή τους.

Καθώς επέστρεφαν προς το ξενοδοχείο ήταν σιωπηλή και συλλογισμένη. Ο Νόρενταμπ οδηγούσε.

Θα συνεχίσω να έρχομαι σ’επαφή με την ψυχόδραση των οικοδομημάτων, και θα συνεχίσω να μαθαίνω τα πολεοσημάδια της Μεγάλης Χώρας. Στο τέλος θα τα καταφέρω. Ο Ρίκερελ δεν μπορεί να κινδυνεύει άμεσα. Ο κίνδυνος είναι γενικότερης φύσης – κίνδυνος να χάσει τον εαυτό του εδώ και να μην τον ξαναβρεί ποτέ – να πάψει να είναι αυτός που ήταν – να μετατραπεί σ’άλλον έναν απρόσωπο, μυθικό Πολεοτέχνη. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι έχω χρόνο. Όχι άπειρο, αλλά αρκετό. Χρόνο για να εξασκηθώ και, τελικά, να τους πολεμήσω.

Αν όμως καταλάβαιναν τι έκανε η Ευγενία; Αν το έπαιρναν είδηση; Δε θα προσπαθούσαν, κάπως, να τη βγάλουν από τη μέση; Να τη διώξουν από τη Νερ Έρντεραγ; Και, αναμφίβολα, είχαν κατασκόπους τους παντού. Αν οι Πολεοτέχνες ήταν αυτοί που κυνηγούσαν τον Διαβολόγατο, τότε είχαν ανθρώπους από τον Τρελοπόταμο ώς την Ευπρεπή Νόηση. Αν δεν ήταν οι Πολεοτέχνες αλλά κάποια άλλη μυστική οργάνωση της Νερ Έρντεραγ, τότε οι Πολεοτέχνες μάλλον ήταν ακόμα χειρότεροι, αλλιώς δεν θα είχαν γίνει μύθος...

Όταν έφτασαν στον Φιλόξενο βρήκαν τη Γιολάντα να κάθεται στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Νόρενταμπ, και στην αγκαλιά της ήταν ο Διαβολόγατος.

«Για δες ποιος επέστρεψε...» είπε ο Αλκάμελ.

«Καλύτερα να είχε μείνει μακριά,» είπε σκεπτικά ο Νόρενταμπ.

«Τουλάχιστον αυτός δεν μ’αφήνει μόνη μου!» είπε επικριτικά η Γιολάντα. Και μετά: «Βγήκε απ’τη ντουλάπα.» Την έδειξε.

Ο Αλκάμελ την άνοιξε. «Δε βλέπω καμια τρύπα στον τοίχο.»

«Δεν του χρειάζονται τρύπες,» είπε η Ευγενία.

Ο Διαβολόγατος νιαούρισε σαν για να το επιβεβαιώσει, και πήδησε από την αγκαλιά της Γιολάντας· γλίστρησε κάτω απ’το κρεβάτι. «Τι έγινε, λοιπόν;» ρώτησε εκείνη. «Βρήκατε τίποτα;»

«Βρήκαμε,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Θα σ’τα πω καθώς θα ετοιμαζόμαστε για να πάμε να φάμε. Θα πάμε να φάμε, έτσι;» ρώτησε, ρίχνοντας ένα βλέμμα σε όλους.

«Εγώ, πάντως, πεινάω,» δήλωσε ο Αλκάμελ.

Εκείνος και η Ευγενία έφυγαν απ’το δωμάτιο του Νόρενταμπ και της Γιολάντας, αφήνοντάς τους μόνους (μαζί με τον Διαβολόγατο), και κατευθύνθηκαν στο δικό τους δωμάτιο.

«Είσαι στεναχωρημένη,» παρατήρησε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία ένευσε και κάθισε στο κρεβάτι. «Περίπου... Κοίτα, Αλκάμελ. Σ’έχω φέρει εδώ, και... Ίσως ν’αργήσω να βρω τον Ρίκερελ. Δε θα είναι εύκολο. Δε μπορώ να το κάνω σε δυο-τρεις μέρες. Θα πρέπει να εξασκηθώ. Αν θες να φύγεις – πράγμα απόλυτα δικαιολογημένο – να φύγεις. Εντάξει;»

Ο Αλκάμελ γέλασε. Έσκυψε και, παίρνοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του, τη φίλησε δυνατά. «Πού στον κώλο του Σκοτοδαίμονος θα βρω χειρότερα, ε;»

Η Ευγενία μειδίασε. «Εσύ πες μου.»

«Θα το σκεφτώ καθώς θα πλένομαι,» αποκρίθηκε ο Αλκάμελ. Έβγαλε τα περισσότερα ρούχα του και μπήκε στο μπάνιο.

Η Ευγενία έβγαλε το πανωφόρι και τη μπλούζα της και τέντωσε το δεξί της χέρι, στέλνοντας τον πνευματοβόρο για φαγητό. Το πνευματικό ερπετό ξετυλίχτηκε από το χρυσαφί δέρμα της και, αιωρούμενο, δάγκωσε τον τοίχο, ρουφώντας ψυχόδραση λαίμαργα.

Τρία άλλα πλάσματα πετάχτηκαν, τότε, έξω από τον τοίχο σαν να είχαν τρομάξει, καταλήγοντας πάνω στο κρεβάτι της Ευγενίας. Η οποία θορυβήθηκε βλέποντάς τα. Τινάχτηκε πίσω, νιώθοντας ξαφνικά πολύ ευάλωτη ντυμένη μόνο με τον στηθόδεσμό της απ’τη μέση κι επάνω, λες κι αυτό μπορεί νάχε καμια σημασία σε μια τέτοια κατάσταση.

Τα πλάσματα έμοιαζαν με μικροσκοπικούς ανθρώπους και έντομα συγχρόνως. Είχαν τέσσερα πόδια και δύο χέρια, και μια μακριά ουρά που κύρτωνε πάνω απ’το ανθρωποειδές κεφάλι τους και θύμιζε κάποιου είδους αιχμηρό εργαλείο. Τα σώματά τους γυάλιζαν σαν να ήταν από μέταλλο, και ήταν γεμάτα ραβδώσεις και ρυτιδώσεις που έφερναν στο νου καλώδια ή κυκλώματα. Τα μάτια τους φώτιζαν σαν ενεργειακές λάμπες.

Τι ήταν; Κάποιου είδους ζωύφια της Νερ Έρντεραγ; Η Ευγενία άπλωσε το χέρι της προς το πανωφόρι της, μέσα στο οποίο ήταν κρυμμένο το πιστόλι της.

Το ένα από τα πλάσματα μίλησε σε μια παράξενη γλώσσα. Η Ευγενία δεν την καταλάβαινε, αλλά δεν τράβηξε το πιστόλι, παρατηρώντας ότι αυτά τα όντα ήθελαν να επικοινωνήσουν μαζί της, ό,τι κι αν ήταν.

Τους ενοχλεί ο πνευματοβόρος, μήπως; Είχαν άλλωστε βγει μέσα από τον τοίχο... Η Ευγενία τέντωσε το δεξί της χέρι και κάλεσε το φασματικό φίδι πίσω, με τη θέλησή της. Εκείνο επέστρεψε αμέσως: τυλίχτηκε από τον πήχη ώς τον ώμο της, έγινε σαν δερματοστιξία.

Τα παράξενα πλάσματα δεν ξαναμπήκαν στον τοίχο – απ’τον οποίο είχαν βγει σαν να ήταν καμωμένος από λάσπη! σκέφτηκε τώρα η Ευγενία, που είχε αρχίσει να συνέρχεται απ’το αρχικό ξάφνιασμα.

«Τι θέλετε;» τα ρώτησε, συμπεραίνοντας πως δεν είχαν παρουσιαστεί εξαιτίας του πνευματοβόρου.

Το πλάσμα που είχε μιλήσει και πριν μίλησε ξανά, πιο έντονα, μοιάζοντας να φωνάζει όσο μπορούσε – και δεν μπορούσε και πολύ· είχε χαμηλή, συριστική φωνή: θα νόμιζες ότι έβγαινε από χαλασμένο ραδιόφωνο.

«Δεν σε καταλαβαίνω,» του είπε η Ευγενία. «Δεν ξέρω τη γλώσσα σας.»

Το πλάσμα άγγιξε τον τοίχο με τα χέρια του, κι ένα άλλο από αυτά έδειξε τον τοίχο κάνοντας νόημα στην Ευγενία με την ουρά του. Θέλουν κι εγώ ν’ακουμπήσω τον τοίχο.

Τον πλησίασε, με προσοχή, κι έβαλε την αριστερή της παλάμη επάνω του. Αυτή τη φορά δεν αισθάνθηκε μόνο τις ψυχοδραστικές δονήσεις μέσα του, αλλά και μια παρουσία–

Μια παρουσία σαν αυτές που είχε αισθανθεί στους τοίχους της αποκλεισμένης κυκλοικίας!

Το πλάσμα μίλησε κατευθείαν στο μυαλό της. Όχι με λέξεις αλλά με έννοιες, τις οποίες ο νους της Ευγενίας μετέφραζε σε λέξεις. Μας συγχωρείς αν σε τρομάξαμε, της είπε.

Δεν υπάρχει πρόβλημα, απάντησε η Ευγενία με τον ίδιο τρόπο. Αλλά, μα τον Κρόνο, τι είστε;

Ονομαζόμαστε Ποιητές, αλλά οι άνθρωποι μάς λένε, συνήθως, πολεοπλάστες. Ορισμένες του είδους σου μας γνωρίζουν.

Πολεοπλάστες; σκέφτηκε η Ευγενία. Πράγματι, τους είχε ξανακούσει. Κάποιες Θυγατέρες τούς είχαν συναντήσει. Ήταν στοιχειακά της Πόλης. Σπάνια τούς έβλεπες. Υπήρχαν ένα σωρό μύθοι γι’αυτούς.

Ναι, αποκρίθηκε. Σας έχω ακουστά. Δεν σας είχα ξαναδεί, όμως.

Είσαι από Αυτές, έτσι δεν είναι; Τις Περιπλανώμενες.

Είμαι Θυγατέρα της Πόλης, αν αυτό εννοείς.

Ναι, είσαι από τις Περιπλανώμενες. Και μάλλον είσαι η μόνη άλλη Περιπλανώμενη εδώ...

Ποια άλλη; Βρίσκεται καμια Αδελφή μου τώρα στη Νερ Έρντεραγ;

Δεν γνωρίζεστε, ώστε...

Ποια είναι;

Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε και ο Αλκάμελ βγήκε τυλιγμένος με μια πετσέτα, γυαλίζοντας από το νερό. Αναφώνησε βλέποντας τους πολεοπλάστες. «Τι σκατά είν’ αυτά;»

«Ησυχία,» του είπε η Ευγενία. «Θα σου εξηγήσω μετά. Ησυχία.» Και ρώτησε ξανά τον πολεοπλάστη: Ποια είναι εδώ εκτός από εμένα;

Η Σκιουργός. Βρίσκεται στη Νερ Έρντεραγ από πολλά χρόνια. Πάρα πολλά.

Η Σκιουργός!; Αυτή που λένε ότι είναι αρχηγός των Πολεοτεχνών;

Ναι.

Δεν μπορεί να είναι Θυγατέρα της Πόλης! Καμια Θυγατέρα της Πόλης δεν αισθάνεται καλά στη Νερ Έρντεραγ!

Περιπλανώμενη είναι κι αυτή, σαν εσένα, επέμεινε ο πολεοπλάστης.

Αποκλείεται. Κάποιο λάθος κάνεις. Ίσως να νομίζεις ότι είναι σαν εμένα επειδή–

Σαν εσένα είναι.

Αποκλείεται! επανέλαβε η Ευγενία. Οι Θυγατέρες της Πόλης δεν μπορούν να μείνουν για πολύ καιρό σ’έναν τόπο. Είναι καταδικασμένες να περιπλανιούνται. Το σημάδι στο πόδι της θα την είχε αναγκάσει να φύγει, ακόμα κι αν εκείνη ήθελε να μείνει.

Σαν εσένα είναι, είπε για τρίτη φορά ο πολεοπλάστης. Δεν ξέρουμε πώς έχει καταφέρει να κατοικεί μόνιμα στη Νερ Έρντεραγ, αλλά είναι κι αυτή Περιπλανώμενη.

Ποιο είναι το όνομά της; Το πραγματικό της όνομα.

Ραμάλθα-Κροβ.

Ραμάλθα-Κροβ... Η Ευγενία νόμιζε ότι την είχε ξανακούσει. Μια παλιά – μια αρχαία – Θυγατέρα της Πόλης, η οποία είχε εξαφανιστεί όπως κάποτε εξαφανίζονται όλες οι Θυγατέρες όταν κάτι δεν τις σκοτώσει μέσα στη μακρόχρονη ζωή τους.

Αυτή... αυτή πρέπει να είναι πάνω από διακοσίων χρονών! είπε η Ευγενία.

Είναι, πράγματι, πολύ μεγάλη, αποκρίθηκε ο πολεοπλάστης.

Γιατί μου τα λέτε αυτά; ρώτησε η Ευγενία. Θέλετε κάτι από εμένα;

Ζητήσαμε πρόσφατα βοήθεια από τη Σκιουργό, αλλά εκείνη μάς την αρνήθηκε. Σκεφτήκαμε, επομένως, ότι ίσως εσύ να ήσουν πρόθυμη να μας βοηθήσεις.

Να σας βοηθήσω; Σε τι;

Πλησίασες την κυκλοικία, το πρωί, είπε ο πολεοπλάστης. Ήρθες σε επαφή μ’αυτό που συμβαίνει εκεί.

Δεν καταλαβαίνω, όμως, τι είναι. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Εσείς το κάνετε; Αισθάνθηκα την παρουσία σας.

Δεν το κάνουμε εμείς. Όχι η δική μας φυλή, τουλάχιστον. Το κάνει μια άλλη φυλή: οι Ζίξκορζ. Έχουν παγιδέψει τους ανθρώπους μέσα στην κυκλοικία και σκοπεύουν να τους χρησιμοποιήσουν ως καύσιμα για το σκάφος που κατασκευάζουν.

Καύσιμα; Τι...;

Κάποιος χτύπησε την πόρτα του δωματίου. Η Ευγενία στράφηκε στον Αλκάμελ. «Πες στον Νόρενταμπ ότι θα τον συναντήσουμε σε λίγο, στο δωμάτιό του.»

Εκείνος, που στεκόταν και την κοίταζε απορημένος – μια αυτήν, μια τα παράξενα πλάσματα – ένευσε μουδιασμένα. Πήγε στην πόρτα και μίλησε στον Νόρενταμπ, ενώ η Ευγενία έστρεφε πάλι την προσοχή της στην ψυχόδραση του τοίχου και στη νοητική επαφή με τον πολεοπλάστη.

Τι εννοείς ότι θα τους χρησιμοποιήσουν ως καύσιμα;

Θα αντλούν την ψυχόδρασή τους για να κινούν το σκάφος τους.

Ποιο σκάφος;

Ο Άρχοντας των Ζίξκορζ, ο Ζότκερκοξ, θέλει να μετατρέψει την κυκλοικία σ’έναν γιγάντιο τροχό που θα μετακινείται μέσα στη Ρελκάμνια, θα ταξιδεύει απ’τη μια άκρη της διάστασης ώς την άλλη.

Τι! Μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα;

Τα βασικά δομικά υλικά των οικοδομημάτων της Νερ Έρντεραγ είναι πολύ εύπλαστα για εμάς.

Γι’αυτό βγαίνετε μέσα από τους τοίχους;

Ναι. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αλλού στη Ρελκάμνια. Το θέμα, όμως, τώρα είναι οι Ζίξκορζ. Δεν μας αρέσει αυτό που σχεδιάζουν. Είναι πολύ άσχημο. Θα μετατρέψουν τους ανθρώπους σε δούλους τους, αγνοώντας τις παλιές συμφωνίες μας μαζί τους. Θα δημιουργήσουν ένα παιχνίδι που μόνο χάος και αναστάτωση θα προκαλέσει στη Ρελκάμνια. Είναι η φύση των Ποιητών, βέβαια, να κάνουν παιχνίδια, αλλά αυτό είναι υπερβολικό, κατά τη γνώμη μας, και επικίνδυνο. Και αγνοεί τις παλιές συμφωνίες.

Ποιες παλιές συμφωνίες;

Τις συμφωνίες που είχαμε κάνει πριν από αιώνες με τους ανθρώπους. Με τους πρώτους ανθρώπους που ήρθαν στη Ρελκάμνια, καθώς και με τους απογόνους τους.

Γιατί δεν ειδοποιείτε τον Άριστο Κυβερνήτη της Νερ Έρντεραγ; ρώτησε η Ευγενία.

Δε μπορεί να κάνει τίποτα για να σταματήσει τον Ζότκερκοξ και τη φυλή του. Οι οικομύστες του είναι ανίσχυροι μπροστά στους Ποιητές.

Και νομίζετε ότι εγώ μπορώ να τους σταματήσω; Ποια νομίζετε ότι είμαι;

Είσαι Περιπλανώμενη!

Και λοιπόν;

Είσαι άμεσα συνδεδεμένη με τη διάσταση της Ρελκάμνια!

Κι εσείς δεν είστε;

Όχι όπως εσύ και οι Αδελφές σου.

Κοίτα, του είπε η Ευγενία, δεν ήρθα εδώ για να εμπλακώ σε κάποιου είδους κρυφή διαμάχη. Ήρθα για να βρω έναν φίλο μου που, απ’ό,τι καταλαβαίνω, τον έχουν κλέψει οι Πολεοτέχνες. Τον έχουν κάνει να θέλει να είναι μαζί τους· τον έχουν, κάπως, υπνωτίσει. Ξέρεις τίποτα γι’αυτό;

Δεν ασχολούμαστε με τους ανθρώπους – όχι σε προσωπικό επίπεδο, τουλάχιστον. Αλλά γνωρίζουμε ότι οι Πολεοτέχνες στρατολογούν διάφορους.

Πώς το κάνουν;

Είναι ξένος ο φίλος σου, έτσι; Όχι από τη Νερ Έρντεραγ;

Ναι, ξένος. Ρίκερελ-Λάντι τον λένε. Είχε έρθει για να φτιάξει γκράφιτι εδώ.

Οι Πολεοτέχνες μάλλον του έδειξαν τη γοητεία της Νερ Έρντεραγ. Έτσι τους προσελκύουν και τους κρατάνε για πάντα μαζί τους: και γίνονται κι αυτοί Πολεοτέχνες. Αλλιώς, τους προκαλούν σύγχυση και τους κάνουν να χάνονται στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας, μετατρέποντάς τους σε υπηρέτες τους.

Είναι πολεοσκόποι;

Έχουν και πολεοσκόπους ανάμεσά τους.

Τι είναι οι πολεοσκόποι; Είναι σαν εμάς, σαν τις Θυγατέρες της Πόλης;

Φυσικά και όχι. Συνηθισμένοι άνθρωποι είναι, αλλά με διευρυμένες νοητικές ικανότητες· διακρίνουν πολύ περισσότερα σημάδια της Νερ Έρντεραγ απ’ό,τι οι κανονικοί πολίτες της. Ορισμένοι έχουν εκπαιδευτεί από την ίδια τη Σκιουργό. Για να μαγνητίσουν ξένους – και όχι μόνο ξένους – και να τους κάνουν Πολεοτέχνες, οι πολεοσκόποι συνδυάζουν τις ιδιαίτερες ικανότητές τους με τις ικανότητες των υπόλοιπων συντρόφων τους. Δεν είναι και πολύ δύσκολο να εντυπωσιάσεις το ανθρώπινο μυαλό στη Νερ Έρντεραγ.

Η Ευγενία σκέφτηκε: Ακριβώς ό,τι είχα υποθέσει κι εγώ. Και ρώτησε τον πολεοπλάστη: Πώς μπορώ να ελευθερώσω τον φίλο μου από την επιρροή των Πολεοτεχνών;

Πρέπει να του δημιουργήσεις άλλες εντυπώσεις, υποθέτω. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνετε εσείς οι άνθρωποι, για να είμαι ειλικρινής. Τα φωτεινά μάτια του αναβόσβησαν, ίσως επειδή αισθανόταν διασκεδασμένος. Το δικό μας μυαλό δεν είναι σαν το δικό σας. Εμείς δεν βλέπουμε σημάδια στη Νερ Έρντεραγ, ούτε μας προκαλεί σύγχυση η αρχιτεκτονική της και η συσσωρευμένη ψυχική ενέργεια εδώ.

Δεν μπορείτε να με βοηθήσετε να σώσω τον Ρίκερελ;

Δεν είναι μέσα σ’αυτά που κάνουμε. Είμαστε οι Ποιητές.

Ωστόσο, ζητάτε τη δική μου βοήθεια...

Αν ο Ζότκερκοξ πετύχει αυτό που θέλει, θα δημιουργήσει τρομερές αναταραχές στη Ρελκάμνια! Οι Ζίξκορζ είναι από τις πιο μοχθηρές φυλές μας. Δεν σέβονται τους ανθρώπους όπως άλλοι από εμάς.

Η Ευγενία αναστέναξε. Για τον Ρίκερελ ήρθα εδώ...

Περιπλανώμενη, αυτό είναι πολύ σημαντικό! Δε νομίζω ότι μπορούμε να σταματήσουμε μόνοι μας τους Ζίξκορζ. Και δεν έχουμε πολύ χρόνο· σύντομα το σκάφος τους θα είναι έτοιμο!

Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για να σας βοηθήσω, του είπε η Ευγενία. Στο λάθος άτομο ήρθατε. Με συγχωρείς, αλλά έτσι είναι.

Ούτε η Σκιουργός δέχεται να μας βοηθήσει ούτε εσύ! έκανε θυμωμένα ο πολεοπλάστης. Δε σας ενδιαφέρει για την ίδια σας τη διάσταση; Έχετε τρελαθεί;

Μα τα μούσια του Κρόνου, τι να...; Προσπάθησε να γαληνέψει τα νεύρα της. Άκου. Θα ξαναμιλήσουμε, εντάξει; Πρέπει να σκεφτώ. Πρέπει να τα σκεφτώ όλα αυτά. Μ’έχεις μπερδέψει.

Θα είμαστε κοντά σου, αν μας θέλεις.

Μες στον τοίχο μου;

Θα αφήσουμε έναν φρουρό εδώ. Αλλά μπορείς να μας καλέσεις και τηλεπικοινωνιακά.

Πώς;

Δώσε μου έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό, αν έχεις.

Η Ευγενία απομακρύνθηκε από τον τοίχο, έπιασε τον πομπό μέσα από το πανωφόρι της, και τον έδωσε στον πολεοπλάστη, που στο μέγεθος ήταν, περίπου, τρεις φορές μεγαλύτερος από τη συσκευή. Ο πολεοπλάστης την κράτησε με τα δύο χέρια και έχωσε την άκρη της ουράς του μέσα της, από ένα μικρό άνοιγμα. Παράξενες ενδείξεις άρχισαν να παρουσιάζονται στη μικρή οθόνη του πομπού. Μετά, ο πολεοπλάστης τράβηξε έξω την ουρά του, άφησε τη συσκευή πάνω στο κρεβάτι, κι έδειξε (με την ουρά ξανά) στην Ευγενία έναν συνδυασμό πλήκτρων. Με τα χέρια του της έκανε νόημα να τον δοκιμάσει.

Η Ευγενία έπιασε τη συσκευή και πάτησε τα κουμπιά. Ένα παράξενο σύριγμα ακούστηκε απ’το μεγάφωνο του πομπού και, πάλι, ανέγνωρα σύμβολα παρουσιάστηκαν στην οθόνη.

Οι τρεις πολεοπλάστες ένευσαν με τις ουρές τους, θέλοντας να δείξουν μάλλον ότι είχαν λάβει το σήμα της. Στην οθόνη η μορφή ενός ακόμα πιο μικροσκοπικού, άχρωμου πολεοπλάστη εμφανίστηκε για μερικές στιγμές προτού εξαφανιστεί.

Η Ευγενία άγγιξε τον τοίχο με το ένα χέρι. Ο πολεοπλάστης που της είχε μιλήσει και πριν (τουλάχιστον, αυτός πρέπει να ήταν· έμοιαζαν όλοι πολύ αναμεταξύ τους, όπως τα έντομα) άγγιξε επίσης τον τοίχο, και τα μυαλά τους ήρθαν σε επαφή.

Όλα εντάξει, της είπε. Όταν θες να μας καλέσεις, πάτα αυτά τα πλήκτρα. Η φυλή μου θα λάβει αμέσως το σήμα.

Πώς λέγεσαι; Πώς λέγεται η φυλή σου;

Το όνομά μου είναι Κίρκμακ, και η φυλή μου ονομάζεται Κισρίκοψ.

Η Ευγενία αναρωτήθηκε αν αυτά τα ονόματα έρχονταν έτσι στο μυαλό της επειδή δεν μπορούσε να καταλάβει την πραγματική γλώσσα των πολεοπλαστών. Σαν παράσιτα από χαλασμένο ραδιόφωνο τής «ακούγονταν».

Εντάξει, Κίρκμακ, είπε. Θα ξαναμιλήσουμε στο μέλλον.

Οι πολεοπλάστες τη χαιρέτησαν, κουνώντας τις ουρές τους, και βούτηξαν μες στον τοίχο.

«Τι στ’αρχίδια του Σκοτοδαίμονος!» αναφώνησε ο Αλκάμελ, με γουρλωμένα μάτια.

Η Ευγενία πήρε το χέρι της από τον τοίχο και στράφηκε να τον αντικρίσει. «Μίλησες με τον Νόρενταμπ, έτσι;»

«Ναι· του είπα να περιμένει στο δωμάτιό του. Τι διάολοι ήταν αυτοί, θες να μου εξηγήσεις;»

«Θα σου εξηγήσω, αλλά δεν πρόκειται να με πιστέψεις.»

Ο Αλκάμελ σταύρωσε τα χέρια του μπροστά του, περιμένοντάς την να συνεχίσει. Ακόμα δεν είχε ντυθεί· μόνο με την πετσέτα ήταν τυλιγμένος.

«Ονομάζονται πολεοπλάστες,» είπε η Ευγενία. «Ίσως να διάβασες γι’αυτούς–»

«–στο βιβλίο που μου έχεις αγοράσει, τα Παλιά και Καινούργια Μυστήρια της Ρελκάμνια. Αλλά δεν είναι έτσι εκεί. Τους περιγράφει σαν νυχτερίδες.»

«Προφανώς δεν είναι νυχτερίδες. Κι αν διαβάσεις κι άλλες αναφορές, θα δεις ότι ο καθένας έχει διαφορετική αντίληψη για την εμφάνισή τους.»

«Τι ήθελαν εδώ;»

Η Ευγενία έπιασε τη μπλούζα της από το κρεβάτι και τη φόρεσε. «Στάσου να φωνάξω και τον Νόρενταμπ, γιατί κι αυτός πρέπει να το μάθει.» Άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο του δωματίου. Μίλησε στον τζογαδόρο και σε λίγο εκείνος και η Γιολάντα είχαν έρθει.

«Ευγενία,» είπε ο Νόρενταμπ. «Πιο πριν, ήταν κάτι... πλάσματα εδώ.»

«Γι’αυτά θα σας πω.»

«Ο Διαβολόγατος εξαφανίστηκε πάλι,» παρενέβη η Γιολάντα. «Ώσπου να ετοιμαστούμε είχε χαθεί.» Έμοιαζε δυσαρεστημένη.

Ο Αλκάμελ, αγνοώντας την, είπε: «Πες μας για τους πολεοπλάστες, Ευγενία.»

«Καθίστε. Είναι αρκετά αυτά που έχετε ν’ακούσετε. Και δεν θα με πιστέψετε, σας προειδοποιώ.»

(ιδ΄)

Οι χώροι στο εσωτερικό της κυκλοικίας είχαν αρχίσει ν’αλλάζουν σχήμα από τότε που το οικοδόμημα αποκλείστηκε από τον έξω κόσμο: οι γωνίες μετατρέπονταν σε κυρτώσεις, τα πάντα γίνονταν λίγο πιο σφαιρικά. Και, καθώς οι ημέρες περνούσαν, οι μεταβολές ήταν ολοένα και πιο έντονες. Τα δωμάτια ήταν πλέον σφαίρες που ενώνονταν η μία με την άλλη είτε άμεσα είτε μέσω σκαλοπατιών και διαδρόμων.

Οι ένοικοι είχαν συγκεντρωθεί σε συγκεκριμένα διαμερίσματα, εγκαταλείποντας τα υπόλοιπα, πιστεύοντας ότι αυτό τούς πρόσφερε ασφάλεια, αν και δεν ήξεραν τι κίνδυνο ακριβώς μπορεί να είχαν να αντιμετωπίσουν, ούτε ήξεραν αν το να είναι όλοι μαζί θα τους βοηθούσε να τον αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα. Αισθάνονταν, όμως, καλύτερα όταν ήταν συγκεντρωμένοι.

Οι μόνοι εχθροί που είχαν αντικρίσει ήταν εκείνα τα μικροσκοπικά τέρατα με τις παράξενες ουρές και τα φωτεινά μάτια, τα οποία άλλαζαν το οικοδόμημα γύρω τους σαν να ήταν από πηλό ή κάποιου είδους άγνωστη πλαστική ύλη. Όσες φορές είχαν επιχειρήσει να τα χτυπήσουν, είχαν συμπεράνει ότι δεν μπορούσαν να τα βλάψουν. Οι σφαίρες δεν τα σκότωναν, ούτε τα ψυχοδραστικά όπλα τα έβλαπταν με κανέναν τρόπο. Και τα πλάσματα αγρίευαν όταν οι ένοικοι επιχειρήσουν να τους επιτεθούν· στρέφονταν εναντίον τους και τους τσιμπούσαν με τις ουρές τους, κάνοντας ενεργειακά ρεύματα να τραντάζουν τα σώματά τους, αναισθητοποιώντας τους πολλές φορές. Κι επίσης, συχνά τούς έκλεβαν τα όπλα. Αν και όχι πάντα. Γενικά, δεν έμοιαζε να τους δίνουν πολλή σημασία, σαν να μην τους θεωρούσαν και πολύ σημαντικούς, ή σαν να είχαν τόση δουλειά με την αλλαγή της κυκλοικίας που δεν υπήρχε χρόνος να ασχολούνται με κατώτερες μορφές ζωής.

Οι ένοικοι, ωστόσο, είχαν μαζέψει όσα όπλα μπορούσαν να βρουν μέσα στα διαμερίσματα της κυκλοικίας και τα είχαν μοιράσει μεταξύ τους. Ή, μάλλον, ανταγωνίζονταν ποιοι θα συγκεντρώσουν περισσότερα. Η μοιρασιά δεν ήταν ισομερής, ούτε δίκαιη. Όλοι προσπαθούσαν να έχουν πιο πολλά όπλα από όλους. Και το ίδιο ίσχυε και για τα τρόφιμα και για τα ρούχα. Και για οτιδήποτε άλλο υπήρχε μέσα στην κυκλοικία. Τη λεηλατούσαν από πάνω ώς κάτω. Χωρισμένοι σε κλίκες.

Η κάθε κλίκα έμενε σε ένα διαμέρισμα, ή σε δύο, τρία διαμερίσματα που συνόρευαν, και είχε έναν ομαδάρχη που έπαιρνε αποφάσεις συμβουλευόμενος όλα τα μέλη της κλίκας, τα οποία ήταν συνήθως γύρω στα είκοσι-πέντε, τριάντα άτομα.

Η κυκλοικία ήταν μεγάλη. Στα διαμερίσματά της έμεναν περίπου διακόσιοι-πενήντα άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και των ηλικιωμένων. Τώρα, είχε γίνει ένας απομονωμένος κόσμος για όσους εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο εσωτερικό της. Οι κλίκες, βέβαια, δεν ήταν εχθρικές αναμεταξύ τους – δεν υπήρχε κανένας λόγος για να είναι – μα, συγχρόνως, η καθεμία προσπαθούσε να έχει όσο το δυνατόν μεγαλύτερα αποθέματα· διότι όλοι ήταν φοβισμένοι και μεγάλη αβεβαιότητα υπήρχε για το άμεσο μέλλον: επομένως, όσο πιο πολλά έχεις τόσο το καλύτερο, σωστά; Περισσότερες, έτσι, οι πιθανότητες να επιβιώσεις.

Τους απεσταλμένους του Άριστου Κυβερνήτη – έξι άτομα συνολικά – όλοι τούς σέβονταν, βλέποντάς τους σαν προστάτες τους. Ελπίζοντας πως αυτοί πιθανώς να τους έβρισκαν τρόπο για να ξεφύγουν από εδώ. (Πράγμα που ούτε οι ίδιοι οι απεσταλμένοι δεν πίστευαν αληθινά ότι θα καταφέρουν.) Έτσι ήταν ευπρόσδεκτοι σε κάθε κλίκα και μπορούσαν να φιλοξενηθούν όπου ήθελαν.

Τα πλάσματα που άλλαζαν το σχήμα της κυκλοικίας, πιασμένα στους τοίχους της, κανείς δεν τα πείραζε πλέον. Είχαν καταλήξει πως καλύτερα να μην τα ενοχλούσαν, καθώς ήταν φανερό ότι είχαν το πάνω χέρι και μπορούσαν να τους κάνουν μεγάλο κακό αν επιθυμούσαν. Προτιμότερο να έμεναν ενωμένοι και να μάζευαν όσα περισσότερα πράγματα μπορούσαν, ώστε να επιζήσουν.

Αλλά ορισμένοι απ’αυτούς δεν αρκούνταν με το να λεηλατούν και να περιμένουν· πίστευαν ότι εξερευνώντας ίσως να έβρισκαν κάτι σημαντικό· έτσι περιπλανιόνταν στους χώρους της κυκλοικίας, από τη μια άκρη του πελώριου δαχτυλιδιού της ώς την άλλη. Πουθενά, όμως, δεν έβρισκαν άνοιγμα προς τον έξω κόσμο, ούτε τίποτα που να τους κάνει να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβαινε εδώ, τι ήταν αυτά τα μικροσκοπικά πλάσματα, και ποια τα σχέδιά τους.

Το μόνο που ανακάλυψαν ήταν εκείνο που κι άλλοι έμαθαν χωρίς να φεύγουν από την περιοχή της κλίκας τους: το ίδιο που και οι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη πληροφορήθηκαν από αναφορές διάφορων ενοίκων: Ορισμένοι εξαφανίζονταν. Ομάδες των δύο ατόμων που πήγαιναν να λεηλατήσουν ή να εξερευνήσουν χάνονταν και κανείς δεν τους ξανάβλεπε. Όπως επίσης και άτομα που απομακρύνονταν μόνα τους από τις κλίκες τους. Μερικές κλίκες κατηγόρησαν άλλες κλίκες γι’αυτό· είπαν ότι έπιαναν τους ανθρώπους τους και τους σκότωναν. Αλλά σύντομα συμπέραναν όλοι ότι δεν μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί δεν ήταν καθόλου εύκολο να εξαφανίσει κανείς τα πτώματα εδώ πέρα, και μέσα στον κλειστό χώρο θα βρομούσαν φριχτά. Επίσης, ούτε λεκέδες από αίματα υπήρχαν πουθενά.

Πού πήγαιναν αυτοί που χάνονταν;

Τα τέρατα τούς έπαιρναν. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Τα τέρατα που άλλαζαν την κυκλοικία τούς έκλεβαν.

Μόλις κάποιοι ένοικοι κατέληξαν σε τούτο το συμπέρασμα, η φήμη διαδόθηκε παντού, και οι πάντες τρομοκρατήθηκαν. Μας κρατάνε εδώ για να μας φάνε! έλεγαν. – Θα μας σκοτώσουν έναν-έναν, ως θυσίες, έλεγαν. Είναι διάολοι του Σκοτοδαίμονος! Τους πηγαίνουν σε άλλες διαστάσεις, έλεγαν, ή σε ενδοδιαστάσεις μέσα στη Ρελκάμνια. Αυτά τα πλάσματα δεν μπορεί νάναι από εδώ. Τάχει δει κανείς άλλος; Δεν τάχει δει! Τους παίρνουν για να κάνουν πειράματα επάνω τους! έλεγαν.

Οι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τους ενοίκους, προτείνοντάς τους να μένουν όλοι μαζί, να μην απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο. Αυτοί που χάνονταν ήταν απομονωμένοι, ή δύο άτομα μόνο.

Μετά, όμως, συνέβη κάτι που αύξησε τον πανικό: Μια ολόκληρη κλίκα εξαφανίστηκε! Η είσοδος που οδηγούσε στο διαμέρισμά της χάθηκε, μετατράπηκε σε τοίχο, και κανείς δεν μπορούσε να μπει εκεί. Μέσα στο βράδυ όλη η κλίκα είχε γίνει άφαντη.

Ο Ζόρμελβακ, ο οικομύστης των απεσταλμένων του Άριστου Κυβερνήτη, άγγιξε με τα γαντοφορεμένα χέρια του τον τοίχο όπου πριν βρισκόταν η είσοδος του διαμερίσματος, προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβαινε. Προς στιγμή ήταν σιωπηλός, μοιάζοντας απορροφημένος στη δουλειά του· μετά κραύγασε άναρθρα ενώ το σώμα του κύρτωνε προς τα πίσω και τρανταζόταν. Σωριάστηκε στο δάπεδο κι έμεινε ακίνητος. Οι άλλοι απεσταλμένοι του Άριστου Κυβερνήτη γονάτισαν κοντά του και συμπέραναν ότι δεν ήταν νεκρός. Αλλά δεν μπορούσαν να τον συνεφέρουν. Το νευρικό του σύστημα πρέπει να είχε κλονιστεί άσχημα. Κάποιου είδους ενεργειακό ρεύμα τον είχε χτυπήσει.

Αυτό συνέβη το απόγευμα της ημέρας που οι απεσταλμένοι είχαν δει τα παράξενα πλάσματα να μάχονται με άλλα όμοιά τους.

Τώρα, δύο ημέρες μετά, ο οικομύστης δεν είχε ακόμα συνέλθει. Βρισκόταν σε κώμα. Και οι χώροι στο εσωτερικό της κυκλοικίας ήταν πλέον αγνώριστοι. Σφαιρικοί και κυλινδρικοί όλοι τους. Και όχι μονάχα αυτό, αλλά και οι ελκτικές δυνάμεις είχαν αλλάξει. Δεν υπήρχε πια ταβάνι και πάτωμα· μόνο τοίχοι. Μπορούσες να βαδίσεις όπου ήθελες· δεν έπεφτες. Ακριβώς όπως και τα μικροσκοπικά τέρατα βάδιζαν εξαρχής. Σαν έντομα.

Οι ένοικοι βρίσκονταν στα πρόθυρα της παραφροσύνης. Διαπληκτισμοί γίνονταν σχετικά με το πού ήταν «κανονικά» το πάτωμα, ποιος στεκόταν ανάποδα και ποιος σωστά.

Βρίσκονταν πέντε ημέρες αποκλεισμένοι μέσα στην κυκλοικία, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Οι λειτουργίες της σκέψης τους είχαν αρχίσει να αλλοιώνονται, καθώς τα μυαλά τους προσπαθούσαν απεγνωσμένα να προσαρμοστούν στο ανέγνωρο, εφιαλτικό περιβάλλον.

Τα παιδιά φαινόταν να προσαρμόζονται πιο εύκολα. Οι αλλαγμένοι χώροι της κυκλοικίας τούς έμοιαζαν με παιχνίδι. Αλλά φοβόνταν κιόλας. Ο ενθουσιασμός τους εναλλασσόταν με τον τρόμο πολύ γρήγορα, σα να μη μπορούσαν ν’αποφασίσουν αν ζούσαν μέσα σ’ένα ζωντανό όνειρο ή σ’έναν ζωντανό εφιάλτη. Αρκετές μητέρες έφτιαχναν ψυχοδραστικές μορφές για να τα κρατήσουν απασχολημένα και να απομακρύνουν την ταραχή τους.

Στην κυκλοικία, επίσης, κατοικούσαν δύο ψυχοτεχνουργοί – ένας άντρας και μια γυναίκα – οι οποίοι από την αρχή του αποκλεισμού προσπαθούσαν να δείξουν στους άλλους ενοίκους πώς να κρατήσουν σε απόσταση τον πανικό και τον τρόμο τους ώστε να αντιμετωπίσουν την κατάσταση όσο το δυνατόν πιο νηφάλια. Αλλά και οι ίδιοι δεν ήταν τόσο ψύχραιμοι όσο ήθελαν να φαίνονται.

*

Η Σολεράτ αισθανόταν ένα βάρος να έχει πλακώσει την ψυχή της – μια μαύρη απόγνωση.

Οκτώ μέρες είχαν περάσει από τότε που εκείνη κι οι άλλοι κλείστηκαν εδώ μέσα, στο διαμέρισμα του Νόρενταμπ. Κι αυτό το ήξερε επειδή το έλεγε το ρολόι της – είχε και ημερομηνία, δεν είχε μόνο ώρα – αλλιώς ήταν βέβαιη πως θα είχε χάσει τελείως τον χρόνο.

Έξι μέρες είχαν περάσει από τότε που οι πολεοπλάστες είχαν απαγάγει τον Κλάρεμαντ και τον Κάζμεροντ. Και, απ’ό,τι φαινόταν, δεν σκόπευαν να τους επιστρέψουν. Η Σολεράτ ανησυχούσε για τον οικομύστη, αλλά δεν αισθανόταν, τελευταία, την ανησυχία της τόσο έντονη όσο πριν, σαν ένα πέπλο ψυχικής ομίχλης να την είχε σκεπάσει κάνοντάς τη να τα νιώθει όλα λιγότερο. Κάνοντας κάθε της αίσθηση να ατονήσει.

Καθόταν, κυρίως, κουλουριασμένη πάνω στον καναπέ της σφαίρας που αποτελούσε σαλόνι του διαμερίσματος και δεν κουνιόταν παρά μόνο για να πάει στην τουαλέτα αραιά και πού. Για φαγητό δεν είχε όρεξη. Ο αποκλεισμός από τον έξω κόσμο την είχε ρίξει σε μελαγχολία. Αλλιώς είχε μάθει να ζει η Σολεράτ, η δημοσιογράφος που όλη μέρα έτρεχε μέσα στη Μεγάλη Χώρα κυνηγώντας το καθετί. Εδώ μέσα αισθανόταν φυλακισμένη – ήταν φυλακισμένη. Ούτε παράθυρο δεν υπήρχε για να κοιτάξει έξω! Ένιωθε το μυαλό της να έχει κατακρημνιστεί σε κάποια σκοτεινή άβυσσο. Ένιωθε τις σκέψεις της να έχουν μετατραπεί σε αιμοδιψή παράσιτα, εχθρικά προς αυτήν. Είχε μουδιάσει από έναν βαθύ, εσωτερικό τρόμο. Είχε παραλύσει. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να βρίσκεται κουλουριασμένη στον καναπέ, σε καθιστή θέση, με τα γόνατά της σηκωμένα και τα χέρια της τυλιγμένα γύρω τους. Δεν έβλεπε καν ποιο μπορεί να ήταν το νόημα να πάει στο ντους, να ρίξει νερό στο σώμα της. Είχε αρχίσει να βρωμά, αλλά η οσμή ήταν σαν να μην έφτανε στα ρουθούνια της. Όλες της οι αισθήσεις ήταν θολωμένες.

Οι τρεις άντρες που μοιράζονταν το διαμέρισμα μαζί της ήταν σκιές για εκείνη. Δεν τους έδινε σημασία. Ακόμα κι όταν της μιλούσαν, δεν τους έδινε σημασία. Τα λόγια τους δεν έφταναν πάντα στο μυαλό της.

Ο Νάρβολαμπ ήρθε ξαφνικά και κάθισε δίπλα της· η Σολεράτ μετά βίας τον αντιλήφτηκε.

«Σολεράτ,» της είπε. «Πρέπει να φας κάτι.»

Δεν του μίλησε.

Την κούνησε από τον ώμο, σταθερά. «Σου έφερα κάτι να φας. Μ’ακούς;»

«Δε θέλω,» μουρμούρισε η Σολεράτ.

«Δεν έχεις φάει τίποτα, ούτε έχεις πιει τίποτα, από το πρωί. Κάθεσαι ακίνητη συνέχεια, μα τον Κρόνο!» Έτεινε προς το μέρος της μια σοκολάτα κι ένα κουτάκι με αναψυκτικό.

«Δε θέλω,» μουρμούρισε η Σολεράτ.

Ο Νάρβολαμπ αναστέναξε. «Σε παρακαλώ. Φάε κάτι. Πιες κάτι, τουλάχιστον.»

«Γιατί;» ρώτησε, στρεφόμενη να τον κοιτάξει. Πριν δεν είχε γυρίσει ούτε στιγμή τα μάτια της για να τον δει ευθέως.

«Γιατί θα πεθάνεις.»

Της φάνηκε, για κάποιο λόγο, τρομερά αστείο αυτό. Ξέσπασε σε νευρικό γέλιο. Και δεν μπορούσε να σταματήσει. Γελούσε και γελούσε και γελούσε. Χτυπιόταν πάνω στον καναπέ. Ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της.

(Εκείνη δεν έβλεπε τον Νόρενταμπ και τον Σόλιρβακ, που κάθονταν στο τραπέζι, στην αντικρινή μεριά της σφαίρας – στο «ταβάνι» σε σχέση με τον καναπέ· ανάποδα από τη Σολεράτ – αλλά αυτοί την έβλεπαν. Την κοίταζαν απορημένοι, ενώ τραπουλόχαρτα ήταν απλωμένα ανάμεσά τους. «Τρελαίνεται,» είπε ο Σόλιρβακ. «Σ’το είπα ότι τρελαίνεται. Δεν είναι με τα καλά της.»

«Δεν είναι τόσο εύκολο να τρελαθείς,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ.

«Έτσι νομίζεις; Ο άνθρωπος δεν θέλει πολύ για να σαλτάρει, αγαπητέ μου. Και... ξέρεις κάτι;» ψιθύρισε συνωμοτικά, καθώς τεντωνόταν προς τον Νόρενταμπ. «Ίσως νάναι καλό να ψιλοτρελαθεί.»

Ο Νόρενταμπ συνοφρυώθηκε. «Καλό; Τι...;»

«Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ τη γουστάρω. Εσένα πώς σου φαίνεται; Δεν είναι... συμπαθητική; Πιο καλή απ’ό,τι στην οθόνη, ε;»

Ο Νόρενταμπ κόμπιασε. «Κοίτα... αυτό, αυτό που λες δεν...»

«Τι ‘δεν’; Η υπόθεση είναι απλή, αγαπητέ μου. Δεν ξέρουμε πόσο θα μείνουμε εδώ μέσα. Μήνες, ίσως. Χρόνια–»

«Αποκλείεται!»

«Τίποτα δεν ξέρεις· μη λες μαλακίες. Μπορεί να μείνουμε εδώ μέσα για πάντα.»

«Όχι. Μας κρατάνε για κάποιο λόγο. Στο τέλος θα μας–»

«Τα ίδια δεν έλεγε κι ο οικομύστης προτού εξαφανιστεί; Άκουσέ με λίγο,» πρόλαβε τον Νόρενταμπ προτού εκείνος διαφωνήσει ξανά. «Δεν ξέρουμε για πόσο θα βρισκόμαστε κλεισμένοι εδώ, έτσι; Και είμαστε τρεις άντρες σε τούτο το διαμέρισμα – μαζί με μια ευπαρουσίαστη, ομολογουμένως, γυναίκα. Αν είναι και ελαφρώς σαλεμένα τα μυαλά της» – μειδίασε δείχνοντας τα δόντια του σαν αρπακτικό θηρίο άλλης διάστασης – «ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει, ε; Μπορεί να την πηδήξουμε κι οι τρεις συγχρόνως, ή ο ένας μετά τον άλλο.»

«Τι λες, ρε μαλάκα; Έχεις τρελαθεί; Δεν είμαι βιαστής!»

«Και ποιος είπε ότι θα είναι βιασμός; Θα γουστάρει κι αυτή, ρε, άμα είναι λιγάκι κουνημένα τα μυαλά της!» γέλασε ο Σόλιρβακ. «Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»

«Δε μ’αρέσει αυτό που θέλεις να πεις...»

«Αγαπητέ, δες την. Δες την καλά.» Την κοίταξε στην αντικρινή μεριά της σφαίρας, από πάνω τους. «Δεν είναι για δάγκωμα; Κι έτσι όπως πάει η κατάσταση, στο τέλος ο Νάρβολαμπ μού φαίνεται ότι θα τη δαγκώσει. Μόνος του, ο καταραμένος. Κατάλαβες πώς έχει το πράγμα, αγαπητέ μου Νόρενταμπ;» Και κοίταξε τα τραπουλόχαρτα στο χέρι του, συλλογισμένα, σουφρώνοντας τα χείλη.)

Όταν η Σολεράτ έπαψε να γελά, έμεινε ακίνητη πάνω στον καναπέ, ξαπλωμένη, βαριανασαίνοντας σαν να είχε τρέξει χιλιόμετρα. Ο Νάρβολαμπ ήταν ακόμα καθισμένος δίπλα της. Άγγιξε τον ώμο της και είπε:

«Σολεράτ; Θα φας κάτι;»

Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στον μισθοφόρο. Αισθανόταν πιο νηφάλια τώρα. Ανασηκώθηκε πάνω στον καναπέ και πήρε το αναψυκτικό και τη σοκολάτα από το χέρι του. «Νομίζεις ότι θα μας αφήσουν να ζήσουμε;» τον ρώτησε.

«Για να μας ταΐζουν...»

«Μπορεί απλά να θέλουν να μας σκοτώσουν λίγους-λίγους. Ο Κλάρεμαντ δεν επέστρεψε.» Αισθάνθηκε έναν κόμπο στον λαιμό της λέγοντας το όνομά του.

Ο Νάρβολαμπ δεν αποκρίθηκε· έμοιαζε να μην ξέρει τι να πει.

Η Σολεράτ αναστέναξε, νιώθοντας την ομίχλη να υποχωρεί λιγάκι από γύρω της, τις αισθήσεις της να ξεθολώνουν κάπως. Έσκισε το περιτύλιγμα της σοκολάτας και τη δάγκωσε. Καθώς τη μασούσε, συνειδητοποίησε πόσο νόστιμη ήταν, και πόσο πολύ πεινούσε. Την έφαγε όλη μ’άλλες δύο γρήγορες μπουκιές. Άνοιξε το αναψυκτικό και ήπιε μια μεγάλη γουλιά.

Ρώτησε τον Νάρβολαμπ: «Χτες έφαγα;»

«Δε θυμάσαι;»

Η Σολεράτ συνοφρυώθηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί. «Έφαγα,» είπε. «Μου έφερες ένα σακούλι με ψητές πατάτες.»

«Δε νομίζω, όμως, ότι έφαγες πάνω από πέντε κομμάτια.»

«Ούτε εγώ το νομίζω.»

«Αλλά ήπιες ένα μπουκαλάκι νερό.»

«Ναι,» είπε ο Σολεράτ, «το θυμάμαι.» Και η οσμή της άρχισε να ενοχλεί τα ρουθούνια της. Μα τον Κρόνο, έχω να κάνω μπάνιο από τότε που φυλακιστήκαμε εδώ. Ήπιε ακόμα μια γουλιά από το αναψυκτικό. «Οκτώ μέρες έχουν περάσει, έτσι δεν είναι;»

«Ναι,» είπε ο Νάρβολαμπ. «Και τις τρεις τελευταίες δεν φαίνεσαι καθόλου καλά, Σολεράτ. Έχουμε φοβηθεί για σένα.»

«Ανοίγουν τον τοίχο!» αντήχησε ξαφνικά η φωνή του Σόλιρβακ, και στράφηκαν όλοι προς τα εκεί όπου έδειχνε ο μισθοφόρος.

Ένας τοίχος ανάμεσα στο «ταβάνι» και στο «πάτωμα», πράγματι, άνοιγε. Οι πολεοπλάστες δημιουργούσαν μια στρογγυλή πόρτα εκεί. Σύντομα, ήταν αρκετά μεγάλη για να χωρέσει άνθρωπος. Και ένας γνώριμος άντρας βγήκε, κοιτάζοντας τριγύρω, τον αλλαγμένο χώρο.

«Κλάρεμαντ!» Η Σολεράτ τινάχτηκε όρθια, τρέχοντας προς το μέρος του. Έπεσε πάνω του, αγκαλιάζοντάς τον, φιλώντας τον στα χείλη και στα μάγουλα, κλαίγοντας, σφίγγοντάς τον με δύναμη κοντά της.

Ο οικομύστης χάιδεψε τα μαλλιά της, την πλάτη της. «Σολεράτ... Είσαι καλά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, κοιτάζοντάς τον καταπρόσωπο.

Ο Κλάρεμαντ σκούπισε με τον αντίχειρά του έναν λεκέ από σοκολάτα πλάι στο στόμα της. Δεν του φαινόταν και πολύ καλά. Του φαινόταν χάλια, από ψυχολογικής άποψης. Και βρομούσε. Δεν πρέπει να είχε πλυθεί καθόλου από τότε που τον πήραν οι πολεοπλάστες από εδώ.

«Πού ήσουν;» τον ρώτησε. «Πού σε είχαν πάει;»

«Σ’έναν χώρο αποκλειστικά για εμένα.»

«Τι έγινε, οικομύστη;» είπε ο Σόλιρβακ, καθώς εκείνος, ο Νόρενταμπ, και ο Νάρβολαμπ είχαν ήδη πλησιάσει. «Νομίζαμε ότι ήσουν νεκρός πια. Τι ήθελαν από σένα; Πού έχουν τον Κάζμεροντ;»

«Με χρειάζονται,» αποκρίθηκε ο Κλάρεμαντ, «γιατί μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί μου.»

«Σου μιλάνε;» είπε ο Νάρβολαμπ.

«Μέσω του οικοδομήματος. Έρχομαι σε επαφή με την κυκλοικία» – ύψωσε το χέρι του, που δεν φορούσε γάντι τώρα (τα ειδικά γάντια του ήταν κρεμασμένα στη ζώνη του) – «και συναντώ τα μυαλά τους. Μιλάμε εγκεφαλικά.»

«Σου είπαν γιατί μας κρατάνε εδώ;» ρώτησε η Σολεράτ.

«Ναι.»

«Γιατί;»

«Μας χρειάζονται. Μας χρειάζονται όλους. Και τώρα δεν ήρθα για να μείνω μαζί σας. Με άφησαν να έρθω επειδή τους το ζήτησα αρκετά επίμονα. Ήθελα να σας δω. Κι επιπλέον... θέλω να σας εξηγήσω τι συμβαίνει εδώ. Θέλω να το ξέρετε κι εσείς.»

«Δηλαδή, μετά θα φύγεις πάλι;» είπε η Σολεράτ, με δάκρυα να γυαλίζουν στις άκριες των ματιών της.

«Ναι.»

«Θα έρθω μαζί σου!»

«Δε θα σ’αφήσουν. Προτιμούν να είμαι μόνος προς το παρόν. Θέλουν να αποτελώ γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σ’αυτούς και στους ανθρώπους, αλλά όποτε εκείνοι το επιθυμούν, όχι συνέχεια. Εσάς σας χρειάζονται για άλλο λόγο.»

«Τι λόγο;» ρώτησε ο Νάρβολαμπ.

«Ως καύσιμα. Σας θέλουν για την ψυχόδρασή σας.»

Κεφάλαιο 31

Ο Αλκάμελ άναψε τσιγάρο. «Υποθέτοντας ότι όλ’ αυτά είν’ αλήθεια–»

«Νομίζεις ότι μπορεί να σας λέω ψέματα;» τον διέκοψε η Ευγενία. «Γιατί, μα τον Κρόνο;»

«Τρόπος του λέγειν είναι· δεν κυριολεκτώ.» Ήταν καθισμένος επάνω στο κρεβάτι του, αντίκρυ της, και ο Νόρενταμπ καθόταν πλάι του. «Υποθέτοντας ότι όλ’ αυτά, όπως έλεγα, είναι αλήθεια, σε τι συμπέρασμα καταλήγουμε;»

«Ότι δεν με βοηθάνε να βρω τον Ρίκερελ,» είπε συλλογισμένα η Ευγενία, που καθόταν επάνω στο δικό της κρεβάτι, οκλαδόν, έχοντας βγάλει τις μπότες της. Η Γιολάντα ήταν μισοξαπλωμένη παραδίπλα, συνοφρυωμένη.

«Και η Σκιουργός μπορεί νάναι όντως Θυγατέρα; Εσύ δεν μας έλεγες ότι δεν αντέχετε να μένετε για πολύ σ’ένα μέρος; ότι πρέπει να περιπλανιέστε;»

«Ναι, έτσι είναι.»

«Τότε, πώς αυτή βρίσκεται εδώ τόσα χρόνια; Είναι πολλά χρόνια, σωστά;»

Ο Νόρενταμπ είπε: «Από τότε που ήμουν παιδάκι έλεγαν για τη Σκιουργό και τους Πολεοτέχνες· και οι γονείς μου ήξεραν γι’αυτούς τους μύθους από τότε που εκείνοι ήταν παιδάκια.»

«Η Ραμάλθα-Κροβ,» είπε η Ευγενία, «έχει βρει κάποιον τρόπο να μπορεί να μένει εδώ, υπερνικώντας τον πόνο από το σημάδι στο πόδι της. Αν και... δεν ξέρω πώς...»

«Με τη χρήση αυτής της ψυχόδρασης, ίσως;» υπέθεσε ο Αλκάμελ.

«Δεν αποκλείεται. Είναι, πράγματι, το πιθανότερο. Ωστόσο, μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι μια Θυγατέρα θα ήθελε να κατοικεί για πάντα στη Νερ Έρντεραγ.»

«Γιατί όχι; Είναι μόνη της – η απόλυτη αρχόντισσα σε τούτη τη συνοικία. Ποια άλλη Θυγατέρα θα έρθει; Αν καταλαβαίνω καλά την υπόθεση, η Σκιουργός ελέγχει τα πάντα στη Νερ Έρντεραγ.»

«Ας μην τα παραλέμε,» είπε ο Νόρενταμπ.

Ο Αλκάμελ γέλασε κοφτά. «Τι να μην τα παραλέμε; Έχει δική της μια ολόκληρη μυστική οργάνωση που κάνει ό,τι θέλει εδώ πέρα, και κανένας δεν πιστεύει ότι είναι πραγματική! Έχουν ανθρώπους με δυνάμεις παρόμοιες μ’αυτές της Ευγενίας – πολεοσκόπους. Και μην πεις ξανά ότι είναι μύθος· οι πολεοπλάστες επιβεβαίωσαν την ύπαρξή τους.»

Ο Νόρενταμπ δεν είπε ότι ήταν μύθος. Δεν είπε τίποτα· έμεινε σιωπηλός.

Ο Αλκάμελ κοίταξε ευθέως την Ευγενία, φυσώντας καπνό απ’τη μύτη. «Έχεις σκεφτεί ότι η Σκιουργός ίσως να σε βλέπει ως απειλή;»

Η Ευγενία ρουθούνισε. «Τι απειλή; Ούτε να βαδίσω δεν μπορώ, καλά-καλά, εδώ πέρα.»

«Βελτιώνεσαι, όμως. Κάποτε, και η Σκιουργός πιθανώς να ήταν σαν εσένα – να μη μπορούσε ούτε να βαδίσει στους δρόμους της Νερ Έρντεραγ χωρίς να μπερδεύεται. Αλλά μετά έμαθε. Όπως κι εσύ μαθαίνεις. Οι άλλες Θυγατέρες που έχουν έρθει στη Νερ Έρντεραγ απλά δεν είχαν την υπομονή να καθίσουν να μάθουν· δεν τους άρεσε το σκηνικό που έβλεπαν και την κοπανούσαν.»

Η Ευγενία σούφρωσε τα χείλη σκεπτικά. «Ναι, αυτό που λες μπορεί νάναι αλήθεια. Μάλλον είναι αλήθεια. Καμια Αδελφή μου – απ’ό,τι γνωρίζω εγώ, τουλάχιστον – δεν κάθισε για πολύ στη Νερ Έρντεραγ.»

«Εκτός από τη Ραμάλθα-πώς-την-είπες...»

«Ραμάλθα-Κροβ.»

«Αριστοκράτισσα.»

«Προφανώς. Από Παλαιό Οίκο, που...» Συνοφρυώθηκε προσπαθώντας να θυμηθεί. «Κροβ’ντιλάν, νομίζω πως λέγεται. Από τους πιο μυστήριους Παλαιούς Οίκους, αν δεν κάνω λάθος.»

«Δε θα μπορούσες να τη συναντήσεις; Να μιλήσεις μαζί της, για να βρεις τον Ρίκερελ;»

«Μα, η Ραμάλθα μάλλον τον έχει απαγάγει. Τον έχουν κάνει Πολεοτέχνη.»

«Και λοιπόν; Δε θα ήταν δυνατόν να φτάσεις σε κάποιον συμβιβασμό μαζί της; Πες της ότι θα φύγεις απ’την περιοχή της ήσυχα, φτάνει να σου δώσει τον Ρίκερελ.»

«Δεν είναι τόσο απλό! Δεν καταλαβαίνεις; Τον έχουν κάνει να θέλει να είναι Πολεοτέχνης.»

«Αφού το έκαναν θα μπορούν και να το αντιστρέψουν.»

Η Ευγενία κούνησε το κεφάλι, δυσανασχετώντας.

«Σκέψου το,» της είπε ο Αλκάμελ. «Τι έχεις να χάσεις;»

«Ακόμα κι αν ήθελα να μιλήσω με τη Σκιουργό, δεν ξέρω πώς να έρθω σε επαφή μαζί της.»

Ο Αλκάμελ έμεινε σιωπηλός, τινάζοντας στάχτη στο τασάκι του.

Ο Νόρενταμπ ρώτησε: «Οι πολεοπλάστες πώς νομίζουν ότι μπορείς να τους βοηθήσεις να αντιμετωπίσουν την άλλη φυλή; – δε θυμάμαι τώρα πώς την είπες.»

«Ζίξκορζ. Και δεν έχουν να προτείνουν τίποτα συγκεκριμένο. Μου ζήτησαν βοήθεια σαν εγώ να έπρεπε να ξέρω τι να κάνω. Αλλά δεν ξέρω,» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της. «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα.»

«Χμμ.» Ο Νόρενταμπ άναψε ένα από τα τσιγάρα του Αλκάμελ με τον ψυχοδραστικό αναπτήρα του.

«Αλλά θα μπορούσαν να με φέρουν σε επαφή με τη Σκιουργό,» είπε η Ευγενία ξαφνικά, σαν τώρα να το σκέφτηκε. «Προφανώς την εντοπίζουν μες στη Νερ Έρντεραγ· τη βρίσκουν και μιλάνε μαζί της.»

«Επομένως, έχεις τρόπο επικοινωνίας,» συμπέρανε ο Αλκάμελ.

Η Ευγενία πήρε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της στο χέρι. «Και έχω κι άλλα πράγματα να τους ρωτήσω. Είμαι περίεργη για διάφορα...»

«Θα τους καλέσεις;»

«Ναι. Αν θέλετε μπορείτε να φύγετε απ’το δωμάτιο.»

«Εσύ θέλεις να φύγουμε;»

«Δεν έχω πρόβλημα· απλώς λέω.»

Η Γιολάντα είπε: «Εγώ θέλω να τους δω.»

«Μείνετε, τότε.» Η Ευγενία πάτησε τον συνδυασμό των πλήκτρων που της είχε δείξει ο Κίρκμακ. Ένας παράξενος ήχος βγήκε από τον πομπό ενώ εξίσου παράξενα σύμβολα παρουσιάζονταν στην οθόνη του. Και μετά: σιωπή, και η οθόνη άδεια.

«Δε βλέπω να γίνεται τίποτα,» παρατήρησε ο Αλκάμελ.

«Περίμενε,» είπε η Ευγενία. «Δεν μετακινούνται αστραπιαία, υποθέτω.»

Περίμεναν καμια ώρα – κάνοντας ελαφριά κουβέντα και καπνίζοντας – προτού τρεις πολεοπλάστες βγουν από τον τοίχο και πέσουν πάνω στο κρεβάτι της Ευγενίας. Η Γιολάντα αναπήδησε, κοιτάζοντάς τους με γουρλωμένα μάτια. «Μα τον Κρόνο...» μουρμούρισε. Οι πολεοπλάστες την ατένισαν με τα δικά τους μάτια γεμάτα φως. «Είναι... είναι σαν παιχνίδια,» είπε η Γιολάντα.

«Δεν είναι παιχνίδια, όμως.» Η Ευγενία άγγιξε τον τοίχο.

Ένας από τους πολεοπλάστες τον άγγιξε επίσης, με το ένα του χέρι.

Είσαι ο Κίρκμακ; τον ρώτησε η Ευγενία.

Φυσικά. Δεν με αναγνώρισες;

Συγνώμη αλλά μου μοιάζεις ίδιος με τους άλλους...

Αποφάσισες να μας βοηθήσεις;

Θέλω να σε ρωτήσω κάποια πράγματα, πρώτα.

Ρώτησέ με.

Μας αποκαλείτε «Περιπλανώμενες» εσείς, οι πολεοπλάστες – οι Ποιητές. Γιατί;

Μα είστε οι Περιπλανώμενες!

Μας γνωρίζετε από παλιά; Είπες κάτι για συμφωνίες με τους πρώτους ανθρώπους της Ρελκάμνια...

Σας γνωρίζουμε από τη δημιουργία σας.

Τη δημιουργία μας;

Την οποία εσείς δεν θυμάστε, μάλλον.

Φυσικά και όχι. Έχουν περάσει... αιώνες, υποθέτω.

Όταν οι πρώτοι άνθρωποι ήρθαν στη Ρελκάμνια, συνεργαστήκαμε μαζί τους για να τους βοηθήσουμε να ζήσουν εδώ, είπε ο Κίρκμακ. Τους φτιάξαμε ολόκληρη πόλη – τη Μεγάλη Χώρα – με τα υλικά που έπεσαν από τον ουρανό όταν εμφανίστηκε η Ουλή. Αλλά τα κίνητρά μας δεν ήταν ανιδιοτελή. Υπήρχαν οντότητες στη Ρελκάμνια που δεν μας άφηναν να την αναμορφώσουμε. Και ήταν απαίσια τότε η διάστασή μας: όλο άγρια βλάστηση και πέτρες και χώμα και τρεχούμενα νερά. Θέλαμε να τα αλλάξουμε αυτά, να οικοδομήσουμε τα πάντα, να τα γεμίσουμε με τεχνολογία! Αλλά οι εχθροί μας δεν μας άφηναν, και ήταν πολύ ισχυροί για εμάς. Με τους ανθρώπους, όμως, μπορούσαμε να συνεργαστούμε για να τους εξολοθρεύσουμε. Οι άνθρωποι μπορούσαν να τους αντιμετωπίσουν καλύτερα από εμάς. Εμείς τους φτιάχναμε όπλα και άλλες συσκευές, κι εκείνοι μάχονταν για να κατακτήσουν τη διάσταση.

Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα, συνέχισε ο Κίρκμακ: Ορισμένοι από τους εχθρούς μας ήταν άσταρ’φοχ, δηλαδή είχαν άμεση σύνδεση με τη Ρελκάμνια. Ήταν μέρος της. Εμείς δεν έχουμε άσταρ’φοχ ανάμεσά μας· είμαστε... παρείσακτοι εδώ–

Παρείσακτοι; τον διέκοψε η Ευγενία. Μα, λένε πως είστε στοιχειακά της Ρελκάμνια.

Ο Κίρκμακ γέλασε. Ανοησίες! Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία αυτό τώρα. Οι άνθρωποι είχαν πρόβλημα με τους άσταρ’φοχ των εχθρών μας, γιατί οι δεύτεροι διέθεταν δυνάμεις που τους πρόσφεραν μεγάλο πλεονέκτημα στον πόλεμο. Χρειάζονταν και οι άνθρωποι τους δικούς τους άσταρ’φοχ. Και συνεργαστήκαμε με μια μάγισσα των ανθρώπων για να επιτευχθεί αυτό. Ονομαζόταν Οντέρκα-Νοθ, και ήταν αρχηγός ενός γυναικείου τάγματος μαγισσών που είναι εξαφανισμένο πλέον. Είχαν αναπτύξει ιδιαίτερες ικανότητες του μυαλού αλλά και τρομερές τεχνικές γνώσεις. Είχαν, εκτός των άλλων, καταφέρει να ορίζουν τα βιολογικά σώματά τους σαν να ήταν μηχανές. Το ίδιο και τις ψυχές τους.

Κατασκευάσαμε ένα μηχάνημα μαζί με την Οντέρκα-Νοθ το οποίο μπορούσε να σε φέρει σε επαφή με τις πρωταρχικές ενέργειες της Ρελκάμνια. Ήταν μεγάλο – ένα ολόκληρο δωμάτιο, μεγαλύτερο απ’αυτό όπου τώρα βρισκόμαστε – και στο κέντρο του είχε ένα σημείο όπου έπρεπε να πατήσεις με το πόδι σου γυμνό. Μέσω αυτού του μηχανήματος η Οντέρκα-Νοθ σκόπευε να μετατρέψει όλες τις γυναίκες του τάγματός της σε άσταρ’φοχ – «Φύλακες της Ρελκάμνια», όπως ήθελε η ίδια να λέει.

Η Ευγενία είπε: Μα τον Κρόνο... γι’αυτό έχουμε το σημάδι στο δεξί πέλμα; Επειδή πάτησαν με γυμνό πόδι επάνω–;

Περίμενε και θ’ακούσεις. (Φυσικά δεν θα «άκουγε» ακριβώς· απλώς το μυαλό της έτσι μετέφραζε την έννοια που της έστελνε ο νους του Κίρκμακ μέσω των ψυχοδραστικών δονήσεων του τοίχου.) Το τάγμα της Οντέρκα-Νοθ ήταν οι μόνοι άνθρωποι που είχαν κάποιες πιθανότητες να καταφέρουν να μεταλλαχθούν σε άσταρ’φοχ, λόγω των ιδιαίτερων ικανοτήτων τους. Οποιοσδήποτε άλλος, αν πατούσε στο σημείο επαφής, θα γινόταν στάχτη ή θα παραφρονούσε. Για να ελέγξεις τις πρωταρχικές ενέργειες της Ρελκάμνια και να τις κάνεις δικές σου, πρέπει πρώτα να μπορείς να ελέγξεις απόλυτα το σώμα σου αλλά και την ψυχή σου.

Οι γυναίκες της Οντέρκα-Νοθ πάτησαν στο σημείο επαφής και τα κατάφεραν· έγιναν Φύλακες της Ρελκάμνια. Οι περισσότερες από αυτές, τουλάχιστον. Όσες απέτυχαν καταστράφηκαν με τρόπους που ακόμα κι εμείς, οι Ποιητές, θεωρούμε φρικτούς. Αλλά η μετάλλαξη των γυναικών είχε και το τίμημά της. Επάνω στο πέλμα τους αποτυπώθηκε για πάντα το Σημάδι της Μηχανής, το οποίο τους προκαλούσε πόνο και τις έκανε για πάντα Περιπλανώμενες. Δεν μπορούσαν να κατοικήσουν σ’έναν τόπο· έπρεπε συνεχώς να μετακινούνται. Τις χτυπούσε η ίδια η Ρελκάμνια.

Η Ευγενία αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει, το οποίο δεν είχε καμια σχέση ούτε με τη θερμοκρασία του δωματίου ούτε με την ψυχόδραση του τοίχου. Ρώτησε τον πολεοπλάστη: Κι εγώ είμαι... απόγονός τους;

Ναι, αλλά όχι βιολογική απόγονος.

Τι εννοείς;

Οι Περιπλανώμενες, όπως θα γνωρίζεις, δεν τεκνοποιούν. Ακόμα ένα τίμημα της μετάλλαξής τους.

Ναι, είπε η Ευγενία. Το γνώριζε αυτό, φυσικά. Καμια Θυγατέρα της Πόλης δεν είχε μείνει ποτέ έγκυος. Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν να είμαστε εμείς απόγονοί τους; Κατ’αρχήν δεν γεννιόμαστε με το σημάδι στο πόδι μας!

Η Ρελκάμνια θυμάται, Περιπλανώμενη, εξήγησε ο πολεοπλάστης. Ύστερα απ’αυτό που έκανε το τάγμα της Οντέρκα-Νοθ, κάτι άλλαξε στο ενεργειακό πλέγμα της διάστασης, παρότι το μηχάνημά μας ήταν πολύ προσεχτικά φτιαγμένο. Τέλεια φτιαγμένο. (Η Ευγενία δεν ήξερε αν αυτό ήταν κομπασμός ή όχι, αλλά νόμιζε πως ήταν.) Η μετάλλαξη των γυναικών έμεινε στη μνήμη της Ρελκάμνια. Και τα αποτελέσματα φάνηκαν ύστερα από χρόνια, όταν οι πρώτοι άνθρωποι είχαν κατατροπώσει τους κοινούς μας εχθρούς και είχαν αρχίσει να υποτάσσουν την άγρια φύση της διάστασης, να την οικοδομούν μαζί μας – να την κάνουν υπέροχη, σταδιακά, ώστε να φτάσουμε τώρα να την έχουμε έτσι, πανέμορφη! Ένα έργο τέχνης!

Η Ευγενία δεν θεωρούσε ακριβώς έργο τέχνης τη Ρελκάμνια. Νόμιζε, μάλιστα, πως άλλες διαστάσεις – που είχε δει σε φωτογραφίες και σε ντοκιμαντέρ – ήταν, ίσως, πολύ πιο όμορφες με όλα αυτά τα δέντρα και το χορτάρι. Ήταν σαν ένας απέραντος τεχνητός κήπος! Δεν είπε, όμως, τίποτα στον Κίρκμακ, ο οποίος έμοιαζε νάχει τελείως διαφορετική άποψη για το θέμα. Τον ρώτησε: Και επειδή η Ρελκάμνια θυμάται τι συνέβη τότε, γινόμαστε εμείς Θυγατέρες της Πόλης;

Ναι, αποκρίθηκε ο πολεοπλάστης. Η διάσταση δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι θα μείνει χωρίς άσταρ’φοχ. Επομένως, σας δημιουργεί.

Τυχαία;

Μάλλον όχι. Αλλά δεν μπορούμε εμείς να κατανοήσουμε τον ενεργειακό νου της Ρελκάμνια, Περιπλανώμενη.

Οι πρώτες Θυγατέρες – αυτή η Οντέρκα-Νοθ και το τάγμα της – τι απέγιναν;

Δε νομίζω ότι ζουν πλέον.

Σκοτώθηκαν;

Ορισμένες ναι.

Και οι άλλες;

Εξαφανίστηκαν.

Εξαφανίστηκαν; Όπως οι Θυγατέρες της Πόλης λέγεται ότι μυστηριωδώς εξαφανίζονται;

Μάλλον, είπε ο Κίρκμακ.

Δεν γνωρίζεις;

Το μόνο που ξέρω είναι ότι κάποια στιγμή κανένας δεν σας ξαναβλέπει, αν κάτι δεν σας έχει σκοτώσει πιο πριν.

Η Ευγενία αισθανόταν ζαλισμένη από τούτες τις αποκαλύψεις, αν και καταλάβαινε ότι, ουσιαστικά, δεν επηρέαζαν καθόλου τη ζωή της. Όλ’ αυτά ήταν περασμένα. Αλλά... αναρωτιόταν τι θα έλεγαν κάποιες από τις Αδελφές της όταν τους τα διηγιόταν. Θα την πίστευαν; Ούτε η Κορίνα δεν πρέπει να τα ξέρει αυτά, σκέφτηκε. Ούτε ακόμα κι η Μιράντα!

Ρώτησε τον Κίρκμακ: Η Σκιουργός γνωρίζει όσα μού είπες;

Κανένας από τη φυλή μας δεν της έχει μιλήσει γι’αυτά. Και ούτε, νομίζω, κάποια άλλη φυλή. Υποθέτω πως μάλλον δεν τα ξέρει.

Γιατί δεν της τα είπατε;

Δε μας ρώτησε ποτέ.

Η Ευγενία ήθελε να γελάσει αλλά συγκρατήθηκε.

Εσύ γιατί μας ρωτάς; είπε ο πολεοπλάστης.

Από περιέργεια.

Αποφάσισες να μας βοηθήσεις;

Θέλω μια χάρη από εσάς: Να με φέρετε σε επαφή με τη Σκιουργό. Μόνη μου δεν γνωρίζω πώς να την προσεγγίσω.

Θα σε φέρουμε σε επαφή μαζί της – αν μας βοηθήσεις να σταματήσουμε τον Ζότκερκοξ!

Μα δεν ξέρω τι να κάνω για να σας βοηθήσω, Κίρκμακ. Οι δυνάμεις μου είναι πολύ περιορισμένες εδώ, στη Νερ Έρντεραγ.

Αν θέλεις να σε φέρουμε σε επαφή με τη Σκιουργό θα μας βοηθήσεις.

Γιατί αυτό τής ακουγόταν σαν εκβιασμός; Μάλλον επειδή ήταν. Πώς περιμένεις να βοηθήσω, γαμώτο; Δε μπορώ να κάνω τίποτα αγγίζοντας την κυκλοικία! Δε μπορώ να τους διώξω από εκεί, δεν έχω τέτοια δύναμη!

Αν βρεις τρόπο να μας βοηθήσεις, ξανακάλεσέ μας, Περιπλανώμενη, είπε ο Κίρκμακ: και της έδινε την εντύπωση ότι ήταν θυμωμένος που τον είχε φωνάξει πάλι απόψε χωρίς καλό λόγο. Ο πολεοπλάστης βούτηξε μες στον τοίχο, σαν ο τοίχος να ήταν από λάσπη, και εξαφανίστηκε. Οι άλλοι δύο τον ακολούθησαν.

Η Ευγενία απομάκρυνε το χέρι της από τα λιθοειδή δομικά υλικά του ξενοδοχείου.

Ο Αλκάμελ είπε: «Είναι περασμένα μεσάνυχτα...»

Ο Νόρενταμπ ρώτησε: «Θα σε οδηγήσουν στη Σκιουργό;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Ευγενία.

«Γιατί;»

«Γιατί δεν μπορώ να τους προσφέρω τη βοήθεια που ζητάνε.» Αισθανόταν απεγνωσμένη ξανά. Ολόκληρη αυτή η καταραμένη συνοικία ήταν εχθρός της!

ΜΕΡΟΣ 4
Η Περιπλανώμενη

Κεφάλαιο 32

Ο Νόρενταμπ οδηγούσε το όχημά τους ξανά. Η Ευγενία δεν ήθελε να κουραστεί παρακολουθώντας τα σημάδια των δρόμων· ίσως οι δυνάμεις της να της χρειάζονταν για να διαβάσει τα πολεοσημάδια κοντά στο μισοτελειωμένο γκράφιτι. Ο Αλκάμελ ήταν μαζί τους, αλλά όχι και η Γιολάντα· ο Νόρενταμπ είχε προτιμήσει πάλι να την αφήσει στο ξενοδοχείο. Και, παρότι αυτό την ενοχλούσε, δεν μπορούσε να του πει τίποτα, γιατί είχε ήδη υποσχεθεί να τον ακούει στη Νερ Έρντεραγ.

Η Διαυγής Αντίληψη δεν ήταν κοντά στον Φιλόξενο – τα βόρεια σύνορά της απείχαν σαράντα-πέντε χιλιόμετρα απ’αυτόν – αλλά ο Νόρενταμπ δεν χάθηκε ούτε μια στιγμή στον δρόμο, γνωρίζοντας καλά τα σημάδια του. Έφτασαν στην ώρα τους στο σημείο συνάντησης έξω από μια καφετέρια στον τρίτο όροφο μιας τριγωνοικίας, όπου οδηγούσε μια γέφυρα φτιαγμένη εν μέρει για πεζούς εν μέρει για οχήματα.

Η Τάρελμαπ τούς περίμενε μπροστά απ’το κατάστημα, χωρίς τις φίλες της, με τα χέρια της στις τσέπες του πανωφοριού της και την κουκούλα της στο κεφάλι. Έκανε κρύο, σήμερα, και ψιλόβρεχε.

«Έλα μέσα,» της είπε ο Νόρενταμπ από το παράθυρο πλάι του, και ο Αλκάμελ τής άνοιξε τη μία από τις πίσω πόρτες.

Η Τάρελμαπ μπήκε.

«Ελπίζω να μη σε είχαμε να περιμένεις πολύ,» είπε ο Νόρενταμπ.

«Πριν από πέντε λεπτά ήρθα,» αποκρίθηκε εκείνη, βγάζοντας τα χέρια της από τις τσέπες. Φορούσε γάντια από δέρμα και γούνα, με μισά δάχτυλα.

«Οδήγησέ μας,» ζήτησε ο Νόρενταμπ.

«Από κει,» είπε η Τάρελμαπ, δείχνοντας το παρακλάδι της γέφυρας που απομακρυνόταν από την καφετέρια. Το ακολούθησαν, και σύντομα, με τις οδηγίες της Τάρελμαπ, κατέληξαν σε μια άλλη γέφυρα και σε μια άλλη. «Εδώ,» είπε τελικά η καλλιτέχνιδα. «Σταμάτα εδώ, Νόρενταμπ.»

Ο τζογαδόρος σταμάτησε πλάι στον έκτο όροφο μιας αντιτριγωνοικίας. «Δε βλέπω κανένα γκράφιτι, Τάρελμαπ.»

«Θα το δεις.» Άνοιξε την πόρτα δίπλα της και βγήκε.

Οι άλλοι την ακολούθησαν. Η γέφυρα ήταν πολύ κοντά στην αντιτριγωνοικία και μπορούσες να πας εκεί ανοίγοντας μια καγκελόπορτα και μπαίνοντας σ’ένα μακρύ μπαλκόνι. Στην πίσω μεριά του μπαλκονιού, μετά τη γωνία, υπήρχαν δυο πόρτες.

«Αυτό είναι αποθήκη,» είπε η Τάρελμαπ δείχνοντας τη μία. «Κι αυτό» – δείχνοντας την άλλη – «είναι ένα διαμέρισμα που, την τελευταία φορά τουλάχιστον, ήταν εγκαταλειμμένο. Αυτό,» έδειξε τον τοίχο, «είναι το γκράφιτί μας. Εγκαταλειμμένο επίσης.» Ένα μισοφτιαγμένο αεροπλάνο που πετούσε πάνω από μια μισοφτιαγμένη πόλη.

Η Ευγενία παρατήρησε με προσοχή τα πολεοσημάδια γύρω του, εστιάζοντας το μυαλό της, προσπαθώντας να απομακρύνει τους παραισθησιακούς περισπασμούς που δημιουργούσε η Νερ Έρντεραγ. Το πρώτο που παρατήρησε ήταν ότι, αναμφίβολα, ο Ρίκερελ βρισκόταν εδώ κάποτε. Αλλά τίποτ’ άλλο πέρα απ’αυτό. Τίποτα που μπορούσε κάπως να τη βοηθήσει...

Μετά, όμως–

Ένα σημάδι οδηγούσε το βλέμμα της προς τα δεξιά. Η Ευγενία στράφηκε, αντικρίζοντας μια γεφυροικία γεμάτη λουλούδια και αναρριχώμενα φυτά πίσω από το φθινοπωρινό ψιλοβρόχι. Κανένα άλλο αξιοσημείωτο πολεοσημάδι εκεί, ωστόσο...

Αλλά ο Ρίκερελ μάλλον κάτι είχε δει εκεί. Κάτι που τον έκανε ν’απομακρυνθεί από τις φίλες του και να εξαφανιστεί. Αυτό πρέπει να ήταν. Αυτό πρέπει να προσπαθούσε να της δείξει η Πόλη. Οι Πολεοτέχνες τού έγνεψαν, με κάποιο τρόπο, κι εκείνος αμέσως υπάκουσε. Και δεν επέστρεψε ποτέ...

«Εδώ εξαφανίστηκε,» είπε η Τάρελμαπ, μορφάζοντας. «Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας δείξω.» Κοίταζε το μισοτελειωμένο γκράφιτι συνοφρυωμένη. «Και τώρα που το βλέπω δεν μ’αρέσει και τόσο αυτό το σχέδιο...»

Ο Νόρενταμπ έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην Ευγενία.

«Εντάξει,» είπε εκείνη. «Μπορούμε να πηγαίνουμε.»

«Ούτε θα το φωτογραφήσετε, τουλάχιστον;» απόρησε η Τάρελμαπ.

«Δεν υπάρχει λόγος.»

«Γιατί τότε με βάλατε να σας φέρω εδώ;» γέλασε η Τάρελμαπ. «Τι νομίζατε ότι θα δείτε, για όνομα του Κρόνου;»

«Τίποτα, απλώς ήθελα να ξέρω το μέρος όπου εξαφανίστηκε ο Ρίκερελ.»

Επέστρεψαν στο όχημά τους, και ο Νόρενταμπ ρώτησε την Τάρελμαπ: «Θες να σε πετάξουμε πουθενά;»

«Στην καφετέρια, μόνο. Έχω αφήσει το δίκυκλό μου εκεί κοντά.»

*

Η Ευγενία είχε καταλήξει: Ο μόνος τρόπος για να πάρει τον Ρίκερελ από εδώ ήταν να τον κλέψει από τους Πολεοτέχνες. Και, για να το κατορθώσει αυτό, έπρεπε να γίνει καλύτερη από εκείνους. Πράγμα το οποίο μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με συνεχή εξάσκηση των ικανοτήτων της – των παλιών, αυτών που ήδη γνώριζε να εκμεταλλεύεται καλά αλλά χρειαζόταν να τις ξαναμάθει από την αρχή, μα και των καινούργιων, του χειρισμού της ψυχόδρασης μέσα και έξω από τα οικοδομήματα της Νερ Έρντεραγ.

Από το απόγευμα συνέχισε τα μαθήματά της με τη Μίριλνατ Ζάοχαρ, γιατί η ψυχοτεχνουργός είχε ακόμα αρκετά να τη διδάξει· η Ευγενία ήταν σίγουρη γι’αυτό. Επιπλέον, οι περιπλανήσεις της με τη Μίριλνατ ήταν μια καλή ευκαιρία για εκείνη να παρατηρεί και τα άλλα πολεοσημάδια πέρα από τα συνηθισμένα σημάδια των δρόμων που της έδειχνε η ξαδέλφη του Νόρενταμπ. Και ήθελε και να μάθει να χειρίζεται όσο το δυνατόν καλύτερα την ψυχόδραση. Σ’αυτό η Μίριλνατ δεν είχε και πολλά να τη διδάξει, γιατί ούτε η ίδια ήταν καμια ψυχοδραστική καλλιτέχνιδα. Μπορούσε, όμως, να τη βοηθήσει να αποκτήσει κάποιες σταθερές βάσεις, όπως πώς να ελέγχει τα ψι που έστελνε σε έναν ψυχοκύβο. Πράγματα που η Ευγενία αντιλαμβανόταν ότι ήταν σημαντικά· ότι, αν δεν τα μάθαινε καλά, θα είχε προβλήματα ύστερα, ακόμα κι αν ανέπτυσσε τις δυνάμεις της.

Τον Διαβολόγατο τον έβλεπε μερικές φορές στις βόλτες της με τη Μίριλνατ, μα εκείνος δεν έμενε ποτέ για πολύ κοντά της. Δεν ήθελε, προφανώς, να την ξαναμπλέξει με τους ανθρώπους που τον κυνηγούσαν – τους Πολεοτέχνες πιθανώς, υποπτευόταν η Ευγενία. Ούτε στον Φιλόξενο παρουσιαζόταν συχνά ο γάτος· σπάνια, μόνο, τον έβρισκαν η Γιολάντα κι ο Νόρενταμπ στο δωμάτιό τους, και η γκαλερίστα πάντοτε καταχαιρόταν.

Το απόγευμα ύστερα από τη μεσημεριανή συνάντηση με την Τάρελμαπ στο μέρος όπου είχε εξαφανιστεί ο Ρίκερελ, η Ευγενία ρώτησε τη Μίριλνατ αν υπήρχε κάποια ουσία, ή ασθένεια ίσως, που έκανε τα μάτια να πρασινίζουν – όχι μόνο τις κόρες, ολόκληρα τα μάτια.

«Είδες κανέναν να είναι έτσι;» είπε η ψυχοτεχνουργός, καθώς η Ευγενία οδηγούσε το όχημά της μέσα στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας.

«Μια γυναίκα που έκανε ψυχοδραστικά γκράφιτι.»

«Πράσινη Δύναμη,» είπε η Μίριλνατ. «Μια ψυχοδραστική ουσία.»

«Ναρκωτικό;»

«Όχι ακριβώς. Αλλά, ναι, είναι επικίνδυνη.»

«Γιατί την καταναλώνουν;»

«Τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν περισσότερο ψι μέσα από τον εαυτό τους απ’ό,τι κανονικά θα μπορούσαν.»

«Και ποιες είναι οι παρενέργειες;»

«Η συνηθέστερη είναι να σε ενοχλεί το φως του ήλιου για καμια, δυο μέρες. Για μια κανονική δόση. Σε μεγαλύτερες δόσεις, η ενόχληση είναι εντονότερη και, πιθανώς, πιο μακροχρόνια. Επίσης, μπορεί να σε πιάσουν ημικρανίες, ή ακόμα και εγκεφαλικά επεισόδια. Πρέπει να προσέχεις πώς χρησιμοποιείς τέτοια πράγματα. Σ’εσένα, φυσικά, που είσαι ξένη, δεν θα πρότεινα να το δοκιμάσεις ούτε για πλάκα.»

«Η Πράσινη Δύναμη είναι νόμιμη;»

«Όχι ακριβώς. Αλλά ο Άριστος Κυβερνήτης κάνει τα στραβά μάτια. Εξάλλου, είναι γνωστό πως κι εκείνος χρησιμοποιεί, καθώς και πολλοί άλλοι ευγενείς.»

«Πώς φτιάχνεται, Μίριλνατ; Με χυμικό τρόπο, ή βγαίνει από κάποιο φυτό;»

«Λίγο κι από τα δύο. Ως βάση χρησιμοποιείται ένα φυτό – η σαόχα –που φυτρώνει κοντά στην Αναδίπλωση, εκεί όπου είναι επικίνδυνο να πας επειδή σε τραβάνε οι ελκτικές δυνάμεις – ξέρεις, δεν ξέρεις;»

«Μου έδειξε την Αναδίπλωση ο Νόρενταμπ.»

«Αυτοί που μαζεύουν τη σαόχα το κάνουν με κίνδυνο της ζωής τους. Έχει τύχει η Αναδίπλωση να τους τραβήξει μέσα της, και μετά κανείς δεν τους ξαναβλέπει. Επίσης, έχει ακουστεί πως τα πλάσματα που περιφέρονται εκεί, μέσα στη βλάστηση, μπορεί ν’αποδειχτούν επικίνδυνα – να επιτεθούν για να δαγκώσουν. Τέλος πάντων. Όταν φέρουν τη σαόχα στη Μεγάλη Χώρα, την επεξεργάζονται χυμικά και ψυχοδραστικά, κι έτσι φτιάχνουν την Πράσινη Δύναμη.»

«Τι εννοείς, ‘την επεξεργάζονται ψυχοδραστικά’;»

«Της στέλνουν ψι. Εκατό ψι για κάθε δόση, απ’ό,τι έχω ακούσει.»

«Και μπορείς να χρησιμοποιήσεις εκατό ψι παραπάνω, όταν την έχεις καταναλώσει;»

«Όχι απαραίτητα. Εξαρτάται.»

«Από τι;»

«Από τις ικανότητές σου, από την ιδιοσυγκρασία σου, από το πόσο καλός ήταν αυτός που επεξεργάστηκε χυμικά τη σαόχα.»

«Έχεις δοκιμάσει ποτέ, Μίριλνατ;»

«Ναι,» παραδέχτηκε η ψυχοτεχνουργός. «Και μάλιστα πήρα περισσότερη απ’ό,τι έπρεπε. Έκανα δεκαπέντε μέρες μέχρι να μπορώ να βγω άνετα στο φως του ήλιου. Δεν είναι κάτι που θα ήθελα να ξαναδοκιμάσω, Ευγενία.»

Υποθέτω, λοιπόν, πως δεν θα μπορείς να μου πεις πού πουλάνε, σκέφτηκε η Θυγατέρα της Πόλης, η οποία ήθελε να έχει Πράσινη Δύναμη στην κατοχή της, για παν ενδεχόμενο.

*

Ο Νόρενταμπ δεν μπορούσε να κρατηθεί για πολύ μακριά από τον Ναό του Κρόνου στον Ταχύ Νου: πήγε εκεί και προσευχήθηκε, τη βροχερή μέρα ύστερα από τη συνάντηση με την Τάρελμαπ, αφού επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για να πάρουν και τη Γιολάντα ώστε να μη λέει ότι την έκαναν να αισθάνεται σαν φυλακισμένη ή σαν χαζή.

Το οικοδόμημα του ναού έμοιαζε πολύ με τα οικοδομήματα των ναών στην υπόλοιπη Ρελκάμνια: μια πυραμίδα (τριγωνοικία, σύμφωνα με την ορολογία των πολιτών της Μεγάλης Χώρας), και στην κορυφή της μια μεγάλη σφαίρα από πορφυρό κρύσταλλο, η οποία φώτιζε και γύρω της περιστρέφονταν ψυχοδραστικά δαχτυλίδια στραφταλίζοντας έντονα. Στο εσωτερικό του ναού, ο σηκός περιλάμβανε, επίσης, πολλές ψυχοδραστικές μορφές ιερής σημασίας για τη θρησκεία του Κρόνου, και στο κέντρο του στεκόταν το ψηλό άγαλμα του θεού, ντυμένο με κάποιου είδους πανοπλία (όχι με χιτώνα, όπως συνήθως). Στο ένα του χέρι βαστούσε ραβδί ενώ στο άλλο ένα πιστόλι που το σχήμα του έμοιαζε αρχαίο – σίγουρα, πάντως, δεν ήταν σαν τα σύγχρονα. Το κεφάλι του Κρόνου δεν ήταν μια γυάλινη σφαίρα, όπως στους ναούς αλλού στη Ρελκάμνια, αλλά κανονικό, ανθρώπινο, κρυμμένο μέσα σε επιβλητικό κράνος περιτριγυρισμένο από ένα ψυχοδραστικό δαχτυλίδι. Αυτός ο Κρόνος της Νερ Έρντεραγ ήταν, αναμφίβολα, θεός του νόμου και του πολέμου. Ήταν ο θεός των πρώτων ανθρώπων οι οποίοι είχε χρειαστεί να αντιμετωπίσουν πολλούς κινδύνους για να επιβιώσουν.

Η Γιολάντα τράβηξε μερικές φωτογραφίες, κι αμέσως ένας μαθητευόμενος ιερέας και μια μαθητευόμενη ιέρεια την πλησίασαν προσπαθώντας να της πουλήσουν διάφορα μπιχλιμπίδια τα οποία προφανώς πουλούσαν μόνο σε ξένους τουρίστες. Η Γιολάντα κατέληξε να τους δώσει είκοσι δεκάδια, χαμογελώντας.

«Αυτό ήταν νόμιμη ληστεία· το καταλαβαίνεις, έτσι;» της είπε ο Νόρενταμπ, καθώς έφευγαν από τον ναό.

«Γιατί δεν με προειδοποίησες, τότε;» διαμαρτυρήθηκε η Γιολάντα, που έδειχνε να της αρέσουν τα μπιχλιμπίδια που της είχαν πουλήσει.

Ο Νόρενταμπ χαμογέλασε. «Τα λεφτά πήγαν στον ναό – άρα, εντάξει.»

«Μη μου θυμίζεις γιατί αντιπαθώ τους ιερείς, Νόρενταμπ,» μούγκρισε ο Αλκάμελ. «Παίρνετε ειδικά μαθήματα για το πώς να μαζεύετε λεφτά από ανυποψίαστους ανθρώπους;»

«Δεν είναι και τόσο ανυποψίαστοι,» αποκρίθηκε ο Νόρενταμπ. «Και πολλά από αυτά τα λεφτά πηγαίνουν σε καλούς σκοπούς.»

«Όπως;»

«Οι ιερείς βοηθάνε πολύ κόσμο, και εδώ, στη Νερ Έρντεραγ, και άλλου στη Ρελκάμνια.»

«Επίσης, ζουν σε πλούσια διαμερίσματα.»

«Πού περίμενες να ζουν; Σε ερείπια; Επιπλέον, αυτό που λες είναι γενικό· δεν ισχύει σ’όλες τις περιπτώσεις. Υπάρχουν και ιερείς που είναι πολύ φτωχοί.»

«Μη μου αναφέρεις τις λαμπρές εξαιρέσεις τώρα!» είπε ο Αλκάμελ καθώς η Ευγενία ξεκλείδωνε, με Ξόρκι Ξεκλειδώματος, τις πόρτες του οχήματός τους και έμπαιναν.

Το μοναδικό μέρος, όμως, που ήθελε να επισκεφτεί ο Νόρενταμπ δεν ήταν ο Ναός του Κρόνου στον Ταχύ Νου. Είχε επίσης υπόψη του να πάει σε κάποιους συγγενείς του, καθώς και σε δύο μεγάλα καζίνα της Νερ Έρντεραγ. Πραγματοποίησε όλες του τις επιθυμίες μαζί με τη Γιολάντα, απογεύματα, όταν η Ευγενία διδασκόταν τα σημάδια της Μεγάλης Χώρας από τη Μίριλνατ. Ο Αλκάμελ τον συνόδεψε μόνο στα καζίνα, όχι στους συγγενείς του· ο ίδιος ο Νόρενταμπ τον απέτρεψε, κι εκείνος δεν είχε πρόβλημα μ’αυτό.

Το ένα καζίνο βρισκόταν στον Στιλπνό Λόγο, μέσα σε μια γιγάντια κυλινδροικία, και ονομαζόταν «Η Μεγάλη Τύχη»· το άλλο βρισκόταν στο Γόνιμο Πνεύμα, μέσα σε μια υπεροικία (την έπιανε σχεδόν ολόκληρη, και η υπόλοιπη ήταν ξενοδοχείο), και ονομαζόταν «Η Ψηλή Χώρα». Όπως θα περίμενε κανείς, αρκετά από τα τυχερά παιχνίδια είχαν σχέση με ψυχόδραση, και ο Αλκάμελ και η Γιολάντα δεν μπορούσαν να τα παίξουν καθόλου· δεν ήταν για ξένους. Τα υπόλοιπα, όμως, ήταν κανονικά παιχνίδια για καζίνο. Και στις δύο επισκέψεις τους, ο Νόρενταμπ, ο Αλκάμελ, και η Γιολάντα βγήκαν τελικά κερδισμένοι. Όχι υπερβολικά, αλλά είχαν αυξήσει τα λεφτά τους. Τα λεφτά που ο Αλκάμελ, προσωπικά, δεν θεωρούσε «λεφτά» ακριβώς αλλά αέρα. Είχαν κερδίσει ψ, όχι δεκάδια, αποθηκεύοντάς τα στον ψυχοκύβο του Νόρενταμπ.

Και ο τζογαδόρος είπε ότι, αν ήταν να μείνουν πολύ ακόμα στη Μεγάλη Χώρα, καλό θα ήταν να αντικαταστήσουν τη μηχανή του οχήματός τους με ψυχοδραστική μηχανή, γιατί δεν συνέφερε να αγοράζεις ενεργειακές φιάλες εδώ· ήταν ληστεία. Μόνο ξένοι τις αγόραζαν.

«Από την Ευγενία θα εξαρτηθεί το πόσο θα μείνουμε,» του είπε ο Αλκάμελ, καθώς ο Νόρενταμπ τούς οδηγούσε προς τον Φιλόξενο μέσα από τους δρόμους της Νερ Έρντεραγ. «Αλλά, όπως και νάχει, γιατί απλά να μην πάμε στη Μεγαλόκρουστη για να πάρουμε φιάλες; Τα σύνορά της με την Νερ Έρντεραγ δεν είναι μακριά από το ξενοδοχείο μας. Μπορούμε να πεταχτούμε εκεί, ν’αγοράσουμε δυο φιάλες σε λογική τιμή, και να επιστρέψουμε.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Νόρενταμπ, «κι αυτό γίνεται. Βασικά, μας συμφέρει πιο πολύ· έχεις δίκιο.»

«Μπορεί να είσαι καλός τζογαδόρος, μα δεν είσαι καλός οικονομολόγος,» τον πείραξε ο Αλκάμελ. «Γι’αυτό δεν κατέληξες στο Δεσμωτήριο, άλλωστε;»

«Κι εσύ γιατί κατέληξες εκεί, Αλκάμελ; Επειδή ήσουν καλός οικονομολόγος;»

«Εγώ ήμουν γκαντέμης· άλλο αυτό.»

«Εμπιστεύτηκες ανθρώπους που δεν έπρεπε να είχες εμπιστευτεί. Όχι ‘γκαντέμης’ ακριβώς.»

«Μη με τσιγκλάς, Σεβασμιότατε.»

«Μη με λες Σεβασμιότατο· είναι ασέβεια, τα έχουμε πει.»

Η Γιολάντα γελούσε. «Έχετε πλάκα!» παρατήρησε.

«Χαιρόμαστε που σε διασκεδάζουμε,» της είπε ο Αλκάμελ, λοξοκοιτάζοντάς την.

*

Η Ευγενία ξαναπήγε στον Τρελοπόταμο ένα απόγευμα που η Μίριλνατ δεν μπορούσε πάλι να τη διδάξει, τέσσερις ημέρες ύστερα από την προηγούμενη φορά. Δεν ήταν μόνη, βέβαια· ο Νόρενταμπ, ο Αλκάμελ, και η Γιολάντα (η οποία επέμενε τώρα να έρθει) ήταν μαζί της. Ο Νόρενταμπ τής είχε πει εξαρχής ότι δεν ήταν καλή ιδέα να ψάξει να βρει Πράσινη Δύναμη – η ψυχοδραστική ουσία μπορούσε να αποδειχτεί επικίνδυνη – αλλά εκείνη δεν άλλαζε γνώμη. Ίσως να μου χρειαστεί, του είπε. Σκοπεύω να τα βάλω με δυνάμεις που ελέγχουν ολόκληρη την πατρίδα σου, Νόρενταμπ. Και δεν αμφιβάλλω ότι οι Πολεοτέχνες και η Σκιουργός χρησιμοποιούν Πράσινη Δύναμη.

Στον Τρελοπόταμο σταμάτησαν το όχημά τους και βάδισαν. Η Ευγενία ένιωθε ότι βρισκόταν στον σωστό τόπο και στον σωστό χρόνο. Δεν ήταν τυχαίο που η Μίριλνατ δεν ήθελε να κάνουν μάθημα απόψε. Ήταν πολεοτύχη· το διαισθανόταν. Και το γεγονός ότι η πολεοτύχη τη συναντούσε ολοένα και περισσότερο εδώ, στη Νερ Έρντεραγ – ή ίσως εκείνη να συναντούσε την πολεοτύχη – η Ευγενία το θεωρούσε θετικό. Η Πόλη την αγκάλιαζε στη Μεγάλη Χώρα όπως και στην υπόλοιπη Ρελκάμνια. Η Νερ Έρντεραγ, άλλωστε, δεν ήταν παρά ένα μέρος της Πόλης, απλώς πολύ, πολύ παλιό και πολύ στριφνό, σαν μια παράξενη γριά που χρειαζόταν να τη συνηθίσεις, κι αυτή να συνηθίσει εσένα, προτού μπορέσεις να τη συναναστραφείς ακόμα και για την πιο κοινότοπη υπόθεση.

Η Ευγενία ακολούθησε τα πολεοσημάδια μέσα στον Τρελοπόταμο, νιώθοντας τώρα να μη μπερδεύεται παρά ελάχιστα από τους μυστηριώδεις περισπασμούς της Νερ Έρντεραγ. Μπορούσε να ξεχωρίσει τι ήταν σχετικό και τι άσχετο, τι ήταν αλήθεια και τι παραίσθηση. Και δεν άργησε να βρει την Τάρελμαπ και τις φίλες της.

Βρίσκονταν στο μπαρ που άκουγε στο όνομα «Ο ΤρεΛοπΟταμΟΣ» και ήταν αντίκρυ στο παράξενο ποτάμι που, σύμφωνα με τα λεγόμενα, ερχόταν από την Αναδίπλωση, αφρίζοντας και μουγκρίζοντας. Οι τρεις καλλιτέχνιδες κάθονταν σ’ένα τραπέζι και έπιναν. Μαζί τους ήταν δυο άντρες που η Ευγενία δεν είχε ξαναδεί, αλλά τα πολεοσημάδια τής μαρτυρούσαν ότι ήταν γκόμενοί τους. Και όχι μόνο τα πολεοσημάδια. Η Ζιρθινάτ είχε το πόδι της γαντζωμένο πάνω στο γόνατο του άντρα που καθόταν δίπλα της – ένας χρυσόδερμος τύπος με καστανά, κοντοκουρεμένα μαλλιά και μούσι. Ο άλλος ήταν γαλανόδερμος και ξανθός, φρεσκοξυρισμένος: μάλλον όχι πολίτης της Νερ Έρντεραγ, αφού οι ντόπιοι ήταν ή λευκόδερμοι ή χρυσόδερμοι. Καθόταν δίπλα στην άλλη φίλη της Τάρελμαπ – η οποία την προηγούμενη φορά είχε ένα στιλέτο περασμένο στο παντελόνι της – και μοιράζονταν ένα τσιγάρο οι δυο τους. Η Τάρελμαπ καθόταν αναπαυτικά στην καρέκλα της, και είχε ένα ψυχοδραστικό διακοσμητικό σχήμα στο μέτωπό της: έναν κύκλο με τρεις ακτίνες γύρω του, μία προς τα κάτω, μία προς τα δεξιά, μία προς τ’αριστερά.

«Ευγενία!» είπε, χαμογελώντας. «Πάλι στον Τρελοπόταμο;»

«Δε μπορούσα να μείνω για πολύ μακριά σας,» αποκρίθηκε εκείνη.

Η Τάρελμαπ ύψωσε το ποτήρι της προς τη μεριά του Αλκάμελ, κλείνοντάς του το μάτι, κι ένευσε προς τον Νόρενταμπ. Τη Γιολάντα την κοίταξε λιγάκι καχύποπτα, και μετά την αγνόησε. Δεν την είχε ξαναδεί· στις άλλες συναντήσεις δεν ήταν μαζί τους.

«Αυτό σημαίνει ότι μας κερνάς;» είπε ο Αλκάμελ.

Η Τάρελμαπ γέλασε. «Αν θέλεις.»

«Γιατί όχι;»

Η Τάρελμαπ έκανε νόημα στον σερβιτόρο κι εκείνος πλησίασε και πήρε παραγγελίες. Ύστερα, η Ευγενία κι οι φίλοι της έφεραν ένα τραπέζι πλάι σ’αυτό της Τάρελμαπ και κάθισαν.

«Δεν είστε από τη Μεγάλη Χώρα;» ρώτησε ο γαλανόδερμος άντρας.

«Κάνουμε τουρισμό,» του είπε ο Αλκάμελ. «Εσύ;»

«Έχω κάτι γνωστούς εδώ. Από την Ισόμοιρη είμαι.» Και τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Εμείς είμαστε από πιο μακριά. Πολύ πιο μακριά.»

Τα ποτά τους ήρθαν, και η Ευγενία ρώτησε την Τάρελμαπ: «Ξέρεις πού θα μπορούσα να βρω Πράσινη Δύναμη;»

Τα φρύδια της καλλιτέχνιδας υψώθηκαν. «Πράσινη Δύναμη; Τι να την κάνεις;»

«Έχει σημασία;»

«Καμία, απλώς σε προειδοποιώ ότι είναι λιγάκι επικίνδυνη. Η Ζιρθινάτ τη χρησιμοποιεί καμια φορά όταν φτιάχνει ψυχοδραστικά γκράφιτι.»

«Γνωρίζω τους κινδύνους,» είπε η Ευγενία. «Μπορείς να μου πεις πού θα βρω, και πόσο θα κοστίσει;»

«Μπορώ, αν επιμένεις. Θα πας στην Καθαρή Γνώση, σ’έναν άνθρωπο που ξέρω ότι, τουλάχιστον, φτιάχνει καλή Πράσινη Δύναμη. Πες του, όμως, ότι σε στέλνει η Τάρελμαπ, γιατί, άμα καταλάβει ότι είσαι ξένη, θα προσπαθήσει να σε κλέψει λιγάκι, δεν υπάρχει αμφιβολία· όλους τους ξένους τούς ψιλοληστεύουν οι πωλητές Πράσινης Δύναμης. Αν αγοράσεις λίγες δόσεις – πεντέξι, για παράδειγμα – πρέπει, λογικά, να σε χρεώσει είκοσι ψι την καθεμία. Αν πάρεις περισσότερες – καμια δεκαριά, ας πούμε – πρέπει να σε χρεώσει γύρω στα δεκαπέντε ψι. Μη δεχτείς ψηλότερες τιμές.»

«Ευχαριστώ,» είπε η Ευγενία, και ήπιε μια γουλιά από τον Κρύο Ουρανό της. «Πού ακριβώς βρίσκεται αυτός ο φίλος σου;»

«Δεν είναι φίλος μου· απλά τυχαίνει να τον ξέρω επειδή πηγαίνω μαζί με τη Ζιρθινάτ όταν εκείνη θέλει ν’αγοράσει πράγμα.» Και της είπε τη διεύθυνση όπου μπορούσε να τον βρει. Η Ευγενία έβγαλε ένα κομμάτι χαρτί και τη σημείωσε.

*

Οι Πολεοτέχνες δεν είχαν πάψει να ψάχνουν για τον παράξενο γάτο – ο οποίος ήταν συνεχώς άφαντος – ούτε είχαν πάψει να παρακολουθούν την ξένη πολεοσκόπο που ονομαζόταν Ευγενία. Γνώριζαν ότι συναντιόταν με την ψυχοτεχνουργό Μίριλνατ Ζάοχαρ για να κάνει μαθήματα, και παρατηρούσαν ότι γινόταν ολοένα και καλύτερη στο να περιπλανιέται στους δρόμους της Μεγάλης Χώρας. Οι πολεοσκόποι, επίσης, διέκριναν ότι αυτή η Ευγενία είχε δυνάμεις που κανένας τους δεν είχε, και πιθανώς να ήταν επικίνδυνες· τα σημάδια της Μεγάλης Χώρας τούς το αποκάλυπταν. Εκτός αυτού, έβλεπαν ότι ήταν αποφασισμένη να μη φύγει από εδώ ώσπου να έχει εκπληρώσει τον σκοπό της – να έχει βρει τον φίλο της. Οι Πολεοτέχνες αναρωτιόνταν γιατί η Σκιουργός δεν είχε προστάξει ακόμα να τη διώξουν. Μια άλλη ξένη πολεοσκόπο, που είχε έρθει πριν από χρόνια στη Μεγάλη Χώρα, την είχαν διώξει γιατί δεν άρεσε στη Σκιουργό που σκάλιζε πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να σκαλίζει.

«Αρχόντισσά μου, ίσως θα ήταν συνετό να τη διώξουμε κι αυτήν, όπως εκείνη την προηγούμενη...»

Η Σκιουργός καθόταν σε μια από τις υπερυψωμένες θέσεις γύρω από την αρένα όπου δύο γεροδεμένοι άντρες μονομαχούσαν – κι οι δύο ξένοι, παγιδευμένοι ύπουλα στη Μεγάλη Χώρα ώστε να μάχονται για τη διασκέδαση κάποιων συγκεκριμένων κατοίκων της, ανθρώπων του υπόκοσμου. Η Σκιουργός είχε φροντίσει να τους... διαμορφώσει και τους δύο όπως επιθυμούσε. Γνώριζε, μάλιστα, ήδη ποιος θα νικούσε σε τούτο τον αγώνα. Υπήρχαν μονάχα ελάχιστες πιθανότητες να νικήσει ο άλλος. Μηδαμινές, ουσιαστικά.

«Με τρομάζει, Αρχόντισσά μου,» συνέχισε ο πολεοσκόπος που είχε καθίσει δίπλα της. «Διακρίνω δυνάμεις επάνω της που δεν... που είναι μεγαλύτερες από τις δικές μας. Μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνη, Αρχόντισσά μου. Έχει αρχίσει να συνηθίζει στη Μεγάλη Χώρα.»

Η Σκιουργός ρούφηξε μια γουλιά κοκτέιλ από το καλαμάκι του ψηλού ποτηριού της. «Χμμμ.» Τα μάτια της ήταν εστιασμένα στους δύο μονομάχους που χτυπιόνταν μέσα στην αρένα. «Τον γάτο μου τον πιάσατε;»

«Αρχόντισσά μου, η ξένη πολεοσκόπος είναι πιο σημαντική τώρα. Προσωπικά, με τρομάζει.»

«Μου το είπες ήδη.» Τον λοξοκοίταξε. «Πολύ φοβητσιάρης δεν είσαι;»

«Με συγχωρείτε, Αρχόντισσά μου, αλλά...» Κόμπιασε. Απέφυγε το βλέμμα της, κοιτάζοντας κι εκείνος προς την αρένα.

Η Σκιουργός είπε: «Συνεχίστε να την παρακολουθείτε. Θέλω να δω πού το πηγαίνει. Ίσως να έχει ενδιαφέρον.»

«Αναζητά τον ζωγράφο–»

«Το ξέρω. Λες να το ξέχασα; Θα τη διώξουμε, φυσικά, αν το παρατραβήξει. Αλλά, για τώρα, παρακολουθείτε την· και να με κρατάτε ενήμερη.»

(ιε΄)

Οι ένοικοι της αποκλεισμένης κυκλοικίας είχαν αρχίσει να παραφρονούν. Συγκρούσεις ξεσπούσαν ανάμεσά τους για μικροπράγματα, όπως ποιος θα είχε στην κατοχή του μια συσκευή παραπάνω που έπαιζε μουσική ή κινηματογραφικές ταινίες, ποιος θα